Ο ταμίας των ανέμων

ακόμα ένα σκόρπιο ποστ

Η Οδύσσεια έχει υπάρξει διακείμενο ξανά και ξανά, σε σημείο που ο Μπόρχες θεωρεί τη βασική πλοκή της ως μια από τις θεμελιώδεις ιστορίες της ανθρωπότητας (ως «η επιστροφή», οι άλλες είναι ο θεός που πεθαίνει, αν θυμάμαι καλά, και η αναζήτηση). Ωστόσο υπάρχουν τρία επεισόδιά της που δεν έχουνε τη φήμη και τη διάδοση λ.χ. της Σκύλλας και της Χάρυβδης, των Λωτοφάγων, των Σειρήνων, της Καλυψώς (τι γυναίκα κι αυτή!), της Κίρκης, ή του Κύκλωπα: οι Κίκονες (έλα ντε), οι Λαιστρυγόνες (που ζούνε, λέει, στην Τηλέπυλο και αρχηγός τους είναι ο Αντιφάτης — για σκέψου!) και ο Αίολος.

Ο Αίολος δεν είναι θεός, είναι ο ταμίας των ανέμων. Την πρώτη φορά που το κατάλαβα, στην Α’ Γυμνασίου, παραμυθιάστηκα. Τι λες τώρα. Και να μην μπούμε στα οικογενειακά του, αφήστε. Τέλος πάντων, δουλειά του Αιόλου είναι να ρυθμίζει την κυκλοφορία των ανέμων — τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Σκεφτόμουν τότε ονειροπολώντας τη φάση να είσαι σε μια βάρκα και να έχεις ένα ασκί μέσα στο οποίο είναι φυλακισμένοι όλοι οι άνεμοι, όλοι εκτός από τον Ζέφυρο: ο Ζέφυρος εδώ και 29 αιώνες φέρνει τους ξενιτεμένους στην Ελλάδα, μόνον εμένα με σπρώχνει μακριά της εδώ και δέκα χρόνια.

Σκεφτόμουνα λοιπόν εκεί στην Α’ Γυμνασίου τι περίεργη αίσθηση να κρατάς ένα ασκί γεμάτο ανέμους, τη μέθη να έχεις φυλακισμένο κάτι τόσο δυναμικό μέσα σε έναν στενό χώρο. Μετά μεγάλωσα, οι άνθρωποι άρχισαν σιγά σιγά να μου εκμυστηρεύονται τα μυστικά τους, τα μυστικά γίνονταν όλο και πιο δύσκολα, όλο και πιο πολύπλοκα, όλο και πιο σφοδρά και καμμιά φορά θυελλώδη. Η περίεργη αίσθηση και η μέθη μεταφράστηκαν σε ευθύνη. Μετά από κάποια λάθη, εκεί όταν ήμουν δεκαεφτά και άφησα ένα λάθος μυστικό έξω από το ασκί, έμαθα να είμαι άξιος (μακάρι) ταμίας των ανέμων, των μυστικών φίλων ή απλών γνωστών (το ρεκόρ μου είναι δεκαπέντε λεπτά από τη γνωριμία μέχρι την εκμυστήρευση, αλλά ήμουν εικοσάρης τότε). Και επειδή πρέπει να διδασκόμαστε από τα ομηρικά έπη, ως Έλληνες και ως δυτικοί άνθρωποι, κρατάω γερά το σκοινί του ασκού.

Εδώ και χρόνια λοιπόν ακούω μυστικά ανθρώπων. Και όσοι έχουν ακούσει μυστικά ξέρουν ότι η ουσία του μυστικού δε βρίσκεται στο γεγονός ή στην πράξη ή στη διάθεση αλλά στη στάση που τηρεί αυτός που εκμυστηρεύεται απέναντι σε όσα λέει. Εκεί είναι το μυστικό, όχι (μόνο) στα καθέκαστα.

Εδώ και χρόνια λοιπόν υπάρχει μία στάση που επανέρχεται σχεδόν συστηματικά. Μιλώντας κάποιος ή κάποια για του ταίρι του ή το ταίρι της, διακρίνω μία διάθεση κτητική. Καλά, κάτι μάς είπες, τζάμπα ο Αίολος. Όμως όταν λέω «κτητική», εννοώ κάτι χειρότερο: εννοώ ιδιοκτησιακή. Μου μιλάνε για τα ταίρια τους και νομίζεις ότι μου μιλάνε για το ρολόι τους ή — με περισσότερη ακρίβεια — για κάποιο κτήμα τους που ενδέχεται να τους το φάει η πολεοδομία ή ο γείτονας. Και δε μιλάω σε επίπεδο ορολογίας, μιλάω σε επίπεδο ουσίας.

Ναι, εντάξει: κανείς δε θέλει να χάσει το ταίρι του, εκτός φυσικά και αν θέλει να το χάσει. Κανείς δε θέλει να μείνει μόνος (εκτός, βεβαίως, και αν το επιδιώκει). Υπάρχουνε πολλές παράμετροι που ορίζουνε μια σχέση: τα αδήριτα χρονοδιαγράμματα του γυναικείου σώματος, η ανάγκη μιας μίνιμουμ υλικής εξασφάλισης, η ανθρώπινη καρδούλα που ματώνει εύκολα ή αναπτύσσει σκληρό καύκαλο για να γίνει αδιαπέρατη (ώσπου, καμμιά φορά, αποξηραίνεται μέχρι μέσα και ψοφάει), η ανάγκη της μονογαμίας και η ανάγκη της πολυγαμίας, οι αποστάσεις (γεωγραφικές ή κοινωνικές), το τέρας της πατριαρχίας και το μορμολύκειο του μητρικού ευνουχισμού. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα. Δε ζούμε στον Μεγάλο Ανατολικό, ζούμε στον πραγματικό κόσμο.

Όμως. τα παραπάνω καθόλου δε δικαιολογούν το πώς ακούω να λειτουργούνε τα ζευγάρια: η αγάπη, ο έρωτας, η συντροφικότητα, η ανάγκη για οικογένεια, η εξασφάλιση, η απέχθεια της μοναξιάς (τη βλέπετε τη φθίνουσα, ε;) φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να έχουν υποκατασταθεί από ιδιοκτησιακή αντιληψη του άλλου μέσα στο ζευγάρι: ο άλλος μου ανήκει. Επιπλέον, οι σχέσεις πολλές φορές μου δίνουνε την αίσθηση ενός κρύου μεταπρατικού do ut des, μιας ξεκάθαρης και ξεδιάντροπης αλλαξοκωλιάς σε κάθε επίπεδο της σχέσης.

