Από πού φυσάει ο άνεμος

Μόλις διάβασα για τη βομβιστική επίθεση στον μαραθώνιο της Βοστώνης. Το να μιλήσει κανείς απλώς για φρίκη και καταδίκη είναι ευτελές: κανονικά, όσοι είναι άνθρωποι αηδιάζουν με τέτοιες βαναυσότητες χωρίς να τις εντάσσουν σε κάποιο σχήμα, όπως αηδιάζουν με τις αόρατες σφαγές στη Συρία και στο Ιράκ ή με το να δολοφονείς εκατοντάδες αμάχους ανά έναν ταλιμπάν με μη-επανδρωμένα αεροσκάφη στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν. Ο μάλλον φτωχός Αφγανός ή Πακιστανός που πάει σε γάμο, στο τζαμί ή στην αγορά δεν ευθύνεται περισσότερο για τα εγκλήματα (αν υπάρχουν) άλλων Αφγανών ή Πακιστανών από όσο ευθύνεται για τα εγκλήματα πολέμου των ΗΠΑο όχι τόσο φτωχός Βοστωνέζος που συμμετέχει σε ένα όμορφο αγώνισμα. Οι νεκροί άμαχοι, όπως γράφτηκε στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στο ίντερνετ, δε συμψηφίζονται, παρά αθροίζονται φρικτά. Αυτονόητα πράγματα που, όσο περνάει ο καιρός, θα πρέπει να επαναλαμβάνουμε όλο και πιο συχνά.

Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε κάπου αλλού να επαναλαμβάνουμε όσα μας απασχολούν, αυτονόητα ή μη, παρά μόνο στο ίντερνετ. Εκεί υπάρχει επίφαση ελευθερίας, πολυφωνίας και δημοκρατικότητας, εκεί δημιουργούνται κοινότητες. Εκεί κυκλοφορούν μηνύματα, κείμενα, μουσικές, εικόνες και βίντεο. Ένα υπερμέσο, ίσως. Όμως, πιο σημαντικό και από το κατά πόσον το διαδίκτυο θα απορροφήσει την τηλεόραση, τον τύπο και το ραδιόφωνο είναι το εξής: ποιος ελέγχει το ίντερνετ.

Όταν μιλάω για έλεγχο δεν αναφέρομαι ούτε στο να κόψει ένα καθεστώς τα καλώδια, ούτε στο να λογοκρίνει ό,τι δεν εγκρίνει, ούτε στο να επιβάλει νομοθεσίες που περιορίζουν και φιμώνουν, ούτε καν στο σφράγισμα ανεπιθύμητων σέρβερ. Βεβαίως και όλα τα παραπάνω αποτελούν καταστρατηγήσεις της ελευθερίας του λόγου ή απλώς ωμές πράξεις καταστολής της. Αλλά τουλάχιστον δημιουργούν επίγνωση ότι αποτελούν λογοκρισία και καταστολή. Σχετικά με τα νέα μέσα, με το ίντερνετ τέλος πάντων, εμένα με απασχολεί περισσότερο κάτι άλλο: ποιος ελέγχει τις τάσεις και ποιος καθορίζει τι συζητιέται, τι θεωρείται σημαντικό, τι αποτελεί καυτό ζήτημα. Ακριβώς επειδή αγνοεί ο χρήστης των κοινωνικών μέσων ή των ενημερωτικών ιστότοπων ότι σε αυτές τις περιπτώσεις υφίσταται έλεγχος.

Με το τι θα ασχοληθούμε όσοι «ενημερωνόμαστε από το διαδικτυο» δεν προκύπτει ούτε δημοκρατικά και κατά πλειοψηφία, ούτε καν μέσα στις επιμέρους διαδικτυακές κοινότητες κι ομάδες. Σε θέματα ενημέρωσης και γνώμης, λόγου χάρη, την ατζέντα την ορίζουν τα παραδοσιακότερα μέσα και κατά κύριο λόγο η τηλεόραση. Αρκεί να μπει κανείς στο τουίτερ ή στο φέισμπουκ κατά τη διάρκεια ποδοσφαιρικού αγώνα, δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού ή πολιτικής συζήτησης: λίγοι ασχολούνται με κάτι άλλο. Και ας πούμε ότι εν προκειμένω ο κόσμος ακολουθεί την επικαιρότητα: την εξ αντανακλάσεως συγκίνηση του αθλήματος ως θεάματος, την αίσθηση ανωτερότητας που δημιουργούν στον απαθή (αφού απλώς παρακολουθεί) θεατή οι όλο πάθη κι ελαττώματα διαγωνιζόμενοι των ριάλιτυ, τις υλακές νεοναζιστών βουλευτών να συμπλέκονται με τον ίσκιο του πρωθυπουργού ή με τα μανικά και διψώδη ρητορικά σχήματα του κυρίου Βενιζέλου.

Η ατζέντα στο ίντερνετ όμως καθορίζεται και αλλιώς. Ποδηγετείται από την επίμονη προβολή θέσεων και απόψεων που δεν είναι καινούργιες και δεν είναι πρωτότυπες και δεν είναι καθόλου μα καθόλου ορθολογικές (πρέπει γρήγορα κάποιος να αποκαταστήσει τον ορθολογισμό και τον διαφωτισμό στον ελληνικό δημόσιο λόγο, προς το παρόν τον καπηλεύονται κακοί μαθητές του Νίκου Δήμου ή, χειρότερα, καλοί μαθητές της Άυν Ραντ). Η παλιά κακή χρονογραφία του αθηναϊκού τύπου ξαναζεί και παίρνει το αίμα της πίσω τροφοδοτώντας τις διαδικτυακές συζητήσεις: με τις εικοτολογίες της, με τον καζουισμό της, με την ευλογοφάνειά της. Κείμενα που γενικώς στηλιτεύουν και ειδικώς λοιδωρούν, που κατασκευάζουν ιστορίες («αφηγήματα» λέγονται πια) και μετά τα εγκαταλείπουν, που ανάγουν το ‘ναι μεν αλλά’ σε επιχείρημα: αυτά συζητιούνται, κοινοποιούνται, ανακυκλώνονται, αναιρούνται, αποδομούνται, αλλά τελικά χρησιμοποιούνται ως πηγές και παρατίθενται.

Τελικά ξεχνιούνται τα κείμενα που λ.χ. συζήταγαν την ακαλαισθησία του δείνα (ενώ ο ανώνυμος τάδε συνθλίβεται) και άλλα παρόμοια κείμενα παίρνουνε τη θέση τους. Η ανατροφοδοτημένη τηλεόραση θα μιλήσει για «σάλο στο ίντερνετ» με αφορμή τα κείμενα αυτά, όμως τα πάθη που εξήψαν θα καταλαγιάσουν. Κάποιοι θα κουνήσουν το κεφάλι, οι περισσότεροι θα πεισθούν ότι τίποτα τελικά δεν έχει νόημα, ότι η πολιτική είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, μια θεομηνία. Ο ακατάστατος κι ατελέσφορος θόρυβος που προκλήθηκε θα επιβεβαιώσει αυτό που ξέρουν ήδη, αυτό που πάντοτε μας έλεγαν: ότι ‘η αλήθεια είναι πάντοτε κάπου στη μέση’, ότι ‘όλα εξαρτώνται από το πώς τα βλέπεις’ και ότι (βεβαίως) ‘αυτό θα φάει τον Έλληνα: ο Έλληνας τον Έλληνα’.

