Ένας θαυμαστός καινούργιος κόσμος

Δεν έχει σημασία τι κυβέρνηση θα προκύψει από τις εκλογές και πόσο θα διαρκέσει. Όχι ακόμα. Όχι απόψε. Απόψε είναι σαν αυτές τις λαμπρές νύχτες έρωτα, που τελειώνουν λίγο πριν χαράξει, τις νύχτες που βεβαίως σου περνάει για μια στιγμή κάποια σκέψη τι θα γίνει την επόμενη μέρα, τον επόμενο μήνα, τον επόμενο — ίσως — χρόνο, εκείνες τις νύχτες που ακόμα δεν ξέρεις τίποτα κι είσαι βαθιά μεθυσμένος και γλυκά μαγεμένος, που αισθάνεσαι άνθρωπος και χορτάτος και σε όλα θες να γελάσεις και η ψυχή σου έχει ανοίξει κι έχει καταπιεί ολόκληρη την πόλη, ενώ ένα ζευγάρι μάτια λάμπει στο σκοτάδι, χωρίς να είναι ακριβώς γατίσια. Αλλά δε σε νοιάζει τελικά τι θα γίνει, αυτό που μόλις έζησες σε καθορίζει πια και το ξέρεις και σε έχει αλλάξει για πάντα

Κάποιες νύχτες, όπως απόψε, δικαιούμαστε να χαιρόμαστε για την πολιτική. Η χαρά είναι κι αυτή μια πολιτική στάση. Κι είναι τολμηρή στάση και γιατί δείχνει ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ως ένα παιχνίδι σκάκι, όπως πολλές φορές εκτυλίσσεται το Πολιτικό στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, αλλά ως διάλογο και αγώνα που μας αφορά, ως γύμνασμα αλληλεγγύης για όσους έχουνε φωνή πιο αδύναμη από τη δική μας. Να χαρούμε. Έγραφα πριν 6 χρόνια:

η ελληνική αριστερά παιδιόθεν χαρακτηρίζεται από ένα έντονο σφίξιμο κι ερύθημα, από σφοδρή αδυναμία να χαρεί, «να τελειώσει και να το φχαριστηθεί» […]. Δεν μπορεί να χαρεί, δεν μπορεί· πάει και τελείωσε: έβλεπε σινεμά στις μάντρες του ’60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του ’70 […] και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές. Και πάει λέγοντας.

Όλοι οι βικτωριανισμοί ίδιοι είναι, και στην καταπίεση και στην υποκρισία τους — μόνον η αφορμή της ενοχής αλλάζει.

Ήρθε λοιπόν η ώρα να χαρεί και να αγαλλιασθεί η ελληνική αριστερά. Όχι να χαζέψει και να μετεωριστεί (αφού η επόμενη μέρα θα έρθει και θα χρειαστεί περίσσευμα ευθύνης και σοβαρότητας), αλλά να χαρεί, να πανηγυρίσει. Απόψε έστω.

Γιατί να χαρεί; Ξέροντας ότι πολλοί αριστεροί δεν είναι ακριβώς του συναισθήματος και της παραφοράς, ότι δε θέλουνε να αποπροσανατολίζονται, ιδού: τεκμηρίωση και επιχειρήματα για τη χαρά σας (αφού έτσι μάλλον το θέλετε):

Το κάζο του δικομματισμού

Και μόνον αυτό θα αρκούσε. Ιδίως μετά από τόση μα τόση προπαγάνδα και τρομοκρατίαΕπίσης:

α. Η όμορφη συντριβή του αλαζονικού ΠΑΣΟΚ. Αντιγράφω από Γιώργο Γιαννόπουλο στο φέισμπουκ:

Στην πρώτη περίοδο [το ΠΑΣΟΚ] έπεσε με το σκάνδαλο Κοσκωτά, αφού είχε περάσει από τα μούσια στo νεόπλουτο λαϊφστάυλ. Αλλά επιβίωσε. Στη δεύτερη έπεσε με το σκάνδαλο του χρηματιστηρίου, αφού πρώτα έγινε το κατ’ εξοχήν κόμμα της διαπλοκής, των τραπεζών και της διασπάθισης του δημοσίου χρήματος με τους γνωστούς άκηδες, τσουκάτους, μαντέληδες κλπ. Έπεσε πιο χαμηλά, αλλά επιβίωσε για να διαπράξει την πρόσφατη χυδαία εκλογική απάτη & το νεοφιλελεύθερο πραξικόπημα και να επιχειρήσει να εξουδετερώσει τους πολίτες με ένα οργουελιανό μηχανισμό χειραγώγησης και την πιο άγρια και απροκάλυπτη καταστολή απ’ την εποχή της χούντας. Ας είναι το κύκνειο άσμα του και ας αναπαυθεί εν ειρήνη.

β. Η ταπεινωτική καθίζηση της ΝΔ (που ξεκίνησε να καταστρέφει τη χώρα υπό τον Κωστάκη Νιντέντο) και του Αντώνη Σαμαρά προσωπικά, του τελευταίου (ελπίζω) πολιτικού παλαιάς και κακής κοπής: ψεύτη, καιροσκόπου, διοριστή και βολεψάρχοντα. Ενός πολιτικού με έργο απαράμιλλων εθνικιστικών προδιαγραφών.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεύτερο κόμμα

Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παλιά ιστορία, δεν είναι Καμμένος ή Κουβέλης ή δεν ξέρω τι, νεοπαγείς συσπειρώσεις διαμαρτυρίας. Είναι ένα κόμμα που υπήρχε και πριν την Κρίση. Είναι ένα (ακόμη) πολυσυλλεκτικό πράμα, πολύ αριστερό για τα ελληνικά πολιτικά αντανακλαστικά (δείτε, λ.χ. πώς απεναντίας σέβονται όλοι το πατριαρχικά και αυταρχικά και όμορφα και τακτοποιημένα αποκολοκυνθωμένο και αρτηριοσκληρυμένο ΚΚΕ). Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πιο λοιδωρημένο, κατασυκοφαντημένο και στοχοποιημένο ελληνικό κόμμα μετά το 1974, με ζήλο και μανία που θυμίζει ζωηρά αντικομμουνισμό του ’50. Επίσης, έχει ως ηγέτη έναν συμπαθή αλλά μάλλον επιπόλαιο τύπο με δημόσιο προφίλ εξυπνάκια, ο οποίος όμως πρόσφατα ωρίμασε κι άρχισε να κατανοεί τις άγριες περιστάσεις.

Η ταπείνωση του ΚΚΕ 

 Τι να πει κανείς, μακάρι να τρίξουν λίγο οι αλυσίδες των δεσμωτών του Περισσού, που προσμένουν αντάμα να αλλάξει κάπως με κάποιο θάμα η γραμμή του κόμματος. Για όσους θυμούνται τον Χαρίλαο τον κατσαπλιά, η Αλέκα είναι με διαφορά σταλινικότερη. Ο σταλινισμός όμως, εκτός από απεχθής, είναι πια μεγάλη πολυτέλεια στον τόπο μας και στον κόσμο μας, όπου οι νεοφιλελεύθεροι ιεροκήρυκες του πιο μοβόρου, αδηφάγου κι απάνθρωπου καπιταλισμού μετά το 1929 παίρνουνε σβάρνα, στο όνομα των Αγορών και του Κέρδους, όσα λίγα έχει κερδίσει ο μη προνομιούχος κόσμος τα τελευταία 150-200 χρόνια.

