κ’ οἱ τρεῖς τους τήν Συρία τό ἴδιο

Υπάρχουνε στον κόσμο προβλήματα χειρότερα από τα δικά μας. Ότι τα δικά μας είναι καταιγιστικά, ότι θα ψηφιστεί τελικώς και αυτή η επονείδιστη σύμβαση (η οποία θα γίνει ειρκτή μας για 20-30 χρόνια ακόμα και αν αδειαστεί από τους εταίρους μας, αν δεν γίνει προοίμιο για κάτι χειρότερο) με μόλις μερικές χιλιάδες κόσμου να μινυρίζουν ασθενικά στο Σύνταγμα πριν τους σφαγιάσουνε συμβολικά τα ΜΑΤ — όλα αυτά δεν πιάνουνε μία μπροστά στη Συρία.

Ο μπααθικός οικογενειακός φίλος των Παπανδρέου, ο Άσαντ ο Νεώτερος ο Γλυκούλης σφαγιάζει κανονικά επί εννιάμηνο τους Σύριους. Οι Έλληνες δείχνουμε παγερή αδιαφορία, για λόγους που διάβασα λοξά και στο τουίτερ πριν μέρες: θεωρούμε ότι αυτή η ηρωική εξέγερση των Συρίων είναι σιωνιστική πλεκτάνη των φονιάδων-των-λαών Αμερικάνων, που ευτυχώς υπάρχει η δημοκρατική Ρωσία και η σοσιαλιστική Κίνα να τους μαζεύουν με το βέτο τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Το πόσο βλακώδες είναι αυτό το σενάριο διαφαίνεται και από την αμηχανία του Ισραήλ (του γνωστού κράτους-πειρατή/τσαμπουκά/hitman) εδώ και τόσους μήνες απέναντι στη συριακή επανάσταση, τη δυσθυμία ισραηλινών διπλωματών που «τουλάχιστον με τους Άσαντ ξέρουνε πού βρίσκονται».

Έχω την τιμή να είμαι φίλος του ΑΑΖ, Σύριου αντικαθεστωτικού και επί δεκαετίες αυτοεξόριστου. Μεγάλης καρδιάς και σοφού ποιητή, ας τον πω «ποιητή» γιατί ποιος ξέρει ποιοι διαβάζουν. Ακούω εδώ και 10 μήνες να μου λέει ιστορίες να σου τσιτώνεται το πετσί. Μαθαίνω. Θαυμάζω την αντιστασιακή ευρηματικότητα ενός λαού καλλιεργημένου και καρτερικού απέναντι σε ένα στυγνό ανατολικογερμανικό καθεστώς που έχει αναγάγει το «διαίρει και βασίλευε» σε χρηστή διοίκηση: μέχρι και flashmobs στα σουκ οργανώνουν με μηνύματα στα κινητά. Ο ΑΑΖ ήρθε σπίτι να με δει πριν τα Χριστούγεννα, είναι από τη Χομς (Έμεσα). «Θα μας σφάξει όλους στο τέλος» έλεγε. Σκεφτόμουν ότι πρόκειται για τις γνωστές υπερβολές εξεγερμένων (τα ξέρουμε τα γραφικά τους κι από την Ελλάδα): άλλο το ξύλο και η αστυνομική βία, άλλο η σφαγή, ε;

Ρώτησα τον ΑΑΖ τι περιμένει να γίνει αν θα πέσει ο Άσαντ. «Θα αναλάβει  να μας προσέχει η Τουρκία, θα γίνει ο καλύτερός μας φίλος», είπε μισογελώντας. «Ήδη η Συρία υποφέρει οικονομικά: αφότου ο Άσαντ υπέγραψε διμερή συμφωνία εμπορική με τη γείτονα, η συριακή αγορά έχει πλημμυρίσει φτηνά τουρκικά προϊόντα και οι επιχειρήσεις κλείνουν.» Μου είπε ότι Τουρκία και Ισραήλ θα μοιραστούν τελικά την περιοχή (ήδη η Κύπρος χαριεντίζεται καθισμένη στα γόνατα του Ισραήλ). «Μα αυτό είναι το όνειρό σου για την πατρίδα σου;» τον ρώτησα, «να σας κηδεμονεύει ο Τούρκος;»

Ο ΑΑΖ είναι ψύχραιμος, γλυκομίλητος και καθόλου Ελληνάρας, βεβαίως. Με κοίταξε κάπως περίεργα. Χωρίς πόζα και πατρονάρισμα (δεν είναι Ελληνάρας, είπαμε) μου εξήγησε ότι δεν ξέρω τι θα πει τυραννία: ας έχει η Συρία δημοκρατία (εννοεί αυτές τις ενοχλητικές τσιριμόνιες που δε μας αφήνουν να σωθούμε σωστά και γρήγορα στην Ελλάδα), και βλέπουμε.

Χτες κι απόψε που πέφτουνε βόμβες στη Χομς, σκέφτομαι την οικογένεια του ΑΑΖ. Σκέφτομαι διάφορες τετριμμένες σκέψεις: πόσο εύκολα θεωρείς δεδομένη την ελευθερία, πόσο γρήγορα βαριέσαι τους ατελείς θεσμούς της δημοκρατίας (εν μέρει και γιατί βαριέσαι και να τους ελέγχεις και να τους κρίνεις). Σκέφτομαι έναν άνθρωπο που ξέρει η ατελής δημοκρατία (είπαμε, η ίδια που μας έχει γίνει πια βάρος) με τους συμβιβασμούς της είναι καλύτερη από τον τύραννο. Τον ξένο ή τον ντόπιο.

A las barricadas

Αν χτες η κυβέρνηση εκχωρούσε στους Τούρκους τη Ρω, απόψε όλοι θα ήτανε στους δρόμους. Ενώ τώρα που εκχωρεί στην Τρόικα τις ζωές μας, είμαστε μουδιασμένοι.

Αν σε κάποια αψιμαχία πατούσαν Τούρκοι κομμάντο το Αγαθονήσι και δεν ξεκουμπιζόντουσαν, θα φωνάζαμε όλοι κρεμάλα σους προδότες και άλλα τέτοια γραφικά.

Είμαστε θύματα της ελληνορθόδοξης παιδείας μας, μιας παιδείας φτιαγμένης για τους Βαλκανικούς Πολέμους και την απελευθέρωση της Πόλης. Γι’ αυτό λούφαξαν οι πατεράδες κι οι μανάδες μας στην Επταετία, γι’ αυτό τώρα είμαστε «παγωμένοι», βαρναλικά μοιραίοι, κατηφείς και ασάλευτοι — και δεν ξέρω τι άλλο. Γι’ αυτό ασχολιόμασταν με το τεχνικό θέμα της υφαλοκρηπίδας και του FIR αλλά όχι με το πρακτικό ζήτημα του αφανισμού μας, γι’ αυτό φρίττουμε με την καταστροφή της Σμύρνης και την Προσφυγιά αλλά όχι με αυτό.

Αλλά φτάνουν τα λόγια, ήρθε η ώρα των δρόμων. Ανάλογα με τις πεποιθήσεις, τις ευαισθησίες, τον προσανατολισμό σας, επιλέξτε το πολεμιστήριο σάλπισμά σας.

Ήρθε η ώρα της Αντίστασης.

Το υπόμνημα ενός ασχημάντρα

 

Η συνταγή αυτού που θα γράψω τώρα και οι ιδέες που θα περιέχει είναι γνωστές. Αν έχετε διαβάσει αυτό με τη Δανία του Μίχα ή το άλλο με τον Τρίτο Κόσμο του Γουσέτη, μάλλον δε χρειάζεται να διαβάσετε παρακάτω. Αλλά εγώ θα κάνω το διάλειμμά μου και θα το γράψω.

Το κείμενο που θα δούμε λέγεται «δεν μου αρέσει η Ελλάδα του ομορφάντρα». Ξεκινώ λέγοντας ότι την τελευταία λέξη για τέτοια κείμενα ελληνοκεμαλικά («αχ, γιατί δεν είμαστε σαν την Ευρώπη που δεν υπάρχει παρά μόνο στο κεφάλι μας») μάλλον την έχει πει ο Τάλως (τόσο που τον παινεύω, θα νομίσετε ότι του κάνω καμάκι) και λέγεται «το γαμώτο του ιθαγενούς».

Αλλά ας πάρουμε από την αρχή, βήμα-βήμα, το κείμενο της κυρίας Ταχιάου, μέχρι να τελειώσει ο καφές:

Η συνειδητοποίηση ήρθε πριν λίγα χρόνια και με βάρεσε σα χαστούκι: κατάλαβα ότι δε μ’ αρέσει η Ελλάδα. Τόσο απλά. Το χειρότερο, όμως, δεν ήταν αυτό. Το χειρότερο ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσω να αλλάξω κάποια από αυτά που θεωρούσα κακώς κείμενα: κατάλαβα ότι η Ελλάδα αρέσει στους Έλληνες. Άρα, το λάθος είμαι εγώ.

Άρα θα διαβάσουμε ένα κείμενο εξομολογητικό-ενδοσκοπικό,όχι πολιτικό. Να το ξέρουν αυτό οι εντευξόμενοι, και να μην ξιφουλκούν αδίκως. Ίσως όχι αδίκως, γρήγορα θα ξεχάσει η κυρία Ταχιάου ότι το λάθος (;) είναι η ίδια.

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι δεν νιώθω καν Ελληνίδα τέτοιας Ελλάδας.

Υπάρχει κι άλλη Ελλάδα; Ρωτάω γιατί επί δεκαετίες την ψάχνουμε: στην ορθόδοξη παράδοση και στις κοινότητες, στη Ζάκυνθο του Τσαγκαρουσιάνου, στα Ανώγεια, στα δάχτυλα του Δημήτρη Σγούρου, στα πόδια της Παπαρίζου, στις διάνοιες που φεύγουν στο εξωτερικό, στα απελευθερωτικά ρεμπέτικα…

Ποια Ελλάδα να υπερασπιστώ και με ποια Ελλάδα να ταυτιστώ;

Αυτή που θα διαλέξετε, όπως όλοι μας. Πώς το είπε ο Jean Paul: «αυτό που εσύ κάνεις με ό,τι σε έχουν κάνει οι συνθήκες».

