Elementary, dear.

Μπήκα πριν μισή ώρα στο σπίτι. Είμαι τόσο αλοιφή που θα τη βγάλω με τιβί, ίντερνετ και άντε κανα βιβλίο απόψε.

Σκεφτόμουν περπατώντας στον δρόμο ότι στην Ελλάδα η ελευθερία του λόγου δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στις προτεραιότητές μας. Δεν αναφέρομαι σε καμμιά περίπτωση στον γνωστό νόμο, για τον οποίο έχω διαβάσει πολλά κι έχω καταλάβει ελάχιστα. Μιλάω για το ότι όσο και αν σκεφτώ, πηγαίνοντας ακόμα και πίσω στον νεοελληνικό διαφωτισμό, την ελευθερία του λόγου δεν τη θεωρούμε θεμέλιο της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας. Όσες υπερασπίσεις της ελευθερίας του λόγου και της ελευθεροτυπίας μπορώ να σκεφτώ είναι θεμελιωμένες στο αίτημα να «μη φιμώνεται η αλήθεια», να «ξεσκεπαστούν οι Χ», να «μάθει ο κόσμος τι συμβαίνει». Απεναντίας, ελευθερία του λόγου είναι να λέει ο καθένας ό,τι τον φωτίσει ο θεός του ή, καλύτερα και ακριβολογώντας, να λέει ο καθένας ελεύθερα ό,τι του καυλώσει.

Γυρνώντας σπίτι διάβασα για τον Γουώτσον και το καδρόνι, εκδήλωση προσεγμένης καφρίλας, που λέει κι η helion. Τα έχω ξαναγράψει τότε με τη Σώτη και τ’ αυγά. Όσοι το (ξανα)διαβάσετε θα σπεύσετε να μου πείτε ότι ταλαντεύομαι κι εγώ ο ίδιος όσον αφορά τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Θα σας απαντήσω ότι άλλο να προβληματίζομαι (και γενικά μεμνάσθαι απιστείν) και άλλο να θεωρώ την ελευθερία του λόγου διακοσμητικό και δευτερεύον αξεσουάρ της δημοκρατίας. Η ελευθερία του λόγου είναι το θεμέλιο της δημοκρατίας — κατά το παλαιό, φθαρμένο και ψευδεπίγραφα βολταίρειο: «διαφωνώ με ό,τι λες αλλά κτλ κτλ κτλ».

Η περίπτωσή του Γουώτσον πάντως είναι γνωστή στους παροικούντες. Σε όσους με ρωτάνε «μα πώς γίνεται επιστήμονας άνθρωπος να λέει τέτοια πράγματα», προτείνω να διαβάσουν το Golem, το οποίο με ακλόνητα επιστημονικά επιχειρήματα βγαλμένα από τη ζωή αποδεικνύει ότι οι επιστήμονες είναι άνθρωποι άρα, ενίοτε, κουμασάκια. Όσο για την περίπτωση του Γουώτσον, ακόμα και οι επιστήμονες ξεκουτιαίνουν.

Nolo contendere

Δουλεύω πάρα πολύ τις τελευταίες βδομάδες και η κατάσταση θα γίνει χειρότερη. Φυσικά δεν παραπονιέμαι, αγαπώ τη δουλειά μου. Απλώς είμαι πάρα πάρα πολύ κουρασμένος. Από τότε που άνοιξα το μπλογκ πρέπει να είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά που δε γράφω γιατί δεν προλαβαίνω ή δεν έχω κουράγιο.

Δεν είναι όμως μόνον αυτός ο λόγος που δεν είδα ή δε θα δω το Debtocracy. Ο λόγος είναι ότι δε βλέπω βίντεο παρά σπάνια. Ειδικά ντοκυμαντέρ και τέτοια, αν δεν έχουν κινηματογραφικές αρετές, όπως λ.χ. μιας φίλης μου που δε θα ονομάσω. Γιατί δε βλέπω βιντεάκια και ντοκυμαντέρ; μα γιατί βαριέμαι: τα περισσότερα χρειάζονται 30 και 60 λεπτά από τη ζωή σου για να σου πουν ό,τι μια σελίδα εφημερίδας. Ίσως κιόλας να φταίει ότι διαβάζω γρήγορα.

Πάντως, στην περίπτωση του Debtocracy, δεν είμαι σίγουρος και τι θα καταλάβω, αν θα το καταλάβω σωστά και ποιο θα είναι το αποτέλεσμα. Δε θα ξανακάνω την πλάκα που έκανα κάποτε ότι τα οικονομικά δεν είναι επιστήμη. Ενδεχομένως να είναι επιστήμη, αλλά κοινωνική: το πολύ να μπορεί να ερμηνεύσει τα φαινόμενά της, να προβλέψει δεν μπορεί, πάει και τελείωσε. Να πάψουνε να παίζουνε με τα μοντέλα τους.

