Το ποστ που δεν έγραψα

Έκατσα να γράψω ένα ποστ χτες, σχεδόν ξενύχτησα για να το γράψω, και μετά το έσβησα. Ήταν ένα χεστήριο κείμενο, διαφορετικό από ό,τι έχω γράψει: ούτε σαρκαστικό, ούτε τάχα μου υπεράνω αλλά επίτηδες πρόστυχα γραμμένο.

Έλεγα αυτά που έχω ξαναπεί, ότι η πνευματική ελίτ του τόπου αποτελείται από ανθρώπους όχι κουτούς, όχι πάντοτε μοχθηρούς και πουλημένους αλλά — κυριότατα — από βαθιά αμόρφωτους και σπερμολόγους ψευδολόγιους. Ισχυριζόμουν (χώνοντας πάντα και βρίζοντας θρασύτατα και ποταμηδόν, με αφορμή την ελεεινή διακήρυξη, τα καμώματα του αιώνιου Μίκη και πώς τον χαϊδεύουν, αλλά και τους δημοσιογράφους μας οι οποίοι γεννήθηκαν προχτές και μάλλον σε κάποιο απομονωμένο υψίπεδο της Νέας Γουινέας) ότι η μανία μας να παράγουμε λόγο και τέχνη χωρίς να έχουμε προσλάβει ποσώς λόγο και τέχνη (συνήθως δουλεύοντας μια μανιέρα που — βεβαίως — μόνον εμείς κατέχουμε), η μικρόνοη καχυποψία και κομπλεξική απέχθειά μας προς οτιδήποτε δε μας φαίνεται συνέχεια κάποιου ελληνικού στοιχείου και η ανύπαρκτη επαφή μας με, τι να πω, οτιδήποτε μας οδηγούν εδώ που είμαστε: άναρθρους και άτεχνους και χαμένους σε εικοτολογίες, στερεότυπες κουταμάρες, σπουδαιοφανείς υπεραπλουστεύσεις και προβολές κάθε είδους συλλογικής ανασφάλειας με μορφή «σκέψης».

Αυτά έλεγα πάνω κάτω αλλά τα έχω ξαναπεί, το ύφος του κειμένου ενοχλούσε πρώτα-πρώτα εμένα, κανείς δεν ενδιαφέρεται έτσι κι αλλιώς και, τέλος, έχω κάνει τάμα να μην ασχολούμαι με το πολιτικό: από τη στιγμή που βγήκαν οι άνθρωποι στους δρόμους (για καλό ή για κακό) η κοινωνία θα πάρει τον δρόμο της· έτσι όπως τα κάναμε, οι φτωχοί θα υποφέρουν έτσι κι αλλιώς (το ζητούμενο είναι γιατί και για πόσο)· οι φασίστες θα μας βρούνε μπροστά τους.

Δήλωση φρονημάτων

Προσπαθώ εδώ και πολλά χρόνια να καταλάβω τη μία παράμετρο, τη μία ειδοποιό διαφορά που μας κάνει καλύτερους σε όλα από τους Ιταλούς (όπου η πολιτική βλακεία και το ελεεινό γούστο ενδημούν και τους αποδίδονται και εύσημα) και διαφορετικούς από τους Ισπανούς (δε θα τους τα χώσω απόψε), λιγότερο καπάτσους από τους Βαλκάνιους και πιο γαϊδάρους από τους Τούρκους, πιο αγχίνοες και συγκρουσιακούς από τους Κύπριους και πιο άξεστους και τσομπάνους από τους (σλαβο)Μακεδόνες, λιγότερο ψυχάκηδες από τους Σέρβους αλλά πολύ πιο ψυχαναγκαστικούς από τους Βούλγαρους ή τους Ρουμάνους. Εικάζω ότι πρόκειται για κάτι που έχει να κάνει με την Παιδεία μας, με την ευρεία έννοια:. Με άλλα λόγια, κάτι από αυτά που μας ταΐζουν από παιδιά μας κάνει έτσι, και μάλιστα με σχετική ομοιομορφία: σκέφτομαι παιδιά γκασταρμπάιτερ, σκέφτομαι ‘Ελληνες φοιτητές στη Βρετανία, κτλ κτλ κτλ. Σκέφτομαι τη (μη) σχέση μας με τον δημόσιο χώρο, τον ηθικό μας κυνισμό, στα όρια της αγυρτείας, τον μελό τρόπο που αντιμετωπίζουμε το σύμπαν, τη μη-αλκοολική ευθυμία μας, τη διάθεσή μας να ασχοληθούμε με τον άλλο.

Φυσικά, αυτά είναι μια άσκηση εκ του προχείρου: γίνομαι ανθρωπολόγος εκ του προχείρου, «έχων τη μορφή του χοίρου», που έλεγε και ο συγχωρεμένος.