Συνεχίζω με σχολιασμό σύντομο:

Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να δίνει φακελάκι;

Στο Βασίλειο ή πεθαίνεις με το NHS ή πας με BUPA ή στους ιδιώτες. Το φακελάκι, συστημικά μιλώντας, είναι η μέση λύση μεταξύ του ‘πεθαίνω με το δημόσιο’ και ‘πουλιέμαι στον ιδιώτη’.

Με την Ελλάδα που κυκλοφορεί στο δρόμο λες και είναι μόνη της;

Βόρεια της Ελλάδος απλώνεται μια χερσόνησος της Ασίας, η αχανής ευρωπαϊκή ήπειρος, γεμάτη χωρικούς που κυκλοφορούν στον δρόμο λες και είναι μόνοι τους. Μόνες νησίδες κυκλοφοριακής σωφροσύνης, οι πόλεις (πλην του ιταλικού Νότου). Προτείνω το επόμενο κείμενο της κυρίας Ταχιάου να λέγεται «βάλτε αλάρμ, χωριάτες Βαυαροί».

Με την Ελλάδα που λατρεύει τα 100 ντεσιμπέλ;

Και την Ισπανία. Και την Ιταλία. Και την ηχορρύπανση στα μπαρ της Β. Ευρώπης που ζέχνουν ξερατά και μπυρίλα κι όπου όλοι γκαρίζουν. Και τα δημόσια ουρητήρια στους ολλανδικούς λιθόστρωτους δρόμους για να μην κατουράν οι πιωμένοι στις εισόδους των μαγαζιών.

Με την Ελλάδα που φυσάει τον καπνό της στα μούτρα του απέναντι; Με την Ελλάδα που παραβιάζει όποιο νόμο γουστάρει; Με την Ελλάδα που δικαιολογεί την παρανομία;

Εδώ με τον καπνό σάς νιώθω λίγο. Αλλά το ανοίξατε. Πολύ. Όποιον νόμο γουστάρει; όποιον; είδατε πώς αντιμετωπίστηκε η κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος; είδατε με τι ζήλο ελέγχονται τα άνομα πλήθη των πληβείων που κλείνουν την κυκλοφορία;

Με την Ελλάδα που νιώθει ανώτερη από τους «ξένους»;

Μα τώρα θλίβομαι. Πολύ. Τόσα χρόνια έκανε προσφορές η Ετζίαν, δεν πήγατε ένα ταξίδι στην Ευρώπη; Ένα; Ένα; Δεν έχετε ζήσει ότι όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί αισθάνονται 5-6 σκάλες ανώτεροι από τους ξένους και δη τους γείτονές τους; Εντάξει. Όχι όλοι. Οι Ολλανδοί το κρύβουν και οι Πορτογάλοι, στο πνεύμα της εθνικής τους ηττοπάθειας, περιορίζονται στο να λένε ότι έδωσαν τα φώτα της ναυσιπλοΐας στην ανθρωπότητα και μετά τους καβάλησαν οι γείτονες. Που είναι μπάσταρδοι Άραβες.

Με την Ελλάδα που καμαρώνει επειδή κατασκεύασε κάτι ελεεινής ασχήμιας χωριά; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να απλώνει ξαπλώστρες στις άλλοτε πανέμορφες παραλίες; Με την Ελλάδα που θεωρεί φυσιολογικό να πηγαίνει σε απίθανης αρπαχτής κλαμπ και καφέ και να παρακαλάει κάτι άθλιους φουσκωτούς τύπους της νύχτας να μη φάει πόρτα;

Δε θέλω να στενοχωρήσω άλλο πια κανέναν. Δεν έπρεπε να το κάνω θέμα. Είναι φανερό ότι δεν έχετε περάσει τα σύνορα. Ή ότι τα περάσατε αλλά πήγατε στο ΚαΝτεΒέ, στο Κολοσσαίο, στη Λαφεγιέτ, στο Κόβεν Γκάρντεν. Και μετά γυρίσατε πίσω στην Ελλάδα των Ελλήνων. Αυτό με τα χωριά… ποια χωριά; ποιος τα κατασκεύασε; είναι σαν τα μπανλιέ του Παρισιού, σαν τα μπλόκα του Βερολίνου και σαν τα νιου τάουνζ της Αγγλίας αυτά τα χωριά;

Με την Ελλάδα που πιστεύει ότι δεν μπορεί να διοριστεί χωρίς μέσο; Με την Ελλάδα που φιλάει κατουρημένες ποδιές για να κάνει τη δουλειά της; Με την Ελλάδα που θεωρεί λογικό να πληρώνει ένα κάρο λεφτά σε μπουζούκια και μπαρ και μετά να οδηγεί μεθυσμένη; Με την Ελλάδα που πιστεύει «Και τι έγινε που έπιασαν τους Καραμπέρηδες; Αυτοί είναι το πρόβλημα;»; Με την Ελλάδα που απαιτεί να «φέρουν πίσω τα κλεμμένα» αλλά εξαιρεί τον εαυτό της από την επιστροφή; Με την Ελλάδα που διεκδικεί το δικαίωμά της να εξακολουθήσει να λειτουργεί κουτοπόνηρα; Με την Ελλάδα που πάσχει από έλλειψη φιλοδοξίας;

Εχ, βαρέθηκα ο δόλιος. Αν και ακόμα ψάχνομαι για τα χωριά. Ποιος πούστης εργολάβος κατασκεύασε τα χωριά;

Όχι, δεν είμαι αγία. Όλα τα παραπάνω, τα απορρίπτει ο «ενήλικος» εαυτός μου. Ο «ανήλικος», έχει υπάρξει μέρος αυτού που τώρα απορρίπτω. Ίσως γι αυτό ενοχλούμαι τόσο πολύ τώρα. Το θέμα είναι ότι ο «ενήλικος» έχει περάσει στο άλλο άκρο. Θέλει τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία.

Χμ, μπερδεύτηκα. Τελικά γράφετε κάτι ενδοσκοπικό ή κάτι πολιτικό; Θέλετε να μας πείτε κάτι ή γράφετε όπως γράφω εγώ κάτι δικά μου για να τα δω γραμμένα και, βάζοντας τα πάθη μου απέναντί μου, δι’ ελέου και φόβου να βρω την κάθαρση; Γιατί, αν το κείμενο είναι προσωπικό, ντρέπομαι που το σχολιάζω, που σαρκάζω την ενδοσκόπηση του άλλου. Και καταγγέλλω και το πρόταγκον που το εκθέτει έτσι ξεδιάντροπα, βορά του κάθε μπαϊλντισμένου Σραόσα.

Εύχομαι να βρείτε τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία. Όλοι αυτό θέλουμε στη δημόσια σφαίρα. Και ασφάλεια. Και να μην υποκαθίσταται ο πολιτικός λόγος από τη χρηστομάθεια και την ηθικολογία. Πάντως γνωρίζω ότι δημοσία υπάρχει σχετική τάξη, ησυχία, τυπικότητα κι αξιοκρατία στη Νορβηγία των πετρελαίων. Εκεί. Δυστυχώς ο υπόλοιπος κόσμος είναι ελαφρώς σαν μπουρδέλο το Σαββατόβραδο. Ακόμα κι ο αχανής και παγωμένος Καναδάς. Τώρα που το σκέφτομαι, υπάρχει και η Σαουδική Αραβία. Αλλά είστε γυναίκα.

Για μένα, η κρίση υπάρχει εδώ και χρόνια. Και δεν εννοώ την οικονομική, εννοώ την αισθητική, πολιτιστική, αξιακή κρίση. Η οικονομική κρίση δεν με εξέπληξε καθόλου. Αντίθετα, με εξέπληξε το γεγονός ότι τόσοι έξυπνοι άνθρωποι εξεπλάγησαν.
Την πρώτη φορά που είδα τη διαφήμιση με τον «ομορφάντραμου» ένιωσα ένα κρύο χέρι να μου σφίγγει το κεφάλι. Το ίδιο είχα νιώσει κι όταν είδα τις διαφημίσεις με την «αγαπούλα την κουκούλα» και «τη φουκαριάρα τη μάνα μου». Είναι οι διαφημίσεις που συμβολίζουν την Ελλάδα που δε μ’ αρέσει. Την Ελλάδα του γηπέδου, του βρώμικου, της φοροδιαφυγής, του μέσου, της διαφθοράς, του ψυχοπονιάρη, του τεμπέλη, του λαθραίου, του καταφερτζή, του αναίσθητου, του Ελληνάρα. Το χειρότερο είναι ότι όλοι, μικροί – μεγάλοι, απ΄ όλα τα στρώματα της κοινωνίας, γελάνε με τις διαφημίσεις αυτές. Το χαίρονται, ρε παιδάκι μου.

Φρικάρω. Φρικάρω με τις διαφημίσεις και με τη συνεχή αναπαραγωγή τους. Νιώθω ένα τσίμπημα δυστυχίας όποτε ακούω τη λέξη «ομορφάντρα μου». Μου έρχεται στο νου και η εικόνα: ασπρόμαυρη Ελλάδα, κοντοί κι άσχημοι άντρες, τσίκνα, βρωμιά ιδρώτα στο γήπεδο, λίπη και λίγδες. Όταν ακούω τη φράση «τι βάζω μέσα; Τη μάνα μου και τον πατέρα μου βάζω μέσα!» μου έρχεται στο νου ένα φέρετρο σκεπασμένο με την ελληνική σημαία.

«Γιατί όμως πιστεύεις ότι έχουν τόση απήχηση αυτές οι διαφημίσεις;» με ρώτησε η φίλη μου. Μα, επειδή, ο Έλληνας σε αυτήν ακριβώς την Ελλάδα νιώθει άνετα. Στην Ελλάδα της αγαπούλας, του ομορφάντρα μου και της φουκαριάρας της μάνας του. Στην Ελλάδα της δραχμής…

Εδώ πάλι είναι προσωπικό το κείμενο. Προσθέτω απλώς τον ισχυρισμό ότι η κυρία Χ. Ταχιάου δεν έχει δει διαφημίσεις στη Γερμανία ή στην Ισπανία. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα, το θέμα είναι ότι η κόλαση είναι οι άλλοι. Επίσης, όπως είπε και ο sun Ra σε κάποιο νεαρό μουσικό που παρωδούσε το disco, «δεν είναι για γέλια τα όνειρα ενός άλλου ανθρώπου»· ούτε οι εφιάλτες του. Εγώ καταλαβαίνω το κρύο χέρι που σφίγγει το κεφάλι σας. Εδώ και πολλά χρόνια πολλοί αισθάνονται κάποιο κρύο χέρι να τους σφίγγει την καρδιά, την τσέπη, το παρόν, το μέλλον. Κάποιοι πέθαναν στους δρόμους κατά λαθος, κάποιοι ένιωσαν κρύα γκλομπ πάνω τους, κάποιοι έχασαν την ακοή τους, κάποιοι εξαθλιώθηκαν, κάποιοι ξενιτεύονται, πολλοί απελπίζονται. Δεν πρέπει να γινόμαστε συναισθηματικοί: όπως μας λένε και οι λειτουργοί της δημοσιογραφίας, πρέπει να μάθουμε να αντιμετωπίζουμε το πολιτικό σαν θεομηνία, σαν κάτι πέρα από τις δυνάμεις μας.

