Always crashing in the same car

Ίσως αυτό που τώρα θέλω να πω να το έχω ξαναπεί εδώ, όταν είπα ότι η Αριστερά πρέπει να θέσει την ατζέντα της δημόσιας συζήτησης, ή κι εδώ, όταν μίλησα για τον παφλασμό των σοσιαλμήντια και τις εφήμερες κορφές των κυμάτων τους.

Υπάρχουνε διάφορα σοβαρά, θανατερά δηλαδή, θέματα στην επικαιρότητα: η ολοκληρωτική καταστροφή της δημόσιας Υγείας, το τέλος της Παιδείας, οι αποσιωπημένοι αυτόχειρες, η ανεργία και η ανέχεια που γίνεται πείνα, το βάθεμα της πολιτικής και οικονομικής υποτέλειας, η συμμαχία παρανοϊκών και ημιφασιστών που κυβερνάει την χώρα. Και μπαίνεις κάθε μέρα στο διαδίκτυο (δε μιλάω για τους περίκλειστους χώρους, όσο ευρείς και αν τους έχει φράξει ο καθένας, των σοσιαλμήντια) και κάθε μέρα διαβάζεις κάτι το οποίο αναπαράγεται και σχολιάζεται μέχρι λιποθυμίας. Ο Τατσόπουλος. Η Βανδή, ο Κωστόπουλος. Αύριο κάτι άλλο. Όπως κάναμε και στα 2005, όπως γινόταν στα 1995 και από καταβολής Τσάο Αντέννα και Μπράβο Ρούλα. Συνεχίζουμε το παραζαλισμένο τρέκλισμά μας κουτουλώντας από στύλο σε ντουβάρι, από ντουβάρι σε φράχτη, από ευτέλεια σε ανοησία. Και μετά ξεχνάμε. Τα πάντα. Όλα γίνονται αφρός και σκάζουν. Μόνο που, βεβαίως, τώρα πια καιγόμαστε κανονικά. Οι περισσότεροι από εμάς, τουλάχιστον.

Και κάτι άλλο, στο πνεύμα του Μαραγκόπουλου και του Τσαλαπάτη: μέρος του παφλασμού που μας παρασέρνει μακριά από το καίριο και το αναπόδραστο, άρα το πραγματικά πολιτικό, δημιουργείται από τη γεννήτρια που ακόμη καταχρηστικώς αποκαλείται «διανοούμενοι», από τους καθεστωτικούς και οργανικούς παραγωγούς λόγου: γραφιάδες, σχολιαστές, δημοσιογράφους. Προτείνω λοιπόν να τους παύσουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο: με το να πάψουμε να σχολιάζουμε ό,τι και αν παραγάγουν, όσο φρικώδες, ανάλγητο, διεστραμμένο ή στρεψόδικο, όσο ψευδές, αρχοντοχωριάτικο, αμαθές και καραμπλαζέ κι αν είναι. Στο κάτω κάτω, ή βρίσκονται εκτός πραγματικότητας ή, όπως λέει και η φαρμακερή λατινογενής εγγλέζικη λέξη, είναι απολύτως meretricious.

Κάποιοι λοιπόν από αυτούς ζούνε σε ένα ψευδοπλατωνικό σύμπαν όπου η κατ’ όνομα δημοκρατία μας αποτελεί την απόλυτα ισορροπημένη λύση στο πολιτειακό και πολιτικό πρόβλημα, δηλαδή στη συνύπαρξη προσωπικού και συλλογικού, στην ισορροπία πυκνού πλούτου και αχανούς ανέχειας. Η ιδεατή αυτή δημοκρατία, που δεν είχε ούτε Καραμανλή (Κωνσταντίνο και Κώστα), ούτε Παπανδρέου (Γεώργιο, Αντρέα, Γιώργο), ούτε ξερονήσια, ούτε Μελίστα, μας γλύτωσε από τη βία της κομμουνιστικής αριστεράς και την απέραντη γκρίζα καφρίλα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο μικρών προνομίων και ιδανικής δημοκρατίας, μιας ιδεατής μεσότητος που μετεωρίζεται αναλλοίωτη και semper eadem, μιας εξιδανίκευσης του πολιτεύματος που είχαμε από το 1975 έως το 2010, μείον τον εθνικισμό, μείον την εκμετάλλευση, μείον τη διαφθορά και την οικογενειοκρατία, μείον τη σεμνή καταστολή κτλ. Γι’ αυτούς σημασία έχει να περισωθεί το πολιτικό status quo, παρότι στον πραγματικό κόσμο το status quo πάει βαρίδι προς τον βυθό του αυταρχισμού, καταβυθιζόμενο μέσα από εξαθλίωση, νόμιμη βία και θάνατο. Έχουνε το ακαταλόγιστο μέσα στη βαθιά φονική αβελτηρία τους.

Οι υπόλοιποι παραγωγοί λόγου έχουνε προ πολλού αντιληφθεί πού βρίσκονται τα συμφέροντά τους: με τη νομιμότητα, απ’ όπου και αν προέρχεται (ναι, βαρειά κουβέντα). Έχουν επιλέξει λοιπόν να υπηρετήσουν τα συμφέροντά τους όπως μπορούν. Άλλωστε, η οικονομική, η επαγγελματική και (ενίοτε) η πολιτική τους επιβίωση και ευποιία ταυτίζονται με αυτήν. Σχολιάζοντάς τους είναι σαν να σχολιάζει κανείς τα επίσημα ανακοινωθέντα ενός αποφασισμένου, ρωμαλέου και αγέρωχου εισβολέα: δεν έχει κανένα απολύτως νόημα.

