Μετανάστευση στην Κύπρο

Εδώ και πολλούς μήνες με ρωτούν πολλοί φίλοι και γνωστοί αν είναι καλή ιδέα να μεταναστεύσει κανείς στην Κύπρο.

Η απάντηση εξαρτάται από το ποιος ρωτάει. Ωστόσο θέλω να κάνω κάποιες πολύ πρακτικές και πεζές επισημάνσεις που ίσως φανούνε χρήσιμες σε όσους το σκέφτονται (κι ίσως δε θέλουν ή δεν μπορούν να το συζητήσουνε μαζί μου).

Είναι μακράν
Όχι ιδιαιτερως: μόλις 100 λεπτά από την Αθήνα και 2 ώρες από τη Θεσσαλονίκη με ναύλα €140 με €280 πήγαιν’-έλα. Αλλά μόνον αεροπορικώς. Νησί. Χωρίς ακτοπλοϊκές συνδέσεις. Η Βυρηττός είναι 22 λεπτά και το Τελ Αβίβ 38.

Του κυρ Βοριά
 Το καλοκαίρι (Μάιο-Οκτώβριο) η ζέστη φτάνει τους 47 υπό σκιά — συνήθως εκεί μεταξύ 37 και 41 — με μέχρι και 85% υγρασία. Το χειμώνα οι θερμοκρασίες δεν είναι πολύ χαμηλές αλλά μεταξύ Νοεμβρίου και Απριλίου η θέρμανση είναι απαραίτητη, και λόγω ανέμων και υγρασίας, ό,τι κι αν σας πουν οι ντόπιοι.

Τα λεφτά είναι πολλά
Πολλοί ακούνε για τις κυπριακές αμοιβές και τους τρέχουνε τα σάλια. Να μη λησμονούν ότι το κόστος ζωής στην Κύπρο είναι πανάκριβο, ιδίως η στέγαση και οι μετακινήσεις, ενώ για θέματα υγείας αναγκάζεται κανείς να καταφύγει σε ιδιώτες ή και στο εξωτερικό (Ελλάδα ή Ισραήλ) πολύ πιο συχνά από ό,τι στην Ελλάδα. Επίσης, πρέπει να προστεθεί σε όλα το κόστος μετεγκατάστασης. Οι συγκοινωνίες είναι σε νηπιακό στάδιο και το (δεξιοτίμονο) αμάξι απαραίτητο.

Πετραδάκι πετραδάκι
Έχοντας υπόψη ότι όποιος πρωτοέρθει στην Κύπρο θα πρέπει να νοικιάσει διαμέρισμα: πανάκριβα (με χαμηλό λόγο τιμής προς προϊόν) και πολύ συχνά με προβλήματα που δεν περιμένει κανείς, π.χ. έλλειψη θέρμανσης, κακή μόνωση, προβληματικές αποχετεύσεις. Αυτό οφείλεται στο ότι στην Κύπρο κατά κύριο λόγο ενοικιάζουν όσοι περιμένουν να αποπερατωθεί το σπίτι τους ή οι ξένοι.

Αδέρφια μας

Η κουβέντα κατά πόσον οι Ελληνοκύπριοι μάς αγαπούν, συμπαθούν ή όχι είναι τελείως άνευ περιεχομένου. Αν έχετε ελληνικό διαβατήριο και δεν είστε Πόντιος από την πρώην ΕΣΣΔ, η υποδοχή που θα έχετε από τους Ελληνοκύπριους θα είναι προνομιακή, τάξεις μεγέθους καλύτερη από οποιουδήποτε άλλου ξένου.

Δεν είναι ως εδώ η πατρίδα μας
Η Κύπρος δε μοιάζει καθόλου με την Κρήτη, ούτε ως τοπίο ούτε ως κάτι άλλο. Δε μοιάζει με την ελληνική επαρχία. Η ζωή στην Κύπρο δεν είναι σαν τη ζωή στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής επαρχίας. Μην περιμένετε να βρείτε το Ηράκλειο στη Λευκωσία, όσο κι αν μοιάζουν, ή την Κω στη Λάρνακα ή την Καλαμάτα στη Λεμεσό. Οι διαφορές στα έθιμα, στη νοοτροπία, στους τρόπους, στη συμπεριφορά, στον τρόπο ζωής είναι ευδιάκριτες ακόμη και στα μάτια των ξένων που έχουνε περάσει και από την Ελλάδα και από την Κύπρο.

Μικρός και μέγας
Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι πυκνά δικτυωμένη, οι κοινωνικές σχέσεις είναι πρωταρχικής σημασίας. Η ενσωμάτωση των ξένων που δεν παντρεύονται ντόπιους είναι αργή και ποτέ δεν προχωρεί πολύ: θα συγχρωτίζεστε ξένους, κυρίως άλλους Καλαμαράδες (δεν είναι βρισιά ο όρος). Οι Ελληνοκύπριοι και δε βρίζουν και αποφεύγουν αντιπαραθέσεις, καβγάδες και συγκρούσεις, ωστόσο δε θα διστάσουν να σας μαχαιρώσουν πισώπλατα. Με την εγκατάστασή σας πιθανόν να σας υποδεχθούν με τραπεζώματα, πεσκέσια και κεράσματα άνθρωποι που γνωρίζετε ελάχιστα. Σε αυτό η Κύπρος θυμίζει κοινωνική οργάνωση χωριού. Ταυτόχρονα, οι δημόσιες υπηρεσίες δουλεύουν, χωρίς να είναι τυπολατρικές, ιδίως άμα μιλάτε ελληνικά ή αγγλικά.

A life less ordinary
Η κοινωνία είναι βαθιά κονφορμιστική και συντηρητική, πρυτανεύει το «κάνουμε και δε λέμε» που είπε κάποτε ο Καραμανλής (ο θείος). Η ανοχή σε εναλλακτικές εμφανίσεις, εναλλακτικές συμπεριφορές και κάθε λογής μη-μέινστριμ προσανατολισμούς είναι χαμηλή, συγκρίσιμη με της ελληνικής επαρχίας. Οι αξίες και οι δραστηριότητες της κοινωνίας περιστρέφονται γύρω από τον γάμο, την τεκνοποίηση, τη δουλειά, τα αυτοκίνητα, τις ταβέρνες, το χτίσιμο σπιτιού και τα υπαίθρια μπάρμπεκιου. Επειδή είναι μικρός ο τόπος, ό,τι αποκλίνει από αυτά έχει μεν τον κύκλο του (φίλοι της μοτοσυκλέτας, τζαζίστες, σινεφίλ, γκέι, ποδηλάτες, ροκάδες, ποιητές, φίλοι του Μπαχ) αλλά θα είναι κύκλος μικρός έως σμικρότατος.

Θέμα επιλογών
Η Κύπρος είναι πολύ ασφαλής και ήσυχη, προσφέρεται για οικογενειακή ζωή με τον τρόπο που εικονογραφείται στις αναπαραστάσεις της αμερικανικής σαμπέρμπιας.

Όχι με βάρκα την ελπίδα
Ναι, μπορείτε να διοριστείτε στο κυπριακό δημόσιο, αλλά οι εκπαιδευτικοί έχουν (υπό κατάργηση μάλλον) μακρά επετηρίδα και οι υπόλοιποι προσλαμβάνονται με όχι πάντοτε αδιάβλητους διαγωνισμούς. Ο ιδιωτικός τομέας, ιδίως οι υπηρεσίες, προσφέρουν πολύ περισσότερες ευκαιρίες αλλά σε καμμία περίπτωση δεν περιμένουν εσάς (όποιος κι αν είστε) οι Ελληνοκύπριοι για να του δώσετε τα φώτα σας ή για να μοιραστείτε μαζί τους το ταλέντο σας: βρείτε δουλειά προτού εγκατασταθείτε στην Κύπρο. Επίσης, ήδη έχουνε προηγηθεί πολλοί συμπατριώτες σας.

Επισημαίνω ότι τα παραπάνω είναι γνώμες και απόψεις κάποιου ο οποίος ζει εδώ επί δεκαετία, όμως δεν παύουν να είναι υποκειμενικές.