Πάντως αυτό με το λουκάνικο και το φέρετρο με τη σημαία να το κοιτάξετε. Οπωσδήποτε. Και σε πρακτικό επίπεδο, γιατί είμαι πάντα των πρακτικών λύσεων, σας είπα: Νορβηγία. Κατάλευκη χώρα, αλλά πράσινη το καλοκαίρι, ψηλοί και φωκοπρόσωποι άντρες, μούχλα, μυρωδιά (αυτό μάλλον είναι η «βρωμιά») ιδρώτα μόνο στα αποδυτήρια των γυμναστηρίων (ούτε σάουνα δεν κάνουν), λίπη ψαριού με ωμέγα-3 και βούτυρο αγελάδας. Και το αλκοόλ πανάκριβο: μόνο τα σαββατόβραδα έχει εμετούς και μπυρίλες.

Σημασία έχει πού του αρέσει του καθενός. Η κρίση έγινε ευκαιρία να ξεκουμπιστούμε και να πάμε κάπου όπου θα μας αρέσει, όπου δε θα φρικάρουμε. Σημασία έχει ότι όλοι φταίμε εξίσου, ε; Και για να μην το παίζω παρθένα, κι εγώ έχω γράψει κείμενα παραπονιάρικα και λίγο «πώς είμαστε έτσι, ρε συ», όπως λ.χ. αυτό. Αλλά, προς υπεράσπισή μου, το έγραψα δύο μήνες πριν το Καστελόριζο: εννοώ ότι οι συζητήσεις για τη σως και τα λαχανοκαρότα έπρεπε να είχανε κοπεί προ πολλού.

Επίλογος 8.ΙΙ.2012 (από σχόλιο της Кроткая από κάτω):

[…] συχνά συμβαίνει, και όχι μονάχα στους Έλληνες, να μιλούν οι άνθρωποι για τα συλλογικά τους αρνητικά με μια υποδόρια υπερηφάνεια, τύπου «είμαστε η πρώτη χώρα σε τροχαία» ή «έχουμε τα μεγαλύτερα ποσοστά καπνιστών» και πάει λέγοντας. Είναι μια ασυναίσθητη προσπάθεια εξαγνισμού και παρηγοριάς, σχετικά με χαρακτηριστικά που όντως είναι αρνητικά, όπερ και αναγνωρίζουμε. Συμβαίνει και εις Παρισίους (κυριολεκτικά και μεταφορικά), δεν ανακαλύψαμε τον τροχό. Ας πάρουμε απόφαση πως ούτε εμείς ούτε οι άλλοι είναι κάτι πολύ σπέσιαλ, κάθε τόπος/λαός/πράγμα/κατάσταση έχει αρνητικά και θετικά. Και συνήθως αυτά δεν είναι τα κλισέ τύπου «λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’αγόρι μου».

[Τ]ο βασικό πρόβλημα που έχει το κείμενο που λινκάρεται είναι ότι δημοσιεύεται σε ένα ιστορικό, κοινωνικό και χρονικό κόντεξτ που βρομάει λίγο. Πάει με πολύ ύπουλο τρόπο να μεταθέσει ευθύνες για μια κατάσταση την οποία όλοι μας υφιστάμεθα στον «κακορίζικο εαυτό μας» που δεν παίρνει διορθώσεις και είναι από το dna του προβληματικός. Αποπνέει μια κακομοιριά, ένα κόμπλεξ, μια παραίτηση και μια μιζέρια που πολιτικά μπορεί να παραπέμψει σε συγκεκριμένα πράγματα τύπου παγκάλιες ρήσεις «μαζί τα φάγαμε», «εμείς φταίμε» και δε συμμαζεύεται.

Όχι, λοιπόν, δεν είναι έτσι. Παντού, μα παντού υπάρχουν «ομορφάντρες», ασχημάντρες, τζάμπα μάγκες, βλαμμένοι, αντικοινωνικοί και τεμπέληδες. όπως παντού, μα παντού υπάρχουν ευγενείς, αξιόλογοι, καλλιεργημένοι, έξυπνοι και ενδιαφέροντες άνθρωποι. Οι γενικεύσεις και οι αφορισμοί είναι άκυροι όσο και επικίνδυνοι.

Και για να έρθουμε στο διά ταύτα, που πιστεύω πως με ύπουλο, έμμεσο και εξαιρετικά επικίνδυνο τρόπο υπονοεί και παραπέμπει στο κείμενο που λινκάρεται, η κρίση που βιώνετε σήμερα στην Ελλάδα δεν είναι ελληνική και γι’ αυτήν δεν ευθύνεται ο ραγιαδισμός και η κοτζαμπάσικη νοοτροπία που (ενδεχομένως όχι άδικα, αλλά έτερον εκάτερον) χρεώνεται στους νεοέλληνες. Ευθύνονται συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές που ακολουθήθηκαν στις δυτικές οικονομίες τα τελευταία τουλάχιστον σαράντα χρόνια.

Αν αυτό δεν ίσχυε, δεν θα λαμβάνονταν μέτρα λιτότητας στο Βέλγιο, στη Γαλλία και στη Δανία (του Βορρά, για να εξηγούμαστε), που δεν χαρακτηρίζονται από τα δομικά προβλήματα της ελληνικής ή της πορτογαλέζικης οικονομίας. Ούτε θα υπήρχαν τα τρομαχτικού μεγέθους σκάνδαλα της Γερμανίας ή του Βελγίου, για τα οποία τεχνηέντως κανείς δεν βγάζει τσιμουδιά εν Ελλάδι.

Καλωσήρθατε στον κόσμο του Γιάννη Αγιάννη και του Όλιβερ Τουίστ

Φλερτάρω ανοιχτά με την υπερκόπωση, είμαι εξαντλημένος και θα πάω για ύπνο μόλις ανεβάσω αυτό. Ήθελα να το γράψω χτες αλλά δεν άντεξα, δεν είχα κουράγιο να γράψω (η εξάντληση, που λέγαμε, σέρνομαι από τις 6 το απόγευμα). Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί η σημερινή μέρα έφερε νέα πράματα και θάματα.

Για όσους δεν το έχουν υπόψη, εξαθλιωμένοι και φτωχοί υπάρχουν ανάμεσά μας τουλάχιστον από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Δε μιλάω για μετανάστες αλλά για εγχώριους φτωχούς, και εξαιρώ Τσιγγάνους, αποφυλακισμένους κτλ. Για παράδειγμα, η αποβιομηχάνιση δεν ξεκίνησε με το Μνημόνιο, ενώ η ανεργία μεταξύ των νέων ήταν ήδη ανώμαλα υψηλή. Αλλά αυτοί οι άνθρωποι ήταν άλαλοι και αόρατοι και αδιάφοροι για τους πολλούς — ακόμα κι εγώ που πουλάω μυαλό εδώ έχω μόλις και υπαινιχθεί τις περιπτώσεις τους πριν το 2008 (κάπου είχα ψελλίσει κάτι για τον Βόλο, νομίζω, κάτι τέτοια). Το μαζικό ντου στα μεσαία στρώματα, που έφερε πολλούς μα πάρα πολλούς στη θέση εκείνων που ήταν ήδη πατημένοι στον λαιμό, μας αφύπνισε και μας ευαισθητοποίησε. Σχετικά. Πολλές φορές, απλώς ως προς τη διάθεσή μας να μη διαθέσουμε τον οβολό μας στην Action Aid ή τους σεισμόπληκτους της Αρμενίας, αλλά σε πιο κοντινούς «αναξιοπαθούντες».

Συζητούσα με φίλους την Κυριακή. Θα αλλάξει λοιπόν κάτι ριζικά; δε θα αλλάξει; οι γνωστές θεωρητικές συζητήσεις. Συγγνώμη που ακούγομαι μπλαζέ κι αναρχικός αλλά έχω ξαναπεί τι είναι αυτό: η ρητορική (όχι ‘ρητορεία’) της απελπισίας, να γραπώνεσαι από τις αρχές σου ενώ όλοι κουτρουβαλίζονται χαρούμενα προς τα δεξιά βάραθρα, για να κουτρουβαλήσουν πάλι πίσω προς το νεφελώδες και ακατασκεύαστο φιλομνημονιακό κέντρο προεκλογικά. Παρατηρώ ότι κάθε βδομάδα που περνάει το πολιτικό κατεστημένο αναδιοργανώνεται, τα μέσα ελίσσονται φιδίσια, ο κόσμος εξαθλιώνεται από καινούργια ατελέσφορα και εξοντωτικά μέτρα που επινοούνται για να εξοικονομηθεί το 0,00001% του χρέους (όπως λέει και φίλος μετανάστης στον Καναδά), ένας νέος ιμπεριαλισμός τύπου αρχών του 20ου αιώνα σφυρηλατείται με επιτρόπους, ληστρικές συμβάσεις, απαιτήσεις να δοθεί «απόλυτη προτεραιότητα στην εξυπηρέτηση του χρέους» — λες και είμαστε το Τσαντ της δεκαετίας του ’90. Ιδίως σε αυτό το τελευταίο ταιριάζει η επική βρισιά που μου έμαθε ο κύριος Φώλιος το 2009: Σάλτα και γαμήσου, ρε. Μετά συγχωρήσεως κιόλας, προς όσους δεν τους αρέσει να βρίζω γιατί δε μου πάει: ούτε ο ντιλετάντικος ακαδημαϊσμός πάει στην κατάσταση των πραγμάτων.