Βεβαίως, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου αιώνα είναι σαν τους ιστορικούς και τους φιλολόγους του 19ου και τους φιλοσοφους του 20ου: είναι τόσο βαθιά χωμένοι στο πολιτικό παιχνίδι, στη διαμόρφωση συνειδήσεων, στον ρόλο τους ως οινοχόοι της εξουσίας, που είναι αδύνατο να κάνουνε σωστά τη δουλειά τους. Έτσι, οι ιστορικοί και οι φιλόλογοι του 19ου εργάζονταν λ.χ. για τη δόξα της Γερμανίας και του εκάστοτε έθνους, οι φιλόσοφοι του 20ου υφαίνανε τη σάρκα της ιδεολογίας που χρειαζόντουσαν οι δυτικοευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες, ο σοσιαλισμός ή (άλλα) ανοσιουργήματα, οι οικονομοτέτοιοι του 21ου υπηρετούν τις τράπεζες, τις «αγορές», τις πολυεθνικές. Άντε να βγάλεις επιστήμη και τέτοια μετά.

Γράφω λοιπόν το μπλογκ 6 χρόνια και μονίμως γκρινιάζω. Το γράφω τακτικά, μετά τους Ολυμπιακούς είμαστε στον κατήφορο. Και βέβαια μού την πέφτουνε πολλοί ότι οι Ολυμπιακοί ήτανε μια πολυδάπανη φιέστα, αλλά τι δεν είναι πολυδάπανο και υπερτιμολογημένο στην Ελλάδα; και αναλογικά με τη φιέστα που βγάλαμε και με τη σημασία της, χαλάλι οι σπατάλες: εδώ πληρώναμε τις πλαστικές σημαίες του Μπιρσίμ για τον θνήσκοντα Παπανδρέου, πληρώσαμε τις φωτιές του Ανιψιού, πληρώνουμε λεφτά πεταμένα σε ημιτελή έργα υποδομής ή σάπια — γιατί κλαίμε τα ολυμπιακά δις που θα μπορούσανε να μας δώσουν όραμα και να γίνουν απαρχή αναγέννησης της Αθήνας; Αλλά, όπως κλαίγομαι επί εξαετία, Ελλάδα και όραμα είναι έννοιες που δύσκολα συγκατοικούν. Σαν να λέμε Εγγλέζος και προσωπική υγιεινή: με το ζόρι και μόνο για τα μάτια του κόσμου.

Γρήγορα κατάλαβα (τον Δεκέμβριο του ’08 και, μετά, τον Μάη του ’10) ότι αυτά περί οράματος είναι ξεπιάσματα. Δεν υπάρχει η στοιχειώδης αλληλεγγύη στην κοινωνία μας. Μετά από τόσους μήνες κρίσης, δείτε τι γίνεται: όσοι ευθύνονται — και, ελάτε, ξέρουμε ποιοι έχουν ευθύνες, πάλι θα τα λέμε; — εξακολουθούν να κάνουν τα ίδια και χειρότερα, όσοι χυδαίοι και γλοιώδεις δεν έχουν αποθρασυνθεί δηλαδή, ενώ οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα έθιγαν λ.χ. όσους προμηθεύουν το Στράτευμα ή παρασιτούν σε αυτό (ένα τυχαίο παράδειγμα έφερα) είναι πλέον φανερό ότι δε θα γίνουνε ποτέ, ακόμα και σε όσους έχουνε τη λάμψη στα μάτια του καλέσματος σε Μετάνοια «να αλλάξουμε». Παράλληλα, η κυβέρνηση του Γιου πελεκάει συστηματικά ό,τι έχει μείνει από το κράτος πρόνοιας, οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες στη φτώχεια, κι έχουμε ακόμα αυτόκλητους σχολάρχες και ιεροκήρυκες να μας ψέγουν που δεν είμαστε αρκούντως πειθήνιοι, εφησυχασμένοι και πρόθυμοι να συμμορφωθούμε. Μα κύριοι δημοσιογράφοι, ο ελληνικός λαός κοντεύει να ξεπεράσει τα επίπεδα άψογης συμμόρφωσης και συνεργασίας που επέδειξε επί χούντας, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι τώρα πρόκειται να πεινάσει.