Η Κιβωτός της Διαθήκης

Μια ανεικονική ανάρτηση

Οι ‘κυνηγοί της χαμένης κιβωτού’ βγήκαν το ’81 αλλά εγώ τους είδα σε θερινό, τη Δήμητρα, με τους γονείς μου το επόμενο καλοκαίρι. Μου είχε αρέσει πολύ η ταινία, δε θυμάμαι γιατί. Μάλλον θυμάμαι μία σκηνή από εκείνη την πρώτη φορά που την είδα: τη στιγμή που οι ναζί ανοίγουν την Κιβωτό και βγαίνουν έξω τα χερουβείμ: αρχικά χαρωπά αγγελάκια, όπως εικονογραφούνται από τον Ραφαήλ και δώθε, μετατρέπονται ξαφνικά σε άγρια δρακουλιάρικα πύρινα πνεύματα, όπως αρμόζει στους φύλακες των περιεχομένων της Κιβωτού: των πλακών του Νόμου, της ράβδου του Ααρών και μιας στάμνας μάννα. Οι ναζί τήκονται ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός. Τόμοι ολόκληροι μονοθεϊστικής εικονογραφίας μέσα σε δευτερόλεπτα.

Στην εγκυκλοπαίδεια Δομή (έκδοση 1979) δεν υπήρχε λήμμα «Κιβωτός». Έπρεπε να διαβάσω τι ακριβώς ήταν αυτή η Κιβωτός σε μια Βίβλο εικονογραφημένη (κι αποκαθαρμένη από σχεδόν όλα τα μπρουτάλ στοιχεία) που μου πήραν κάπως απρόθυμα οι γονείς μου όταν πήγα τετάρτη δημοτικού, κατόπιν παροτρύνσεως της δασκάλας. Η θρησκεία δεν ήτανε καθόλου μα καθόλου της μόδας τότε, επικρατούσε μια κάπως αλλόκοτη ιδέα ότι εξανδραποδίζει τον νου, ότι στομώνει τις επιθυμίες, ότι ανακόπτει την κοινωνική πρόοδο: ήτανε πολύ της αριστεράς και της προόδου εκείνη η εποχή. Από την άλλη, ο πατέρας μου είχε άγχος να μορφώσουν τα παιδιά του σφαιρική (έτσι την έλεγε) γνώμη και εικόνα για τον κόσμο. Έτσι, για κάθε Βάγκνερ, ένας Διονυσίου· για κάθε Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής (τόμοι εφτά, ένας για κάθε ηλικία, μετάφραση από τα γαλλικά Άρης Αλεξάνδρου), η Βίβλος· για κάθε φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, ένα φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ (δυστυχώς αυτά δεν είχανε τραγούδια, ενώ η μάνα μου ρωτούσε «Μα, [Αμπού-Σραόσα], κάνει κι ο Αβέρωφ φεστιβάλ;»)· για κάθε ταβέρνα «τα Καλάμια» στην Κυψέλη, μια πιτσαρία στην Κηφισιά. Πριν προχωρήσω: οι γεύσεις της μπριζόλας στα «Καλάμια» και του τηγανητού κολοκυθιού σε κουρκούτι είναι η δικιά μου, κοντινή μαντλέν. Άντε κι η άψητη ζύμη της πίτσας στην πιτσαρία της Κηφισιάς που μύριζε αρωματικά μαντηλάκια.

Έμαθα λοιπόν τελικά τι ήταν η Κιβωτός. Με εντυπωσίαζε η ιδέα από όσες πλευρές θέλετε: χρυσή να περιφέρεται στην έρημο· να την κουβαλάνε γύρω γύρω· η Αγία Γραφή περιέχει ακριβείς οδηγίες κατασκευής της· τα δύο γλυπτά χερουβείμ πάνω στο καπάκι της, με προδιαγραφές από τον Ίδιο που απαγόρευε «παντός ομοίωμα»· ότι όποιος την άγγιζε πέθαινε αλλά ότι την είχανε κλέψει οι Φιλισταίοι, όμως δεν κεραυνοβολήθηκαν· ότι παραμένει χαμένη για πάντα χωρίς κανείς να ξέρει ακριβώς πώς χάθηκε — γενικά, ο Κύριος είναι απρόσεχτος με τα πράγματά Του, δείτε τι απέγινε ο Τίμιος Σταυρός λ.χ.

Στα 11 διάβασα Νταίνικεν, τότε τον διάβαζαν για λογοτεχνία, σήμερα θα θεωρούνταν βαρετότατος, ένας Λιακόπουλος εμβέλειας Γουμένισσας. Εκεί έλεγε ότι την Κιβωτό, έναν γιγαντιαίο πυκνωτή, την έφτιαξαν οι Ισραηλίτες με οδηγίες εξωγήινων, κι ότι εξωγήινο ούφο ήτανε και το χερουβικό άρμα του Ιεζεκιήλ. Μάλλον οι εξωγήινοι κατέβαιναν στην έρημο για να παίξουν με τους Ισραηλίτες για πλάκα, χωρίς σκοπό, όπως πηγαίναμε όλα τα ξαδέρφια την εποχή που τα διάβαζα αυτά να παίξουμε τα μεσημέρια με τις σαλούφες που ξεβράζονταν κατά χιλιάδες στην παραλία της Μηλίνας, μπας και οι γονείς μας κάνουνε τίποτε μέσα στα δωμάτιά τους, στην πανσιόν του κυρίου-πώς-τον-έλεγαν (πάντως όταν  το απόγευμα τους ανακοινώναμε τα αποτελέσματα των σαλουφοσαφάρι, ήταν ανεξαιρέτως χαμογελαστοί). Επειδή θεωρούσα ότι έχρηζαν σοβαρής απάντησης οι εικασίες του Νταίνικεν, είχα γράψει ένα άρθρο αναιρετικό των δοξασιών του· δυστυχώς δε δημοσιεύτηκε ποτέ.

Ξαναβρήκα την Κιβωτό ακούγοντας το Tender Prey του μεγάλου μου ινδάλματος, του Νικόλα του Κέιβ, όταν ήμουν Δευτέρα Λυκείου. Θυμάμαι απ’ έξω τους στίχους του Mercy Seat:

in Heaven His Throne is made of Gold
the Ark of His Testament is stowed
from which all history unfolds

Και είχα πάθει τέτοια πλάκα… Για σκεφτείτε: η ηλεκτρική καρέκλα, το κάθισμα του ελέους, παραλληλίζεται με τον Θρόνο του Ελέους: Τόμοι ολόκληροι αμερικανικής κοινωνιολογίας μέσα σε λίγους στίχους. Κόλλησα με το τραγούδι, διαρκεί όσο ο κατάδικος ψήνεται στην καρέκλα, ένα παραλήρημα που — όπως το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου — καταλήγει «and I think I told a lie». Τι να λέμε τώρα. Χρόνια μετά ρώτησα έναν Κύπριο αγιογράφο συμφοιτητή αν υπάρχουν απεικονίσεις του Θρόνου του Χριστού Κριτή. Βεβαίως, μου είπε. Και μου έδειξε κάτι τέτοιο, και κάτι τέτοιο και κάτι τέτοιο. Πουθενά η Κιβωτός. Βεβαίως — γιατι τον ρώτησα — μου εξήγησε ότι υπήρχαν θεολογικοί λόγοι που απουσιάζει η Κιβωτός (η σκιά του Νόμου, μπλα μπλα μπλα), όμως εγώ είχα απογοητευτεί. Πολύ. Άσε που καμμιά «δική μας» αναπαράσταση δεν προσέγγιζε το φοβερό βήμα, την τρομερή εικόνα που ο ποιητής Κέιβ συνθέτει. Το έμαθα καλά το μάθημα τότε: Ποίηση-Εικαστικά 2-1.

Μετά έπαψα να ασχολούμαι με την Κιβωτό και τη σκιά του Νόμου, είχε άλλωστε έρθει η εποχή για άλλες χάριτες. Ωστόσο των χαρίτων προηγείται η Κιβωτός,  Έτσι, πριν μπω στην Αγία Πόλη Ιερουσαλήμ τον Ιούνιο του 2011 την είδα μπροστά μου.

Και εις μνήμην Δόμνας Σαμίου

Πέθανε η Δόμνα Σαμίου και όταν το άκουσα ένιωσα σαν να έχασα δικό μου άνθρωπο.

