Νιόνιο, αγάπη μου

Απόψε θυμήθηκα το Περιβόλι του Σαββόπουλου και πώς πρωτοάκουσα τον δίσκο «Το περιβόλι του τρελλού».

Όταν λοιπόν ήμουν πρώτη ή δευτέρα Γυμνασίου (τω καιρώ εκείνω), τη γιορτή της 25ης Μαρτίου την έκανε ένας μαθηματικός που ήταν ωραίος τύπος και αριστερός (έμοιαζε μάλιστα φατσικώς με τον Τάλω). Αντί λοιπόν για τα γνωστά πατριωτικά τραγούδια και φω τσαμικα, πέφτει και η «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη», από τη χορωδία του Γυμνασίου υπό τη διεύθυνση μιας θεούσας καθηγήτριας μουσικής (πλην όμως καταπληκτικού ανθρώπου και δασκάλας — της χρωστάω εν πολλοίς τη Μουσική). Παθαίνω τρελή πλάκα, τρελή όμως, και μετά τη γιορτή πηγαίνω στον μαθηματικό και τον ρωτάω τι είναι αυτό, από ποιον δίσκο κτλ. Μου λέει και πάω και γράφω τον δίσκο σε κασέτα, τον οποίο ακόμα θεωρώ από τους καλύτερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών.

Μετά κόλλησα με τον Νιόνιο για χρόνια.

Η πόλις

Τα καλά ξεκίνησαν ήδη από χτες. Είδα έναν νέο φίλο και μιλήσαμε. Μου είπε πολύ σημαντικά πράγματα. Αν και ήμουνα βαρύς μέσα μου, αυτά που μου είπε τα κράτησα και τα δούλεψα.

Και σήμερα βαρύς ήμουν. Μετά όμως πήρα και έστειλα όμορφα μηνύματα, ο μόνος λόγος που πραγματικά μου αρέσει που έχω κινητό: τα μηνύματα. Εκείνη την ώρα περπατούσα πίσω από το Ιντερκοντινένταλ προς Καλλιρρόης. Σουρούπωνε. Η διαδρομή είχε μια αίσθηση μαγική. Η αγαπημένη πόλη, η πόλη των ονείρων μου. Κι ας λέω ότι έγινα άνθρωπος στο Λονδίνο, κι ας με γεμίζει νοσταλγία αβάσταχτη η θύμηση του Λονδίνου: στην Αθήνα υπήρξα ευτυχισμένος, της Αθήνας ο χάρτης είναι κατάστικτος με σημεία χαράς, με στίγματα συμπυκνωμένου χρόνου, έστω. Η Αθήνα είναι η μόνη μου πατρίδα, τελικά.

Συνέχισα να περπατάω. Έπεφτε το σκοτάδι ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα της Καλλιρρόης. Το τραμ πέρασε από δίπλα μου κατάφωτο σαν έκπληξη, γεμάτο κόσμο. Ευτυχία με άγγιξε.

Και μετά αναλογίστηκα πως δεν υπάρχει κανένας λόγος να λυπάμαι όταν αφήνω αυτήν την πόλη που αγαπάω. Η πόλις με ακολουθεί, την κουβαλάω μέσα μου. Με έχει κρύψει μέσα της και μου έχει δώσει καταφύγια, την κατοικώ. Έχει αφήσει τον χάρτη της να αποκτήσει νόημα για μένα, διάσπαρτος με θαύματα. Στο τέλος, εντυπώθηκε μέσα μου κι αυτή.

Και με αυτή τη σκέψη κοίταξα ψηλά τον ουρανό της και χαμογέλασα.

Οι τεχνίτες της απόκρυψης

Ακολουθεί άχρηστη αυτοαναφορική ανάρτηση.

Από τότε που ξεκίνησα το μπλογκ, η επικαιρότητα είναι συνήθως μια μελαγχολική υπόθεση και προσπαθώ, ανεπιτυχώς συνήθως, να της ξεφύγω. Κατά καιρούς, π.χ. όταν γράφει ο θας, ο οποίος με τον πάλαι Κουκουζέλη μου έδωσαν το έναυσμα να αρχίσω ελληνικό μπλογκ κι από τον οποίο έκλεψα τον τίτλο, με κάνουνε να στραφώ μέσα μου, να θέλω να πω ιστορίες. Τέτοιες φορές νιώθω την ανάγκη να πω κάτι δικό μου, τόσο μικρό που να μη φανερώνει παρά ένα μόνο κίνημα της ψυχής αλλά και τόσο σημαντικό, ώστε να το φανερώνει αυτό το κίνημα, αυτή τη διάθεση, αυτή την όψη πραγματικού εαυτού.