Οπότε: όραμα, τον πούλο· αλληλεγγύη, τον πούλο. Ποιος είναι ο τρίτος πούλος; Μα φυσικά η πνευματική παραγωγή, η παραγωγή σκέψης. Δε θα μιλήσω για τη λογοτεχνία, γιατί θα ανοίξω αναίτιο μέτωπο, κυρίως μέσα από μια αλληλουχία παρεξηγήσεων. Σκεφτείτε τον πολιτικό λόγο. Επιτρέπεται να παράγει ο παιγνιώδης ολντμπόυ, ο αινιγματώδης Αντώνης ράντικαλ και ο καταρρακτώδης Τάλως σημαντικότερη πολιτική σκέψη και λόγο από μια στρατιά στοχαστώνε, δημοσιογράφωνε και πνευματικών ανθρώπωνε; Επιτρέπεται να μην υπάρχει ουσιωδέστερη υπεράσπιση του Μνημονίου από την Ξαφά και (με τον τρόπο του) τον Γεωργελέ; Επιτρέπεται να αναπολούμε το Μαλβινάκι το καλό; Επιτρέπεται να σχολιάζουμε εκτενώς κι εμβριθώς χρονογραφηματάκια του Πρετεντέρη, του Μανδραβέλη, του Γιανναρά ή και του Ξυδάκη, αν θέλετε, λες και είναι βαρυσήμαντα ολοσέλιδα κείμενα γνώμης; Επιτρέπεται η σάτιρα να είναι στα χέρια του κουρασμένου Λάκη και του αμήχανου Κανάκη; Βεβαίως ο πούλος που λέγεται ένδεια σκέψης συνεπάγεται ότι, να, ο ολντμπόυ, ο Αντώνης, ο Τάλως και όλοι οι άλλοι έχουν την ευκαιρία να επηρεάσουν κόσμο, ενδεχομένως μια ολόκληρη γενιά. Αυτό είναι καλό για εκείνους. Ίσως και για τη γενιά. Δεν παύουν όμως να είναι οι ψαρούκλες μέσα στη χαβούζα, που λένε κι οι Αμερικάνοι: φαίνονται ψαρούκλες επειδή η χαβούζα είναι μικρή. Κι αν νομίζετε ότι η χαβούζα ήτανε κάποτε, ξέρω γω επί γενιάς του ’30, λίμνη ή και η Κασπία, παρηγορηθείτε: τουλάχιστον εξέλιπαν ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Παπανούτσος κι ο Κώστας Ουράνης. Πίσω δεν πήγαμε αλλά ούτε και μπροστά.

Γενικά, δε νομίζω ότι πάμε πουθενά εδώ και πολύ καιρό: οι ζωές των φτωχών ξοδεύονται συστηματικά και πολλές φορές σπαταλιούνται, όπως πάντα. Και για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες θα έχουμε σύντομα περισσότερους φτωχούς, ακόμα και πολύ κοντά σε όσους διαβάζουν αυτά που γράφει ένας κουρασμένος άνθρωπος πριν πάει για ύπνο.

Με αφορμή ταινίες

Μιλώντας για το τι μας αρέσει, μιλάμε για τον εαυτό μας. Ο ολντμπόι το έκανε με πολύ θάρρος εδώ, μιλώντας φυσικά για τις αγαπημένες του ταινίες. Βεβαίως, ο άνθρωπος έχει δει περίπου 15 φορές περισσότερες ταινίες από τον μέσο άνθρωπο.

Ωστόσο, ζήλεψα και θέλω να πω κι εγώ για τις αγαπημένες μου ταινίες. Βεβαίως δεν είμαι σινεφίλ, είμαι μάλλον της μουσικής, της ζωγραφικής και των βιβλίων. Άρα δεν έχω με τις ταινίες τη σχέση ενός ανθρώπου που πραγματικά αγαπάει το σινεμά. Επίσης είναι αλήθεια ότι δε βλέπω τόσο σινεμά όσο παλιότερα, ενώ εδώ και πολλούς μήνες έχω κόψει και τα ντιβιντί. Είναι επίσης γεγονός ότι όταν διαλέγεις δέκα ταινίες, αφήνεις έξω πολλές, πάρα πολλές: The Piano, Από την άκρη της πόλης, 9 Songs, Συνήθεις ύποπτοι, A bout de souffle, Brazil, Τα κόκκινα φανάρια, In the Mood for Love, ο Δρακουλας του Κόππολα, Monster’s Ball, Στέλλα, Old Boy, Ου μοιχεύσεις, Ου φονεύσεις, Manhattan, Τα 400 χτυπήματα, The Hudsucker Proxy, 25th Hour, Ο Νονός (1, 2, 3), American History X, και πάμπολλες άλλες (θα δίνω τους τίτλους όπως τους θυμάμαι). Επίσης αφήνεις έξω ταινίες που μπήκαν μέσα σου και σε κατέλαβαν, σαν απρόσωπο δαιμόνιο, για μήνες ή και χρόνια και που μετά τις ξόρκισες και τις ξέχασες. Θα φέρω ένα αστείο παράδειγμα: όταν ήμουν 4 ή 5 χρονών είδα τη Μαίρη Πόππινς κι έπαθα πλάκα. Η ταινία που πήρε τη θέση της ήτανε το Footloose, πολλά χρόνια μετά, το 1984. Τέλος, υπάρχουν ταινίες που βρέθηκαν στις δέκα πρώτες σου (κρατάω λίστες σε παμπάλαια ημερολόγια) και απλώς εξαφανίστηκαν γενικώς, αφήνοντας ωραίες αναμνήσεις, ωραιότερες από την ίδια την ταινία: Αμελί, My own private Idaho, Η αυτοκρατορία αντεπιτίθεται, Bowling for Columbine, Μάτριξ κτλ.

Πάμε λοιπόν, χωρίς ιδιαίτερη σειρά:

Αντρέι Ρουμπλιόφ. Ίσως η ουσιαστικότερη ταινία που έχει γίνει ποτέ. Και ανάμεσα στις ομορφότερες. Την είδα για πρώτη φορά στην τότε πρόσφατα αποκατεστημένη εκδοχή της στο Άλφαβιλ όταν ήμουν μαθητής και βγήκα κλαίγοντας. Έκτοτε την ξαναείδα τρεις φορές, κλαίγοντας αλλά αγαλιάζοντας στο τέλος. Μπορώ να πω απίστευτες μεγαλοστομίες για αυτήν την ταινία αλλά προτιμώ, όπως συνήθως τώρα τελευταία, να σιωπήσω και να προτείνω να τη δείτε.

