Εναντίον του γάμου

Ο Χάουαρντ Ζινν περιγράφει τον θεσμό της οικογένειας ως την «κατεξοχήν φυλακή ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Ώρες αφού διάβασα αυτό το απόσπασμα, είχα την ευκαιρία να διαπιστώσω ότι δεν πρόκειται για φυλακή, παρά για σέχτα, για εταιρεία, για κόμμα — για ένα  αποκλειστικό κλαμπ με πολύ περιορισμένο αριθμό μελών.

Σε μια λίγο-πολύ μόνιμη σχέση η ιδιοκτησιακή νοοτροπία στον έρωτα, όσο και αν μου είναι απεχθής, δεν παύει να είναι κάτι πολύ βαθιά ανθρώπινο στο κάτω κάτω. Ωστόσο, αν πρόσεχα λιγάκι περισσότερο τι συμβαίνει γύρω μου, θα είχα διαπιστώσει νωρίτερα ότι οι οικογένειες λειτουργούν ως στεγανοί οργανισμοί, ως μια μονάδα με εσωτερικούς κανονισμούς, πειθαρχία και — κυρίως — ενιαίο προφίλ προς τα έξω, περίπου όπως τα εταιρικά προφίλ. Γι’ αυτό και δεν θα έλεγα την οικογένεια «φυλακή», παρά σέχτα, εταιρεία, κόμμα ή ένα κλειστό κλαμπ.

Υποθέτω ότι εύκολα αναγνωρίζουμε αυτή τη λειτουργία της οικογένειας. Δεν λέω για το πόσο ισχυροί είναι οι οικογενειακοί δεσμοί στη Μεσόγειο, μιλάω για το πώς η οικογένεια παγκοσμίως συμπεριφέρεται και ως κλειστή μονάδα και ως ένας μικρο-οργανισμός που επιβάλλει ομερτά στα μέλη της, επιβεβλημένη αλληλεγγύη και συνενοχή. Κάθε οικογένεια είναι μια μικρή Μασωνία.

Βεβαίως, υπάρχουν ιστορικοί, κοινωνικοί, ανθρωπολογικοί και βιολογικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Με μια καίρια διαφορά: όταν η «οικογένεια» είναι κλαν, φάρα, σόι, τότε η ομερτά, η αλληλεγγύη και η συνενοχή έχουν κάποιο νόημα — λειτουργικώς αν όχι ηθικώς. Εκεί μεν υπάρχει μια εσωτερική ιεραρχία που επιβάλλεται αλλά ενίοτε γίνεται αντικείμενο επαναδιαπραγμάτευσης, εκεί άλλωστε έχουμε να κάνουμε με μια πολύπλοκη ιεραρχία που περιλαμβάνει πρωτότοκους και δευτερότοκους, πεθερές και νυφάδες, ad hoc μητριαρχίες και άτυπα συμβούλια αδελφών κ.ο.κ. Σε μια εκτεταμένη οικογένεια υπάρχουν οι ίδιες σχέσεις εξουσίας και καταπίεσης που υπάρχουν και στην πυρηνική οικογένεια του σήμερα, ταυτόχρονα όμως υπάρχουν περισσότερα κελλάρια και πατάρια μέσα της για να κρυφτεί κανείς, περισσότεροι και πιο ρευστοί ρόλοι, αν μη τι άλλο.