Πολύ όμορφο και ψαγμένο αφιέρωμα στη Δόμνα Σαμίου υπάρχει εδώ από τον Τσαλαπετεινό.

Ανήκω σε μια γενιά που πρωτοξύπνησε στον κόσμο με τη Δόμνα Σαμίου στο ραδιόφωνο. Με τη φωνή της, όπως και αυτές της Κωχ, του Ξυλούρη, της Γαλάνη, του Λάκη Παππά, της Αλεξίου του Λοΐζου, του ίδιου του Λοΐζου, της Μπέλλου, του Κούτρα, της Μοσχολιού, της Μαρίκας Νίνου να σιγοντάρει «σύυυυυυυννεεεεεεεεφιάααααα» τον Τσιτσάνη. Μιλαώ τώρα για το τι ακούγαμε στο ραδιόφωνο παιδιά, Δεύτερο Πρόγραμμα κυρίως, για κάποια από τα στοιχεία που μας έχτισαν σαν γενιά, όχι για το τι άλλο ακουγόταν από το πικάπ και το κασετόφωνο στο σπίτι, ούτε για το τι άρχισα να ακούω στην πρώιμη εφηβεία.

Η γενιά μου μεγάλωσε κι άρχισε να σκέφτεται ενώ ανθούσε το αλλόκοτο λουλούδι της λεγόμενης νεορθοδοξίας, που ταχύτατα εκφυλίστηκε σε κρατούσα ιδεολογία αντικαθιστώντας τον μπααθικό τριτοδρομισμό του (Αντρέα) Παπανδρέου. Τέσσερα χρόνια πριν γεννημένος, και θυμόσουν τη Δεξιά και την τηλεόραση του Ανδριανόπουλου. Τέσσερα χρόνια γεννημένος μετά, και μετά βίας θυμάσαι την εποχή μόνο με ΕΡΤ και ΥΕΝΕΔ (το σήμα της οποίας, σήμα του ΓΕΕΘΑ, πάντα μου φαινόταν αλλόκοτο καββαλιστικό έμβλημα).

Η Παράδοση έγινε το νέο είδωλο. Παράδοση αποκαθαρμένη (χωρίς απρεπή αφηγήματα, χωρίς γαμοτράγουδα για καλόγερους οχτώ χρόνια καυλωμένους, για τον παπά από τη Βλαμαρή ή μουνιά ζουμερά), σοσιαλιστικοποιημένη (των Ελλήνων οι κοινότητες, Αμπελάκια και Σιάτιστα, το ξυνόν και ξυναμφότερον), ανατολιζέ (έξω τα μπουζούκια, η τσαμπούνα, τα λαούτα και τα κλαρίνα, μέσα τα ούτια και τα νέι και οι λοιπές φλαμπούτσες της καθ’ Ημάς), ουτοπική κι αντιαστική (χωριό, λιβάδι, ψαρόβαρκα, πέτρα, ήλιος, ξερολιθιά, χειμαδιά, έλατο, αγνά προϊόντα χωριάτικα ατυποποίητα που μας τάραζαν στον κοιλόπονο). Αυτό το πράμα ξεκινούσε από τη λαϊκή εκδοχή του, π.χ. την επανεμφάνιση του ανώτερου κλήρου στη δημόσια ζωή (μετά το φιάσκο του 1987 με την εκκλησιαστική περιουσία και την αποπομπή Τρίτση), την αύξηση στη ζήτηση ευχελαίων, αγιασμών, εξομολόγων για τα σχολεία κτλ., και πήγαινε μέχρι τον υψηλόφρονα νεορθόδοξο στοχασμό των Γιανναρά (που γοήτευε πολύ μέχρι να του ‘ρθει ότι η Λίστα του Σίντλερ είναι εβραϊκή προπαγάνδα) και Ράμφου αλλά και τη μελέτη των γραπτών του Περγάμου Ιωάννη, του Αντωνίου του Σουρόζ, της Τατιάνα Γκορίτσεβα και του π. Φιλόθεου Φάρου. Οι όποιες αντιδράσεις ήταν από μέρους της πολιτισμικά καθεστωτικής Αριστεράς (κυρίως ανθρώπων του ΚΚΕ) και από ό,τι counterculture υπήρχε στην Ελλάδα, αλλά και από τον κομψό και ψύχραιμο σουσουδισμό που πρέσβευε τη φυγή μας προς τας Ευρώπας και οίμωζε που δεν είμαστε Παρίσι (χιλιοειπωμένα αυτά).

Η αντίδραση της γενιάς μας σε αυτό το ελληνορθόδοξο πράμα περιγράφεται εδώ. Ακούγαμε οριεντάλ έντεχνα αλλά και δημοτικά και μας γύριζαν τα άντερα, κ.ο.κ. Ολο το ελληνικό παρελθόν το είχε καπηλευτεί η ιδεολογία της ελληνουριάς, της πασοκολεβεντιάς, του νεοπαπαδισμού-γεροντισμού. Επειδή δεν μπορούσαμε να ακολουθήσαμε τον Κώστα Μαυρουδή και τον Νίκο Δήμου στην Avenue Foch, στο Μαίιφαιρ και την Κουντάμ, ακολουθούσαμε ό,τι εναλλακτικό θα μας πήγαινε στο Μαραί, στο Κάμντεν και στο πρώην Ανατολικό. Όπου θα βρίσκαμε τόσους άλλους που αγαπούσαν την παράδοσή τους και τη δούλευαν και την ερμήνευαν, και μόνον εμείς είχαμε μαγκουφιάσει γιατί είχανε πέσει τα κομμάντα της Ελληνοελληνικότητας και μας είχανε στερήσει την παιδική μας ηλικία και το πόσο ωραία μύριζε η εκκλησία όταν ήσουνα μικρός και σε παίρναν οι μεγάλοι μαζί τους εκεί…

 Κι όμως, η φωνή και η δουλειά της Δόμνας Σαμίου δεν εξέπεσε ποτέ από τα αυτιά μας και τις καρδιές μας, αν μου επιτρέπεται να μιλάω εξ ονόματος οποιασδήποτε συλλογικότητας. Ποτέ. Γιατί δεν έφτιαχνε μουσειακή μουσική. Δε χρησιμοποιούσε τα τραγούδια για να μας διδάξει π.χ. πώς να είμαστε Έλληνες. Αντιλαμβάνομαι ότι έλεγε τραγούδια που ήταν ωραία τραγούδια γιατί ήταν ωραία τραγούδια (κάτι που, με διαφορετικό τρόπο, έκανε και η Κωχ όταν διασκεύαζε δημοτικά). Για καθήστε λ.χ. να σκεφτείτε τον στίχο αυτού του χιλιοτραγουδισμένου, δείτε πώς η Σαμίου το λέει όμορφα σαν ένα «κανονικό» τραγούδι (δηλαδή που μιλάει από την ψυχούλα μας), σε σχέση με την πιο ‘ακαδημαϊκά’ παραδοσιακή εκδοχή του σπουδαίου Καρναβά. Όχι ότι η Σαμίου δεν έκανε έρευνα, όχι ότι δεν της χρωστάμε την καταγραφή πραμάτων και θαμάτων (δείτε το αφιέρωμα του Τσαλαπετεινού). Αλλά η έρευνα δεν πρέπει (στη μουσική τουλάχιστον) να μπουκώνει την ψυχή μας, πρέπει να της δίνει τα εργαλεία να λαλήσει τα δικά της.

Νομίζω ότι η σπουδαιότητα της Σαμίου βρίσκεται εκεί που βρίσκεται, λ.χ., και του Ρος Ντέιλυ. Μεταφράζω αποσπάσματα από ένα κείμενο στο οποίο επιστρέφω για τρίτη φορά (διαβάστε το όλο):

Η μουσική είναι όχημα, όχι μουσειακό έκθεμα.
Πραγματική αυθεντικότητα είναι να οικειοποιείσαι αυτά που παιζόντουσαν πριν από σένα και να τα κάνεις δικά σου, άρα και να τα νοθεύεις.
Όμως η μουσική είναι ζωντανή: γι’ αυτό αλλάζει, επειδή δεν έχει μπει ακόμα στη φορμόλη.