Κι έτσι η κυλάει η ζωή μέσα στο διαδίκτυο, ενώ έξω από αυτό ολοένα λιγοστεύει.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 20.IV.2013

Γράμματα

Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν μπορώ να δουλέψω άλλο, ούτε την πιο μηχανική δουλειά δεν μπορώ να κάνω. Είμαι τόσο κουρασμένος που δεν έχω να συζητήσω τίποτε. Δεν είμαι όμως τόσο κουρασμένος ώστε να μην μπορώ να μονολογήσω, εδώ.

ѽ

Δεν είναι σκουλήκι, τα σκουλήκια τρώνε πεθαμένους, εσύ ζεις. Δεν είναι νόσος, οι νόσοι καταβάλλουν κι απισχνώνουν και στεγνώνουν και σε ποτίζουνε φόβο, εσύ ζεις απ’ αυτό και γι’ αυτό. Είναι, όπως σου δίδαξαν, μια φωτιά που καίει σκοτάδια κι άγρια ερέβη παράγοντας θερμότητα. Κάποτε παράγει και φως.

Ϫ

Καμμιά φορά ξαναθυμάμαι απροειδοποίητα πράγματα που χρόνια έχω ξεχασμένα. Τις προάλλες θυμήθηκα τον τεχνικό όρο locus desperatus, τον οποίο ο καθηγητής που μας τον έμαθε αποκαλούσε ‘terminus teχnicus’. Έλεγα τότε: ‘locus desperatus, απελπισμένος τόπος’. Ο καθηγητής που μας τον έμαθε παντρεύτηκε φοιτήτριά του και, όπως κραύγαζε κάποιος στα αμφιθέατρα, φρόντισε να την κάνει διδάκτορα με «σκουπίδια». Αυτός που κραύγαζε μας έβριζε που δεν ήμασταν αιμοδότες. Locus desperatus, χαμένη υπόθεση: φθαρμένο χωρίο, για πάντα τελειωμένο.

Ѩ

Δεν πρέπει να ασχολείσαι με το μέλλον πάρα πολύ, μόνον ως προς τα βασικά του. Το μέλλον δεν είναι χρονικό διάστημα, παρά ένα μπουκέτο παράλληλοι κόσμοι: κάθε στιγμή, κάθε ώρα, κάθε μέρα που περνάει μαραίνει αναρίθμητους και βάζει καινούργιους να πετάξουνε μπουμπούκι. Ναι, όπως κι αν διανοηθείς το μέλλον, αυτό είναι αδιανόητο κι απρόβλεπτο, κάτι πολύ δύσκολο και στενόχωρο πολλές φορές. Μπορεί όμως να είναι και το πιο απελευθερωτικό πράγμα στις ζωές μας, που τις διαφεντεύουν τα στενόχωρα, τα μέτρια κι οι φόβοι.

۞

(Άμα κοιτάζεις προς το παρελθόν και το παρακολουθείς με προσοχή κι επιμέλεια, τελικά πρόβα μέλλοντος κάνεις. Αλλά χιλιοειπωμένο αυτό, σιγά)

ə

Αετοί και λιοντάρια, βασιλικά αρπακτικά: σκηπτροφόρα, ξιφουλκούντα, κρώζουν και βρυχώνται. Εμένα δώστε μου χελιδόνια και παγόνια, κύκνους και γάτους όλο τσαχπινιά και χάρη. Δράκοντες της φωτιάς ή του νερού; Δελφίνια θέλω. Άστρα και ήλιοι και φεγγάρια, όχι: εμένα δώστε μου σύννεφα και ίριδες. Πουλιά δικέφαλα φερμένα από την Ινδία, μπαϊράκια αυτοκρατόρων; μόνον ο φοίνικας μ’ αρέσει, που ξαναζεί γιατί κάηκε, που μάλλον καίγεται συνεχώς — κι ας τον σφετερίστηκαν τα καθήκια. Από τα τα 23 μου αναρωτιόμουν τι τατουάζ θα χτυπήσω, το ανακάλυψα τον προηγούμενο μήνα: τίποτε από τα παραπάνω, πάντως.

Ϡ

Για όποιον αγαπάει τη μουσική δεν έχουνε χαθεί όλες οι ελπίδες. Και να μην απασχολεί την ψυχή σας ο φασισμός, μόνον τις φωνές και τους σιελογόνους και τις γροθιές σας: αποστολή του είναι να ψοφήσει, αποστολή μας είναι να ψοφήσει ογλήγορα και με όσο λιγότερα θύματα. Σημασία έχει ότι, για τη δική μας γενιά τουλάχιστον, η φενάκη ‘των μεν και των δε’ μαδήθηκε και τρίφτηκε και πάει. Όπως έλεγε και η Γκορίτσεβα που διάβαζα μικρός: κράτα τον νου σου  στην κόλαση και μην απελπίζεσαι.

Ѯ

Και, ναι, να το κάνεις μεθυσμένος έχει κι αυτό τη χάρη του: δε θυμάσαι καθέκαστα και συμβάντα, παρά τη μέθη μέσα στη μέθη, στιγμές κι αισθήσεις ασύνδετες και λαμπρές που δεν μπορείς να αξιολογήσεις όμως.

Arlanda

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Δεν οφείλεται αυτό σε πολλά γεγονότα και σε εμπειρίες έντονες και διαφημιστικές, τουναντίον: μέρες άχρωμες και ξεθυμασμένες, είναι γεμάτες δουλειά και όχι από αυτή που λες δημιουργική, γεμάτες οργή και όχι από αυτή που θα νόμιζες γόνιμη, γεμάτες λίγο ύπνο και πολλά ερωτηματικά και κάποιες μικροπρέπειες. Αλλά έχουνε πυκνότητα, οριακά συνθλίβονται κάτω από το ίδιο τους το βάρος και νομίζεις ότι στο τέλος θα σε καθηλώσουνε κι εσένα. Αλλά δεν είναι έτσι, ποτέ δεν είναι έτσι. Ό,τι σε πλακώνει, σε πλακώνει γιατί το αφήνεις. Έτσι, απλά, παολοκοελικά. Κι αν δεν μπορείς να το αποσείσεις από πάνω σου το βάρος, γι’ αυτό υπάρχουν οι άλλοι. Αν τολμάς. Γιατί οι άλλοι είναι πάντα ρίσκο, ακόμα και για όσους δεν πέφτουν έξω στους ανθρώπους (αυτό είναι το ένα μου χάρισμα, τίποτε άλλο). Και στο κάτω κάτω, γι’ αυτό υπάρχουν οι ειδικοί. Οι ψυχολόγοι, οι ψυχίατροι, οι ψυχαναλυτές. Χρόνια παρακολουθώντας ανθρώπους να μεγαλώνουν, παρατηρώ ότι η αδυναμία της ηλικίας δεν εκδηλώνεται πια τόσο σωματικά, όπως παλιότερα, όσο ψυχικά. Εκεί στα 30 με 50 δεν ασχολήθηκαν οι νυν ηλικιωμένοι με την ψυχική τους υγεία κι αυτό φαίνεται στο πόσο εύθραυστοι γίνονται όταν μεγαλώνουνε πια, γερνούν στην ψυχή. Ίσως θα έπρεπε η ψυχοθεραπεία και η μέριμνα για την ψυχική υγεία να είναι το αντίστοιχο του γυμναστηρίου και της σωστής διατροφής. Μένοντας στους ανθρώπους που παρακολουθώ: αφενός, κοινότοπα μιλώντας, όχι, δεν πρόκειται να εξαφανιστούν τα ζητήματα που έχεις επειδή δεν τα κουβεντιάζεις, επειδή δεν τα αρθρώνεις — ίσα ίσα, θα περιμένουν να εξασθενήσεις και θα έρθουνε να σε γεράσουν πρόωρα. Αφετέρου, οι φίλοι με τις συμβουλές που σε ακούνε καρτερικά και σου λένε την περιζήτητη γνώμη τους — ρόλος που επιτελώ επί 25ετία — θα σε βοηθήσουνε μέχρι το σημείο να σου δώσουνε μια (πολύτιμη ενίοτε) οπτική γωνία διαφορετική από τη δική σου, από τη δική σου της αυτολύπησης, της αυτοδικαίωσης, του ναρκισσισμού, της ανασφάλειας, της αμνησίας και της απώθησης. Μέχρι εκεί. Καθόλου παραπέρα. Οι φιλικές συμβουλές και κάτι ωραίες γενικόλογες ατάκες τύπου ωροσκόπιο απαντούν σε κάθε μας πρόβλημα αλλά με τον ξύλινο τρόπο των πολιτικών: ανώδυνα, ανεύθυνα κι άνευ περιεχομένου.

Αυτές οι μέρες έχουνε πυκνότητα. Βεβαίως, το παρόν έχει εξ ορισμού μεγαλύτερη πυκνότητα από το παρελθόν: τόσο βάρος σε τόσο λίγο χώρο, τον χώρο μιας στιγμής, άλλωστε. Και το μέλλον είναι αυτό που ξέρεις, λες, προς τα πού πάει. Παπάρια που πάει εκεί που λες πώς πάει. Υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ αλλά διάρκειας τριών ωρών, υπάρχει μέλλον απείρως βαρύ διάρκειας μιας ζωής, υπάρχει και μέλλον-ακορντεόν που ανοίγει ανασαίνοντας, κλείνει εκπνέοντας νότες μακρόσυρτες ή γρήγορες. Κι εσύ νομίζεις πως κρατάς τη μελωδία. Ύστερα, είναι και το άλλο: το παρόν είναι πυκνό κι ανακατωμένο, ενώ το παρελθόν κροκιδώνεται σιγά σιγά: κάτι καθιζάνει, κάτι ανεβαίνει στον αφρό, διαχωρίζονται το λάδι, το νεράκι, η φωτιά, η σκόνη, κάτι στάχτες. Και το κοιτάς και λες: να το ένα, να το άλλο, να αυτό ήταν εκείνο και το άλλο ήτανε — βεβαίως — κάτι άλλο. Και αν είσαι και τέτοιος τύπος, ίσως μπορεί να πεις ότι έχεις την ερμηνεία των αναλογιών, των κράσεων και των μίξεων, της πλησμονής και της κένωσης, πώς αλληλεπίδρασαν και πώς αντέδρασαν οι ουσίες και τα υλικά και πώς κάτι κατέλυσε τις μεταξύ τους αντιδράσεις. Άλλωστε, in hindsight, everything makes sense. Σημασία έχει, όπως κάθε φορά βεβαίως, να μην μπαίνουν οι αφηγήσεις πάνω από την αλήθεια. Άλλωστε η απάντηση του Χριστού στο «τι δ’ εστί αλήθεια» είναι η σιωπή. Σιωπή που μπορεί να σημαίνει «you can’t handle the truth»· που μπορεί να σημαίνει «τέτοια ώρα, τέτοια λόγια»· που μπορεί να σημαίνει «πόση ώρα έχουμε στη διάθεσή μας;»· που μάλλον σημαίνει «μ’ έφερες εδώ να με κρεμάσεις, δεν είμαστε για συζητήσεις περί αλήθειας».

Αυτές οι μέρες έχουνε μια πυκνότητα. Κάπως θα οσμωθεί το περιεχόμενό τους με όσα βρίσκονται πίσω από τη λεπτή μεμβράνη χωρίζει το παρόν από το μέλλον. Η άνοιξη έρχεται όχι σαν κύμα από Νότο προς Βορρά που κάνει κερασιές να ανθίζουν και πόλεις να μυρίζουν αλλόκοτα και μαυλιστικά, παρά σαν κλεφτης μέσα στη νύχτα, για να σου αδειάσει το σπίτι, συνήθως από τη σαβούρα.

Κι όπως όλες οι μοντέρνες ιστορίες, κάθε ιστορία, κι αυτή εδώ, θα κλείσει με μια απογείωση. Στην προσγείωση θα περιμένει την έναρξή της μια καινούργια. Κι ενδιάμεσα υπάρχει η πτήση, ο τάχα μου μετεωρισμός πάνω από μια θάλασσα ωραία κι αφράτα, σχεδόν στέρεα, σύννεφα.

Φωτογραφίες

Alice Russell 1

Ξεκίνησε να τραβάει φωτογραφίες με μια Ζενίτ, την έχει ακόμα, κανείς πια δε θυμάται τι είναι η Ζενίτ. Μετά σταμάτησε. Δεν μπορούσε να βρει θέματα, δεν τον άφηνε η λαιμαργία της όρασης να σταθεί πίσω από τον καθρέφτη της ριφλέξ του.

UCL

Μετά από χρόνια ξανάρχισε σιγά σιγά. Δεν ήξερε αν ήθελε να φτιάξει αρχείο ή να αιχμαλωτίσει το φως, που τον παίδευε από παιδί. Δεν ήξερε αν ήθελε να καταστρατηγήσει τη λήθη ή να στήσει κάδρα. Ίσως και αυτά αλλά και άλλα πολλά.

Readiness

Τον προβλημάτιζε ότι οι φωτογραφίες δεν ήτανε πια υλικές. Στο γραφείο του επάνω είχε μία φωτογραφία από δύο σημεία του κόσμου: το ένα μύριζε ξύλο και χαρτί και του υπενθύμιζε να είναι αυτός που είναι και κανένας άλλος. Το άλλο ήταν από μια μέρα που ανακάλυψε την καταγωγή του και την ιστορία του μέσα από την όψη, μέσα από το να ξαναδεί σαν να μην είχε ξαναδεί τις αχανείς γειτονιές της πόλης του.

Bus station morning

Ειδικευόταν στα άδεια τοπία. ‘Γεωμετρικά’ θα τα έλεγες αν ήθελες να τον κολακέψεις, ‘έρημα’ αν ήθελες να είσαι ειλικρινέστερος. Δεν υπήρχαν πουθενά άνθρωποι, παρά από μακριά και σαν σκιές μακρινές, σα μέρη του τοπίου, σαν προσχήματα ή σαν πλήθη. Πολλές φορές σε αφύσικες στάσεις τζακομεττικές ή από παραστάσεις του Μπέκετ και νουβέλ βαγκ, σαν εκείνον τον αγκυλωμένο από τους Αστούς του Καλαί.

 To the left, the North

Άλλοτε τράβαγε λεπτομέρειες. Πολύ τον δυσκόλευαν τα πορτραίτα. Τράβαγε ανόργανες και σχηματικές λεπτομέρειες. Φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά.

 Brussels

Μετά αποφάσισε να τραβήξει ανθρώπινες μορφές. Όχι πορτραίτα, τα πορτραίτα περιέχουνε βλέμματα, τα βλέμματα καίνε το κάδρο και, όταν δεν καίνε, τότε παρασύρουνε το βλέμμα σου σε γραμμές φυγής δικές τους. Απευθύνθηκε σε φίλο καλλιτέχνη, του βρήκε μοντέλο. Το μοντέλο τον τρόμαξε.

At the sign of the pale white disc
Απευθύνθηκε σε φίλη, όμως η φίλη ήθελε να τη βγάλει όμορφη, αλλά αυτός δεν είχε τέτοιους σκοπούς γιατί έψαχνε πάνω στο σώμα λεπτομέρειες: φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες. Κυρίως σκιές, θολές κατά προτίμηση. Παιχνίδια με το φως, απατηλά. Και όσα υπαινίσσονται τα μικροσκοπικά αλλά απέραντα τοπία των σωμάτων: κόπωση, πόθο, ηλικία κι απειρία, γαλήνη, σοφία, πόνο, καρτερία και πλησμονή, φροντίδα, περηφάνεια και το κενό της αναμονής. Ιστορία και βιολογία. Ελευθερία.

New Year at Els Quatre Gats II
Καμμιά φορά θα ήθελε να βλέπει άλλα από εκείνα που βλέπει, όμως όσα αναλώσιμα παγιδεύουν οι πρόθυμοι σένσορες, τώρα που η πιο ακριβή χημεία των φιλμ χάνεται του λένε να κοιτάξει και όσα φωτογραφίζει.

Working
Κι εξακολουθεί να θεωρεί τους ανθρώπους τα πιο ευφρόσυνα τοπία.

 liberty

Χωρίς φωτό

Τα τοπία εδώ που είμαι είναι σαν την ίδια την άνοιξη: πολύ μα πολύ εφήμερες υποθέσεις, αφού υπάρχουνε για μία με δύο εβδομάδες, μέχρι να επέλθει η Μεγάλη Ζέστη (Μάιο με Οκτώβριο) και να τα κατακάψει όλα, να μαράνει τα πάντα, να ερημώσει το στείρο χώμα από κάθε ίχνος πόας, αναδεικνύοντας τα καύκαλα της γης από κάτω, κάτι ασβεστόλιθους και πωρόλιθους και γρανίτη με εμφυτευμένα δέντρα ασθενικά και ταλαίπωρα. Αν έχει βρέξει, τα τοπία εδώ μπορεί και να ζήσουνε για ένα, ενάμιση μήνα. Μόνον η θάλασσα είναι αμετάβλητη, δηλαδή περιμένει τη Μεγάλη Ζέστη για να δοξαστεί το ηγεμονικό και μεταλλικώς απλοειδές μπλε της, το πράσινό της που παριστάνει τη διαφάνεια. Αλλά τη θάλασσα, την ἀτρύγετο, ποτέ δεν την αγάπησα πολύ.

Κι έτσι ονειρεύομαι την Κρήτη, με τα λουλούδια της και τα Λευκά Όρη. Το Μέτσοβο και το Ανήλιο, ούτε που τολμώ: ό,τι είναι μακρινό μου δεν τολμώ καν να το ποθώ συνήθως.

Κι όμως τα εφήμερα αυτά τοπία, έχουνε τη δική τους δόξα. Όπως οι ελαφρώς λιγότερο εφήμερες ζωές μας. Καμμιά φορά λάμπουν κι αστράφτουν. Κοιτάζεις τον χάρτη και λες «πού είμαι;». Κάπου ανώνυμα, κάπου όπου έχεις ξαναπάει και δε θυμάσαι. Οι χάρτες όλο τέτοια μικρά ψέματα λένε. Οι χάρτες σε κάνουν να πιστεύεις ότι γνωρίζεις κι ότι εποπτεύεις, ενώ αποσιωπούν τα πιο σπουδαία, τα πιο πραγματικά (όσα καρφιτσάκια-πινεζάκια και να τους καρφώσεις) και σίγουρα τα πιο όμορφα: τις στιγμές σου, τις μικρές, τις εφήμερες, ομορφιές που δε βλέπει κανείς χαρτογράφος, κανείς τοπογράφος, κανείς δορυφόρος.

Λόγου χάρη: τον τρελό χορό τρελών χελιδονιών. Τα περιστέρια ας είναι σύμβολα της Θεότητας, του Αγίου Αθανάτου, των μεγάλων και ωραίων ιδανικών: τα χελιδόνια δε θα γίνουνε ποτέ σύμβολα, θα ζούνε πάντα μέσα στον τρελό χορό της χαράς τους, ερωτευμένα και γοργόφτερα, παίζοντας και μεγαλώνοντας μικρά, χτίζοντας και παίζοντας με τον αέρα. Τα χελιδόνια θα είναι άνθρωποι.

Λόγου χάρη: χωράφια από κριθάρι ήδη ώριμο, που σταματούν στη θάλασσα. Μια χαρουπιά στη μέση.

Και μετά, η θάλασσα, αυτή η απεραντοσύνη αλατόνερου, αχανής σα θάνατος, σχεδόν ευγενική.