Και πάμε στους άστεγους. Το τι συμβαίνει με τους αστέγους στην Αθήνα εδώ και ενάμιση-δύο χρόνια δεν το έχουν αντιληφθεί είτε όσοι ζουν εγκλωβισμένοι σε κάποιο τερπνό προάστειό της, είτε όσοι βρίσκονται εξόριστοι πέρα από τη θάλασσα, σε κάποιο ασφυκτικό αλλά ασφαλές καταφύγιο, σαν εμένα. Αυτό που έγινε σήμερα, η ανομολόγητα βάρβαρη αγυρτεία και νομικίστικα ανάλγητη επίδειξη μηδενικής ανοχής του λίγου και σε σύγχυση δημάρχου μας απέναντι στην περιλάλητη ανομία, δεν έβγαλε τους Αθηναίους στους δρόμους. και δεν τους έβγαλε στους δρόμους επειδή η ιδεολογία του νοικοκυραίου, η αντίχριστη (βρείτε το ευαγγέλιο της Κυριακής των Απόκρεω, δεν έχω χρόνο και διάθεση) απέχθεια στον άστεγο και στον πένητα του περήφανα ορθόδοξου λαού μας, έχει ήδη απολύτως απαξιώσει τον άστεγο, τον πλάνητα, τον ανήμπορο που δεν έχει γονείς να τον περιμαζέψουν ή απλώς δεν το ανέχεται.Το ξαναείδαμε και με την υπόθεση κατάληψη Νομικής / Υπατία. Αλλά εκεί ήταν κάτι ξένοι, τουλάχιστον.

Αισθάνομαι οδύνη. Κι αυτό δεν είναι ούτε ρητορικό σχήμα, ούτε μελό ένεση σε θέματα που πρέπει να αντιμετωπίζονται με χειρουργική ψυχραιμία και αδυσώπητα πολιτική οξύτητα λόγου και σκέψης. Είναι πόνος.

Ο μισός τίτλος κλεμμένος από τον Τάλω.

Χαίρε, ω Χαίρε, Ανδρέα Εμπειρίκο

Ήθελα εδώ και πολλές μέρες να ανεβάσω τρία ποιήματα του Εμπειρίκου από το πρώτο σιντί που τα διαβάζει ο ίδιος. Τελικά απόψε στρώθηκα και το έκανα.

Την ώρα που ανέβαιναν τα ποιήματα, είδα αυτό. Κοιτούσα τα πρόσωπα. Σκέφτηκα ότι ζω στον κόσμο μου, ξανακοίταξα αυτά τα πρόσωπα που έχουμε παραμερίσει από τις σκέψεις, τις εκτιμήσεις μας, τους σχεδιασμούς μας, ακόμα και από τα επαναστατικά μας όνειρα, στα οποία πρωταγωνιστούν εράσμια κορίτσια, παναγίτσες με κουκούλα, κάτι παλληκάρια με μπουφάν και φωνές βροντερές· σκέφτηκα ότι αυτός που μου έβρισε τον Εμπειρίκο ίσως είχε μια βάση: και ποιος τους γαμεί τους ποιητές, στο κάτω κάτω. Όταν υπάρχει αυτή η εικόνα από τη συνάντηση (καλώς ή κακώς) απελπισμένων αγροτών και απελπισμένων ανθρώπων χωρίς πτυχία κι εκλεπτυσμένα γούστα μουσικά.

Άκουσα λίγο από το φάρμακό μου. Άκουσα τον Σκάρο (που τον ξαναβρήκα στο γιουτιούμπ). Άκουσα τα τρία ποιήματα. Συνειδητοποίησα λοιπόν ότι τη δική μου γνώμη και τις δικές μου κουβέντες κανείς δεν τις γαμεί και ότι εν πάση περιπτώσει ο Εμπειρίκος τα λέει εκθετικώς καθαρότερα, λαμπρότερα, δυνατότερα.

Σιωπώ λοιπόν και σας δίνω τρία πολιτικά ποιήματά του:
Εις την οδόν των Φιλελλήνων
Αι λέξεις
Ο δρόμος

http://www.box.com/embed/ou4feedcgc0q9lf.swf
Και αυτό (από το άλλο σιντί, της Οκτάνας) για δωράκι.

Μουσικά διαλείμματα

Bosch6

Ένα
Τέσσερις Ιανουαρίου 2012. Είμαι σε ένα ταξί και πάω στον Κρητικό στο Χαλάνδρι. Ο ταξιτζής άκουγε Μπλάκμαν, το χαμήλωσε μόλις μπήκα. Ήταν ωραία μέρα, μέρα χαράς. Του είπα να το δυναμώσει. Ακούγαμε κλαρίνα. Μιλήσαμε για τον Μπλάκμαν, τα τσάμικα, τα νησιώτικα. Είπαμε για τα ποντιακά. Του είπα ότι με ζαλίζουν, μου είπε ότι του αρέσουν οι ποντιακοί χοροί. Μου είπε ότι, αν και Μωραΐτης, του αρέσουνε τα κρητικά. «Έχουν ωραίες κουβέντες», μου λέει. «Ακούς ωραίες κουβέντες». Ναι.

Δύο
Κάθομαι στον καναπέ. Έρχεται το θαύμα. Ακούω το Benedictus από τη Missa Solemnis. Τα μάτια μου πλημμυρίζουνε δάκρυα. Δεν είχα ξανακλάψει από χαρά, δεν έχω ξανακλάψει από χαρά.

Τρία
Κουβαλάω την παραγγελία με τα κινέζικα στο σπίτι. Οι μικροί θεοί, οι Λάρητες, του iPod ρίχνουνε το Paradise Circus. Κι ευθύς ακούω μέσα στο κεφάλι μου «το ‘ξερα! το ‘ξερα!». Γνώση, λοιπόν. Γλυκός καρπός. Με όποια έννοια κι αν τη δει κανείς.

Τέσσερα
Κάθομαι στην κουζίνα της Ζωοδόχου Πηγής. Ακούμε με την τότε κοπέλα του κολλητού μου τη Ρωμαϊκή Αγορά. Φοιτητές ήμασταν, η δεκαετία του ’90 ήτανε, τι να ακούμε κι εμείς. Πέφτει αυτό. Το ακούμε. Ρωτάω «γιατί τον πάνε τόσοι; δεν έχω καταλάβει» (πάντα χαζούλης, πάντα μέσα στον συνειρμό και χαμένος στα όνειρά μου — και στους εφιάλτες μου). «Μα γιατί είναι πεθαμένος«, απαντάει η Σ. «Το φέρετρό του το πάνε έξι.» Παθαίνω. Έκτοτε τα δαιμονικά βιολιά του τραγουδιού επανέρχονται με πειθαρχημένη περιοδικότητα.

Πέντε
Αίγινα, οδός Λέκκα, Friedrichstrasse, σε μπαρ στα Εξάρχεια, στο iPod ενώ σκέφτομαι ό,τι σκέφτομαι — κι αλλού, κι αλλού: Getting away with it (all messed up). Αυτό το κλείσιμο ματιού, αυτός ο ύμνος όσων τρώνε την τούμπα, σηκώνονται, ξεσκονίζονται, κοιτάνε τον γδαρμένο αγκώνα, το λεκιασμένο παντελόνι, νιώθουν τον καρπό που έκοψε την πτώση να πονάει και λένε «εντάξει». Και τελικά, εντάξει.

Έξι
Καμμιά φορά η ψυχική υγεία σου εξαρτάται από μια ενορχηστρωτική επιλογή κάποιου ποπ παραγωγού, όπως σε αυτήν την περίπτωση. Άλλοτε κάτι σαν παιδικό τραγουδάκι, επαναληπτικό και κομματάκι σπαστικό, σε γεμίζει Χαμόγελο όπου και να το ακούσεις, σου υπενθυμίζει ότι η απελπισία είναι αμαρτία (για τους Καθολικούς, αλλά τέλος πάντων) κι ότι δε χρειάζεται άγχος: το κλειδί θα γυρίσει στη μαγκωμένη κλειδαριά μόλις χαλαρώσει ο καρπός σου και δώσει τον γύρο. Και όχι, εδώ δεν υπάρχει σεξουαλικό υπονοούμενο.

Εφτά
Δύο χιτάκια έχει βγάλει ο Black. Έγραψε τον δίσκο μετά από ανείπωτες δυστυχίες: σκοτώθηκε η γυναίκα του, χρεοκόπησε κτλ. Το ένα λέγεται Wonderful Life και δε μου αρέσει, το άλλο λέγεται Everything is coming up roses, και μου αρέσει πολύ.

Οχτώ
Δύο τραγούδια με έκαναν να ανακράξω «τι είναι αυτό, ρε παιδιά;» και να κοκκαλώσω κοιτώντας σα χαζός. Το πρώτο είναι αυτό. 1997. Μπαίνω στο HMV στην Oxford Street, το κοντινότερό μου, να ψάξω καμμιά προσφορά, αυτές του πεντόλιρου. Ακούω να παίζει ένα πράμα σα μοιρολόι, σαν να τραγουδάει αγγλικά ο Λουδοβίκος των Ανωγείων. Στέκομαι και ακούω. Ακούω κάτι σαν «rain down from a great height». Τι να είναι αυτό; Στέκομαι ακίνητος. Μετά πέφτουν κάτι κιθαριές. «Μα τι είναι αυτό;» Σαν Radiohead ακούγεται (τους οποίους, ναι, είχα ανακαλύψει ήδη από την εποχή του Pablo Honey, αλλά τι σημασία έχει πια: την εποχή του ίντερνετ η ανακάλυψη ενός συγκροτήματος είναι ευτελής). Ήταν Radiohead. Με ό,τι λεφτά είχα στην τσέπη αγόρασα το σιντί. Το μελετούσα. Παραλίγο να πάει η διπλωματική για βρούβες. Το άλλο τραγούδι άρχιζε με κάτι πιάνα, ωραία, μέχρι που μπαίνει μια φωνή ανήκουστη, σαν Έλλα με LBD και τσαντάκι μικρό με αλυσίδα και γεμάτο φιξάκια. Και τον στίχο «he kept his cock wet». Και τη φωνή, τι φωνή! Α ρε κορίτσι μου, έπρεπε να κάνεις λίγο κράτει. Λίγο. Λίγο μόνο.

Εννιά
Στο Ντελφτ μέναμε σε κάτι δωμάτια πάνω από ένα καπνοπωλείο. Τα ενοικιαζόμενα μύριζαν καπνό πίπας: κεράσι, βανίλια, σοκολάτα. Τις ώρες χτυπούσε το καμπαναριό της εκκλησίας απέναντι. Είτε Oude Kerk είτε Neue Kerk θα την έλεγαν: δεν έχουν άλλα ονόματα οι εκκλησίες στην Ολλανδία. Τις ώρες τις χτυπούσε το καριγιόν του καμπαναριού, έπαιζε για κάθε ώρα ένα διαφορετικό παιδικό τραγούδι.