Η τυπική πυρηνική οικογένεια, δυο γονείς με μάξιμουμ τρία, συνήθως δύο, παιδιά, αποτελεί την μικρη κι ευέλικτη, και κάπως μηχανοποιημένη, εκδοχή αυτού του θεσμού. Βεβαίως, τυπικά, δεν πατριαρχείται πλέον: δεν είναι πια ο σύζυγος-πατέρας ο κύριος κι αφέντης και ο στύλος της οικογένειας. Αλλά η κατάργηση της απόλυτης μοναρχίας, όπως ξέρουμε, δεν συνεπάγεται κατάλυση κάθε καταπιεστικού στοιχείου. Διότι η οικογένεια παραμένει οικογένεια και εξακολουθεί να συγκροτείται κατόπιν μιας «δικαιοπραξίας πανηγυρικού χαρακτήρα» (όπως έμαθα πρόσφατα), δηλαδή του γάμου. Διότι η οικογένεια επικαλείται την αγάπη για να επιβάλει εσωτερική πειθαρχία ή μάλλον, και χειρότερα, οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν. Έτσι θεμελιώνει την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η πυρηνική οικογένεια δεν είναι πια απλώς φυλακή, σέχτα, εταιρεία, κόμμα και κλειστό κλαμπ. Αποτελεί κλειστοφοβική φυλακή, γίνεται συνωμοσία, τριανδρία, συμμορία. Το μεν ζευγάρι λογοδοτεί για τη δράση του, τις αποδόσεις και την επιτυχία του προς τα έξω χωρίς καμμία εσωτερική βοήθεια, χωρίς έμπιστους εντός: ο ένας με τον άλλο, άντε και με κάποιον από τους κάθε είδους θλιβερούς συμβούλους γάμων. Γι’ αυτό και πρέπει να παρουσιάζει αρραγές μέτωπο, χωρίς περιθώριο για αμφιβολία, για αυτοσχεδιασμό ή για λιγάκι μπάχαλο. Τα δε παιδιά είναι υφιστάμενοι κι υποτελείς υπό τη σχεδόν αποκλειστική εποπτεία των γονέων, ενώ η συναναστροφή τους με συνομηλίκους ελέγχεται από τους γονείς, που από τη φύση τους θα προσπαθήσουν να τα προστατεύσουν και να τα ποδηγετήσουν, είτε ως «φίλοι» είτε ως δεσπότες. Οι γονείς παράλληλα λειτουργούν σαν προπονητές των παιδιών: αν τα παιδιά αποτύχουν, υπήρξαν άχρηστοι, αφού μόνον αυτούς, άντε και ένα-δυο αδέρφια, είχανε τα παιδιά για καθοδήγηση.

Ναι· και ο γάμος χωρίς παιδιά; Και πάλι, ελλείψει μιας ευρύτερης οικογένειας που θα απορροφούσε το «άκληρο» ζευγάρι ως θειους και θειάδες, το άτεκνο ζευγάρι καταλήγει ένα στροβιλιζόμενο γιν-γιανγκ, παγιδεύεται σε ένα παιχνίδι εναλλασσόμενων ρόλων το οποίο περιορίζουνε μόνον η πατριαρχία και ο σεξισμός — που αποτελούν και τη βάση πάνω στην οποία συνήθως επιλύονται οι διαφορές και διευθετούνται οι κρίσεις, με τις γυναίκες να δείχνουν κατανόηση (μονομερώς), τους άντρες να συγκαταβαίνουν κτλ. Αυτά όταν διευθετούνται οι κρίσεις δηλαδή, και όταν δεν καταλήγουν οι δύο του ζευγαριού στην αλληλοφαγία ή (στην καλύτερη περίπτωση) στο διαζύγιο.

Και λοιπόν, τι πρέπει να γίνει; Επιστροφή στην εκτεταμένη οικογένεια, στο κλαν, στο σόι, στη φάρα; Όχι βέβαια, δεν θα λύσουμε λ.χ. τα εργατικά ζητήματα επιστρέφοντας στην γήινη και χειροπιαστή φεουδαρχία. Ίσως λοιπόν να πρέπει να μάθουμε να ζούμε μόνοι, όπως γίνεται όλο και περισσότερο στη Βρετανία; Ούτε: ο μοναχικός βίος είναι βαρύς και, από ένα σημείο και μετά, αβάσταχτος (και αυτό το λέει ένας κατεξοχήν μονήρης άνθρωπος).

Ίσως αυτό που πρέπει να γίνει είναι να αποϊεροποιηθεί η οικογένεια: η μητρική αγάπη, η πατρική στοργή και η αφοσίωση των τέκνων στους γονείς είναι ιερές από μόνες τους, όταν υπάρχουν, και δεν χρειάζονται θεσμούς για να τις καλλιεργήσουν. Αν αποϊεροποιούνταν η οικογένεια, ίσως να μεγάλωναν οι ενήλικοι τα παιδιά τους χωρίς να πρέπει και να είναι τέλειοι (γιατί δεν είναι) και χωρίς ντε και καλά να τα αγαπάνε (γιατί δεν συμβαίνει πάντοτε). Ίσως έτσι και τα παιδιά να αποκαθήλωναν κάπως, όσο είναι ανθρωπίνως δυνατό, αυτούς στους οποίους χρωστούν την ύπαρξη ή και την επιβίωσή τους. Προς την κατεύθυνση της αποϊεροποίησης θα βοηθούσε και το σύμφωνο συμβίωσης για όλους. Όλους όμως. Και όποιος θέλει τα περαιτέρω, ας πάει στην εκκλησία, στο τζαμί, στη συναγωγή ή όπου αλλού.