Τέλος, ας τελειώνουμε με το ακοίμητο βουητό πολιτικού σχολιασμού στα σοσιαλμήντια. Δε χρειάζεται άλλος σχολιασμός. Δεν πρόκειται να ξεμπροστιαστεί τίποτα και κανένας πια, πέρα από όσο ξεμπροστιάστηκε ο φονικός θίασος που κυβερνάει σε όσους έχει ξεμπροστιαστεί μέχρι στιγμής. Πέρασαν τρία χρόνια, παιδιά: δεν πρόκειται να κεντρίσετε τη συνείδηση της ΔΗΜΑΡ, ή άλλων καλών πασόκων, ή των καραμανλικών και κεντροδεξιών βουλευτών. Όπως δείχνει και η πορεία προς τον γκρεμό του ρεπουμπλικανικού κόμματος στις ΗΠΑ, δεν κυβερνούν οι πλειοψηφίες: οι πλειοψηφίες ακολουθούν δυναμικές ελίτ είτε ψηφίζοντας γι’ αυτές είτε σιωπώντας εμπρός στη δράση τους. Κι αυτή τη στιγμή, η πιο δυναμική ομάδα στην Ελλάδα, μετά την προσωρινή κατάδεση της ναζιστικής συμμορίας στη ρηχή της άβυσσο, είναι η ομάδα που περιστοιχίζει τον πρωθυπουργό. Άρα συνεχίζουμε γραμμή την πορεία του καϊκιού μας, ακολουθώντας την περιδίνηση μέσα στο μάελστρομ. Μέχρι να μας καταπιεί η δίνη και να ακουστεί μονομιάς ο κραταιός τριγμός των ξύλων που θα σπάζουν σαν πολλά κόκκαλα μαζί. Μέχρι να ολοκληρωθεί η μετατροπή της χώρας σε ένα, απέραντο, ενιαίο ερείπιο προς ιδιωτικοποίηση και τουριστική περιδιάβαση.

Δε θα προκαλέσετε εκλογές σχολιάζοντας στο facebook — πιο φιλόδοξους στόχους δεν τους πιάνω καν στο στόμα μου.

Η λύση είναι γενική απεργία διαρκείας.

Σώματα

και πάλι του Κάπα Κάπα Μοίρη, αλλά ντιπ για ντιπ λοξά όμως

Μου γράφει ένας φίλος ότι έχει ενοχές που ψωλοβαράει: που ζει κι επιθυμεί και καυλώνει. Ένας άλλος που έχει δουλειά και φαΐ να φάει μέσα στην ανέχεια και στην εξαθλίωση των άλλων. Ένας τρίτος ντρέπεται που πρόλαβε με υποτροφίες και κάτι οικογενειακές οικονομίες να ταξιδέψει και να δει τρεις τόπους και να γνωρίσει πέντε ανθρώπους πέρα από τη χώρα που ορίζει η εμβέλεια της κάθε Τατιάνας. Άλλους τους τυραννάει η αρρώστια, σε μια χώρα που δεν τολμάς να μην είσαι υγιής.

Τι να απαντήσεις. Σε μια κοινωνία που το σώμα βρίσκεται επιμελώς φυλαγμένο μαζί με τα κυριακάτικα ρούχα και τις γιορτινές φορεσιές, είμαστε όλοι λίγο-πολύ ασώματοι και αποπνευματωμένοι. Την ολοκληρωτική αποπνευμάτωση τη φέρνει ο τρόπος των σοσιαλμήντια, μέσα στα οποία νομίζουμε ότι υπάρχουμε ολόκληροι, αλλά ωστόσο βρισκόμαστε σε αυτά τόσο όσο σε ένα τηλεγράφημα, ένα τηλεφώνημα, ένα γράμμα: ως ίσκιοι και φαντάσματα.

Πρέπει να επαναδιεκδικήσουμε το σώμα μας. Σοβαρά. Το σώμα που πεινάει και κρυώνει κι επιθυμεί κι εκστασιάζεται, που αρρωσταίνει και πάσχει όταν θλίβεται η ψυχή μας, όταν βουίζει ο νους, όταν αμφιταλαντεύεται η επιθυμία. Έτσι είναι. Πρώτα σε πείθουν ότι δε χρειάζεσαι το σώμα σου, ότι είσαι κάτι άλλο από το σώμα, λες και δεν είναι το σώμα η έδρα του νου, μετά σε πείθουν να μη σε απασχολεί η αυτοδιάθεσή σου, να εκχωρήσεις τους τίτλους ιδιοκτησίας του σώματός σου (που εν μέρει είναι η ταυτότητά σου) σε κάποιον άλλο. Στο τέλος ντρέπεσαι που δεν είσαι άυλος, που δεν είσαι δύναμη, εξουσία, κυριότητα, θρόνος, χερουβείμ, σεραφείμ. Όσοι θέλουνε να κυβερνήσουν τον κόσμο, προσπαθούν (με ενοχές ή αλλιώς) να πείσουν όσους θα μπορούσαν να τους αντιταχθούν ότι κατ’ αρχάς θα έπρεπε να είσαι ασώματοι και άυλοι. Είναι μια πολύ καλή μέθοδος να εξουδετερώνεις τον άλλο. Αποδεδειγμένα.