Woburn Place

tumblr_m0467sMcVo1qz6f9yo1_500

Το 1997 ή το 1998, δε θυμάμαι πια, ο Κινέζος πρόεδρος επισκέπτεται το Λονδίνο. Είναι χειμώνας πάντως. Αρθρώνονται και τυπώνονται κάποιες φωνές διαμαρτυρίας, δεν έχει ξεχαστεί η Τιεν Αν Μεν ακόμα, οι Κινέζοι δεν είναι (ακόμα) φίλοι μας. Για να μην είμαι καλός με τους Άγγλους — ποτέ δεν είμαι — είναι και το Χονγκ Κονγκ που έχει αλλάξει χέρια το καλοκαίρι του ’97, υπάρχουν ανησυχίες για το μέλλον της δημοκρατίας στην πρώην αποικία. Την ώρα της παράδοσης της πόλης-κράτους στη μητέρα Κίνα τον Ιούλιο του ’97, άνοιξε ένα παράθυρο στο Hong Kong House, κάπου προς Σόχο μεριά ήτανε, νομίζω, βγήκε ένα χέρι, άρπαξε την αποικιακή σημαία του Χονγκ Κόνγκ όπως αδράχνεις παντελόνι που στέγνωσε στο πιο μακρινό σκοινί της απλώστρας πάνω από τον ακάλυπτο, μην τυχόν και πέσει, την τράβηξε μέσα και έκλεισε το παράθυρο. Πάντως στην επίσκεψη του Κινέζου προέδρου τα μέτρα ασφαλείας ήταν εκτεταμένα και ζόρικα.

Περιμένανε διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις λοιπόν, τα μέτρα ασφαλείας ήταν αυξημένα. Εγώ είχα πάει να δω τον φίλο μου τον ρεθεμνιώτη κι ανεβαίναμε τo Woburn Place, εκεί μεταξύ Coram St. και Tavistock. Φορούσα το μακρύ μαύρο παλτό που έχω ακόμα (τι χρήση να κάνεις ένα παλτό στη Μέση Ανατολή) και κρατούσα μια καλά τυλιγμένη ομπρέλα, από τις μπαστουνέ με την επικίνδυνα οξυγώνια μύτη. Συζητούσαμε γκομενικά με τον ρεθεμνιώτη (τέλος πάντων, όχι ακριβώς αλλά stet, δε γαμιέτ’). Τότε, αλλά ακόμα και τώρα πολλές φορές, περπάταγα κοιτώντας κάτω, η ξαδέρφη μου με κορόιδευε γι’ αυτό.

Σε μια στιγμή αλλόκοτης ησυχίας σηκώνω το βλέμμα, έρημο το Woburn. Κοιτώντας προς τη μεριά του Γιούστον διακρίνω περιπολικά και μοτοσυκλέτες. Πολλά περιπολικά και πολλές μοτοσυκλέτες. Είπαμε, «ζόρικα κι εκτεταμένα» μέτρα. Στεκόμαστε και λέω στον ρεθεμνιώτη: «ο Κινέζος!». Τα περιπολικά και οι μοτοσυκλέτες περνάν από μπροστά μας αλλά Κινέζος πουθενά. Από μακριά βλέπω να έρχεται τώρα ένα μαύρο αυτοκίνητο, χαρακτηριστικά και γνώριμα κακοσχηματισμένο, με το λάβαρο της βασίλισσας πάνω στον ουρανό του. «Όχι, ρε, η Λιζ είναι», λέω, ακολουθώντας το χούι των λονδρέζων αντιμοναρχιστών συμφοιτητών μου που μετέστρεψε στην κληρονομική ελέω Θεού βασιλεία ο θάνατος της Νταϊάνας και οι ασταμάτητοι λαϊκοί θρήνοι και κοπετοί σε δρόμους, πλατείες, κανάλια, εκκλησίες και παμπ. Το μαύρο αυτοκίνητο πλησιάζει. «Πού;», ρωτάει ο ρεθεμνιώτης. «Εκεί ρε μαλάκα», του λέω, σηκώνω την ξιφόμορφη ομπρέλα και δείχνω την Ελισάβετ Ουίνζορ, βασίλισσα και κεφαλή της Κοινοπολιτείας. Φορούσε κάτι σαν άσπρο πουλερικό γύρω της και, έχοντας μας πλησιάσει αρκετά, την είδα να με κοιτάζει καθόλου ατάραχη κατάματα μέσα από το τζάμι να τη σημαδεύω με την ομπρέλα. Δίπλα της καθόταν ο Έλλην πρίγκιψ Μάουντμπάτεν, και αιώνιος σύζυγός της, που δεν είχε πάρει πρέφα τίποτα. Ο ρεθεμνιώτης είδε κι αυτός τη γιαγιά των δύο ενωμένων βασιλείων και απότομα κοίταξε δεξιά «Σραόσα!», φώναξε. Ενστικτωδώς κατέβασα την ομπρέλα, ενώ το κακάσχημο αυτοκίνητο των δύο προνομιούχων ηλικιωμένων μάς είχε ήδη προσπεράσει. Ρώτησα τι έγινε. «Σε αγριοκοίταξαν κάτι αστυνομικοί», μου είπε, «ένας επιβράδυνε κιόλας».

Ήμουνα τυχερός. Απλώς με αγριοκοίταξαν. Δεν έγινε κανένα λάθος. Δεν οπλοφορούσαν. Δεν πανικοβλήθηκαν από τον μελαχρινό μαυροφόρο με τη σχεδόν βουλγάρικη ομπρέλα. Δεν υπήρχε λόγος να φοβηθεί κανείς μια ομπρέλα που σημάδευε τον αρχηγό του κράτους (κι αυτού και άλλων). Δεν είχε έρθει η ώρα που η ασφάλεια υπερκέρασε την ελευθερία. Δεν είχε έρθει η δικαιολογία να υπερτερήσει επιτέλους η υστερία. Δε με λέγανε Ζαν Τσαρλς, εν πάση περιπτώσει. Αυτά ήτανε για τον επόμενο αιώνα.

Από την Ελλάδα του Χαστουκόδεντρου

Κάθησα να δω το ‘Δεμένη κόκκινη κλωστή’. Άντεξα περίπου δέκα λεπτά: το εμφυλιοπολεμικό θέαμα είναι πια υπερβολικά επίκαιρο σε μια χώρα στης οποίας τα σύνορα πεθαίνουν εκατοντάδες άμοιροι άνθρωποι, στους δρόμος της οποίας αλωνίζουνε συμμορίες ναζιστών ενώ η αστυνομία της έχει αφοσιωθεί στη στυγνή καταστολή, που μέσα στις εφημερίδες της πίνουνε καφέ και γράφουν άνθρωποι έτοιμοι για όλα, έτοιμοι να δικαιολογήσουνε τα πάντα προκειμένου να γλυτώσουμε από την ανομία και την «ακροαριστερή βία».

Για μια φορά ακόμα σκέφτηκα το προφανές: δεν υπάρχουνε δύο άκρα. Υπάρχει η πλευρά των λίγων, προνομιούχων και καλά οπλισμένων που επιτίθεται. Υπάρχει και η πλευρά των πολλών που υφίστανται την κατακρεούργηση, την εξαθλίωση, τη σύνθλιψη, την υποδούλωση (το «εξανδραποδισμός» ακούγεται σαν ανεπίτρεπτη καλλιέπεια πια) και την καταπίεση. Κάποιοι από τους πολλούς αμύνονται. Τότε είναι που οι λίγοι επικαλούνται τη μεσότητα, τη σωφροσύνη, την κοσμιότητα, την πραότητα, τη μετριοπάθεια. Συνήθως δι’ αντιπροσώπων.