Φως ιμερικό

Καθόλου δεν αντέχω την υπερφωτισμένη πορνογραφία, να παρακολουθώ γαμήσια μέσα στην άπλετη φωτοχυσία χειρουργείου που καίει τις σκιές με εκτυφλωτικούς προβολείς στούντιο. Ίσως να ταιριάζει αυτή η φωταψία, τάχα μου ανυπόκριτη και ειλικρινής, στη φάση «όλα στο φως» της αμερικάνικης εποχής μας. Ίσως πάλι το χειρουργικό φως να είναι προϊόν εντελεχών ερευνών αγοράς, ίσως έτσι να καυλώνει το λεγόμενο μέσο αρσενικό, άλλωστε άντρες είμαστε: θέλουμε να βλέπουμε — και μάλλον στο πόσα και στο πώς να διαφέρουμε τελικά.

Επίσης μου είναι πολύ αντιπαθείς οι ψευδοαισθαντικές λήψεις στην πορνογραφία όπου η βαζελίνη πασαλείβεται στον φακό ώστε να φτιάχνεται το κατάλληλο φλου, ένα φλου που με τη σειρά του γίνεται μεταφορά της ιμερικής μέθης, της καυλωμένης θολούρας, της τυφλοβδομάδας (που λέγαν οι παλιοί). Όπως ο υπερφωτισμός ανήκει στον θάλαμο βασανιστηρίων, η θολούρα ανήκει στην μνήμη και στην ανάμνηση, είναι προνομιακός χώρος της ποίησης. Κι από ποιητισμούς έχουμε χορτάσει.

Τέλος, ίσως χειρότερο από όλα στην τσόντα είναι το κιαροσκούρο της καψούρικης εξιδανίκευσης. Εδώ πάλι έχουμε να κάνουμε με υποκρισία: όχι, δε βλέπεις αυτό που βλέπεις για να καυλώσεις, παρά γιατί είναι κάτι πολύ αχβάχ και βαθύ — και με τρόπους άλλους από τους πορνογραφικά προφανείς. Αυτές οι τσόντες με το πολύ και δήθεν κιαροσκούρο, όπως και οι φλου σε βαθμό σεβεντίλας, υποτίθεται ότι προορίζονται για γυναίκες. Τι να πω, ενδεχομένως έτσι να λέν οι έρευνες αγοράς.

Φυσικά, οι αντιρρήσεις μου δεν είναι αισθητικές, για τσόντα μιλάμε στο κάτω κάτω: από τα ελάχιστα genre με χειροπιαστό σκοπό και αποτέλεσμα (ένα δεύτερο είναι το μελό και ένα τρίτο το genre που περιλαμβάνει το Slumdog Millionaire). Υποθέτω λοιπόν παρακολουθώντας δύο (και τρεις και βάλε) ξένους κι άγνωστους ανθρώπους να λαγνεύονται, έως και να ξεσκίζονται άγρια κάθιδροι και μούσκεμα στα σάλια τους και σε όλα τ’ άλλα, ότι τελικά ψάχνω και το φως από δικές μου αναμνήσεις και από δικές μου φαντασιώσεις.

Οι φαντασιώσεις μου πάντως αφορούν γυναίκες που γνωρίζω. Γενικά, δεν ξέρω να πλάθω χαρακτήρες, τουλάχιστον όχι για να πηδηχτώ μαζί τους κατα φαντασία. Επίσης, δεν διαθέτω ούτε πολλή φαντασία ούτε σκηνοθετικές ικανότητες. Όσο για άγνωστες γυναίκες, ω μα θα ήταν απρέπεια και, κυρίως, ματαιοπονία να κάθομαι να φαντάζομαι ότι κάνουμε κάτι μαζί: οι άγνωστες γυναίκες δεν μου λένε πολλά. Όμως, εν πάση περιπτώσει, ποιος νοιάστηκε για τις δικές μου σεμνές φαντασιώσεις; Απλώς λοιπόν λέω ότι και οι φαντασιώσεις μου φωτίζονται με τον τρόπο των αναμνήσεών μου.

Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις, εκεί μάλιστα. Σε κάθε δωμάτιο, αυτοκίνητο ή χώρο υπαίθριο το φως είναι βεβαίως διαφορετικό, αν και γενικά προτιμώ να τείνει προς το σκοτάδι. Το φως στις ερωτικές αναμνήσεις μου είναι άλλοτε λοξό από σούρουπο, ή δροσερό και πρωινό. Άλλες φορές μόλις που ξεχειλίζει πίσω από χαραμάδες και αμέσως αραιώνεται μέχρι να γίνει μεσημβρινό ημίφως κλειστού χώρου. Θυμάμαι περιορισμένη φωταγώγηση από φανοστάτες της πόλης ή του χωριού, θυμάμαι και φωτισμό περίκλειστου παραδείσου, άλλοτε το ημίφως που παρέχει κάποιο τάχα ξεχασμένο πορτατίφ. Κάποτε το φως είναι διάχυτο γιατί εκπορεύεται από τους δρόμους της πόλης και τρυπώνει μέσα από ανοιχτές μπαλκονόπορτες, κάποτε γιατί το κόβουν και το φιλτράρουν βαρειές κουρτίνες.

Τα ερώτικα σώματά μας είναι αφή και φως. Η αφή αποχωρεί μαζί με τα σώματα, τη στερούμαστε όταν το ερωτικό σώμα απουσιάζει, η ανάμνησή της ξεθυμαίνει γρήγορα. Το φως που τα φωτίζει όμως μας εντυπώνεται, είναι η συντροφιά μας και η προσμονή μας.

Κάτι λεσβίες εκεί πέρα… (γάμος για όλους)

Όταν το 2006 έγραφα για αόρατες λεσβίες, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τι πράγμα μίλαγα, τελικά. Ναι, ξέρω ότι θέλετε να διαβάσετε κάτι για τις εκλογές, αλλά εγώ δεν έχω διάθεση: κατ’ εμέ αυτές οι εκλογές έρχονται πολύ αργά και όχι όπως θα άρμοζε στην αθλιότητα των τελευταίων πέντε ετών, δηλαδή μετά από αναταραχή.
 
Λοιπόν, δεν είχα ιδέα. Μίλαγα με μία παλιά μου φίλη, είναι τώρα εκεί γύρω στα τριάντα, για το πώς την αντιμετωπίζει η οικογένειά της. Δε θέλω να δώσω λεπτομέρειες, αλλά να το θέσω έτσι: η οικογένειά της της χρωστάει και της χρωστάει πολλά. Η Γ είναι η κλασσική ελληνίδα θυγατέρα, που έχει σηκώσει στις πλάτες της τη συμπαράσταση προς τους γονείς, τη συνδρομή προς τους παππούδες και άλλα πολλά. Χάρη στην κρίση, και τις επιλογές της οικογένειας (που ποτέ δεν κάνει λάθος), έφτασαν να ξανασυγκατοικούν όλοι μαζί μετά από χρόνια. Πρόσφατα έγινε λοιπόν η μοιραία συζήτηση με τον πατέρα — γιατί η συζήτηση αυτή θα γίνει, όσο και αν τα γκέι παιδιά παίζουνε τις κουμπάρες, έστω κι αν θα γίνει βουβά και με δυο βλέμματα σαν γοργές βελονιές βοηθού μικροβιολόγου. Η αντίδραση του πατέρα στο «είναι η γκόμενά μου κι είμαι λεσβία» ήταν αντίστοιχη με αυτήν απέναντι στο «η αλήθεια είναι στους Σεξ Πίστολς, γκέγκε;». Θυμηδία κι απαξίωση, κουρασμένη γκριμάτσα πατέρα που ζητάει από τη μικρή να κόψει τις μαλακίες γιατί έχουμε και δουλειές. Αναρωτήθηκα μπροστά στη Γ, αν είχε γιο και του έλεγε «είναι ο γκομενός μου και είμαι __________» (δεν ξέρω ποιον όρο χρησιμοποιεί ο γκέι άντρας για να κάνει το πιο οδυνηρό κάμινγκ άουτ), θα αντιδρούσε έτσι ο πατέρας;
 
Η απάντηση μού δόθηκε, τυχαία, από μια άλλη παλιά φίλη, την Π. Όταν τις έπιασε πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της γυμνές στο κρεβάτι εκείνη και την τότε κοπέλα της, με την κοπέλα της μάλιστα μονοσήμαντα τοποθετημένη ανάμεσα στα πόδια της και την ίδια στο χείλος του οργασμού, δεν έπαιξε καν το βλέφαρο του. «Κορίτσια, ακόμα δεν ντυθήκατε; Άντε.» ήταν η αντίδρασή του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και δεκαετίες μετά ο πατέρας ακόμα δεν προβληματίζεται, τουλάχιστον όχι μπροστά της, γιατί η κόρη του η Π δεν παντρεύτηκε. Ούτε καν γιατί δεν την έχει δει ποτέ με γκόμενο, παρά μόνο με φίλες.
 