Μέλη ναζιστικής συμμορίας στη Βουλή των Ελλήνων

Όχι, δε λέω να χαρείτε με αυτό. Σκεφτείτε όμως το εξής: πάντοτε ξέραμε ότι 1 στους 10 Έλληνες είναι χουντοβασιλικός (στην καλύτερη περίπτωση), ταγματασφαλίτης, ρατσιστής, χίτης, εθνίκαρος. Οι βασανιστές, οι παρακρατικοί, οι χαφιέδες, οι κάθε λογής αντισημίτες δεν ήτανε προϊόντα εισαγωγής, Έλληνες ήταν. Όπως είχε επισημάνει παλιά μέχρι και ο Νίκος Δήμου (και χλευάστηκε), όλοι αυτοί κρύβονταν από το 1974 (κυρίως) στη ΝΔ. Ακόμα και μετά το 1990, οπότε και ελέω Σαμαρά επανανομιμοποιήθηκε ο ρατσισμός-εθνικισμός λόγω Μακεδονικού και Αλβανών, κάθε φορά που κατέβαιναν φασιστικά μορφώματα όπως η ΕΠΕΝ δεν είχανε ρεύμα: προτιμάς να ψηφίσεις έγκλειστο Παττακό ή να σου διορίσουνε την κόρη και να σου νομιμοποιήσουν το αυθαίρετο; Πάντως υπενθυμίζω ότι η Χρυσή Αυγή (και πριν από αυτή η ΕΝΕΚ / ΕΝΕΠ) δεν είναι καινούργια φρούτα: πρόκειται για παλιές γνωστές εγκληματικές συμμορίες ναζιστών (για να μην παίζουμε με ευφημισμούς όπως «ακροδεξιός»).

Με το ΛΑΟΣ άλλαξαν τα πράγματα: ο πονηρός διαφημιστής αρχηγός της και τα αδίστακτα ΜΜΕ έκαναν το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και την τελειωμένη πατριωτίλα τρέντι. Κάτι που ταίριαζε και με τις ανάγκες της εποχής: μέχρι τον Ερντογάν, όποτε υπήρχαν εσωτερικά προβλήματα, έπαιζε κι από μια κρίση στο Αιγαίο. Μετά από αυτόν τον κύριο, ε, το μέτωπο έγινε εσωτερικό: οι μετανάστες φταίνε κάθε φορά που κάτι πάει στραβά. Άρα το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και η τελειωμένη πατριωτίλα μπορούσαν να καλλιεργηθούν, όσο ο καιροσκοπικός χαρακτήρας του τσίρκου ΛΑΟΣ το επέτρεπε. Σε αυτό το εύφορο έδαφος καλλιεργήθηκε η νυν χειραφέτηση του ναζισμού. Η εποχή όμως πια θέλει λεβεντιές, έτσι το συγκαλυμμένο φυλετικό μίσος και η τελειωμένη πατριωτίλα αντικαθίστανται πλέον από το ωμό φυλετικό μίσος και την σαπισμένη πατριωτίλα. Να η εικόνα σας, συνέλληνες, καμαρώστε τώρα στη Βουλή αυτό που πάντα μα πάντα υπήρχε ανάμεσά σας.

Από αυτή την άποψη (εξαιρώντας το μπόνους των 50 εδρών), η Βουλή που θα προκύψει θα είναι μάλλον βαθιά αντιπροσωπευτική.

Να λοιπόν, θα ξημερώσει μα η χαρά δε χάνεται αλλά θα τη φυλάμε μέσα μας. Όπως και σε άλλα πράγματα, η επόμενη μέρα ξεκινάει με ερωτήσεις για το μέλλον, εκεί γύρω στο πρωινό ξύπνημα.

Περνώντας οικογενειακά το προεκλογικό Πάσχα

Ξεκινώντας διευκρινίζω ότι έχω το προνόμιο να μη βλέπω τηλεόραση. Το θεωρώ προνόμιο γιατί τα επίγεια κανάλια είναι η μόνη διασκέδαση και ίσως η μόνη ενημέρωση για τους μη προνομιούχους. Άρα, όποιος έχει λ.χ. πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι προνομιούχος, έστω και λίγο. Όταν μέσα στις μέρες του προεκλογικού Πάσχα συναναστράφηκα συνταξιούχους και, συνεπώς, είδα πάρα πολλή τηλεόραση, παρατήρησα με απορία τρία πράγματα.

Πρώτον, τις αντιδράσεις των ανθρώπων που βλέπουν ειδήσεις. Eδώ και δεκαετίες οι συνταξιούχοι προπηλακίζουν φραστικώς τον πολιτικό της επιλογής τους όταν εμφανιστεί στην οθόνη. Αυτή τη φορά όμως είδα γνήσιες εκφράσεις αποστροφής και πραγματικής αηδίας σε πρόσωπα γύρω μου ενώ περιμέναμε να αρχίσει το δελτίο ειδήσεων.

Δεύτερον, το περιεχόμενο των ίδιων των δελτίων ειδήσεων. Αρχικά νόμιζα ότι παρακολουθώ μια εκδοχή της Ελληνοφρένειας. Μετά συνήλθα απότομα: τέτοια ομοφωνία απόψεων και θέσεων και στάσεων και νοοτροπίας δεν είχα ξαναδεί. Ο εναγκαλισμός μέσων ενημέρωσης και πολιτικού συστήματος είναι σφιχτός και ο συντονισμός τους απόλυτος. Η εσωτερική ομοψυχία του υπό αποσύνθεση πολιτικού συστήματος θυμίζει τις διηγήσεις για την υπό βομβαρδισμό Αγγλία του 1940. Το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: «κινδυνεύει η Ελλάς». Το μήνυμα ερμηνεύεται ως εξής: όσο κι αν φωνάξουμε δικαιολογημένα και αν βρίσουμε αγανακτισμένα, τελικά σε αυτές τις αποφράδες εκλογές πρέπει να φανούμε συνετοί: ας τιμωρήσουμε πρόσωπα όπως τον μεμονωμένο Άκη, τους μη υποψήφιους πρώην Παγκάλους, τον αόρατο Κώστα Καραμανλή και άλλους, αλλά ας δείξουμε σύνεση κι ας ενισχύσουμε τα κόμματα (τα οποία ξαφνικά μετουσιώθηκαν σε πλατωνικές ιδέες καλοσύνης, αλληλεγγύης, ευθύνης και σοβαρότητας) που θα μας πατήσουν βαθύτερα στον λάκκο της υποτέλειας και της φτώχειας εντός της ευρωζώνης.

Τρίτον, τα συμπεράσματα των συνταξιούχων που βλέπουν ειδήσεις και — αντίθετα με το τι θα πίστευε ένας αφελώς καταστασιακός — είναι σε θέση και να τις επεξεργαστούν και να σταθούν απέναντί τους για να τις κρίνουν: «εγώ θα ψηφίσω Χρυσή Αυγή για να τους πάρει πια όλους ο διάολος». Κι εμάς μαζί, «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων». Κι ο μη συνταξιούχος διανοούμενος της παρέας τολμάει να ψελλίσει «ψηφίστε τουλάχιστον Καμμένο» — με τη ναυτία ως συνέπεια.

