Μια αποσπασματική εικόνα

Η ζέστη στο διαμέρισμα των δικών μου ήταν κάπως παραπάνω από αφόρητη. Βγήκα στο μπαλκόνι τους, ακούμπησα στα κάγκελα και κοίταξα κάτω, στον δρόμο. Την είδα και την αναγνώρισα αμέσως: ήταν ίδια, ακριβώς όπως τον καιρό που άφησα τη γειτονιά των δικών μου πριν 16 χρόνια. Δεν ξέρω το όνομά της. Όταν πριν 25 περίπου χρόνια μετακόμισαμε, ήδη κυκλοφορούσε στη γειτονιά. Μία από τις γνώριμες φιγούρες του ελληνικού χωριού και των ελληνικών γειτονιών: το κάπως ελαφρύ και χαμογελαστό αλλά ντροπαλό κορίτσι που δε θα παντρευτεί κανείς. Το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι. Της το έβγαλε, λένε, με μολύβι κάποιος συμμαθητής στο σχολείο. Επειδή ήτανε χαζό, μας έλεγαν τότε.

Ήτανε, και είναι, ντυμένη είτε φτωχικά είτε σαν κόρη οικογένειας θρησκευάμενης — ακόμα δεν ξέρω ποιο από τα δύο, αλλά νομίζω και τα δύο. Τον καιρό που πρωτομετακομίσαμε στη γειτονιά πέρναγε πολλές ώρες στο γωνιακό μαγαζάκι της κυρα-Ελένης (ψυγείο Έβγα, τσιγάρα, αναψυκτικά): όταν πήγαινα για κανα θέλημα την έβρισκα συνήθως εκεί. Δεν ξέρω τι συζητούσε με την κυρα-Ελένη, ίσως απλώς να την άφηνε να κάθεται στο σκαμνάκι κοντά της για παρέα. Δεν ξέρω. Αργότερα έκλεισε το μαγαζάκι της η κυρα-Ελένη, πήρε σύνταξη, και δε βλέπαμε τόσο συχνά το κορίτσι με το βγαλμένο μάτι, συνήθως να περνάει μπροστά από το σπίτι πηγαίνοντας μάλλον στο δικό της. Πρέπει να μένει πολύ κοντά στους δικούς μου. Καμμιά φορά σταματούσε στον καινούργιο μανάβη στη γωνία και ψιλοκουβέντιαζε, στον Αλβανό μανάβη, όπου πολλοί ακόμα δεν πάνε, γιατί είναι Αλβανός. Μετά έφυγα από τη γειτονιά και την ξέχασα τελείως, μέχρι προχτές.

Τον καιρό που έμενα στη γειτονιά αναρωτιόμουν για την ερωτική ζωή αυτού του κοριτσιού. Προχτές σχεδόν βεβαιώθηκα, έτσι όπως την κοίταξα αφ’ υψηλού, ότι δεν πρέπει να υπάρχει, τουλάχιστον όχι όπως την ονειρεύονται τα κορίτσια. Είναι ένα με τρία χρόνια μεγαλύτερή μου, αλλά από ψηλά φαινόταν ακριβώς όπως πριν 25 χρόνια. Θυμήθηκα ότι τότε μου θύμιζε εκείνο το εντεκάχρονο παράλυτο κορίτσι στη Σάμο, την ύπαρξη του οποίου οι γονείς της, στενοί φίλοι συγγενών μου, είχανε καταφέρει να κρύψουν από τα μάτια του κόσμου για χρόνια — την είδαμε τυχαία το 1982, παρκαρισμένη μέσα στο οικογενειακό αμάξι να περιμένει ήσυχα να λήξει μια κοινή οικογενειακή εκδρομή.

Δεν ξέρω τι σημαίνουν αυτά. Τίποτε μάλλον.

Για την ερωτική ελευθερία

Δεν είμαι ιστορικός αλλά υποθέτω ότι όντως είναι βάσιμη η αντίληψη πως, εξαιτίας του Διαφωτισμού και της κληρονομιάς του, ο χώρος της ανθρώπινης ελευθερίας επεκτεινόταν σταδιακά από τη Γαλλική Επανάσταση και την κατάργηση της δουλείας μέχρι και πρόσφατα. Δε θέλω να μπω σε αναλυτική συζήτηση για το κατά πόσο τον τελευταίο καιρό ο χώρος της ελευθερίας απεναντίας συρρικνώνεται ή κατά πόσο, αντί να εδραιώνεται, η ελευθερία πλέον εκφυλίζεται σε φενάκη, καθώς οι δημοκρατικοί θεσμοί αποστεώνονται σε ένα πλέγμα προσχηματικών μηχανισμών, οργάνων και διαδικασιών.

Θέλω να μιλήσω για τον χώρο της ερωτικής ελευθερίας. Αφενός της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης και αφετέρου της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Να προσεγγίσουμε το θέμα αποφατικά, να διερευνήσουμε πρώτα πρώτα τι δεν είναι ερωτική ελευθερία. Οπωσδήποτε δεν είναι κυνισμός, ανευθυνότητα ή (για να θυμηθούμε κι έναν όρο εκθεσάδικο) ασυδοσία. Μέχρι εδώ κοινοτοπίες είναι αυτά, οι οποίες έτσι κι αλλιώς ισχύουν όταν μιλάμε για οποιαδήποτε μορφή ελευθερίας. Επίσης, πριν προχωρήσω, θέλω να κάνω την εξίσου κοινότοπη διευκρίνιση ότι άλλο η ίδια η ελευθερία και άλλο οι χρήσεις της. Συνεπώς, η ελευθερία του λόγου είναι, ή θα έπρεπε να είναι, απαραβίαστη και απόλυτη, ασχέτως αν κάποιος τη χρησιμοποιεί για να διαδίδει αστρολογικές προβλέψεις, χυδαιότητες ή και προπαγάνδα.

Εξετάζοντας το θέμα της ερωτικής ελευθερίας σε κοινωνίες στις οποίες υπάρχει ονομαστική ισότητα των φύλων και οριακή ανοχή σε μειονοτικές σεξουαλικές ταυτότητες, θα επιμείνω στην αναλογία με την ελευθερία του λόγου.

Οπωσδήποτε ο καθένας μας είναι ελεύθερος να σκέφτεται ό,τι θέλει. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητούμε αυτό που σκεφτόμαστε με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα όμως έγκειται στο εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία αυτά που σκεφτόμαστε. Εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου εν προκειμένω.

Αντίστοιχα λοιπόν, ο καθένας μας είναι ελεύθερος να επιθυμεί ό,τι θέλει, όποιον θέλει και όπως θέλει· αυτό μέχρι και η ρωμαιοκαθολική κατήχηση το αναγνωρίζει, αξιώνοντας λ.χ. από τους ομοφυλόφιλους μόνο να επιθυμούν, χωρίς ερωτοπραξία δηλαδή. Επίσης είμαστε σχετικά ελεύθεροι να συζητάμε τις επιθυμίες και τις συνευρέσεις μας με ανθρώπους εμπιστοσύνης μας, μέσα σ’ έναν στενό κύκλο. Το πολιτικό ζήτημα εδώ είναι εάν μπορούμε να συζητήσουμε δημοσία τα ερωτικά: εκεί βρίσκεται το κριτήριο της ελευθερίας της ερωτικής έκφρασης.

Επιπλέον, είμαστε ελεύθεροι να συνευρισκόμαστε ερωτικά με ανθρώπους ενός στενού κύκλου, ο οποίος είθισται να αποτελείται από ακριβώς έναν άνθρωπο. Λέω ‘είθισται’ επειδή η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, αντιμετωπίζεται για τους μεν άγαμους άντρες (κάθε προσανατολισμού) επιδοκιμαστικά, με ανοχή ή, το πολύ, με επιφανειακή αποδοκιμασία ενώ κατά κανόνα αποδοκιμάζεται για τους έγγαμους. Για τις γυναίκες βεβαίως η πολυγαμία, είτε ταυτόχρονη είτε διαδοχική, είναι γενικά κολάσιμη και αιτία στιγματισμού ή και καταδίκης: χαρακτηρίζεται συνοπτικά ως πουτανιά. Επομένως, το ουσιώδες πολιτικό ζήτημα εδώ είναι η αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας: το ζήτημα της ελευθερίας της ερωτικής πρακτικής.