Είναι μοναχική αυτή η πτήση. Δεν μπορείς να χρησιμοποιείς πρόχειρα το ανάγλυφο που ορίζεται από το τι λεν οι άλλοι, από το κοντό και το μακρύ του καθενός, για να προσανατολιστείς. Χρειάζεσαι τρία τέσσερα σημεία αναφοράς (πολλοί τα λένε φίλους) για να κάνεις τα τριγωνομετρικά σου, να χαράξεις τις πορείες σου, να ξέρεις από πού έρχεσαι, πού πας και — κυρίως — πού βρίσκεται ο ορίζοντας. Γιατί αν χάσεις τον ορίζοντα, ίλιγγος και περιδίνηση, αναδίπλωση μέσα στην ενδοσκόπηση. Και απώλεια στήριξης. Όμως άμα μάθεις να πετάς καλά και έχεις και γυροσκόπια, που δεν κοιτούν τι υπάρχει από κάτω, αλλά σε κρατάνε σταθερό και προσανατολισμένο με την περιστροφή τους, ε, πας μέχρι και σε τροχιά για να βλέπεις τον ήλιο να ανατέλλει 50 και 100 φορές και να δύει άλλες τόσες.

Όμως για όλα αυτά χρειάζεσαι σώμα. Τουλάχιστον το δικό σου. Και να μην αφήνεις να σε κάνουν να ντραπείς που κρυώνει και πεινάει κι αρρωσταίνει και χέζει. Που επιθυμεί και σκέφτεται και σκιρτά. Που χορεύει και στοχάζεται κι αγαπάει.

Η μάχη για τον κόσμο ξεκινάει με την ανακατάληψη του σώματος. Στο σώμα είναι η χαρά. Από το σώμα είναι η ελευθερία.

Ζώδιο της κρύας θαμπής φωτιάς

Γιατί χτυπάνε καμπάνες μέσα στο ήσυχο και νυσταλέο βράδυ της Δευτέρας, ενώ οι πιο πολλοί έχουνε πέσει στο κρεβάτι, μάλλον για να κοιμηθούνε; Γιατί αντηχεί ο θολός σκοτεινός ουρανός πάνω από την πόλη σαν για Μεγάλη Ανάσταση; Γιατί έφεραν ζεστά ντυμένοι τα ζεστά ντυμένα παιδιά τους να τραγουδήσουνε και να κοιτάζουνε φωτιές μέσα στο κρύο, στη μισοφωτισμένη νύχτα που κάνει το λιθόστρωτο να γυαλίζει;

Μετά οι καμπάνες σβήνουνε μέσα στην πηχτή νύχτα. Σαν να ήταν απλώς και μόνο κάποιος από μεθυσμένη παρέα που απομακρύνεται από κάτω από το παράθυρό σου και χώνεται μέσα στους φιδωτούς δρόμους για να προλάβει να κλειδώσει τη ζάλη του πίσω από μια πόρτα, κάπου ζεστά, δίπλα σε ένα ωραίο κορμί που μυρίζει όπως μυρίζουν τα ωραία κορμιά.

Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.

Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.

Φωτογραφία: Mathilda Eberhard

Η κεφαλή της Μέδουσας

Όταν κοιτάμε τον καθρέφτη τι βλέπουμε; Κοιτάμε στον καθρέφτη γιατί μας προστατεύει.

Τους ανθρώπους δε μας τυραννάει απλώς και μόνο ο θάνατος. Μας βασανίζει κάθε τι το αναπόδραστο και μας τρελαίνει ό,τι είναι αμετάκλητο. Ό,τι κι αν είναι. Μας βασανίζει άπαξ και το θεωρήσουμε αναπόδραστο, άπαξ και μας φανεί αμετάκλητο. Αλλά τελικά το μόνο αμετάκλητο είναι ο θάνατος. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας θεωρώντας ότι ένα σωρό άλλα πράγματα είναι αναπόδραστα και αφηνόμαστε να μας κατασπαράξουν ή να μας διαβρώσουν. Δηλητηριάζουμε τη ζωή μας νομίζοντας ότι τόσα και τόσα είναι αμετάκλητα: τα περνάμε για θάνατο και γι’ αυτό παραλύουμε.

Αυτό που μας βασανίζει είναι συνήθως και αυτό που βλέπουμε στους άλλους. Το βλέπεις συνέχεια. Όχι, δεν προβάλλουμε στους άλλους αυτό που έχουμε μέσα μας, όχι: προβάλλουμε ό,τι μας βασανίζει. Η περιφερειακή μας όραση θα τσιμπήσει αυτό που μας τρώει καθώς θα κινείται και θα στρέψει τη ματιά μας προς τα εκεί. Γι’ αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τι μας λένε οι άλλοι, ακόμα και όταν φλυαρούν — ιδίως τότε. Γι’ αυτό πρέπει να ακούμε προσεκτικά τον εαυτό μας.