Δαμάζοντας τα κύματα. Την έχω δει μία φορά, στο Renoir στο Λονδίνο, και τη θυμάμαι πεντακάθαρα. Ό,τι έχει να πει κανείς για τον έρωτα. Το αριστούργημα του Φον Τρίερ, μεταξύ των δύο φάσεων του έργου του. Την πήρα σε ντιβιντί πριν πολλά χρόνια, το οποίο όμως δεν έχω δει ποτέ γιατί φοβάμαι ότι τώρα πια η ταινία θα μου φανεί κατώτερη της εμπειρίας του 1996 — το ντιβιντί είναι δηλαδή λίγο σαν τον δαυλό του Μελέαγρου.

Τα φτερά του έρωτα. Κάτι παρόμοιο συνέβαινε με την καλύτερη ταινία του Βέντερς (μετά τον κατέστρεψε ανεπιστρεπτί η σχωρεμένη η Σολβέιγ), αλλά την είχα ήδη δει 3-4 φορές. Παραμένει ταινιάρα. Αυτό που λένε «ποιητικός κινηματογράφος», αλλά χωρίς πόζα και ανοησία, χωρίς στόμφο.

Damage. Λουί Μαλ και ξερό ψωμί. Ανεπανάληπτες ερμηνείες, «ισορροπημένο δραματούργημα, η αποθέωση του γαλλικού σινεμά. Όλη η αμηχανία, η ερημιά και η δόξα και του έρωτα σε μια ταινία».

Intimacy. «Αριστούργημα. Σπαρακτική αλλά ψύχραιμη ματιά στον έρωτα και στις ανθρώπινες σχέσεις, χαμηλών τόνων ωστόσο, με φόντο το Λονδίνο όπως το έζησα.» Όταν όμως λέμε «σπαρακτική», εννοούμε σπαρακτική. Επίσης, η μόνη ταινία που μπορώ να μυρίσω.

Blade Runner. Τι να πω. Αναρωτιέμαι πώς ένας τόσο κουτός σκηνοθέτης κατάφερε τόσα πολλά και τόσο άρτια στην εποχή του Star Wars. Εδώ δε χρειάζεται να μυρίσεις το Νέο Λος Άντζελες, χώνεσαι μέσα του. Και δεν είναι μόνον το όραμα, όραμα έχει και ο υπερφίαλος Κιούμπρικ (ο πιο υπερτιμημένος σκηνοθέτης όλων των εποχών), όραμα έχει κι ο Τεό. Εδώ όμως το όραμα ζει κι ανασαίνει κινηματογραφικά, παρότι — σημειωτέον — η ταινία πάσχει σεναριακά ακόμα και στην περίφημη βερσιόν του σκηνοθέτη.

Πολίτης Κέιν. Ταινία του ’41. Τόσο λιβανισμένη, τόσο αναλυμένη, που κάθησα να τη δω με τη χειρότερη δυνατή διάθεση κριτικά. Ηττήθηκα κατά κράτος. Τι να πω. Τι δεν έχει αυτή η ταινία; Δεν ξέρω, χρώμα. Όλα τα άλλα τα έχει.

Trainspotting. Δεν ξέρω. Την έχω τέσσερις ή πέντε φορές. Κάθε φορά μου αρέσει εξίσου. Περνάω καλά. Τη χαίρομαι. Ταυτίζομαι και με τον ήρωα, αφού δεν είμαι του αυτοελέγχου και της αυτοκυριαρχίας, εκτός όταν είμαι. Κι έχει πελώριο σάουντρακ. Είναι ακριβώς η εποχή της. Μ’ αρέσει.

Μπλε Ταινία. Ιστορία μου αμαρτία μου. Είχα δει τη Βερόνικα. Είχα πάθει απόλυτη πλάκα. Απόλυτη. Εντάξει, φοιτητής ήμουνα, μην έχουμε κι απαιτήσεις. Πήγαινα στα δισκάδικα και παρακαλούσα για το σάουντρακ: «μόνο σε σιντί», «μα δεν έχω σιντί». Μετά βγήκε η Μπλε. Την είδα μια κρύα βραδιά στην Έλλη με την κοπέλα μου. Έπαθα απολυτότερη πλάκα. Ωστόσο, μου είχε φανεί σαν Γκρήναγουεη, ένα ρηχό εστέτ-εικαστικό πράμα, εναλλαγή υπέροχων (κυρίως μπλε) κάδρων, πολλών με τη Μπινός, την οποία δυστυχώς δεν κατάφερα να παντρευτώ. Μου άφησε ανεξίτηλες εντυπώσεις και μια δυο σκηνές που θα ήθελα να ήμουν σκηνοθέτης και να είχα γυρίσει. Ξηλώθηκα και πήρα το σάουντρακ εισαγωγής, σε βινύλιο. Πίστευα ωστόσο ότι δεν έχει στόρυ η ταινία, ότι η συσχέτιση με την Ελευθερία ήταν μπουρμπούτσαλο. Ήμουνα βλήτο. Την ξαναείδα πολλά χρόνια ύστερα, με τη συμβία, αφού μου είπε τρεις κουβέντες: κατάλαβα ότι η ταινία έχει αμέτρητο βάθος, ότι πραγματικά μιλάει για την πιο δύσκολη ελευθερία και τη διαδικασία απελευθέρωσης από την ενοχή και το πένθος. Πήγα και την αγόρασα. Σε ντιβιντί.