Μιλάω λοιπόν για αυτοδιάθεση των ερωτικών επιθυμιών μας και όχι απλώς για ‘αυτοδιάθεση του σώματός μας’. Η αυτοδιάθεση του σώματός μας, αν και κάθε άλλο παρά κεκτημένο, αποτελεί και στοιχειώδη και θεμελιώδη προϋπόθεση της αυτοδιάθεσης της επιθυμίας. Ταυτόχρονα, η ερωτική επιθυμία είναι υπόθεση που πάει πολύ πιο πέρα από την απλή αυτοδιάθεση του σώματός μας. Ωστόσο, πολλά θέματα που θεωρούνται ζητήματα (σεξουαλικής) ηθικής είναι απόρροια του κατά πόσο είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε την αυτοδιάθεση του σώματος για όλους ανεξαιρέτως, είτε μιλάμε για το τι και πώς τρώμε, είτε για τη χρήση ναρκωτικών όπως το αλκοόλ και άλλα, για την εθελούσια εκπόρνευση, για το πώς ντυνόμαστε, για τα ερωτικά…

Υπάρχουν οπωσδήποτε ιστορικά, κοινωνικά αλλά και βιολογικά προσκόμματα στην ερωτική ελευθερία και στις δύο εκδοχές της (της έκφρασης και της πρακτικής). Φρονώ ότι δεν είναι παράγοντες ισχυρότεροι ή διαφορετικής φύσης από εκείνους που αντιστρατεύονται κάθε άλλης μορφής ελευθερία: σκεφτείτε λ.χ. το επιχείρημα των δουλοκτητών ότι, σε μια πρωτοβιομηχανική κοινωνία, η χειραφέτηση των δούλων θα ζημίωνε την αγροτική παραγωγή μεγάλης κλίμακας· σκεφτείτε τις αντιστάσεις και τις (βίαιες ενίοτε) αντιδράσεις απέναντι στη θρησκευτική ελευθερία, κ.ο.κ.

Πιο αναλυτικά, τη διάδοση και εδραίωση ουσιαστικής ερωτικής ελευθερίας τη δυσχεραίνουν αιώνες σεξισμού, οι οποίοι δικαιολογούν ή συγκαλύπτουν την αντρική πολυγαμία καταπιέζοντας ταυτόχρονα (με κάθε δυνατό τρόπο, θα έλεγε κανείς) πρώτα και κύρια τη γυναικεία φύση – αλλά και κάθε μειονοτική εκδήλωση της σεξουαλικότητας και της ερωτικής επιθυμίας. Υπάρχουν επίσης τα πολύ συγκεκριμένα και προφανή ζητήματα σεξουαλικής τιμής, κληρονομιάς και γνησιότητας των τέκνων. Υπάρχει και η πανίσχυρη φυσική ροπή της ζήλειας («σαν την αγάπη είσαι τόσο δυνατή»). Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. Στην εποχή μας μάλιστα, το ιδανικό των ανθρώπινων σχέσεων (ιδίως όπως προβάλλεται από τη βιομηχανία του θεάματος και παρά την καθημερινή εμπειρία) είναι ολιστικό: σε μια ουσιαστική σχέση υποτίθεται ότι ο ένας είναι τα πάντα για τον άλλο. Ωστόσο αγάπη, έρωτας και πόθος είναι τρία διαφορετικά πράγματα: δεν ταυτίζονται, απαντούν σε διάφορους συνδυασμούς και δε συνυπάρχουν απαραίτητα. Ταυτόχρονα, δεν ποθούμε απλή «πλησμονή και κένωση», δεν καυλώνουμε για αφηρημένες κατηγορίες, μεγέθη, υφές, χρώματα, μεμονωμένες φόρμες. Δεν ποθούμε καν σώματα. Ποθούμε ανθρώπους, ακόμα κι όταν εξαρχής τους ποθούμε για μια κι έξω και το ξέρουμε.

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. Βεβαίως μας διδάσκουν από νωρίς ότι σε κάθε ερωτική συνεύρεση, έστω και ευκαιριακή, ενυπάρχει η δυνατότητα μιας ‘ολιστικής’ σχέσης – κάτι που ακόμα και όσοι έχουμε πολύ περιορισμένη περί τα ερωτικά πείρα γνωρίζουμε ότι αποτελεί πλάνη. Ωστόσο η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Υπάρχει και άλλη μία οπτική γωνία, ας πούμε λίγο πιο ανθρώπινη: από όλες τις αφορμές για τις οποίες το κάνουν οι άνθρωποι, ποια είναι πιο ευγενής και πιο πολύτιμη από τον πόθο, την καύλα, τη λύσσα για τον άλλο; Κάποιο αντάλλαγμα, λ.χ. χρηματικό; η εξασφάλιση εύνοιας ή εξουσίας; το λεγόμενο συζυγικό καθήκον; το φιλάνθρωπο αλλά συγκαταβατικό χατίρι; Ενδεχομένως να είναι η επιθυμία της τεκνογονίας. Αλλά το αναπαραγωγικό σεξ είναι εξαίρεση για το είδος μας, όπως και για άλλα ανώτερα θηλαστικά. Επιστρέφοντας στην ηθική: αν υπάρχει ένας σοβαρός λόγος να το κάνουμε, είναι ο πόθος, η επιθυμία, η καύλα. Ο έρωτας για τον έρωτα, όχι για πετύχουμε ή να γίνουμε κάτι άλλο.

Εάν λοιπόν είμαστε συνεπείς στην πεποίθησή μας ότι η ερωτική ελευθερία είναι αγαθό, τότε πρέπει να τη θεωρήσουμε δεδομένη. Παράλληλα πρέπει να παραδεχτούμε ότι το ηθικό θέμα της ατιμίας χαρακτηρίζει όχι γυναίκες και άντρες που εξασκούν την ερωτική ελευθερία, παρά γυναίκες και άντρες που ανεύθυνα, αγέρωχα ή κυνικά (δια)χειρίζονται τον πόθο και την ηδονή για να πετύχουν αλλότριους σκοπούς: εξασφάλιση, αποκατάσταση, υλικά αγαθά, κύρος, κ.α. – ακόμα και καθαρά ναρκισσιστική αυτεπιβεβαίωση.

Σε κάθε περίπτωση, ο περιορισμός της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση – πέρα από τους στοιχειώδεις περιορισμούς της ευγένειας και της διακριτικότητας – είναι ασύγγνωστος: η αποσιώπηση, η ιατρικοποίηση (π.χ. το τραγελαφικό ‘vagina’ των αμερικανών, που ξεκινάει από την περιποιημένη ή αποψιλωμένη ήβη τους και καταλήγει στις ωοθήκες) καθώς και οι αναίτιοι ευφημισμοί αποτελούν καταστρατήγηση της ελευθερίας στην ερωτική έκφραση, ανεξαρτήτως από το αν είναι και πρακτικές κοινωνικά επιβλαβείς ή και ζημιογόνες.

Επιστρέφοντας στην ελευθερία της ερωτικής πρακτικής, θεωρώ αδιανόητο να προβάλλονται ως πρότυπα αρετής γυναίκες που π.χ. μαράθηκαν πρόωρα από την αγαμία, που επέβαλαν στον εαυτό τους αναφροδισία για να μην παραφρονήσουν από στέρηση ή παραμελημένες νοικοκυρές που καρτερούν υπομονετικά σώσματα συζυγικής σχεδόν διέγερσης – όλα στο όνομα της μονογαμίας, της σεμνότητας ή της συζυγικής πίστης. Παρομοίως, μου φαίνεται στρεβλό και το εξής: η βιομηχανία του θεάματος συστηματικά προβάλλει τη διάλυση του γάμου ως (τη μία) ηθική λύση όταν ένας από τους δύο συζύγους μοιχεύσει. Βεβαίως πρόκειται για μια απόφαση που πολλοί από εμάς θα πάρουμε, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Βεβαίως ακόμη περισσότεροι είμαστε πρόθυμοι επί της αρχής να αποταχθούμε την ερωτική ελευθερία στο όνομα της σεμνότητας, του έρωτα ή της αγάπης. Όμως δεν είναι δυνατόν η απόφαση της κοινής συμβίωσης, της συντροφικότητας και της συζυγίας – και της αγάπης ενίοτε – να βρίσκεται υπό την αίρεση της επιθυμίας.