Mural: Breathe 

Γνώρισα ανθρώπους που ασπαστήκανε θρησκείες στα πενήντα τους, έγιναν νεοφώτιστοι στη μέση  ηλικία. Έπιασαν κι επανερμήνευσαν τον κόσμο από την αρχή — γιατί κάθε ζωή είναι κόσμος: δεν είναι αφήγηση, είναι κόσμος. Ξαναδίνουν νόημα έτσι σε ολόκληρη την ιστορία του κόσμου, του έξω και του ένδον τους: υπάρχει κάπου κάποια δοξασία που σε πάει κάπου έξω από τον κόσμο, υπάρχει σε κάποια γωνιά αυτού του πλανητάκου μια δεισιδαιμονία που αντανακλά την άπειρη παρουσία. Την άπειρη παρουσία που ενδιαφέρεται γι’ αυτούς και για εσάς και για όλους. Μέσα από υφάσματα και πέτρες και φωνές και λιβάνια. Κι ίσως και τίποτε γυαλιά χρωματισμένα στα παράθυρα, μέσα από τα οποία περνάει η αιώνια μεταφορά: το φως.

Γνώρισα ανθρώπους που θέλησαν να αυτοπροσδιοριστούν μέσα από τον έρωτα αλλά ο έρωτας είναι άτιμος και απείθαρχος: τον ψάχνεις και λανθάνει, θες να τον αφήσεις να σε προσδιορίσει και αρνείται έστω και να σου γρατσουνίσει τον καρπό. Τον πιστεύεις, του ανάβεις θυμίαμα και μετά τον λησμονείς. Από την άλλη, θες να σε αφήσει ήσυχο και σε αφανίζει με άνεση κι ευκολία, με κάθε ανεμελιά, μια κι έξω και για πάντα και ενίοτε αμετάκλητα. Θες να σιωπήσει αλλά γίνεται σάλπιγγα και τύμπανο και η θάλασσα που ποτέ δεν ησυχάζει. Και αν ποτέ σιωπήσει, και αν ποτέ σου δώσει αυτό που θες, και αν κάποτε σου πει για μια μικρή γωνιά του εαυτούλη σου όπου αντανακλάται η τρομερή λάμψη της ύπαρξης, η ακτινοβολία μέλανος σώματος, δηλαδή της πάμφωτης αβύσσου μέσα σου, δεν ξέρεις και τι να κάνεις με αυτό που σου έδωσε ο έρωτας. Το κλείνεις στο χέρι, χαμογελάς, ακούς την ωραία σιωπή και την απόγευση· λες «είμαι πλούσιος». Ο έρωτας σου έχτισε ακόμα έναν τόπο μέσα στον κόσμο μέσα σου, μια νέα βασιλεία. Είσαι πλούσιος.

Γνώρισα ανθρώπους που αφοσιώθηκαν στην ακινησία. Ή μάλλον, στη φρεναπάτη της ακινησίας. Γιατί τίποτε δεν είναι ακίνητο. Μπορεί απλώς να πέφτει και να λες «α, ακινητεί». Πάντως ακίνητο δεν είναι. Αυτοί λοιπόν δόθηκαν στην ακινησία, άφησαν τον κόσμο να ταξιδέψει όσο θέλει, να πάει όσο μακριά μπορεί, βέβαιοι ότι πάλι σ’ εκείνους θα επιστρέψει. Δεν πήραν θέση, δεν εξέφρασαν γνώμη, δεν κράτησαν στάση. Μπορεί και να ένιωσαν πως αυτό που έχουνε μέσα τους, ο κόσμος που είναι η κάθε ζωή, είναι πιο απέραντος από τον κόσμο γύρω τους. Ίσως να φρονούν ότι ο ένδον κόσμος ο δικός τους είναι μυθικότερος και με πιο φωτεινούς πλανήτες και λαμπρότερους ήλιους και απαλότερους γαλαξίες χυμένους πάνω στον δικό τους κατασκότεινο ουρανό, μυθικότερος από του φτωχού, από του κουτού, από του ανάπηρου, από του άλλου.

Αλλά ο κόσμος σου υπάρχει επειδή υπάρχουν κι άλλοι κόσμοι.

Fearful (a)symmetry

Ενημερώθηκα καθυστερημένα για το φονικό, άνοιξα να διαβάσω. Από κάτω από την είδηση, το in.gr μας ενημερώνει για τον φόνο του αρχηγού των Ταλιμπάν, που μέχρι να τον πετύχουνε τα μη-επανδρωμένα των αμερικάνων ξεκλήρισαν τουλάχιστον 4-5 χωριά αθώους ανθρώπους.

Μετά διάβασα τις αναμενόμενες αντιδράσεις των ελληνικών μέσων και διαφόρων δημοσίων φωνών. Κάποιες είναι δόλιες, όπως του πιστού φύλακα και πρωτοασηκρήτις της πρωθυπουργικής φασίζουσας ιδεολογίας, κάποιες αφελείς. Μόνον που οι αφελείς ωφείλουν να σιωπούν όταν η αβελτηρία τους μπορεί να εξυπηρετήσει δόλιους σκοπούς, έστω και ακουσίως.

Ο Παύλος Φύσσας βρήκε το αντίρροπο βάρος λοιπόν, για να έρθει να ισιώσει το καντάρι. Να αποκτήσει συμμετρία η θεωρία.

Καμένο Ράιχσταγκ μού μυρίζει. Το έχω ξαναπεί: ο Σαμαράς θα μας καταστήσει αποικία χρέους και Νότια Βουλγαρία (από τη Νότια Δανία στη Νότια Βουλγαρία σε λιγότερο από πέντε χρόνια) για να μη σφάζονται οι αναρχικοί με τους φασίστες στους δρόμους. Ή κάτι τέτοιο. Έχει ξαναπαρασταθεί το έργο με επιτυχία.