Zoolander. την έχω δει 7-8 φορές, την ξέρω απ’ έξω. Η πιο αστεία κωμωδία.

Αθήνα

Εικόνες εδώ. Τα παρακάτω αποσπάσματα από εδώ:

Προσπαθούσα να καταλάβω την πόλη, να μάθω τις οδούς, τις γειτονιές και τις συνοικίες. Κάθε περιοχή με το δικό της φως, το δικό της χρώμα, τις δικές της μυρωδιές. Το ωχρό Γαλάτσι, η ήρεμη Λαμπρινή, τα φωτεινά Πατήσια, τα γκρίζα Εξάρχεια, η θαλπωρή της Πλάκας, η γλύκα του Πειραιά, η καμαρίλα των βορείων προαστίων, η σύγχυση των δυτικών κλπ.

[…]

Κι η αλήθεια είναι πως οι άνθρωποι στην Αθήνα (οι γηγενείς) μου μοιάζανε λίγο διαφορετικοί. Περισσότερο “υποψιασμένοι”, πιο ήπιοι, προσηνείς, με ευρύτερη σκέψη, με λιγότερη έπαρση και λιγότερη αλαζονεία από μας τα βλαχαδερά […]. Άλλαξα πολλά σπίτια όλα αυτά τα χρόνια. Όπου κι αν έμενα αυτοί που συνήθως δημιουργούσαν προβλήματα στην πολυκατοικία, στην γειτονιά, ήταν κάτι επαρχιώτες καρτσαπλιάδες, σαν την αφεντιά μου, χωρίς κοινωνική συνείδηση που επιζητούσαν να κάνουν υποφερτή την ανυπαρξία τους με φωνές και φασαρίες.

Και την αγάπησα πολύ την Αθήνα. Με τις ομορφιές και τις ασχήμιες της. Με τις αντιφάσεις και τα στραβά της…

Καταλαβαίνω σε ένα βαθμό τους ανθρώπους που “παίρνουν τα βουνά”. Μπορεί το lifestyle κίνημα “επιστροφή στις ρίζες” ή όπως αλλιώς το λένε, που θέλει την αναπαλαίωση εγκαταλελειμμένων σπιτιών σε χωριά και ραχούλες (συνήθως από μεγαλοαστούς με λυμένο το οικονομικό), να με βρίσκει αισθητικά αντίθετο, αλλά δεν παραγνωρίζω ότι μπορεί έστω και κατ’ ελάχιστο να είναι επωφελές για την Αθήνα (αν και συνήθως στο τέλος αυτά τα σπίτια δεν καταλήγουν να είναι η κύρια κατοικία αλλά απλά ένα ακόμη εξοχικό). Απ’ την άλλη οι επαρχιώτες που δεν μπόρεσαν να αφομοιωθούν και πάντα διατηρούσαν την σπίθα της επιστροφής πολύ καλά κάνουν και επιστρέφουν στις πόλεις και τα χωριά τους (όσοι επιστρέφουν). Η περιφέρεια πρέπει να “γεμίσει” ξανά. Η ζωή πρέπει να επιστρέψει εκεί όπου η αστυφιλία των προηγούμενων δεκαετιών την στράγγιξε.

Δεν δικαιολογώ όμως κανέναν που κατηγορεί την Αθήνα. Δεν αντιλέγω πως σίγουρα υπάρχουν πόλεις στο εξωτερικό που σου προσφέρουν πολύ καλύτερες συνθήκες διαβίωσης όμως κακά τα ψέματα. Αυτά που σε δένουν με ένα μέρος υπερβαίνουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Και βλέπεις πόσο ευλογημένος είναι αυτός ο τόπος όταν παρά το ότι έχουν ασελγήσει ασύστολα πάνω του για δεκαετίες ολόκληρες κυβερνήσεις, εργολάβοι, βιομήχανοι και εφοπλιστές (είναι οι ίδιοι που σήμερα το παίζουν οικολόγοι και κάνουν καμπάνιες από τα κανάλια τους για δεντροφυτεύσεις, καθαρισμούς ακτών κλπ.) σου προσφέρει ακόμα και σήμερα απλόχερα τα δώρα του: το εξαιρετικό κλίμα, το μοναδικό φως, τα προϊόντα της γης, το όμορφο φυσικό τοπίο (όπου δεν έχει κυριαρχήσει το τσιμέντο) κλπ.

Οι αναφορές μου στα άυλα (φως, κλίμα) δεν είναι ούτε ποιητικές ούτε μεταφυσικές. Δεν θα ‘ταν του χαρακτήρος μου άλλωστε (εξάλλου άλλες είναι οι “ερωτικές” κατά τα άλλα πόλεις με την αποπνικτική υγρασία και το διαπεραστικό κρύο). Έχουν απλά να κάνουν με την τοποθεσία και το ανάγλυφο. […]

The wasted life of Brian

«Βγήκε ταινία για τον Γρηγορόπουλο», είπε η συμβία. Πήγα να τη δω. Πήρα και τον έρμο τον Βυτίο, τον καλό νέο, μαζί μου.