Μετά την αποτυχημένη απόπειρά μου να δω την ταινία, ξαναθυμήθηκα το ‘Χαστουκόδεντρο’ του Άρη Μαραγκόπουλου. Τελειώνοντας τη δική μου ανάγνωση του βιβλίου πριν λίγο καιρό αποκόμισα έντονα, έκτυπα σχεδόν, δύο συμπεράσματα. Ενδεχομένως ‘συμπεράσματα’ να είναι ο λάθος όρος: επρόκειτο για κάτι βαθύτερο και σαφέστερο από ‘εντυπώσεις’, αλλά και πιο υπόρρητο και υπαινικτικό από τα ‘συμπεράσματα’ στα οποία καταλήγει κανείς μελετώντας π.χ. μια μονογραφία ή μια ιστορική πραγματεία.

Το πρώτο συμπέρασμα το υπαινίχθηκα ήδη: μεγάλωσα σε μια οικογένεια και σε μια κοινωνία στις οποίες οι μακρινές και ξορκισμένες (νομίζαμε) αναμνήσεις του Εμφυλίου και του ζόρικου 1950-1967 αποδίδονταν σε «φαγωμάρες για τα πολιτικά», λες και τα πολιτικά είναι κάποιου είδους βίαιο και υψηλού ρίσκο ποδόσφαιρο, όπου εξ ορισμού κανείς δεν έχει δίκιο ή άδικο. Άκουγα για τη «διχόνοια της φυλής» που γεννάει εμφυλίους και διχασμούς, λες και επρόκειτο για λ.χ. τη βρώση ζωικού λίπους και κατάποση άφθονων ποσοτήτων αλκοόλ που κουτσουρεύουν τα προσδόκιμα ζωής των λαών του ευρωπαϊκού Βορρά: ενός είδους πολιτισμική ιδιορρυθμία. Μιλούσανε για «τους μεν και τους δε», λες και ο θίασος των βλαχοαστών που παρελαύνουν από το Χαστουκόδεντρο (και την Ελλάδα του ’50, του ’60 και του ’70) είναι εξίσου ισχυροί και προνομιούχοι με τον ακτήμονα, τον εργάτη του Μαντζάκου, ή και τον πατέρα μου, γιο τυπογράφου που είχε φάκελο (αν και με περιεχόμενα διόλου ηρωικά ή αγωνιστικά). Με δυο λόγια: η ισότιμη κι ισοβαρής αντιπροσώπευση των δύο «παρατάξεων», «άκρων» αν θέλετε, είναι μαζί μας από τη δεκαετία του ’40: ίσα κι όμοια ο κατσαπλιάς κι ο αντάρτης με τον ταγματασφαλίτη και τον χίτη — με το αόρατο Κέντρο να απαρτίζεται από όσους ήσυχα έκαναν αντίσταση μέσα στη φαντασία τους. Ο νεόπλουτος μαυραγορίτης ή από τα περιουσιακά εξοντωμένων Εβραίων ίσα κι όμοια με τον εξόριστο και βασανισμένο κομμουνιστή κι «ιδεολόγο» — ενώ το φαντασιακό Κέντρο στελεχώνεται με δηλωσίες, φιλήσυχους νομοταγείς, «οικογενειάρχες». Και πάει λέγοντας. Και εν πάση περιπτώσει, το  Χαστουκόδεντρο τα λέει τάξεις μεγέθους καλύτερα από μένα.

Το δεύτερο συμπέρασμα: το Χαστουκόδεντρο είναι πανοραμικό, πολυφωνικό βιβλίο. Όταν λέω πολυφωνικό εννοώ γνήσια πολυφωνικό, με την μπαχτινική έννοια: οι πολλές φωνές που αρθρώνονται δεν συγκλίνουν προς μία και δεσπόζουσα ερμηνεία είτε της βασικής πλοκής είτε του ελληνικού πανοράματος που πλαισιώνει την πλοκή. Ίσα-ίσα, οι φωνές εξακτινώνονται τελικά, αφού συνδιαλεχθούνε μεταξύ τους, λοξά συνήθως, αφού η μία — μερικώς και ημιτελώς πολλές φορές — απαντήσει στην άλλη. Αποτελεί κείμενο γεμάτο τάσεις και εντάσεις μεταξύ όχι αντιθέτων αλλά ανάμεσα σε διακριτές αποχρώσεις, διαθέσεις και (σίγουρα) αρχές: έρωτας και πολιτική, Ελλάδα και αλλού, Ωνάσης και Πάππας, Μπελογιάννης και Λαμπράκης, ελευθεριακότητα και κομματικός αυταρχισμός, αίμα και γέλιο, επαρχία και Αθήνα, εστεμμένοι και σελέμπριτυ, Σπυριδούλα και…  — και πάει λέγοντας. Μέσα από αυτό το πολυφωνικό και πολυπρισματικό έργο (ασυνήθιστα τεκμηριωμένο σε κάποια σημεία, ανέμελο μυθοπλαστικά σε άλλα) συντίθεται μια εικόνα πολύ ενδιαφέρουσα, όσο και ανησυχητική: αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα μετά το 2008, αυτό που ο Rakasha συζήτησε με όρους της ‘κατάστασης εξαίρεσης’ του Agamben, δεν είναι καθόλου μα καθόλου κατάσταση εξαίρεσης, παρά το business as usual της εκάστοτε άρχουσας τάξης. Της εκάστοτε άρχουσας τάξης (πείτε τους ‘διαπλεκόμενους’ ή ό,τι άλλο) που μόνον προσχηματικά ενδιαφέρεται για εργασιακά, πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα, η οποία τιμά τους δημοκρατικούς θεσμούς με τον τρόπο που χειρίζονταν οι παλιοί αγρότες την κρεωφαγία: ως δαπανηρή και ίσως περιττή πολυτέλεια.

Με αφορμή την Κύπρο

Τρεις σημειώσεις, χωρίς όμως κάποια συμπεράσματα

Σημείωση πρώτη:

Στην Κύπρο οι ηγεσίες έχουν ως πάγια τακτική τους να παρουσιάζουν συμφωνημένες ή μόνιμες διευθετήσεις για προσωρινές. Πέντε παραδείγματα μόνο:

α) Η διχοτόμηση της Λευκωσίας το 1957, με μια πράσινη γραμμή στο χάρτη, παρουσιάστηκε από την αποικιακή κυβέρνηση ως προσωρινή λύση, μέχρι να καταλαγιάσουν οι δικοινοτικές ταραχές. Αυτά σχετικά με τα τετελεσμένα.

β) Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος μετά τη Ζυρίχη παρουσίασε την ανεξαρτησία ως ένα προστάδιο της ένωσης με την Ελλάδα. Δεν επρόκειτο για ρητορικό εύρημα: αυτή ακριβώς υπήρξε η πολιτική των ηγετών της ελληνοκυπριακής ηγεσίας αλλά και διάφορων παρακρατικών και παραστρατιωτικών οργανώσεων μέχρι και το 1974. Αυτά σχετικά με το Σύνταγμα της Ζυρίχης «που δε δούλευε».

γ) Οι πρόσφυγες του 1974 έμειναν σε αντίσκηνα για πολύ περισσότερο από όσο ήταν αναγκαίο, αφού η πολιτική ηγεσία δεν είχε σκοπό να τους στεγάσει σε οικισμούς, πράγμα το οποίο τελικά αναγκάστηκε να πράξει. Ο λόγος ήταν ότι το θέαμα των σκηνιτών θα συγκινούσε τη διεθνή κοινή γνώμη ώστε να τερματίσει την τουρκική κατοχή, η οποία, έτσι κι αλλιώς, ήτανε μια προσωρινή και ανώμαλη κατάσταση. Αυτά σχετικά με τον ρεαλισμό ή με τη χρήση των οδυνών.

δ) Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος και το ΑΚΕΛ καλούσαν τους Ελληνοκύπριους να καταψηφίσουν το σχέδιο λύσης του 2004 γιατί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2004 θα δίνονταν πάρα πολλές ευκαιρίες για μια καλύτερη, «ευρωπαϊκή» λύση του Κυπριακού. Μέχρι το 2013 δεν έχει αναφανεί καμμία, απεναντίας η διχοτόμηση έχει πλέον αμετάκλητα παγιωθεί με τους χειρότερους δυνατούς όρους για την ελληνοκυπριακή πλευρά. Αυτά σχετικά το Κυπριακό.

ε) Μετά το παραλίγο κανόνι της Λαϊκής Τράπεζας, αφού ο Βγενόπουλος τη φόρτωσε ελληνικά ομόλογα που εν συνεχεία κουρεύτηκαν, η κυβέρνηση Χριστόφια εφάρμοσε εισπρακτικά μέτρα και περικοπές για να εξευμενίσει τον επερχόμενο Μολώχ της τρόικας. Ο νεοεκλεγείς Αναστασιάδης επέλεξε να αφανίσει τον τραπεζικό τομέα, τη βασική πηγή πλούτου της Κύπρου μαζί με τον τουρισμό, και όχι να βγάλει τη χώρα ηρωικώς από το ευρώ — μια λύση πιθανότατα λιγότερο ζημιογόνα από αυτήν που επιλέχθηκε. Αυτά σχετικά με την προσδοκία να γεμίσει το νησί φωτοβολταϊκά και φυσικό αέριο (που δε θα διαρπάξουν οι ισχυροί της περιοχής και της γης).

Σημείωση δεύτερη:

Αντιλαμβάνομαι, όπως και κάθε τίμιος άνθρωπος, τις εγκληματικές ευθύνες της Ελλάδας για το τι συμβαίνει στην Κύπρο τα τελευταία 60 χρόνια. Η Ελλάδα άλλωστε συμπεριφέρεται σταθερά, μέχρι και σήμερα, ως ιδιότυπα νεοαποικιακή δύναμη στο νησί. Παράλληλα, ο σεφεριάζων λυρικός κυπροφετιχισμός μας ούτε ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ούτε εξυπηρετεί κανέναν — πολύ περισσότερο τους Ελληνοκύπριους.

Όσο κι αν μας κάνει μια τέτοια εικόνα να βουρκώνουμε και να ανατριχιάζουμε, οι Ελληνοκύπριοι δεν είναι ούτε λαός ηρώων (ή αγυρτών), ούτε ακρίτες κανενός. Δεν είναι τα απόπαιδα της Ελλάδας, παρά ένας μικρός, εξαρτημένος κι ανυπεράσπιστος λαός σε ένα πολύ συγκεκριμένο γεωπολιτικό και ιστορικό περιβάλλον που συνοψίζεται ως «αποικιοκρατία, Μέση Ανατολή, ελληνισμός, δεξιά βαρβαρότητα».

Σημείωση τρίτη:

Το βίαιο ξύπνημα των Ελληνοκυπρίων τον Μάρτιο του 2013 συνοδεύτηκε με απότομο, βαθύ και, ενδεχομένως, μόνιμο ρήγμα στην έως τώρα τυφλή πίστη τους στους θεούς του κεφαλαίου και των «επενδύσεων». Στις αντιμνημονιακές («αντιαποικιακές», καλύτερα) συγκεντρώσεις για πρώτη φορά κυριάρχησαν αντικαπιταλιστικά συνθήματα.

Αυτά συνέβησαν σε μια χώρα όπου «βγαίνω στους δρόμους» σήμαινε «κραδαίνω ελληνικές σημαίες για να διαλαλήσω τον ελληνισμό μου ή και το πόσο θύμα είμαι». Αυτά επίσης συνέβησαν σε μια χώρα χωρίς κοινοβουλευτική Αριστερά, αφού το ΑΚΕΛ τοποθετείται πολιτικά περίπου όπου και η ΔΗΜΑΡ αλλά και με τον τρόπο της ΔΗΜΑΡ. Όμως ας αναλάβουν άλλοι να εξηγήσουν το προφανές: ότι το ΑΚΕΛ είναι ένα κατεστημένο που λειτουργεί σαν κομμουνιστικό κόμμα και που απλώς στέκει ως αντίπαλο δέος απέναντι στη νεοφεουδαρχική Εκκλησία της Κύπρου.

Για τη στήλη ‘Blogs in print’ της Ελευθεροτυπίας της 30.III.2013

Πατρίδες

Από μικρός τρωγόμουνα να φύγω. Στα 15 μου έγραψα ένα ποίημα (από αυτά που έκαψα στην μπανιέρα του πατρικού μου, χρόνια μετά) με τίτλο ‘Φυγή’. Δε με χώραγε το σπίτι, δε με χώραγε η Αθήνα, δε με χώραγε η Ελλάδα. Ή έτσι νόμιζα ο έρμος. Ξημεροβραδυαζόμουν πάνω από άτλαντες και χάρτες, έβλεπα road movies, δοκίμαζα φαγητά από αλλού.

Έψαχνα να μιλήσω με ξένους, να καταλάβω τι είναι ανθρώπινο και τι απλώς ελλαδικό: βρήκα έναν Σέρβο αγιογράφο, Κύπριους συμφοιτητές, έναν Άγγλο παπά πιτσιρικά και τη γυναίκα του, μια αμερικάνα ζωντοχήρα με παιδί που ήθελε να πηδηχτούμε, μια ομογενή κοπελιά που είχε γεννηθεί και μεγαλώσει στη Σαουδική Αραβία, έναν ελληνοαμερικανό συνομήλικο, έναν Ολλανδό χαουζά, τον ελληνορουμάνο κολλητό (τζίνιους), τον ελληνογαλλοτσέχο φίλο του (δημοσιογράφο), τον ελληνοπολωνό φίλο του (σούπερ καλλιτέχνης), τον ομογενή από Βουλγαρία φίλο του (μου χάρισε το δώρο του να διαβάζω κόμικ), μια Λονδρέζα που φασωθήκαμε: δύσκολα έβρισκες ξένους στην Αθήνα τότε.