Μου μυρίζει Κόκκινη Προβιά. Την επεξεργάζονται. Και όταν επεξεργάζονται τα τομάρια για να φτιάξουνε δέρματα, τα υλικά είναι τοξικά. Και ζέχνουν ανυπόφορα και τοξικά για χιλιόμετρα και για πολύ καιρό.

Τη φωτογραφία την ανάρτησε ο Akis Gavriilidis στο φέισμπουκ.

Γνώρισα και ευτυχισμένους Έλληνες

Ο πατέρας μου όταν μίλαγε με τη μητέρα μου δεν έλεγε «ο πατέρας μου» ή «η μητέρα μου», έλεγε «ο πεθερός σου» και «η πεθερά σου».

Ο πατέρας μου μυστικά ζήλευε την ΕΣΣΔ για έναν κυρίως λόγο: διάλεγε, λέει, το Κράτος τα παιδιά ανάλογα με τα ταλέντα τους και τα σπούδαζε δωρεάν. Ο πατέρας μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας του, ο παππούς μου, είχε χρήματα να σπουδάσει μόνον ένα παιδί. Η μητέρα μου δε σπούδασε γιατί ο πατέρας της, ο παππούς μου, δεν ήθελε να πάει στην πόλη και να γίνει πουτάνα η κόρη του.

Ο πατέρας μου αντιπαθούσε την ΕΣΣΔ: την αχρωμία και τον ολοκληρωτισμό. Διάβαζε βιβλία για το πώς το ΚΚΣΕ πρόδωσε τον κομμουνισμό και τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Μετά βγήκε ο Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ για δεύτερη φορά, ο πατέρας μου σταμάτησε να ακούει μουσική, να διαβάζει βιβλία, να βλέπει ταινίες του Μπέργκμαν και του Κουροσάβα που του σύστηνε ο φίλος του ο Μπακογιαννόπουλος, που τον έπαιζε και η τηλεόραση.

Μια μέρα κρυφάκουσα. Είπε στην κουζίνα ο πατέρας μου στον πατέρα του: «αν ο εγγονός σου μεγάλωνε στην Κομμούνα, θα τον σπούδαζε το κράτος». Όχι ο γιος του, παρά ο εγγονός του πατέρα του. Γιατί ο πατέρας μου δεν ήξερε αν θα έχει χρήματα να σπουδάσει τον γιο του. Όταν ήρθε η ώρα, δεν είχε. Αλλά τελικά τον εγγονό του πατέρα του τον σπούδασε το κράτος.

Ο παππούς μου πίστευε στον κομμουνισμό αλλά δεν τα πήγαινε καλά με το ΚΚΕ. Έλεγε κάτι για τον Πλουμπίδη. Τον Δεκέμβρη του 1944 τον θεωρούσε έγκλημα του αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, του αντιβασιλέως. Ο παππούς μου όμως κλονίστηκε με τον Γιαρουζέλσκι. Όταν πια έμαθε το 1989 για το έγκλημα στο Κατίν αποκήρυξε τον κομμουνισμό: «χίμαιρα ήταν». Μετά οχτώ χρόνια πέθανε.

Μεταξύ Γιαρουζέλσκι και 1989, ο παππούς μου μου αγόραζε βιβλία Σοβιετικών μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ένα λεγόταν «Ένα καταπληκτικό αγόρι», μετάφραση Ζωρζ Σαρρή, η ιστορία του Σέργιου Δοχίεβιτς, που είναι ένα ανδροειδές-ρέπλικα και ζει στον σοβιετικό πρώιμο 21ο αιώνα της υψηλής τεχνολογίας. Ένα άλλο, δε θυμάμαι, κάποιου Ιβάν Ίλιν νομίζω, με έκανε να ενδιαφερθώ πολύ για την επιστήμη. Μέχρι σήμερα.

Εγώ διάβαζα για την ΕΣΣΔ. Η σκυθρωπή αχρωμία και ο ολοκληρωτισμός της με απωθούσαν. Κρυφάκουγα ιστορίες, οι γονείς μου δεν ήθελαν να είμαι αρνητικά προκατειλημμένος ούτε απέναντι στους Αμερικάνους, ούτε απέναντι στους Ρώσους. Ο Ριζοσπάστης ήτανε σαν τον Σωτήρα, σαν τη Φωνή Κυρίου: πίστευε και μη ερεύνα, που έλεγαν οι γριούλες. Κρυφάκουγα ιστορίες ότι οι ρωσίδες παιρνόντουσαν για ένα τζιν κι ένα ζευγάρι νάυλον κάλτσες από τους προνοητικούς και εφοδιασμένους τουρίστες που περιηγούνταν την ΕΣΣΔ με την Ιντουρίστ. Στην Κατερίνη το ’82 οι Πολωνοί πούλαγαν οικοσκευές ολόκληρες (ακόμα έχω το μπουφάν κάποιου Πολωνού, τουπίκλην «πολωνέζα»: ραμμένο για -10 βαθμούς και κάτω) αν πλήρωνες σε δολάρια. Όταν ήρθε από την Τασκένδη ο θείος ο Γιακούλης το ’83, δεύτερος ξάδερφος της μάνας μου, κοίταγε τα ψυγεία στο χωριό με δέος που αρμόζει στον πιθηκάνθρωπο που ατενίζει τον μονόλιθο του 2001.