Μόνο που δεν ξέρω να λέω ιστορίες. Ούτε καν τις δικές μου. Ξεκινάω από αλλού γι’ αλλού, πέφτω σε ατέλειωτες παρεκβάσεις (των οποίων στο σχολείο μάς έλεγαν ότι πατέρας είναι ο Ηρόδοτος), προδίδω τις λέξεις, με προδίδει η γλώσσα, χάνω το νήμα και στο τέλος σού λέει ο άλλος: κάλπη, κερατά, μπούρδα — πάψε να παιδιαρίζεις. Ή απλώς βαριέται. Γι’ αυτό δεν μπορώ να πω ιστορίες. Κι όταν θέλω να σας κάνω να γελάσετε (εσάς που με ξέρετε), δε σας λέω ανέκδοτα. Κάνω πνεύμα. Συνήθως με τον πόνο μου.

Αλλά έκανα παρέκβαση πάλι. Ξεκίνησα να φανερώσω ή να αποκρύψω κάτι δικό μου. Ή μάλλον, να δώσω σημάδια, όχι παραπειστικά, αλλά κρυφά. Όπως είπε και ο άνθρωπος που μας έδωσε το τσιτάτο ‘child in time’, ἁρμονίη ἀφανὴς φανερῆς κρείσσων. Ή, ακόμα καλύτερα: ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει. Δε φανερώνει ούτε αποκρύπτει, παρά δίνει σημάδια. Άντε λοιπόν να δούμε.

Για ένα πράγμα με έχουν κατηγορήσει όλοι οι δικοί μου άνθρωποι ανεξαιρέτως, όλοι: ότι στη δική μου ζωή βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα λασπερό χαντάκι. Εγώ ο πιστοποιημένα απαισιόδοξος και οριακά κυνικός κατηγορούμαι συχνά στα προσωπικά μου για αφελή αισιοδοξία, εθελοτυφλία και εμπριμέ εξιδανικεύσεις. Θυμάμαι καβγάδες σαν καθημερινή εντριβή με γυαλόχαρτο επί μήνες, ότι το μόνο που υπάρχει γύρω μου είναι σίδερα και ντουβάρια κι εγώ βλέπω δρόμους και σημεία φυγής στον ορίζοντα. Θυμάμαι αναγγελίες ανά δεκαπενθήμερο για έναν ολόκληρο χρόνο ότι ήρθε το τέλος, ή ότι το τέλος έχει έρθει και μόνον εγώ δεν το ξέρω. Θυμάμαι καβγάδες που, λέει, ήταν ο πόλεμος της συντέλειας: μόνον εγώ μέσα στην αφέλειά μου νόμιζα ότι άμα ραγίσει το γυαλί ξανακολλάει. Θυμάμαι φιλίες που τέλειωσαν για πάντα, αλλά το «για πάντα» κράτησε μόνον οχτώ και δώδεκα μήνες. Θυμάμαι ότι καταδικάστηκα κι ότι μάταια έλπιζα, αλλά απαλλάχτηκα με βούλευμα (μεταφορικά μιλώντας — δεν έχω δικαστεί ποτέ). Θυμάμαι ότι επέλεξα την εξορία (και καλά) και τη μοναξιά αλλά κι αυτές δεν κράτησαν. Μέχρι και έναν δωδεκαετή θυμό θυμάμαι που ξεφούσκωσε και έπεσε αθόρυβα σε μισή ώρα, αποκαλύπτοντας ένα θαυμάσιο τοπίο πίσω του. Θυμάμαι κι άλλα, αλλά μπήκατε στο νόημα: χαμένο κορμί με φωνάζουν κι αλήτη. Ξανά και ξανά. Δηλαδή, όχι χαμένο κορμί αλλά, ας πούμε, δεσμώτη της αυταπάτης.

Αγαπητοί αναγνώστες, που διαβάζετε αυτά τα ακατονόητα ακόμα, πάντοτε δικαιώθηκα. Όχι γιατί έχω δίκιο ή γιατί συνήθως έχω δίκιο. Όχι δα. Ίσα-ίσα, με δυο ρητά πορεύομαι: pecca fortiter είναι το ένα. Παρά γιατί, αν επιλέξω κάτι ή κάποιον, σημαίνει ότι το θέλω, όχι ότι έτυχε, ή ότι μου έκατσε. Μόνο μια ψυχή το κατάλαβε αυτό που μου είπε πριν 5-6 χρόνια ότι κάνω πάντα λες και θα αγοράσω σπίτι. Έτσι: όταν βλέπω δέντρα και ρυάκια εκεί που δεν υπάρχουν παρά κοπριές, μολόχες κι ένα χαντάκι δύο τινά συμβαίνουν: ή πράγματι βλέπω καλύτερα και πιο μακριά ή, συνήθως, είμαι έτοιμος να αρχίσω βαρβάτο σκάψιμο και συστηματική κηπουρική.