Αν υπάρχει κάποιου είδους ‘ιερότητα’ στη μακροχρόνια δέσμευση, στη συζυγία, στον γάμο, αυτή έγκειται στην ελεύθερη και πρόθυμη απόφαση να μοιραστείς κάποια χρόνια από τη ζωή σου με έναν άνθρωπο· ενδεχομένως γιατί τον αγαπάς, αλλά όχι απαραιτήτως. Αυτή η απόφαση (πρέπει να) εμπεριέχει την επίγνωση ότι θα συμβιώσουμε ή θα συζευχθούμε έναν ελεύθερο άνθρωπο με τον οποίο θα επικοινωνούμε έστω και στοιχειωδώς. Αυτό είναι το ηθικό ζήτημα και μόνο.

Ναι, σαφέστατα, η παρουσία ενός τρίτου ή περισσότερων τρίτων θα οδηγήσει κάποιους από εμάς να λύσουμε αυτή τη δέσμευση. Ωστόσο είναι βάρβαρο και τελικά βαθιά ανήθικο να θεωρούμε ότι είναι a priori ηθικό να λύνονται αυτοδικαίως οι σχέσεις λόγω ‘απιστίας’. Και πάλι παραλληλίζοντας: πολλοί θα εγκαταλείψουν την εργασία τους επειδή δεν μπορούν να συνυπάρξουν με τους συναδέρφους τους. Αυτό είναι ανθρώπινο αλλά όχι αυτομάτως ηθικό.

Τελικά, στα ζητήματα ερωτικής ελευθερίας φαίνεται ότι η (‘υψηλή’ λεγόμενη) λογοτεχνία και ο (λεγόμενος ‘καλός’) κινηματογράφος έχουνε πληρέστερη και λεπτοφυέστερη αντίληψη του προβλήματος από ό,τι η ποπ κουλτούρα ή τα προϊόντα της βιομηχανίας του θεάματος. Αν μη τι άλλο, υπάρχουν ταινίες και βιβλία που με επιτυχία διαχωρίζουν τα θέματα της καρδιάς (μόνωση, δειλία, μοναξιά, αιδημοσύνη, ζήλεια, νοσταλγία, καημός, παραφορά, λαχτάρα για έρωτα και ζωή, γερατειά) από τα θέματα ουσιαστικής ηθικής (σε αντιδιαστολή με την κατά Καβάφη ‘τρεχάμενη ηθική’). Γιατί ναι μεν η ελευθερία είναι εξ ορισμού ηθική, αν όχι ένα από τα θεμέλια της ηθικής, αλλά δεν παύουμε να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι. Από αυτήν την άποψη, η Στέλλα του Κακογιάννη ή το Brief Encounter (για να μη μιλήσω καν για βιβλία) μας λένε περισσότερες και βαθύτερες αλήθειες από όλα τα δράματα σχέσεων κι όλες τις αισθηματικές κομεντί και όλους τους συμβούλους σχέσεων μαζί.

Η φωτογραφία είναι της Lina Scheynius.

Ιντερλούδια

I.
Θυμήθηκα κάτι παλιές εποχές.

II.
Εδώ και βδομάδες παίζει αυτό μέσα στο κεφάλι μου, σόττο βότσε. Το ρεφραίν του ακούγεται σαν leimotif για λίγο και μετά σβήνει, σε φαινομενικά άσχετες στιγμές. Μόλις απόψε έμαθα ότι πρόκειται για τραγούδι της Del Rey.

III.
Βρήκα αυτό το πολύ ωραίο απόσπασμα από το ποίημα The Cure at Troy του Seamus Heaney:

Human beings suffer,
they torture one another,
they get hurt and get hard.
No poem or play or song
can fully right a wrong
inflicted or endured.

[…]

History says, Don’t hope
on this side of the grave.
But then, once in a lifetime
the longed-for tidal wave
of justice can rise up,
and hope and history rhyme.

IV.
Σήμερα έμαθα ότι το ακριβό φαρμάκι της ιατρικής επιστήμης έκαψε κάτι καρκινικούς όγκους. Απόψε λοιπόν υψώνω το ποτήρι μου στον αγωνιστή. Κι έχω κι απόψε πλήρη επίγνωση ότι μεγάλο μέρος και της δικής μου ευημερίας αλλά και της ευτυχίας υπάρχει χάρη στους γιατρούς, στα φάρμακα, στον τρομερό 20ο αιώνα και σε ό,τι τον ακολουθεί.

Ο τρομερός 20ος αιώνας. Ο αιώνας στον οποίο οι εχθροί του Διαφωτισμού φρόντισαν οι ίδιοι να εκπληρώσουν τη δική τους προφητεία. Την προφητεία ότι ο Διαφωτισμός κάνει λάθος, κι ότι η πρόοδος δεν είναι ούτε αναπόφευκτη ούτε ακατάσχετη. Κι έτσι ο 21ος κληρονομεί ανθεκτικούς ολοκληρωτισμούς, φρίκη που επιστρέφει ξανά και ξανά, γενικευμένη αδικία και εξαθλίωση, πανάρχαια δεισιδαιμονία, καινούργιους δαίμονες. Με το τελευταίο ένιωσα ναυτία. Αλλά, βεβαίως, «η μηχανή και η φύση ποτέ δε θα μου προκαλούσαν εμετό. Μόνο ο άνθρωπος«.

V.
Γενικά, εδώ και βδομάδες αισθάνομαι κάθε τόσο να ακούω αυτή την ομιλία:

A day may come when the courage of men fails, when we forsake our friends and break all bonds of fellowship; but it is not this day.

An hour of wolves and shattered shields, when the age of men comes crashing down, but it is not this day.

This day we fight.

VI.
Όλα αυτά τα σημείωσα σήμερα γιατί χάζευα μετά τις 5. Αλλά δεν είναι κάθε μέρα του Α-Γιαννιού.

[Δεν έχω τίτλο]

Λόγια, πάλι λόγια. Βαρέθηκα.

Υπάρχει μια σειρά από θέματα, λοιπόν. Δεν μπορώ να τα συνθέσω σε κάτι ολοκληρωμένο, πολύ περισσότερο σε κάτι που θα οδηγεί κάπου. Επιπλέον έχουμε πήξει από γνώμες, πόνο, δημηγορίες, διακηρύξεις, αίμα, απόψεις, προβλέψεις, καταγγελίες, οργή, διαγνώσεις, χειροκροτήματα, θυμό, επικλήσεις, αναλύσεις, μίσος, διαγγέλματα, ισοσκελισμούς, απειλές, αγριότητα, υποσχέσεις, χυδαιότητες, κατάρες, καλέσματα, κηρύγματα, ετυμηγορίες, προτροπές, ιερεμιάδες, χλευασμούς, ξυπνάδες. Ποιος έχει ανάγκη από ακόμα μια κουβέντα.

Γραφ’ τα κι ας είναι.

α.

Θα το επαναλαμβάνω μέχρι να με διαβάζω μόνος εγώ: η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία δεν καλλιεργούνται στο ελληνικό σχολείο για εθνικούς λόγους. Πρόκειται για στρατηγική του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος: αν ενθαρρύνεις την αμφιβολία και την περιέργεια στα παιδιά, αν τα προτρέπεις να ψάξουν και να εξετάσουν και να ασκήσουν κριτική, κινδυνεύεις να κλονίσεις την πίστη τους στην εθνική ιδεολογία της ομοιογένειας-συνέχειας-ανωτερότητας-ιδιαιτερότητας του ελληνισμού. Ωστόσο, από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία στη χώρα συνέπεια αυτής της στρατηγικής είναι ότι αποκτήσαμε πολίτες (και ψηφοφόρους) οι οποίοι είναι ευάλωτοι στην προπαγάνδα και ανίκανοι να σκεφτούν καθαρά και συγκροτημένα, περισσότερο απ’ όσο θα περίμενε κανείς.

Δεν μπορούμε να σκεφτούμε καθαρά και συγκροτημένα σημαίνει ότι κατανοούμε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις

  1. στη βάση σαρωτικών γενικεύσεων, άρα αδυνατούμε να σκεφτούμε πολιτικά, κάτι που απαιτεί να κάνεις λεπτές αλλά ουσιώδεις διακρίσεις ή
  2. ως αντιθετικά δίπολα, άρα γινόμαστε ευάλωτοι σε εκβιαστικά διλήμματα.

Ένα παράδειγμα που θέλω να φέρω δεν είναι από το πρόσφατο περιστατικό με τον υπόδικο ναζί Κασιδιάρη και τις πραγματικά ανησυχητικές αντιδράσεις μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης, αν και θα ταίριαζαν γάντι· είναι με αφορμή  αυτό:

Η αστυνομία μπαίνει σε θέατρο και συλλαμβάνει τους ηθοποιούς του έργου Corpus Christi για προσβολή των θείων, επειδή το έργο παρουσιάζει τον Κύριο και τους μαθητές Του ως ένα τρελό γκέι παρεάκι. Αντιπαρέρχομαι

  1. τον σουρεαλισμό του περιστατικού και την αιτιολόγηση της εφόδου μιας αστυνομίας ξεφτιλισμένης, ακριβής στα πίτουρα και φτηνής στο στάρι,
  2. την ποταπότητα μιας δικαιοσύνης αποπληκτικά τυπολατρικής και
  3. τη χυδαιότητα μιας κοινωνίας που χειροκροτεί (όπως χειροκροτεί την αυτοδικία του παλληκαριού που μετανόησε για τον φόνο του διαρρήκτη) — είπαμε, αρκεί πια με τις καταγγελίες — και μένω στη δήλωση του σκηνοθέτη:

«Να αποφεύγουμε να καταδικάζουμε κάτι εάν δεν έχουμε προσωπική γνώμη γιατί κάτι τέτοιο είναι ρατσισμός.»

Ο ρατσισμός ως σαρωτική γενίκευση, συν μια γενικότερη σύγχυση. Από έναν άνθρωπο που έχει ανεβάσει τουλάχιστον μία παράσταση στη ζωή του, άρα μάλλον ξέρει γράμματα. Δε φταίει όμως αυτός. Ελληνικό σχολείο έβγαλε, ελληνικά έντυπα διαβάζει, ελληνικά ΜΜΕ καταναλώνει, με Έλληνες μιλάει…

Φίλοι, την έχουμε πατήσει άγρια ως λαός: το μόνο που θα μας σώσει είναι πολιτική σκέψη και πολιτική δράση. Αλλά πώς να γεννηθεί πολιτική σκέψη; Η κριτική σκέψη, η περιέργεια, η αναλυτική ικανότητα και η απορία-αμφιβολία θα μπορούσαν τελικά να είχανε σώσει την πατρίδα.

β.

Το μίσος είναι διαρκές και άσβεστο στην ελληνική κοινωνία τουλάχιστον από τον καιρό του Εθνικού Διχασμού. Μιλάω για το μίσος ως πολιτική συμπεριφορά, ως μια αναλυτική κατηγορία την οποία χρησιμοποιούμε (συγκαλυμμένα συνήθως) όταν μιλάμε για τα κοινά στην Ελλάδα. Αυτό που λέω μπορεί να διαβαστεί και σε συνάρτηση, χωρίς όμως να ταυτίζεται, με αυτό που λέει ο Καρασαρίνης εδώ: θεωρώ ότι το ζήτημα δεν είναι ο λόγος για τη βία αλλά η προϋπόθεση του μίσους που ενυπάρχει στον ελληνικό πολιτικό λόγο. O mao θα το ονόμαζε αδυναμία να κοιτάξουμε μπροστά, διαρκή επιστροφή στο παρελθόν όπως το αντιλαμβανόμαστε: στο 1453, στο 1922, στο 1944, στο 1974 κτλ. Δεν είναι όμως μόνον η προγονοπληξία και η ομφαλοσκόπηση, είναι και το μίσος που χρωματίζει αυτή τη διαρκή ενασχόληση με τα φαντάσματα του συλλογικού παρελθόντος: η γενικευμένη απέχθεια, η απρόσωπη αποστροφή, η οργή που καταριέται κι εύχεται θάνατο και συμφορά, η ανάγκη για αίμα, κρεμάλα, απόσπασμα, φωτιά.

Μέχρι το 2008 το μίσος είχε σαφείς αποδέκτες: τον Τούρκο, τον Βούλγαρο, τον (αντι)βενιζελικό, το κουμμούνι / τον αριστερό, τον μοναρχοφασίστα / δεξιό. Υποτίθεται ότι το μίσος καταλάγιασε τη δεκαετία του ’80 (ή έμεινε με μόνον αποδέκτη τον Τούρκο) και το 1991 απέκτησε καινούργιο αποδέκτη: τον Αλβανό / ξένο. Τον Δεκέμβριο του 2008 καταλύθηκαν και αυτά τα στεγανά, το μίσος πλέον διαχυθηκε και διαπότισε ολόκληρη την κοινωνία. Ο καθένας πια μπορεί να μισεί οποιονδήποτε άλλο και για οποιονδήποτε λόγο. Επαναλαμβάνω: μιλάω για το μίσος ως γνώμονα και κίνητρο κοινωνικής συμπεριφοράς και πολιτικής δράσης.

Από αυτή την άποψη, μια εγκληματική ναζιστική οργάνωση που επανιδρύεται ως κόμμα μίσους έχει πολλή δουλειά να κάνει και θα συνεχίσουμε να τη βλέπουμε στις επόμενες Βουλές. Ιδίως τώρα που τα κόμματα-σουπερμάρκετ επιτέλους μάς άφησαν χρόνους.

γ.

Το ΚΚΕ φέρει ευθύνη για πάρα πολλά: για όλα όσα ξέρουμε καλά, για την ποδηγέτηση του άνθους της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής δραστηριότητας επί δεκαετίες, για την νεκροφάνεια στην οποία έχει περιπέσει από το 2010. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο, πταίσμα σε σύγκριση με άλλα: απενοχοποίησε την έννοια ‘φασίστας’.

Έχουμε στενούς οικογενειακούς φίλους που είναι στελέχη του ΚΚΕ, ας πω ‘επιφανή στελέχη’ αν και είναι τίμιοι και διαβασμένοι αγωνιστές και άνθρωποι. Τέλος πάντων, πέρασα την εφηβεία μου — όπως κι άλλοι στη γενιά μου — να τους ακούω να ονομάζουν «φασίστα» οποιονδήποτε διαφωνούσε με το Κόμμα και δεν ήταν μαρξιστής (ως γνωστόν, για τους εκτός Κόμματος μαρξιστές υπάρχουν άλλοι όροι, κάποιοι καλιαρντοί κιόλας). Στο τέλος κατέληγες να μην μπορείς (όταν ήμουν φοιτητής) να πεις τον πραγματικό φασίστα «φασίστα», αφού στο μυαλό σου ‘φασίστας’ είναι απλώς ο μη-ΚΚΕ, άρα ο όρος ‘φασίστας’ κατέληγε τελείως ξεχειλωμένος και ενίοτε έως και τιμητικός. Σιγά σιγά καταλαβαίναμε κι εμείς ότι όταν κανείς κατήγγελλε κάποιον για φασίστα ήταν ή κνίτης ή κάπως υπερβολικός τέλος πάντων.

Έτσι καταλήξαμε καλλιεπείς ευφημισμοί όπως ‘ακροδεξιός’ να αποδίδονται όχι σε ακραίους εθνικιστές και οπαδούς του ολοκληρωτισμού, αλλά σε πραγματικούς φασίστες. Φτάσαμε άνθρωποι που είναι απλώς αντικομμουνιστές να αυτοαποκαλούνται ‘φασίστες’, θεωρώντας ότι είναι περίπου τιμητικός τίτλος. Κι εδώ δε μιλάμε για λέξεις, οι λέξεις είναι ασήμαντες. Μιλάμε για έννοιες και για το ξεχείλωμά τους, μιλάμε για σημαντική συμβολή στον εννοιακό και διανοητικό πολτό μέσα στον οποίο κολυμπάμε, από τη μια ανερμάτιστοι και από την άλλη ανίκανοι να επιπλεύσουμε πάνω του. Μιλάμε για το «όλοι το ίδιο είμαστε» που τόσο παραστατικά και ανησυχαστικά εικονογραφεί αυτό το έργο.

Extra euro nullus salvus?

Ποτέ μα ποτέ δε με έπεισε η απειλή περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, ενώ όλοι οι άλλοι παραμένουν, λέει, «μέσα» στο ευρώ. Περισσότερο ρεαλιστικό έβρισκα και βρίσκω ένα ενδεχόμενο κατάρρευσης του ευρώ, και πολύ πιο ανησυχητικό βεβαίως.

Δε νομίζω ότι είναι δυνατό να βγει η Ελλάδα από το ευρώ. Όχι λόγω διεθνών συνθηκών, ούτε γιατί θα ήταν ηθική ήττα της ΕΕ. Άλλωστε, η ηθική και το ευρωπαϊκό ιδεώδες άρχισαν να αφορούν ολοένα και λιγότερο την ΕΕ ως οργανισμό όταν

α) Στο όνομα του ευρωπαϊκού ιδεώδους μπήκαν στην Ένωση κράτη-πελάτες των Αμερικανών όπως η Πολωνία και η Τσεχία, τα οποία σίγουρα θα σαμποτάριζαν (και το έπραξαν) τις προσπάθειες πολιτικής ενοποίησης της ΕΕ και τις απόπειρες σύμπηξης μιας κοινής ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής, με τις ευλογίες και των Βρετανών (που ήταν και είναι ο μόνιμος ‘αντίδικος της Ευρώπης διάβολος’, αν και μέσα στην Ένωση).

β) Με γνώμονα τον σεβασμό της κυριαρχίας των κρατών μελών εγκαταλείφθηκαν αφενός τα σενάρια φεντεραλισμού (αφού θα εκχωρούνταν κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών σε εκλεγμένα πανευρωπαϊκά όργανα) αλλά και της αναδιοργάνωσης της Ένωσης σε επίπεδο περιφερειών («εδώ δε συνεννοούμαστε 15 μέρη, θα συνεννοηθούμε 270;»). Έτσι, αντί να εκχωρηθούν κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών σε εκλεγμένα όργανα όπως το Ευρωκοινοβούλιο, η ΕΕ κατέληξε με δοτά και διορισμένα όργανα και θεσμούς. Όργανα και θεσμούς που ονομαστικά μεν λογοδοτούν στις κυβερνήσεις των κρατών-μελών, αλλά εύκολα ποδηγετούνται από συνασπισμούς ισχυρότερων κρατών-μελών, όπως ο γαλλογερμανικός άξονας. Κι έτσι, και εκχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών και ευρωπαϊκή δημοκρατία δεν έχουμε.

γ) Η Επιτροπή και τα όργανα που την περιτριγυρίζουν εγκατέλειψαν τις προσπάθειες για πολιτισμική συναντίληψη (χαχά) και πολιτική ενοποίηση, με βάση και το β. παραπάνω, και έκαναν την ΕΕ μια μεγάλη ΕΟΚ, έχοντας ασπαστεί — με ζέση που θυμίζει εκχριστιανισμούς ευγενών στην εποχή του Διοκλητιανού — τη νεοφιλελεύθερη θρησκεία. Κι εδώ μπαίνει η συζήτηση πού θα ήταν η αμερικανική οικονομία και το δολάριο χωρίς ομοσπονδιακή κυβέρνηση, αν δε σπονσοράριζε ο Καλιφορνέζος κι ο Τεξανός φορολογούμενος τις πολιτείες του Μισσισσιπή, της Αλαμπάμας κτλ.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΕ, ένας θεσμός έτοιμος να βρυκολακιάσει, δε θα είχε κανένα πρόβλημα να εκδιώξει την Ελλάδα από το ευρώ.

Απλούστατα, όμως, αν εκδιωκόταν η Ελλάδα από το ευρώ, το ευρώ θα κατέρρεε οσονούπω, χαοτικά κι επώδυνα. Και από αυτήν την άποψη ακόμα, η προστυχη, βλακώδης και παλαιοπασοκική διαφήμιση της ΝΔ είναι εκτός πραγματικότητας.

Τέλος, αν παραμένω ευρωπαϊστής είναι επειδή θέλω να απαλλαγούμε σιγά σιγά από τα 40-τόσα κράτη έθνη στην ευρωπαϊκή ήπειρο, επειδή πιστεύω σε έναν ευρωπαϊκό χώρο ελεύθερης μετακίνησης και εγκατάστασης, συναντίληψης, συνάντησης λαών και πολιτισμών, αλληλεγγύης, συντονισμένων αγώνων και προσπαθειών.

Το πόσο ντεπασέ ακούγονται τα παραπάνω μάς δίνει το μέτρο των αναγκαίων αγώνων και της απαραίτητης δουλειάς που πρέπει να γίνει. Επίσης, μας δίνει το μέτρο του ιστορικού σφάλματος που διαπράξαμε οι λαοί της Ευρώπης: ότι απαθώς εμπιστευτήκαμε την ευρωπαϊκή ενοποίηση στους πολιτικούς, στους γραφειοκράτες, στους τεχνοκράτες του χρήματος και σε ένα ενιαίο νόμισμα. Όσο κι αν με συγκινεί, ακόμα και σήμερα, όταν βλέπω τις διαφορετικές εθνικές όψεις πάνω στα κέρματα του ευρώ, αν είναι να σωθεί η Ευρώπη των λαών και των πολιτισμών της, ας πεθάνει το ευρώ· κι ογλήγορα.

Αριστερή Κυβέρνηση

Παρακολουθώ τι γίνεται στη μεσεκλογική περίοδο απ’ έξω από τη χώρα.

Το θέαμα εντός Ελλάδος είναι τραγελαφικό και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωμικό, εάν δεν ήτανε τόσο βάρβαρη κι οικτρή η κατάσταση στην οποία τα ΜΜΕ θέλουν να κρατήσουν τον ελληνικό λαό, ώστε να συνεχίσουν τον ρόλο τους ως παράγοντες κι αυθεντίες. Τα μέσα ενημέρωσης λοιπόν χτυπούν από παντού και με σφοδρότητα το δεύτερο κόμμα, καταλογίζοντάς του όσα θα έπρεπε να καταλογίζονται (τώρα, όχι μόνον παλιότερα) είτε στο πρώτο κόμμα (ασυνέπεια, ανίερες συμμαχίες, υποκρισία, κούφια ρητορεία, ψεύδη, υστεροβουλία…) είτε στο ΠΑΣΟΚ (αλαζονεία, επιπολαιότητα, ασυνάρτητες θέσεις, παχειά ρητορεία, πλήρη απώλεια επαφής με τον πλανήτη Γη).

Ταυτόχρονα η εικόνα εκτός Ελλάδος είναι συναρπαστική: το αδιαπραγμάτευτο Μνημόνιο, ο σκληρός αλλά αναγκαίος μονόδρομος, η αναπόδραστη πειθαρχία, το δόγμα ότι ανάπτυξη θα επέλθει μέσα από τη φτωχοποίηση, την εξαθλίωση και τον εξανδραποδισμό του ελληνικού λαού — όλα αυτά αμφισβητούνται, ελέγχονται και εντέλει αναιρούνται. Μόνο και μόνο γιατί βούλιαξαν τα δύο μιαρά κομματικά πολυκαταστήματα (αν και το πρώτο πασχίζει να διατηρήσει τη βιτρίνα πολυκαταστήματος προσκαλώντας σε σύμπραξη πάγκους, παράγκες και πανέρια), τα εν Ελλάδι παραρτήματα του αγριοκαπιταλιστικού και νεοφιλελεύθερου franchise. Μόνο και μόνο γιατί το πρόβλημα της Ελλάδας, όποια και αν ήταν η οικονομική αφορμή του, εξαρχής υπήρξε πολιτικό και πολιτικής φύσεως. Ούτε λεφτόδεντρα που μαράθηκαν, ούτε «έκοψε το βερεσέ ο μπακάλης», ούτε ο μπαρμπα-Τέτοιος από τα Γρεβενά, ούτε τεμπελιά και διαφθορά, ούτε αχανής δημόσιος τομέας, ούτε «μαζί τα φάγαμε», ούτε όλοι αυτοί οι δογματικοί πομφόλυγες νεοφιλελεύθερων ρητόρων και  κάποιων ησσόνων στοχαστών, πομφόλυγες που σκάζουν ένας ένας αφήνοντας λεκέδες μικροσκοπικούς ως μόνη ανάμνηση των ορθολογιζόντων ιριδισμών τους. Μόνο και μόνο επειδή το μόνο κόμμα που σοβαρά αντιστάθηκε στην απόλυτη και αδήριτη ανάγκη να ζευτούμε κάτω από δύο Μνημόνια τριπλασίασε την εκλογική επιρροή του.

Καταπώς φαίνεται, παρά τη συστηματική επίθεση εναντίον του — ή χάρη σε αυτήν — και παρά τα συκοφαντικά, υβριστικά, νοσηρώς ευφάνταστα, ψυχροπολεμικά και ακροβατικώς καζουιστικά ευρήματα των ΜΜΕ — ή και χάρη σε αυτά — ο ΣΥΡΙΖΑ ενισχύεται. Ακόμα και αν καταφέρουν τα Ηνωμένα Αποστάσια του κυρίου Σαμαρά να σχηματίσουν κυβέρνηση, θα βρουν πραγματική αντιπολίτευση απέναντί τους. Όσο για το ενδεχόμενο αριστερής κυβέρνησης, νομίζω ότι θα έχουμε να κάνουμε με ιστορικό γεγονός που ίσως και να αλλάξει την Ευρώπη (όπως ισχυρίστηκε πρόσφατα ο υπερφίαλος ξερόλας, αλλά με αναλαμπές, Ζίζεκ).

Νεώτερες αθηναϊκές ιστορίες (σύντομες)

«Να πας στη χώρα σου»

Την πρώτη φορά που άκουσα το «να πας στη χώρα σου» ήμουν έξω από ένα στρατόπεδο στην Αγγλία. Μου το είπε ένας μεθυσμένος στρατιώτης που μας ακολουθούσε μέσα στο σκοτάδι: στην Αγγλία ο δημόσιος φωτισμός είναι περίπου σοσιαλιστική σπατάλη και, εσχάτως, ενεργειακή αμαρτία. Για καλή μας τύχη, έστριψε στην πύλη και μπήκε στο στρατόπεδο. Συνόδευα τρείς συμπατριώτισσές μου, εκ των οποίων οι δύο ήταν κοριτσάκια που μόλις είχανε φτάσει από τον μακρινό νότο της πατρίδας μου — ούτε πώς χρησιμοποιούνται οι πιστωτικές κάρτες δεν ήξεραν. Υπενθυμίζω ότι τότε οι τράπεζες έδιναν πιστωτικές κάρτες σε όλους: έπρεπε να ξοδεύουμε και να αγοράζουμε και να δανειζόμαστε τότε, δεν το είχαν τότε για κακό. Άλλες εποχές.

Τη δεύτερη φορά το άκουσα πέντε χρόνια μετά, στο μαγικό νησί που, όπως αραιά και πού μου υπενθυμίζουν, με φιλοξενεί. Βεβαίως, δεν είμαι βέβαιος ότι κατανοώ τι σημαίνει φιλοξενία μετά φόρου (και καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων). Πάντως μου το είπαν ότι, αν δε μου αρέσει εδώ, μπορώ κάλλιστα να γυρίσω στη χώρα μου. Βεβαίως τότε δεν ήμουν ετοιμόλογος. Ούτε τώρα είμαι όσο θα έπρεπε. Θα μπορούσα να είχα πει σε αυτόν που με προέτρεπε να γυρίσω στη χώρα μου ότι, αν εγκαταλείψω εγώ και οι αλλοδαποί ομότεχνοί μου τη χώρα του, η χώρα του θα βρεθεί σε αμήχανη θέση.

Την τρίτη φορά το άκουσα στην οδό Βουλής, μεταξύ του Ίκαρου και του Άριστου (το οποίο έχει ψευτίσει τόσο την τυρόπιτά του, ώστε κάνει του Μαμ να φαντάζει αμβροσία). Ανάμεσα στον Ίκαρο και στο Άριστον ήταν καθισμένος ένας μάλλον νοτιοασιάτης καλοντυμένος, σε ηλικία φοιτητή, που έτεινε κάπως διστακτικά το χέρι, ίσως σε πρόβα επαιτείας. Μπροστά μου πήγαινε ένας κύριος που φορούσε ένα κίτρινο πόλο. Μύριζε όπως μύριζαν οι δημόσιες συγκοινωνίες όταν ήμουν παιδί: απλυσιά ημερών που έχει ποτίσει καλά και το ίδιο ρούχο που φοριέται ξανά και ξανά — το κίτρινο πόλο στην περίπτωσή μας. Είχε το προκοίλι όχι του πότη και γλεντζέ αλλά του μια ζωή κακοταϊσμένου. Ήταν κοντός και λιπαρός. Γύρισε στον νεαρό που καθόταν μεταξύ Ίκαρου και Άριστου και του είπε: «να πας στη χώρα σου».

Τον ακολούθησα μέχρι την Κολοκοτρώνη, στρίψαμε κι οι δυο δεξιά. Πήγαινα σε ένα από τα αγαπημένα μου μπαρ, το 42, κι ας έχω καθήσει εκεί μία και μοναδκή φορά στη ζωή μου. Μετά σκέφτηκα ότι είναι νωρίς για αλκοόλ και έκανα μεταβολή για το

Μπαρτέσσερα

όπου κάποτε με πότισαν μπόμπες και κατόπιν ξέρναγα για ώρες, προς μεγάλη θυμηδία του αγαπητού ζεύγους Γ+Γ, οι οποίοι προσπαθούσανε να με νταντέψουν χωρίς όμως να με πατρονάρουν (κι εγώ ξέρναγα συστηματικώς). Κάθησα και παρήγγειλα καφέ.

Το φως ήταν αυτό το φως που όσοι δεν έχετε ζήσει μακριά από την Αθήνα δεν το εκτιμάτε. Το έπινα με περισσότερη όρεξη από τον φρέντο — άλλωστε εγώ τζιν ήθελα αλλά έκανα κράτει. Άκουγα συζητήσεις, αποσπάσματα συζητήσεων, γύρω μου: ότι οι δώδεκα πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος βρίσκονται και μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, κάτι που εξηγεί γιατί η αστρολογία βγαίνει· ότι η Χ είναι εμπαθής και κακόβουλη και μας τα έχει κάνει μπαλόνια, τουλάχιστον έτσι ισχυριζόταν ένας άντρας που δεν άφηνε τη γυναίκα που συνόδευε να μιλησει καθόλου και θα ήθελα να του πω ότι αν δε θέλει να ακούει τη γυναίκα που συνοδεύει (κι ας είναι απλή συνάδερφος και όχι ραντεβουδέ κατάσταση), καλύτερα να βγει με μια γυναίκα που θα θέλει να ακούει να του μιλάει, παρά να της μιλάει εκείνος — κι όχι μόνο για λόγους πρακτικούς. Τα περιστέρια έκαναν αυτό που κάνουν τα περιστέρια: το αρπακτικό, αλλά με χάρη και μπαμπεσιά (έχετε δει πώς τσιμπάνε το τρίμμα τη σφολιάτα;). Απέναντί μου ένας τύπος έπινε καφέ χωρίς να έχει ανάγκη να αναπαύσει το βλέμμα του σε κάποια οθόνη, περίμενε όμως. Τελικά χτύπησε το τηλέφωνο, απάντησε, πλήρωσε, έφυγε. Το φως ήταν ανυπόφορο, μαυλιστικό, και, το κυριότερο, σιγά σιγά χανόταν. Πλήρωσα και βγήκα έξω. Ξεκίνησα να περπατώ ώσπου έφτασα σε ένα μαγαζί με

Συστήματα παρακολούθησης

στου οποίου τη βιτρίνα κάθε είδος προς πώληση είχε επεξηγηματικό καρτελάκι. Έτσι κατάλαβα πώς γυρίζονται όλες αυτές οι λεγόμενες ερασιτεχνικές πορνοταινιούλες: κάμερα σε αρκουδάκι (για να παρακολουθείτε την νταντά που προσέχει το παιδί σας), κάμερα ματάκι πόρτας, κτλ. Συσκευές για ωτακουστές. Συναγερμοί. Με τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι, έστριψα δεξιά και περιπλανήθηκα στα στενά. Περπάτησα ώρες και τράβηξα πολλές φωτογραφίες. Οι περισσότερες, βεβαίως, αδιάφορες. Επειδή δεν μπορώ να τραβάω αγνώστους. Παρά μόνο με τρελό ζουμ. Φωτογραφίες όμως που δεν τις βαραίνει η ανθρώπινη παρουσία και η ανθρώπινη μορφή τι είναι; Καρποστάλ για κουλτουριάρηδες. Συνέχισα ωστόσο να περπατάω, το φως συνεχισε να σβήνει αργά. Εκεί στο πάρκο μεταξύ Ευαγγελισμού, Χίλτον και Σαρόγλειου (τι αστείο κτίριο), κουράστηκα και αποφάσισα να πάρω

Ταξί
 
για να πάω σπίτι. Ο συμπαθής οδηγός με ρώτησε τι ψήφισα. Του απάντησα, γνωρίζοντας ότι μαλλον δε θα του γίνω συμπαθής. Δεν απάντησε. Τσούλησε το τογιότα του με νεκρά καμμιά εικοσαριά μέτρα και μετά μου λέει: «Εγώ, φίλε μου, προβλέπω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα βγει αυτοδύναμος». Ενστικτωδώς γύρισα το κεφάλι δεξιά και είδα το σπίτι του Μητσοτάκη. Κάτι πρέπει να απάντησα. Συνεχίζει: «Εκείνη τη βραδιά, που θα γίνει αυτό, θα με θυμηθείς και θα πεις: εμένα μου το είπε ένας ταξιτζής». Μετα μου είπε ότι αυτός ψήφισε ΑΝΤΑΡΣΥΑ αλλά ότι στις 17 θα το ρίξει ΣΥΡΙΖΑ, ότι το ΚΚΕ μάς πρόδωσε, ότι στους δέκα που ρωτάει οι τέσσερις ψηφίζουν ΣΥΡΙΖΑ. «Είδες λοιπόν;» Ήθελα να του εξηγήσω ότι η Νέα Σμύρνη, όπου έκανε τη δειγματοληψία του, δεν είναι αντιπροσωπευτική της επικράτειας. Ήθελα να του πω και άλλα. Όμως έπαθα αυτό που παθαίνω όταν πρέπει να συζητήσω πραγματικά θέματα με πραγματικούς ανθρώπους: προτίμησα να ακούσω. Άλλωστε, στη δουλειά μου έχω την ευκαιρία να ακούω τον εαυτό μου όσο θέλω, και περισσότερο.

*

Βγαίνοντας από το σπίτι της μάνας μου συνειδητοποίησα ότι ήμουνα βαριά ντυμένος. Αν πήγαινα σπίτι μου με τα πόδια θα έφτανα κάθιδρος, άρα και μίζερος και τσαντισμένος. Άδειοι οι δρόμοι. Στέκομαι στο σταυροδρόμι και γυρίζω απότομα πίσω: δύο τετράγωνα μακριά ένα

Ταξί.

Σηκώνω το χέρι, παραμερίζω, ανάβει αλάρμ. Πλησιάζει, σταματάει, μπαίνω μέσα, ξεκινάει. Και ο ταξιτζής με χαιρετάει

«Γεια σου, [Σραόσα]».

Αναγνωρίζω σχεδόν αμέσως το γέλιο. Ο συμμαθητής μου ο Ταρίφας. Με ρωτάει πού πάω, του λέω. Ανταλλάσσουμε νέα της τελευταίας οκταετίας. Με ρωτάει τι θα ψηφίσω. Του λέω. Ο Ταρίφας είναι του χώρου, δεν ψηφίζει. Όμως αυτή τη φορά θα ψηφίσει και θα το ρίξει ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μιλάμε μετά για δακρυγόνα. Το ’91 είχαμε κατεβεί μαζί από την κατάληψη του Λυκείου στην πορεία και στην Πατησίων φάγαμε μπόλικα δακρυγόνα, αλλά «καραμέλες ήταν εκείνα σε σύγκριση με αυτά τα ισραηλινά». Μου λέει για τον γείτονα των νηπιακών μου χρόνων που ξαναβρήκα ως κνίτη στο Λύκειο και μετά ξανάχασα: γράφει στο Πριν. Ανταλλάσσουμε αριθμούς τηλεφώνου αυτή τη φορά. Μετά μιλάμε για αμάξια, φανατικοί με τα τογιότα και οι δύο.

Μιλάμε μετά για το σχολείο. Για μια φιλόλογο στην Α’ Λυκείου που τον είχε αφήσει (μια απαίσια ήταν): αυτός της είχε μπει στα ίσια γιατί εκείνη δεν ήθελε να διδάξει την άθεη ιστορία του άθεου Σταυριανού, ο Ταρίφας διαμαρτυρήθηκε και κόπηκε στο μάθημα. Εγώ τότε το έπαιζα μικρός επιστήμων και της έμπαινα διπλωματικώς και με πείσμα: έκανα μεγάλη έρευνα στο σχολείο για τις αξίες και τον τρόπο ζωής των εφήβων (ξέρετε, με ερωτήσεις για σεξ, μπάφους, θεούς, κόμματα, μουσική και άλλα μπανάλ ταμπουδάκια της εποχής), εκείνη εξαγριώθηκε και με κάλεσε με τον κηδεμόνα μου στο γραφείο του Λύκου, όπου την ρεζίλεψα παριστάνοντας τον εκκολαπτόμενο. Όμως ξαφνικά, εκεί κολλημένος στο φανάρι, συνειδητοποίησα το προφανές: ο Ταρίφας, που τότε δεν ήταν ακόμα ταρίφας, που είχε και δίκιο και το θάρρος της γνώμης του, αλλά δεν τον κάλυπτε το βερνίκι του καλού μαθητή, πλήρωσε την άποψή του. Εγώ όχι.

Όταν ξανακατέβω θα τον πάρω κανα τηλέφωνο να πάμε για καμμιά μπύρα.

In the year 2012

Συνήθως δε γράφω για αυτά.

1.
Μια οικογένεια: μια γυναίκα, ένας άντρας, δύο παιδιά, η πεθερά.

Η γυναίκα, υπάλληλος φαρμακείου, απολύθηκε όταν έμεινε έγκυος στο πρώτο της παιδί. Ναι, γινόταν και προ Μνημονίου, απλώς το Μνημόνιο έκανε νόμιμα αυτά που γίνονταν ούτως ή άλλως (έτσι δεν είπε στη Βουλή η κυρία Κατσέλη;). Δεν έβρισκε μετά δουλειά γιατί της έλεγαν ότι έχει σκοπό να γεννοβολήσει. Τώρα που το δεύτερο είναι πια 5 χρονών, βρήκε επιτέλους: παρτ-τάιμ, ξανά σε φαρμακείο.

Ο άντρας δούλευε δυο δουλειές, τεχνίτης άξιος. Έχει μείνει με μία. Δεν τον φωνάζουν κάθε μέρα στο μαγαζί, κι αυτός της ευέλικτης απασχόλησης.

Η πεθερά έχει κάποια σύνταξη χηρείας, ας πούμε κουλουρά. Πακτωλός, υποθέτω.

Δυστυχώς η περιοχή που ζούνε δεν έχει βαμβάκια ή ορυχεία να πάνε να δουλέψουν τα παιδιά. Μαθαίνω όμως ότι στην Πορτογαλία (όπου εφαρμόστηκαν τα μέτρα εξυγίανσης και λιτότητας), η παιδική εργασία αναγεννάται.

Η γυναίκα έλεγε ότι ο φαρμακοποιός, το αφεντικό της, δίνει πλέον δωρεάν φάρμακα σε γέροντες που έχουν ανάγκη, ενέσεις τούς κάνει η ίδια κατ’ οίκον, κι αυτές δωρεάν. Μας μίλησε για εικόνες φρικτής ένδειας και εξαθλίωσης που βλέπει καθημερινά, για εγκαταλελειμμένους ανθρώπους που σβήνουν με 200 ευρώ το μήνα. «Ευτυχώς δουλεύουμε και οι δύο πια», λέει. «Κι έτσι μας περισσεύουν λεφτά: όταν με φωνάζει κανα γεροντάκι να χτυπήσω ενέσεις ή να του πάω τα φάρμακά του, παίρνω μαζί και κανα μπολ φακές ή σούπα ή γάλα που τάχα περισσεύει κι είναι κρίμα να λήξει ή τίποτε από τη λαϊκή.»

2.
Είναι φοροτεχνικός, φίλη της Ζ. Λέει χτες ότι όσο χαμηλό και να είναι το εισόδημά σου, δε γίνεται να πληρώσεις κάτω από 1500 ευρώ εφορία. Τη ρωτάω πώς γίνεται, αφού υπάρχει ακόμα κάποιο αφορολόγητο όριο. Γελάει. Μετά μου λέει για συνταξιούχο ναυτικό που θα του έρθει να πληρώσει φόρος 6500 ευρώ. Προσπαθεί με νόμιμα τεχνάσματα (αυτό, μου έλεγαν οι Γερμανοί συνάδερφοι, είναι από τα εθνικά τους σπορ στην Bundersrepublik) να τον ρίξει τον φόρο στα 4000.

3.
«Λείπεις καιρό. Τα σώσματα και όσα έπεφταν στην άσφαλτο μετά τη λαϊκή πάνε και τα μαζεύουν πια κανονικοί άνθρωποι. Δε μιλάμε για όσα ξεπουλιούνται το μεσημέρι για να σηκώσουν τους πάγκους και να φύγουν. Μιλάμε για όσα πέφτουν στην άσφαλτο, στα ρείθρα.»

Ο Απρίλης ήταν διαυγής. Έλεγε τις λέξεις «άσφαλτο» και «ρείθρα» κάπως αλλόκοτα. Στο ξενοδοχείο κατάλαβα γιατί αυτή η αλλόκοτη εκφορά μου θύμισε τη σχωρεμένη τη γιαγιά μου, σκληρότερη από τις κοτρώνες και τις κροκάλες της Γορτυνίας που τη γέννησαν: εν έτει 1995, όταν ο σύζυγός της της έλεγε (για πλάκα) το κατοχικό «καλέ κυρία, πεινάω», εκείνη έκλαιγε με λυγμούς αμέσως. Κάθε φορά. Οι λέξεις «άσφαλτο» και «ρείθρα» είχαν κάτι από αυτό το «καλέ κυρία, πεινάω» στον επιτονισμό τους, έτσι όπως μου τις μετέφερε, τουλάχιστον.

Αρνούμαι, ως εκ τούτου, να ασχοληθώ με Τζήμερους κττ.

Εναντίον της αγάπης

 
Esquisse ampelophilosophique. Για τον Νίκο Δασκαλόπουλο (10.VI.2017)

Στους κύκλους των ευαίσθητων ανθρώπων είθισται να μιλάς για αγάπη, σχεδόν επιβάλλεται: σε κάνει να φαντάζεις βαθύς και ψαγμένος, άνθρωπος που ξέρει να δίνει και να δίνεται. Άλλωστε, όταν επικαλείσαι την αγάπη δημιουργείς την εντύπωση ότι διαθέτεις υψηλή «συναισθηματική νοημοσύνη» ενώ η επίκληση της αγάπης προσδίδει αύρα μιας ελαφράς πνευματικότητας σε όσα λες, σε όσα κάνεις και — κυρίως — σε όσα αισθάνεσαι και σε όσα ονειρευεσαι. Αυτοί μάλιστα που πέρασαν από τα αρχονταρίκια των (νε)ορθοδόξων χρησιμοποιούν την αγάπη ως μείζονα αναλυτική κατηγορία: η αγάπη νοηματοδοτεί, ζωοποιεί, σώζει. Είναι το μαγικό για όσους δεν πιστεύουνε σε μαγικά, είναι, λέει, η χάρη που μετουσιώνει το νερό για νίψιμο σε κρασί πρώτης ποιότητος, αν θυμάστε το θαύμα της Κανά. Άλλοι επιλέγουν να αναγάγουν την αγάπη στο Μεγάλο Ιδανικό της ζωής, άρα σε κάτι άπιαστο και ενδεχομένως ανύπαρκτο. Υπάρχουν βεβαίως κι εκείνοι που χρησιμοποιούν την επίκληση της αγάπης ως συναισθηματικό εκβιασμό, συνήθως γονείς και εραστές, όμως κι αυτό ανθρώπινο είναι και ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον κτλ.

Ας κοιτάξουμε όμως και αλλιώς το θέμα. Λίγο πιο ψύχραιμα. Η αγάπη είναι συνήθως μια θεωρία, ένα ερμηνευτικό μοντέλο, ένας τρόπος να εξηγήσουμε έναν ισχυρό σύνδεσμο με έναν άλλο άνθρωπο. Υπάρχουνε βεβαίως κι άλλες θεωρίες, υπάρχουν κι άλλα ερμηνευτικά μοντέλα: συναντίληψη, συμπάθεια, συνεννόηση, σύμπνοια, εκτίμηση, φιλία, πόθος, ταίριασμα, έρωτας, συντροφικότητα, στοργή, αφοσίωση… Εδώ κιόλας προκύπτει μια πλάνη: ότι τάχα τα παραπάνω αποτελούν ασθενείς εκδοχές της αγάπης. Επιπλέον, τα πράγματα γίνονται πολύπλοκα και επειδή ο συνδυασμός δύο και τριών από τα παραπάνω μπορεί να μοιάζει με αγάπη.

Η αγάπη είναι η ερμηνεία που (στον δικό μας τουλάχιστον πολιτισμό) προτιμούμε να δίνουμε σε ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό μεταξύ δυο ανθρώπων. Φταίει και ο Απόστολος Παύλος: αυτό που υμνεί είναι τόσο σαρωτικό και απόλυτο και καθόλου μα καθόλου λυρικό ή τρυφερό, παρά εκτυφλωτικό και πανίσχυρο. Όμως, το ότι ζούμε τόσο δήθεν και τόση απάτη γύρω μας δε συνεπάγεται πως ό,τι έντονο και δυνατό και αληθινό αισθανόμαστε είναι αγάπη. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία στην οποία πρέπει να καταφεύγουμε, όταν όλες οι άλλες (και οι συνδυασμοί τους) αποτυγχάνουν να εξηγήσουν τον χαλασμό ή τη βαθειά γαλήνη εντός. Η αγάπη είναι η τελευταία ερμηνεία, όταν όλες οι υπόλοιπες αποδειχτούν ανεπαρκείς, ποτέ η πρώτη.

Μέχρι τότε πρέπει να δουλεύουμε το ξυράφι του Όκκαμ και στον τομέα του τι νιώθουμε: να μην υποθέτουμε το πιο πολύπλοκο (την αγάπη) όταν όσα αισθανόμαστε ερμηνεύονται και με άλλους τρόπους. Αλλιώς τελικά ακκιζόμαστε και κολακεύουμε τους ωραίους εαυτούς μας, καθώς εξιδανικεύουμε και καμαρώνουμε ναρκισσιστικά την ωραία και μεγάλη θεωρία μας. Κι όταν αυτό που έχουμε με τον άλλο (το παιδί, τον γονιό, τον φίλο, τον εραστή, τον σύντροφο κοκ) λαβωθεί, ξεθυμάνει ή εκπέσει, τότε φαίνεται η πλάνη μας και τότε η ζημιά είναι σοβαρότερη από μια απλή διάψευση: αφού αυτό που ονομάσαμε αγάπη έσβησε, άρα αγάπη δεν μπορεί να υπάρχει, λέμε.

Είναι βαρειά κουβέντα το «σ’ αγαπώ». Όχι γιατί είναι ανέφικτη η αγάπη (απλώς είναι δύσκολη και σπάνια, σαν κάτι δέντρα που θέλουν διαρκή φροντίδα). Κι αν πρέπει να πω κάτι, θα πω κάτι αντίστοιχο με αυτό που ένας φίλος ποιητής λέει για τον έρωτα: «μας αποκαλύφθηκε ότι ο ερωτας δεν είναι αυτό που νοιώθει κανείς, αλλά αυτό που κάνει». Αντίστοιχα, αγάπη δεν είναι αυτό που νιώθει κανείς αλλά αυτό που (τον) ζει. Κι αν έχουμε ανάγκη να λέμε «σ’ αγαπώ» στα σοβαρά είναι είτε γιατί δεν μπορούμε αλλιώς, είτε γιατί έχουμε επίγνωση της βεβαιότητας του θανάτου (αφού ο χρόνος βεβαιώνει ή αναιρεί).

Σταματάω εδώ γιατί μίλησα πολύ για αγάπη.

Η φωτογραφία ‘Bathroom’ είναι του Tim MacPherson.