Ακούω π.χ. να μου λένε για εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Χ που θα εξαργυρωθούν ακριβοδίκαια με εξόδους ή τραπέζια στους γονείς του Ψ (όπου Χ και Ψ ζευγάρι). Ξανά και ξανά ακούω για ταίρια που βρίσκονται σε ασφυκτική προσκόλληση ο ένας με τον άλλο, όχι την προσκόλληση του πάθους, αλλά του φόβου μην ξεμυτίσει ο άλλος — και όταν λέω ‘ξεμυτίσει’ δεν εννοώ κάποια παράλληλη σχέση ή έστω αρπαχτή, παρά τη δυνατότητα να έχει ο Χ κοινωνική ζωή από την οποία θα απουσιάζει ο Ψ. Έχω βαρεθεί να ακούω για ζευγάρια που τα κάνουν όλα μαζί (από διακοπές και ψώνια μέχρι να δούνε τηλεόραση και να πάνε για πεζοπορία), παρότι συνήθως βαριούνται φρικτά. Ακόμα χειρότερα από όλα: η δόλια και συστηματική αστυνόμευση της ζωής του άλλου φαίνεται να είναι πια η νόρμα: ανακρίσεις και σκηνές, να ψάχνεις σημειώσεις, ιμέιλ, κινητά, να σηκώνεις το τηλέφωνό του ή το τηλέφωνό της, να κατασκοπεύεις συνομιλίες — πράγματα που ανήκαν ή θα έπρεπε να ανήκουν στη σφαίρα του ιδεοψυχαναγκασμού ή της χονδροειδέστερης απρέπειας ή, έστω, να είναι στιγμή αδυναμίας.

Δεν ξέρω δυστυχώς από ψυχανάλυση για να μπορέσω να ερμηνεύσω τέτοιες συμπεριφορές ή (πολύ περισσότερο) να βοηθήσω όσους τις παρουσιάζουν. Απλώς βουίζουν αυτά μέσα στον ασκό μου και με ενοχλούν.

Και ναι, ξέρω ότι οι ανθρώπινες καρδούλες εύκολα ματώνουν. Ξέρω ότι όλοι μισούμε το ‘ποτέ ξανά’ και αγωνιζόμαστε για το ‘πάντοτε’ (μάταια, κάποιου είδους τέλος θα μας βρει). Ξέρω ότι είμαστε εύθραυστοι και λυγίζουμε και σπάμε. Ξέρω ότι πάνω στην τρέλα θα πονέσεις και θα προσβάλεις τον άλλο ή θα ψάξεις τα μηνύματά του. Ξέρω πως έξω από τον χορό πολλά τραγούδια λέμε. Αυτό που με αποκαρδιώνει είναι ότι, πέραν από τη βία της πατριαρχίας πάνω στις γυναίκες, έχουμε πια και κάτι άλλο να μας αλλοτριώνει σε κάθε είδους ζευγαρική σχέση: έχουμε γίνει εξουσιαστές όλοι, έχουμε γίνει ιδιοκτήτες, έχουμε αντικαταστήσει τη ζήλεια και την αγωνία κάθε σχέσης με την απονιά και τη διάθεση να έχουμε τον άλλο για κτήμα μας. Η διακριτικότητα είναι κουταμάρα και ο σεβασμός στον άλλο (τον άλλο με τον οποίο μοιραζόμαστε το κρεβάτι μας και μέρος, μεγάλο ή μικρό, της ζωής μας) η ευκαιρία που ψάχνει, λέει, να μας εγκαταλείψει. Νομίζουμε ότι φυλακίζοντας τον άλλο θα τον έχουμε για πάντα. Αλλά είναι χιλιοτριμμένο το θεματάκι του πόσο μάταιο είναι και αυτό.

in the juvescence of the year

Η Πρωτοχρονιά είναι η αγαπημένη μου γιορτή. Καιρός τζάμπα ελπίδας, αναμέτρηση με ένα όριο, καιρός απολογισμού, ψευδαίσθηση ότι με τον παλιό τον χρόνο θα φύγει και ό,τι σκαιό έφερε εκείνος μαζί του. Μου αρέσει και γιατί από την Πρωτοχρονιά απουσιάζει κάθε υποψία ακυρωμένου πνευματικού νοήματος, κάθε αναπροσαρμοσμένος ή απονευρωμένος θρησκευτικός συμβολισμός (όπως κάτι φαιδρά του στυλ «γέννηση της ελπίδας» και «ανάσταση της φύσης»), κάθε πρόφαση ότι αποτελεί αφορμή να κάνουμε καλό ή να γίνουμε καλοί. Γιορτή για όλους, χωρίς σύντομες παρουσίες στην εκκλησία, χωρίς καμπάνες άνευ αντικρύσματος. Καθαρή γιορτή, ταπεινή και λαμπρή: οικογενειακή σύναξη και ηδονισμός, τζόγος και βασιλόπιτες, ατέλειωτο ξενύχτι. Ευχές και χαρά, μελαγχολία και μνήμη θανάτου.
Presenteat eas in lucem sanctam
Πήγα στο Παγκράτι να βρω έναν φίλο με τον οποίο είχα να μιλήσω έξι χρόνια. Είχα μάθει νωρίτερα εκείνη τη μέρα το μαντάτο για τη Λουκία Ρικάκη, με βάρυνε. Με βάρυνε πολύ. Δε θα συνοψίσω υπερφίαλα τη ζωή της ή τη γνωριμία μας σε μια κομψή γενίκευση ή με κάποιον αποφθεγματικό ακκισμό. Θα πω ότι ξεκίνησα από το σπίτι νωρίτερα και περιπλανήθηκα στο Μετς και στο Παγκράτι προτού καταλήξω στην Πλατεία Προσκόπων όπου θα συναντούσα τον φίλο μου. Θα πω ότι ανηφορίζοντας κάποιον δρόμο με αρχαίο όνομα συνειδητοποίησα — και μόνον τότε — ότι τριγύριζα κοντά στο σπίτι της ή στο στούντιό της (δε θυμάμαι πού ήτανε ποιο, στο δεύτερο είχαμε πάει με τη μηχανή από τον Λέντζο για να μου δείξει το αμοντάριστο «Τα παιδιά της χορωδίας»). Το τζι-πι-ές επιβεβαίωσε την υποψία μου. Θα πω επίσης ότι μακάρισα όσους δημιουργούν ομορφιά. Όχι γιατί όταν χάνονται χάνεται κάτι λιγότερο από ό,τι ανυπολόγιστο χάνεται με τον θάνατο κάθε ανθρώπου, παρά γιατί αφήνουν λαμπρά ίχνη πίσω τους σαν το σέλας. Στην περίπτωση της Λουκίας, εικαστικά απαράμιλλες ταινίες μυθοπλασίας και ντοκυμαντέρ μοναδικής ανθρωπιάς κι ευαισθησίας φτιαγμένα με ισορροπία και νηφαλιότητα — για να αναφέρω μόνο δύο ίχνη που εγώ με τα φτωχά μου αισθητήρια αντιλήφθηκα. Και εν πάση περιπτώσει, πόσο πιο μουντή θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχα αντικρύσει τα λαμπρά ίχνη, το σέλας, κάποιου Χ. Βακαλόπουλου, κάποιου Ν. Άσιμου, κάποιου Σ. Κολάρ. Και τ’ αθάνατα ειν’ αυτά, κι οι κοσμοπλάστες.

