Εγώ και το Υπερεγώ μου

Έχω ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είμαι εν μέρει ένα ισχυρό Υπερεγώ ταχείας επέμβασης. Είναι οπλισμένο και ευέλικτο, συνήθως καταφθάνει πρώτο στον τόπο της ταραχής ή των ταραχών και διακριτικά αλλά αξιόπιστα μαζεύει την αταξία. Είναι το όνειρο κάθε κατασταλτικού μηχανισμού: γρήγορο κι αποτελεσματικό, με σκληρό κέλυφος, πυρίμαχο (εκτός πια κι αν καίγεται ο τόπος).

Δεν έχει πια την υποστήριξη κανενός καθεστωτικού διανοούμενου, πουλημένου γραφιά, στοχαστή της πλάκας να νομιμοποιεί τη δράση του, να δικαιώνει την ακαμψία του με βάση πλειονότητες που θέλουν να ζήσουν ήσυχα, ήρεμα, ατάραχα. Αυτοί εξέλιπαν πριν περίπου δύο δεκαετίες, αποσύρθηκαν ήσυχα ελπίζοντας ότι θα ξεχαστεί η δράση και ο λόγος τους που υποδαύλιζαν και εξηγούσαν ως αναγκαία την τυραννία.

Το Υπερεγώ συνεχίζει όμως. Όχι ακάθεκτο πια, πάρα πολύ αποδυναμωμένο και εν πολλοίς απαξιωμένο αλλά πάντοτε σε φόρμα. Πολλές φορές αναλαμβάνει πρωτοβουλίες δικές του, όπως κάθε κατασταλτικός μηχανισμός που σέβεται τον εαυτό του, αυτονομείται και προκαλεί χάος — γιατί χάος και οχλοκρατία όσο η ατσάλινη καταστολή κανένας άλλος δεν ξέρει να οργανώνει. Μετά την παράλυση που προκαλεί, μαζεύεται: διαλαλεί ότι έσωσε τον τόπο από την αναρχία — έχοντας σπείρει στην πραγματικότητα την αγκύλωση και έχοντας εξαπλώσει την ερημιά.

Ούτε θεαματικές κρούσεις εναντίον του, ούτε σπασμωδική ανοργάνωτη βία, ούτε βεβαίως ήρεμος διάλογος πιάνουν. Το Υπερεγώ δεν καταλαβαίνει από διάλογο, γιατί υποκρίνεται ότι εκπροσωπεί τη λογική. Μπορεί να μην έχει πια ιδέες να το στηρίζουν αλλά έχει τα όπλα: παραλυτικά αέρια, γκλομπ που πονάνε χωρίς να αφήνουνε πάντα σημάδια, τέιζερ, χειροπέδες πλαστικές, δαιμονικές λεγεώνες, τον ίδιο τον Φόβο.

Το Υπερεγώ ούτε πείθεται ούτε πειθαναγκάζεται, ξέρει να περιμένει καρτερικά τις άγριες εξεγέρσεις και ορμάει να τις καταστείλει την κατάλληλη στιγμή: στην αρχή τους ή μόλις αποκτήσουν αυτοπεποίθηση. Το Υπερεγώ καταβάλλεται μόνο με διαρκή επανάσταση, οργανωμένη με τις δικές της αρχές, με τη δική της μέθοδο.

Φωτογραφία: Marco Ciofalo

Εν τούτω νίκα

Όπως φαίνεται στη φωτογραφία, το Γιορκ (η Παλιά Υόρκη, δηλαδή) τίμησε αρκούντως τον Μονοκράτορα Αύγουστο, που τον γιορτάζουμε μουσάτο και παρέα με τη μανούλα του, αφού γυναίκα και παιδί τα έσφαξε στο πίτσι φυτίλι και η δυναστεία που άφησε ήταν κάτι παραζαλισμένοι μελητές που δεν ήξεραν τι να κάνουνε στο γιαπί στας εξοχάς του Βοσπόρου. Ο τύπος υπέγραψε το διάταγμα ανεξιθρησκείας, δεν έκανε τον Χριστιανισμό επίσημη θρησκεία. Ούτε ήτανε τόσο θρήσκος όσο του καταλογίζουν, ίσα ίσα. Αυτό ότι προέδρευσε στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο, μάλλον ράδιο αρβύλα. Είναι σαν να πήγαινε ο Ομπάμα να προεδρεύσει σε σύνοδο Μορμόνων.

Σκεφτόμουν ότι το Πιστεύω, προϊόν της Α’ Οικουμενικής Συνόδου, είναι μάλλον προϊόν κάποιας επιτροπής που το υπέβαλε στη Σύνοδο για έγκριση κι υπερψήφιση. Θα μαζεύτηκαν εκεί καμμιά εικοσαριά αρχαίοι δεσποτάδες (λένε κι ο ΑγιοΣπυρίδωνας, μεγάλη η χάρη του, που την Ένωση της έδρας του με το Βάσανο εορτάζουμε σήμερα επίσης) και θα ψάξανε κάμποσο τη διατύπωση. Αν σκεφτείτε λίγο τη διατύπωση του Πιστεύω, είναι κομματάκι σα διακήρυξη κομματική, σαν πολιτικό μανιφέστο, σαν ανακοινωθέν ωραίου μεγάλου αυταρχικού ολοκληρωτικού Κάπα Κάπα που θα διευκρινίσει ξεκάθαρα μια και καλή τι δεν είναι αίρεση: τον μονογενήγεννηθέντα, ου ποιηθέντακατά τας Γραφάς. Από μια επιτροπή στη Νίκαια, σε μια Ολομέλεια, μετά στον κόσμο: 17 αιώνες.