Πιο πολύ ακόμα και πολύ πιο έντονα με απασχολεί η φύση του έρωτα. Δεν προσπαθώ να την αναλύσω, την αντιμετωπίζω σαν ένα επείγον μα επίμονο μυστήριο που δεσπόζει στη ζωή μου. Αντιλαμβάνομαι ότι ενδεχομένως σύντομα ο έρωτας για τον έρωτα θα είναι κάτι παρωχημένο και κοινωνικά αξιόψογο. Πιθανόν οι επόμενες γενιές να νιώθουν και να κάνουν έρωτα αποκλειστικά ώστε να γίνουν κάτι άλλο: σύζυγοι, μητέρες, οικογενειάρχες, προϊστάμενοι, άντρες, γυναίκες, μέλη του τάδε ή του δείνα κλαμπ και ποιος ξέρει τι. Όμως για μένα ο έρωτας είναι ο μόνος τρόπος (και καμμιά φορά ο μόνος λόγος) να αισθάνομαι άνθρωπος κι όχι αδειασμένη σακβουαγιάζ σωριασμένη στα πλακάκια. Δεν ξέρω πώς ή γιατί· δεν μπορώ να το εξετάσω ή να το διερευνήσω και ούτε έχω και τη διάθεση. Πάντως ποτέ δεν έκανα έρωτα για να αποδείξω κάτι, ούτε για να κερδίσω κάτι (πέρα ίσως από περισσότερο έρωτα). Ομολογώ ότι αυτό μάλλον σημαίνει ότι έχω προβληματική και ελλειμματική κοινωνικοποίηση αλλά για μένα ο έρωτας, η ζωή του πνεύματος και — πάνω από όλα — η αγάπη είναι ο λόγος που είμαι άνθρωπος και όχι, λ.χ., γάτος.

Δεν ξέρω αν βγαίνει νόημα. Μάλλον δε βγαίνει.

Left behind

Η σειρά πρέπει να σας είναι τελείως άγνωστη. Διάβασα γι’ αυτήν πριν 3-4 χρόνια, τυχαία. Έχει πουλήσει περίπου 40.000.000 αντίτυπα. Ναι, στη γνωστή χώρα, στον τόπο της αμορφωσιάς, τόσο μακριά από την Ελλάδα και τον θεό της, ή μάλλον, τους θεούς της: τους προφήτες των καναλιών, τους κήρυκες των εφημερίδων, τους σεπτούς κληρικούς του μίσους, το χαύνο ιερατείο, τον λαό του θεού και τον υπόλοιπο λαμπρό θίασο. Ξαναθυμήθηκα τη σειρά με αφορμή τον ψευδοπροφήτη και μια περίληψη των 16 βιβλίων (μασαλλά! που έλεγε κι ο παππούς) υπάρχει εδώ.

Ωραία, εμάς γιατί μας αφορά; Μας αφορά γιατί αποτελεί μια άλλη πτυχή, πιο μπρουτάλ, του μεσσιανισμού και της εσχατολογίας που έχει επιπέσει σαν ηφαιστειακή στάχτη. Άλλοι περιμένουν τον Δρόμο του Κόρμακ Πώς-τον-λένε (το έχω τέσσερα χρόνια, εκατόν τόσες σελίδες, κι αρνούμαι να το διαβάσω). Άλλοι περιμένουν πυρηνικό όλεθρο (ακόμα). Άλλοι το 2012 των Μάγια. Άλλοι την κατάρρευση του καπιταλισμού. Άλλοι την επίθεση του Τούρκου, που θέλει να πάρει ή το Αγαθονήσι ή το Φαρμακονήσι ή το Παχυνήσι. Άλλοι το φαλιμέντο των τραπεζών και με παίρνουνε τηλέφωνο πού να τα βάλουνε τα λεφτά που δεν έχουν — λέω να αρχίσω να παίρνω μίζες. Ο Αντώνης περιμένει καινούργιο εμφύλιο, εγκαθιστά ρολόι σταματημένο (Doomsday Clock, ενδεχομένως), που όμως πάει σωστά δύο φορές την ημέρα, και κάνει έπαρση της σημαίας με το σφυροδρέπανο και το τιμημένο κόκκινο άστρο της Κρασνάγια Άρμια. Όλοι περιμένουν κάποιο τέλος. Θεαματικό κατά προτίμηση.