Κι αυτό είναι το μικρό μου μυστικό: βαριέμαι, αδιαφορώ, απέχω, αποφεύγω, γκρινιάζω (ω θε μου, η γκρίνια είναι δεύτερη φύση για μένα, αν έχετε διαβάσει Sraosha το ξέρετε), αλλά άμα θελήσω, θέλησα και θέλησα ολόψυχα και δίνομαι. Κι επίσης, όταν θέλω, εγώ ο γενικά ανυπόμονος, έχω γαϊδουρινή υπομονή. Κι αυτό είναι το δεύτερο ρητό: cunctando regitur mundus.

Να ευχηθώ σε όλους Ágætis byrjun (καλή αρχή).

Πίστις και σεξ

(Ο τίτλος, επίτηδες, παραπέμπει σε φυλλάδια χριστιανικών οργανώσεων, αυτών των αγνοημένων σοβιέτ που διαφεντεύουν ακόμη μέρος της χώρας και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης.)

Πριν κάτι μέρες πήγα σ’ ένα μοναστήρι να δω μια φίλη που έγινε μοναχή πριν περίπου 15 χρόνια.

Κάθε φορά που πάω σε μοναστήρι κάνω τις αναμενόμενες κοινότοπες σκέψεις: πώς είναι να μην το κάνεις καθόλου· μωρέ αυτοί που είναι να το κάνουν, το κάνουν — ενώ εκείνοι που δεν το κάνουν, σκασιλάρα τους έτσι κι αλλιώς: ούτε έξω στον κόσμο θα το έκαναν· τέτοια χαζά.

Αυτή τη φορά, περιμένοντας τη φίλη που εγκατέλειψε τα εγκόσμια πριν 15 χρόνια, κάθησα σε ένα πεζούλι κάτω από ένα ωραίο δέντρο και κοιτούσα τους προσκυνητές και επισκέπτες που μπαινόβγαιναν στο καθολικό του μοναστηριού, προ δεκαπενταετίας ήταν οι κλασσικοί θεουσάνθρωποι, αλλά πλέον ο κόσμος έχει αλλάξει και βλέπεις κάθε καρυδιάς καρύδι, όχι ντε και καλά πονεμένο, παρά και διάφορους ξένους ορθόδοξους σε προσκυνηματικού τύπου εκδρομές.

Τους παρατηρούσα προσεκτικά φορώντας την έκφραση του ελαφρώς διψασμένου και πολύ αποσταμένου προσκυνητή που απλώς με καρτερία κοιτάζει εγκάρσια προς κάποιον τοίχο, γλάστρα ή γάτα μοναστηρίσια. Έτσι όλοι νομίζουν πως εύκολα διαβάζουν τις προθέσεις σου (νερό, γλυκό κουταλιού, ίσκιο, ξάπλα στο πούλμαν της επιστροφής), ενώ εσύ είσαι αλλού για αλλού. Αυτή τη φορά ήμουν εκεί, σε αυτές τις σκέψεις:

Τη δεκαετία του ’60 (δηλαδή στα 1967-1973, που εμείς εδώ είχαμε χούντα) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι το σεξ είναι εγγενώς και απολύτως καλό, εξ ορισμού όμορφο, ένα απόλυτο αγαθό. Την άλλη σύντομη δεκαετία του «Τραπεζάκια Έξω», του «Τεριρέμ» και του «αλφαβηταριού της πίστης» (ας την πούμε του ’80) πάρα πολλοί πίστεψαν ότι η πίστη είναι εγγενώς και απολύτως καλή, εξ ορισμού μεταρσιωτική, ένα απόλυτο αγαθό. Μάλιστα, σε μια έξαρση συνθετικού οίστρου, κάποιοι οραματίστηκαν τη σύζευξη των δύο, και θεώρησαν ότι συνδυάζοντας τα δύο θα δούνε ό,τι και ο Δάντης στο τελευταίο άσμα του Παραδείσου: Θεού πρόσωπο. Και έπραξαν αναλόγως, ή προσπάθησαν τουλάχιστον: από απόδειπνο σε παραλία ερημική, από βαμβουνακική μοιχεία κι αρπαχτή σε αγρυπνία στο Μετόχι του Παναγίου Τάφου, από αρχονταρίκι σε καυλαντίσματα με ωραίες αλλά απόρθητες θεούσες, από φοιτητομπερδεματα σε εκδρομές στο Όρος κτλ.