Είναι γενικευμένη η υποψία ότι η Αριστερά έχει αποτύχει σύσσωμη και πανηγυρικά γιατί θεωρητικολόγησε μέχρι αυτοδιάλυσης χωρίς να καταφέρει να παραγάγει ουσιαστικό πολιτικό λόγο. Επιπλέον, πολλές φορές αρνήθηκε ή φάνηκε ανήμπορη να συζητήσει τα καίρια θέματα με τους κατάλληλους συνομιλητές (ναι, εννοώ τον λαό). Μέρος της ασχολείται αυτιστικά μετά από 67μισυ χρόνια με τον Εμφύλιο και τη Βάρκιζα και τους αντάρτες που έκλαιγαν γιατί ο Στάλιν ήταν μακράν. Ένα εκτός ΚΚΕ κομμάτι της, ακολουθώντας το παράδειγμα του ΚΚΕ, απαξίωσε ό,τι δεν μπορούσε να κηδεμονεύσει και έγινε ένα, δύο, τρία πολλά ΚΚΕ. Ένα άλλο κομμάτι της συγχρωτίστηκε με επαγγελματίες συνδικαλιστές και παραγνώρισε τους κοινωνικούς αγώνες ενώ παράλληλα αποστασιοποιήθηκε από τους υποτελείς και τους φτωχούς και ακολούθησε τον δρόμο του αταξικού πολιτικού μάρκετινγκ που θα κέρδιζε τις καρδιές μανδαρίνων. Τέλος, το ίδιο το ΚΚΕ προσπαθεί να πλασαριστεί ως σιγουριά και σταθερότητα και εγγύηση στραγγαλίζοντας (όσο μπορεί) το αντεξουσιαστικό και αναρχικό κίνημα — αλλά να που τώρα αυτός ο ρόλος αναλαμβάνεται πειστικότερα από τα θνήσκοντα κουφάρια των δύο σαρκοβόρων του δικομματισμού, καθώς και από τα τέκνα τους.

Ωστόσο, θα ψηφίσω Αριστερά. Και φρονώ ότι όλοι πρέπει να ψηφίσουμε Αριστερά, όποιοδήποτε κόμμα της Αριστεράς — και δεν εννοώ βεβαίως το escape pod πασοκανθρώπων, τη ΔΗΜΑΡ. Για δύο λόγους: αξιοπρέπεια κι ελπίδα.

Η ψήφος στην Αριστερά είναι η μόνη υπεύθυνη και αξιοπρεπής ψήφος, ναι, έστω και στο μισητό, αποκολοκυνθωμένο και αυταρχικό ΚΚΕ. Όταν μιλάω για αξιοπρέπεια εννοώ τη βασική, ανθρώπινη αξιοπρέπεια κάποιου που ανήκει σε έναν υπό εξανδραποδισμό λαό και ο οποίος, προς το παρόν, έχει ακόμη ψήφο. Απλούστατα, Αριστερά σημαίνει αξιοπρέπεια, και όχι μόνον πολιτική — εδώ που φτάσαμε.

Ο δεύτερος λόγος, η ελπίδα: ενδεχομένως η είσοδος πολλών βουλευτών από την Αριστερά στην επόμενη Βουλή να σταθεί το έναυσμα που θα αναγκάσει το ΚΚΕ να επανεξετάσει τη σταλινική σαρία του, τον ΣΥΡΙΖΑ να αφήσει κατά μέρος τις πάρλες και τα λαϊφσταϊλίστικα τσαλίμια του, τα μικρότερα κόμματα να πάνε πέρα από την κοντόφθαλμη ομφαλοσκόπησή τους.

[Κείμενο δημοσιευμένο στο ΜΟΝΟ που κυκλοφορεί.]

Ο διασυρμός των υποτελών

Ακολουθεί παράφορο και απρόσεκτο ποστ. Ναι, εντάξει, βεβαίως: η δουλειά μας, ο χώρος όπου ο καθένας μας προσφέρει (όσοι δεν έχουν μείνει άνεργοι), προτεραιότητες, ναι, το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο είναι να κάθεσαι μπροστά στο πληκτρολογιό σου και να στηλιτεύεις τη χυδαιότητα και τη βάρβαρη απανθρωπιά και καταπίεση. Ναι, σχετικισμός, βεβαίως, η κατανόηση του πώς δουλεύει ο κόσμος, ο προεκλογικός χαρακτήρας (και μόνο;) της αθλιότητας που από παντού τρυπώνει με όσμωση και τριχοειδώς κτλ.

Όμως, δείτε αυτό. Δείτε το. Το ξέρετε. Δείτε το.

Έχω φρικάρει με τον διασυρμό και την απάνθρωπη προστυχιά (μην κολλάτε μόνο στο ιατρικό απόρρητο). Δε θα κάνω εύκολες ερωτήσεις παρά μόνον αυτή:

Μόνον εγώ βλέπω σημάδια κακοποίησης (σωματικής και άλλης) σε αυτά τα πρόσωπα; Έχω φρικάρει. Έχω φρικάρει. Έχω φρικάρει. Παρουσιάζονται μία πορτραίτο, μία ολόσωμη κακοποιημένοι ίσως και σίγουρα φτωχοί άνθρωποι . Αλλά όχι ρε, δεν είναι άνθρωποι, και μάλιστα απολύτως φτωχοί και καταπιεσμένοι. Είναι υγειονομικές βόμβες, γι’ αυτό τις επιδεικνύουν, όπως επιδείκνυαν τον καιρό της 17Ν και του ΕΛΑ κάτι πενιχρά λάφυρα: κατεσχεμένα περίστροφα, πυροκροτητές, καλάσνικοφ, μία ρουκέτα κτλ. Αυτές οι πουτανάρες σκοτώνουνε τους άντρες σας κι εσάς. Αυτές οι φτωχοπουτάνες των 10 και των 20 ευρώ πάνε με Αλβανούς και Πακιστανούς. Τι να λέμε.

Ένας φίλος μου σχολίασε στο φατσομπούκι ως εξής:

«Αυτό είναι διασυρμός κάποιων γυναικών που βγάζουν το ψωμί τους τίμια. Θα υπάρχει ανάλογος διασυρμός για τους μαλάκες που πλήρωναν πιο πολλά λεφτά για να μην πάρουν προφυλάξεις; Μάλλον όχι γιατί αυτοί είναι νοικοκυραίοι και θα τους χαλάσουμε τα σπίτια […]».

Πιο ψύχραιμα: οι αρχές, έχοντας παραδώσει την πορνεία με μεσοβέζικους, πουριτανικούς και αδιάφορους για τα ανθρώπινα δικαιώματα νόμους στον υπόκοσμο του δουλεμπορίου, στιγματίζουν και διαπομπεύουνε τα (καταφανώς) θύματα. Την επόμενη φορά προτείνω να φασκελώνουν τελετουργικώς κατά την κηδεία τους τα θύματα εργατικών δυστυχημάτων: πού στο διάολο είχανε τον νου τους εν ώρα δουλειάς; στην μπάλα; στο πήδημα; στα παιδιά τους; στο φαΐ που θα πρέπει να τους αφήσουν για αύριο; Τι είδους ανευθυνότητα είναι αυτή που δυσφημίζει έτσι βαριά τον εργοδότη τους;

Κι επειδή στα σοσιαλμήντια μιλάμε, και πολύ σωστά, για το τράφικινγκ και για το ότι αυτές οι γυναίκες είναι θύματα τράφικινγκ:

Πρώτον, ας λέμε τα πράματα με το όνομά τους, οι άνθρωποι δεν είναι κόκα για να τους διακινείς. Ας αφήσουμε λοιπόν το «τράφικινγκ» κι ας μιλήσουμε για δουλεμπόριο.

Δεύτερον, πρωτίστως δεν αγανακτούμε γιατί διέσυραν τις καημένες τις πόρνες αλλά γιατί διέσυραν συνανθρώπους μας.

Τρίτον, δούλος και θύμα του συστήματος (που σε μισεί και σε μαχαιρώνει αλλά σε χρειάζεται) δε γίνεσαι μόνο γιατί παίρνεσαι από λεγεώνες κάθε μέρα αλλά και γιατί σε έχουν να ζεις σε παράγκες μαζεύοντας φράουλες και πεθαίνοντας από θερμοπληξία ή πνευμονία, να καθαρίζεις ανασφάλιστος τουαλέτες, να τυλίγεις σουβλάκια τον Ιούλιο επί 12ωρο κτλ. κτλ.