Για τον φίλο μου τον Α. δεν προβλέπεται τέλος. Έχει δύο παιδιά, μικρά. Τη γυναίκα του τη σχολάσανε όταν ήταν έγκυος στο πρώτο (ναι, γίνεται, όλα γίνονται άμα θες, απλώς μέχρι πρόσφατα γίνονταν στη ζούλα) και για να την προσλάβουν κάπου τη βάζανε να φιλήσει σταυρό ότι δε σκοπεύει να ξαναγκαστρωθεί. Για να ζήσει την οικογένεια ο Α. έκανε δυο δουλειές, η μία τον σχόλασε, η άλλη πια τον θέλει μόνο τρεις φορές την εβδομάδα. Παλιά έπαιρνε και τίποτα εξωτερικές δουλειές, όμως αυτά πάνε προ πολλού. Επειδή είναι από τους μαλάκες τους προλετάριους που δεν έχουνε χτήματα, ούτε καν αμάξι, και επειδή είναι και αλλοτριωμένος από την ιδεολογία και του άρεσε η δουλειά του, τριγυρνάει άπραγος πια τα κενά πρωινά με το μικρό παιδί στο καρότσι. Ευτυχώς στο σπίτι ζει και η μάνα του, κάτι τσοντάρει από όση σύνταξη της έμεινε. Δεν υπάρχει θεαματικό τέλος και Kingdom Come για τον Α. Οπότε, οι ψυχολογικές ενοχλήσεις για το πού πάει ο τόπος και η ταραχή των λογισμών του μαλάκα του Σραόσα, ο οποίος προς το παρόν εργάζεται, ποσώς ενδιαφέρουν ή θα έπρεπε να ενδιαφέρουν οποιονδήποτε.

Λένε πάντως οι Ισπανοί, οι οριχινάλ αρχιμουρόχαυλοι της Ευρώπης (ο Ξυδάκης το λέει πιο ευγενικά εδώ), ότι κοιμόμαστε. Δεν κοιμόμαστε, αποπληξία έχουμε πάθει, εγκεφαλικό, μπρος γκρεμός και πίσω ζόμπι: είμαστε παγιδευμένοι μεταξύ της εξόντωσής μας στα χέρια των μαθητευόμενων μάγων (έβλεπα τον Ναπολέοντα Μαραβέγια το πρωί να λέει ότι εκεί στο ΔΝΤ δεν ξέρουν καλά την ελληνική οικονομία, γι’ αυτό και (της) πήραν λάθος μέτρα…) και της ανέφικτης επιστροφής στην ολόμαυρη Εδέμ της γνωστής κι οικείας μας φαυλότητας, της φαυλόπιτας που ανέθρεψε πολιτικά με παροχές και ρουφιανιλίκια τόσες και τόσες γενιές. Ο αγώνας έχει προ πολλού εκχωρηθεί στους συνδικάλες ή εξουδετερώθηκε επιτυχώς μετά τον Δεκέμβρη του 2008.

Στο μεταξύ, ο Α. έχει πραγματικά ξεμείνει κι έχει μείνει πίσω· αν μπορεί κάποιος να του πει τι να κάνει, να του το πει. Κάτι άλλο εκτός από ανοησίες όπως «υπομονή».

Περίλυπος… έως θανάτου

Η κατάσταση στην οποία έχει φέρει τη χώρα το Μνημόνιο ως ιδεολογία, δηλαδή (για να μην παίζουμε τις κουμπάρες) ο χύδην νεοφιλελευθερισμός, ο ίδιος που θα μας έκανε όλους σούπερ πλούσιους και μάγκες, είναι πράγματι αδιανόητη. Πέρα από τη φτώχεια και την κατάλυση του κράτους πρόνοιας, πέρα από τον συνοπτικό τουφεκισμό της οικονομίας (όπως καταγράφεται από την κατακόρυφη πτώση των εσόδων του κράτους και, πιο εικονογραφικά, από τα κλεισμένα μαγαζιά), πέρα από τη συντεχνιακή αποθράσυνση, πέρα από την αποθηρίωση μιας ολόκληρης κοινωνίας, έχουμε φανερά πια και μιας μορφής πολιτειακή συστροφή (δε θα την πω ακόμα «εκτροπή» — τα πλάγια δικά μου):

Δεν θέλει η κυβέρνησή μας και οι συνεργάτιδες κυβερνήσεις να αντιδρούμε άλλο. Και κυρίως δεν θέλει να το κάνουμε ορατά και ηχηρά. Στην προηγούμενη μεγάλη διαδήλωση, η ΕΛ.ΑΣ είχε σπείρει από το πρωί τόσα δακρυγόνα στο Σύνταγμα ώστε να είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί η ολονύχτια καθιστική διαμαρτυρία που είχε εξαγγελθεί. Χθες, τα ΜΑΤ χτύπησαν εγκληματικά αθώους ανθρώπους – πολλούς! – ώστε να μην σταθούν μπροστά στη Βουλή. Και το τελευταίο 48ωρο, η νεοναζιστική οργάνωση Χρυσή Αυγή κυκλοφορεί με περίπολα στο κέντρο της πόλης και ξυλοφορτώνει όποιον την φαίνεται ξένος – φασιστικά περίπολα που εκδικούνται δήθεν στο όνομά σας, εσάς των δημοκρατών. Χθες τα χαράματα σκότωσαν έναν. Αλλά η ΕΛ.ΑΣ πολεμούσε αλλού.

Δεν συμπαθώ τις συνθηματολογικές κορώνες. Δεν μου αρέσει ο ξύλινος λόγος των συνδικάτων, δεν αντέχω καμιά «συνταγή». Μην τις συμπαθείτε ούτε εσείς. Μην συμπαθήσετε καμία παράταξη, κανένα κόμμα, το ίδιο μου κάνει. Αλλά θέλω να πιστεύω ότι θυμάστε πως κάπου στην καρδιά αυτού του πράγματος που ονομάζουμε, συχνά με ελαφρότητα πολιτισμό, υπάρχει η ηθική. Όχι η ηθικολογία. Η ηθική. Ηθική σημαίνει: είμαι με την πλευρά της ζωής.