Δε λέω ότι δεν υπάρχει εξήγηση για αυτές τις συμπεριφορές. Δεν πέφτω από τα σύννεφα. Επίσης, κάποιοι γκέι άντρες φίλοι μου στάνταρ θα μου πουν ότι καλύτερο είναι να σε αγνοούν, να μην υπάρχεις και να καμώνονται ότι «απλώς» γεροντοκοριάζεις εκκεντρικά, παρά να σε δέρνουν, να σε κυνηγάνε, να σε χλευάζουν και να σε περιθωριοποιούν. Ειλικρινά, δεν ξέρω.
 
Αυτό που ξέρω είναι ότι η Γ δεν μπορεί να παντρευτεί στη φάση του «γιατί όχι», όπως παντρεύτηκα εγώ. Ξέρω ότι δε θα υπάρχει ένα ταίρι με τον νόμο δίπλα της για να της χορηγεί αντίδοτο στις τοξίνες που μας ποτίζει η ελληνική οικογένεια, η οικογένεια που ποτέ δεν κάνει λάθος, γιατί ό,τι κάνει το κάνει για το καλό μας.
 
Αυτό κατάλαβα τον Ιανουάριο του 2015: ο γάμος για όλους δεν είναι μόνο ζήτημα στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Δε διασφαλίζει μόνον ότι δε θα σβήσεις σ’ ενα κωλονοσοκομείο μόνος με τον άνθρωπό σου να περιμένει στον διάδρομο την ελεημοσύνη κάποιας νοσηλεύτριας. Δεν τακτοποιεί πρακτικά θέματα και μόνο. Στην Ελλάδα, ο γάμος σε θωρακίζει επιπλέον απέναντι σε μια εξόχως ιμπεριαλιστική οικογένεια, η οποία ακόμα κι αν είσαι στρέιτ έγγαμος σαραντάρης, θα ορμήσει να σου πει για τη ζωή σου και να σου τραβήξει και το αυτί. Πολλώ μάλλον αν είσαι από αυτές που δεν είχανε καλή τύχη και τώρα τελευταία καμώνονται ότι είναι λεσβίες…
 
 Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.

Του έρωτα μέγα καλό

Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας.

Ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος.

Ο έρωτας μού εξήγησε ότι αξίζω τη χαρά της ζωής, που είναι και ο έρωτας.

Με δίδαξε να μην υπεραναλύω και να παίρνω τη ζωή όπως μου έρχεται, κατά το εμπειρίκειο, όσο μπορώ.

Με εκπαίδευσε στο να μη φοβάμαι, εγώ ο κατά βάση δειλός. Με ξανάπλασε σχεδόν γενναίο.

Με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια.

Ακόμα και στον πόνο υπήρξε μεγαλόψυχος: δεν τον έφερε μάταια.

Ο έρωτας με πήγε πολύ πιο μακριά και από βιβλία και από ταινίες και από την ίδια τη φαντασία μου, έχτισε κόσμους αδιανόητους πριν, κόσμους που εξερευνώ και περιδιαβαίνω σαν αρχάριος με ψυχή μαγεμένη.

Ο έρωτας εγκέντρισε μέσα μου την ομορφιά και το γέλιο.

Ο έρωτας με ντρεσάρισε να μη φοβάμαι τον χρόνο, παρά να χαίρομαι τη στιγμή σαν παιδί και την ανάμνηση σαν γέροντας.

Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος

Υπάρχει μια μεγάλη, πελώρια, παρεξήγηση γύρω από την πνευματικότητα. Η πνευματικότητα ποτέ δεν ήταν ασώματη υπόθεση και, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να προκύψει από την εξαΰλωση και από την αποπνευμάτωση. Όπως, ας πούμε, δεν υπάρχει οινόπνευμα αν δεν ζυμωθεί το δημητριακό, το σταφύλι ή τα στέμφυλα κι οι φλούδες. Η πνευματικότητα πάντοτε προκύπτει από τις αιθέριες αναθυμιάσεις του σωματικού και των κινημάτων της σάρκας που πεινάει και διψάει κι ιδρώνει και κουράζεται, αποστάζεται από την εξάχνωση των υγρών μας (που φοβόμαστε). Ο άνθρωπος ο πνευματικός πόθησε και καύλωσε και θηριώθηκε κι αστόχησε και ξαναπροσπάθησε όμως δεν εγκατέλειψε. Γιατί τελικά η πνευματικότητα δεν κατακτάται χωρίς ζωή: καμμιά μελέτη δε θα σου την επιδαψιλεύσει, ούτε καν η μελέτη θανάτου, που είναι το πιο σπουδαίο μάθημα.

Όπως η ευθύνη για τον εαυτό είναι κενή χωρίς την ευθύνη για τους άλλους, έτσι και η ζωή του πνεύματος είναι φενάκη όταν δεν τη θρέφει το αίμα. Γνωστά πράγματα. Τετριμμένα. Δείτε, ας πούμε, τους ανθρώπους του «από τον λαιμό και πάνω». Είναι πνευματικοί; Ποτέ.

Το ύψος κατακτάται μέσα από αυτό που ο Cole Porter αποκάλεσε (αδέξια και χωρίς πολλή φαντασία) horizontally speaking. Προτιμώ έναν άνθρωπο που υπάρχει ή υπήρξε γενναίος της ηδονής από κάποιον που σπούδασε και σκέφτηκε και μίλησε κι έγραψε — αλλά έμεινε εκεί. Από την κλινοπάλη αναβρύζει η πνευματικότητα (ναι, «αναβρύζει»). Και μέσα από την χειρωνακτική εργασία φύεται και φυτρώνει. Σόρυ αν σας ακούγομαι κάπως σοβιετικός, αλλά η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει και μας πλάθει ανθρώπους. Και μόνον ο άνθρωπος μπορεί να υψωθεί κατακόρυφα — ούτε ο άγγελος, ούτε το ζώο.

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι «ευνουχιστική» για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες… Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες — και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το «πουτάνα» στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την «πουτανιά» σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.

Κανείς δεν είναι κανενός

 σ’ εσένα που δεν με διαβάζεις

Υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στην ιδέα της κτήσης ανθρώπων. Είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι το «η γυναίκα μου» δεν συνεπάγεται ιδιοκτησία, αλλά σχέση με τη γυναίκα ― όπως άλλωστε και «το παιδί μου» δεν προϋποθέτει κτήση αλλά μοναδική σχέση και ευθύνη απέναντί του. Αλλά δεν μας ανήκουν οι άνθρωποί μας.

Ναι, ξέρω ότι ο έρωτας κατακεραυνώνεται ή υμνείται ως κτήση ή ως αδυναμία κτήσης· ότι γίνονται κουβέντες για γυναίκες που δίνονται αλλά δεν παραδίνονται ή, χειρότερα, που παραδίνονται και (γι’ αυτό) δεν δίνονται· ότι κουβεντιάζονται ατέλειωτα οι άντρες, που είναι ζωάκια του σεξ αδάμαστα και περιπατητικά, που δεν εξημερώνονται παρά αλυσοδένονται με τιβί κι ιμάμ μπαϊλντί, με χόμπι, καφενέ και μερεμέτια.

Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πράγματα. Οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής, ούτε οι άντρες ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες (όχι όλοι). Τα παιδιά δεν είναι έπιπλα. Η κτήση ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι βαθύς παραλογισμός, είναι προϊόν της εξιδανίκευσης της ζηλοτυπίας και της ιδεολογικοποίησης του πάθους. Στην περίπτωση των παιδιών, η φαντασίωση κτήσης τους προέρχεται από την ανάγκη να τα προστατέψει ο γονιός ή και να ξεπατικωθεί πάνω τους ο δικός του φαινότυπος.