Δέκα
Το δεύτερο του Ραχμάνινοφ προσφέρεται για λυρικούς συναισθηματισμούς. Πρωτοεμφανίστηκε σε μια αμερικάνικη ταινία από αυτές που δείχνει το TCM, μετά επανέρχεται σε εκείνη την ταινία που η Καρέζη (η απόλυτη ελληνίδα, το έχουμε ξεκαθαρίσει αυτό, έτσι;) παίζει μια πιανίστρια και τη δίδυμη αδερφή της. Τελευταία φορά που το άκουσα ζωντανό (και πρώτη) ήτανε στο Παλλάς, με τη συμφωνική της Όσακα. Κρατούσα το χέρι της κοπέλας μου κατά τη διάρκεια ολόκληρης της συναυλίας. Ήμουν ευτυχισμένος, αναρωτιόμουν γιατί να είμαστε εκεί κι όχι κάπου μόνοι. Άκουγα για πρώτη φορά το πιάνο να κάνει τα δικά του — άτιμο πράμα η ηχογραφημένη μουσική: σου κρύβει τα ουσιώδη καμμιά φορά.

Έντεκα
Όταν πρωτοάκουσα τον Σκάρο με τον Πετρολούκα Χαλκιά το 2001 έπαθα ζημιά. Άκουγα το κομμάτι συνέχεια για βδομάδες. Το έλιωσα το σιντί. Η δεξιοτεχνία μού ήταν αδιανόητη. Έπαθα κόμπλεξ με τους μουσικούς, με το πώς πέφτουν ηρωικά καθώς αναμετριούνται με το τέρας που λέγεται μουσική.

Δώδεκα
Ωραία ήτανε τότε που προσφέραμε κασέτες. Έχω εκμαυλίσει με κασέτες. Έχω αποπλανηθεί με υποσχέσεις κασετών. Τώρα απλώς λινκάρουμε τραγουδάκια στο youtube. Η μουσική της σαγήνης παραμένει λόου-φάι.

Δεκατρία
Αχ, η πρώτη μου συναυλία.

Δεκατέσσερα
Χωνόμαστε μέσα από τα συρματοπλέγματα. Θέατρο Λυκαβηττού, από πάνω, ψηλά, από τη μεριά του τζάμπα. Η Ε., αναρχική σωστή και συνειδητοποιημένη, μιλάει στους σεκιουριτάδες με επιχειρήματα, οι υπόλοιποι χωνόμαστε και τρυπώνουμε. Μέσα από το κοτετσόσυρμα. Εγώ δε χωράω καλά, κάνω και λίγο έρπιν. Καθόμαστε. Από κάτω όλο το θέατρο, φίσκα, και η σκηνή. Σε λίγο αρχίζει ο Νάιμαν, που τότε ήταν υπερήρωας της μουσικής υπόκρουσης και των αισθαντικών σάουντρακ λόγω του The Piano. Τα φώτα σβήνουν.

Δεκαπέντε
Ψάχνω την Ε. Μαζί πήγαμε στο Γκάζι. Ψάχνω τον κολλητό. Γίνεται χαμός. 1997. Κάτι ανάρχες διοργανώνουνε μια συναυλία κατά του Μάαστριχτ (θυμάμαι εγώ) υπέρ των μεταναστών (θυμάται η Ζ.). Είμαι χαμένος στο διάστημα. Μετά χάνομαι και στο πλήθος. Γαμώτο. Ανεβαίνω σε ένα πεζούλι. Βλέπω να με κοιτούν κάτι χαμογελαστά μάτια μέσα στο πλήθος. Όλη μου τη ζωή χαμογελαστά μάτια αγάπησα. Μετά θα παίξουν τα Υπόγεια Ρεύματα, αν κι εγώ ήθελα τον Παυλίδη.

Δεκάξι
Αστείο πράγμα η νεότητα. Σε κάνει άπειρο. Άκουσα Duran Duran πριν ακούσω Rolling Stones. Ανακάλυψα τους Beatles στο Λύκειο, όπως και τον Σαββόπουλο, μετά τη Μαντόνα. Άκουσα τον Μέντελσον μετά τον Μιχαλάκη τον Τζάκσον. Και, βεβαίως, άκουσα στην Αγγλία για πρώτη φορά αυτό, προτού ανακαλύψω ότι είχα (σε κασέτα) την αυθεντική εκτέλεση…

Δεκαεφτά
Μα δεν το αγαπάτε αυτό; Αυτό και το «σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία»;

Πριν τον Χρήστο Βακαλόπουλο

Τους Πτυχιούχους του Χρήστου Βακαλόπουλου, το βιβλίο που με πολλούς τρόπους με καθόρισε, τους διάβασα φοιτητής, στην μορφή τσέπης που το είχανε βγάλει οι εκδόσεις Ερατώ (με ένα κάπως χαζούλι εξώφυλλο). Έπιασα στα χέρια μου το αντίτυπο και το ξεφύλλιζα μέσα στις γιορτές. Σκέφτηκα ότι η διαπαιδαγώγησή μου βρέθηκε σε καλά χέρια, τότε που τους Πτυχιούχους διάβαζα και τους ξαναδιάβαζα και τους υπογράμμιζα αχνά, με συστολή και με μολύβι: είναι μοναδικό και παραγνωρισμένο μυθιστόρημα. Οι περισσότεροι εκστασιάζονται με το μεσημβρινό τύφλωμα, το μαύρο στα μάτια που φέρνει το πολύ φως, με τη μεγάλη ενοποίηση, ή μάλλον τη μεγάλη συμφιλίωση, που πραγματεύεται η Γραμμή του Ορίζοντος. Εμένα πάλι μου έκαναν, και μου κάνουν, οι ταπεινοί Πτυχιούχοι.

Πριν τους Πτυχιούχους θυμάμαι ότι ήμουνα μαθητής. Το βιβλίο που είχα λιώσει στο διάβασμα τότε ήτανε τα Τοπία της Φιλομήλας, του Φαίδωνα Ταμβακάκη. Δεν γκουγκλάρω τίποτε αυτή τη στιγμή, απλώς θα γράψω ό,τι θυμάμαι.

Η Φιλομήλα είναι μια αλλόκοτη ερωτική ιστορία. Από τις ιστορίες που τις αρπάζει σκηνοθέτης του ΝΕΚ και τις κάνει ταινία όλο μουγκαμάρες βαρειές και με νόημα, κάκιστη ηχοληψία, ξεπλυμέ φωτογραφία, ερμηνείες παλουκωμένες ή κατατονικές. Ευτυχώς δε συνέβη κάτι τέτοιο. Το βιβλίο το διάβασα καμμιά δεκαριά φορές, την τελευταία πριν φύγω για την Αγγλία. Από αυτό θυμάμαι πια μια ερωτική σκηνή με έναν θερμαστή (μπορεί να ήτανε και δύο) και την άλαλη Φιλομήλα στο μηχανοστάσιο ενός πλοίου (recency effect λέγεται αυτό), θυμάμαι ότι στην Αλεξάνδρεια τον θυρωρό τον έλεγαν «μπουάπη», θυμάμαι μια σπαραξικάρδια ανατροπή στο τέλος, θυμάμαι έναν γουάου και καταπληκτικό αντίζηλο του αφηγητή, εφηβικά πράγματα, σαν να λέμε. Ψήγματα πλοκής και εικόνων από ένα βιβλίο που έχει να ανοιχτεί 16 χρόνια. Πιο πολύ όμως θυμάμαι την αίσθηση, πώς λένε ότι σε τραβάει μέσα του ένα βιβλίο, έτσι. Νομίζω πως ήτανε το πρώτο μυθιστόρημα που με έκανε να κολλήσω έτσι (ίσως και η Πείνα του Χαμσούν και σίγουρα το Έγκλημα και Τιμωρία), το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα τέλος πάντων. Θυμάμαι να έχω αγγελοκρουστεί από τα Τοπία της Φιλομήλας. Με λίγα βιβλία το έχω πάθει αυτό, να περπατάω και να τα γυρίζω συνέχεια στο μυαλό μου. Όσο και να είναι η ζωή μου ανάμεσα στα βιβλία, δεν τους την κάνω συνήθως αυτή τη χάρη.

Σαν μαθητής δεν είχα λεφτά για λογοτεχνικά περιοδικά ή έστω για εφημερίδα, αγόραζα ευλαβικά τα 01 του Τσαγκαρουσιάνου σαν να ήταν εγκυκλοπαίδεια σε συνέχειες (και κανα Κλικ πότε πότε, να μαθαίνουμε πώς ζει ο κόσμος). Έτσι, τη Φιλομήλα την αγόρασα ρωτώντας και σχεδόν στα τυφλά. Πριν την αγοράσω, μού είχανε πει ότι έπρεπε να διαβάσω ή ένα του Τατσόπουλου (με κάτι απαγωγείς, δε θυμάμαι πώς το λένε, δε θα το γκουγκλάρω, το διάβασα μετά, στο τρίτο έτος και το ξέχασα) ή «Το σοφό παιδί». Το δεύτερο το διάβασα κι αυτό προς το τέλος των σπουδών μου και προτιμώ να μη γράψω τη γνώμη μου, δεδομένων και πρόσφατων εξελίξεων και των πανανθρώπινων εθών για την προσβολή οιονεί και πραγματικών νεκρών (εδώ μέχρι ο Κεφαλογιάννης δεδικαίωται).

Αγόρασα και διάβασα τη Φιλομήλα λοιπόν. Με τη Φιλομήλα στο μυαλό πρωτοερωτεύτηκα και για λίγο καιρό όλα τα έβλεπα δοσμένα μέσα από τη φωνή του αφηγητή — κι ας μη θυμάμαι τίποτε πια από τα καθέκαστα της πλοκής ή τους χαρακτήρες, εκτός από την αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο.

Τραγουδάς και πλέχεις

στη μνημη της Λ.Ρ., που δε φοβόταν να μιλήσει.