Και σας ρωτώ: αν δεν είστε οι δημοκράτες πολίτες μιας δημοκρατίας, τότε τι είστε;

Ναι, είπα ότι θα επιστρέψω στα μίνιμα, μέσα. Ναι, αλλά τι να γράψω: για σινεμά και ερωτικές περιπτύξεις; Για λοξό διάχυτο φως μπροστά στο παράθυρο; Για τι; Δεν ξέρω, απόψε δεν μπορώ.

Ιστορίες φρίκης ενός ηττοπαθούς

Θα μπορούσα να είμαι ο διαδηλωτής που έπεσε σε κώμα, θα μπορούσα να είμαι ο ανθρωπάκος που τον έσφαξαν γιατί τόλμησε να κρατάει κάμερα νυχτιάτικα. Έχω υπάρξει και οι δύο, αλλά γλύτωσα τυχαία, λόγω χρονικής συγκυρίας.

Έχετε καταλάβει ότι έτσι νιώθω εδώ και καιρό, αλλά να το πω κιόλας: μου είναι πια αδύνατο να αρθρώσω την παραμικρή κουβέντα για τα κοινά, για την Κατάσταση Ελλάδα. Έχουμε μπει αλλού πια. Κρίμα που δε χαρήκαμε την ευμάρεια και την ασφάλεια όσο τις είχαμε, παρά κλαιγόμασταν και καρδιοπαθούσαμε από το στρες σα γνήσιοι Έλληνες, που λένε.

Η Κατάσταση Ελλάδα, το Κακό — πείτε το όπως θέλετε– ξεκίνησε τυπικά στις 5 Μαΐου 2010. Κατά μερικούς γκρινιάρηδες σαν εμένα, κυοφορείται χρόνια. Πλέον όμως ξεπερνάει τη μαγκιά, την ευστροφία, τη μπλαζεδιά και τη διορατικότητά μας.

Θα επιστρέψω μέσα, στο Μέσα και στα μίνιμα. Εγώ που δε με κάψανε, δε με βιτριολίσανε, δε με σφάξανε, δε με σκότωσαν στο ξύλο, δε μ’ έχουν να περιφέρομαι σε δημόσια νοσοκομεία άρρωστος, δε με πυροβόλησαν, δε με σκότωσε η αμέλεια του εργοδότη ή βόμβα νιχιλιστική στα σκουπίδια, κτλ, κτλ. Ήδη αναπτύσσω ενοχή επιζώντων.

Μέσα

Μέσα

Σταμάτησα να δουλεύω στις 11.20, πιο αργά απ’ ό,τι συνήθως αλλά όχι αρκετά αργά. Τέλος πάντων. Ευκαιρία να γράψω για το Μέσα του Δημήτρη Παπαϊωάννου.

Είδα συνολικά δύο ώρες από τις έξι. Ξεκινώντας από τα περιφερειακά γνωρίσματα της παράστασης, η σκηνογραφία και τα σκηνικά ευρήματα δημιουργούν αμέσως τη σωστή ατμόσφαιρα. Ξεκάθαρα. Επίσης, οι χορευτές και οι χορεύτριες φαίνεται να έχουν επιλεγεί με βάση τα σώματά τους να μην έχουν κάτι το ιδιάζον, το υπερβολικά θελκτικό ή το εντυπωσιακά άρτιο πάνω τους: είναι μεν όλα σώματα ανθρώπων που κάνουνε χορό, αλλά κοντινά στα δικά μας, ούτε υπερβολικά ποθεινά, ούτε άσαρκα και νευρώδη: αναπαριστούν τελικά σώματα καθημερινών ανδρών και γυναικών. Ο φωτισμός είναι μεταμορφωτικός όπως ακριβώς πρέπει: καθόμουν εκεί μέσα στο Παλάς και σχεδόν νοστάλγησα το λοξό πρωινό φως μέσα από τα πατζούρια και την κουρτίνα του υπνοδωματίου μου μόλις μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά, όπως το είχα αντικρύσει ελάχιστες ώρες πρωτύτερα.

Το έργο είναι αποθεωτικό της φόρμας, και μάλιστα της μινιμαλιστικής φόρμας, επαναληπτικό με ενδιαφέρουσες πυκνώσεις και αραιώσεις: άλλοτε ένας επί σκηνής, άλλοτε μέχρι και έντεκα, άλλοτε ακολουθείται η τάδε ακολουθία κινήσεων, άλλοτε άλλη, άλλοτε οι χρόνοι είναι συνοπτικοί, άλλοτε εξακολουθητικοί. Μέσα από αυτή τη μινιμαλιστική επανάληψη όμως βγαίνει συναίσθημα, ίσως όχι εκρηκτικό, σαν πίδακας, αλλά γαργαριστό και λίγο-λίγο.