Η ταινία Wasted Life έχει τόση σχέση με τη χαμένη ζωή του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου όση σχεση έχει το Life of Brian με τη ζωή του Χριστού. Πολύ μεγάλη, δηλαδή, αν είσαι από την Τούβα, τη Δυτική Νέα Γουινέα, ή την Εσωτερική Μογγολία. Αν αφήσει κανείς στην άκρη την εξαιρετική ερμηνεία και τον πολύ ενδιαφέροντα χαρακτήρα του βασανισμένου και δυστυχισμένου μπάτσου (που τελικά δεν ξέρουμε τι μας κόφτει η ζωή του, αφού το χαζοτσογλανάκι που βρίσκεται in loco ΑΓ το σκοτώνει ένας άλλος, αυτός που βλέπει τσόντες στο iPhone εν ώρα υπηρεσίας ντε, χωρίς ακριβώς να καταλάβουμε γιατί).

Αυτά. Μην τη δείτε. Αν είστε γνωστός ή συγγενής του Γρηγορόπουλου, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: είναι επιεικώς υβριστικό που αυτό το χάλι λανσαρίστηκε σεμνότυφα ως μια ταινία όχι εμπνευσμένη από τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Αν σας αρέσει το σινεμά, αποφύγετε την ταινία σαν τον διάολο: παλιό κακό ελληνικό σινεμά με ολίγο εικαστικό πασάλειμμα από Σπιρτόκουτο (και γκεστ σταρ τον ίδιο τον Γιάννη τον Οικονομίδη!).

Είμαι επιεικής με τον ολντμπόι γιατί έχει και παιδί.

εκ Δυτικής Λιβύης

Αυτή τη φορά οι επιδρομές έχουν νομιμοποίηση, όχι όπως στην περίπτωση της Σερβίας, όταν το ΝΑΤΟ υποκατέστησε το Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιταλία δίστασαν να επέμβουν γιατί κόπιασαν τόσο να πιάσουν φιλίες με τον σκηνίτη αρχικαθήκη δολοφόνο.

Διάβασα λοιπόν αυτό το σχόλιο του Δύτη.

α) Όλο και περισσότερο σχηματίζω την εντύπωση ότι στη Λιβύη δεν έχουμε χαρακτηριστικά τόσο εξέγερσης τυνησιακού ή αιγυπτιακού στυλ, όσο φυλετικού εμφυλίου.
β) Δεν νομίζω ότι οι νίκες του Καντάφι μέχρι τώρα βασίστηκαν στην αεροπορία του. Ως εκ τούτου, ζώνη απαγόρευσης πτήσεων είναι ίσως μια τρύπα στο νερό όσον αφορά τον αγώνα για την τελική επικράτηση στη Βεγγάζη.
γ) Ο πόλεμος στη Σερβία (και, επίσης, στο Ιράκ) έδειξε ότι ο μόνος τρόπος να νικήσεις έναν πόλεμο από αέρος είναι να ισοπεδώσεις τις υποδομές της χώρας. Ως εκ τούτου, η δυτική επέμβαση ή θα πρέπει να βομβαρδίσει δικαίους και αδίκους ή να συμπληρωθεί με χερσαίες επιχειρήσεις.

Ιδίως το α) με ξένισε. Όλες οι επαναστάσεις (Γαλλική, Οκτωβριανή κτλ) και όλοι οι εμφύλιοι (αγγλικός, ελληνικός επί επαναστάσεως, ο πόλεμος που οδήγησε στη διάλυση της Μεγάλης Κολομβίας, ισπανικός, ελληνικός ’46-’49, λιβανέζικος, όλοι οι αφρικανικοί κτλ) έχουν εντονότατα τοπικά και «φυλετικά» χαρακτηριστικά. Αυτό είναι συνέπεια και του ότι τα εθνικά κράτη είναι ιστορικά ατυχήματα και (γεω)πολιτικά κατασκευάσματα που στιβάζουν μαζί τόσες διαφορετικές ομάδες (εθνοτικές, θρησκευτικές κτλ κτλ κτλ). Άλλωστε, απ’ όσα λίγα μάθαμε, και στην Τριπολίτιδα υπήρχαν εξεγερμένοι.

Το να επικαλούμαστε «τις φυλές» και να μιλάμε για «φυλετικό εμφύλιο» (τι παράδοξος όρος!) στην περίπτωση της Λιβύης ενδεχομένως μαρτυρεί ότι βλέπουμε τους Λίβυους ως γραφικά ημιάγρια γιάχαλλα-μπάχαλα, που δεν μπορεί να έχουνε πολιτικές επιδιώξεις, έστω και αν είναι απλούστατες: να διώξουν τον στυγερό δικτάτορα. Οριενταλισμός όζει, θαμμένος βεβαίως βαθιά στο ασυνείδητο στην περίπτωση του Δύτη (θα ήτανε γελοίο να προσάψει κανείς έστω και υποσυνείδητο οριενταλισμό στον Δύτη).