Σημείωση: Η παρακάτω ανάρτηση μιλάει για τον Μεγάλο Ανατολικό, το μυθιστόρημα του Εμπειρίκου. Όσοι είστε κάτω των 18, προσβάλλεστε από τη συζήτηση ή περιγραφή ερωτοπραξιών ή τη χρήση λεξιλογίου ταμπού, διαβάστε κάποια άλλη από τις πολλές και υπέροχες αναρτήσεις μου. Όσοι νιώσατε έκπληξη από αυτή την προειδοποίηση, θα δείτε παρακάτω ότι έχει και μια δεύτερη ερμηνεία, προφανή μάλλον.

Γιατί ο Μέγας Ανατολικός
Το κλισέ ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλο είναι ευτελώς αληθές.Ένα μόλις πιο ενδιαφέρον κλισέ, επίσης αληθές, θα ήταν ότι δεν κρίνεις ένα βιβλίο από λίγα σκόρπια αποσπάσματα. Ιδίως αν πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ποταμό, το μακροσκελέστερο της ελληνικής λογοτεχνίας.

Ήμουν φοιτητής όταν ο Μέγας Ανατολικός άρχισε να βγαίνει, τόμο τόμο. Προσφιλής ενασχόλησή μας ήταν να πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο, να ανοίγουμε κάποιον τόμο του Μεγάλου Ανατολικού και να διαβάζουμε ό,τι έπεφτε μεταξύ τυπογραφικών (οι σελίδες ήταν άκοπες). Μισοκαυλώναμε, όσο μάς άφηνε ο δημόσιος χώρος του βιβλιοπωλείου, το σκάνδαλο της έκδοσης του βιβλίου και τα δημοτικιστικά μας ταμπού που μπλοκάρανε μέρος της διέγερσης λόγω της καθαρευούσης. Δυστυχώς τότε δεν είχαμε δώσει ακόμα τη δέουσα προσοχή στους στίχους του Άσιμου:

Θες ν’ αγγίξεις την αλήθεια
για βγες απ’ έξω απ’ τη συνήθεια
σύρε κι έλα να με λούσεις
κι ας είμαι της καθαρευούσης

Τέλος πάντων, χαχανίζαμε με τα «ααααχ… ωωωω… αααααχ» που συνυπήρχαν με τα «καυλοπυρέσσων» και «μουνέττο» και «περισκελίς» και «νύμφαι» (όπως θα ήταν λ.χ ο ιδανικός Παπαδιαμάντης από άποψη περιεχομένου δηλαδή), αφήναμε πίσω στο ράφι τους τόμους και φεύγαμε. Υπενθυμίζω ότι μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του 1990, προ ίντερνετ και εύκολου και διακριτικά διαθέσιμου πορνό για όλο τον λαό, όταν ήμασταν στο έλεος ενός σκιώδους καναλιού που είχε ο ψησταριάς Λεωνίδας, του ΙΤΑ8, του οποίου η καριέρα τερματίστηκε άδοξα όταν ξεπέρασε τα εσκαμμένα και πρόβαλε τσόντα με τραβεστί. Ενεργητικό. Τέλος: η κυβέρνηση Μητσοτάκη δε σήκωνε αστεία.

Τον Εμπειρίκο τον αγάπησα μετά το πανεπιστήμιο, χρόνια μετά. Στην Αγγλία, μετά από συζητήσεις με τη Ζ και αφού διάβασα τα «Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία» και την Ενδοχώρα. Τον αγαπώ ακόμα. Είναι μεγάλος και σοφός ποιητής, μάστορας της ομορφιάς, σουρεαλιστής α λα Πρεβέρ (αλλά πολύ καλύτερος), με εικονογραφία Ντε Κίρικο κι όχι μπαχαλάκιας όπως ο Μπρετόν. Προτείνω να κάτσει κανείς και να τα διαβάσει όλα του ― δεν έγραψε και πολλά. Πάντοτε μού έκανε εντύπωση πόσο καλά το έργο του (εκτός του Μεγάλου Ανατολικού) έκρυβε την ιδιότητά του ως ψυχαναλυτή.

Όσον αφορά το μυθιστόρημά του, σε μια εποχή που ο Οδυσσέας του Τζόυς θεωρούνταν άσεμνο πορνογράφημα και λίγο πριν το έργο του Ντ.Χ. Λώρενς δικαστεί ως άσεμνο (με τα σάρκινα βλαστάρια του, τα υπόλοιπα ευφημιστικούλια του και την ακατανόητη διάλεκτο του Mellors), ο Εμπειρίκος κάθησε κι έγραψε ένα μυθιστόρημα όπου μια πλειάδα χαρακτήρων γαμιέται και διαβάζει για γαμήσια πάνω σε ένα πλοίο, τον Μεγάλο Ανατολικό, που πάει από Λίβερπουλ για Νέα Υόρκη. Πριν προχωρήσω: ακολουθώ εδώ την παραίνεση μιας περσόνας του συγγραφέα (κι ενός σχολίου στα ημερολόγιά του) να χρησιμοποιούμε λεξιλόγιο όπως ‘γαμώ’, ‘μουνάκι’ κτλ. για καθαρά απελευθερωτικούς λόγους. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι οι ορθόδοξοι αριστεροί και οι αριστεροί ορθόδοξοι συνοφρυώνονται, και ενδεχομένως έχουνε και καλό λόγο. Αλλά δε βαριέσαι, ας ακούσουμε τον Εμπειρίκο μια φορά: peccemus fortiter ρε αδερφέ.

Τι είναι ο Μέγας Ανατολικός;
Έχοντας επιτέλους διαβάσει το ένα τρίτο του Μεγάλου Ανατολικού στην ανθολογημένη μορφή που μας παρουσίασε πρόσφατα ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης: είναι πρωτίστως μυθιστόρημα. Βεβαίως δεν έχω ακόμα διαβάσει τα υπόλοιπα δύο τρίτα αλλά ο Γιατρομανωλάκης μάς καθησυχάζει ότι δεν υπάρχουν ανατροπές. Είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο τελικά αποτελεί μια συμφωνικά ανεπτυγμένη μορφή του ποιήματος Στροφές Στροφάλων (εδώ σε λενοπλατωνίζουσα, με την καλή έννοια, μελοποίηση του kukuzelis).

Σε ένα πλοίο, σύμβολο του σεξ (χωρίς πλάκα) και ταυτόχρονα μικρόκοσμο ελευθεριότητας παρακολουθούμε τους πολλούς ήρωες (ανάμεσά τους ο Ιούλιος Βερν) στις ερωτοπραξίες τους, στα (συνήθως λαγνικά) διαβάσματά τους, να κοιτάζουν τα αστέρια με αγάπη λέγοντάς τα με τα ονόματά τους, να φιλοσοφούν για τον έρωτα και τη ζωή, να οραματίζονται μια ελευθέρια νέα τάξη πραγμάτων. Μα, θα μου πείτε, αυτό σαν τσόντα της δεκαετίας του 70 ακούγεται: μια υποτυπώδης πλοκή σε έναν περίκλειστο χώρο όπου βασιλεύει το σεξ όλων με όλους και με όλα κι όπου κάθε τόσο πέφτει και καμμιά αμπελοφιλοσοφική συζήτηση για ξεκάρφωμα.

Αυτή ήτανε κι η εικόνα μου για το βιβλίο προτού ξεκινήσω να το διαβάζω. Ωστόσο, μερικά κεφάλαια μετά, τέσσερα τουλάχιστον πράγματα γίνονται ξεκάθαρα:
Πρώτον, οι περιγραφές των γαμησιών είναι — φυσικά — εξαίσια δοσμένες, όμορφες, συναρπαστικές εξίσου με καυλωτικές (αν δεν έχετε καθαρευουσιάνικα ταμπού): μιλάμε για σοβαρή ερωτογραφία με χαρακτήρα, όχι για ερότικα της πλάκας ή για ιστοριούλες σεξ. Όπως θα περίμενε κανείς από έναν πολύ μεγάλο ποιητή.
Δεύτερον, ο τόνος του βιβλίου είναι έντονα κι απροκάλυπτα διδακτικός: ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος πασχίζει να διδάξει τους αναγνώστες του (και δια της επαναλήψεως) ότι ο έρωτας είναι θείο αγαθό, ότι η ερωτική ελευθεριότητα σώζει και διασώζει, ότι οι ηδονές είναι ό,τι ομορφότερο υπάρχει ανάμεσα στις ομορφιές, ότι ο έρωτας των σωμάτων είναι ο πορθητής των ταξικών και άλλων περιχαρακώσεων.
Τρίτον, ο συμβολισμός, η αλληγορία, και ένα όραμα ερωτοαπελευθερωτικό συνυπάρχουνε παντού και απροκάλυπτα με την αγάπη των βιβλίων και της ελευθερίας, και την αποδοχή σχεδόν όλων των ερωτικών προσανατολισμών, προτιμήσεων και συμπεριφορών. Λέω «σχεδόν» γιατί ο Εμπειρίκος αντιπαθεί την πορνεία (τη θεωρεί σύμπτωμα της σεξουαλικής καταπίεσης) και γιατί μέχρι στιγμής δεν έχω δει αντρική ομοφυλοφιλία (κι αν τελικά απουσιάζει εντελώς, ο Εμπειρίκος μπορεί να γίνει γι’ αυτό αντικείμενο μομφής τόσο όσο ο Παπαϊωάννου που δεν έχει γυναίκες στο Δύο ή ο Μπαχ που παραγνωρίζει τις αρετές του Ισλάμ).
Τέταρτον, ο Μέγας Ανατολικός απολαμβάνεται σαν κείμενο όσο απολαμβάνεται και σαν αφήγημα (υποθέτοντας ότι ο αναγνώστης αρέσκεται να διαβάζει για λαγνουργίες).

Ο διδακτικός χαρακτήρας του Μεγάλου Ανατολικού είναι τόσο αναπεπταμένος, για να το πούμε εμπειρικικά, που πολλοί χαρακτήρες απλώς υμνούν τα κάλλη του έρωτα των άκρως αισθητών, επιβραδύνοντας την πλοκή. Το ίδιο το πλοίο είναι μια μεγάλη ερωτική ουτοπία (όπως την περιγράφει ο Γιατρομανωλάκης), μια προεικόνιση ενός ερωτικού επί γης παραδείσου. Όχι ότι ο Μέγας Ανατολικός είναι όλο πόθους και καύλα: ίσα ίσα είναι απολαυστικά αριστοτεχνικός και βαθιά ανθρώπινος ο τρόπος που διαγράφονται ολοκληρωμένοι χαρακτήρες με νοσταλγίες, σαράκια και τραύματα κρυμμένα, ευαισθησίες κ.ο.κ. Όπως και στους έρωτες εκτός χαρτιού.