Η συγκίνηση, το συναίσθημα, πηγάζουν ακριβώς από τη μινιμαλιστικά επαναληπτική φόρμα: μέσα από την επανάληψη ο θεατής γρήγορα εξασκείται στο να προσέχει λεπτομέρειες: τις μικρές κινήσεις, τις μικρές διαφορές στις ίδιες κινήσεις από διαφορετικούς χορευτές (το άνοιγμα της μπαλκονόπορτας, ένα ποτήρι νερό, το βγάλσιμο του εσώρουχου, ο διακόπτης του θερμοσίφωνα, η στάση μπροστά στο παράθυρο…) , τις όψεις των σωμάτων. Αναδεικνύονται κινήσεις και σώματα και τελικά αυτά πρωταγωνιστούν στο Μέσα, με φόντο τα αστικά τοπία έξω από το Μέσα, ως θέα από το μπαλκόνι. Το θέαμα ολόκληρο αναλύεται σε κινήσεις και σε μέλη, η ματιά από ηδονοβλεπτική και ερευνητική του καθέκαστου ημερεύει και ασκείται στο να δει το σώμα, την κίνηση και, μέσα από αυτά, το πυκνό αλλά ανομολόγητο συνήθως συναίσθημα που περιέχει η καθημερινότητά μας, αυτό που λέμε ρουτίνα. Η ίδια η σωματικότητα λοιπόν, όχι λ.χ. η ομορφιά ή η χάρη, δίνει περιεχόμενο και βάρος στο σκούπισμα με μια πετσέτα, στην κατάκλιση, στο πάτημα του διακόπτη, στο θρόνιασμα στη λεκάνη ή το μάζεμα του πιάτου.

Το Μέσα πάει και πιο πέρα, στο σχόλιο: ακόμα και όταν συνυπάρχουν και κινούνται ταυτόχρονα παραπάνω από ένας χορευτής επί σκηνής, είναι φανερό ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούνε μόνοι — κάτι που στην Ελλάδα της δεκαετίας του ’10 είναι τόσο ριζοσπαστικό ή άγαρμπο όσο περίπου το να λες ότι είσαι αριστερός στην Ελλάδα του ’50. Συνυπάρχουν στον ίδιο σκηνικό χώρο σαν να έχει συμπτυχθεί ο χρόνος π.χ. δεκαετίας, κατά τον οποίο πολλοί ένοικοι κατέλαβαν διαδοχικά ένα διαμέρισμα, μέσα σε λίγα λεπτά. Υπάρχει μόνο μία εξαίρεση, ένα αμφίσημο ζευγάρι που δεν ξέρεις αν συνυπάρχει ή αν είναι κι αυτό δυο φαντάσματα που χωρίζει ο χρόνος: το είδα μια φορά μόνο στις δύο ώρες αλλά το σχεδόν υπαινικτικό αγκάλιασμά τους και η ανάληψή τους στους ουρανούς, όπου η πόλη χάνεται και το μπαλκόνι βγάζει στον γαλανό ουρανό, είναι από τα συγκινητικότερα και σθεναρότερα εγκώμια του έρωτα (κι εμένα προσωπικά με έκανε να θέλω να ξαναφωτογραφίσω).

Τέλος, η εξάωρη κίνηση επί σκηνής βρίσκεται σε παραπληρωματική σχέση με τη διαρκή κίνηση του κοινού. Ώσπου οι χορευτές αφήνουνε τη σκηνή και διώχνουν το κοινό.

ἄρθρα ταῦτα τᾶν φρενῶν

Η ερώτηση τέθηκε επανειλημμένα, πριν καιρό για πρώτη φορά: τι να κάνουμε.

Δεν είμαι σε θέση να την απαντήσω. Όμως αυτό τον Απρίλη αισθάνθηκα ότι ίσως να μπορούσα να διατυπώσω κάποιες ιδέες σχετικά, περισσότερα σαν ενδείξεις για γρίφο, παρά σαν ορισμούς σταυρολέξου (όπου η απάντηση είναι μία). Φταίει και η δουλειά μου, που έγκειται στο να ψάχνουμε πρακτικές και κομψές λύσεις, συνήθως εκεί όπου δεν υπάρχουν. Τέλος πάντων.