Φωτιές, ωραίες φωτιές
Δεν είμαι φίλος των πυροτεχνημάτων. Φέτος όμως, στο μπαλκόνι του πατρικού που βλέπει μισό Λυκαβηττό (το δικό μου βλέπει μισή Ακρόπολη — οι περιορισμοί του ρίαλ εστέιτ) συγκινήθηκα. Κοίταξα κατά μήκος του δρόμου τον κόσμο που είχε βγει στα μπαλκόνια να τα χαζέψει. Η τελευταία φορά που μου είχε ξανασυμβεί αυτό ήταν την 1η 1ου 2000, όταν (πιστεύαμε ότι) ένας ωραίος νέος κόσμος γεννιόταν. Φέτος την Πρωτοχρονιά δεν είχαμε τέτοιες ψευδαισθήσεις, συναγμένη γύρω από τη φωτιά που άνθιζε προς τους ουρανούς μια ολόκληρη πόλη μετεωριζόταν μεταξύ ρεμβασμού και ανησυχίας, αγωνίας και μελαγχολίας. Με λιγότερα λεφτά και, μοιραία, με λιγότερο χρόνο και με λιγότερο κάτι να προσφέρεις στους άλλους. Μετά το γύρισμα οι δρόμοι ήταν άδειοι, πουθενά τα ασφυκτικά μποτιλιαρίσματα άλλων ετών. Οι ασκητικοί τύποι, ιδίως αυτοί που τον ασκητισμό και την πειθαρχία τα σπουδάζουνε στις πλάτες των άλλων, θα επιχαίρουν ακόμα, υποθέτω: αποθανέτω η ψυχή του οκνού δημοσίου υπαλλήλου μετά πολλών συνταξιούχων, ας καούν χιλιάδες χλωρά δωράκια παιδιών με κάθε ξερή καγιέν ασυδοσίας. Στο γύρισμα του χρόνου, οι ίδιες σκέψεις; Όχι ρε, δε θα μας κόψετε το πέταγμα. Κι ας είναι πιο σύντομο, κι ας είναι κάποτε λίγο πιο χαμηλά.

Η ώρα και ο καιρός
Τις Μεγάλες Παρασκευές έχω πάντα να τις θυμάμαι μουντές και κατασυννέφιασμενες, με τη διάθεση του παρακάτω σεφερικού:

Η χώρα του αχωρήτου

Πέφτουν ολοένα σήμερα νομίσματα πάνω στην πολιτεία
ανάμεσα σε κάθε κόμπο σα μια σταλαματιά στο χώμα
ανοίγει μια καινούργια χώρα: ήρθε η στιγμή, σηκώστε με.

Κάτι ραντεβού καλοκαιρινά έχω πάντα να τα θυμάμαι σε μέρες με αεράκι, μέσα σε δροσιά κι ευδία.

Και τα πρωτοχρονιάτικα μεσημέρια; Παραδόξως, πάντα στην Αθήνα. Με φως χαμηλό και λοξό, μέσα σε λαμπερή χειμωνιάτικη διαύγεια. Κάπως έτσι και έτσι.

2012
Μην περιμένετε τσουνάμια και μετεωρίτες για να τελειώσει ο κόσμος στη χοντρική. Ο κόσμος τελειώνει λιανικώς κι επανειλημμένα κάθε βράδυ που βήχει ένας άστεγος, κάθε φορά που κάποιος άνεργος εικοσάρης κάνει το ακριβό του τσιγάρο, όταν κάποια γιαγιά δεν τολμάει να πάει να εγχειριστεί, όσες φορές κάποια μητέρα αντιβάλλει τα δώρα των παιδιών της με το φαΐ τους και τα ρούχα τους.

Αυτό που είπα για τους πενθούντες το εννοώ ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Λευτέρη Πιταράκη.

Για την αγωνία της ιδιοσυστασίας

Μια ακροτελεύτια σημείωση, βιαστική:

Όσοι πασχίζουν να συσχετίσουν την ελληνική ταυτότητα ή, πιο σωστά, τις ταυτότητές μας ως Ελλήνων, με αναλλοίωτες ουσίες και πλατωνικές κατηγορίες όπως «ελευθερία», «αντίσταση», «αξιοπρέπεια», «κοινοτισμός», «αδούλωτο φρόνημα» (ή τις κατά Νίκο Δήμου καρικατούρες, αναιρέσεις και αντιστροφές τους — στην ίδια πλάνη υποπίπτει κι αυτός), ας θυμούνται:

Πρώτον, αυτό που είπε ο Κούντερας: Επαρχιωτισμός είναι η αδυναμία (ή άρνηση) να δούμε την κουλτούρα μας μέσα σε ευρύτερα συμφραζόμενα.

Δεύτερον, η ταυτότητά μας είναι ατομική, όπως και το σώμα μας: αντί να ψάχνουμε μεταφυσική και ουσία στο πώς είναι κατασκευασμένη, καλύτερα να επικεντρωθούμε στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή έστω να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνει αυτή, μέσα στα όριά της. Έτσι και με το σώμα: αντί να ψάχνουμε ουσία και μεταφυσική στις μεγάλες μύτες, στους ανθεκτικούς μύες των ποδιών, τα μακρυά δάχτυλα και τα ίσια μαλλιά, αφοσιωνόμαστε (ελπίζω) στο τι μπορούμε να δημιουργήσουμε ή να βιώσουμε με βάση τις δυνατότητες που μας δίνουν.

Αφαιρέσεις όπως η συλλογική ταυτότητα (αντίστοιχη με τη στατιστικά έγκυρη γενίκευση ότι οι μεσογειακοί τείνουν να είναι μαυροτσούκαλα) είναι ακόμα λιγότερο πρόσφορο έδαφος για αναζήτηση ουσίας.

Στο σώμα μιλάει η κληρονομικότητα και το περιβάλλον, στις ταυτότητες η ιστορία και η κοινωνία και η γεωγραφία. Ας χαλαρώσουμε λοιπόν: η ξανθή μας λεβεντιά, η κοντόμεση καρτερία και η στεατοπυγική μας περηφάνεια δε σημαίνουνε τίποτε από μόνες τους.