Τέλος, ο Καντάφι αποκαλείται κάπου «ημιπαράφρων». Δεν ξέρω τι χρειάζεται για να αποκαλέσουμε κάποιον 100% παράφρονα αν ο Μουαμάρ είναι στο ντεμί.

Γενικά, με ενοχλεί βαθιά η υπόγεια συμπάθεια σε αυτόν το υπερτσαουσέσκου, μεγαλουκασένκο, κιμτζονγκιλικό φρανκόσκυλο. Ιδίως η σύγκριση με τον σκατόψυχο είναι ενδιαφέρουσα: δε δίστασε να στρέψει ξένους μισθοφόρους εναντίον αμάχων που έβγαιναν από προσευχή. Όπως και ο Caudillo, σφάζει μέχρι την υστάτη. Υποψιάζομαι ότι η πηγή της ένοχης, και πια ενοχοποιημένης, συμπάθειας στον Ηγέτη της Πράσινης Επανάστασης είναι η εξής: στην Ελλάδα οι πολιτικές ιδεολογίες έχουνε μικρή σημασία, τουλάχιστον μικρότερη από την έννοια της αντιαμερικανικής συμπαράταξης. Έτσι, στην Ελλάδα υποστηρίξαμε, καλωσορίσαμε και ασπαστήκαμε διάφορους δικτάτορες και τυράννους , προσχηματικά σοσιαλιστές αλλά και καθόλου σοσιαλιστές, με γνώμονα όχι μόνον το συμφέρον της χώρας μας (όπως όλοι, στο κάτω κάτω,) αλλά κυρίως με γνώμονα το αν ενοχλούνε τους αμερικάνους — για οποιονδήποτε λόγο κι αν ενοχλούσαν τους αμερικάνους, εξισώνοντάς τους με λαϊκούς ηγέτες. Έτσι, δίπλα στο λαϊκό κίνημα τον Σαντινίστας, λατρεύουμε τον ύστερο Κάστρο, δίπλα στον λαοπρόβλητο και γενναίο Μοράλες των φτωχών γηγενών, βάζουμε μετάνοια στον διαστροφέα της (έτσι κι αλλιώς άρρωστης στη Βενεζουέλα) δημοκρατίας Τσάβες. Πιο κοντά δεν πλησιάζω — γνωστά πράγματα.

Ανάμνηση



(με ευχαριστίες στον κύριο Φώλιο, που με έκανε να την ανασύρω)

Καλά παιδιά οι ρηγάδες, μου άρεσαν. Εγώ ήμουνα μικρός τότε.

Ωστόσο, με τραβολογούσε ο πατέρας μου σε φεστιβάλ πολιτικών νεολαιών όταν ήμουν μικρός «για να σχηματίσω άποψη». Εκεί μεταξύ 9 και 13 ετών. Τα φεστιβάλ και οι προφεστιβαλικές εκδηλώσεις της ΚΝΕ με ψυχοπλάκωναν, του Ρήγα ήταν ωραία τα φεστιβάλ, ενώ της ΟΝΝΕΔ ήταν αηδία (οι γονείς μου κορόιδευαν: «αντιγράφουν την ΚΝΕ», έλεγαν).

Θυμάμαι που είχε πάρει η μάνα μου κάτι πορσελάνινα περιστέρια από παλαιστίνιους φοιτητές (μάλλον υπότροφους του αστικού ελληνικού κράτους — άσχετο) από ένα φεστιβάλ της ΚΝΕ κι εξ αφορμής είχε μια έντονη συζήτηση με τον πατέρα μου διότι ο πατέρας μου (ΚΚΕ εσ. τότε) δεν ήθελε να δώσει λεφτά στο ΚΚΕ. Η μάνα μου έλεγε ότι τα λεφτά θα τα πάρουν οι Παλαιστίνιοι που αγωνίζονται. Δεν πείστηκε ο πατέρας μου. Τοτε η μάνα μου είπε ότι είναι κρίμα τα καημένα τα παιδακια που τα πουλάνε. Ε, στο τέλος είπε ότι θα τα πάρει γιατί τα θέλει. Πρέπει να τα έχουν ακόμα στο σαλόνι, εκτός κι αν τα κατάπιαν τίποτε ανήψια μου.

Στραγάλια

Πάει κι ο Ρασούλης. Μεγαλείο ο σχωρεμένος: πώς γίνεται να γράφεις τραγούδια που απηχούν σε ερωτόληπτο κουλτουριάρη έφηβο, σε εράσμια φοιτήτρια ψαγμένη, σε μπουζουκονταγλάν κυρία εξηντάρα, σε σαραντάρη γκομενιάρη (αλλά με μεγάλη καρδιά), σε βαριά κι ασήκωτα διανοούμενο — και πάει λέγοντας. Πώς γίνεται να καλύψεις τόσο διαφορετικούς ανθρώπους;