Μετά τον Μεγάλο Ανατολικό
Ο διδακτισμός και ερωτικός ουτοπισμός, το ερωτικοαπελευθερωτικό πρόγραμμα αυτού του μεγάλου συμφωνικού έργου είναι τελικά και η αδυναμία του: καύλα και γαμήσι άνευ όρίων και άνευ όρων δεν μπορεί να υπάρξει και η καθολικώς απελευθερωτική λειτουργία του δεν είναι καθόλου δεδομένη. Το έργο, γραμμένο από το 1945 μέχρι το 1970, προοιμιάζει τα σίξτιζ, τα ξεπερνάει κατά πολύ και μας αφήνει αμήχανους.

Ωστόσο, ερωτογραφικά ο Μέγας Ανατολικός είναι απλώς αριστούργημα. Η ερωτογραφία είναι ντιπ για ντιπ χαντακωμένο είδος στα ελληνικά (με εξαίρεση την εξόχως λόγια κι αυστηρώς ομοερωτική ερωτογραφική υπερπαραγωγή αυτού του καλού μου φίλου, αν και προς το παρόν περιορισμένη στο διαδίκτυο). Δεν μπορώ να σκεφτώ έναν ερωτογράφο στα ελληνικά που να γράφει όχι τόσο εράσμια και ζουμερά όσο ο Εμπειρίκος αλλά που να ερωτογραφεί απλώς ρε αδερφέ. Από τον καιρό του ίντερνετ κυκλοφόρησαν διάφορα ψιλά αλλά α) είναι συνήθως άτεχνα β) είναι σεμνότυφα και πολύ της χρηστομάθειας (στο πνεύμα του «τι γύρευα εγώ ο λαρισαίος στην Ύδρα κτλ.») γ) είναι λιγουλάκι γκρανγκινιόλ. Οι δε ερωτικές σκηνές ελληνικών μυθιστορημάτων, ε, τι να λέμε… μία θυμάμαι μόνο.

Μια πολύτιμη υποθήκη του Μεγάλου Ανατολικού είναι να μην πάψουμε να μιλάμε για τον έρωτα με τους όρους του, τους όρους που ξέρουμε από έφηβοι και μας μιλάνε, κι όχι τα μπεμπεκίστικα του Κοσμοπόλιταν και τους γυναικολογίστικους τεχνικούς όρους. Να επαναοικειοποιηθούμε την ορολογία που έχει αφεθεί να τη διαφεντεύει η πορνογραφία και το μπουρδέλο. Να ξαναμιλήσουμε για αυτό που έχουμε (σχεδόν) συνέχεια στον νου μας. Και στη λογοτεχνία και στη ζωή, μεταξύ μας σα ζευγάρια και σαν ενήλικες πολίτες και πνευματικά όντα.

Μια δεύτερη υποθήκη: καλή και άγια η ερωτογραφία του Εμπειρίκου αλλά αρσενική, πολύ αρσενική. Και ως οπτική γωνία και ως εστίαση — αν και οι γυναίκες του Μεγάλου Ανατολικού είναι βγαλμένες από τη ζωή, απλώς στην εποχή μας, της ερωτικής αλαλίας, είναι συνήθως μουγκαμένες. Καιρός λοιπόν είναι επιτέλους να δούμε και γυναικεία ερωτογραφία στη γλώσσα μας.

Μια τρίτη υποθήκη: δεν υπάρχουνε πράγματα που δεν μπορούμε να συζητήσουμε. Όπως συζητάμε, ποιος ξέρει για πόσο ακόμα, εργασιακές συνθήκες και εργασιακά δικαιώματα όχι γιατί ζηλεύουμε τον αφέντη αλλά γιατί αυτό είναι πολιτική, έτσι πρέπει να συζητάμε τα κορμιά μας και τα λάγνα έργα τους όχι γιατί μας έχει κόψει η καύλα τα γόνατα και γιατί είμαστε λιγούρια και μπακούρια και αγάμητες, παρά γιατί πρέπει να συζητιούνται και αυτά στη δημόσια σφαίρα. Ιδανικά, χωρίς να προηγούνται ντισκλέιμερ σαν αυτό που προλογίζει αυτη την ανάρτηση, να πω κι εγώ, για λίγο αφημένος στη δική μου ουτοπία.

Το γαμώτο και το σούσι

Πολλοί περίμεναν πολλά από την κρίση. Το πνεύμα του «ε ρε Κατοχή / Χούντα που μας χρειάζεται» (του μόνου οράματος, μεσσιανικού ή άλλου, που είχε να μας πουλήσει ποτέ η Δεξιά στην Ελλάδα) ξαναζούσε. Περίμεναν ευκαιρίες, τυφλωμένοι από το μίζερο φως μιας ψευδοκαλβινιστικής επιφάνειας πίστευαν ότι θα φτωχύνουμε κι έτσι θα αλλάξουμε. Για να πω την αλήθεια, μέχρι κι εγώ ήθελα να φτωχύνουν όσοι πλούτισαν παράνομα, μέσω του καθεστωτικού συνδικαλισμού των λίγων και από τη διαφθορά. Φυσικά αυτοί είναι οι μόνοι που, προς το παρόν, δεν έχουν πάθει τίποτα, ίσα ίσα βρίσκουν ευκολότερα να κάνουν κράτηση στα αγαπημένα τους μαγαζιά στου Ψυρρή κι αλλού.

Μετά ξέσπασε ο χαμός: ήδη από τη συνοπτική (παράτυπη δηλαδή) έγκριση του πρώτου Μνημονίου είδαμε ότι η δημοκρατία και οι θεσμοί περισσεύουν και περιττεύουν. Όταν άρχισαν τα εισπρακτικά μέτρα εις βάρος όσων δεν έχουν (με την επακόλουθη άλωση του μικροεμπορίου, την ανεργία, τη φτώχεια, τη νομιμοποίηση της εργοδοτικής ασυδοσίας) είδαμε ότι η ανάπτυξη ήτανε πρόσχημα, πρόσχημα τόσο ασθενές όσο να λες λ.χ. το ότι προσπαθείς να το σιχαθείς το ρημάδι και γι’ αυτό κατεβάζεις δυόμισυ μπουκάλια τζώνυ-που-πορπατάει στην καθησιά σου. Με την εξεγερτική ή αγανακτισμένη (ή και τα δύο) φόρα του 2011, ιδίως μετά την απίστευτης βαρβαρότητας κατασταλτική μανία της 29ης Ιουνίου, διαφάνηκε ότι το πολιτικό οικοδόμημα αποσυντίθεται: οι άνθρωποι, οι μουτσούνες, οι μανιέρες, οι σχέσεις που μάθαμε να λέμε διαπλοκής, τα ίδια τα κόμματα σούπερ-μάρκετ που εναλλάσσονται στην εξουσία. Δε μιλάμε για κατάρρευση, θεαματικές πτώσεις μπάζων, μιλάμε για σταδιακό ροκάνισμα και ξεχαρβάλωμα. Το έβλεπες στα μούτρα των ανθρώπων του συστήματος όλο το καλοκαίρι. Φάνηκε στην οπερέτα επαφών που οδήγησε στην κυβέρνηση Τραπεζίτη.

Ένας μικρός πόλεμος: πόσους αυτόχειρες μετράμε σήμερα; πόσοι θα αρρωστήσουν και θα πεθάνουν από τον συνδυασμό κρύου, ελλιπούς θέρμανσης και ενός συστήματος υγείας όπως είναι; Αλλά και μια ελπίδα: θα ξεπουληθεί ο τόπος, θα πεινάσει κόσμος αλλά θα πάνε κι αυτοί που μας έφεραν ως εδώ στα σπίτια τους (κατά προτίμηση σε αυτά που διατηρούν εις Παρισίους ή αλλαχού). Κι όμως τι βλέπουμε; Βλέπουμε ότι δεν εγκαταλείπουν εύκολα τη μάχη οι πολιτικοί μας. Βλέπουμε, ακόμα χειρότερα, ότι το σύστημα αναδιπλώθηκε και τώρα ανασυντάσσεται, σαν ιός που μεταλλάσσεται, σαν το Μποργκ στα σταρτρέκια που αφομοιώνει ό,τι βρει και συνεχίζει παμφάγο. Ετοιμάζονται για μετά τις εκλογές, για το πώς θα διατηρηθεί το status quo. Για το πώς θα βρεθούν στη συμπολίτευση. Για το πώς θα ελαχιστοποιηθούν οι ζημιές. Οι κομματικοί μηχανισμοί, αυτονομημένα κλειστά συστήματα, ανασυντάσσονται. Τα ΜΜΕ σπεύδουν αρωγοί, παραδίδοντας μαθήματα συμμόρφωσης και υποτέλειας σε συνέχειες. Κι αυτό είναι το γαμώτο. Χανόμαστε (κάποιοι από εμάς κανονικά, μακαρία η οδός εν η πορεύη σήμερον) αλλά θα έλιωνε αυτό το σάπιο πράμα που ζητούσε την ψήφο μας κάθε τέσσερα, τριάμισυ, χρόνια. Κι όμως, ούτε αυτό: όλα θα γίνουν οπως πριν, πολιτικώς μιλώντας. Εμείς απλώς θα εξαθλιωθούμε. Αλλά εντάξει: και έτσι θα λειτουργήσουνε τα κόμματα, για τη δημοκρατία, ποιος ξέρει τώρα, ρε αδερφέ…

Στο μεταξύ πολλοί από εμάς περπατάμε στους δρόμους, της Αθήνας και της Σαλονίκης κυρίως, και προσπαθούμε να διαγνώσουμε τη διάθεση του κόσμου, το αίσθημα. Λέμε ότι ο κόσμος κουράστηκε να τρώει ξύλο τζάμπα. Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει εδώ. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε παράδοση αποδοκιμασίας του αρχηγού του κράτους, ούτε καν των μισητότερων εκπροσώπων της Δυναστείας (και δεν ήτανε μόνον ο φόβος του τσουβαλιάσματος στην Ασφάλεια). Δείτε τι έγινε την 28η Οκτωβρίου και τα Φώτα. Τι έχει αλλάξει; Για πρώτη φορά από ιδρύσεώς του, το ελληνικό κράτος δεν επιτίθεται εναντίον των μισών ή του ενός τρίτου των πολιτών του. Για πρώτη φορά ορμάει να αφανίσει το φαντασιακό ή πραγματικό 90% των μικροαστών-μικρομεσαίων-αγροτών. Για πρώτη φορά όλοι οι συνταξιούχοι (σε μια χώρα γερόντων και σε μια χώρα, που όπως είχε πει κι ο Ξυδάκης, η αγορά κινείται από τον παππού και τη γιαγιά) χάνουν ικανό κλάσμα του εισοδήματός τους. Για πρώτη φορά (μετά το 1941-44) ο λεγόμενος μέσος Έλληνας ανησυχεί πραγματικά για την επιβίωσή του κ.ο.κ.