Έτσι μιλάει το Άγιο Πνεύμα: σε σοφίτες, μέσω επιτροπών, μέσω κεντρικών επιτροπών, σε καφενεία στη Βιέννη, σε κονκλάβια μέσα σε παρεκκλήσια, σε Συνόδους που τις έχουν ετοιμάσει επιτροπές. Εκ των υστέρων θα πουν ότι όλα έγιναν με την επίνευση του Μονοκράτορα, του Αγίου Πατρός, του Πατέρα, του Πατερούλη. Οι επιτροπές διασφαλίζουν ότι οι Σύνοδοι και οι Ολομέλειες θα διαφυλάξουν τη συνέχεια, την ορθοδοξία, τη γνησιότητα: semper eadem, fluctuat nec mergitur, ένα είναι το Κόμμα.

Μεγάλο πράγμα η συνέχεια. Ο βασιλιάς των Ελλήνων που πήρε τη Σαλονίκη είχε ως τίτλο  Κωνσταντίνος ΙΒ’. Ποιος ήταν ο ΙΑ’; Μα ο Δραγάσης, ο Παλαιολόγος, ο ουνίτης: ο πρώτος Νεοέλληνας ίσως. Ποιος ήταν ο Α’; Μα αυτός ο Ιλλυριός στρατιωτικός που ξεκίνησε από το Εβοράκο της Βρετανίας και κατέληξε να χτίζει την Πόλη. Που τα ελληνικά θα τα ήξερε κουτσά στραβά.

Κι αν ξεκινάγαμε από την αρχή; Κι αν ξεχνάγαμε τον ένα Μεγάλο, και τις Επιτροπές που ρύθμισαν και διατύπωσαν την Αλήθεια, και τα ονόματα των άλλων, κάποιων ξένων, που κουβαλάμε; Κι αν αρχίζαμε πάλι από την αρχή; Πάλι θα φτιάχναμε τις προλήψεις που μας αξίζουν, τα ταμπού που χρειαζόμαστε για να παραμυθιαζόμαστε και να μη λέμε συνέχεια «θάνατος», «φόβος» και «ανασφάλεια»; Πάλι θα βρίσκαμε τρόπους να μη χαιρόμαστε, να μην είμαστε ελεύθεροι, να μη ζούμε; Πάλι;

Η κόκκινη καραμέλα της αγάπης

«Είναι ωραίο τα καλά πράγματα να κρατάνε για πάντα», διαπιστώνει η διαφήμιση, αφού μας έχει δείξει από πολύ κοντά τα πρόσωπα ενός ερωτευμένου ζευγαριού καθώς ασπάζονται το ένα το άλλο διαχρονικά από την εφηβεία μέχρι τα γεράματα, σε μια συνοπτική ερωτοτροπία. Η κάμερα παραμένει προσηλωμένη στα πρόσωπα ενώ το φόντο, σε φλου, αλλάζει: βορειοευρωπαϊκός κήπος, κλαμπ, φοιτητικό δωμάτιο, οικογενειακό σπίτι με σιλουέτα παιδιού στο βάθος — σπίτι από το οποίο δεν ξεφεύγουμε μέχρι το τέλος της σύντομης περιστροφής της ματιάς μας γύρω από τα δύο πρόσωπα.

Ο τρόπος που παριστάνεται το ζευγάρι λέει «έρωτας»: υπάρχει το απότομο τέντωμα αλλά και η ένταση της επιθυμίας. Λέει και «διάρκεια παρά τις αντιξοότητες»: περνούν και κάποιες σκυθρωπές σκιές από τα πρόσωπα. Λέει, τελικά, «αγάπη»: η κινηματογράφηση την υπονοεί σαφέστατα. Αυτή η αγάπη είναι ο όρος σύγκρισης για πρόγραμμα κινητής τηλεφωνίας.

Η χυδαιότητα του να χρησιμοποιείς τη σχέση δύο ανθρώπων, σχέση που έχει διάρκεια και εξυπακούει ‘αγάπη’, για να πεις «να, έτσι είναι και το πρόγραμμα που προσφέρουμε» είναι προφανής και θα αποτελούσε αφορμή έντονης δυσφορίας, αν δεν είχαμε πια συνηθίσει πολλά και τρισχειρότερα. Δε θέλω να σταθώ σε αυτό όμως, παρά στο πώς γίνεται η αγάπη ως καραμέλα να χρησιμοποιείται για να διαφημιστούν προγράμματα κινητής τηλεφωνίας. Γιατί να είναι πρόσφορο να πουλήσεις ένα προϊόν χρησιμοποιώντας μια μακροχρόνια σχέση ενός ζευγαριού, ταυτίζοντάς την μάλιστα με την αγάπη;

Η αγάπη στην επίμαχη διαφήμιση είναι μια μεταφορά για τη διάρκεια του συμβολαίου. Η ταύτιση ερωτικού πάθους, μακροχρόνιας συμβίωσης και αγάπης παρουσιάζεται ως πηγαία, αυτονόητη και αβίαστη, ως κάτι νορμάλ. Τέλος, σχολιάζεται ως «καλό πράγμα» — και ποιος θα διαφωνούσε;