Αλλά ήτανε, λέει, καλύτερα στην Κομμούνα παρά να είσαι μαύρος στην Αλαμπάμα και τον Μισσισσιπή. Ή από το να είσαι μη κομμουνιστής στην Άλμα Άτα και το Φρούνζε. Άλλωστε σε όλα τα καθεστώτα, ολοκληρωτικά, δημοκρατικά, χουντικά κι αμερικάνικα, μόνον όσοι δεν κάθονται στ’ αυγά τους υποφέρουν. Κι εμείς, εμείς που δεν ξέρουμε και ποιοι είμαστε, έτσι κι αλλιώς ούτε Αμερική ούτε Ρωσία θέλαμε: Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Σουηδέζες ξανθές κι εύκολες ζητάγαμε.

Το 2013 διαβάζω κείμενα στο φέισμπουκ, σε μπλογκ (δε λέω ποιων) και με τρόπο παλιομοδίτικο αναρωτιέμαι πώς γίνεται τέτοια κείμενα να δημοσιεύονται στα σοσιαλμήντια για να τα δουν πάνω κάτω μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια. Πώς γίνεται, αναρωτιέμαι παλιομοδίτικα, να μην τυπώνονται σε εφημερίδες, ώστε να διαβαστούν από χιλιάδες. Μετά θυμάμαι τα σαμιζντάτ, που έβγαιναν στον πολύγραφο και ξύπναγαν συνειδήσεις (οι συνειδήσεις είναι σχεδόν εκ φύσεως ναρκοληπτικές: επιβιώνεις ευκολότερα έτσι).

Με τα σαμιζντάτ των σοσιαλμήντια θα απαλλαγούμε κι εμείς από την δυστοπία που ζούμε, με κάτι κείμενα που διαβάζουν μια χιλιάδα ζευγάρια μάτια — αλλά το καθένα θα φτιάξει, λέει, κι από ένα συγκρότημα.

Το μόνο που θα με απασχολούσε αν είχα γιο θα ήτανε να του εξηγήσω πώς γίνεται στα 2013 να κυνηγάει τους τσιγγάνους η ωραία Ελλάς και να μαντρώνει στις Αμυγδαλέζες όσους δεν πνίγονται στο Αιγαίο και δεν ανατινάζονται στα ναρκοπέδια του Έβρου. Για όλα τα άλλα, κάτι θα βρω να πω — όπως μου έλεγε ο παππούς για τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό.

Η ζωή στο χωριό

Η απότομη, απείθαρχη κι επίμονη ροπή του πόθου και της επιθυμίας τιθασεύεται με το χαλινάρι της εκλογίκευσης. Η ομαλή κίνηση του επιχειρήματος ανακόπτεται με την κατραπακιά της ψυχολογικοποίησης.

***

Επί οκταετία παρατηρώ την ανάγκη για καθαρότητα παντού, την οποία κατα καιρούς εκφράζουνε πολλοί εδώ μέσα, σ’ αυτό το μικρό-χωριό-κακό-χωριό των σοσιαλμήντια. Επίσης παρακολουθώ το κόλλημα πολλών με την άκαμπτη και σιδηρά συνέπεια, πολλών που δεν αφήνουνε στους άλλους περιθώρια να χαλαρώσουν, να παίξουν ή να χαβαλεδιάσουν, να γίνουν αυθόρμητοι ή και προπετείς. Έχω τέλος κατά νου τη διαρκή και ανακυκλούμενη διερώτηση για τα ψυχολογικά κίνητρα των άλλων, που εκφράζεται και μέσα και έξω από τα σοσιαλμήντια: γιατί ο δείνα κινείται; γιατί ο τάδε γράφει (έτσι); γιατί ο χι ανεβάζει τέτοια; γιατί ο ψι ακκίζεται; γιατί ο λεγάμενος κοινοποιεί; Εντοπίζω επανειλημμένα την ετοιμότητα και προθυμία να βλέπουμε παντού φαυλότητα, μικροψυχία και χυδαιότητα, να φανταζόμαστε συμμορίες και κλίκες, συνωμοσίες και παράλληλες καμπάνιες. Συναντώ συχνά την ψευδοασκητική απαξίωση της πολύ ανθρώπινης ανάγκης για αποδοχή, μιας ανάγκης που συχνά λοιδωρείται ως «ναρκισσισμός».
 

Ο ναρκισσισμός είναι ψυχολογίστικη κι ηθικολογική αναλυτική κατηγορία, δεν εφαρμόζεται όταν μιλάμε για κοινωνικά φαινόμενα και κοινωνικές διαδικασίες. Το κρίσιμο χαρακτηριστικό των σοσιαλμήντια είναι η δυνατότητα αυτοέκδοσης (έστω και σε επίπεδο τσιτάτων, φατσουλών και γατοφωτογραφιών) και μιας κάποιας δημόσιας αυτοέκφρασης. Αυτό το χαρακτηριστικό τα καθορίζει και όχι τα όποια ψυχολογικά κίνητρα πίσω από την αυτοέκδοση και την αυτοέκφραση, λ.χ. ναρκισσισμός, υποκατάστατο ψυχοθεραπείας, μοναξιά, φιλοδοξίες (ακυρωμένες ή μη), ελαφρά μέθη, ζαβή μέρα στη δουλειά, πονόδοντος κτλ.