Γι’ αυτό είναι σπουδαία η Δόμνα Σαμίου. Δεν αντιμετώπισε τα τραγούδια ως υλικό, ως σύμβολα ενός άλλου τρόπου ζωής, ως τα ιερά λείψανα της ελληνικότητας ή της Παράδοσης. Άλλωστε, η Παράδοση είναι πολύ παρεξηγημένη έννοια (έχω ξαναμιλήσει και εδώ για αυτήν). Πρώτα-πρώτα, πoλλές φορές αρκεί η μετάδοση από μία γενιά στην επόμενη για να καταστήσει κάτι “Παράδοση”. Και πρέπει να βγούμε λίγο από την κουβέντα της γνησιότητας με όρους ουσιοκρατίας: Το ότι κάτι είναι εξώφθαλμα πολιτισμική κατασκευή (τανγκό, χρήμα, ΑΕΚ, έθνος), δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι κομμάτι της ψυχής του ανθρώπου. Ιδανικά, δε θα χρειαζόμασταν ταμπέλες και πολύπλοκες διατυπώσεις περί πολλαπλών ταυτοτήτων. Το μόνο που καταφέρνουν αυτές οι κουβέντες είναι να μας στρέφουν προς το παρελθόν ως μουσειακό έκθεμα, ως τοτέμ. Ιδανικά θα αποδεχόμασταν ότι είμαστε η βιολογική μας φύση και τα βιώματά μας, από όπου κι αν προέρχονται. Και ίσως θα μπορούσαμε να βγάλουμε αγάπη και όνειρο μέσα από αυτά.

Το δικό μου μνημόσυνο για τη Δόμνα Σαμίου είναι ότι από τη φωνή και τα τραγούδια της μόνον αγάπη και όνειρο πηγάζει για μένα: ούτε ιδεολογίες, ούτε πεθαμένα πράματα. Να λοιπόν: η Δόμνα Σαμίου με τα υλικά ενός συλλογικού παρελθόντος έχτισε προσωπικές μας στιγμές και όνειρά μας. Τι πιο όμορφο.

Κατακερματισμένος: κι άλλες σημειώσεις

Σκόρπιες σκέψεις. Προϊόν κατακερματισμού και βαθειάς κόπωσης.

Πλάνες, πλάνες στο μυαλό μου (αν είναι δυνατόν!)
Ο ολντμπόης έλεγε τις προάλλες τα εξής:

Ένα κομμάτι μου — σαφώς μικρότερο απ’ ό,τι στο παρελθόν, πάντως ακόμη υπαρκτό — κάθε φορά ανασκουμπώνεται: ρε μπας και το έχω παρακάνει; Ρε μπας και το ανεύθυνο είναι αυτό που κάνω εγώ και το υπεύθυνο είναι αυτό που κάνει ο Βενιζέλος (στο σημείο αυτό ανατριχιάζουν όσοι φοβούνται πως θα το γυρίσω πάλι στο «ναι μεν αλλά» και θα ψάξω να βρω τα δίκια του αντιπροέδρου σε αντιδιαστολή με τα δικά μας άδικα).

Nα μην ανατριχιάζουν, δεν θέλω να πω αυτό. Θέλω να πω όμως, πως οσοδήποτε φανατικά και να ενστερνίζομαι την μια πλευρά του δημόσιου λόγου, δεν παύει να με διαβρώνει υπόγεια και η αντίθετη πλευρά. Κάποτε θα θεωρούσα αυτή τη διάβρωση ζωτικά απαραίτητη. Τώρα ούτε αυτό δεν ξέρω.

 Εμένα το πρόβλημά μου είναι ελαφρώς διαφορετικό. Στην πραγματικότητα είναι το ζήτημα που με απασχολούσε εδώ: χοντρικά, ότι μπορείς να είσαι νηφάλιος, να είσαι συγκροτημένος, να έχει ειρμό αυτό που λες και να βασίζεται σε επιχειρήματα και σε στοιχεία ακόμη — όλα αυτά — αλλά να είσαι ντιπ για ντιπ εκτός πραγματικότητας. Και δε μιλάω μόνο για τους πανεπιστημιακούς — μα τι υπέροχα ασυνάρτητο και ασυνεπές (και μικρόψυχο) στίφος! Έχω υπόψη λ.χ. τα κείμενα του Γεωργελέ στην Αβού.

Αχ η Αβού: μοιάζει πια με ένα πελώριο ντανταϊστικό εγχείρημα. Εκδίδεται κάθε βδομάδα ως το ηθικολογικό ισοδύναμο χιλιάδων ρεσώ κι αγιοκεριών εις μνήμην καμένων σινεμά, και σαν τη Χαλιμά που μιλάει με τα παιδιά: μια γροθιά στα μούτρα της κοινής λογικής αρθρωμένη με όρους ορθολογισμού, βαθέος καθωσπρεπισμού (εδώ τρυπώνει το στοιχείο νταντά) και αυτοματοποιημένης αντιλογίας. Ο δικός σου, ξένοιαστος, καθεστωτικός τύπος. Ο Γεωργελές λοιπόν. Πιάνουμε ένα εντιτό του. Το διαβάζουμε. Ναι. Ναι. Καλά το πας. Ναι. Ναι. Και ξαφνικά «Ζμπράααααααααφ!» πετάγεται (όπως οι φαλλοί που μοντάριζε ο Τάιλερ Ντέρντεν σε παιδικές ταινίες) κάτι που θα ήταν απολαυστικά σουρεαλιστικό αν δεν ήταν αποκαρδιωτικό.

Ζούμε τα ύστερα των μικρομεσαίων μας ιδεολογιών: το ΛΑΟΣ τερμάτισε μια εκδοχή του παλαιοπασοκικού πατριωτισμού. Η Μαλβίνα Κάραλη είχε τερματίσει το μεγάλο άρμα του νεορθόδοξου δόγματος (βρε κουτά), φέρνοντάς το μέχρι τις λογικές (ή μη) συνέπειές του. Ο Γεωργελές και (εν μέρει) η Σώτη Τριανταφύλλου μαρτυρούν στο πνεύμα του Νίκου Δήμου, αποτελούν το πλήρωμα του σουσουδισμού που, αντί να ασκεί κριτική, προτείνει τη μαζική φυγή στο παριζιάνικο όνειρο των καλών arrondissement, στα σαρωμένα πεζοδρόμια του Όσλο, στον γλυκασμό της King’s Road και του Bloomingdale’s: ταξικά όνειρα φερμένα από τις upper middle τάξεις πλούσιων χωρών.

Οπότε ναι: τι πιο δύσκολο και συναρπαστικό από την πραγματικότητα. Κι άσε τον Φίλιπ Ντικ να το παίζει. Θα μπορούσε να προβλέψει ο Ντικ τον Μπαμπινιώτη υπουργό Παιδείας; Κι αν ναι σε τέτοια κυβέρνηση;

(Ο τίτλος διαστρεβλώνει γνωστό στίχο του χιτ «Πάπιες» αυτωνών των θρύλων.)

«Την ευχή σου, δέσποτα», «Του Κυρίου!»
Αργά το πρωί είδα αυτή τη φωτογραφία στο τουίτερ του Audi του Μητροπολίτη Φωκίδος. «Τουλάχιστον δεν είναι μερσεντές», σκέφτηκα καγχάζοντας. Αμέσως θυμήθηκα ένα κείμενο που είχα διαβάσει πριν χρόνια σχετικά με το πόσο εύκολα μπορεί να γίνει ένας άντρας εξουσία (κι όχι παίξε-γέλασε εξουσία, κανονική) αν μπορεί να κηρύττει όσα δεν πιστεύει (όπως και οι πολιτικοί), με ελάχιστα λεφτά και εξίσου ολίγιστες σπουδές: αν γίνει δεσπότης. Ξεκινώντας από τις ατάκες που θυμόμουν, βρήκα στο γκουγκλ παραπομπή στο κείμενο αλλά η σελίδα στην οποία με έστελνε δεν άνοιγε. Με πείσμα ανασύνθεσα το σχετικό κομμάτι του κειμένου, πρόταση-πρόταση, με βάση ό,τι μου εμφάνιζε η αναζήτηση του γκουγκλ:

[Ένας δεσπότης γηραιός ολιγογράμματος] Στο κρεβάτι εξομολογείται, σαν να μονολογεί: Καλά πορεύτηκαμε με τον Χριστούλη … Χωρίς πανεπιστήμια, χωρίς τίποτε άλλο, πορευτήκαμε με δόξες και τιμές, […] Σε αυτό τον κήπο των εν Χριστούλη γερόντων με μερσεντές βλάστησε ο Αρχιεπίσκοπος, αυτός ο κήπος τον εξέλεξε, σε αυτόν τον κήπο βασιλεύει. Αλλάζει ο κήπος; …

Θυμάμαι ότι ήταν ένα πολύ καίριο (αν και κάπως συνθηματολογικό) κείμενο. Αν έχετε κάτι περισσότερο, καλοδεχούμενο.

Ναι μεν, αλλά
Στο πρόωρα εορταστικό ποστ για την επταετία μου έλεγα για τους ανθρώπους που γνώρισα μέσα από τα σοσιαλμήντια. Αυτοί οι άνθρωποι (ξέρετε ποιοι είστε) είναι ο λόγος που έγινα «σίγουρα λιγάκι ευτυχέστερος πάντως».

Αυτό που δεν είπα είναι το δυσάρεστο, αυτό που χρειάζεται θάρρος, όχι απλή παρρησία. Πέρασα εφτά χρόνια στα ελληνικά σοσιαλμήντια σχετικά άνετα: αντιμετωπίζοντας ελάχιστη κακεντρέχεια, εκτεθειμένος σε πολύ λιγότερο κουτσομπολιό απ’ ό,τι πολλοί αξιότεροί μου και — πολλές φορές — μέσα σε μακάρια άγνοια για το τι συνέβαινε γύρω μου. Αυτό οφειλόταν στη γεωγραφική απόσταση και στη γενικευμένη έλλειψη περιέργειάς μου ως ανθρώπου, αλλά και στο ότι αποφεύγω και απέφευγα της δια ζώσης γνωριμίες. Κυρίως όμως στο ότι ήμουνα προστατευμένος πίσω από την ξινή και βαρειά κι ασήκωτη αρματωσιά μου: η περσόνα μου είναι η πανοπλία μου.

Κι έτσι μου ξέφυγαν επικές μικροπρέπειες, μπηχτές και ξεφωνήματα πρώην ενδοσοσιαλμηντιακών σχέσεων (ερωτικών, επαγγελματικών, άλλων). Δε χαμπάριασα καν κάποια λίγο ή πολύ οργανωμένα συμφέροντα και την αλληλεπίδρασή τους με όσους ήθελαν διακαώς να ανακαλυφθούν. Δεν αντιλήφθηκα πως τα σοσιαλμήντια αποτελούνε δεξαμενές υπαλλήλων, εργοδοτών, πελατών, αρπαχτών: νυφοπάζαρα και jobcenter. Επαναλαμβάνω: όχι λόγω ανωτερότητας αλλά λόγω αφασίας μου. Λόγω του ότι στα σοσιαλμήντια μπαίνω λίγο για να ξεσκάσω, λίγο για να ξεσπάσω. Λίγο για να μάθω και λίγο για να συναντήσω. Για να καταλάβω και να με καταλάβουν.

Και για να μην το παίζω αφυψηλέας: υπάρχει πολλή μοναξιά (κάθε λογής — όχι μόνο ερωτική ή φιλική ή και διανοητική) σε αυτόν τον κόσμο. Κανένας μας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν τον έχει σπρώξει κάποια μοναξιά μέχρι κάποιον βαθμό στα σοσιαλμήντια (εκτός ίσως από τον Τάλω, που είναι μονοπρόσωπο πρακτορείο ειδήσεων-εγκυκλοπαίδεια-πολιτικός αναλυτής). Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε, το θέμα είναι αν κρατάμε το κεφάλι μας πάνω από τον χοχλό που βράζει.

Αλλά όλα αυτά είναι λόγια Λόγια: το υλικό που ανταλλάσσουμε όλοι εμείς οι σοσιαλμηντιοναύτες. Άντε και καμμιά φωτό, κανα βίντεο, κανα τραγούδι.

Ηρέμα: σημειώσεις της εποχής

Ας ξαναρχίσουμε από την αρχή, με αυτά που μας καίνε.

Βία

Δεν πιστεύω στη βία. Ενδεχομένως ελάχιστοι πιστεύουνε στη βία: νετσαγεφικοί και οι συν αυτοίς, στρατοκράτες και στρατόκαυλοι, φασίστες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν μπορώ να την ερμηνεύσω τη βία, ότι με ξενίζει. Επιπλέον, πώς ορίζουμε τη βία;

Είναι βία να ρίξεις μαύρη μπογιά στα δικαστήρια διαμαρτυρόμενος για την αθώωση μπάτσων που ξυλοφόρτωσαν πιτσιρικάδες; Όχι.
Είναι βία να κάψεις το αμάξι άλλου; Μάλλον όχι, αν και είναι βεβαίως έγκλημα και το πόσο σοβαρό έγκλημα είναι εξαρτάται και από το αν είναι το αμαξάκι κάποιου εργαζόμενου (και δη σε καιρούς ατροφίας των συγκοινωνιών) ή το δεύτερο τρίλιτρο κάποιου Μάκη.
Είναι βία να πλακώσεις κάποιον στο ξύλο ή έστω να τον βρίσεις και να τον απειλήσεις; Ναι.
Είναι βία να καταδικάσεις εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στην εξαθλίωση και στην πείνα (όπως λ.χ. ο Στάλιν στην Ουκρανία) ή σε ελλιπή περίθαλψη; Ε, ναι.

Πότε δικαιολογώ τη χρήση βίας; Τότε. Και ο λόγος που παραθέτω Τσόμσκυ δεν είναι επειδή τον θεωρώ υπερβατική αυθεντία περί τα πολιτικά, όπως έχει γίνει μόδα στην Ελλάδα, αλλά γιατί η αντίθεσή του στη βία είναι επιπέδου Γκάντι.

Ιδιοσυστασίες και πεζοδρόμια

Το ακούω συχνά πλέον: όσοι ξένοι αγαπούνε την Ελλάδα, να πάνε να ζήσουν στην Ελλάδα όπου τίποτε δε λειτουργεί, τα πάντα είναι διεφθαρμένα, δεν μπορείς να κυκλοφορήσεις στα πεζοδρόμια.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο. Τα πεζοδρόμια σε πολλές πόλεις «του εξωτερικού» (ποτέ δε θα πάψω να γελάω με αυτή την αστεία αφαίρεση) είναι περιχαρακωμένα από τεράστια ατσάλινα ή μπετονένια παλούκια διαφόρων προδιαγραφών ή παρόμοια εμπόδια. Και στην Αθήνα είναι ελεύθερα τα πεζοδρόμια στα οποία έχουν τοποθετηθεί οι γνωστές ανθρωποπαγίδες-κιγκλιδώματα του δημάρχου Αβραμόπουλου (ανθρωποπαγίδες με άλλες παρενέργειες).

Γενικότερα, δεν ισχύει ότι δε λειτουργεί τίποτα στην Ελλάδα. Απλώς, τα πάντα στην Ελλάδα έχουνε διαμορφωθεί ώστε να εξυπηρετείται κυρίως η μικρομεσαία λιανική διαφθορά, το λαδωματάκι, όχι τιτάνιες υποθέσεις διαφθοράς τύπου British Aerospace, Siemens ή τα σκανδιναβικά αντίστοιχά τους.

Για να φύγουμε τελείως από τη συζήτηση για τη διαφθορά, μια και δε γνωρίζω από πρώτο χέρι τίποτε για αυτήν, να φέρω ένα κάπως αστείο παράδειγμα: στην Κύπρο η επικύρωση αντιγράφων, το γνήσιο της υπογραφής και η βεβαίωση κατοικίας είναι αρμοδιότητες του μουχτάρη, κληρονομικού οθωμανικού θεσμού που οι Βρετανοί διατήρησαν και εντάξανε στο δικό τους σύστημα διοίκησης. Ουσιαστικά πρόκειται για θεσμοθετημένη ευνοιοκρατία: έσκαγες ένα 20λιρο (δεν ξέρω πόσο πάει πια η ταρίφα, χρησιμοποιώ το ένα ΚΕΠ της Λευκωσίας, που πρόσφατα ιδρύθηκε κατά τα πρότυπα της διεφθαρμένης κτλ. Ελλάδας) στον κύριο Κίκη ή την κυρία Αντρούλλα για να πατήσει τη σφραγίδα του κράτους, την οποία π.χ. φυλάει μαζί με τα κλειδιά του σπιτιού και των δύο αμαξιών.