Έτσι, νομίζω ότι τελικά η ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος θα στραφεί εναντίον του γιατί ο κόσμος (δείτε, δε λέω «ο λαός») θα μπορεί ξεκάθαρα να ταυτίσει τον εχθρό με αυτό. Ένα σύστημα κλειστό, που δεν τον αντιπροσωπεύει ούτε καν συμβατικά (π.χ. με βουλή που προέκυψε πάλαι και υπό διαστημικά διαφορετικές συνθήκες), εύκολα γίνεται αντιληπτό ως η άρχουσα τάξη και μόνο.

Και σε συμβολικό ή άλλο επίπεδο, όταν τελειώσει το παντεσπάνι, ξέρετε πάνω σε τι δουλεύει ο μπαλτάς του σούσι.

Η φωτογραφία είναι του Thomas Hoepker.

Μετά τον συναισθηματισμό

Βγαίνοντας στον πεζόδρομο είδα τρεις πιτσιρικάδες γυρω στα δέκα να παίζουν έξω από μια ταβέρνα. Ο ένας παρίστανε τον ζητιάνο: είχε κατεβάσει την κουκούλα, καθόταν με τα πόδια μαζεμένα στο στήθος, λικνιζόταν ρυθμικά με τον τρόπο που η επαιτεία εξυπακούει την ψυχική νόσο και με φωνή κλαψερή επαναλάμβανε μηκυθμούς και τις γνωστές και αναμενόμενες ικεσίες. Αφού βεβαιώθηκα ότι παίζουν (μάλιστα ένας ενήλικος, γονιός ίσως, βγήκε από την ταβέρνα και έδωσε και ένα ευρώ στον μικρό χαμογελώντας) ένιωσα ζαλάδα. Να μια εικόνα του μέλλοντός μας, να μια χαρακτηριστική στιγμή της Ελλάδας της κρίσης, να κάτι για το οποίο πρέπει να γράψει κανείς.

Το σκέφτηκα κανα τέταρτο. Μετά συνειδητοποίησα πόσο χαζοβιόλικη είναι η αντίδρασή μου, πόσο πλανερή είναι η όλη συλλογιστική: τι δηλαδή κι αν κάποιο παιδί παίζει τον ζητιάνο; Αν έπαιζε τον Πλούταρχο θα μίλαγε κανείς για την κοινωνία του θεάματος. Αν έπαιζε πόλεμο για τον φιλειρηνισμό. Αν έπαιζε τον Ζαχαράτο ότι μάς έχουν κατακλύσει οι πούστηδες και η παρενδυσία. Και πάει λέγοντας. Ένα παιδί πρόσεξε κάτι και αποφάσισε να το αναπαραστήσει παίζοντας. Τα παιδιά δεν είναι επεισόδια στη ζωή του κάθε Γκαουτάμα της πλάκας, για να τα προσέξει ο  τρυφερός Ινδός πρίγκηψ και να μάθει για τον βίο και τον κόσμο. Τα παιδιά παίζουν με ό,τι βρίσκουν γύρω τους. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι παίζουν: κι εγώ μικρός έχτιζα μνημειώδεις κατασκευές με λέγκο (μέχρι που μου τέλειωναν τα λέγκο) όμως, αλί μου, δεν έγινα Babis Vovos, έγινα Ptoho Sraosha.

Πίσω από την αντίληψη πως ό,τι βλέπουμε γύρω μας είναι επεισόδια σκηνοθετημένα καρμικώς για να τα δούμε εμείς οι Γκαουτάμες και να πάρουμε έναυσμα να διαλογιστούμε, να διδάξουμε και να φωτισθούμε βρίσκεται η παιδική ασθένεια των μπλογκ, η γεροντική ασθένεια των χρονογραφημάτων, η μερική αναπηρία της ελληνικής ειδησεογραφίας και η συγγενής ανίατη (;) καρδιοπάθεια της ελληνικής πεζογραφίας: ο συναισθηματισμός.

Ο συναισθηματισμός, και μάλιστα ο ανεξέταστος περιπτωσιολογικός συναισθηματισμός, θολώνει την αντίληψη του κόσμου και της κοινωνίας, ιδίως όταν τον παντρεύουμε με κάποιο αξιολογικό συμπέρασμα. Επιστρέφω στο παράδειγμα με το παιδάκι που έπαιζε τον ζητιάνο. Τι θα έπρεπε να παίζει για να κάνουμε μια θετική αξιολόγηση; Ίσως τον ευσυνείδητο υπάλληλο. Ακόμα και αν δεν εξετάσουμε το γεγονός ότι, επαναλαμβάνω, το παιδί παίζει, ήδη θα έπρεπε να αισθανόμαστε πώς μ’ αυτά και μ’ αυτά βουλιάζουμε στη μελάσα ενός συναισθηματισμού συνθηματολογικού όσο και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Και για να εξηγηθώ: ότι η Σταδίου (η Σταδίου, όχι η είσοδος της εκκλησίας του Εσταυρωμένου το Ψυχοσάββατο) είναι γεμάτη ζητιάνους, κάποιοι από τους οποίους είναι ξεθαρρεμένοι επαγγελματίες και κάποιοι εξαθλιωμένοι πρώην εργαζόμενοι, είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Ότι μάθαμε φέτος (άλλες χρονιές δεν υπήρχαν; πολύ αμφιβάλλω) για παιδάκια που τους έκλεψαν τα λεφτά από τα κάλαντα είναι ζήτημα να προβληματιστεί κανείς. Αν ένας από τους συλληφθέντες καλαντοκλέφτες ήταν Έλληνας (άνεργος μνημονιόπληκτος), Πακιστανός (πεινασμένος λαθρομετανάστης) ή Αλβανός (συμμορίτης με καλάσνικοφ σε άδεια) δεν προσφέρεται για τίποτε άλλο παρά για περιπτωσιολογία και συναισθηματικό χρονογραφισμό.

Κι αυτά τα λέω γιατί το πού θα πάει η δράση μας και ο πολιτικός αγώνας μας να επιβιώσουμε διαμορφώνεται από το τι διαβάζουμε και το τι βλέπουμε, και μάλιστα σε μια χώρα όπου τα δελτία ειδήσεων είναι μαθήματα υποτέλειας σε συνέχειες, Λινγκουαφόν και έτσι. Και όσοι παραπονιόμαστε για την αφέλεια των πολιτικών αγώνων των πολλών (λ.χ. των Αγανακτισμένων της Πλατείας Συντάγματος) καλά θα είναι να σκεφτούμε τι διαβάζουν αυτοί οι άνθρωποι και — πριν από όλα — να σκεφτούμε τι γράφουμε. Κι εγώ μέσα.

Μιλώντας για αιτήματα, για πολιτική και για Αγανακτισμένους, κι έχοντας κατά νου (και τις δικές μου τότε) αντιρρήσεις για τον Δεκέμβρη του 2008, παραπέμπω σε αυτό και αντιγράφω ένα σχόλιο της Μ. Φώτου από το φέισμπουκ σχετικά με αυτό, γιατί είναι κρίμα να μείνει εκεί:

τσάρλαταν, ξετσάρλαταν ο ζίζεκ, αυτό το κομμάτι που επαναλαμβάνει συνεχώς τους τελευταίους μήνες είναι εξαιρετικά εύστοχο, όχι μόνο για τα κινήματα διαμαρτυρίας: «Μα τι θέλετε;» τους ρωτάµε. «Ποια είναι τα συγκεκριµένα αιτήµατά σας;». Αυτό είναι το αρχέτυπο ερώτηµα που θέτει ένας άνδρας αφεντικό σε µια υστερική γυναίκα, µια σκηνή από ηµέρες που έχουν παρέλθει: «Ολο γκρίνια και παράπονα είσαι – ξέρεις τι θες πραγµατικά;». Μια τέτοια ερώτηση στοχεύει ακριβώς στον αποκλεισµό της αληθινής απάντησης. Στην ουσία λέει «Πες το µε τους δικούς µου όρους ή βούλωσέ το!». Είναι ένα ερώτηµα που, στην πραγµατικότητα, αποτρέπει τη διαδικασία της µετάφρασης µιας ατελούς διαµαρτυρίας σε συγκεκριµένο σχέδιο. 

 Κλείνοντας, και επιστρέφοντας στον συναισθηματισμό ως αφορμή για δράση (και των χρυσαυγιτών, έτσι; έχουμε και ακροδεξιούς ακτιβιστές πια) και ως απόηχος της εκπομπής στο Radiobubble:

Νίκο Ξυδάκη, ο Τόμας Τζέφερσον δεν ήταν πουριτανός. Ούτε κυριολεκτικά (τρελός γκομενάκιας ο σχωρεμένος) ούτε ακυρολεκτικά (πολιτικώς δηλαδή): διαφωτιστής ήταν. Πολιτικά πουριτανούς άντε να πεις τους Κουάκερους (…). Και για να το χοντρύνω και λίγο, ό,τι κοινωνική πρόοδος έχει συντελεστεί τους τελευταίους δυόμισυ αιώνες, έχει συντελεστεί μετά από διάλογο με τον Διαφωτισμό. Όσοι τον εναγκαλίστηκαν τυφλά, έφεραν γκιλοτίνες. Όσοι τον αρνήθηκαν και τον απέρριψαν a priori (ίσως επειδή έψαχναν πάθος και συναίσθημα στον δημόσιο βίο και όχι στις ανθρώπινες σχέσεις, που θα έλεγε (;) κι ο Μαρκούζε ή ο Ράιχ), διέπραξαν πολλά και φρικτότερα, μεταξύ των οποίων και όσα ο Νόμος του Γκόντουιν δε μου επιτρέπει να ονομάσω…

Επιστρέφω στη δουλειά γιατί ο κόκορας δεν αντέχει άλλο το φορτίο.