Ζουαντεβίβρ
Έχω γκρινιάξει πολλές φορές ότι δε χαιρόμαστε, δε φχαριστιόμαστε, δεν απολαμβάνουμε. Επίσης, πίνοντας καφέ με τον Ρακάσα, μου είπε κάτι που δεν περίμενα, ότι η εθνική μας ιδεολογία είναι ο καταναλωτισμός κι ότι κανείς δε θέλει να αλλάξει αυτό. Συνδέοντας τα δύο αυτά θέματα, φαίνεται τελικά ότι έχουμε εναποθέσει την ικανότητά μας για χαρά ή έστω για απόλαυση κυρίως στην αγοραστική μας δύναμη. Έτσι, ενώ παλιότερα ήμασταν σφιγμένοι και βικτωριανοί και πουριτανιασμένοι λόγω των απειλών της Κόλασης, της επαναστατικής ακεραιότητας, του κοινωνικού ελέγχου κτλ., νομίζω ότι πλέον είμαστε τέτοιοι και χειρότεροι γιατί έχουμε μεταθέσει τη χαρά και την απόλαυση, την όποια χαρά και απόλαυση, στο πεδίο της αναπαράστασης και της κατανάλωσης, μακριά από τη δύσκολη αρένα της εμπειρίας ή του βιώματος. Π.χ. σημασία δεν έχει να απολαμβάνεις το κρασί σου αλλά να πίνεις κρασί που θα δίνει την εντύπωση ότι απολαμβάνεις (αφ’ υψηλού κατά προτιμηση). Περισσότερο σε φτιάχνει να κουβεντιάσεις τι (δεν) κάνει η πιστοποιημένα δυστυχής και ατάλαντη εθνική ροζ δεσποινίς ή έστω οι τηλεοπτικοί άνθρωποι παρά τι (αποκοτιές, ενδεχομένως) κάνεις πίσω από κλειστές πόρτες. Επειδή τα έχω ξαναπεί στα τρία λινκάκια, να μην σας τα ζαλίζω πάλι.

Η επαρχιώτικη κατσικοσύνη και η βλοσυρή κατήφεια στο Κωσταλέξι πέθαναν, το λάιφσταϊλ το παίρνει ο διάολος (μαζί με τη χώρα και τους φτωχούς — αλίμονο). Λέω να γυρίσουμε στη χαρά του αφράτου κεφτέ, αφού το μπισκ δεν το νιώθουμε όλοι· του τραγουδιού που μας αρέσει και του τοπίου που μας φτιάχνει· στα μαγαζιά που περνάμε καλά, κι όχι εκεί που θα δούμε τον Χατζηαπαυτόνανε με την Κοντοσταυλίδου· στα ποτά που μας φτάχνουνε· στη βόλτα στο πάρκο (εποχή που είναι) κι όχι για σουβλάκια-κινητό στο μωλ και σκατουτσίνο με μισή χούφτα ζάχαρη· στα ατελή αλλά πρόθυμα ζωντανά κορμιά· στην παρέα που μοιράζεται τη χαζαμάρα μας· στα ταξίδια που μπορούμε και τις διακοπές που μας αρέσουν· στους φίλους που μας αγαπούν ανεξήγητα ή έστω δε μας φασκελώνουνε· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους· στους ανθρώπους. Και να φχαριστιόμαστε κιόλας, τρελά.

Τι να πω: ψόφο στον καταναλωτισμό, ζήτω ο ηδονισμός; Ανακριβές αλλά ευσύνοπτο. Ορίστε, το ‘πα.

Σεξωστρέφεια
Διάβασα αυτό και απόρησα: ψιλοκατακραυγή μυρίστηκα. Ξεκινάω από τα προφανή (αλλά κι εδώ, αμ θα μου ξεφεύγατε;) και παρακάμπτω την ενόχλησή μου που ακόμα υπάρχει τόση εμπάθεια απέναντι σε ανθρώπους που, ξέρω γω, πηδιούνται επί σκηνής ή κατ’ ιδίαν (ενώ άμα εξευτελίζεσαι επί σκηνής είναι οκέι). Έχει κανείς αντίληψη του τι είναι το πανεπιστήμιο; Το πανεπιστήμιο δεν είναι το Βατικανό του Έθνους ούτε η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Ευπρεπείας. Είναι χώρος διαλόγου και διαφωνίας. Αλλά πάλι γκρινιάζω.

Πρέπει να ανοίξουμε προς τα έξω. Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός διασκεύασε την ιστορία του Σιντάρτα Γκαουτάμα Σακυαμούνι (του Βούδα) ως την ιστορία του Ιωσαφάτ και Βαρλαάμ γιατί προφανώς του φάνηκε πνευματικότατη, η Άννα η Κομνηνή προσπάθησε να το παίξει έως και Θουκυδίδης γιατί προφανώς πίστεψε ότι μπορούσε. Οι Ινδοί έκαναν την πατάτα αναπόσπαστο κομμάτι της αρχαίας κουζίνας τους μέσα σε 100 χρονάκια. Οι Γιαπωνέζοι το έχουνε ξεφτιλίσει. Εμείς καθόμαστε και ανασκαλεύουμε την παράδοση ξανά και ξανά. Και καλά κάνουμε: η παράδοση είναι αυτό που είμαστε, ακόμα κι όταν είναι επινοημένη, λιμαρισμένη, βερνικωμένη ή ευφάνταστα αναστυλωμένη. Αλλά δεν μπορούμε να μένουμε εκεί. Δεν μπορεί να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια. Προσέχτε: δε λέω καν να κοιτάξουμε (μόνον) έξω και μακριά όπως ο Δαμασκηνός ή Άννα Κομνηνή. Λέω να πάψουμε να γυρίζουμε στα ίδια και στα ίδια, ιδίως λ.χ. στη μουσική και στα λογοτεχνικά. Υπάρχουνε κι αλλού φόρμες και θέματα, και πολλές φορές μας αφορούν τρελά.

Το εργόχειρο
Και ναι: πώς θα βγούμε από την κρίση; Δε θα βγούμε. Ξεχάστε το. Είπαμε: λάιφσταϊλ και καταναλωτισμός τέλος (εκτός και αν μένετε Φιλοθέη-Πανόραμα-Νίκαια Λάρισας οπότε μη στενοχωριέστε: ούτε εσείς χάνεστε, ούτε το τρίλιτρό σας, ούτε οι γόβες σας). Το ζήτημα δεν είναι αν θα βγούμε φτωχότεροι, θα βγούμε φτωχότεροι. Το θέμα είναι να μην καταστραφεί και ξεπουληθεί ολοκληρωτικά η χώρα. Να σώσουμε τα νοσοκομεία και τα σχολεία.

Ναι, αλλά τι να κάνουμε; Ό,τι ξέρουμε. Να συνεχίσουμε να κάνουμε ό,τι ξέρουμε. Το ευνοεί και η εποχή: κάνε μουσική, δε χρειάζεσαι πια πανάκριβα όργανα, γράφε, δε χρειάζεται πια να ξημεροβραδιάζεσαι σε ταβέρνες με ξινούς διανοούμενους που ψάχνουν αίμα νεανικό για να σου βγάλουνε το ποίημα, κάνε θέατρο και βίντεα και ξέρω γω και βαλ’ τα στο διαδίκτυο, βγάλε φωτογραφίες χωρίς σκοτεινό θάλαμο, κόκκινη λάμπα και κωλοχημικά τον καιρό του φλίκερ. Κάντε όχι ό,τι ξέρετε αλλά ό,τι σας αρέσει. Όλο και κάτι θα βγάλετε.

(Υμνητική κριτική του ‘Μέσα’ του Παπαϊωάννου προσεχώς, ήδη έχω κωλοβαρέσει ανεπίτρεπτα.)

Frashokereti!



Προς τη Δύση

Μεγάλη Παρασκευή. Σε αντίθεση με τον άθλιο δρόμο Κορίνθου-Πατρών, τώρα και ξεχαρβαλωμένο από βραδυκίνητα έργα, η ανοιξιάτικη φύση ήταν για θαύμασμα.

Γύφτοι
Μετά τον Γέροντα πέσαμε σε μποτιλιάρισμα. Ρωτήσαμε τι συμβαίνει και μας είπαν ότι κάτι γύφτοι έκλεισαν τη γέφυρα του Ευήνου. Κατάλαβα το «γύφτοι» για βρισιά και υπέθεσα ότι μάλλον επρόκειτο για κλιμάκωση πάγιων διαμαρτυριών των κατοίκων της περιοχής που ζητούσαν την ίδρυση Δήμου Ευήνου ήδη από τον Καποδίστρια (το σχέδιο, όχι τον Κυβερνήτη).

Οι διαμαρτυρόμενοι όντως είχανε κλείσει τη γέφυρα του Ευήνου κι αφήνανε την κυκλοφορία να περνάει με το σταγονόμετρο. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο κάτω κάποιος οδηγός που ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση μας έδειξε μια προκήρυξη, την οποία όμως δε μας έδωσε γιατι ήθελε να την κρατήσει ο ίδιος για να αποδείξει στη γυναίκα του ότι δε χασομέρησε αναίτια στον δρόμο. Μας είπε πάντως ότι τον δρόμο τον είχανε κλείσει κάτι γύφτοι γιατί πέθανε μια γύφτισσα που είχε πάει στην Αθήνα για εξωσωματική γονομοποίηση.

Στο μεταξύ, μερικοί από όσους είχαμε κολλήσει στην ουρά σταματούσαν κάποια οχήματα που μας προσπερνούσαν από αριστερά, χρησιμοποιώντας το κενό αντίθετο ρεύμα, και λογομαχούσαν με τους οδηγούς τους, μερικές φορές απειλώντας με χειροδικία και τέτοια.