Τεμπέληδες κειμενοκόποι, σκέφτεστε καθόλου προτού γράψετε; Όταν πεθαίνουμε δε φεύγουμε. Δεν πάμε πουθενά. Παραμένουμε κοκκαλωμένοι και ακίνητοι, ολοκληρωτικά πλέον στο έλεος των άλλων, των ζωντανών. Δεν πάμε ταξίδι, γαμώ τη στραβομάρα σας και τις ωραίες εκθέσεις που γράφατε στο Λύκειο. «Καλό ταξίδι» για πού; «Για τη γειτονιά των αγγέλων»; Όπου θα παίζουν άρπα, λύρα και κιθαρίτσα (άντε, τζουρά ο Ρασούλης) πάνω στα σύννεφα στους αιώνας των αιώνων; Αν δεν κοιμόσασταν στα Θρησκευτικά, θα ξέρατε ότι ψοφάμε και παραμένουμε πεθαμένοι «επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Αλλά μάλλον κάποιο ωραίο κοσμητικό σχήμα ψάχνετε, χεστήκατε για τα δόγματα της Εκκλησίας. Γιατί λοιπόν όχι κάτι σαν «καλό κουτρουβάλημα στον Κάτω Κόσμο»; «είθε οι τσέπες σου να είναι γεμάτες ναύλα για τον Χάροντα»; «καλή αντάμωση στα Ηλύσια Πεδία»; Αλλά τι λέω, μιλάμε για τους ίδιους γραφιάδες που αποκαλούν τις πόρνες «ιερόδουλες» και που προσπαθούν να επιβάλουν το χυδαίο ψέμα «άνθρωποι με ειδικές ικανότητες» για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες.

Ας πούμε ότι αυτό το διάγραμμα είναι ακριβές. Περιγράφει τι πάθαμε στην Ελλάδα με την κρίση. Χρειαζόμασταν λεφτά. Από πού θα τα βρίσκαμε, κόβοντας την αριστερή στήλη ή τη δεξιά; Κόψαμε την αριστερή, άλλωστε αυτό είναι το ντάρμα του ΔΝΤ. Μα, θα μου πείτε, έχουμε δεξιά στήλη, φοροαπαλλαγές για τους πλουσίους, στην Ελλάδα; Όχι. Έχουμε φοροδιαφυγή, διαφθορά και εξοπλιστικά. τα οποία δεν πρόκειται να θιγούν, ακόμα και οι συμπαθείς Φ. Γεωργελές και Π. Δούκας πρέπει να το έχουνε καταλάβει αυτό. Άσε που τα έσοδα του κράτους μειώνονται έτσι κι αλλιώς.

Και, λυπάμαι που θα το πω, αλλά έχουμε πάθει σκλήρυνση, με τη βιβλική έννοια: γκρεμίζεται, καίγεται και πνίγεται η Ιαπωνία και εμάς μας απασχολεί αν θα ανακάμψει η ιαπωνική οικονομία: τα δελτία ειδήσεων μέχρι πρόσφατα έβλεπαν όλον τον κόσμο χρωματισμένο από την εθνικιστική ιδεολογία, πλέον τα γυαλιά που φοράμε έχουνε το χρώμα του χρήματος. Επίσης ο καθηγητής Βαρουφάκης μάς εξηγεί στη ΝΕΤ ότι με τις καταστροφές αυξάνεται το ΑΕΠ. Το είχε πει κάποτε ο Τσόμσκυ στο Τορόντο και γελούσα, έλεγα ότι ο ζαμπόνηρος αναρχόγερος θέλει να κάνει όλους τους νεοφιλελεύθερους να μοιάζουνε με σκουληκαντέρες τύπου Άυν Ραντ: είπε ότι οι λακκούβες στους δρόμους αυξάνουν το ΑΕΠ γιατί μετά δουλεύει η οδική βοήθεια, ο φαναρτζής, το συνεργείο κτλ. Αλλά το είπε κι η μάνα μου: ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.

Στο μεταξύ ο αιμοσταγής καραγκιόζης ούτε ξεκουμπίζεται, ούτε ψοφάει. Κι ο διαλλακτικός Βασιλεύς του Μπαχρέιν εκμεταλλεύεται την αναμπουμπούλα για να φέρει στρατό κατοχής από το καθηκέστερο κράτος της Μέσης Ανατολής (όχι το Ισραήλ βρε, το Ισραήλ έχει κοινοβούλιο, εκλογές και ανεξιθρησκία· το άλλο, το μοναδικό κράτος στον κόσμο που ονοματίστηκε από τον φύλαρχο που το κυβερνούσε και που κατάργησε τη δουλεία το 1962).

Ωστόσο, μέσα μου χαμογελάω

Νίκη (ναι, έστω: του αυτονόητου και της στοιχειώδους ανθρωπιάς).

Πάντως, δεν ξέρω για την εργατική τάξη, για να το πω ευγενικά κι εκτός αν ‘η εργατική τάξη’ είναι μια αφαίρεση όπως ‘το έθνος’, αλλά πιο περήφανοι πρέπει να είναι οι λιγοστοί «αλληλέγγυοι» κουλτουριάρηδες, μερικοί «ακτιβιστές του διαδικτυακού καναπέ’, εφτά σαμουράι-δημοσιογράφοι, και κυρίως όσοι άνθρωποι (υπο)στήριξαν αυτούς τους ανθρώπους.

Και για να μη χαλαρώνουμε, παίδες: