Μ.Α.
θα πεθάνετε όλοι
από τη ζέστη κι από τη δίψα
θα σας πιει τον ιδρώτα ο ήλιος
το κυκλοδίωκτο τέρας των ουρανών
θα σας στραγγίξει η δίψα
που ξεγελάτε με μπύρες ντόπιες.
Θα πεθάνετε όλοι
από την καύλα
κι από την κοροϊδία
κι από τις ματαιώσεις
και από την ευπρέπεια.
Θα πεθάνετε
από τη δίψα
από το φαρμακερό χώμα που εισπνέετε
και λέτε ‘σκόνη’
κι έχει σοβατίσει τα πλεμόνια σας
από μέσα.
Θα πεθάνετε όλοι
περιμένοντας λεφτά
περιμένοντας τους άλλους
καρτερώντας μέρα νύχτα.
Αλειμμένοι λίπη κρεατένια
από μέσα
και απ’ έξω
μαραγκιασμένοι και στεγνοί.
Θα στεγνώσετε και θα στραγγίξετε και θα καρανιάσετε
θα στραγγίξετε και θα στεγνώσετε και θα αποξηρανθείτε
σα λείψανα ολόσωμα κι άφθαρτα και σταφιδιασμένα.
Δε θα περπατάτε, δε θα μιλάτε, δε θα γαμάτε καν
αν και με τόσα μπούτια λαμπρά, στιλπνά, αγορασμένα.
Γιατί θα έχετε πεθάνει
όλοι.
Από τη ζέστη, από τη δίψα, από τη σκόνη.
Εκεί στην άκρη της ερήμου.
Μη ρωτάς πώς περνάω
Παλιά, πολύ παλιά, γράφαμε στα μπλόγκια για να εκτονωνόμαστε: δεν είναι τυχαίο που ένα από τα πρώτα ελληνόφωνα μπλογκ είχε υπότιτλο «ο πόνος μου σε πίξελ». Αργότερα, πολλοί την είδαμε δημοσιογράφοι (με πηγές από δεύτερο και τρίτο και τέταρτο χέρι) και επιδραστικοί γνωμογράφοι, αν και ο καθένας μας είναι λιγότερο επιδραστικός από την Εστία και μία τάξη μεγέθος λιγότερο επιδραστικός από την Ελεύθερη Ώρα).
Ας εκτονωθώ κι εγώ λοιπόν.
Πήγα έναν νεοφερμένο συνάδερφο για καφέ. Αφού συζητήσαμε θέματα της δουλειάς και σχολιάσαμε ζητήματα επιβίωσης του κλάδου — σας υπενθυμίζω ότι είμαι αγγειοπλάστης — ο νεαρός συνάδερφος, που μόλις έφτασε από το Ηνωμένο Βασίλειο όπου το Κοινοβούλιο είναι ένα μπουρδέλο άνευ κομματικής πειθαρχίας, έκανε την αναπόφευκτη ερώτηση:
«Περνάς καλά εδώ;»
Διστάζοντας απάντησα: «I’ve hated every single minute of it».
Πίσω από το φυτό που με χώριζε από τον διπλανό καναπέ ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή:
«Και γιατί δε φεύγετε;»
Ο γενειοφόρος φορέας της τσιριχτής φωνής, με τα χέρια που κρατούσαν το τάμπλετ να τρέμουν, προσπάθησε να βρει το βλέμμα μου. Του το αρνήθηκα μέχρι το τέλος: ελάχιστη άμυνα απέναντι στην αδιακρισία. Χωρίς να διστάσω — άλλωστε έχω ακούσει εκατοντάδες φορές αυτή την ερώτηση — του είπα:
«Γιατί αγαπώ τη δουλειά μου.»
«Αντιλαμβάνεσθε ότι το ‘hate’ είναι πολύ βαρειά κουβέντα;»
«Έτσι αισθάνομαι. Σκεφτήκατε ότι μπορεί να φταίω εγώ και όχι ο τόπος σας;»
Και συνέχισα τη συζήτηση με τον συνάδερφο.
Ηθικό δίδαγμα; Ουδέν. Οξυδερκής παρατήρηση που να γενικεύεται στην κοινωνία, στη νοοτροπία, στο Zeitgeist ή που να οδηγεί σε κάποια εμβριθή διαπίστωση για τους μικρούς τόπους; Ουδεμία. Αφόρμηση για κοφτερό χρονογράφημα Τριανταφύλλου-Χωμενίδη-Τατσόπουλου-Θεοδωρόπουλου-Δοξιάδη-Κανέλλη; Ουδεμία.
Χωρίς να το θέλω ιδιαιτέρως, έχω ζήσει πολύ και έξω από το αστραφτερό θωρακισμένο καβούκι του εγώ μου και έξω από το τσίγκινο στέγαστρο της καταγωγής μου, εθνικής και ταξικής, ώστε να ξέρω ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι και δε γουστάρουνε να κακολογείς τον τόπο τους.
Μα μία γενίκευση; κάτι; ένα take-home συμπέρασμα, ρε αδερφέ; Κατιτίς;
Αυτό: «μη ρωτάς πώς περνάω«.
[Η αράχνη στον Υπόγειο]
Ελένη
με κάθε σεβασμό στην κυρία Π. Ρεβενιώτη, που είναι ένα Κίνημα από μόνη της
Για λόγους που δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε, και προσωπικούς και αρχών, το ενδεχόμενο βομβαρδισμού της Συρίας κάθε άλλο παρά με ενθουσιάζει, και ας έχω γνώση πόσο αδίστακτος σφαγέας και πανάθλιος τύραννος είναι ο υιός Άσαντ.