Καλή Χρονιά!

Ξένος

στη Niemandsrose και στον Κ.Κ.Μοίρη, στην ανήμερη ευαισθησία της γραφής τους δηλαδή. Δυστυχώς, τον δεύτερο τον ανακάλυψα πολύ αργά (;).

Στην ιστορία των Χριστουγέννων πάντοτε με εντυπωσίαζε η εξής λεπτομέρεια: ο Θεάνθρωπος είναι ένας ξένος, εντελώς ξένος: ντιπ για ντιπ. Η γέννησή Του δε συνοδεύεται από θεϊκές τροφούς, υπερφυσικές φασκιές, υπερούσιο γάλα και νέκταρ, εκρήξεις φωτός και αστραπής, ασφαλή επουράνια καταφύγια και τα λοιπά. Δε γεννιέται κατευθείαν μέσα στην ωριμότητα αλλά ως βρέφος. Είναι ένας ξένος μέσα στους ξένους, και πολύ σύντομα γίνεται και πρόσφυγας (όταν άρον άρον ξεκουμπίζεται η οικογένειά Του για την Αίγυπτο).

Είμαι δεκαπέντε χρόνια ξένος. Από ένα σημείο και μετά, καταντάς ξένος και στον τόπο σου, δυσκολεύεσαι να τον παρακολουθήσεις, να ερμηνεύσεις το πώς αλλάζει ή γιατί δεν αλλάζει. Από τη μια η αντίληψη αυτού που θεωρείς τόπο σου γίνεται άκαμπτη και δυσκίνητη λόγω της σκουριάς της νοσταλγίας, από την άλλη εστιάζεις σε κάτι πράγματα μικρά, που τα διακρίνεις με απίστευτη οξύτητα, πράγματα που όσοι ζούνε στον τόπο σου θεωρούν ευτελή, πολλές φορές δικαίως.

Είδα λοιπόν γραμμένο αυτό πάνω σ’ έναν τοίχο πολύ κοντά στο σπίτι μου. Πρώτον, τι λέει; «Αθηνά σε αγαπάω» ή «Αθήνα σε αγαπάω»; Οι λατινικοί χαρακτήρες δε βοηθάνε αλλά εντάξει, μάλλον το πρώτο — κι ας θέλω εγώ να βλέπω ό,τι θέλω. Υποθέτω πως από κάποιο χέρι μαθητικό γράφτηκε, από κάποιο παιδί ξένο, νεοφερμένο ίσως στην Ελλάδα λίγο πριν την εφηβεία, που πασχίζει να μάθει τα ελληνικά γράμματα στο κοντινό σχολείο. Αν το δούμε έτσι το θέμα, εύκολα μπορούμε να παραβλέψουμε τα κεφαλαία στο ‘ΣΕ’ — ανορθογραφία θα είναι κι όχι εκδήλωση αφοσίωσης.

Το παιδί αυτό, αγόρι ή κορίτσι, θέλει να βγάλει από μέσα του τον έρωτά του για την Αθηνά (ή, να ελπίσω, για την Αθήνα). Ούτε καν έναν μαρκαδόρο της προκοπής να γράψει το σύνθημά του δεν έχει. Γράφει το μήνυμά του όπως μπορεί κι όπως ξέρει, επείγεται, δε χωράνε καλλιέπειες και ορθογραφίες. Για να πει αυτό που θέλει χρειάζεται ένα ξένο αλφάβητο που δεν καλοκατέχει, γιατί είναι ξένο. Αλλά δεν πειράζει, είναι ερωτευμένο αυτό το παιδί: όλοι οι ερωτευμένοι ξένοι είναι. Και ξενιτεμένοι, και πρόσφυγες: τουλάχιστον στο ότι έχουν αφήσει ό,τι ξέρουν πίσω τους.

Αν πάλι η ερωτική εξομολόγηση (που λέγαμε μικροί) απευθύνεται στην Αθήνα, ταυτίζομαι μαζί του, αν και εγκάρσια: αυτό το παιδί ήρθε από κάπου αλλού, ξένο στην πόλη, και την αγάπησε σε βαθμό που να της γράψει σύνθημα. Εγώ ζω ξένος αλλού και πια ξένος από την πόλη μου, κι ας την αγαπάω.

Κάστανα: μια χριστουγεννιάτικη ανάρτηση

Για μένα τα μπλογκ είναι ένα κειμενικό είδος στο οποίο πας από τη ζωή απευθείας στη γραφή. Πολλές φορές, πας από την ανάγνωση στη ζωή και από εκεί στη γραφή.

Διάβασα αυτό και αυτό. Μου άφησαν κυρίως μια διάθεση, αυτή της αναζήτησης της χαράς, της λάμψης των ψηγμάτων χαράς που ανακαλύπτει κανείς κοσκινίζοντας βουνά ολόκληρα καθημερινότητας για να τα βρει μέσα στα απλά πράγματα: ένα κυριακάτικο τραπέζι με την οικογένεια, ένα γλεντάκι Αλβανών κάτω από σκληρά φώτα. Δεν είναι αυτά τα βουνά που θα κοσκίνιζα εγώ, αλλά δεν έχει απολύτως καμμία σημασία αυτό, σημασία είχε η σύγκλιση της διάθεσης των δύο κειμένων.

Σήμερα η μέρα δε μου πήγε καλά. Όχι από άποψη συμβάντων. Εξωτερικά δεν έγινε τίποτε. Αλλά να, όλα πια τείνουνε να γίνουν ενοχή. Πάντα χαιρόμουν τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου. Πάντα περίμενα το λίγο και πολύτιμο κρύο στην πόλη μου. Τώρα είναι κι αυτό πηγή ενοχής: γυρνώντας σπίτι από φαγητό αργά την Παρασκευή 25 Νοεμβρίου, πέρασα τόσους άστεγους κουκουλωμένους και χωμένους στις εσοχές της Βουλής και της Νίκης (πόσο ταιριαστά ονόματα για δρόμους όπου κουρνιάζουν άστεγοι) που για πρώτη φορά στη ζωή μου ο ερχομός του χιονιά δεν ήταν προσδοκία κι απαντοχή καθαρή, παρά λεκιασμένη με ενοχή. Τώρα που επιτέλους έρχεται ο χιονιάς, πώς να τον χαρώ.