Τέταρτον, δεχομαι (και καθόλου ρητορικώς) ότι κάποιες από τις διασυρμένες κοπέλες ίσως δεν είναι θύματα δουλεμπορίου, ότι δεν ήρθαν να δουλέψουν ως πόρνες με βία και κακοποίηση ή με απειλές ή ζεμένες για την πρέζα και από την πρέζα ή με ψευδείς υποσχέσεις κτλ κτλ κτλ αλλά ελεύθερα, επιλέγοντας αυτή τη δουλειά εκεί αντί για κάποια άλλη αλλού. Ακόμα κι έτσι, ο ειδεχθής, ανθρωποφαγικός, ωμά ταξικός (δεν νομίζω καμμιά από τις διαπομπευμένες κοπέλες να χρεώνει €500 την ώρα διακριτικά στον χώρο μου, κι υπάρχουνε προφανείς λόγοι), βαθύτατα υποκριτικός και δόλιος χαρακτήρας του εξευτελισμού τους παραμένει στο ακέραιο.

Και κάτι τελευταίο, μια και πιαστήκαμε με όρους και ευφημισμούς. Μέσα στο φαλιμέντο κάθε αξιοπρέπειας και μέσα στο ζουγκλέ θρίαμβο-πομπή-όργιο του πουριτανισμού (πάντα έκραζα τον πουριτανισμό ως βάρβαρη ιδεολογία, ως ολοκληρωτικό σύστημα καταπίεσης των επιθυμιιών και ποινικοποίησης του σώματος — να η ανεπιθύμητη δικαίωση): αυτός ο βλακώδης ευφημισμός, ιερόδουλος, είναι πατερναλιστικός και βαθιά υποκριτικός, όπως τόσα πράγματα στην ελληνική κοινωνία. Πόρνες είναι οι γυναίκες.

Προεκλογικά γερόντια

Για τις εκλογές έγραψα στο περιοδικό Μόνο που κυκλοφορεί.

Θέλω να συμπληρώσω τα εξής, στον δρόμο για το πραγματικό μου θέμα, που είναι η κιόλας ξεχασμένη αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα.

Πρώτον, υπάρχει κόσμος στα -άντα που θα ψηφίσει ΠΑΣΟΚ συνειδητά, μια και το Κίνημα απαρτίζεται από ανθρώπους δοκιμασμένους στην εξουσία. Ακούγεται βαθύτατα σαρκαστική η προηγούμενη πρόταση, αλλά είναι κι αυτό μια στάσις, νιώθεται. Για κάποιους. Που εξακολουθούν να έχουν και καλώς έχουν πολιτικά δικαιώματα. Κραυγές τύπου «αυτά τα ζώα ψηφίζουν» είναι πολποτισμός.

Δεύτερον, σε αυτό το μπλογκ γκρινιάζω για πάνω από εφτά χρόνια ότι λόγω ζαβής Παιδείας σε αυτόν τον τόπο οι πολιτικές επιλογές εκφράζονται σαν διλήμματα, συνήθως εκβιαστικά. Ξεκινάμε από το «Λαοκρατία ή Βασιλιά», πάμε στο «ή εγώ ή τα τανκς», κάνουμε μια στάση στο «Μνημόνια ή πείνα»… Απλώς να πω ότι πληρώνουμε πλέον ακριβά την αποστροφή του εκπαιδευτικού συστήματος προς την αναλυτική σκέψη και την κριτική σκέψη, για προφανέστατους λόγους: όποιος ελεύθερα συλλογάται, συλλογάται καλά και δε μασάει κουτόχορτο για πολύ. Επειδή το κουτόχορτο (πολιτικό και εθνικιστικό-πατριωτικό) είναι το σανό που μας ταΐζει η ελληνορθόδοξη (πατριωτίζουσα κι αριστερίζουσα) ιδεολογία, ε, καταλαβαίνετε.

Τρίτον, ήθελα να συμπληρώσω κάτι σχετικά με τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα αστείων του τύπου «κλειδώστε τους ηλικιωμένους σπίτι για να μην ψηφίσουνε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ». Σ’ αυτό (αλλά και στο προηγούμενο) με πρόλαβαν. Να πω μόνον το εξής: το να κλειδώσεις κάποιον πολίτη (δε μιλάμε δηλαδή για αντιπροσώπους, βουλευτές, γερουσιαστές, δημάρχους κτλ. — οι οποίοι στο κάτω-κάτω εκπροσωπούν άλλους, δηλαδή εσένα) στο σπίτι για να μην ψηφίσει στις εθνικές εκλογές είναι βαθύτατα αντιδημοκρατική ιδέα. Αν ζοριστώ πολύ, μπορώ να τη σκεφτώ ως ενδεχομένως επαναστατική. Αλλά έτσι μίζερα θα γίνει η επανάσταση των χίψτερ, ρε παιδιά;

Αν πάντως θέλετε να κάνετε σωστές επαναστατικές δουλειές, κλειδώστε άλλη μια κατηγορία ανερμάτιστων και αφελών στα σπίτια τους, τους επαρχιώτες: Α’ Β’ Αθηνών, Α’ Θεσσαλονίκης και Α’ Β’ Πειραιώς φτάνουνε και περισσεύουν — οι υπόλοιποι πίσω από τον ήλιο ζούνε, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ ψηφίζουνε.

Διαβάζα λοιπόν για τις εκλογές: για το σκάρτο εκλογικό σύστημα που πριμοδοτεί το πρώτο κόμμα και όχι μόνο με αποχές, λευκά και άκυρα. Παρακολουθώ τις εκ του πονηρού επιθέσεις του τύπου κατά του ΣΥΡΙΖΑ, και του Τσίπρα (ο οποίος ωστόσο χρειάζεται επειγόντως τη βοήθεια του Τάλω, ιδίως όταν λ.χ. παινεύει το δάνειο που πήρε η Κύπρος από τη Ρωσία και κάτι τέτοια). Θυμήθηκα την κηδεία του Δ. Χριστούλα: θα έπρεπε λοιπόν να απαγορεύεται στους γέρους να αυτοκτονούνε για πολιτικούς λόγους.

Η αυτοκτονία του Χριστούλα είναι από τα κορυφαία πολιτικά γεγονότα της γενιάς μας, υποκατάστατο μιας εξέγερσης που δεν έγινε, φυσική συνέπεια πραγματικής αγανάκτησης για την κατάσταση υποτέλειας στην οποία μάς έφερε το διεφθαρμένο και παράλληλα ανίκανο πολιτικό σύστημα. Η κηδεία του, στην οποία πήγα για να νιώσω κι εγώ το θρόισμα του παλτού της Ιστορίας, το βάδισμα της Ελευθερίας (κι εσύ αθάνατη εσύ θεία, που ό,τι θέλεις ημπορείς…) έκανε σαφή τρία πράγματα:

α. Την επιτακτική ανάγκη για σοβαρό και στιβαρό πολιτικό λόγο αλλά και σοβαρή θεωρητική συγκρότηση στις όποιες αυτο-οργανωτικές ή αντιστασιακές ή εξεγερτικές προσπάθειές μας. Ο αλληλεγγυισμός είναι απλώς ανεπαρκής, ενώ ο συναισθηματισμός σκοτώνει — και κυριολεκτικά πλέον, αφού γίνεται άλλοθι του σοβαρού αγώνα. Στην κηδεία έκαναν σώου αυτάρεσκοι μίκηδες, αφελώς και εκ του ασφαλούς αντιμνημονιακοί πατριώτες, ενώ έπαιξε πολύ και η ρητορεία των νεκρών που μεταφυσικώς θα φέρουν τη μεταφορική πολιτική Ανάσταση (δείτε και αυτό το βιβλίο). Μόνον η κόρη του Χριστούλα στον επικήδειό της έθεσε στα σωστά συμφραζόμενα την πολιτική πράξη του πατέρα της.