Αφορμή να γράψω σήμερα είναι το κύμα μισανθρωπίας που μας πνίγει, ήδη από όταν αυτοκτόνησε ο Δημήτρης Χριστούλας. Βλέπω στα σοσιαλμήντια τη μεταθανάτια σκύλευση του Μιχάλη Ασλάνη (μέχρι και οι χιμπατζήδες, μαθαίνω, σέβονται τους νεκρους τους). Παρακολουθώ και στην Ελληνική Νοηματική θριαμβολογίες για το ότι τα σώματα ασφαλείας επιχειρούν ανεμπόδιστα στα Εξάρχεια· άλλωστε — λέει — πρόσφατα μπήκανε και στο Πολυτεχνείο και μάζεψαν το αχούρι, χρόνια — λέει — είχανε να μπούνε στο Πολυτεχνείο (40 περίπου, ε;). Θυμάμαι τον Θανάση Καναούτη και την «αψυχολόγητη» ενέργειά του να πηδήξει από το τρόλεϊ, από τον κλωβό Φαρανταίυ μέσα στον οποίο η βία που προερχόταν από τον Ιαβέρη της νομιμότητας κεφαλοκυνηγών απαιτούσε τα χρεωστούμενα κέρματα όπως ο Βαρκάρης της Αχερουσίας.
Αλλά δε θα γράψω για αυτά. Ούτε για την καταστροφή της εργατικής νομοθεσίας, της Υγείας και της Παιδείας, που θα χρειαστούν δεκαετίες για να ξαναχτιστούν, αν βεβαίως το επιτρέψει ο Σκαιός Αιώνας που ‘ρχεται. Ούτε για τις μεταρρυθμίσεις-ξεπούλημα των πάντων. Ούτε για το σχέδιο να αντικατασταθεί κάθε εκπαιδευτικός των 1200 ευρώ με δύο ακόμα πιο εξαθλιωμένους, και άρα πειθήνιους, των 600 ευρώ, για να διδάσκουνε πέντε ώρες Αρχαία στο χωλό, τυφλό, ραιβό, ψωραλέο σχολείο των μαζών — όσο οι ελίτ θα ετοιμάζονται για σπουδές και καριέρες και ταξίδια στην Ευρώπη του Ωσμάν και των ιστορικών κέντρων και των καλών συνοικιών, όπου όλα είναι καθαρά και οι άνθρωποι δεν είναι ζώα.
Αλλά ούτε για αυτά θα γράψω: δεν μπορώ και δεν ξέρω. Θα πω μια ιστορία άσχετη και ξεκάρφωτη. Η μικρή μου αδερφή μού θύμισε πρόσφατα ότι όσο εκείνη προσπαθούσε να μεγαλώσει, η συνύπαρξή μου με τους γονείς μου ήταν ένας διαρκής πόλεμος, ένας δεκαετής καβγάς με διαλείμματα. Μετά έφυγα από το πατρικό και επανεφεύρα τον εαυτό μου ως τον καλό γιο, τον υπεύθυνο κι αξιόπιστο, τη φωνή της σωφροσύνης. Μακριά κι αγαπημένα: να φεύγει το παιδί από το σπίτι όσο πιο νωρίς γίνεται.
Ο πατέρας μου λοιπόν μου θύμισε τις προάλλες το παλιό διαμέρισμα που μέναμε στην οδό Κ. Εγώ τότε θυμήθηκα την Ελένη, μια τρανς γυναίκα που έμενε στο ισόγειο, στο διαδρομάκι πίσω από το γκισέ του θυρωρού και προς τον καυστήρα. Η Ελένη είχε μεγάλα μελαγχολικά μάτια και κορακί μαλλιά. Το κουδούνι της έξω έγραφε μόνο ΕΛΕΝΗ. Μια μέρα λοιπόν χτύπησε την πόρτα μας στον τέταρτο η κυρία Π, η διαχειρίστρια. Συζητούσε χαμηλόφωνα με τον πατέρα μου, που την κράτησε στην πόρτα χωρίς να της πει να περάσει μέσα. Τον άκουσα να λέει «όχι, δεν υπογράφω». Μετά από λίγο έκλεισε την πόρτα.
Γύρισε θυμωμένος στην κουζίνα που καθόμασταν, εγώ πρέπει να έκανα τα μαθήματά μου στο τραπέζι, ήμουν στο δημοτικό. Άναψε τσιγάρο (22 αντινικότ — τρέχα γύρευε) και είπε στη μητέρα μου ότι θέλουνε να διώξουν αυτή στο ισόγειο και μαζεύουν υπογραφές. Η μάνα μου αναρωτήθηκε γιατί ζητούν και από εμάς, που ήμασταν ενοικιαστές, να υπογράψουμε, «α, έτσι είναι ο κανονισμός». Ο πατέρας μου με υψωμένη τη φωνή (σπάνιο, πολύ σπάνιο) είπε ότι δεν τον νοιάζει ποιος είναι ο άλλος, πώς ζει και τι κάνει ο καθένας, ότι δεν πρόκειται να βάλει την υπογραφή του να πετάξουνε στον δρόμο έναν άνθρωπο που δεν του έφταιξε σε τίποτα. Η μητέρα μου, διστακτικά, είπε ότι δεν είναι δυνατόν να διώξουνε την κοπέλα στο ισόγειο μόνο και μόνο επειδή εκδίδεται (ήμουν μπροστά κι εγώ). Η απάντηση την εξέπληξε: «α δεν είναι αυτό, σιγά: είναι επειδή είναι τραβεστί«. Η μάνα μου κοίταξε κατάπληκτη. Ο πατέρας μου συνέχισε ότι «αυτή η βλαμμένη η Π. μου είπε μέχρι κι ότι πρέπει να υπογράψω γιατί έχω μικρά παιδιά και γιο, κι εγώ της είπα –» και μετά σταμάτησε, αναλογιζόμενος πόσο αντιπαιδαγωγική ήταν η σκηνή που έτρεχε μέσα στην κουζίνα της οδού Κ. Τράβηξε μια τζούρα και πρόσθεσε ότι δεν υπογράφει και να κόψουν όλοι τον σβέρκο τους. Η μάνα μου απλώς αναρωτήθηκε τι τους νοιάζει και γιατί βάλθηκαν να πετάξουν την κοπέλα στον δρόμο κι ότι δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, και τι της ήρθε της κυρίας Π. στον τρίτο να κάνει κουμάντο στο ποιος μένει στο ισόγειο, άλλωστε αυτή χήρα είναι και μένει μόνη της κτλ.
Πιθανότατα κι άλλοι δεν υπέγραψαν, πάντως η Ελένη έμεινε στην ισόγεια γκαρσονιέρα στο διαδρομάκι πίσω από το γκισέ του θυρωρού και προς τον καυστήρα. Την βλέπαμε αραιά και πού, σε αυτές τις σύντομες συναντήσεις στην εξώπορτα. Μετά φύγαμε από την οδό Κ.
Α-θή-να
Πέρασα μεγάλο μέρος της εφηβείας μου ανεβοκατεβαίνοντας την Κηφισίας με λεωφορεία, με ταξί και με τα πόδια. Αν και ποτέ δε συμπάθησα τα τέρατα του Babis Vovos, που τότε ανεγείρονταν το ένα μετά το άλλο προς γενικό θαυμασμό ολόκληρης της αμφικτυονίας των ΒΠ, για μένα η Κηφισίας ήτανε πρότυπο λεωφόρου και το Ψυχικό πρότυπο συνοικίας — αν και βεβαίως σαρωτικά μη ρεαλιστικό πρότυπο. Αλλά τότε πίστευα σε άπιαστα ιδανικά και ακολουθούσα πλατωνικά πρότυπα και γενικά δεν ήξερα πού μου παν τα τέσσερα.
Πρωτοείδα τη Λεωφόρο Σχιστού το 1997. Μου προκάλεσε θλίψη και απέχθεια που ακόμα δεν έχουνε καταπραϋνθεί αποτελεσματικά. Μου φάνηκε ένα ελεεινό γραμμικό τοπίο βρωμιάς και αθλιότητας: με ένα καινούργιο νεκροταφείο που όλοι οι πενθούντες μισούσαν, μη θέλοντας να πετάξουν τον άνθρωπό τους στα νταμάρια, με ένα υπαίθριο παζάρι τίγκα στα κλεψιμέικα, με σκουπίδια και με το άλλο όνομά της, με ένα μοναστήρι και κάτι ασυνάρτητες πινακίδες.
Αυτές τις μέρες γύρισα πολύ στο λεκανοπέδιο. Δεν ξέρω αν το λεν ακόμα «λεκανοπέδιο». Μπαίνοντας από τη Λεωφόρο Σχιστού, καθώς πλησίαζα προς το τέλος της, είδα από μακριά τα πρίσματα των πολυκατοικιών στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα. Η σύνθεση που έφτιαχναν με έπιασε σχεδόν στον ύπνο. Πριν τα αναγνωρίσω, πριν πω «α, πολυκατοικίες», απλώς είδα μια σύνθεση από πρίσματα στο φως του απομεσήμερου. Ήταν όμορφα, με την αισθητική έννοια. Μια αρμονική σύνθεση, άψογη φόρμα με κυματισμό κι ενδιαφέρον. Τοπίο σαν αυτά που οι άνθρωποι φτιάχνουμε από τον καιρό του Μοχέντζο Ντάρο έως τη Ντεφάνς. Μετά σκέφτηκα «πολυκατοικίες, Κερατσίνι, Δραπετσώνα» και όλα τα σχετικά αντανακλαστικά πυροδοτήθηκαν. Αμέσως μετά όμως σκέφτηκα: «τι ομορφότερο έχουν οι στέγες του Παρισιού ειδωμένες από το Μονπαρνάς; ή — πολύ περισσότερο — το Λόουερ Ηστ Σάιντ όταν το κοιτάς από ψηλά;» Η αναπάντεχη απάντηση: «Τίποτε μα τίποτε απολύτως».
Ξαναθυμήθηκα και σκεφτόμουν αυτή την εικόνα, τις πολυκατοικίες στο Δραπετσίνι, φεύγοντας σήμερα από την σκιερή Κηφισιά, που την έχουνε πια γεμίσει μωλ και μικρομώλ, κάτι ξένα σώματα χλιδομαγκιάς που γράφουνε σαν πλατίνες σε ακτινογραφία. Κατεβαίνοντας την Κηφισίας, έστριβα νοερά προς τα Μελίσσια, τα Μαρούσια και τα Χαλάνδρια των φίλων. Αλλά σωματικά προχώραγα ευθεία προς Αθήνα. Είδα τα επιπλάδικα στο Μαρούσι και τον συγκροτημένο ολυμπιακό ερειπιώνα, αγνόησα τους σκελετούς ιχθυόσαυρων, απομιμήσεις Καλατράβα, αγνόησα και το Βωβαριό. Είδα τη σημαία των Εμιράτων και του Κατάρ, χλιδερών αυταρχικών κηλίδων στο απατηλά αστραφτερό πάτωμα του free world. Είδα τότε σαν σε όραμα να μου αποκαλύπτεται η σύνθεση των πρισμάτων καθώς κατεβαίνω τη Σχιστού και αισθάνθηκα πως δε θα χρειαζόμουν καμμία άλλη πόλη στον κόσμο, αν αυτή εδώ είχε λίγα δέντρα παραπάνω (επειδή αγαπώ εγώ τα δέντρα, όχι για καλλωπιστικούς λόγους), αν είχε λιγότερο θόρυβο και λιγότερα σκουπίδια. Αμέσως επιτίμησα τον εαυτό μου που χαριεντίζεται με διανοητικά γουσταρλίκια τύπου «μία, μία, μόνο μία και στον κόσμο καμμία άλλη». Ήδη πέρναγα το Γηροκομείο όμως, οπότε ξανάμπαινα στην πόλη όπως την ξέρω, που εγώ θα λέω πάντα σπίτι μου και καύλα μου. Αν όχι και έρωτα μεγάλο. «Αθήνα», σκέφτηκα.