«Γιατί χλευάζεις, ρε μαλάκα;», θα μου πείτε. Δε χλευάζω ακριβώς. Απλώς οι δύο θέσεις, ότι το σεξ είναι πάντα και απόλυτα καλό και ότι η πίστη είναι πάντοτε απόλυτο αγαθό, είναι πλανερές εξώφθαλμα — ακόμα κι αν δεις το σεξ και την πίστη στην καθαρή μορφή τους (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό).

Το σεξ μπορεί να είναι ρουτίνα ή πηγή άγχους ή θλίψης, το σεξ μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε ιταλικά τηλεοπτικά σόου και ιταλικές σεξοκωμωδίες. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου με τη μορφή κάθε λογής βιασμού και εξαναγκασμένης εκπόρνευσης. Αυτονόητα πράματα.

Αντίστοιχα πράματα ισχύουν για την πίστη, και μάλιστα σε μαζικότερη κλίμακα. Η πίστη βεβαίως είναι πηγή άγχους ή θλίψης για εκατομμύρια ανθρώπων, ιδίως η πίστη των άλλων που σου τη φοράνε κατάσβερκα, η πίστη μπορεί να είναι μπανάλ: θυμηθείτε μαγαζάκια γύρω στη Μεγαλόχαρη, φυλαχτά κάθε λογής και γραφικούς ανθρώπους με τους οποίους ασχολούμαστε μόνο και μόνο γιατί εκπροσωπουν κάποια θεότητα. Μπορεί να είναι (και είναι για εκατομμύρια ανθρώπων) μέσο εκμετάλλευσης, καταστροφής και ανήκεστου πόνου — κι εδώ ακόμα κι ένας συνοπτικός κατάλογος θα ήταν μακρύς κι αβάσταχτα θλιβερός αλλά και γεμάτος κακογουστιά: σκεφτείτε μόνον τη δυστυχία και το AIDS που σκορπίζει η άρνηση των καλών Καθολικών να σκουφώσουν το πουλί τους.

Και δηλαδή τι να κάνουμε, να καταργήσουμε το σεξ και την πίστη; Η κατάργηση του σεξ δεν πέτυχε, ούτε της πίστης θα πετύχει (ακόμα και αν της δίναμε κι αυτηνής καμμιά 20αριά αιώνες διορία). Όπως το σεξ είναι ό,τι είναι στην ουσία του (ό,τι πάλι κι αν σημαίνει κι αυτό), η πίστη στην ουσία της είναι ένα φάρμακο με την αρχαία σημασία της λέξης, δηλαδή και ναρκωτικό και ίαμα, αλλά και με την ψυχοτροπική: μαστουρώνει, δίνει ελπίδα, καταπραΰνει, μεταρσιώνει, δίνει χαρά.

Και, για να γίνω κι εγώ μπανάλ, τι είναι η ανθρώπινη κατάσταση παρά η δυστυχία που νιώθουμε και προκαλούμε κυνηγώντας τη χαρά.

Σημεία των καιρών

Το τοπίο γύρω μου με έκανε να ξεχνάω τον εγκληματικό καρόδρομο με τις κορίνες του και τους γνωστούς οδηγούς. Εκεί πριν την Ακράτα πέφτει μια διασκευή του ‘Because the night’.

Το τραγούδι αυτό το αγαπώ και νομίζω πως συγκαταλέγεται στα καλύτερά μου ερωτικά τραγούδια. Δεν έχω ερωτευτεί χωρίς να μουγκρίσω μέσα μου (όπως η Πάτι Σμιθ της αυθεντικής εκτέλεσης) «come on now, try and understand / the way I feel under your command». Την Πάτι Σμιθ τη σέβομαι απεριόριστα σαν καλλιτέχνη· θα ήθελα να είναι θεια μου, να έρχεται λετσοχασικλωμένη στο σπίτι και να τη λοξοκοιτάζει ο πατέρας μου. Τέλος πάντων, τι να γράψεις για τη γυναίκα…

Μιλώντας για την Πάτι που μουγκρίζει στο συγκεκριμένο τραγούδι, νομίζω ότι λίγες φορές έχει εκφραστεί στο τραγούδι παγκοσμίως η παραμελημένη και αγνοημένη γυναικεία σεξουαλικότητα όπως στην αυθεντική εκτέλεση του ‘Because the night’. Τέλος πάντων.