Μονομέρεια

Ο ολντμπόυ μού παραπονιότανε πρόσφατα ότι έχουμε γίνει μονομερείς: πρόπερσι με το πρώτο Μνημόνιο λέγαμε και τίποτε για την ελληνική παθογένεια (που δεν έχει εκλείψει), τις πολυάριθμες ελληνικές φρίκες κτλ. Η απάντησή μου είναι ότι δεν έχει επέλθει ούτε τύφλωση, ούτε μονομέρεια. Απλώς συμβαίνει το εξής. Φανταστείτε ότι είστε σε ένα καράβι και επισημαίνετε ότι οι κουπαστές είναι πολύ χαμηλές, οπότε κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να πέσουν άνθρωποι στη θάλασσα. Το λέτε, το ξαναλέτε, το συζητάτε. Κάποια στιγμή το πλοίο στουκάρει (μάλλον: το στουκάρει ο καπετάνιος) πάνω στο παγόβουνο του θρύλου και σε λίγο το πλοίο, ας το ονομάσουμε Τιτανικό, παίρνει κατακόρυφη κλίση και βυθίζεται γοργά κι αμετάκλητα: ο κόσμος πέφτει έτσι κι αλλιώς στη θάλασσα, και σε μεγάλους αριθμούς. Οι κουπαστές βεβαίως παραμένουν πολύ χαμηλές και λίαν επικίνδυνες. Πλην όμως…

Κοίτα ποιος μιλάει

Ο τρομερός Φεβρουάριος του ’12 ανέδειξε κάτι το οποίο εδώ προς το τέλος σκιαγραφείται πιο καλά. Ο λόγος των διανοουμένων (κι εδώ θα μου επιτρέψετε, Φίλε, να αυτολινκαριστώ), όταν δεν είναι αμήχανος και περιδεής, χρωματίζεται ταξικά πια με απροκάλυπτο και μοχθηρό τρόπο. Διαβάζεις την αντίδραση της Χ ή του Ψ και διακρίνεις, πέρα από εωσφορική αλαζονεία πνευματικών νάνων διαμετρήματος και αντίληψης λ.χ. δικής μου, την πειθήνια συστράτευσή τους με τους μαικήνες, τους χορηγούς, τους εργοδότες τους.

Και εντάξει, η Χ και ο Ψ έχουν ανάγκη από μαικήνες, χορηγούς και εργοδότες (κι εγωδότες) για να ζήσουν. Πράττουν αναλόγως. Θυμηθείτε στρατιές αυλόδουλων ποιητών και καλλιτεχνών, σαν περίπτωση, εννοώ, αφού τα ονόματα των πιο πολλών είναι ξεθωριασμένα για πάντα. Εσύ, όμως, καθηγητή Ω, τελειωμένε «πνευματικέ άνθρωπε», τι φοβάσαι; Δεν εξαθλιώνεσαι μαζί με τους πολλούς έτσι κι αλλιώς; Δε γίνεται να παυθείς για την όποια πολιτική σου δράση — που έτσι κι αλλιώς θα απαρτιζόταν από ψελλίσματα και υπογραφές σε κοινές διακηρύξεις. Ίσως και κανα γενναίο κείμενο.

Ρουμπλιόφ

Να δείτε ξανά τον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι. Σε έναν ζοφερό κόσμο όπου η Ορθόδοξη (ναι, η καλή) Εκκλησία σκοτώνει τη χαρά και την ομορφιά και μετά οι Τάταροι καταστρέφουν, αφανίζουν και σκοτώνουν τα πάντα και τους πάντες, κάποιοι φτιάχνουν καμπάνες και κάποιοι ζωγραφίζουν. Μια ταινία για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’10.

Ταινίες, μηνύματα, Shame

Όχι ότι θα αντιμετωπίσουμε ταινίες και την τέχνη σαν φορείς μηνυμάτων, α λα Δανίκας-Ριζοσπάστης. Όχι. Ιδίως θεουργήματα σαν του Ταρκόφσκι. Υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο που πρέπει να αναδειχθεί εδώ. Θα προσπαθήσω να το κάνω μιλώντας για το Shame, το οποίο δεν έχω δει, ξεπατικώνοντας συζητήσεις με τον ολντμπόυ πάλι.

Λέω στον ολντ ότι το Shame θα μου αρέσει μόνον εάν ξεπεράσει σαν έργο την ίδια την ατζέντα του: ότι το σεξ μπορεί να γίνει παράγοντας αλλοτρίωσης, ενδεχομένως και αιτία της. Όχι γιατί αυτή η προκείμενη είναι εσφαλμένη, αλλά γιατί η πραγμάτευσή της φιλμικά το 2011 είναι υποκριτική και άκαιρη σε έναν κόσμο που υποφέρει από
α) τις συνεπειες του πουριτανισμού, της σεξουαλικής στέρησης και του rape culture και
β) κυριότατα από τη φτώχεια, τον ολοκληρωτισμό, την απληστία των ελίτ αλλά και τον καταναλωτισμό ως όρο και σκοπό ζωής των «μαζών».

Όλα αυτά βεβαίως ισχύουν εάν δεν είναι ωραία ταινία: ως γνωστόν, το έργο τέχνης ξεπερνά και τις προθέσεις του και την ατζέντα του.

Ο ολντ με λέει Ριζοσπάστη και του απαντάω ότι αν μια ταινία θέλει να συνθηματολογήσει και να ηθικολογήσει, και το δείχνει, θα κριθεί με βάση την ατζέντα της. Αν όμως είναι ωραία ταινία, τότε πάμε αλλού.

Σημείωμα

Έχω βουλιάξει στην περισυλλογή και στην ενδοσκόπηση. Κάτι που δεν είναι καθόλου άσχετο και από το τι γίνεται γύρω μου, βεβαίως.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για το θέμα. Θα πω απλώς ότι οι πραγματικά δικοί μου άνθρωποι με βάζουνε να ξανασκέφτομαι και να αναθεωρώ τις απόψεις και τις γνώμες μου για τα πράγματα, με παρακινούν να ξαναεξετάζω τις καταστάσεις και να βλέπω κι από άλλες γωνίες τους ανθρώπους και τον κόσμο. Οι δικοί μου άνθρωποι με αναγκάζουν να αντικρύζω και να αντιμετωπίζω κριτικά, και πολλές φορές από την αρχή, τον ίδιο μου τον εαυτό. Ξανά και ξανά.

Ένα πολύ μικρό δημόσιο ευχαριστώ στους δικούς μου ανθρώπους. Μου δίνετε Χαρά.

Επταετία

Για διάλειμμα και ανάπαυλα, είπα να γράψω πρόωρα κάτι για τα εφτά χρόνια του μασκοφόρου αγαθοδαίμονος Sraosha (που πανάθεμα κι αν θυμόμουν πώς μου ήρθε αυτό το όνομα για ψευδώνυμο, τότε το μακρινό 2005). Ήθελα να γράψω για τη σχέση μου με τα σοσιαλμήντια (πάντοτε αμφίθυμη κι όχι πάντα σταθερή, μάλλον αν εξαιρέσει κανείς το μπλογκ), κυρίως με αφορμή αυτό, που με εκφράζει.

Μετά σκέφτηκα ότι δε θα έχω να πω κάτι καινούργιο, θα ξανάλεγα δηλαδή ότι χάρη στο μπλογκ κττ. γνώρισα ανθρώπους που δε θα γνώριζα ποτέ αλλιώς κι ότι γράφοντας και, κυρίως, διαβάζοντας μπλογκ έμαθα πράματα και θάματα (παραμένω πάντα μαθητής, κατά βάθος: μόνο μη με βάζετε να δίνω εξετάσεις). Ίσως να έγινα και λίγο καλύτερος άνθρωπος, ποιος ξέρει. Σίγουρα λιγάκι ευτυχέστερος πάντως. Αλλά σίγουρα τα έχω ξαναπεί αυτά, το θυμάμαι.

Το ποστ θα τελείωνε με την εξής νουθεσία προς όλους όσους γράφουνε αναρτήσεις και τουιτάκια ή ενημερώνουν την κατάστασή τους στο φατσομπούκιον:

Ποτέ μην παίρνετε τον εαυτό σας στα σοβαρά. Ποτέ.

Όθεν, ακολουθώντας τη νουθεσία μου, χαμηλώνω τον αμανέ και σας εύχομαι καλό Σ-Κ, αφού σας ευχαριστήσω από καρδιάς που ασχολείστε.

Ωμότητες

ενα τοξικό κείμενο ενός οιονεί μισότρελου — κι ας μου ‘λεγε ο ΔΚ ποτέ να μην υποτιμώ τον εαυτό μου και τα γραπτά μου.

Από τις τέσσερις το απόγευμα χτες μέχρι και πριν λίγες ώρες πριν ήμουνα καρφωμένος μπροστά στο τουίτερ, στο φέισμπουκ. Παρακολουθούσα, σχολίαζα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα, κοινοποιούσα. Σε παροξυσμό με διάθεση σχιζοθυμική: πότε με έναν ελαφρύ καημό, πότε με πικρή θλίψη, πότε με μικρές ανακουφίσεις. Δάκρυσα λίγο. Με διαπέρασε Απορία, μικρές αγωνίες, δαγκώθηκα μπας και νιώσω στωικά. Κάποτε βρέθηκα τρελαμένος. Κάποτε αλλιώς.

Στην ψυχή μου ταραχή και ανακατωσούρα. Το αίμα μου βράζει. Αγωνία και πόνος. Αλλά ο νους ιπποδάμεια τετραγωνισμένος, πάντα υποφωτισμένος, ατενίζει τον εαυτό του και το καζάνι της ψυχής μου.

Ταυτόχρονα δούλευα μανικώς κι ασταμάτητα. Καταπιάστηκα με ό,τι πιο πληκτικό έπρεπε να διεκπεραιώσω, με εκκρεμότητες μηνών κιόλας. Στα διαλείμματα (ένας καφές, δυο ήμερες κουβέντες, ένα πιάτο γίγαντες κοκκινιστοί, μια ματιά σε δυο-τρία τραγούδια βάλσαμο, μισό κεφάλαιο Εμπειρίκος) λίγη ενδοσκόπηση, μια ανάδυση για ανάσα. Μετά ξανά μέσα.

Είπα χτες και το πιστεύω ότι τα κτήρια είναι κτήρια «είτε τα έκαψαν αναρχικοί λόγω αρχών, είτε τρελαμένοι άνθρωποι λόγω παραζάλης, είτε εγκάθετοι λόγω ρουφιανιάς» κι ότι η προτεραιότητά μας πρέπει να είναι οι άνθρωποι. Μια φίλη αγαπημένη, που δουλεύει σε ένα από τα κτήρια που κάηκαν, μου έγραψε το ίδιο: έκλαψε για το γραφείο που πέρασε πρωινά εφτά χρόνων αλλά η αγωνία της είναι για τη Δευτέρα των €490 που ξημέρωσε σήμερα, για τους ανέργους και τους άστεγους. Ταυτόχρονα πολλοί ρωτάνε γιατί να καούν τα όνειρα και οι αναμνήσεις τους, τα όμορφα κτήρια: το Απόλλων όπου είδα τις ταινιούλες της ψυχής μου, από το οποίο βγήκα στη χειμωνιάτικη ξαστεριά και σκεφτόμουν ερωτευμένα πόσο αγαπώ την πόλη και κάποια που κοιμόταν μέσα της. Και τα λοιπά.

Ούτε εγώ θέλω να καίγονται τα κτήρια, να ξηλώνονται οι ορθομαρμαρώσεις και να αποκαλύπτεται η δειλή μοντερνιά από κάτω τους, να γίνονται οι περιουσίες ανθρώπων κάρβουνο, ερείπια και σκουπίδια. Η ασχήμια της πόλης με στενοχωρεί και χωρίς καταστροφές. Φοβήθηκα πολύ όταν άκουσα ότι άρπαξε η Εθνική Βιβλιοθήκη (αν και μέσα μου ήξερα ότι ήταν η ίδια είδηση με του Δεκέμβρη του ’08). Πόσο αγαπώ αυτήν την πόλη το ξέρουν μόνον όσοι με ξέρουνε κι όσοι με έκραζαν και την αποκαλούσαν Τεχεράνη και Δαμασκό και Βυρηττό κι άλλα αγεωγράφητα (δε βάζω λινκ, αρκετά με το αυτολιβάνισμα στα άπαντά μου). Αλλά ξέρω κι αυτό. Είδα με τα μάτια μου στις δύο κάμερες  που αναμετέδιδαν ζωντανά όσα λέγονται εδώ: 1, 2, 3, 4, 5. Και εν πάση περιπτώσει, όσοι καταδικάζετε τη βία εν γένει, να κατεβείτε μια φορά κάτω να δείτε πόσο δοκιμάζονται οι φιλοσοφικές βεβαιότητες στην πράξη.

Κι ας το χοντρύνω. Η βία που υφίστανται οι θεσμοί δεν είναι θεαματική, δε βγάζει καπνό και φλόγες, δεν κάνει ερείπιο και χάλασμα, απλώς κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική σε ελεύθερες συναθροίσεις. Και γιατί δεν κάθονται σπίτι τους όλοι; Είπαμε: η πολιτική είναι φυσικό φαινόμενο, εσχάτως θεομηνία, την παρακολουθούμε στην τηλεόραση και μόνο.

Η ταξική βία εις βάρος των φτωχών, η ανήκεστη πολλές φορές ζημιά σε πραγματικές ζωές πολύ πραγματικών ανθρώπων (ανθρώπων, έτσι;) που φτάνει μέχρι τις αυτοκτονίες και κάθε λογής θάνατο, πραγματικό ή από αυτόν τον λίγο-λίγο, το μαράζι και το φαρμάκωμα, είναι αόρατη. Είναι μπανάλ, είναι υλικό για πρωινατζήδες και λαϊκιστές. Είναι τροφή για τις παρλάτες αριστερών κι άλλων ανεύθυνων.

Κι ας γίνω πιο ωμός. Άλλα πράματα ποθεί η ψυχούλα μας. Ποθεί το κέντρο του Παρισιού. Ποθεί την Unter den Linden (αφού τελειώσουν τα ρημαδοέργα που τη σκονίζουν όμως). Τη Νέα Υόρκη των αεροπλανικών πλάνων (κι όχι την Canal το βράδυ). Ποθεί παραμύθι: μια Αθήνα σαν το αποστειρωμένο παρισάκι της Αμελί. Τον Παρθενώνα φωτισμένο με φεγγάρι. Την παραλιακή. Το χαμένο συντριβάνι της Ομόνοιας. Την Πανόρμου στο τσακίρ κέφι, το Γκάζι που εθνοκαθάρθηκε και γέμισε κέφι, μπόμπα και μπαγιάτικο ρεβυθοκεφτέ. Θέλουμε τα πάρκα όπου παίζαμε παιδιά (τα οποία, φευ, λυμαίνονται βρωμιάρηδες). Να βάλουμε ένα ρούχο να βγούμε να ξεσκάσουμε, να πιούμε ένα ποτάκι ακριβό, να ξεχάσουμε την κρίση. Σκασιλάρα μας οι φτωχοί και οι άστεγοι, σκασιλάρα μας η ανεργία. Άλλωστε πόσο εκπροσωπούνται δαύτοι στον σοσιαλμηντιακό μας κόσμο, ακόμα και στο δημοκρατικό τουίτερ; Και ποιοι μιλάνε γι’ αυτούς; Μανδαρίνοι σαν εμένα; Δημοσιογράφοι αντερκάβερ και μη; Εισοδηματίες; Γιατροί; Στελεχάρες; Δικηγόροι; Επιχειρηματίες; Αιώνιοι και προσωρινοί φοιτητές;

Ασχολούμαστε με τα κτήρια λες και τα έκαψαν χούλιγκαν. Ασχολούμαστε με τα κτήρια περισσότερο από ότι με τους τρεις νεκρούς της Μαρφίν. Αναρωτιόμαστε γιατί ένα πλήθος κυνηγημένο σα ζώα μέσα στους δρόμους, που ασφυκτιά μαντρωμένο απ’ τα ΜΑΤ στα ιστορικά στενά της ιστορικής μας πόλης, να επιχαίρει για τους εμπρησμούς.

Οδηγούμαστε σε ταξική αποκτήνωση και πόλωση: εμείς, οσοι μπορούμε να επιβιώσουμε, θέλουμε την ωραία μας Αθήνα. Το σινεμά. Τα μουσεία μας, τα ωραιότερα της νεότητάς μας. Τα μαγαζιά. Τις γωνιές που φιλιόμασταν. Την φρηπρές που τσιμπάγαμε για το μετρό. Τα μπαρ μας. Τις πόρτες στα Εξάρχεια και στην Καρύτση που άνοιγαν και μας έβγαζαν στο κρύο να ζέχνουμε τσιγάρο και μπύρα.

Οι υποτελείς και οι εξαθλιωμένοι θα ήθελαν πάλι πολύ να επιβιώσουν. Θα προτιμούσαν οι σπουδαίοι λογάδες των μπλογκ (ων πρώτος ειμί εγώ), τα τσογλάνια των φόρουμ, οι σοφοί και οι μωροί συζητηταί του τουίτερ, η ασάλευτη και απρόσβλητη κάστα από πάνω μας που εξάγει μεθοδικά πλούτο στο Λονδίνο και στην Ελβετία από το 2009 για να τον περισώσει και να συνεχίσει να τον αβγατίζει, να γινόμασταν λίγο φτωχότεροι, μήπως επιβιώσουν εκείνοι.

Θα συγκρουστούμε. Αν το σινεμά, η βιτρίνα του μπαρ της αρεσκείας μας και το νεοκλασσικό μάς πονάνε, ε, θα μας χτυπήσουν εκεί που μας πονάει. Περαστικά μας. Τρέμω μόνο μη σκοτωθούν άλλοι άνθρωποι στους δρόμους — ας ψοφολογάνε μόνο από πνευμονία κι άλλες ημιεπάρατες νόσους κρυμμένοι στα κατεψυγμένα διαμερίσματά τους. Άλλωστε, θα έρθει κάποτε και το όμορφο ελληνικό καλοκαίρι. Με νέα μέτρα για να σωθούμε.

Εναποθέτω κάποιες ελπίδες στην ταχεία κατάρρευση των δύο βρωμερών λαϊκών συμμοριών, που εξαιτίας τους έγινε το «Μεταπολίτευση» βρισιά, προτού συμπαρασύρουνε τα πάντα μαζί τους, προτού φαγωθούμε μεταξύ μας.

And the rockets’ red glare, the bombs bursting in air / gave proof through the night that our flag was still there

Στο Κατηχητικό, ήμουν 12 ή 13 νομίζω, συζητούσαν δύο στελέχη για την εισβολή στην Κύπρο. Ο ένας μιλούσε με μάλλον γνήσια φρίκη για τους θησαυρούς και τις εκκλησίες που καταστράφηκαν και λεηλατήθηκαν, ο άλλος τον κόβει ξαφνικά και του λέει: «δε γίνεται να θρηνούμε δισκοπότηρα και έργα τέχνης όταν έχει σκοτωθεί έστω και ένας άνθρωπος». Και, δεδομένου ότι έχει χάσει τη ζωή του παραπάνω από ένας άνθρωπος από το 2009 μέχρι τώρα, άστεγος, αυτόχειρας, άρρωστος ή άλλο, αυτή είναι κι εμένα η σκέψη και η θέση μου για το Atrium των μαθητικών και τα Απόλλων-Αττικόν των φοιτητικών μου χρόνων. Είτε τα έκαψαν αναρχικοί λόγω αρχών, είτε τρελαμένοι άνθρωποι λόγω παραζάλης, είτε εγκάθετοι λόγω ρουφιανιάς.

Απόψε νομίζω ότι κάτι άλλαξε, αισθάνομαι — σχεδόν ακούω — τους βαθείς υπόκωφους τριγμούς μιας τεκτονικής αλλαγής. Βεβαίως η επαχθής κι επονείδιστη σύμβαση θα ψηφιστεί. Θα τη χειροκροτήσουν κιόλας οι ψηφίσαντες. Βεβαίως η χώρα θα ζευτεί αποικιακούς όρους για χρήματα που θα τσιμπήσουνε κυρίως οι τράπεζες. Βεβαίως θα υποφέρουμε όλοι, όσοι είναι (ακόμα) στην Ελλάδα αλλά και όσοι έχουμε ανθρώπους που αγαπούμε στην Ελλάδα, όσοι θα απαρνηθούμε το γαργαλιστικό όνειρο του νόστου. Βεβαίως θα ξεπουληθούμε.

Αμφιβάλλω αν θα αρχίσουμε να αναγεννώμαστε έχοντας πιάσει πάτο, όπως εύχεται ο Ξυδάκης. Αμφιβάλλω αν θα γίνουν εκλογές τώρα κοντά (19 Φεβρουαρίου ήτανε να γίνουν; μάλιστα). Είμαι σχεδόν βέβαιος ότι δε θα γλυτώσουμε την ελεγχόμενη χρεοκοπία μέσα στο ευρώ (αυτά περί δραχμής ήτανε και είναι φαιδρά: down we go together, που έλεγε κι ο Μόρισεϋ), πράγμα που καθιστά την αποψινή κύρωση της μιαρής και κατάπτυστης Act of Submission περιττή και προδοτική επίσης, τακτική κίνηση ενός θνήσκοντος αλλά αδίστακτου και ταξικά εντοπισμένου πολιτικού κατεστημένου. Είμαι μάλιστα σχεδόν βέβαιος ότι σε τρεις, σε έξι μήνες, ο πρωθυπουργός Παπαδήμος, η υπογραφή του οποίου κοσμούσε πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα, αν θυμάμαι καλά, θα κάνει νέο διάγγελμα για να ζητήσει ακόμα πιο βάναυσα, άδικα και εξοντωτικά μέτρα. Και κατόπιν ξανά και (ίσως) ξανά.

Από απόψε όμως ξέρω ένα πράγμα. Θα μας βρίσκουν μπροστά τους. Θα μας δηλητηριάζουν. Θα μας τσουβαλιάζουν. Θα μας δέρνουν. Θα μας λοιδωρούν μέσω των Μέσων τους. Αλλά δε θα μας διασκορπίσουν ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, όπως την 29η Ιουνίου 2011. Κάθε φορά μπροστά τους, όλο και πιο εξαγριωμένους, όλο και πιο αποφασισμένους, όλο και πιο συσπειρωμένους. Ήδη απόψε κατέβηκαν άνθρωποι που δεν είχανε ξαναπάει διαδήλωση. Ήδη απόψε οσμώθηκαν τα μπλοκ. Ήδη ο κόσμος δεν έφευγε παρά τα σατανικά ισραηλινά δηλητήρια που του έκαιγαν τους βλεννογόνους. Δεν έχει όμως πια τίποτε τρομερό και θεϊκό η όψη των κυβερνώντων, δε βαστούν καμμιά λακωνική ασπίδα και κανένα μοναστικό λάβαρο. Ούτε αυτοί, ούτε όσοι τους ανέχονται (όπως ο Αρχηγός του Κράτους), ούτε όσοι τους υπηρετούν. Η κυβέρνηση και τα κόμματα της συγκυβέρνησης είναι μια συμμορία πατρώνων που περάστηκαν για πατρικίους μόνο και μόνο επειδή μοίραζαν ρουσφέτια, μια συμμορία πλαισιωμένη από χορωδίες κυνικών καθεστωτικών χωριατοψαλτάδων που περνιούνται (για λίγο ακόμη) για διανοούμενοι και ορθολογιστές.

Το θέμα δεν είναι πια να σωθεί η χώρα. Η χώρα θα χαθεί απόψε, εντός ολίγου, με δίκαιο της Αγγλίας και του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Το θέμα είναι να καταστραφούν τα δύο κόμματα. Το θέμα είναι να καθαρίσει η πολιτική. Το θέμα είναι να ελπίζουμε ότι θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες.

Είναι το τέλος της αρχής, όπως είπε και ο δαιμονικός χοντρός σε ώρες πολύ δυσκολότερες για την πατρίδα του.

Καλή δύναμη σε όλους.