Με τούτα και μ’ εκείνα βάρυνα. Κατεβήκαμε λοιπόν στην τάφρο στην Παλιά Πόλη, στο χριστουγεννιάτικο λούνα παρκ. Λίγο τα φώτα, λίγο οι χαρούμενες φάτσες: άνοιξε η καρδιά μου. Μπήκαμε στον μεγάλο μύλο. Ξεκίνησε. Ανεβαίναμε πάνω από την πόλη, φώτα, φωτισμένες λεωφόροι, χριστουγεννιάτικοι διάκοσμοι, αυτοκίνητα, το ξενοδοχείο Σαράι, φωτεινές επιγραφές, το τζαμί, ο πύργος του Σιακόλα, το φωτισμένο περίγραμμα της μεγάλης σημαίας των Τούρκων στο βουνό, φώτα μακρινών χωριών, όλα απλώνονταν πανοραμικά από κάτω μας. Μετά στου κύκλου το γύρισμα ξανακατεβαίναμε. Το Κορίτσι μου ήταν ενθουσιασμένο, κοιτούσε με απορία και ενθουσιασμό, κράμα απορίας κι ενθουσιασμού που δεν είχα ξαναπροσέξει. Καθώς γύριζε ο τροχός και ξανανανεβαίναμε της είπα «κοίτα, μωρό μου, η πόλη όπου γεννήθηκες» και άκουσα τη φωνή μου να σκοντάφτει. Ένιωσα το ασυνάρτητο φολκλόρ της πόλης, αυτό που χωροταξικά και σα βιωμένος χώρος με τυραννάει δέκα ολόκληρα χρόνια, να εξαχνώνεται ξαφνικά, σαν από μαγικά. Και εκείνη κοιτούσε την πόλη από κάτω, μια πόλη χωρίς λόφους και εξάρσεις στο ανάγλυφο, την πόλη που γεννήθηκε.

Βγήκαμε από τον μύλο και πήγαμε στο παγοδρόμιο. Κάτι καλοφτιαγμένοι τύποι, εικοσάρηδες, πατινάρανε με ζηλευτή χάρη και θαυμαστή ταχύτητα. Εντυπωσιακό θέαμα. Κοιτούσα σα χαζός. Κοιτούσε και το Κορίτσι μου όλο θαυμασμό. Οι ανάσες μας αχνοί. Δύο έφηβοι, ραντεβού μάλλον, περισσότερο χαριεντιζόντουσαν πατινάροντας: αυτοί δεν είχαν ιδιαίτερη χάρη αλλά διασκέδαζαν την ασταθή ισορροπία τους πάνω στον πραγματικό πάγο. Σκέφτηκα τι υπέροχη χαρά να είσαι έφηβος και να χαίρεσαι αυτές τις στιγμές στον πάγο, να μαθαίνεις τη δεξιότητα της ασταθούς ισορροπίας. Κι αμέσως, απροσδόκητα και χωρίς κανένα προοίμιο, σπάζοντας τη μελαγχολική μανιέρα μου του «θέλω να είμαι άλλος και θέλω να είμαι αλλού», σκέφτηκα, ένιωσα, μου ‘φεξε (δεν ξέρω ποιο) ότι ήμουν κι εγώ υπέροχα χαρούμενος να παρακολουθώ αυτό το θέαμα μαζί με το Κορίτσι μου, να νιώθω τον πάγο, να έχω βρει ένα δεύτερο ψήγμα χαράς μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, μέσα στην τάφρο κάτω από τον προμαχώνα Κωνστάντζα. Πήραμε ωραία ζεστά κάστανα, άχνιζαν και έλιωναν στο στόμα. Έφαγα κι εγώ, που δεν τρώω κάστανα.

Γυρίσαμε σπίτι: φωτάκια στο δέντρο, φωτάκια πάνω στις βιβλιοθήκες. Χαμογέλασα, ως κάποιος που πάντοτε εκτιμούσε περισσότερο τα φώτα μέσα στο σκοτάδι. Κάθησα να γράψω αυτό. Από την ανάγνωση στη ζωή, από τη ζωή πίσω στη γραφή. Τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου.

Άλεφ, Λαμ, Μιμ

Σκόρπια νήματα που γνέθονται στο διάστημα μιας ημέρας. Ίσως να καταφέρω να τα πλέξω μαζί αλλά μάλλον τελικά μαλλιά κουβάρια θα καταλήξουν.

Μου είπε το καλοκαίρι ο φίλος μου ο Θ. ότι με προτιμάει όταν δεν είμαι καταγγελτικός. Το θυμήθηκα αυτό απότομα λίγο πριν το μεσημέρι σήμερα: όταν γράφω κάτι, βάζω τη φωνή μου να το διαβάσει όπως την ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Λέω «όπως είναι μέσα στο κεφάλι μου» εξαιτίας αυτής της ιστορίας: όταν ήμουν 18 ήμουν ερωτευμένος (αλλά δεν το παραδεχόμουν) με τη Λίζα. Είχε προηγηθεί η χειρότερη χυλόπιτα της ζωής μου, από μια λεπτεπίλεπτη Έλενα που μύριζε σαπούνι: «Δεν μπορώ να είμαι μαζί σου, θα με συντρίψεις». Τέλος πάντων, παίρνω τηλέφωνο στο σπίτι της Λίζας (η οποία ήταν γυναικάρα) και το σηκώνει η αδερφή της, η οποία λέει δυνατά «Λίζαααααα, κάποιος που η φωνή του βγαίνει από νεροχύτηηηηη». Διαβάζω λοιπόν τα κείμενά μου όχι με τη δημόσια φωνή που βγαίνει από νεροχύτη, που πάσχει λέει από λόρδωση, αλλά με αυτή που ακούω μέσα στο κεφάλι μου. Όμως εδώ και κανα-δυο χρόνια, τα καταγγελτικά και τα οργισμένα κείμενα μου χτυπάνε κάπως, ακούγονται και μέσα στο κεφάλι μου σαν να βγαίνουν από νεροχύτη, με μια φωνή ξινή και υποκριτικά (και μόνο) αγέρωχη, με μια φωνή που ασώματη άτεχνα υποδύεται τον μισάνθρωπο. Δε μου λέει πια τίποτε αυτή η φωνή

Επιστρέψαμε στα συνθήματα. Δε θα μείνουμε για πολύ εκεί. Ευτυχώς. Ήρθε πια η ώρα του λόγου.

Άκουγα το Bleibtreu Café των Κατσιμιχαίων.

Με πήραν από τη δουλειά (Σάββατο είναι σήμερα, ναι) για να ετοιμάσω κάτι. Επειγόντως. Τι εννοούν, για αύριο; Είμαι ιεροψάλτης και δεν το ξέρω; Εγώ ποίηση θέλω να διαβάσω (Εμπειρίκο) και να δω καμμιά παλιά αγαπημένη ταινία (τι τα μαζεύουμε τα ντιβιντί).