Συναισθηματικά αυτοδίδακτος
Με αφορμή αυτό το ωραίο κείμενο ξανασκέφτηκα τη μαλακία. Από τη μαλακία πήγα στην éducation sentimentale μου: αναμενόμενο.
Εφηβεία, λοιπόν. Αφού λάβουμε υπόψη ότι «intimate revelations of young men […] are usually plagiaristic and marred by obvious suppressions».
Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού μάλλον έβλεπα πολλές αμερικάνικες ταινίες με τηνέιτζερ και με γυμνάσια που έχουνε φοριαμούς στους διαδρόμους και κλειστά γήπεδα μπάσκετ. Συνεπώς, στο ερωτόληπτο μυαλό μου (θα μιλήσουμε για το υπόλοιπο σώμα πιο κάτω), το Γυμνάσιο ήταν ένας κήπος με γλωσσόφιλα, με κορίτσια που μυρίζουν ωραία, ένας παραδεισούλης. Επίσης, το Γυμνάσιο θα ήταν και Σχολείο: ενδιαφέρουσες συζητήσεις, διαφορετικοί καθηγητές για κάθε μάθημα, επιτέλους Φυσική. Η απογοήτευσή μου τις πρώτες μέρες ως μαθητής γυμνασίου ήτανε θεαματική: ήτανε σαν να είχα γυρίσει στην έκτη δημοτικού, με εξαίρεση την έκτοτε ισόβια κολλητή μου, τη Σ. Μόνο στο πανεπιστήμιο θα ξαναπάθαινα τέτοια βροντερή απογοήτευση.
Εγώ πάλι, μάλλον ήμουν από τα ανεπτυγμένα παιδιά. Δεν ξέρω πόσοι άντρες εδώ μέσα νοσταλγείτε την εφηβεία — εγώ καθόλου. Η φωνή μου έσπασε ήδη στη Β’ Γυμνασίου, στην οποία η καταπληκτική καθηγήτρια μουσικής με έβαλε πίσω πίσω στη σχολική χορωδία γιατί «ήδη μεταφωνίστηκες κι ακούγεσαι σα φύλαρχος». Συνέχισε να κατεβαίνει η φωνή μου μέχρι και τη Γ’ Λυκείου. Ενδιάμεσα άλλαξαν τα μαλλιά μου, η μύτη μου έγινε αυτό που είναι σήμερα, τα πεταχτά αυτάκια στις παιδικές φωτογραφίες έγιναν απλώς πεταχτά αυτιά. Εκπαιδευμένος από τη σχετική βιβλογραφία, ήξερα τι να περιμένω, όμως δε μου συνέβαινε τίποτα. Όσο μου άρεσε η ιδέα του έρωτα, όσο πάθαινα puppy love με τη Ζάνα και την Έλενα, τόσο δεν είχα ορμές. Ενώ όλοι οι συμμαθητές μου την έπαιζαν επιμελώς και συζήταγαν τα αποτελέσματα των κόπων τους και αγόραζαν τσόντες (ΣτΣ: τότε οι τσόντες ήτανε περιοδικά και τα αγόραζες ή, μάλλον, σου τα αγόραζαν), τόσο εγώ τίποτα: ασέξουαλ. Ήταν η έλλειψη ορμών, ήταν η αναλλοίωτη αιδημοσύνη μου και το «τι θα πει ο περιπτεράς / απέναντι / ο τρέχα γύρευε», οι υπαινικτικές ενοχές κατηχητικού; Ίσως να ήταν και το πόσο μπλιαχ ήταν οι τσόντες τη δεκαετία του ’80, σκέτη αηδία: η Μπόνι Τάιλερ να πηδιέται με τον Νικ Ρόουντς σε ντεκόρ μεταξύ Δυναστείας και βίντεο κλιπ του Μπράιαν Φέρρυ. Είχανε κάτι το ενοχλητικά απωθητικό οι τσόντες όταν ήμουν μαθητής, αντίθετα με την αρτιστίκ σπιτικιά πόζα της δεκαετίας του ’70, την εξωπραγματική εξωγήινη χορογραφία των εκτοπλασμάτων της δεκαετίας του ’90 και την αναρχική πολυποίκιλη ανθρωπίλα της εποχής του ίντερνετ και της πραγματικά σπιτικής τσόντας.
Τέλος πάντων, η ώρα της πρώτης μαλακίας ήρθε στα 17, μετά από μια μάλλον βαρετή τσόντα που είδα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα στο θρυλικό κανάλι του ψησταριά Λεωνίδα, το ΙΤΑ8. Έκτοτε άρχισαν τα βάσανα. Κατ’ αρχάς, η μαλακία δε μου άρεσε ποτέ: ναι, ξέρω ότι οι σεξ θέραπιστς λένε ότι δεν είναι υποκατάστατο αλλά ακόμη μία έκφραση της σεξουαλικότητάς μας, μπλα μπλα μπλα, αλλά μαλακίες λένε. Για μένα, τουλάχιστον. Βάσανα, λοιπόν: έλεγα ότι θα κοπεί η μαλακία όταν ξεπαρθενιαστώ. Μπα. Μετά έλεγα ότι θα κοπεί όταν κάνω μόνιμη σχέση. Μπα. Μετά, όταν θα συγκατοικήσω. Ύστερα από τρεις μήνες συγκατοίκησης μου, ζητήθηκε να αραιώσω τους ρυθμούς, οπότε, μοιραία, πάλι στις μαλακίες κατέληξα. Εκεί, ας πούμε, έγινα άντρας: σιδερώνοντας πουκάμισα και συνειδητοποιώντας ότι από τη μαλακία δε θα απαλλαγώ ποτέ, ότι όλοι μαλακιζόμαστε. Όλοι. Ναι, το λέω και κυριολεκτικά εδώ.
Μεταξύ της πρώτης μαλακίας και του πρώτου έρωτα μεσολάβησαν δύο χρόνια. Ακόμα και τώρα τα θυμάμαι όχι σαν δύο χρόνια αλλά σαν καμμιά δεκαριά. Απολύτως μαύρα χρόνια: όλη η σαχλή στρεσσαρισμένη κατάθλα της εφηβείας, όλο το ίμο καρυωτακιλίκι, όλη η πεισιθάνατη καύλα του νέου αντρός με χτύπησαν μαζικά, κατακέφαλα κι αναδρομικά. Κουβάρι ήμουν — δηλαδή πιο κουβάρι απ’ ό,τι συνήθως. Ήμουν απολύτως και κατάβαθα πεπεισμένος εκείνα τα δύο χρόνια ότι θα έμενα εσαεί ανέραστος, μπάκουρος και μόνος (κυρίως αυτό: μόνος). Για πάντα. Αδιαμφισβήτητα. Ήμουν άσχημος. Δεν καταλάβαινα πότε αρέσω σε γυναίκα. Ήμουν ντροπαλός και αμήχανος και πάρα πολύ αντιπαθής και ευδιάκριτος ταυτόχρονα. Τα μαλλιά μου ήταν γελοία. Δεν είχα λεφτά να βγω σ’ ένα ραντεβού της προκοπής. Δεν είχα λεφτά για ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Ήμουν ακόμα παρθένος και οπωσδήποτε θα γινόμουνα ρεζίλι των σκυλιών με το που θα γδυνόμουν μπροστά σε γυναίκα, θα τα έκανα όλα λάθος. Εννοείται ότι δε θα γύριζε καμμιά να με κοιτάξει. Το ευαγές έργο να με νταντεύει εκείνη τη διετία ανέλαβε ο δύστυχος ο Π., που λιγάκι δεν πίστευε ότι τα πίστευα όλα αυτά και γενικά δεν πίστευε στα αυτιά του. Επιπλέον, ο Π. είχε και τα δικά του, με μία από τη Βενεζουέλα, που ήθελε να μου τα εκμυστηρευτεί: ήδη από τότε και νωρίτερα, μου ανοίγουν την καρδιά τους άνθρωποι κοντινοί — τότε έλεγα στον Π. «δε θέλω να βγάζουνε τα σώψυχά τους οι γυναίκες με το που θα με δουν, θέλω τα εσώρουχά τους να βγάλουν», αν και plagiaristic τον παλιό εκείνο τον καιρό κάτι τέτοιο ακουγόταν οριακά πρωτότυπο και βεβιασμένα χαριτωμένο.
Την ημέρα μετά την πρώτη μου φορά, που δεν ήταν η καλύτερη (άραγε είναι ποτέ;), την πέρασα σαστισμένος. Περπάταγα στους δρόμους, παραμιλώντας σαν τον αηδιαστικό Μπενίνι, μπουφόνικα: μονολογώντας «τι έγινε, ρε συ;». Είχα πάθει αλλοίωση και μεταμόρφωση, οριστική. Απλούστατα, δε συγκρινόταν το γαμήσι με τη μαλακία. Ήταν δύο εντελώς διαφορετικές αισθήσεις, εμπειρίες, καταστάσεις. Εντελώς. Δεν μπορώ να περιγράψω τη διάσταση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Δε γίνεται. Δύο γεωλογικές εποχές αργότερα, αυτή η διάσταση παραμένει: ακόμα και το χειρότερο σεξ είναι καλύτερο από την καλύτερη μαλακία. Παραμένουνε τα βάσανα λοιπόν. Παραμένω ερωτόληπτος, τώρα πια και στο επίπεδο των άκρως αισθητών.
Στα σκαλιά του Αρσάκειου

Προχτές αργά επέστρεφα σπίτι. Δηλαδή, λάθος, πήγαινα για 24ώρο μπέργκερ και ένα τελευταίο τζιν μετά από νυχτερινή επίσκεψη. Είχα πολλά κέφια και καλή διάθεση.
Ανεβαίνοντας την άδεια σε βαθμό αντισηψίας Πανεπιστημίου, βλέπω μια φιγούρα να στέκεται σαν αγροφύλακας. Μόνο που δεν μπορούσε να ήταν αγροφύλακας, γιατί στεκόταν στο τέταρτο σκαλί μπροστά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Άχνιζε βαρεμάρα ο άνθρωπος. Τι ώρα να ‘ταν, δύο; Εκεί. Φόραγε το τισέρτ της στολής των ειδικών φρουρών, που τόνιζε την καλοσχηματισμένη του μπάκα. «Μπα, φυλάνε τώρα και το Αρσάκειο», πρόλαβα να σκεφτώ.
Μόλις βρέθηκα μπροστά του, με προφορά πέρα από τον Γαλλικό και τον Λουδία μου είπε:
«Με συγχωρείτε, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;»
Κοίταξα τη στολή, το «Ειδικοί Φρουροί» και θυμήθηκα κάτι χαζά έξω από τo Σέρκους. Δε θυμήθηκα κάτι καθήκια Δελτάδες και Δίες που τριγυρνάνε στη γειτονιά μου και νομίζουν ότι είναι οι Άγγελοι της Κολάσεως, και που πιθανόν και να γίνουν, ούτε δυσάρεστα συναπαντήματα με όργανα: ο άνθρωπος ήτανε φανερά ακίνδυνος. Του ένευσα με τη γνωστή γοργόνεια μουτσούνα, χωρίς να τον κοιτάζω στα μάτια.
«Από την Τρικούπη έρχεστε;»
Η ερώτηση ήταν περιττή, ήμουν το μόνο ζωντανό δίποδο πλάσμα που κινούνταν στην Πανεπιστημίου εκείνη την ώρα κι εκείνος από τον διαλογισμό του βιγλίσματος πρέπει να έβλεπε πλέον μέχρι και τις κατσαρίδες να σουλατσάρουν.
«Προς Θεού, κύριε, δε σας ρωτάω για να σας κάνω έλεγχο.» Σαδιστικά απόλαυσα ένα όργανο της τάξης να δίνει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του. Και να με λέει ‘κύριο’, σε αντίθεση λ.χ. με κάτι δημαριστερούς διευθυντές — αλλά ας το αφήσω αυτό τώρα. «Απλώς έρχεται πολύς κόσμος από εκεί και αναρωτιέμαι αν έχει κανα μπαράκι.»
Τον λυπήθηκα αλλά όχι πολύ. Λέω:
«Δεν ξέρω, τι να σας πω, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι τώρα.»
«Ναι, ναι: δε σας κάνω έλεγχο…»
«Καλά, δεν είπε κανείς ότι μου κάνετε έλεγχο», τον έκοψα. «Πάντως μέσα στη Φειδίου είναι ο Καπετάν Μιχάλης.»
«Ο Καπετάν Μιχάλης.»
«Ναι. Ωραίο μαγαζί: ρακή, τσίπουρο, μπύρα, μεζές — τέτοια.»
«Κι είναι ανοιχτό τέτοια ώρα;», ρώτησε ντροπαλά. «Στη Φειδίου είπατε;»
«Ναι, στη Φειδίου, το πρώτο αριστερά. Τι να σας πω, δεν ξέρω αν είναι ανοιχτά τώρα, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι και πάω προς Καρύτση μεριά.»
«Μα δε ρωτάω επειδή…»
«Ναι, ναι: κι εγώ σας λέω. Ωραίο μαγαζί ο Καπετάν Μιχάλης πάντως, να πάτε. Το συνιστώ.»
«Αλλά κατεβαίνει πολύς κόσμος και…»
«Λοιπόν, εγώ σας χαιρετώ τώρα, καλή σας νύχτα.»
«Ευχαριστώ, καληνύχτα!»
Σαν παιδί ήταν. Μου θύμισε λίγο τον εξ αγχιστείας συγγενή μου, τον Ρ.: ένα φοβισμένο παιδί εξηντατόσο χρονών που άφηνε το περίστροφο στο συρτάρι γιατί το φοβόταν. Βεβαίως, αυτός εκεί τη νύχτα, που έκανε ότι φυλάει το Αρσάκειο, δεν είχε καθόλου οπλισμό πάνω του, έμοιαζε σαν να είχε ξεροσταλιάσει σε ραντεβουδάκι που δε δόθηκε στη Βιβλιοθήκη ή στην Ακαδημία, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κοιτάει το στατικό σκηνικό της Πανεπιστημίου ενώ μέσα στο κεφάλι του θα έτρεχαν πολύ ανθρώπινα πράγματα.
My God, it’s full of stars
Μου το είπε και σήμερα η αδερφή μου: να πάψω να τσιτώνω και να οργίζομαι για όσα δεν μπορώ να αλλάξω. Μα πώς να πειστώ πως δεν μπορώ να τα αλλάξω;
Στεκόμουν πριν λίγο και κοίταγα τα φώτα στον ορίζοντα. Κάθε χρόνο πληθαίνουν, κάποια από αυτά ακολουθούν τη γραμμή του ορίζοντος, άλλα, πιο μακρινά, αιωρούνται από πάνω του σαν σμήνη. Από πάνω τους φαρδύς πλατύς ο αστερισμός του Σκορπιού. Ένας από τους λίγους αστερισμούς που θυμίζουν κάπως το όνομά τους.Έτσι έμαθα να περιφρονώ τα αστρολογικά: ο Ζυγός δε μοιάζει με ζυγό (παρά μόνον αν έχεις φαντασία ιερατικών προδιαγραφών), ο Τοξότης είναι σαν κλειστή ομπρέλα, ο Κριός μια μαλακία. Εδώ τα έμαθα τα αστέρια. Με τον χάρτη του ουρανού που έδινε το πρώτο ή το δεύτερο τεύχος του 01. Νυχτερινή πλήξη, στέρηση: αρχικά των φίλων, ύστερα της πόλης, μετά του έρωτα. Τελικά ξεκουμπίστηκα από την Ελλάδα.
Μέχρι τότε τα καλοκαίρια σπούδαζα τα αστέρια, τους θερινούς αστερισμούς βεβαίως, παρακαλώντας για λίγο σκοτάδι και για ξαστεριά σε κάποιο βουνό τον χειμώνα. Αλλά εδώ μόνο καλοκαίρι. Δε βοήθαγε και η όραση — προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου ότι βλέπω τη Δοκιμή. Μάθαινα τους αστερισμούς και τα ονόματα των λαμπερών αστεριών (τα πιο πολλά αραβικά). Σήκωνα τα μάτια στο ζενίθ και χάζευα τον γαλάζιο Βέγα στη Λύρα, παρηγοριόμουν για τον εκτοπισμό μου και την αποστέρηση. Άλλωστε προς τον Βέγα σπεύδουμε. Ακολουθούσα το θερινό τρίγωνο του Βέγα με τον Αλτάιρ στον Αετό και τον Ντενέμπ στον σταυρόσχημο Κύκνο. Αναλογιζόμουν τις αποστάσεις, τις πύρινες σφαίρες αερίων που είναι αυτά τα ταπεινά φωτεινά σημεία, το κενό του διαστήματος. Πού και πού κανας διάττοντας, ή κανα αεροπλάνο ή καμμιά νυχτεριδούλα. Οι πλανήτες δε με συγκίνησαν ποτέ, άλλωστε δεν είχα κυάλια και τέτοια: τηλεσκόπιο μου έκανε δώρο ο κολλητός μου για γαμήλιο δώρο. Ακόμα το έχω φυλαγμένο αλλά θα το στήσω καμμιά μέρα, πού θα πάει.
Δεν ξέρω τι μου έδινε η θέα των αστεριών. Ίσως ησυχία και το σκοτάδι, που με γαληνεύει. Θυμάμαι απεναντίας τον Ωρίωνα στον Μυλοπότα, τον Κάνωπο στο πλοίο για την Κρήτη, να απαγγέλλω τη χθαμαλή ποίηση των ονομάτων των αστερισμών στην Ύδρα, τον Πολικό στη Σκωτία με ξαστεριά. Κοιτώντας τα άστρα από νησί ονειρεύεσαι να φύγεις από το νησί. Μέχρι να βρεθείς σε κάποιο άλλο. Ονειρεύεσαι πως κάπου υπάρχει ένα αλλού.
Εγκώμιο του χωρισμού
Η παγετός που φέρνει τον χωρισμό έχει αποτελέσματα παρόμοια με τη φλόγα του πάθους: παραλύει, τρελαίνει, σε τρώει και σε διαλύει από τα μέσα προς τα έξω. Και ο παγετός και η φλόγα θα σε σκοτώσουνε στο τέλος, αν τα αφήσεις: η φλόγα, αφού κάψει όλα τα σκοτάδια σου, αφού παραγάγει θερμότητα και ίσως λίγο φως, θα κατάκαψει εσένα· ο παγετός θα κάνει να εκραγούν όλα τα τριχοειδή της ψυχής σου, όλες οι λεπτές δομές που σε κάνουν αυτόν που είσαι, είναι μαύρος πάγος και γάγγραινα που θα σε σκοτώσει — αν δε χωρίσεις.
Κάποιες εποχές έβλεπαν με καχυποψία το ερωτικό πάθος, δηλαδή τη φλόγα. Υποτιμούσαν τη θερμότητα που άφθονα εκλύει και αγνοούσαν επιδεικτικά το εφήμερο αλλά σκληρό φως που παράγει, φως που μας affina και μας καθαίρει. Έμεναν στην τρέλα και στον πόνο, στην άγρια πείνα που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις. Η δικά μας εποχή βλέπει με καχυποψία και συγκατάβαση τον χωρισμό, τον ακρωτηριασμό που σταματάει την πρόοδο του γαγγραινώδους παγετού. Αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα φρικτό τέλος που μας γλυτώνει από μια φρίκη χωρίς τέλος — είναι όμως (πάντα) φρικτό; Η εποχή μας μένει στην τρέλα και στον πόνο του χωρισμού, στην άγρια μοναξιά που φέρνει, στο ότι καταλύει τις κοινωνικές συμβάσεις και στο ότι διαλύει τις συμβατικές κοινωνικές σχέσεις.
Εγώ πάλι νομίζω ότι πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τον χωρισμό. Δε με ενδιαφέρει να φτιάξω μια χονδροειδή αντιθετική σχέση πάθους και παγετού που οδηγεί στον χωρισμό. Λίγη διαλεκτική είναι αναπόφευκτη, αλλά πέρα από τη συμμετρία του σχήματος, με απασχολούν άλλα.
Το πάθος, η φλόγα, θα σβήσει. Πάντα σβήνει. Σε πέντε-έξι τέρμινα. Το πότε ακριβώς, εξαρτάται: ίσως όταν καταναλώσει όλα τα σκοτάδια, ίσως όταν διατρέξει σα δασική πυρκαγιά όλο το σώμα επανειλημμένα με τον επιλεκτικό τρόπο που κάθε καινούργιο πάθος το καίει, ίσως όταν η θερμότητα που εκλύει καταστρέψει τα πάντα γύρω του, ίσως προκαλώντας ασφυξία στον εαυτό του καταναλώνοντας και την έσχατη ανάσα οξυγόνου, ίσως και με άλλους τρόπους. Το θέμα είναι ότι το πάθος θα αναλώσει και θα αναλωθεί — μπορεί και να αλώσει. Μετά τι;
Αν το πάθος έχει πετύχει να φέρει κοντά δύο ανθρώπους, όπως θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνήθως συμβαίνει, κατόπιν τα πράγματα παίρνουνε τον δικό τους μοναδικό και ανεπανάληπτο δρόμο: συνταγές στα ανθρώπινα δεν υπάρχουν. Αν λοιπόν μετά το πάθος παραμείνουνε μαζί οι εραστές, μένουνε μαζί είτε λόγω αδράνειας και κοινών εξωτερικών παραγόντων (π.χ. χρέη, εφορία, σπίτια, πράσινες κάρτες κτλ.), είτε λόγω προσωπικής ευθύνης και καθήκοντος, είτε λόγω άλλων δεσμών. Η αδράνεια, η απλή συνήθεια και οι συμβατικές υποχρεώσεις ποσώς με αφορούν. Η ευθύνη και το καθήκον είναι λίγο πολύ αυτονόητα κίνητρα: είτε για χάρη των παιδιών, είτε γιατί αισθανόμαστε ότι ο άλλος ή η άλλη έχουνε την ανάγκη μας παραμένουμε στο ζευγάρι, αγοράζοντας ακριβά ηθική ανωτερότητα, κάνοντας το σωστό. Πόσες φορές έχω ακούσει ότι «δεν μπορώ να χωρίσω γιατί η Χ / ο Ψ θα μείνει έρμαιο / θα γίνει κομμάτια / θα σαλτάρει / θα πεθάνει».
Και φτάνουμε στους «άλλους δεσμούς». Ίσως είναι η αγάπη: ποιος δε θέλει να είναι κοντά σε αυτόν ή σε αυτήν που αγαπάει. Αλλά μάλλον είναι άσχετη η αγάπη: άλλωστε, ένα από τα υπέροχα παράδοξα της αγάπης είναι ότι αντέχει και την απόσταση — όπως και τόσα άλλα. Ίσως είναι ότι το ζευγάρι έχουνε γίνει ενός είδους fuck buddies (σε κλειστή ή, σπανιότερα, ανοιχτή σχέση): στο κάτω κάτω, ζευγάρι χωρίς κάποιου είδους σεξ δεν υπάρχει — μέχρι και οι μανάδες μας μας τα έλεγαν αυτά. Όμως το fuckbuddyλίκι είναι πολύ ευάλωτο σε ένα καινούργιο πάθος. Ίσως είναι και κάτι άλλο που μας κρατάει κοντά: η αίσθηση ότι ο άλλος ή η άλλη δεν είναι απλώς κομμάτι της ιστορίας μας — άλλωστε όλοι και όλες που (δεν) κάναμε κάτι (τελικά) είναι κομμάτι της ιστορίας μας: από την αρπαχτή της Ίου μέχρι την ορφανή της Χίου, από τον τσοντόβιο αθλητή μέχρι τον μπαρόβιο με την κοιλιά κτλ. κτλ. Αυτό το άλλο που μας κρατάει κοντά είναι ότι ο άλλος ή η άλλη είναι κομμάτι από τη ζωή μας. Αυτό που μπορείς να πεις «έρωτα μετά το πάθος».
«Α, να!», θα πούμε όλοι όσοι μένουμε με πείσμα σε μια σχέση μετά το ερωτικό πάθος, «αυτό έχουμε: έναν πνευματικό δεσμό, το δέσιμο που έχουνε δυο άνθρωποι που ο ένας είναι ουσιαστικό κομμάτι της ζωής του άλλου: δε χωρίζουμε εμείς». Κι όμως, όποιος και αν είναι ο δεσμός μας με το ταίρι μας (σύμβαση κι αδράνεια, καθήκον, αγάπη, fuckbuddyλίκι, ‘έρωτας’), είναι μεγάλη, πολύ μεγάλη, η πιθανότητα μια μέρα, στα εφτά τέρμινα ή στα πολλαπλάσια του εφτά τέρμινα, να ενσκήψει ο παγετός.
Αυτό το αρνητικό πάθος, προχωράει σιγά αλλά σταθερά, αντίθετα με τη φλόγα του πάθους που αναπηδάει και κάνει ό,τι κάνει με προόδους τρελές. Μαραίνει πρώτα τα καθημερινά ή μαραίνει πρώτα τα μεγάλα, προκαλεί ναυτία και ανηδονία και πολύ πέρα από τα κρεβάτια. Σβήνει τα χρώματα και σαν κακός παραγωγός χορευτικών επιτυχιών αφήνει μόνο το μπιτ της ρουτίνας και ένα επίμονο κοντίνουο υποχρεώσεων, κύκλους καθηκόντων και ανούσιων περισπάσεων. Αφαιμάσσει από κάθε χαρά τα πάντα, εξαχνώνοντας την ευτυχία από τα μικρά πράγματα — δηλαδή από εκεί όπου πράγματι ευδοκιμεί η ευτυχία. Μαζί με τη σχέση μαραίνονται και οι άνθρωποι. Πολλές φορές τα ζευγάρια αισθάνονται τη ζωή να στραγγίζει από πάνω τους και από πάνω από τη σχέση και προσπαθούνε να ξεφύγουν από την κινούμενη άμμο όπου έχουνε πέσει: καταφεύγουν σε τετ-α-τετ, σε ακόμα ένα παιδί, σε μεταναστεύσεις, σε ερωτικούς πειραματισμούς, σε νέες ρουτίνες, σε συμβούλους γάμου, σε γενναίες αποφάσεις να αλλάξουνε ζωή. Ενίοτε δουλεύει κάτι από αυτά: ούτε συνταγές αλλά ούτε απόλυτη ματαιότητα υπάρχει στα ανθρώπινα. Συνήθως όμως δε δουλεύει κάτι από αυτά και το βρυκολάκιασμα συνεχίζεται. Το βρυκολάκιασμα φέρνει καβγάδες και διαρκή ένταση, η αξιοπρέπεια διαβρώνεται και χάνεται: στο τέλος ο άλλος ή η άλλη είναι εχθρός σου, όπως και ο εαυτός σου είναι πια εχθρός σου.
Εκεί πρέπει να έρθει η λύτρωση: ο χωρισμός. Αν το πάθος μάς κάνει ανθεκτικούς στον πόνο, ο χωρισμός απαιτεί να αντέξεις την προσδοκία του πόνου. Να ακρωτηριάσεις και να καυτηριάσεις. Για να σώσεις ό,τι μένει από τη σχέση δυο ανθρώπων, αν μένει κάτι, και για να σωθείς από το να αποξηρανθείς εντελώς και να γεράσεις, να απωλέσεις την αξιοπρέπεια και (κυρίως) κάθε δυνατότητα για χαρά.
Το νερό είναι προϊόν καύσης: καμενο υδρογόνο. Το νερό μπορεί να ξεδιψάσει, μπορεί να δροσίσει και μετά να στεγνώσει, μπορεί και να πνίξει. Μόνο να αναφλεχθεί δε γίνεται, είναι ήδη καμένο.
Ο χωρισμός δεν είναι ήττα, είναι σωτηρία. Κανείς δε χώρισε πρόωρα, οι περισσότεροι χωρίσαμε πολύ αργότερα από όταν έπρεπε, άντε στην ώρα μας αν ήμασταν τυχεροί. Και στο κάτω κάτω, κανείς χωρισμός δεν είναι αμετάκλητος — εκτός και αν πρέπει να είναι αμετάκλητος.