Άκουγα λοιπόν την ψιλοχορευτική αλλά αξιοπρεπή εκτέλεση και πιάνω το κοριτσάκι να τραγουδάει, αντί για «so take me now, take me now, take me now», «so touch me now, touch me now, touch me now».

Θύμωσα. Να μια χειροπιαστή απόδειξη του ότι πάμε προς τα πίσω: το 1978 μπορούσε μια γυναίκα να διεκδικεί στο ράδιο με ρώμη και αξιοπρέπεια, ούτε γατίσια ούτε πορνοσταριλίδικα, «πάρε με τώρα». Το 2011 ζητάει απλώς να την αγγίξουν.

Προτεραιότητες

Υπέβαλα τον εαυτό μου στη δοκιμασία να παρακολουθήσει ειδησεογραφικές εκπομπές του Σκάι, του Άλφα, του Άλτερ. Το έχω ξαναπεί, σαν να βλέπεις ανατολικογερμανικές ειδήσεις είναι: καταστροφολογία, διαστρέβλωση, προπαγάνδα. Πόσους τόνους μάρμαρο έφαγαν οι αστυνομικοί, η αδιαλλαξία των ιδιοκτητών ταξί (μια φορά έχουνε δίκιο κι αυτοί οι άνθρωποι…) και καπάκι ρεπορτάζ για τα αλβανικά καλάσνικοφ: καινούργια όπλα κατά αστυνομικών — λίγο να μην προσέχεις, νομίζεις ότι ο Σύριζα κατεβάζει στις διαδηλώσεις ένοπλους με καλάσνικοφ.

Είμαστε πάντως πια η χώρα των αλλού γι’ αλλού προτεραιοτήτων. Μέτρα για τη μείωση του θορύβου, λέει. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από τα φρικτά μηχανάκια; Όχι, από τις καμπάνες των ρολογιών. Μέτρα για τα κατοικίδια. Και πολύ σωστά. Ξεκινάμε από την εφαρμογή του νόμου για την κακοποίηση ζώων, και μάλιστα δημοσία, ή τις φόλες; Όχι, από το να φορολογήσουμε ιδιοκτήτες τριών ζώων.

Και πάλι, σε μεγάλη κλίμακα, το θέμα των αντεστραμμένων ιεραρχικά προτεραιοτήτων το βλέπουμε παντού, ας μην κολλάμε στα μικρά. Εντάξει, ναι, και πολύς κόσμος μιλάει για μισθούς, συντάξεις και τον ΦΠΑ του 23% — ακόμα και στο τι θέλει το ΥΠΕΠΘ (ή πώς το λένε στο Newspeak) να κάνει στα πανεπιστήμια. Απ’ όσο φαίνεται όμως οι αντεστραμμένες ιεραρχικά προτεραιότητες είναι συστημικές, ένα γενικευμένο μόντους οπεράντι, που θα έλεγε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, αυτής της κυβέρνησης. Μια Ζεν προσέγγιση στην πολιτική πράξη, αλλά όπως θα καταλάβαινε το Ζεν ο Σταν Λη, ο κομιξάς όμως. Μετά το ταοϊστικό wu-wei του Κωστάκη, το τρελο-Ζεν του Γιωργάκη. Ο οποίος πλέον, όταν τον ακούς, είναι πλέον εξίσου καραγκιοζοπαίχτης με τον προκάτοχο, όταν ήταν πρωθυπουργός, πριν χάσει τη μιλιά του.

Ιούλιος

Ως γνωστόν, το καλοκαίρι με κουράζει ενώ τη ζέστη την απεχθάνομαι με ζέση, ειλικρίνεια και συνέπεια.

Όμως, ο Ιούλιος.

Ο Ιούλιος είναι μηνας συμφορών, όπως και κάθε μήνας τελικά. Απλώς, όταν άκουσα για τη νορβηγική εκατόμβη (κι αναρωτήθηκα — «μα έχει εχθρούς η Νορβηγία;») θυμήθηκα την επίθεση στο Λονδίνο to 2007, στην παλιά γειτονιά μου, στο λεωφορείο που έπαιρνα να πάω σπίτι μου.

Ο Ιούλιος είναι και μήνας θαυμάτων όμως. Μεγάλων και μικρών. Αν ήμουν ο ολντμπόυ θα σας έλεγα τώρα για τη διάσκεψη κορυφής της 21ης Ιουλίου, αν ήταν θαύμα και τι θαύμα κι αν έγινε τελικά, αλλά ούτε που κατάλαβα τι προέκυψε. Άλλωστε τα θαύματα που έχω στον νου μου είναι ιδιωτικά θαύματα: όχι από αυτά που θα δείξουν επιτέλους στον κόσμο ποιος κυβερνά τις συγκυρίες, ή τίνος είναι η γη και το πλήρωμα αυτής, παρά εκείνες οι στιγμές επιφάνειας που μας φωτίζουν, και που θα τις πάρουμε μαζί μας.