Στον ύπνο μου έρχονταν (και έρχονται και θα έρχονται) ο Ταΰγετος, η Αλάσκα, ο λαβύρινθος που λέγεται μεγαλούπολη, η ησυχία του δάσους, το λοξό φως του Βερμέερ (αργότερα έμαθα κι άλλους), χώρες με τετράμηνους χειμώνες.

Τελειόφοιτος πήγα στη Γαλλία. Την επόμενη χρονιά στο Λονδίνο. Η άφιξη περιγράφεται εδώ:

… ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το ‘κυριολεκτικά’ μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: «Don’t be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself.»

Για χρόνια έλεγα ότι στην Αγγλία έγινα άνθρωπος. Όχι επειδή μού έδωσε τα φώτα του το κακομοιρονήσι, όποιος έχει ζήσει εκεί εκτός ελληνικών γκέτο έστω και 2 μήνες, ξέρει πολύ καλά τι εννοώ. Όχι μόνον επειδή επιτέλους έφυγα μακριά από όσα δε με χώραγαν. Έγινα άνθρωπος γιατί ξεκίνησα εκεί να μαθαίνω να είμαι ο εαυτός μου, όχι αυτό που οι άλλοι νόμιζαν ή περίμεναν από εμένα. Γιατί έμαθα ότι είμαστε αυτοί που είμαστε και τα υπόλοιπα είναι προσχήματα, δικαιολογίες και μεταμέλειες περιττές και μάταιες: με αυτό που είμαστε πρέπει να δουλέψουμε, όχι με την προσδοκία να γίνουμε κάποιος άλλος ή κάτι άλλο.

Στην Αγγλία, μια εποχή που είχα βεβαιωθεί ότι δε θα επέστρεφα ποτέ στην Ελλάδα, ανοικοδόμησα τη δική μου Ελλάδα από το μηδέν. Μουσικά στην αρχή, με τις ‘Εικόνες’ της Βενετσάνου και με Τρύπες (τη ‘Νύχτα των άλλων’ και το ‘Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι’). Μετά μαγειρεύοντας. Μετά ξαναδιαβάζοντας δειλά ποίηση και μυθιστόρημα ελληνικό (ας ειν’ καλά η Ζ.). Μετά κάνοντας παρέα με Έλληνες που δεν ήταν Ελληνάρες της Αγγλίας, που δεν ήταν κωλόπαιδα Βου-Που-κι-απ’-αλλού με όλο το sense of entitlement της οικουμένης. Μετά αναπολώντας, βασανιστικά, ατέλειωτα, επώδυνα κι ατελώς την Αθήνα. Αυτό το τελευταίο ήτανε μια κόλαση σαν του πόθου: το μεσοδιάστημα μεταξύ όσων αναπολείς λιγάκι και όσων, μάταια ίσως, προσδοκάς κρυφά, το μεσοδιάστημα που κυρίως αντηχεί από την πλαστή νηνεμία μεταξύ τους.

Το Λονδίνο το ερωτεύτηκα. Το απομυθοποίησα όταν αντίκρυσα τη Βοστώνη: ένα Λονδίνο πιο καλά καμωμένο, αμερικάνικα φτιαγμένο (αλλά πολύ πιο πληκτικό). Στη Νέα Υόρκη το Λονδίνο το απολησμόνησα: αγόρασα κι ένα δαχτυλίδι όταν ξαναπήγα εκεί και είπα: «εδώ θα αποφασίσεις, με αυτό το δαχτυλίδι, να αλλάξεις τη ζωή σου». Έκανα έναν αρραβώνα μεταξύ του εαυτού μου και της ζωής μου. Και φόρεσα το δαχτυλίδι.

Στη Νέα Υόρκη δε θα ζήσω ποτέ. Το Λονδίνο το λέω ακόμα ‘πατρίδα’. Όπως και την Ολλανδία των λίγων ευτυχισμένων εβδομάδων, σκορπισμένων εδώ κι εκεί. Την Ελλάδα την ξανάφτιαξα μέσα μου από την αρχή.

Αλλ’ όμως άνθρωπος, λέει, έγινα στο Λονδίνο.

Παστουρμάς. Βότκα. Πλάνες. Σεξ.

Μετά από 10 ώρες δουλειάς, ικανοποιημένος, αν και με διαλείμματα για φαγητό (μεσημέρι: αυγά με παστουρμά Μιράν, μια δική μου μαντλέν που μετά σε διαποτίζει και σε κάνει να ψιλοζέχνεις· βράδυ: ψευτοπαέγια) και επουσιώδεις παρεμβάσεις στο φέισμπουκ, έχοντας τελειώσει κάτι έστω και λίγο, λέω να κάτσω να γράψω κάτι βαρυσήμαντο. Βάζω μια βότκα με πολύ πάγο, ρίχνω και μισό παιδικό χυμό του ανιψιού μέσα.

Λέω να κάτσω να γράψω ότι μια βασική πλάνη είναι να αντιλαμβάνεσαι τις διαφορές ως αντιθέσεις, ως αντιθετικά ζεύγη: να αντιλαμβάνεσαι το διαφορετικό ως το αντίθετο. Λέω να κάτσω να γράψω κάτι ερωτογραφικό από αυτά όπου μπερδεύονται γλυκά παρελθόν και παρόν και μέλλον σε δωμάτια κλειστά με φως λοξό, ανάμνηση κι επινόηση και φαντασίωση, γυναίκες που έχω και είχα και δεν είχα και δεν έχω, μια μια, δυο δυο, στην μπανιέρα κι αλλού. Όμως επιστημολογία, παστουρμάς και έρως δεν πάνε μαζί. Ιδίως παστουρμάς και έρως. Όσοι έχετε φάει παστουρμά, ξέρετε. Ξέρετε καλά.

Κι έτσι λέω να δω τι μου λέει να διαβάσω ο κόσμος στο φέισμπουκ. Και πέφτω πάνω σε αυτή τη μαλακία. Και να με συγχωρείτε που εκφράζομαι έτσι, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω ότι αυτά τα τριπλά λογικά άλματα στον πάγο, αυτά τα από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα, τα «αν η γιαγιά μου ήταν ο Τζίμης Πανούσης τότε θα είχα ρουλεμάν» δημοσιεύονται σε εφημερίδα, ενώ εγώ ο χατζημαλάκας (συγγνώμη και πάλι, παραφέρομαι, το ξέρω) κάθομαι και αγωνιώ και δουλεύω και ξαναδουλεύω τι θα γράψω κάθε δεύτερο Σάββατο;

Και με αυτές τις σκέψεις, επιστρέφω στη βότκα μου.