Διάβασα αυτό. Μου άρεσε πολύ. Πάντοτε με αναστάτωνε η καταπίεση των γιορτών, με ανησυχούσε αυτή η επιταγή να χαρείς ντε και καλά. Μετά με πάγωνε η κούραση και το άδειασμα εκεί μετά το απόγευμα και προς το σούρουπο κάθε μεγάλης γιορτινής μέρας, όταν οι γυναίκες έπρεπε να μαζέψουν κόκαλα, να πλύνουν πιάτα, να ευπρεπίσουν κάπως τα γιορτινά σαλόνια και τις γιορτινές αυλές, να αναστενάξουν «πάει και φέτος», ενώ οι άντρες βάραιναν, νύσταζαν, ψιλοκοιμόντουσαν. Θυμήθηκα το μυστικό της φίλης μου της Σ.: σινεμά το βράδυ, ανήμερα τα Χριστούγεννα και το Πάσχα (πιο δύσκολο το Πάσχα).

Αν χάσουμε το χιούμορ μας, καήκαμε. Έχασες το χιούμορ, έχασες την αξιοπρέπειά σου, έγινες χειρότερα από καζαντζίδης, έγινες γραφικό κακέκτυπο ενός καζαντζίδη. Χρειαζόμαστε περισσότερο γέλιο.

Τη μελαγχολία τη σπούδασα χρόνια: να ξυπνάς το πρωί και να αισθάνεσαι μια γρανιτόπλακα να σου πλακώνει το στήθος, να κοιτάζεις μια οθόνη άπρακτος για 20 λεπτά, να νιώθεις τη ζωή σου σπαταλημένη. Κι αν καταφέρεις να αποφοιτήσεις από εκεί, δε θες με τίποτα να ξαναγυρίσεις πίσω στα θρανία της. Πάνε χρόνια που αποφοίτησα, όχι πολλά, αλλά φαίνονται τόσο γεμάτα όσο εκείνο το καλοκαίρι μετά την Γ’ Λυκείου. Και περισσότερο.

Λόγος και (οινό)πνευμα

Πριν 5-6 χρόνια, όταν δούλευα στο παλιό μαγαζί, ήρθε μια αντιπροσωπεία από τη Λιθουανία να συζητήσει προοπτικές συνεργασίας μαζί μας. Γιατί και πώς μη με ρωτάτε, πάντως είχαμε διάφορα μήτινγκ με κάτι κυρίες κι έναν κύριο από ταινία του Makavejev. Τέλος πάντων, πριν φύγουνε για τη Λιθουανία, μου άφησαν πεσκέσι ένα μπουκάλι 250ml που περιέχει ένα καραμελόχρωμο υγρό, απόσταγμα υποθέτω. Λέγεται Starka. Μόλις το είδαν οι συνάδερφοι (το είχα πάνω στο γραφείο) άρχισαν τα «εεεε, δε νομίζω να το πιεις αυτό» κτλ. Έτσι έμεινε σφραγiσμένη η Starka, από γραφείο σε μετακόμιση, κι από ντουλάπι σε μπαρ. Απόψε ήρθε η ώρα να την ανοίξω.

Επειδή όμως είναι πιθανό να μου προκαλέσει τύφλωση ή άλλα κουσούρια φρικτότερα, ξεκινάω:

Debating societies, ooh, very stimulating

Διάβασα σήμερα στον Ζενάκο αυτό. Έμεινα λιγάκι γιατί κατάλαβα τι ήταν αυτό το πράμα για το οποίο βούιζε το τουίτερ τις προάλλες αλλά και σήμερα.

Κατ’ αρχήν, ως κάποιος που έζησε 6 χρονάκια στη Βρετανία, ένιωσα ελαφρά θυμηδία στη σκέψη ότι οι εκδηλώσεις μιας debating society (που έφτιαχναν κι αφισάκια με το εβδομαδιαίο τους θέμα ως «This House believes that…») θεωρούνται σοβαρό γεγονός που θα παραγάγει πολιτικό λόγο, και ενδεχομένως και πολιτική σκέψη, και το οποίο θα παρακολουθείται επί πληρωμή. Για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτόν τον θεσμό, αποτελεί επιβίωμα των ρητορικών αγωνισμάτων των μεσαιωνικών πανεπιστημίων (π.χ στη Σορβόννη των Σχολαστικών φιλοσόφων) και — όπως και τότε — έχει παιδαγωγικό χαρακτήρα. Κάγχασα στο ότι ο συντονιστής ενός τέτοιου αγωνίσματος εν έτει 2011 θα ήταν τόσο ανόητος (και να μου συγχωρεθεί η έκφραση: αποφεύγω να αποδίδω χαρακτηρισμούς σε ανθρώπους) ώστε να ξεστομίσει τη φαιδρή αβελτηρία πως «η διακομματική συναίνεση στην ψήφιση του νόμου «πέρασε στην κοινωνία»».

Εδώ επιλέγω να σταθώ στα εξής σημεία, πάντα από το κείμενο του Ζενάκου:

«Μα δεν μπορούν τα αμφιθέατρα να είναι καθαρά, όπως αυτό εδώ όπου βρισκόμαστε;» Σημειώνω ότι το debate λάμβανε χώρα στο θέατρο του Κολεγίου Αθηνών, του ακριβότερου ιδιωτικού σχολείου της χώρας.

 Sic et non, που θα έλεγαν και οι μεσαιωνικοί συντονιστές των αντίστοιχων αγωνισμάτων. Ναι, ισχύει παγκοσμίως η γενίκευση ότι ό,τι πληρώνεις το σέβεσαι. Παράλληλα, όμως, τα χάλια των ελληνικών αμφιθεάτρων οφείλονται κυρίως στη γενικευμένη απαξίωση του δημόσιου χώρου στην Ελλάδα (τα έχω ξαναγράψει αυτά): ο δημόσιος χώρος στην Ελλάδα είναι νομανσλάνδη. Αυτό φαίνεται από τις πρακτικές της θείτσας Μαριγώς, που έχει αυλή λαμπίκο και σπίτι να ντρέπεσαι να πατήσεις αλλά πετάει τα σκουπίδια στο άδειο οικόπεδο, στον δημόσιο δρόμο, στον γιαλό κτλ., μέχρι τον φοιτητή που σπάει εποπτικό εξοπλισμό ξεφτιλίζοντας την κατάληψη, από τη χαρούμενη οικογένεια που μαζεύει τα σκουπίδια της από το κωλομώλ, τα βάζει σε ροζ πλαστική σακούλα περιπτέρου, και τα σουτάρει στην άκρη του δρόμου, μέχρι το γκρούβαλο που παριστάνει τον φυσιολάτρη αλλά είναι απλώς γκρούβαλο.