Μεγάλα θαύματα: όλα στη ζωή μου τον Ιούλιο, πλην ενός.

Μικρά θαύματα: δύο πάρα πολύ πρόσφατα.

Χτες το απόγευμα, με τον ήλιο πίσω μου, μέσα στο νερό, κοιτάζω τους φωτεινούς ίσκιους απέναντί μου, ό,τι με αφήνει ο αστιγματισμός να διακρίνω, δηλαδή. Από το ίδιο σχεδόν σημείο (πώς να μπεις στο ίδιο σημείο μέσα στο νερό) τις κοιτούσα πριν τρία χρόνια. Τότε προσδοκούσα ήρεμος το αδιανόητο. Χτες χαιρόμουν τον ερχομό των μικρών πραγμάτων, περιμένοντας να τους αφοσιωθώ.

Το πρωί σήμερα πριν το πλοίο διάβασα αυτό, για τον Μπαγιαντέρα. Απόψε, πριν από λίγο, βγήκα στο σκοτάδι να απλώσω τα ρούχα. Θαύμαζα το αγαπημένο δέντρο στον ακάλυπτο και ξαφνικά ακούω από τη διπλανή πολυκατοικία κάποιον να τραγουδάει χαμηλόφωνα αλλά καθαρά — όπως αρμόζει σε καλοκαιρινή οινοποσία που βγάζει στον ακάλυπτο — «σα μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει». Μετά τραγούδησε άλλα τρία του ρεμπέτη. Όχι όμως το «ξεκινά μια ψαροπούλα» που, σε μια εκτέλεση λίγο τζαζομπαλαντίσια, επενδύει το ψοφόκρυο του Σικάγου στην πιο χαρακτηριστική κινηματογραφική εικονογράφηση της νοσταλγίας, στο ‘Big fat Greek wedding’…

Μετς

Αφορμές να γράψεις πάντα υπάρχουν πολλές. Με ρωτάνε λ.χ. για την Κύπρο αλλά με καλύπτει αυτό, εκτός από την τελευταία παράγραφο: δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεται κανείς για το πού γεννήθηκε: και στην Κύπρο ενδημεί ομόλογη καφρίλα άφθονη, απλώς διαφορετικών προδιαγραφών.

Άλλη αφορμή: μπαίνω σε ταξί και κλείνω την πόρτα. Το ράδιο λέει για τον φόνο στον Λαγανά και ότι η «τοπική κοινωνία είναι συγκλονισμένη και σοκαρισμένη». Τον ταξιτζη κι εμένα μας πιάνουν αμέσως νευρικά γέλια επιτόπου, λες και είμαστε συνεννοημένοι. «Πάντα αντιδρούμε λες και δεν ξέρουμε τίποτα, όπως με τα στημένα και τόσα άλλα», λέει στα μισά της σύντομης διαδρομής, Ζακυνθινός ο ίδιος.

Λοιπόν, όχι. Να σας πω για χτες. Κατά τις 6 κατέβαινα από το Κολωνάκι (του οποίου τον κόσμο σιχαίνομαι αμείωτα από τότε που ήμουν 16) κι είπα να κόψω μέσα από το Μετς και να κάνω πως χάνομαι εκεί μέσα κιόλας. Η ώρα ήταν όμορφη. Είχε ζέστη αλλά υποφερτή, ωραία ζέστη για πόλη, ζέστη με το αεράκι της. Όλα έλαμπαν κι αστράφταν, ήδη από τη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μέσα στους δρόμους κοιτούσα τις προσόψεις και ένιωθα την ησυχία. Μια ησυχία που μου υπενθύμιζε διαρκώς ότι περπατούσα ανάμεσα σε σπιτικά ανθρώπων. Είναι κρίμα που μια πόλη με τόσο διαφορετικές γειτονιές και τόσο διαφορετική αίσθηση από γειτονιά σε γειτονιά να την εκτιμούν τόσο λίγοι από τους κατοίκους της.

Μετάνιωσα που δεν είχα τη φωτογραφική μηχανή μαζί μου.