Μετά από περίπου 90 λεπτά από το πρώτο φρενάρισμα φτάσαμε στο μπλόκο. Ένα πανώ πληροφορούσε ότι μια γυναίκα 38 χρονών, μητέρα τεσσάρων παιδιών, πέθανε στην Αθήνα από ιατρικό λάθος (άρα μάλλον δεν ίσχυαν τα περί εξωσωματικής γονομοποίησης), το πανώ ζητούσε να αναληφθούν ευθύνες. Πράγματι, φαίνονταν τσιγγάνοι αυτοί που είχανε κλείσει τον δρόμο, χαρακτηριστικά ξανθοκάστανοι και μαυριδεροί, άρα τζάμπα ταλαιπωρούσαν εμάς τους ανθρώπους την ώρα της Αποκαθήλωσης. Στο κάτω-κάτω, γύφτισσα πέθανε, εντάξει. Αυτοί γενικά πεθαίνουν, όταν δε σκοτώνονται μεταξύ τους. Τέλος πάντων, πέρα από κουβέντες, ούτε την πρώτη στιγμή που άκουσα τη φήμη ότι η διαμαρτυρία ήτανε για κάποια που πέθανε, ούτε όταν έμαθα γιατί, στη γέφυρα του Ευήνου, ούτε ενδιάμεσα, ένιωσα αγανάκτηση που μια χούφτα ανθρώπων έκοψε τον δρόμο, τον δρόμο μου, μεγαλοπαρασκευιάτικα. Ίσως επειδή ξέρω ότι αν είσαι Τσιγγάνο (ή Ρομ, αν προτιμάτε) η ζωή σου είναι λίγο πιο φτηνή από ενός αδέσποτου σκύλου, ίσως επειδή νόμισα ότι δε θα καθόταν κανείς να επανδρώσει μπλόκα για ασήμαντη αφορμή. Ίσως γιατί ήταν όμορφα τριγύρω.

Πυγολαμπίδες
Το βράδυ μετά τον Επιτάφιο είδα πυγολαμπίδες μέσα στα χορτάρια. Δεν είχα ξαναδεί.

Στον γάμο του Καραγκιόζη
Η Ανάσταση στο χωριό ήτανε σοκ. Έχω κάνει Ανάσταση σε τουλάχιστον τρία-τέσσερα χωριά, δεν ήμουνα και κανας πρωτάρης. Στο συγκεκριμένο χωριό πάντως δεν έβγαλαν Ανάσταση σε εξέδρα, παρά μέσα στην εκκλησία. Γενικά, ήταν καλή ιδέα να παραμείνει κανείς μέσα στην εκκλησία, αφού διάφορα κακόμοιρα (κανονικά θα τα έλεγα ‘μαλακισμένα’ και ‘καυλωμένα’, αλλά δεν κάνει, εντάξει) χωριατόπαιδα πετούσαν αλλεπάλληλα κροτίδες μέσα στον κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν πάρα πολύ δυσάρεστο, δυο-τρεις φορές το ωστικό κύμα ζούπηξε τα στομάχια μας, κλαίγαν τα μωρά, δεν ακούστηκε τίποτα, κανείς δεν κατάλαβε τίποτε για ακόμη μια χρονιά. Η πίστη σε αυτό που λέμε «Ορθοδοξία» έχει πλέον δώσει τη θέση της στην Ορθοδοξία ως κουλτούρα, σε αυτό το πράμα που έχει και χιώτικους αναστάσιμους πυραυλικούς αγώνες και έθιμα που μας θυμίζουν τα παιδικάτα μας και ωραίες περικοπές κι ύμνους από ακολουθίες και ξωκκλήσια με παπαρούνες και εικονίσματα και, και, και. Πίστη τέλος, μόνον κουλτούρα. Πρέπει να διαβάσω το σχετικό βιβλίο του Ζουμπουλάκη. Άσε που η ίδια η πίστη φαίνεται να έχει περάσει στα χέρια κυρίως φανατικών.

Αρνιά
Μετά από το κενό περιεχομένου μεταίχμιο της Ανάστασης (δεύτε λάβετε φως, Ευαγγέλιο που κανείς δεν άκουσε, φάλτσο Χριστός Ανέστη που κάλυπτε η μηχανική καμπάνα και οι εκρήξεις, φευγιό του εκκλησιάσματος ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός), το χωριό έφαγε, ίσα-ίσα έχοντας μετά βίας προλάβει να κάψει έναν πόντο λαμπάδα με μπάρμπι ή τρανσφόρμερς, ή ποια ητανε φέτος η μόδα. Μετά κοιμήθηκε για να ξυπνήσει και να φάει μωρά ζώων, αφού τα ψήσει υπό τους ήχους της πιο τελειωμένης μουσικής που μπορεί να βγάλει ένας πολιτισμός. Αν έχετε πληροφορία οτι κάπου στην ιδανική επαρχία το Πάσχα ο κόσμος ακούει δημοτικά και χορεύει τσάμικα-καλαματιανά-νησιώτικα-μπαϊντούσκες ή έστω Γαβαλά-Αγγελόπουλο-Χριστοδουλόπουλο-Μπάση, παρακαλώ να τη μοιραστείτε μαζί μου. Για να μην είμαι άδικος, το πρωί με ξύπνησαν τα άπαντα της Αλεξίου (πασχαλιάτικα!), ενώ από μακριά ακουγόντουσαν Κιάμος, ακατονόμαστα ψευτοποπάκια κι ένας που νομίζει πως είναι Καζαντζίδης.

Λοιπόν, σοβαρά τώρα: Χριστός Ανέστη, χριστιανοί. Στους υπόλοιπους, τις καλυτερες πασχαλινές ευχές μου.