Τέλος, γιατί πρέπει να είναι καθαρά τα αμφιθέατρα, κύριε Άγνωστέ μου; Μήπως επειδή το ελληνικό δημόσιο πληρώνει τα πανεπιστήμια πλουσιοπάροχα για την καθαριότητα, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κτιρίων και για την υγεία φοιτητών και προσωπικού; Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (δε λέω τη Σχολή) τους έκοψαν τα λεφτά για χαρτί προ πενταετίας, φαντάζομαι τώρα να έχουνε ρεύμα 10 με 2…

οι θιασώτες του νέου νόμου της παιδείας, θα επιχειρηματολογούσαν ακριβώς ότι κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό, διότι στο Πολυτεχνείο θα πετούσαν αυγά στους δημοσιογράφους του ΣΚΑΪ και κάτι χειρότερο στον ειδικό γραμματέα του υπουργείου Παιδείας,

Και πάλι sic et non. Σίγουρα στην Ελλάδα (όχι επειδή είμαστε μεσογειακοί και σάχλες) προτιμούμε την πάλη, τον χλευασμό, το γκάρισμα και την «ορθή σκέψη» από τον διάλογο, σκεφτείτε λ.χ. τους καθεστωτικούς συνδικαλιστές μας, τους ημιμαθείς λογίους μας, τα κομματικά στέλεχα που υλακίζουν κι αλυχτούν, τους ημιάγριους φυλάρχους-συγγραφείς μας και τους πανεπιστημιακούς με Άσπεργκερ (ενδημεί) — ποιος θα κάνει διάλογο; Ο Αλέφαντος με τον Χαρδαβέλα; Παράλληλα, για σκεφτείτε, εδώ που βρισκόμαστε, να μου φέρουνε το μεγκασκάι και εκπροσώπους της δοτής κυβέρνησης Papademos να μας κάνουν προπαγάνδα κουνώντας μας το δάχτυλο προς 10 ευρώ το άτομο μέσα στο αμφιθέατρο δημοσίου εκπαιδευτικού ιδρύματος που προορίζεται να μετατραπεί σε Υπερκολλέγιο για Χρήσιμα Στελέχη. Ε έχει και η διανοητική υποτέλεια τα όριά της.

Ο κάλπικος λήρος

Ας το πάμε όμως λίγο παραπέρα. Το έχει συζητήσει κάπως και ο ολντμπόυ, π.χ. εδώ: παρά τους ρητορικούς διαγωνισμούς, τα καλοραμμένα ταγιέρ και την επίφαση ορθολογισμού στον μηντιακό λόγο και στον διάλογο με αναβαπτισμένους Βοριδαίους και σοφούς σχολιαστές, φοβάμαι ότι ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα πλέον πρωτογονίζει επικίνδυνα. Και πάλι, έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δεν παράγεται σκέψη. Απόψε νομίζω ότι κάτι χειρότερο συμβαίνει: έχουμε πισωγυρίσει στον Κουτσόγιωργα, τον Τσοβόλα, τον Βαγγέλη Γιαννόπουλο και την Αυριανή, στα φλογερά κηρύγματα του προκατακλυσμιαίου ΚΚΕ και στη χυδαιότητα (το τονίζω: χυδαιότητα) του μετεμφυλιοπολεμικού Μίσους της Δεξιάς (που, αν είστε γεννημένοι μετά το ’80, δεν ξέρετε μάλλον τι ανθρωποφαγικό κι αιμοδιψές πράμα είναι). Βεβαίως η χυδαιότητα, η αβελτηρία, ο λαϊκισμός, τα ουτοπικά παραληρήματα και ο διδακτισμός του μίσους αποδίδονται πια με όρους λογικοφάνειας, κομψευόμενου κυνισμού, της ανάγκης «να λέμε τα πράματα με το όνομά τους» (κι όχι «τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη»: αυτό πια βρωμάει μεταπολίτευση), μιας Realpolitik με παρωπίδες, του φριντμανικού διδακτισμού: το ντισκούρ της κατάστασης εξαίρεσης.

Ποτέ δεν μας άρεσαν οι καλοί τρόποι, φράγκικα χούγια αυτά, μας έλεγαν οι νεορθόδοξοι τσομπαναρέοι τη δεκαετία του ’80 και τα τέκνα που απέκτησαν με τη Μαλβίνα τη δεκαετία του ’90. Η αλήθεια είναι ότι οι όποιοι καλοί τρόποι στον δημόσιο λόγο πάντοτε λειτουργούσαν προσχηματικά εδώ: ως άλλα μικροκίνι ή αστεράκια του Ταρατατά καλύπτουν τα πλούσια και εκρηκτικά ελέη μας, τον καυλωμένο αυταρχισμό μας. Δεξιό κι αριστερό, επαρχιώτικο κι αστικό.

Η σημασία του να μην είχες παπάρια (ποτέ)

Σε αυτό το σημείο θα πει κανείς ότι πήρα φόρα. Ίσως. Αλλά πώς να μην πάρεις φόρα. Αφού πια έχουμε βολέψει τον πούστη στο κοσμοείδωλό μας (γραφικός, αν πολυκουνιέται, και ακίνδυνος, ιδίως αν δεν πολυκουνιέται — το ουσιώδες είναι να μη μιλάει) πρέπει να βρούμε καινούργιο μορμολύκειο, καινούργιο υλικό για τους λαζόπουλους του μέλλοντός μας: τις διεμφυλικές γυναίκες. Είδα π.χ. αυτό το τουιτάκι των Νέων κάποιου μπάμια που ριτουίταρε η murplejane· διάβασα κι έναν διάλογο κάπου στον οποίο ζητάγαν από μια διεμφυλική να μην παριστάνει την πραγματική γυναίκα γιατί είναι «τεχνητή», τη ρωτούσαν αν έχει οργασμούς (όπως οι «πραγματικές γυναίκες»), ζητούσαν τη γνώμη της για τον φεμινισμό και κάτι τέτοια (δεν μπορώ να βρω την πηγή). «Η πραγματική γυναίκα», λοιπόν. Αφού χάσαμε τη μάχη, σύντροφοι Πραγματικοί Άντρες, να ξεχωριζόμαστε μεταξύ μας, ας ρίξουμε τις προσπάθειές μας στο να ορίσουμε ετερόνομα τις Πραγματικές Γυναίκες, οι οποίες γυναίκες έτσι κι αλλιώς είναι βολικότερες να τις κουμαντάρουμε και να τις ποδηγετούμε από τη Γεωργική Επανάσταση και δώθε. Ναι, ακούγομαι σαν φιλάνθρωπος λευκός που βγάζει λόγο για τα δικαιώματα των μαύρων, οκέι, αλλά δεν μπορώ να μην αγανακτήσω όχι μπροστά στις μεταμορφώσεις του αυταρχισμού, αυτές είναι δεδομένες, παρά με την ευκολία που περνάει παντού, στο ότι περνάει στο ντούκου.