Υπο γωνία

Ντρέπομαι να ξεφωνίζω πράγματα που διαβάζω, όσο πλανεμένα ή και εξωφρενικά και αν τα βρίσκω, γιατί μου έχουνε σφυρίξει ότι αντί να αναιρέσω αυτό που θεωρώ πλάνη, το αποκαλώ παραλογισμό και αποκύημα ημιμάθειας ή αμάθειας και σταματώ εκεί.

Η αμάθεια δεν είναι ούτε χειρότερη ούτε καλύτερη από την ημιμάθεια. Δε νομίζω ότι τελικά εκεί βρίσκεται το θέμα: ό,τι ξέρει ξέρει ο καθένας, ό,τι καταλαβαίνει καταλαβαίνει. Όπως ξαναέγραψα πριν κάτι χρόνια, εδώ που βρισκόμαστε, ένα από τα προβλήματά μας είναι ότι ο άλλος, είτε αμαθής, είτε ημιμαθής, φρονεί ότι μπορεί να μας πουλήσει μυαλό και πολυπράγμονα σπουδαιοσύνη έτσι κι αλλιώς, με τουπέ και με άποψη περίσσια. Τέλος πάντων.

Ο λόγος που δεν προσπαθώ να αναιρέσω όσα θεωρώ προϊόντα πλάνης είναι γιατί συνήθως δεν είμαι σίγουρος ότι ο άλλος πλανάται. Επιπλέον, είμαι πολύ ανεκτικός στην πλάνη. Οπότε, άμα ασχολούμαι με κάτι για να το κράξω, ασχολούμαι συνήθως μόνο με πραγματικά κολοσσιαίες μπούρδες: είτε αποκυήματα αυτής της επιθετικής και τσαμπουκαλίδικης ημιμάθειας ή και αμάθειας, είτε αγυρτείες.

Ωστόσο ας προσπαθήσω να δω τρεις συζητήσεις που σίγουρα δε φαίνονται να είναι αποτέλεσμα ούτε επιθετικής ημιμάθειας, ούτε όμως και αγυρτείας (και παραγωγής προπαγάνδας) — για να φανώ πολύ καλόπιστος. Η πρώτη αφορά τη συζήτηση περί πολιτικής βίας, καταστροφής του αστικού τοπίου και αστυνομικής διαχείρισης πλήθους. Η δεύτερη — σαφώς πιο απλή στις παραμέτρους της — περιστρέφεται γύρω από την Αθήνα ως τουριστικό προϊόν. Η τρίτη, η πιο σύνθετη από όλες, ταυτίζει την πολιτική ανυπακοή με την ανομία· γι’ αυτήν την τρίτη απλώς κάποιες σκέψεις θα εκθέσω.

Τα πλήθη και τα στίφη

Διάβασα με έκπληξη κείμενο της Σώτης Τριανταφύλλου το οποίο, ανάμεσα στα άλλα, προχωράει στη διατύπωση δύο ισχυρισμών: ότι η κατάχρηση δακρυγόνων από την ΕΛ.ΑΣ. είναι συνέπεια της ελλιπούς κατάρτισής της στη διαχείριση πλήθους και ότι στην Ελλάδα ανεχόμαστε τη βία κατά της αστυνομίας και εν γένει τη βία των πολιτών αλλά απεχθανόμαστε και στηλιτεύουμε την αστυνομική βία.

Ενδεχομένως η ΕΛ.ΑΣ. να είναι ελλιπώς καταρτισμένη στη διαχείριση πλήθους, όπως και σε τόσα άλλα. Ενδεχομένως η ωμότητα, η μεθοδευμένη βαρβαρότητα και το περίσσευμα σκληρότητας και φονικής επιμονής να είναι αποτέλεσμα μόνον ελλιπούς κατάρτισης, όχι σαφών άνωθεν εντολών να σπάσει η πλατεία με κάθε τίμημα ή του πολιτικού ενστερνισμού εκ μέρους στελεχών και ομάδων της ΕΛ.ΑΣ. αυταρχικών και ολοκληρωτικών αντιλήψεων περί την καταστολή και αστυνόμευση. Θα έπρεπε να είναι αυτονόητο ότι δεν έχουν έτσι τα πράγματα — δεν παραθέτω παρά ένα λινκ. Επίσης, τελικά το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα δακρυγόνα αλλά το ελεεινό και σαρωτικό βρωμόξυλο εναντίον πολιτών, όχι μόνον στις 29 Ιουνίου αλλά πάντοτε: πας σε πορεία και ξέρεις ότι πιθανότατα θα φας ξύλο από τα ΜΑΤ, κι αυτό το λέει κάποιος που έχει πάει σε ελάχιστες πορείες, λόγω ιδιοσυγκρασίας και περιστάσεων. Δεύτερον, αν η ΕΛ.ΑΣ. έκανε kettling ή έριχνε βρωμόξυλο εφίππως, πέρα από το να ρίχνει δακρυγόνα, δε θα λύνονταν τα προβλήματά μας. Όταν ο γιατρός (για να χρησιμοποιήσω τη δικαιωμένη χουντική μεταφορά) είναι αλμπάνης, δε φταίνε τα ελαττωματικώς αποστειρωμένα εργαλεία του, αυτά απλώς χειροτερεύουν την κατάσταση.