Επαναλαμβάνω: το «ναρκισσισμός», εκτός από ηθικολογικό κι απαξιωτικό, είναι και άκυρο σαν αναλυτική κατηγορία όταν ξεκινάμε να μιλήσουμε για κοινωνικές συμπεριφορές. Είναι σαν να περιγράφεις φαγητά με ζωγραφικούς όρους: ίσως έχει την πλάκα του, όμως ούτε σε βοηθάει να κατανοήσεις τίποτε ούτε, πολύ περισσότερο, ερμηνεύει τίποτα. Όποιος θέλει να ερμηνεύει συμπεριφορές εξ αποστάσεως και να ετάζει νεφρούς και καρδίας ενώ διαβάζει μαντικώς τοίχους στο φέισμπουκ («μανή θεκέλ φάρες» κι έτσι), ας πάει να το σπουδάσει το πράγμα. Αλλιώς, καλό είναι να μην παίρνει κανείς ούτε το ίδιο το μέσο (τα σοσιαλμήντια) ούτε την ίδια του την εικόνα-περσόνα πολύ στα σοβαρά. Και εδώ όπως και στον έξω κόσμο ισχύει η συμβουλή να μη μας καταπίνει η σοβαροφάνεια, να μην παίρνουμε πολύ στα σοβαρά τον εαυτό μας: ας αφήσουμε τη δουλειά αυτή στους άλλους.

Η μομφή του ναρκισσισμού ή της «ανάγκης» δεν είναι η μόνη, βεβαίως. Άλλη δημοφιλής αναλυτική προσέγγιση της συμπεριφοράς του συντρόφου σοσιαλμηντιαζόμενου είναι ότι «ψάχνεται». Διότι, ως γνωστόν, στον κόσμο που ζούμε είναι ασύγγνωστο να ψάχνεσαι για γκόμενα ή γκόμενο. Είναι πολύ προτιμότερο να ερίζεις, να νιαουρίζεις, να πουλάς μυαλό κι ανωτερότητα, να κηρύσσεις από καθέδρας, να εκδίδεις auto-da-fé, να ψέγεις αμενσιότως, να περιφέρεις το τίποτα ή το κάτι σου. Αρκεί να μην ψάχνεσαι.

*** 

Ακόμα και τώρα, ιδίως τώρα, όσον αφορά τα ερωτικά μας ήθη, είμαστε ουσιαστικά παγιδευμένοι σε μια χαράδρα. Το ένα της τοίχωμα ορίζεται από την αγροτοποιμενική και πατριαρχική ευπρέπεια, την ιδιοκτησιακή αντίληψη της ερωτικής σχέσης, τη δήθεν υψηλοφροσύνη της στέρησης, το διαφέντεμα του γυναικείου κυρίως σώματος. Το απέναντι τοίχωμά της δεν είναι άλλο από την ελευθεριάζουσα ηθική των φαλλοκρατών αστών, που αποσκοπεί να εξασφαλίσει και τα ερωτικά προνόμια και τη χωρίς συνέπειες απόλαυση των (αστών) αντρών. Στη μέση της χαράδρας κυλάν ορμητικοί και γάργαροι οι γνωστοί μεγάλοι ιδεασμοί που ταυτίζουν έρωτα με αγάπη, οικογένεια με σχέση, έρωτα με σχέση, αξιοπρέπεια με αποχή κτλ. Ερωτική ελευθερία δεν έχει υπάρξει ακόμα: συνεχώς μας ζητάνε να επιλέξουμε διαζευτικά, να απαντάμε σε διλήμματα: είμαστε ακόμα στο είτε είτε.  Η ερωτική αυτοδιάθεση ανεξαρτήτως έκβασης (π.χ. συνειδητή αποχή, άρνηση σχέσης, διακριτική πολυγαμία, μονογαμική αφοσίωση — ή ό,τι άλλο), κερδίζεται μόνον από όσους είναι διατεθειμένοι να σκαρφαλώσουν έξω από τη χαράδρα, ή να την περπατήσουνε μέχρι τη θάλασσα.

Επιτέλους σαράντα!

Στα 20 ήθελα να μάθω τον έρωτα, ήθελα να μάθω γενικώς.

Στα 30 ήμουν πια άντρας και ήθελα να είμαι ελεύθερος, ήθελα να γίνω ο εαυτός μου.

Απόψε που σαραντίζω ξέρω ότι είμαι πια ο εαυτός μου. Ξέρω δηλαδή και ότι ο εαυτός μας χτίζεται δυναμικά και διαλεκτικά — και αδιάκοπα: μέσα από τη διαχείριση της εμπειρίας, μέσα από την έκπληξη, μέσα από ό,τι αναδύεται από τον βυθό του ασυνειδήτου, μέσα από πάθη και πείσματα αλλά και μέσα από «τα σκάγια και τα βέλη μοίρας εξωφρενικής».

Υγεία, καύλα και φτου ξελευθερία σε όλους.

Αντρέι Ρουμπλιόφ

Διάβασα αυτό.

Είναι πια με σαφήνεια ιχνογραφημένο το τοπίο:

Η «θεωρία των δύο άκρων» παγιώνεται σε δόγμα πρακτικής πολιτικής σκέψης. Η ηθικολογία κάθε απόχρωσης καθορίζει πια την πολιτική αντίληψη και πρόσληψη όπως και την αυτοεικόνα μας, συλλογική αλλά και ατομική.