Αυτή η αγανάκτησή μου απέναντι στην πανδημία αυταρχισμού είναι κάτι διαφορετικό από τη γνωστή μου μίρλα για το πόσο κλειστή και πουριτανική γίνεται η κοινωνία μας, για το ότι ο κοινωνικός συντηρητισμός μολύνει τα πάντα. Ναι, αφού εκεί θέτε να πάτε (δε θα έρθω μαζί σας), ας γυρίσουμε στην αγροτοποιμενική ηθική που τόσο αγαπάτε (και μην ακκίζεστε αποκαλώντας την «βικτωριανή», άλλη φάση εκείνοι). Αλλά τουλάχιστον αφήστε κατά μέρος τις διαπομπεύσεις και τους χλευασμούς και τη δυνάστευση τη ζωής των άλλων.

Ηθική κι ευαισθησία

Μετά το (κατά τα φαινόμενα προσωρινό, με ιστορικούς όρους) τρομακτικό σοκ του ναζισμού, και χάρη και σε ανθρώπους όπως λ.χ. ο Ράσελ και οι υπαρξιστές, ο όρος ηθική πήρε για κάποιες δεκαετίες μια πιο σοβαρή και ουσιώδη σημασία στην καθομιλουμένη, από το είναι απλώς το παρατσούκλι για το κουμάντο στο κορμί της γυναίκας (από το κεφάλι της μέχρι τους αστραγάλους). Ξεκίνησε η επαναδιατύπωση της ηθικής και για τον απλό κόσμο με όρους του αν καταπιέζεις, αν κάνεις ληστρικούς πολέμους, αν κλέβεις, αν καταχράσαι, αν σκοτώνεις εξ αμελείας με τα προϊόντα και τα εργοστάσιά σου. Στον αγγλόφωνο κόσμο η επαναδιατύπωση πολύ χοντρικά αποτυπώθηκε στη διαφορά μεταξύ morality και ethics (που γινόταν όλο και πιο κοινόχρηστος όρος). Για λίγο ίσως, ο κόσμος δέχτηκε ότι ανήθικο δεν είναι να «απολαμβάνεις υπεύθυνα» αλλά να εκμεταλλεύεσαι και να καταπιέζεις, ο κόσμος υπέθεσε ότι το να πλουτίζεις ανεύθυνα ίσως να είναι ανηθικότερο από το να παίρνεις διαζύγιο ή να συνάπτεις ερωτικές σχέσεις με ελεύθερους ανθρώπους.

Μετά έγιναν όσα έγιναν. Επιστρέφουμε στη λογική της αστυνόμευσης, της περιχαράκωσης, του αυταρχικού ετεροκαθορισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις το πρώτο θύμα είναι η ελευθερία, π.χ. η διαδικτυακή (θυμήθηκα ένα ωραίο κείμενο της Niemandsrose που είχε βγει στην Ελευθεροτυπία για την ψευδωνυμία — σε λίγα χρόνια όσα λέει εκεί θα φαντάζουνε τόσο γραφικά όσο πλέον το σλόγκαν της Εμμανουέλλας, το «τίποτα δεν είναι λάθος αν είναι όμορφο»). Το δεύτερο θύμα είναι η αξιοπρέπεια, φαντάζομαι λ.χ. τηλεοπτικά πάνελ όπου ο καλεσμένος θα δίνει εξηγήσεις για την προσωπική του ζωή (και αν είναι διεμφυλική θα αποδεικνύει ότι είναι όντως γυναίκα επειδή, λ.χ., της αρέσουν τα παπούτσια και οι τσάντες). Το τρίτο θύμα είναι κάθε είδους ευαισθησία και κάθε είδους ευάλωτοι και ευαίσθητοι άνθρωποι. Το τελευταίο και ξεμοναχιασμένο θύμα είναι η χαρά. Ολονών.

Σκέτο λικεράκι η Starka. Τίποτε δεν έπαθα, ακόμα.

Η φωτογραφία είναι του Henrik Halvarsson

Ποίηση

Κοιτούσα τον ωραίο ήλιο να φωτίζει το τοπίο, τα γυμνά δέντρα που μου θύμιζαν αγγεία που διακλαδίζονται, τα αγγεία της καρδιάς, μύριζα το νοτισμένο χώμα και ο κρύος πρωινός αέρας αντικαθιστούσε ακόμα και τον καλύτερο καφέ. Δεν είμαι καλύτερος από εκείνους που περιμένουνε να ζήσουν τις 2 βδομάδες του καλοκαιριού σε κάποιο μικρό νησί, στην παραλία που αγαπούνε, στο ουζερί που πάνε οι ντόπιοι και βλέπει τη θάλασσα από ψηλά. Κι εγώ τον σύντομο χειμώνα απαντέχω, τη ζεστασιά του σπιτιού, τα ρούχα που αγκαλιάζουν, τις ορατές ανάσες που εξαχνώνονται, τα βρεγμένα πεζοδρόμια που άξαφνα καθρεφτίζουν έναν μεταλλικό ουρανό.

Όχι ότι δεν έχω ζήσει καλοκαιρινά θαύματα, είπαμε: τα θαύματα, κινητές εορτές κι απρόβλεπτες, πέφτουνε πάντα καλοκαίρι. Θυμάμαι την Αστυπάλαια το 2009, που όταν γίνω γέρος και σεφέρης (όπως αρέσκεται να με σκυλοβρίζει ένας καλός φίλος, και ξέρει τι θα του ευχηθώ και να μη γελάει) θα ξέρω ότι εκείνες οι θεοτικές πέντε μέρες (μόνο πέντε ήταν; δε θυμαμαι) στην Αστυπάλαια ήταν η μαγευτική εισαγωγή σε ένα νέο έργο στη ζωή μου (ναι, αν το «εισαγωγή» θυμίζει όπερα είναι επειδή, ε, εντάξει, συνεννοηθήκαμε). Και δεν είναι μόνο η Αστυπάλαια, τα έχω ξαναπεί, δε δίνω το λινκ γιατί έχω φίλους (τρεις τον αριθμό) που ψάχνουν ευκαιρία να με ξεχέσουν κάθε φορά που θα θυμηθούνε την ύπαρξή του εν λόγω ποστ. «Νησιωτικά συμπλέγματα» λέγεται — χοχό.

Όμως εμένα οι καλοκαιρινές στιγμές μου είναι τον χειμώνα. Τον χειμώνα που μου λείπει τόσο πολύ εδώ και δέκα χρόνια.

Ίσως τελικά η ποίηση που ψάχνουμε στο καλοκαίρι και η ποίηση που ψάχνω στον χειμώνα να είναι η ίδια, κάποιου είδους άνοιγμα ταυτόχρονα με μιας μορφής αγκαλιά. Άφημα ίσως.