β. Την πλήρη μαλάκυνση της ευρύτερης κομμουνιστικής αριστεράς, όπως διαφαίνεται από τη ρητορική της. Την καπιταλιστική αγριότητα του 2012 δεν την πολεμάς με αγκυλωμένες ρητορικές του 1936 και του 1944 (στο Πολυτεχνείο δεν έφτασαν οι σύντροφοι ακόμα).

γ. Κατ΄επέκταση, την κυνική αγριότητα των μέσων στο πώς χειρίστηκαν το θέμα· επίσης, την ταξική τους στράτευση εναντίον οποιασδήποτε πράξης, ιδέας ή κίνησης υπονομεύει τις επιλογές της ελίτ: την οικειοθελή και ελλιπώς διαπραγματευμένη υπαγωγή στο Μνημόνιο, τις ρητορικές του κίβδηλου ορθολογισμού (ακόμα ένας κύκλος καπήλευσης του Διαφωτισμού, πολίτες), τον ενστερνισμό της απαραίτητης πολιτικής υποτέλειας, την αποσιώπηση της εξαθλίωσης.

Αυτά τα λίγα και σκόρπια.

Φόβητρα

Όταν ήμουν μικρός, ο φόβος για το μέλλον της χώρας ήταν σχεδόν συνώνυμος της εδαφικής απώλειας: «Μην μπει ο Μεμέτης και μας πάρει τα νησιά», έλεγε ο παππούς ο Πολίτης, σαν να ήταν ο Τούρκος διαρρήκτης. «Με δαύτους θα φτάσουνε τα σύνορά μας στα Τέμπη», προφήτευαν οι νεοδημοκράτες μακροσυγγενείς τη δεκαετια του ’80, καθώς ο Αντρέας Παπανδρέου εκγύμναζε το κλισέ περί εδαφικής ακεραιότητας επαναλαμβανόντας ότι «δε θα παραχωρήσουμε ούτε μια σπιθαμή ελληνικής γης / εθνικού εναέριου χώρου».

Μετά ξεχάστηκαν αυτά, ο Μητσοτάκης πήγε να πουλήσει κάτι βραχονησίδες αλλά το μέλλον της χώρας ήταν εξασφαλισμένο με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, με τις επενδύσεις μας στα Βαλκάνια. Ακόμα και τότε, τη δεκαετία του ’90 και μετά, υπήρχε βεβαίως μορμολύκειο: «δε θα μιλάει κανείς ελληνικά σε 10 χρόνια», έλεγαν στη γειτονιά των δικών μου, «μαύρισε ο τόπος» (και δεν εννοούσαν τη σκόνη και τα αιωρούμενα σωματίδια, αυτό που παλιά λέγαμε ‘καυσαέριο’) μουρμούριζαν κάτι ηλικιωμένοι στα τρόλεϋ. Είχαμε, βλέπετε, γεμίσει Αλβανούς φονιάδες, έτσι τους έλεγαν.

Μετά ξεχάστηκαν ακόμα κι αυτά με τις νέες δόξες των ολυμπιακών έργων, του ευρώ, των Ολυμπιακών, της ισχυρής Ελλάδας των ΚΠΣ (γιατί κάθε τοπικός παράγοντας δικαιούνταν ένα τρίτο αυτοκίνητο, καλό). Το φόβητρο ήτανε πια πνευματικο-θεωρητικό, αν θυμάστε την εκκλησιαστική όπερα μπούφα «ταυτότητες».

Ο φόβος τελείωσε το 2010 ή λίγο μετά: βλέπουμε και ζούμε πια την υλοποίηση ενός καινούργιου και πολύ πραγματικού σεναρίου καταστροφής: φτώχεια-αμάθεια-τυ-ραν-νί-α. Ναι, κατά το πάλαι «ψωμί, παιδεία, ελευθερία».

Απ’ έξω

Πλησιάζει η δεύτερη επέτειος από την υπαγωγή μας στην Τρόικα. Ο εξωτερικός έλεγχος έγινε αρχικά αντιληπτός ως ο μοχλός που θα αποκυλούσε τον ογκόλιθο της κακοδιοίκησης, της διαφθοράς, αυτού που από την εποχή Σημίτη αποκαλούμε ‘διαπλοκή’ κτλ. Κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό. Γιατί δεν κατέστη δυνατό, στον βαθμό που ήταν κάτι τέτοιο εφικτό, είναι ζήτημα το οποίο έχει συζητηθεί εκτενέστατα, λεπτομερέστατα και με περισσό πάθος.

Γενικά, εδώ και δύο χρόνια χορτάσαμε λόγια και ρητορικές. Στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της παρούσας κατάστασης πάντως θα συγκαταλέγεται οπωσδήποτε και η πλήρης χειραφέτηση των μέσων ενημέρωσης: από αρνιά τη δεκαετία του ’70, κομματικοί παρατρεχάμενοι τη δεκαετία του ’80, πελάτες και συνέταιροι των κομμάτων τη δεκαετία του ’90 και μετά, σε στιβαρούς ρυθμιστές και κραταιούς διαμορφωτές ρητορικών, απόψεων και πολιτικών πραγματικοτήτων. Τα ελληνικά μέσα δεν παρασκευάζουν απλώς συναίνεση πια (κατά το τσομσκιανό), παρά κατασκευάζουν πραγματικότητες και ερμηνεύουν με παρρησία και πλήρη αφοβία τα κοινωνικά συμφραζόμενα. Η στρεψοδικία και μονομέρεια της Fox δεν είναι πια εξωτικό στίγμα της αμερικανικής κοινωνίας.

Εν πάση περιπτώσει, κανονικά δεν έχω τίποτε να προσθέσω, εκτός από την προοπτική ενός Έλληνα του εξωτερικού, ο οποίος συνθέτει άποψη μιλώντας με πραγματικούς ανθρώπους αλλά και παρακολουθώντας τα μέσα σε μικρές δόσεις. Όσα θα πω παίρνουν, όπως πάντα, νερό ή, για τους λογιότερους, το χρειάζονται το αλατάκι τους.

Ακούγονται πολλά λοιπόν: ότι η ελληνική κοινή γνώμη πολώθηκε ή διχάστηκε· ότι η πρωτοφανής φονική βία μέσα από την οποία επαναχειραφετήθηκε η «ευνουχισμένη» αστυνομία κι αποκαταστάθηκε στοργικά στον βίαια κατασταλτικό της ρόλο μούδιασε και πάγωσε τους αγανακτισμένους και εξεγερμένους· ότι η κοινωνία καταρρέει ενώ παράλληλα ωριμάζει από τη μια η αυτο-οργάνωση κι από την άλλη ένας μάλλον εστέτ φιλανθρωπισμός·  ότι η πολιτική απαξιώνεται και ότι τα παλιά κόμματα πεθαίνουν· ότι ο φασισμός αναγεννάται από την τέφρα του ενώ η αριστερά, παρά την αβουλία και την ασυνάρτητη, αναιμική, αυτάρεσκη και πολυδιασπασμένη προσέγγισή της, φορτώνεται όλες τις αμαρτίες του δημόσιου βίου από τον καιρό της Βάρκιζας. Ίσως. Παράλληλα, ή και απεναντίας, εγώ βλέπω (και) κάποια άλλα πράγματα.