Από πού προέρχεται αυτή η ταύτιση πάθους, συζυγίας και αγάπης; Μάλλον δεν πρόκειται για εμπειρική παρατηρήση που προκύπτει αν κοιτάξει κανείς τα ζευγάρια γύρω του. Άρα μάλλον πρόκειται για κάποιο ιδανικό. Η μονογαμικότητα, έτσι κι αλλιώς, είναι πανάρχαιο αίτημα, που παραδοσιακά προοριζόταν να διαφυλάξει τη γνησιότητα των τέκνων και να ρυθμίσει ζητήματα κληρονομιάς. Την παραδοσιακή μονογαμικότητα όμως δεν την έτρεφε το ερωτικό πάθος, ούτε η παραδοσιακή μονογαμική σχέση εκπήγαζε από την αγάπη. Στον αντίποδα αυτής της πιο πρακτικής και πραγματιστικής (πεζής, ίσως, και σίγουρα πατριαρχικής) αντίληψης της μονογαμίας, βρίσκεται η εποχή μας: η διάρκεια στη σχέση έχει πλέον στηθεί ως ένα ηθικό είδωλο στο οποίο έρωτας, συντροφικότητα, κοινός βίος και αγάπη ταυτίζονται αδιαιρέτως ως ομοούσια.

Νομίζω πως αυτή η ταύτιση του έρωτα με τη συζυγία και με την αγάπη προέκυψε από τη συνάντηση του Χόλυγουντ, που τη θεωρεί δεδομένη και την προβάλλει ως τη μία και μοναδική λύση σε κάθε πρόβλημα ανθρώπινων σχέσεων, και της σεμνής, ας πούμε νεορθόδοξης, ερωτικής χειραφέτησης που χρονολογείται από τη δεκαετία του ’80.

Πιο αναλυτικά: στην Ελλάδα μετά τον χουντικό γύψο ακολουθήθηκε βεβαίως η πoρνογραφική οδός αντίδρασης: η απελευθέρωση των επιθυμιών θα επερχόταν, δια της σοσιαλδημοκρατικής μεθόδου, με σεξουαλική διαπαιδαγώγηση πρώτα στα τσοντοσινεμά και αργότερα μέσω βίντεο.

Σχεδόν παράλληλα διατυπώθηκε και έγινε δημοφιλής η (ας την πούμε) νεορθόδοξη μέθοδος. Ακούγονταν φωνές ότι και οι πατέρες μας (οι μητέρες δεν αγγίζονται τόσο εύκολα) μίλησαν για τον έρωτα, ότι και στων Ελλήνων τις κοινότητες ερωτευόταν ο κόσμος, ότι τα δημοτικά τραγούδια μιλάγανε για εκτός γάμου σχέσεις αλλά και για πάθη έκνομα. Δε χρειαζόμαστε λοιπόν τη βιομηχανική πορνογραφία της Δύσης: έχουμε την παραδοσιακή μας τέχνη και οικοτεχνία. Τέλος, γραπτά εκκλησιαστικών πατέρων όπως ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και άλλοι επιστρατεύτηκαν επιμελώς για να στηρίξουν την καθ’ ημάς ερωτική μεταρρύθμιση. Η όλη προσπάθεια συνοψίστηκε σε ένα εκτός συμφραζομένων πρόσταγμα του ιερού Αυγουστίνου: «αγάπα και κάνε ό,τι θες». Δεν ήτανε και λίγο κάτι τέτοιο για τη βαθιά θρησκόληπτη νεοελληνική κοινωνία: ο Θεός μάς λέει να «κάνουμε έρωτα» και να γίνουμε, ενδεχομένως, παραβατικοί στο όνομα του έρωτα. Δηλαδή της αγάπης.

Κι έτσι, η ερωτική χειραφέτηση συσχετίστηκε, ή μάλλον μπερδεύτηκε γλυκά, με την αγάπη. Η αγάπη, από κάτι που περιέγραφε δεσμούς γονικούς και φιλικούς και βαθιάς συζυγικής αφοσίωσης, σύντομα βρέθηκε παντού: στις ανοικονόμητες τρέντυ εκφράσεις, στις εξιδανικευμένες αφηγήσεις γελοίων ερώτων που έμαθαν τον Έλληνα να διαβάζει πεζογραφία, στην περιγραφή οποιουδήποτε δεσμού μεταξύ ανθρώπων. Και η αγάπη έγινε καραμέλα, και μάλιστα κατακόκκινη: το ερωτικό πάθος έπαψε να είναι σκέτο πάθος, με το ζόρι κατέστη και πειστήριο ή ένδειξη αγάπης. Η ερωτική προσκόλληση, η εμμονή του πάθους και οι άγριοι έρωτες έγιναν αγάπες ιερές και καθαγιασμένες — ή έπρεπε να οδηγούν προς τα εκεί, τουλάχιστον. Όσοι προσπαθούσαν να διαχωρίσουν πόθο από έρωτα, από αγάπη και από γάμο, στιγματίστηκαν στα μάτια της νέας κανονικότητας ως κυνικοί, ως άνθρωποι με ψυχολογικά προβλήματα ή έρμαια των παθών τους, ως τσούλες και καψούρηδες.

Από εκεί μέχρι το ιδανικό της μονογαμικής σχέσης, όλο ερωτική ευωχία και οργασμική τρυφή, που είναι και παθιασμένη και ισόβια, που δημιουργεί οικογένειες και αγοράζει σπίτια, που ουδέποτε πίπτει και που πηγάζει από αληθινή αγάπη — είναι ένα τσιγάρο δρόμος, από τα τσιγάρα που γίνονται μετά τη συνεύρεση και ανάκραση ψυχών.

Αυτό το στιλπνό ιδανικό του «για πάντα» είναι λοιπόν στην περίπτωσή μας παιδί του Χόλυγουντ και του «αγάπα και κάνε ό,τι θες»: ένα παιδί θαύμα που διαφημίζει κόκκινα (όπως η μόδα προστάζει) συμβόλαια τηλεφωνίας, και αυτά «για πάντα», όπως η ευτελισμένη αγάπη.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 18.V.2013

Αργυραμοιβός ή πόρνη;

Doisneau regard oblique

Ο Χρυσόπουλος στον ‘Φακό στο Στόμα’ εξηγεί τη διαφορά μεταξύ του να είσαι διαβάτης στην πόλη και του να είσαι περιπατητής στην ύπαιθρο, και μάλιστα το απόσπασμα είναι παράθεμα από παλιότερο βιβλίο του (το οποίο θα αντιγράψω όταν βρω υπομονή και χρόνο). Οι λεπτομέρειες μετράνε στην πόλη, αλλά όχι μόνο στην περιδιάβασή τους ως τοπίων, κατά τη διάρκεια της flânerie, αλλά και όταν ακούς ιστορίες μέσα από την πόλη.

Σε ένα αυτοκίνητο που προσπερνάει πινακίδες ‘αγοράζω χρυσό’ τη μία πίσω από την άλλη, ακούω ότι οι δουλειές δεν πάνε καλά, ότι εξαπάτησαν τον κόσμο και του αγόρασαν για ένα κομμάτι ψωμί ό,τι χρυσό και κόσμημα είχε ήδη από την αρχή της μνημονιακής εποχής. «Αυτό είναι ατιμία», είπα. Αναρωτήθηκα μέσα μου ποιος θα διαπομπεύσει και θα διασύρει αυτούς τους νόμιμους μαυραγορίτες.

Μέσα σε ένα μεζεδοπωλείο που παίζει Joy Division και Cure και τέτοια, ακούω την παιδική μου φίλη, το καμάρι της παρέας από το Γυμνάσιο, καθηγήτρια πανεπιστημίου στη Φινλανδία, να μου περιγράφει την ανελέητη κι ατέρμονη θλίψη της ζωής στο Ελσίνκι. Να χαίρεται σαν παιδί που τρώει ντάκο και μαραθόπιτα. Να μου λέει πόσο αμαθείς φοιτητές και ανίκανους να διαβάσουν άρθρο πέντε σελίδων βγάζει το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα, πέντε μεταπτυχιακούς φοιτητές επιλεγμένους από 68 υποψήφιους.

Από τον ουρανό πέφτουν μπλε ελικοπτεράκια μέσα στο σκοτάδι. Πιο κάτω, στη Βύρωνος, θα συναντηθούν πολλοί επιτάφιοι. Δεν ακολουθώ κανέναν, δεν έχει σημασία αν πιστεύω ή τι πιστεύω αλλά ότι δεν αισθάνομαι πια ότι το όποιο τελετουργικό θα μας πάει οπουδήποτε, στον Θεό ή και σε πιο κοντινούς και αναγκαίους προορισμούς, είτε προσωπικούς είτε συλλογικούς. Κάθομαι μακριά από το τελετουργικό, πάνω σε μια πέτρα δίπλα στο Φανάρι του Διογένη. Τα πόδια μου πατάνε το οδόστρωμα της αρχαίας οδού Τριπόδων, η χάραξη της οποίας είναι 3000 ετών. Κάτι παιδιά κυνηγιούνται μπροστά μου.

Η Μεγάλη Βδομάδα είναι, παραδόξως, γεμάτη αναμνήσεις ερωτοπραξιών. Όπως και ο Μάης έχει τις ερωτικές επετείους του — αλλά αυτό είναι πιο αναμενόμενο.

Το Σάββατο του Λαζάρου ο μεσόκοπος Ζωρζ Πιλαλί τραγουδάει την ‘O.D (Ωδή στη ψωλή του Μηλιώνη’, ένα βαθιά πανκ τραγούδι με καταβολές στα αποκριάτικα που διέσωσε η Δόμνα Σαμίου και με καθόλου μέλλον σαν είδος, κατά τα φαινόμενα.

Η εποχή απαιτεί παρρησία. Περάσαμε δεκαετίες μέσα στις ευπρέπειες, μέσα στα μισόλογα και στους κομψευόμενους ευφημισμούς. Χαριστήκαμε στα αποσιωπητικά, στις περιφράσεις και στους ποιητισμούς. Πιστέψαμε στην αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη. Ακόμα περισσότερο, να μην οξύνονται τα πάθη: ερωτικά, αισθητικά, πολιτικά. Ο έρωτας έπρεπε να παριστάνεται ως σχηματική παντομίμα, σχεδόν καμπούκι, χωρίς φωτιές, χωρίς φαρμάκια και κυρίως χωρίς υγρά: να εξιστορείται και να περιγράφεται ελεγχόμενα ελευθερόστομος, κοσμοπολιτάνικα περιγραφικός και να τείνει προς το ιλουστρασιόν ιδεώδες. Η αισθητική έπρεπε να διατυπώνεται με όρους κονσένσους και ψύχραιμης ουδετεροφιλίας. Το ίδιο και η πολιτική, αλλά αυτά είναι γνωστά.

Όμως η εποχή απαιτεί παρρησία και κυριολεξία (εκεί όπου χρειάζεται κυριολεξία). Η εποχή πρέπει να αποσκορακίσει κάτι «μαμήσι», «πώλος» και τέτοια. Να ξαναμάθει τη διαφορά ψωλής και κλινικού πέους, ιατρικών αιδοίων και μουνιών. Να κυριολεκτεί πότε κάνουμε έρωτα, πότε το κάνουμε, πότε πηδιόμαστε, παιρνόμαστε, γαμιόμαστε κτλ. Όπως κάθε φορά το απαιτούν τα συμφραζόμενα και όχι με βάση αξιολογικές κλίμακες και πλατωνικά ενοποιημένα ιδεώδη, όπου όλα συνδέονται γλυκά και όπου το σύμπαν συνωμοτεί για να καταστήσει το γαμήσι μέτρο της αγάπης κουτουλού.

Η εποχή απαιτεί παρρησία, έστω και ως υπεραναπλήρωση. Όχι καταγγελτικότητα: μπουχτίσαμε. Όχι κραυγές: μιθριδατιστήκαμε. Όχι ρητορείες και κορώνες και κουβέντες τρανές: είμαστε υποψιασμένοι και καθόλου αφελείς. Να ξαναβρούμε την κυριολεξία και να ανακαλύψουμε το επιχείρημα. Στο αισθητικό και στο πολιτικό δεν είναι όλες οι γνώμες ισοβαρείς κι ισάξιες, δεν είναι τα πάντα θέμα «οπτικής γωνίας». Δεν υπάρχουν οι «δύο απόψεις» που αλληλοαναιρούνται ή αλληλοσυμπληρώνονται ή που στο τέλος θα συντεθούν γλυκά κι ανώδυνα, σε μια παρωδία διαλεκτικής. Υπάρχει διαφωνία λόγω αρχών: δεν θα τα βρούμε ντε και καλά άμα επικοινωνήσουμε. Η επίφαση του αποστασιοποιημένου διανοητή είναι πια επικίνδυνη φρεναπάτη, το σοφιστικό-σχετικιστικό «ναι μεν αλλά» που απαξιώνει και, τάχα, εξουδετερώνει την αλλιώτικη σκέψη δεν είναι παρά τοξικές υποκρισίες.

Στο ερώτημα «αργυραμοιβός ή πόρνη;» η απάντηση είναι και πρέπει να είναι «χίλιες φορές πόρνη».

Μεγαλοβδομαδιάτικος ρεμβασμός στην Αθήνα

Photo 28-1-17, 15 55 46

Τη βραδιά που κανα-δυο χιλιόμετρα από το σπίτι μου η Βουλή των Ελλήνων ρύθμιζε νομικά την εξώθησή μας στην ανεργία και τη φτώχεια για τις επόμενες μια-δυο γενιές σκεφτόμουν ότι, τελικά, πολλοί θεωρήσαμε ότι η κρίση ήταν ευκαιρία. Όχι μόνον οι «sure, tax me: find me», οι εργολάβοι, οι δογματικοί νεοφιλελεύθεροι ή οι απολίτικοι διανοητές μικρομεσαίου βεληνεκούς. Αλλά και όσοι νομίσαμε ότι η μεθοδική και μαζική εξαθλίωση, το συστηματικό και μεγάλης κλίμακας ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου, ο πόλεμος ψεύδους και προπαγάνδας και η βάναυση καταστολή θα διαμόρφωναν συνειδήσεις και θα αφύπνιζαν όσους συνήθως δεν ασχολούνται «με αυτά». Όχι ντε και καλά για να επισυμβούν τεκτονικές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές, για να ανατραπεί ο καπιταλισμός «σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο», ούτε καν για να εξυγιανθεί η δημοκρατία. Αλλά για να αποκτήσουν περισσότεροι Έλληνες επίγνωση του ότι κανένα δικαίωμα δεν είναι δεδομένο, ότι καμμία (μα καμμία όμως) κατάκτηση κοινωνική δεν είναι ‘κεκτημένη’. Για να γίνει αντιληπτό ότι, όταν υπάρχει αυτόματος πιλότος στα κοινά, οι προνομιούχοι μοιράζονται μεταξύ τους τα αλεξίπτωτα και οι υπόλοιποι, προσδεμένοι, πηγαίνουμε σούμπιτοι και καρφωτοί προς την πλαγιά.

Και βεβαίως διαψευστήκαμε: η μόνη σοβαρή αλλαγή που βλέπουμε είναι αφενός η κατά κράτος νίκη του ψεύδους και της προπαγάνδας, αφετέρου ο θρίαμβος της ηθικολογίας και της χρηστομάθειας, που σου διδάσκει ότι είσαι άθλιος αμαρτωλός και ότι το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να πάψεις να παραπονιέσαι. Και η επακόλουθη νομιμοποίηση του νεοναζισμού στις συνειδήσεις του κόσμου, σε μικροκοινωνικό επίπεδο: από γειτονιά σε οικογενειακό τραπέζι, από ταξί σε παιδική χαρά, από τα ειδικά εφέ της καταστολής μέχρι τους άνεργους νέους στα παγκάκια παρατημένων πεζοδρόμων.

Μιλώντας για παρατημένους πεζοδρόμους: διάβασα πριν λίγες μέρες μονορούφι το «Φακός στο στόμα» του Χρήστου Χρυσόπουλου, ένα κείμενο που δραστικά φώτισε την πόλη (την Αθήνα, δηλαδή) και τη φύση της περιπλάνησης στην πόλη. Μέσα από το βιβλίο αναδύεται για άλλη μια φορά μία λεπτή αλλά θεμελιώδης διαφορά: άλλο παρατημένη και εγκαταλελειμμένη πόλη (που είναι, δυστυχώς, η Αθήνα, σχεδόν επίτηδες ενδεχομένως) και άλλο πόλη που αναπτύσσεται ζωντανά, οργανικά, αυτορρυθμιζόμενα — όπως δηλαδή αρμόζει σε μεγαλούπολη. Αυτά βεβαίως τα λέει εδώ και δεκαετίες ο Δημήτρης Φιλιππίδης. Σύμφωνοι. Όμως ο Χρυσόπουλος τα επαναδιατυπώνει όχι από τη σκοπιά του θεωρητικού της Αρχιτεκτονικής, παρά με τη ματιά του διαβάτη που διαβάζει ξανά και ξανά την πόλη στην οποία περπατάει και που διαρκώς αλλάζει.

Και ναι: στη ματιά βρίσκεται το νόημα. Γι’ αυτό και είναι πολύτιμο το θέατρο: επί σκηνής συμβαίνουν πολλά και ως θεατής είσαι ελεύθερος να επιλέξεις πού θα στρέψεις το βλέμμα σου, αφού δε σε τραβάει από τη ματιά το μεγάλο (ή μικρότερο) κινηματογραφικό κάδρο, αφού δεν υπάρχουν προνομιακές αποστάσεις και οπτικές γωνίες ή κοντινά πλάνα για να σου επιβληθούν. Δυστυχώς για μένα, το θέατρο το έμαθα αργά, από τη Ζ., αφού ήδη είχα φύγει από την Ελλάδα. Κάθε φορά λοιπόν που επιστρέφω στην κατασυκοφαντημένη και παρατημένη πόλη μου, θαυμάζω όχι μόνον ότι έχει περισσότερα θέατρα από το Λονδίνο ή τη Νέα Υόρκη, κυρίως από εκείνα που έβαλε σκοπό να κλείσει ο κύριος δήμαρχος, αλλά και το πόσο πρωτοποριακό, ευρηματικό και απροσδόκητο θέατρο δουλεύεται, καλλιεργείται και παριστάνεται εδώ. Θυμάμαι ότι πήγαινα σε πολυδιαφημισμένες αβανγκάρντ παραστάσεις στο Λονδίνο και μερικές βδομάδες μετά σε «οκέι, μια χαρά» παραστάσεις στην Αθήνα: η διαφορά υπέρ της Αθήνας ήταν ανεξαιρέτως καταιγιστική. Όταν στο Λονδίνο ακόμα παραληρούσαν με το Copenhagen του Φρέυν, εμείς εδώ βλέπαμε το Bella Venezia των Διαλεγμένου και Βογιατζή.

Παγιδευμένοι σε οράματα βιεννέζικης ομοιομορφίας και παριζιάνικης (στα καλά αροντισμάν) ευταξίας, αδυνατούμε να δούμε τι θαυμαστά τοπία και τι ανθρώπους έχει αυτή η πόλη, ή — χειρότερα — τι τοπία και λόγο και ματιές δημιουργούν οι άνθρωποι αυτής της πόλης. Κι αυτά τα ένιωσα το Σάββατο του Λαζάρου, για πολλοστότατη φορά, εν προκειμένω με αφορμή την λοξή αλλά καίρια ματιά του βαριετέ-μεταεπιθεώρησης «Αδέσποτες Σκύλες στο Βαλς των Βρώμικων Δρόμων Νο. 3»: δε θα έβλεπες κάτι τέτοιο επί σκηνής στη Νέα Υόρκη ούτε off Broadway, νομίζω.

Προσδοκώ την εθελούσια ανάσταση αυτής της πόλης και των ανθρώπων της.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 3.V.2013

Επίμετρο στις "Πατρίδες"

Όταν ξαναέπλαθα μέσα μου από την αρχή την Ελλάδα που είχα αφήσει πίσω για πάντα και χωρίς επιστροφή, όπως νόμιζα τότε, στο δωμάτιο 5 επί 4 που ζούσα (συν μία κουζίνα, συν ένα μπάνιο), από τον Μελωδία ονλάιν έπαιζε συνέχεια το ‘Όταν χαράζει’. Δε μου άρεσε καθόλου μα καθόλου αυτό το τραγούδι.

Πριν λίγα λεπτά, πάλι από Μελωδία ονλάιν, δέκα χρόνια και βάλε μετά, σε έναν άλλο τόπο, σε ένα άλλο κλίμα, ένας άλλος άνθρωπος ξανάκουσε το τραγούδι να παίζει πολύ σιγά. Πρώτα το αντανακλαστικό της νοσταλγίας, αναιμικό κι ασθενές, πόσο να νοσταλγήσει και πόσο να ωραιοποιήσει πια κανείς τη θλίψη; Μετά ένα κίνημα από εντός: όμορφο τραγούδι είναι αυτό. Και άρχισε να μιλάει το τραγούδι, να ανακεφαλαιώνει συνοπτικά και σχεδόν ιλιγγιωδώς τα χρόνια μεταξύ εκείνων των απρόθυμων ακροάσεων και αυτής.

Και ανοίξαν εντελώς οι κουρτίνες. Το ευγενικό φως από το μέλλον έξω φώτισε για τα καλά το παρελθόν. Πολύ ωραία: αφού ξέρω πια πού είμαι, αφού φάνηκε το δωμάτιο που λέγεται παρελθόν στις περισσότερες από τις λεπτομέρειές του, μέσα στο φως του μέλλοντος, τώρα μπορώ να κοιτάξω έξω από το παράθυρο και να δω πού πραγματικά βρίσκομαι, πού είναι το δωμάτιο, να δω το μέλλον. Και να κινηθώ αναλόγως. Να βγω στο μέλλον.

Ευχαριστώ, Θανάση Παπακωνσταντίνου. Και Γιάννη Αγγελάκα.

Αναπόδραστη τροπικότητα του ορατού…

 
Το βλέμμα είναι πανίσχυρο. Λένε ότι δεν είναι τυχαίο που ο κύκλος της ανθρώπινης ίριδας είναι ευδιάκριτος πάνω στο άσπρο του ματιού (για το οποίο στάνταρ θα υπάρχει κάποιος καταπληκτικός ανατομικός όρος, που δεν ξέρω): μπορούμε εξαιτίας αυτού του σχεδιαστικού χαρακτηριστικού να παρακολουθούμε ο ένας τη ματιά του άλλου. Κοινωνικοποιούμαστε και έτσι: παρακολουθώντας ο ένας τη ματιά του άλλου, κουμπώνοντας κάποτε τη ματιά μας με μια άλλη.

Οι καλοί τρόποι και οι θρησκείες μας προτρέπουν να μην καρφώνουμε με το βλέμμα τους άλλους.

Οι μεν καλοί τρόποι κωδικοποιούν αυτό που όλοι λίγο πολύ νιώθουμε: με το να καρφώνεις τον άλλο με το βλέμμα είναι κάπως σαν να πιάνεις το όνομά του στο στόμα σου. Γι’ αυτό, όταν σε κοιτάζουν επίμονα, η καλύτερη απάντηση μπορεί και να είναι να ανταποδώσεις το επίμονο κοίταγμα.

Οι θρησκείες πασχίζουν να τιθασέψουν το βλέμμα γιατί ξέρουν ότι η ελευθερία του βλέμματος είναι το αντικλείδι της φυλακής του πνεύματος στην οποία μεθοδικά μετατρέπουν το σώμα. Βεβαίως το επιχείρημα ή πρόσχημα των θρησκειών είναι είτε ότι θέλουν να διαφυλάξουν την ιερότητα του σώματος είτε ότι θέλουνε να στρέψουνε το βλέμμα προς την ενατένιση του αιωνίου. Κι έτσι, η χριστιανική ασκητική έχει μεριμνήσει με επιμονή και επιμέλεια να ρίξει τα βλέμματα στο χώμα και να ποδηγετήσει τις αναπαραστατικές τέχνες, ενώ η ισλαμική να τα κάνει να πεινάσουν περιβάλλοντας το σώμα με μπερντέδες και καταργώντας την αναπαραστατική τέχνη.

Εδώ κολλάει το προφανές τσιτάτο: «Ineluctable modality of the visible: at least that if no more, thought through my eyes. Signatures of all things I am here to read […]». Δε θα το παραθέσω όμως: θα συνόψιζε ό,τι έχω (και δεν έχω) να πω και θα καθιστούσε όλα τα άλλα λόγια περιττά.

Νομίζω ότι η καταπίεση και η διακριτική βία κατά του βλέμματός μας, η επίμονη και (δυστυχώς) όχι πάντα μάταιη αγωνία μας να το καθυποτάξουμε αποτελεί πηγή βαθειάς και διαρκούς δυστυχίας. Το βλέμμα πρέπει να είναι φιλοπερίεργο και ατίθασο, πρόκειται για μία από τις λίγες εξασκήσεις της ελευθερίας μας που μας παίρνει να είναι αχαλίνωτες. Το ελεύθερο βλέμμα φτιάχνει χαρακτήρα, το ποδηγετημένο και το αλυσοδεμένο είναι παράγοντας μαρασμού του πνεύματος και εξάχνωσης της ψυχής μας, της όποιας φωτιάς κουβαλάει ο καθένας. Αντί να ελέγχουμε το βλέμμα, ίσως πρέπει σιγά σιγά να το αφήνουμε να μας πηγαίνει αυτό και να μας διδάσκει αυτό — ακόμα κι αν γνωρίζουμε ότι μπορεί οι άλλοι να βλέπουν τι κοιτάμε.

Η Χούντα του λαού

Είμαι κατά των επετείων και σε επίπεδο αρχής και για λόγους ιδιοσυγκρασίας, αν και αντιλαμβάνομαι την αναγκαιότητά τους. Θα είμαι σύντομος λοιπόν.

Το 30% που, κατά τη δημοσκόπηση, θεωρεί ότι περνάγαμε (ποιοι άραγε; ποιας ηλικίας είναι όσοι φρονούν κάτι τέτοιο;) καλύτερα επί Χούντας δε δημιουργήθηκε πρόπερσι και δεν έχει σχέση με τη ναζιστική συμμορία. Σταματήστε επιτέλους να πέφτετε από τα σύννεφα: ο φασισμός στην Ελλάδα έχει ερείσματα και ρίζες, τέλος. Διαβάστε το Χαστουκόδεντρο, αν τα θέλετε αφηγηματικώς και με πηγές.

Εγώ πάντως, από παιδί τα άκουγα: «με τον Παπαδόπουλο περνάγαμε καλά, είχαμε ησυχία, χάρισε τα δάνεια: δεν είχανε τον νου τους στο πώς να φάνε. Όποιος καθόταν στα αυγά του και δεν ανακατευόταν με τα πολιτικά δεν τον ενοχλούσε κανείς — τους ιδεολόγους, ε, και πριν τους κυνηγούσαν».

Μεγαλώνοντας, έβλεπα κάθε 21η Απριλίου τα τηλεοπτικά αφιερώματα: και επί πασοκταετίας και μετά παρουσιαζόταν ως μια γκροτέσκα εποχή, οι εκπομπές σοβάρευαν για λίγο με αναφορές σε ήρωες (Γεωργάκη, Καράγιωργα, Παναγούλη), σε βασανισμούς και στο Πολυτεχνείο. Η Χούντα παρουσιαζόταν σαν μια εποχή τόσο μακρινή όσο η Κατοχή ή και ο Εθνικός Διχασμός. Γκροτέσκα εποχή: υλικό για επιθεωρήσεις και τραγουδάκια λογοκριμένα. Γκροτέσκα και σχεδόν τίποτε άλλο.

Πριν πολλά χρόνια, στην κηδεία του παππού μου, στην οποία παρευρέθηκα σχεδόν κατά λάθος μια και ο θάνατός του ήταν μάλλον απροσδόκητος, εμφανίστηκε ο αρχιβασανιστής ξάδερφος της γιαγιάς. Η γιαγιά, ως «κομμουνίστρια» αρνιόταν για χρόνια την ίδια του την ύπαρξή. Αυτή την άρνηση τη διευκόλυνε το ότι με την πτώση της Χούντας ο αρχιβασανιστής (αυτό ήτανε το ανομολόγητο παρατσούκλι του — μπορεί βεβαίως να ήταν απλός βασανιστής, χοιρινό απλό κι όχι αρχιχοιρινό) έφυγε για την Τζέντα «γιατί θα τον λιανίζανε», από την οποία τελικά επέστρεψε στα μέσα της δεκαετίας του ’90. Μετά το ξόδι, στον καφέ, η ξαδέρφη του πατέρα μου με γύριζε γύρω γύρω με ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι και με επιδείκνυε στο σόι. «Κι αυτός είναι ο [αρχιβασανιστής], ήτανε χρόνια στην Τζέντα.» Τον κοίταξα καλά, αν και αποφεύγω να κοιτάζω ανθρώπους στα μάτια συνήθως. Ένα σιτεμένο χαμογελαστό γεροντάκι. Μου είπε ότι έχει ακούσει πολλά για μένα, πόσο χαιρόταν που με γνώριζε κτλ. Δεν απάντησα, άλλωστε είχα και το πρόσχημα του πένθους για να παραμείνω αμίλητος — πρόσχημα όμως. Μου έδωσε το χέρι και μου το έσφιξε. Η αποστροφή που αισθάνθηκα είναι απερίγραπτη, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια.

Πέμπτη; Χα χα χα χααα.

Την Πέμπτη είχα να την ακούσω από 15 χρονών, από τους δίσκους του μπαμπά (έχει την κασετίνα με τις εννιά του θεού, με φον Κάραγιαν και Φιλαρμονική Βερολίνου). Τα μουσικά κλισέ, ως γνωστόν δεν τα ακούς, ξέρεις ότι υπάρχουν, αυτό και τελείωσε. Απέφευγα συστηματικά οποιαδήποτε ακρόασή της όλα αυτά τα χρόνια, μάλιστα το σιντί το πήρα για την Εβδόμη (την οποία μέχρι και 19 με 20 χρονών δεν μπορούσα να ακούσω).

Την ξανάκουσα σήμερα. Κατάλαβα κάτι κορώνες του 19ου αιώνα ότι με τον Μπετόβεν τελείωσε η μουσική, τουλάχιστον η δυτική μουσική όπως πορευόταν από τον Μοντεβέρντι και μετά. Δε θέλω να γράψω ούτε σχόλια, ούτε παρατηρήσεις. Εννοείται ότι δεν ‘κατάλαβα’ την Πέμπτη, απλώς συναισθάνθηκα πόσο με ξεπερνάει παρακολουθώντας ασθμαίνοντας το έργο και την παμπόνηρη αλλά αδιαφιλονίκητη ομορφιά του. Όταν λοιπόν ο Κωστίνιος μού έλεγε πρόσφατα ότι ο θεός είναι θεός, ε, ήξερε πάρα πολύ καλά τι έλεγε.

Πρωτοάκουσα τα τελευταία κουαρτέτα του θεού όταν ήμουνα τριάντα και τις τελευταίες του σονάτες λίγο πιο μετά. Τώρα ξέρω ότι εκεί λίγο πριν τα ενενήντα, θα έρθω σε επίγνωση του μεγαλείου τους.