Η συμμαχία ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, τα ΜΜΕ, οι καθεστωτικοί γραφιάδες (δεν μπορώ να τους πω και ‘διανοούμενους’ πια) και οι εργολάβοι-εφοπλιστές εμφανίζουν τη μεγιστη δυνατή συσπείρωση. Όσοι νόμιζαν ότι θα συγκινηθεί κανείς από αυτούς (και δη οι γραφιάδες) από το θέαμα ριζικής ανθρωπιστικής καταστροφής που παρουσιάζει πλέον η χώρα, ήταν ή αφελείς ή ανιστόρητοι, μάλλον το δεύτερο.

Η προσφυγή στην αντιστασιακή βία, μαθαίνουμε, δεν προσιδιάζει στις δημοκρατίες. Αναρωτιέμαι αν πράγματι θεωρούν όσοι το λένε αυτό ότι στην Ελλάδα έχουμε πια δημοκρατία, και δη δημοκρατία πούρα και γρηγορούσα, στην οποία δε χωράν αντίσταση και βία.

Η εξαθλίωση είναι ικανή να κατεβάσει τον κόσμο στους δρόμους, όχι ο αυταρχισμός. Άλλωστε στην Ελλάδα ιστορικώς ο αυταρχισμός ταυτίζεται με την ασφάλεια. Εξαθλίωση παντού: κανονικά λοιπόν θα έπρεπε να είμαστε στον έκτο ή έβδομο μήνα ταραχών κι εξέγερσης. Αλλά τίποτα.

Και καταλαβαίνει κανείς (ξανά και ξανά και ξανά και ξανά) τι ρόλο βάραγε η ναζιστική συμμορία: «Την είχαν μόνο για τη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση (το πρώτο και πιο επικίνδυνο κύμα της λαϊκής οργής μετά το μνημονιακό πραξικόπημα), και για λίγους μήνες μετά, για να μην κεφαλαιοποιήσει ο ΣΥΡΙΖΑ την άνοδό του», λέει ο Γιαννόπουλος. Και γι’ αυτό αλλά και για να πέσουν οι τιμές στο τετράπλευρο Ηπείρου-Λιοσίων-Κάλλαρη/Καραβία-Πατησίων. Και για να συγκεντρωθεί ο έλεγχος του υποκόσμου στα χέρια ‘δικών μας παιδιών’. Και για να ξεκαθαρίσουν παντοειδείς λογαριασμοί. Και για να χτυπηθούν οι καταλήψεις, και η πολιτική αντικουλτούρα γενικά.

Για τα υπόλοιπα, και δη για τον παθητικό ρόλο της αριστεράς και για την ανάγκη της να μη στενοχωρήσει κανέναν, προτιμώ να μη μιλήσω. Υπάρχει άλλωστε και το πασίγνωστο κλισέ με τις καλές προθέσεις ως οδόστρωμα του δρόμου για την Κόλαση. Τουλάχιστον εκείνος ο δρόμος δεν είναι σαν τον Πάτρα-Κιάτο.

Κι όμως, πρέπει να συνεχίσουμε να ζωγραφίζουμε εικόνες και να φτιάχνουμε καμπάνες. Ιδίως τώρα.

Αυτοδιάθεση

Μετά από τις τόσες αλλεπάλληλες ενηλικιώσεις, έρχεται και η ώρα της δεύτερης νεότητας: δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Κατέβηκα στην παλιά πόλη με κοντομάνικο και ενιωσα την ψύχρα, ψύχρα για πρώτη φορά εδώ και μήνες. Κάθησα σ’ ένα παγκάκι. Λίγο οι λιγοστοί διαβάτες α λα Ντε Κίρικο, το λιγοστό φως Ντελβώ — ήτανε σαν μέσα σ’ όνειρο. Κι όμως, λυκαυγές: η ζωή αρχίζει ξανά σε λίγο.

Δύο χρόνια πριν πέρναγα τη γέφυρα της Φρίντριχστράσε πάνω από τον Σπρέε τραγουδώντας, φάλτσα βεβαίως, έναν από τους προσωπικούς ύμνους μου. Ήξερα ότι ζούσα σ’ ένα όνειρο, αλλά χαμογελούσα ούτως ή άλλως. Ήμουν ελεύθερος, ήμουν ευτυχισμένος, η ζωή ξανάρχιζε.

Το κρύο λειτούργησε ευεργετικά, που λένε. Λαμπεντούζα. Ουαλίντ Τάλεπ, ο άνθρωπος που αλυσόδεσαν και βασάνισαν ο φούρναρης της Σαλαμίνας και η παρέα του — και τώρα απελαύνουν. Τα νέα που δεν κυκλοφορούν. Οι αδιάφοροι του Γκράμσι. Η χώρα που κάθε μέρα λιγοστεύει, αν και εδαφικώς πάντοτε ακέραια: δεν παραχωρήσαμε ούτε σπιθαμή κτλ. κτλ. κτλ.

Η πατρίδα μου είναι σάπια. Μυρίζει σαν ζωντανός σωρός σκατών και πύου. Η γάγγραινα του εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας έχει μολύνει σχεδόν τα πάντα, έχει κακοφορμίσει εδώ και καιρό.

Ελευθερία. Αυτοδιάθεση. Λυκαυγές. Το κρύο ερεβώδες σκοτάδι (κνέφας το λέγαν οι αρχαίοι), πριν το λυκαυγές.