Πρώτον, οι φτωχοί αυτού του τόπου, οι «υποτελείς τάξεις» που λέει κι ο λενινιστής φίλος, απλώς εξαθλιώνονται περαιτέρω. Γίνονται και τυπικά φτωχοί. Είναι σφάλμα να ξεχνάμε ότι υποφέρουν κι εξαθλιώνονται ήδη από τουλάχιστον το 2004, για να δώσω ένα συμβατικό ορόσημο. Η ανεργία είναι πολύ υψηλή εδώ και χρόνια, η ζωή ήταν δυσανάλογα ακριβή στην Ελλάδα και πριν να αρχίσει το πετσόκομμα μισθών και συντάξεων. Αυτοί ποτέ δεν είχανε φωνή, κάνουν απλώς γραφικά περάσματα απόγνωσης από τους λαζόπουλους και τους αυτιάδες του κόσμου τούτου. Πριν ζούσανε με μακαρόνια και με ψώνια «που έφερνε σπίτι» η γιαγιά κι ο παππούς· τώρα ψάχνουνε στα σκουπίδια. Επίσης τώρα που η δημόσια υγεία αποσυναρμολογείται, αρρωσταίνουν περισσότερο και πεθαίνουνε πιο εύκολα. Ως εργαζόμενοι, παλιά, θα πήγαιναν από εργατικά ατυχήματα και τα συναφή, τώρα σβήνουν αλλιώς, επειδή δεν έχουνε λεφτά για φάρμακα και γιατρούς κτλ.

Δεύτερον, τα (πρώην) μεσαία εισοδήματα βάλλονται ομαδόν αλλά σε γενικές γραμμές δεν έχουνε φτάσει ακόμα στα χάλια των προ Τρόικας φτωχών. Ακόμα, λέω. Επειδή τα μεσαία εισοδήματα είναι στην πλειοψηφία τους νοικοκυραίοι, δηλαδή πολιτικά υποκείμενα με αστρονομικά υψηλή αδράνεια, στις τάξεις τους πρυτανεύει η επιθυμία και η ψευδαίσθηση, η φρεναπάτη μάλλον, ότι τίποτα δεν αλλάζει. Και με τις δύο ερμηνείες: και ότι «δεν αλλάζει ποτέ τίποτα σ’ αυτόν τον τόπο» κτλ. κτλ. αλλά και ότι δε θα αλλάξει τίποτα σπουδαίο στον τρόπο ζωής τους. Γι’ αυτό και θα αναδείξουν τη ΝΔ σε πρώτο κόμμα στις επόμενες εκλογές και γι’ αυτό το ΠΑΣΟΚ θα συνεχίσει να υπάρχει.

Τρίτον, τα μεσαία έως υψηλά εισοδήματα δεν έχουνε κανένα πρόβλημα επιβίωσης. Άλλωστε δε βασιζόντουσαν ποτέ ούτε στη δημόσια παιδεία, ούτε στη δημόσια υγεία, ούτε στις δημόσιες συγκοινωνίες. Απλώς πλέον καταναλώνουν λιγότερο, αποταμιεύουν λιγότερο, δεν επενδύουν πια. Επίσης έχουνε βροντερή φωνή, φωνή καθεστωτική και ψευδεπίγραφα ορθολογιστική: ανάμεσά τους βρίσκονται οι λόγιοι των 4000 ευρώ μηνιαίως (όπως έλεγαν και στο τουίτερ) που κουνάνε το δάχτυλο στην ανάξια, διεφθαρμένη και τουρκοβαλκανική πλέμπα που πετάει αποτσίγαρα στον δρόμο και τα έκανε όλα σαν τα μούτρα της. Την πλέμπα που καλείται με 400 ευρώ μηνιαίως να ζήσει από 2 έως 5 άτομα.

Τέταρτον, το πολίτευμα στην Ελλάδα διαμορφώνεται σε μια περιορισμένης ευθύνης δημοκρατία, σε μια κοινοβουλευτική αυταρχία κατά τα πρότυπα της δεκαετίας του ’50, στην οποία οι πολιτικοί που θα επιβιώσουν και οι σχηματισμοί στους οποίους θα συμμετέχουν θα πλασάρονται ως το μετριοπαθές αντίβαρο στις φασιστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις. Ήδη οι φασίστες και οι νεοναζί έχουν αναλάβει ρόλους τραμπούκων που αντιμάχονται τους αριστερούς και αναρχικούς «κουκουλοφόρους»: οι μεν, ασκεπείς κι ακουκούλωτοι, θα σφάζουνε μετανάστες και θα χαρακώνουν αλλοδαπές (κατά προτίμηση γηραιότερες και βαλκάνιες) πόρνες με την ανοχή της αστυνομίας ίσως, οι δε θα σπάζουνε βιτρίνες τραπεζικών ναών και θα καίνε τα σινεμά μας (και, μια μέρα, την Εθνική Βιβλιοθήκη, όπως λεει η αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Κάπως έτσι έχουν ήδη κάνει τη διανομή τα μέσα ενημέρωσης . Άλλωστε, παλαιόθεν η λεγόμενη «αστική τάξη» έβαζε τους ακροδεξιούς να λειτουργούν ως αντίπαλον δέος των αριστερών και των αναρχικών αλλά και ως μορμολύκειο μιας κατάστασης πραγμάτων χωρίς την κηδεμονία της. Δυστυχώς, βεβαίως, πολλές φορές η κατάσταση ξεφεύγει από τα χέρια των «αστών». Να υποσημειώσω επί τη ευκαιρία πόσο ωραία ταιριάζει το ΚΚΕ σε αυτό το σκηνικό, όπως λέει επιγραμματικά κι εδώ: μην κάνετε τίποτα γιατί «είναι καταδικασμένο να αποτύχει» (εκτός απ’το να ψηφίσετε ΚΚΕ).

Πέμπτον: δεν υπάρχει θέμα εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ. Ή θα καταργηθεί το ευρώ ή θα παραμείνουν όλες οι χώρες εντός της ευρωζώνης. Βάλτε κάποιο υψηλό στέλεχος που δουλεύει σε τράπεζα (αυτοί ξέρουν καλύτερα από τους «οικονομολόγους») να σας εξηγήσει γιατί μια υποτιθέμενη έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ θα χτύπαγε άσχημα τις μεγάλες χώρες της ευρωζώνης. Μα, θα πείτε, με το επιχείρημα της παραμονής στο ευρώ… ε, αυτό μας πάει πίσω στον ρόλο των μέσων.

Τι θα γίνει λοιπόν; Θα δούμε. Θα δούμε αφού τα μεσαία στρώματα νιώσουν πραγματικά το τέλος του σχολείου, αφού δούνε πανεπιστήμια να κλείνουν, αφού το Υγεία και το Ιατρικό δε θα είναι «για καλύτερα» αλλά η μόνη ελπίδα επιβίωσης, που θα περνάει από κάποιον από τους αυξανόμενους και πληθυνόμενους παντοίους αργυραμοιβούς, αφού υιοθετήσουν τη δίαιτα ζυμαρικών που κάνουν οι όντως φτωχοί εδώ και χρόνια· όταν οι αυτόχειρες καταστηματάρχες και οι οπλοφόροι απολυμένοι πολλαπλασιαστούν. Προς το παρόν, ακόμα, βρισκόμαστε στη σφαίρα της ρητορείας, της χρηστομάθειας, των σεξουαλικών μεταφορών, της κινδυνολογίας. Προς το παρόν, για πολλούς τελείωσε η διαβίωση και ‘μόνο’, σειρά όμως έχουν η επιβίωση καθώς και οι πολιτικές και ατομικές ελευθερίες μας.

Αλίμονό μας.

Η ελευθερία ως προϋπόθεση

Make my boy realize that, at the side of the everlasting «why», there is a «yes». And a «yes» and a «yes»! — ‘A Room with a View’

Εντάξει, όταν υποσχέθηκα ότι θα γράψω για το σεξ, το εννοούσα φιλολογικώς, ας πούμε. Άλλωστε υπάρχουν αρμοδιότεροι, πιο πεπειραμένοι και πιο ταλαντούχοι από μένα, άντρες και γυναίκες, για να γράψουνε για το θέμα.

Θα γράψω λοιπόν με αφορμή το ότι προχτές τελείωσα επιτέλους τον ανθολογημένο Μεγάλο Ανατολικό. Πραγματικά μυθιστόρημα-ποταμός. Δε θα ξαναμιλήσω για όσα έγραψα στην προηγούμενη ανάρτηση: την ουτοπική πολιτική ιδεολογία του μυθιστορήματος, τον διδακτικό-προγραμματικό του χαρακτήρα, την επαναληπτικότητά του, το ότι θα μπορούσε να γίνει για την ελληνική ερωτογραφία ένας Σολωμός, ένα έργο με το οποίο θα μπορούσε να ανοίξει διάλογο κάθε Έλληνας και Ελληνίδα ερωτογράφος (κλέφτε τον, παιδιά, κλέφτε τον ανελέητα κι ανερυθρίαστα!), αντί να μιμούνται γοτθιές και γαλλικές τσόντες ή να αφηγούνται μεταλυκειακές φαντασιώσεις.

Ο Μεγάλος Ανατολικός είναι μια μεγάλη κιβωτός στην οποία ο Εμπειρίκος φόρτωσε όλα του τα ινδάλματα, πολλά διαβάσματά του, πολλούς καημούς του, όλες του τις ιδέες ως ψυχαναλυτής, ως ποιητής κι ως άνθρωπος, τον ίδιο τον εαυτό του, τις φαντασιώσεις του και — σημαντικό αυτό — όλη του την ποίηση. Το βιβλίο περιέχει πανέμορφα κομμάτια, κομμάτια για σχολικά βιβλία: που μπορούνε να σε εκπαιδεύσουνε στο τι είναι λογοτεχνία και γιατί ασχολούμαστε με αυτή την ιδιότροπη απόλαυση. Λόγου χάρη, το κεφ. 96 περιέχει μια ονειρεμένη και ονειρική περιήγηση της Άνδρου των παιδικών χρόνων του Εμπειρίκου. Έχεις κομμάτια που κάνουνε κομψό παστίς των γαλλικών μυθιστορημάτων που μεταφράζονταν σωρηδόν στην καθαρεύουσα, διαμορφώνοντας τη γλώσσα και την αφήγησή μας — κι όχι μόνο σε λογοτεχνικό επίπεδο. Έχεις μακροσκελή παραθέματα και φευγαλέους υπαινιγμούς. Έχεις επίμονα μοτίβα (τον παφλασμό των κυμάτων λ.χ.) και στιγμιαίες μαρμαρυγές. Πραγματικό έργο ζωής ο Μέγας Ανατολικός, από αυτήν την άποψη.

Υπάρχει πολύ σπέρμα σε από το βιβλίο αλλά και πολλές λεπτές διακρίσεις, σχεδόν σοφές. Υπάρχει πολλή ελευθεριότητα αλλά και τρυφερότητα και πόνος, και βάσανο. Βρίσκεις άφθονη μεγαλοστομία και τολστοϊανά οράματα μα και ποίηση συγκλονιστική.

Ποίηση όχι μόνον υψηλή: του ωκεανού, του Πανός, του έρωτα, των μηχανών και του κύτους του πλοίου, της Ουτοπίας. Υπάρχει άφθονη γλωσσική τσαχπινιά στον Μεγάλο Ανατολικό, σχεδόν όσες και λαγνουργίες. Ανάκραση δημοτικής και καθαρευούσης, ποιητικά και με ίμερο. Το κεφάλαιο 54 από την αρχή έως το τέλος (όπου κι ένα «εις την άκραν της σφυζούσης αφαντάστως πούτσης του»), το τσαχπίνικο «συμπαθής ψωλοτρομπάρισσα» στο 39, κάτι «χονδρομπουρνέλλα» στο 45, η πληροφορία στο 40 ότι η «γαμική διαδρομή» λέγεται και «γαμιά» (κατά το «χεριά» κτλ.), μνημειώδεις διατυπώσεις όπως η «τέτοια λόγια ερωτικά, της τρυφερότητος και της καύλας» στο 68. Εύστοχα σύνθετα σαν το «γαμοπαρμένος» στο κεφάλαιο 41· κάτι σαν το «καρδιοσπαράχτρα θλίψη» στο 53, κι αχ αν την έχει πει καλύτερα κανείς τους τη θλίψη ποτέ.

Ο Μέγας Ανατολικός θα έπρεπε να είναι η αρχή, θα έπρεπε να γίνει η αρχή. Η αρχή για «να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα». Η αρχή για να αρχίσουμε να γδέρνουμε το σκληρό βερνίκι της καταπίεσης, έστω στα ερωτικά μας, έστω και λίγο, που κάνουν τον Άρη Μαραγκόπουλο να παραπονιέται δικαιολογημένα στον πρόλογο ενός μυθιστορήματός του (δε θυμάμαι ποιου) ότι δεν μπορείς να γράψεις για τον έρωτα όταν απευθύνεσαι σε ελληνικό λογοτεχνικό κοινό. Ακόμα χειρότερα: το σκληρό βερνίκι της καταπίεσης, εξαιτίας του οποίου στο φουτουριστικά αριθμημένο 2012, όπως γράφει εδώ,

«Την αυτοδιάθεση του κορμιού σου την [βαφτίζουν] πουτανιά», παρότι «τίποτα άλλο στον έρωτα που τόσο προφασίζονται δεν είναι ηθικό πέρα απο τα γυμνά σώματα που αδυνατούν να κρύψουν την αλήθεια… […] Οι ώρες, οι μέρες, οι μήνες ή τα χρόνια που περνάμε με τους ανθρώπους που επιλέγουμε να ξαπλώσουμε δίπλα τους είναι το δώρο που κάνουμε ο ένας στον άλλον.»

Όχι,  δεν πιστεύω καθόλου στις πρακτικές χρήσεις και στη χρησιμότητα της λογοτεχνίας, στους πλεχανοφικούς και σταλινικούς (του αποδίδονται έργα γλωσσολογίας και θεωρίας λογοτεχνίας) συσχετισμούς κοινωνίας και τέχνης του λόγου. Αλλά ο Εμπειρίκος ξεκάθαρα γράφει, συν τοις άλλοις, και ένα ογκώδες μανιφέστο. Εν πολλοίς ξεπερασμένο: συμβαίνει αυτό με τα μανιφέστα. Αλλά, όπως και με άλλα μανιφέστα, ο Μέγας Ανατολικός είναι φορέας μεγάλων αληθειών και μεγαλύτερων αναγκών, της εξής μίας: της ανάγκης για ολόπλευρη κι ολόψυχη ελευθερία.

Το Χάος της αγάπης Β’

Φαντάζομαι μια κινηματογραφική σκηνή από αυτές που δε γυρίζονται πια, γιατί μας εφαγε η ειρωνεία κι ο μεταμοντερνισμός κομμάτι-κομμάτι σαν μπισκοτάκι. Ο Μάλαμας τραγουδάει το «Σ’ τα είπα όλα» (σιωπή, ΔΜ) και δυο εραστές κοιτιούνται με νόημα. Το ανάλογο νόημα.

Πήγα χτες σε μια μουσική σκηνή, καιρό είχα να πάω. Με κάλεσε ένας φίλος, από τους πιο οξυδερκείς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στη Μεγαλόνησο (λέμε «οξυδερκής», δε λέμε «έξυπνος» — είναι βρώμικη λέξη. Έξυπνος είναι ο Θέμος, ο Μπένυ, ο Μεγαλοδημοσιογράφος. Ο έξυπνος λέει εξυπνάδες, σοφιστής πουλημένος). Άκουγα τη ‘Ρωγμή του χρόνου’ και θυμήθηκα ένα στίχο από το Λύκειο, Αντιγόνη:

ἀλλοὐδὲν αὐτῷ τῶν ἐμῶν μεἴργειν μέτα

Οι εμοί. Η Αντιγόνη εννοεί την οικογένεια, τον πεθαμένο Πολυνείκη. Οι εμοί εμοί; Οι φίλοι. Οι δικοί μου. Οι αγάπες.

Την τελευταία λέξη για την αγάπη την έχει πει ο Απόστολος Παύλος στο κεφάλαιο 13 της Α’ προς Κορινθίους, στον γνωστό «ύμνο της αγάπης». Όσο κι αν προσπαθούν οι θεολόγοι να τον κουρέψουν και οι οπαδοί του πρακτικού βίου να τον θαμπώσουν, εκεί τα λέει όλα. Φίλα με τώρα.

Όλοι κάπου θα ξοδέψουμε τις ζωές μας. Το στοίχημα του Πασκάλ δεν είναι παρά ένα στοίχημα. Αν είναι να τις ξοδέψουμε, ας τις ξοδέψουμε στην αγάπη. Αυτό σκεφτόμουν έφηβος. Αυτό σκέφτομαι τώρα. Μυαλό δεν έβαλα.

Σέβομαι και τιμώ όλος δέος και ευγνωμοσύνη τον έρωτα, το πάθος που (όπως είπε κάποτε μια αγάπη) καταναλώνει σκοτάδια και παράγει θερμότητα, κάποτε και φως. Τον έρωτα τον σέβομαι και τον τιμώ με το σώμα και με το πνεύμα και ολόψυχα. Αλλά αναγνωρίζω, κάθε μέρα της ζωής μου, την υπεροχή της αγάπης. Ιδίως τώρα πια, την εποχή μετά τον καταναλωτισμό, την εποχή που το δήθεν λίγοι πια είναι πρόθυμοι να χάψουν και να ανεχτούν. Κι είναι αλλόκοτο αλλά όμορφο πώς μία αγάπη μπορεί να φωτίσει πλαγίως άλλες αγάπες, κι όλες τους μαζί ετερόκλητες και ποικίλες σχέσεις κι αλισβερίσια και συναντήσεις και συνδέσμους.

Η ζωή δεν είναι απλή. Τα μεγάλα λόγια είναι ωραία κι εμψυχώνουν, αλλά η ζωή είναι πέρα και πάνω από αυτά. Δεν είμαστε εμείς και οι απόψεις μας, οι αλήθειες που σεπτά και όλο ευλάβεια λιτανεύουμε, υπεράνω της ζωής. Η ζωή ξέρει να μας ρίχνει σκαμπιλάκια, συνήθως όταν πιστέψουμε ότι, ξέρω γω, πορευόμαστε μέσα της με τιμή και κατά συνείδηση, όταν θα πούμε «οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης». Η ζωή θα μας καλέσει για εξηγήσεις πάνω που θα νομίσουμε ότι είμαστε τακτοποιημένοι στις υποχρεώσεις μας απέναντί της. Και τελικά θα μας υπαγορεύσει τους όρους της ρητά και χωρίς πολλά περιθώρια για δικές μας ερμηνείες.

Καθένας από εμάς έχει 2-3 πράγματα εύκολα, διαφορετικά ο καθένας, και δυσκολευόμαστε σε όλα τα άλλα. Όταν σμίγουμε μπορούμε να δώσουμε από αυτά που είναι για εμάς εύκολα. Ή μπορεί να καθιζήσουμε παρέα, και να αφήσουμε αυτό που δυσκολεύει εμάς να κάνει και του άλλου τη ζωή δύσκολη. Αυτό είναι θέμα επιλογής.

Για το σεξ και για το Βερολίνο θα γράψω άλλη φορά. Το υπόσχομαι. Πάω τώρα για ύπνο.

Σκορποχώρι

Άρχισα να γράφω ένα ποστ, γκράντε, με τη γνωστή μανιέρα: ξεκιναγε από προσωπικά βιώματα (το Βερολίνο: η αγαπημένη πόλη, η πόλη για αγάπη), συνέχιζε με τον εμπρησμό του Ράιχσταγκ μέσα από μαθητικές μου μνήμες, πήγαινε στην αδίστακτη μηχανή προπαγάνδας που είναι τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης, στους πέραν αμφιβολίας πουλημένους λειτουργούς τους. Καλά το πήγαινα. Όπως το διάβαζα, το έσβησα.

Σηκώθηκα να φτιάξω ένα μαρτίνι. Ήπια λίγο νερό. Έβγαλα τον πάγο από τον καταψύκτη, τον έριξα στο ποτήρι, το τζιν από πάνω. Κι ας νερώσει. Ποιος είναι για σέικερ, αναδευτήρια κι ελιές και παγωμένα ποτήρια τώρα.

Στάθηκα και σκέφτηκα όσα μου έδωσαν χαρά από τη Δευτέρα μέχρι σήμερα. Λαμπρά γαλάζια αστέρια σε έναν κατά τ’ άλλα σκοτεινό ουρανό.

Μίλησα στο τηλέφωνο με τον Ρακάσα. Με ρώτησε αν θα πάω στην Ελλάδα για τις εκλογές.

Πότε είναι οι εκλογές; 29 Απριλίου; 6 Μαΐου; Κι αν πράγματι στις 6 Μαΐου, θα προλάβουνε μέχρι τότε να κάψουνε κανα μικρό ράιχσταγκ; Να τα ρίξουνε στους μπαχαλάκηδες και τους συριζαίους και τους μανιακούς αντεξουσιαστές που υπονομεύουν το πολίτευμα κι απόψε κάψανε τη Βαρκελώνη; Θα υπάρχει χρόνος να εξηγήσουμε στον μέσο Έλληνα ότι η μετανάστευση είναι το πρόβλημά μας και όχι οι κατά τεκμήριο αλλοπρόσαλλες (είπαμε: τεχνητός λιμός Ουκρανίας επί Στάλιν) μέθοδοι της τρόικας: Strength through Faith, Growth through Penury. Amen.

Το μεσημέρι σκεφτόμουν τους ανθρώπους μου στην Ελλάδα. Ανήσυχος. Θυμήθηκα τη γνωστή σκηνή-κλισέ από το Καμπαρέ, όπου ο Γερμανός αστός λέει στον Μάικλ Γιορκ ότι θα αφήσουνε το NSDAP να κανονίσει τους κομμουνιστές και μετά θα το μαζέψουν. Ίσως όχι αρκετά κλισέ, δυστυχώς.

Τελικά δεν κατάφερα να γράψω το ποστ. Δεν είναι κούραση, ίσα ίσα: αισθάνομαι περίφημα.

Η πρώτη μέρα της άνοιξης

Και ημέρα Ποίησης, λέει. Μια μικρή εξαίσια ανθολογία από τον Τσαλαπετεινό.

Κι ένα μικρό συμπλήρωμα εδώ, όπου συναντιούνται η πρώτη μέρα της άνοιξης και η λαχτάρα για ελευθερία:

κι ἔβλεπα τ᾿ ἄστρο τ᾿ οὐρανοῦ μεσουρανὶς νὰ λάμπει
καὶ τοῦ γελοῦσαν τὰ βουνά, τὰ πέλαγα κι οἱ κάμποι·
κι ἐτάραζε τὰ σπλάχνα μου ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα
κι ἐφώναζα: «ὢ θεϊκιὰ κι ὅλη αἵματα Πατρίδα»
κι ἅπλωνα κλαίοντας κατ᾿ αὐτὴ τὰ χέρια μὲ καμάρι·
καλή ῾ν᾿ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.

 Δ. Σολωμός: Κρητικός