Όσο για το αν προτιμάει ο Έλληνας την βία των πολιτών από την αστυνομική (εικάζοντας προς στιγμήν ότι δεν έχει λόγο να την προτιμάει, π.χ. επειδή είναι έκφραση αντίστασης απέναντι σε μια αδίστακτη και βαθιά πατερναλιστική εξουσία), νομίζω ότι η επισκόπηση των αντιδράσεων της κοινής γνώμης π.χ. στην υπόθεση Μελίστα ή τον Δεκέμβριο του 2008 θα είναι διαφωτιστικότατη. Βεβαίως και ο κοσμάκης θέλει ο αστυνόμος να μπορεί να ρίχνει και καμμιά ψιλή (ή χοντρή) όταν χρειάζεται.
Πέρα από τη Σώτη Τ., κι εγώ λυπάμαι για τα σπασμένα μάρμαρα, αλλά πιο πολύ λυπάμαι για τα σπασμένα κεφάλια, πλευρά, μύτες, κνήμες, τύμπανα, σπλήνες. Κι εγώ απεχθάνομαι τη βία αλλά δεν μπορώ να συμψηφίσω την απρόκλητη, βάναυση και κτηνώδη επίθεση στο πλήθος την 29η Ιουνίου με το έγκλημα της Μαρφίν ή — πολύ περισσότερο — με τους δικαιολογημένους προπηλακισμούς βουλευτών εκ μέρους όσων εκπροσωπούν στο αντιπροσωπευτικό νομοθετικό σώμα.

Come with me για να τη βρεις

Οι τουρίστες πηγαίνουν κάπου είτε γιατί κάτι μη-ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (ήλιος, θάλασσα, βουνά, χιόνια, κορίτσια, αγόρια, κραιπάλη), είτε γιατί κάτι ιστορικό τους τραβάει το ενδιαφέρον (Ιερουσαλήμ, Αθήνα, Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη), είτε — σπανιότερα — ένας συνδυασμός των δύο (Βαρκελώνη και περίχωρα). Οι μη-ιστορικοί προορισμοί μπορούν να διαμορφωθούν σχετικά άνετα ώστε να προσφέρουν στον τουρίστα το μη-ιστορικό τουριστικό προϊόν με τον προσφορότερο δυνατό τρόπο: ήλιο και θάλασσα στην Κόστα Μπράβα, ψώνια στο Ντουμπάι, συνέδρια στο Πόρτο Καρράς κτλ. Το να αναρωτιέσαι όμως γιατί η Αθήνα (ιστορικός προορισμός) δεν έχει το αεροδρόμιο του Τελ Αβίβ, τις προσόψεις του Παρισιού, τις συγκοινωνίες της Φρανκφούρτης, τα βαπόρια του Βανκούβερ ή τους πεντακάθαρους δρόμους της Σιγκαπούρης (αυταρχικής πόλεως-κράτους της Άπω Ανατολής) δεν είναι παρά ένα συγκεκαλυμμένο αίτημα να αντικαταστήσεις έναν ιστορικό προορισμό (με τη γεωγραφία, την κουλτούρα και την πολιτική του) με κάποιον άλλο, ενδεχομένως λιγότερο ιστορικό, προορισμό.

Ανομία κι ανυπακοή

Η απαγόρευση του καπνίσματος πολεμήθηκε και καταστρατηγήθηκε και στα πλαίσια αυτού που λέμε ανομία (το οποίο στην Ελλάδα μεταφράζεται σε πλήρη περιφρόνηση για τον δημόσιο χώρο, και δεν ανάγεται σε θεολογικές κατηγορίες, όπως ισχυρίστηκε η Κρίστεβα παλιότερα κι ο Ράμφος πρόσφατα) και ως πράξη πολιτικής ανυπακοής. Δεν είναι κάθε πράξη ανομίας, όπως το να παρκάρω όπου μου καπνίσει, πολιτική ανυπακοή. Δεν είναι κάθε πράξη πολιτικής ανυπακοής ανομία, όπως το να αμυνθώ κατά του μπάτσου που μου την πέφτει απρόκλητα.