Αλλά η ιδιοκτησία ανθρώπων είναι παραλογισμός. Αν περιοριστούμε στον έρωτα, ναι, η ερωτική πράξη συνοδεύεται από την πλήρη ιδιοκτησία του άλλου και από την απόλυτη κυριαρχία πάνω στον άλλο ― στις καλές τις φάσεις, τουλάχιστον. Όμως, ό,τι και αν φαντασιώνεται ο ζηλότυπος εραστής, ο άλλος συνεχίζει να υπάρχει και μετά το όποιο πέρας της ερωτικής πράξης, ως ελεύθερος άνθρωπος όλος πολυπλοκότητα. Ναι, ποθώντας κι αναπολώντας και κάνοντας όνειρα, αλλά ελεύθερος. Ο έλεγχος των πιο κρυφών κυττάρων και η διερώτηση πού είναι ο νους του άλλου όταν κοιμάται (ή τρώει ή διαβάζει ή εργάζεται ή ονειροπολεί ή αφοδεύει…) είναι φαντασιώσεις. Και μόνο.

Ο άλλος (το παιδί, ο εραστής ή ερωμένη, ο φίλος ή η φίλη) είναι δικός μας επειδή έχουμε σχέση κάποιας μορφής και ενός άλφα σθένους μαζί του, όχι επειδή είμαστε ιδιοκτήτες του. Η δε αποκλειστικότητα είναι η αναγωγή αυτής της φαντασίωσης σε κάποιου είδους μονοθεϊστικό ντελίριο.

Προσωπικά φρονώ ότι και η ιδιοκτησία του άλλου και η αξίωση της αποκλειστικότητας είναι βαθιά ανήθικες στάσεις (δεν θέλω να χρησιμοποιήσω διασταλτικά την κατηγορία του πολιτικού εδώ). Ναι, όταν είμαστε μαζί με κάποιον καλό είναι να είμαστε μαζί με κάποιον: να είμαστε εκεί όταν είμαστε μαζί. Ναι, ωριμάζουμε δίνοντας από τον εαυτό μας, και μάλιστα δίνοντας μαθαίνουμε πώς να φτιάχνουμε πολλές και διαφορετικές σχέσεις, προσφέροντας στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ναι, η ανθρώπινη εμπειρία έχει χώρο για αποκλειστικότητες, και για τον κάπως απέλπιδα και Μωσαϊκό λυρισμό τους, αλλά είναι ανήθικο να τις επιδιώκει ως τάχα ιδανικές.

Η ανηθικότητα της ιδιοκτησίας του φίλου, παιδιού, συντρόφου προκύπτει από την αντιμετώπιση του άλλου ως κάποιου κατά πολύ απλούστερου από εμάς, που μπορεί κι οφείλει να καλύπτεται (συναισθηματικά, σεξουαλικά ή ― σπανιότερα ― διανοητικά) από εμάς και μόνον από εμάς: εδώ λοιπόν υπάρχει ένας βαθύς και συνήθως ανομολόγητος πατερναλισμός. Επιπλέον, η αξίωση της αποκλειστικότητας αντιμετωπίζει τον άλλο, τον άλλο άνθρωπο, ως απλοειδές αντικείμενο: γιατί να μοιράζομαι την εσπρεσσιέρα μου, όταν μπορεί ο άλλος να πάει να πάρει μια δική του; Δεν θα μοιραστώ τη γυναίκα μου όπως δεν θα μοιραστώ την εσπρεσσιέρα μου. Γιατί όμως; Μήπως επειδή «την αγαπώ»;

Υπάρχει ηθική αξία στην άσκηση να πάμε από την ιδιοκτησία, και τα όποια δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν, στη σχέση. Υπάρχει ηθική αξία να απορρίψει κανείς την αποκλειστικότητα και να εναγκαλιστεί την πολλαπλότητα των αναγκών και την ίδια την πολυπλοκότητα του άλλου. Υποπτεύομαι ότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να έχει διαρκείς, ουσιαστικές και βαθειές σχέσεις (ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές) με όλη τη μαγεία και την ταραχή που συνεπάγονται, με τη δυσκολία και την έκπληξη, με όλον τον πόνο και τη δόξα, με όλη τη βουβή ποίηση που κάποτε παράγουν καίγοντας την καθημερινότητα για καύσιμο.

Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του

Όταν εγείρονται ζητήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, η πολιτισμένη απάντηση είναι κάπως έτσι: «Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα». Αυτή η αρχή είναι αρκετά δημοφιλής, αν και κάπως ντεμοντέ πια, αφού η οικογενειοκεντρική ετεροκανονικότητα νικά και προχωρεί. Θεωρείται ωστόσο η χρυσή τομή που διχοτομεί το δημόσιο από το ιδιωτικό, γίνεται αντιληπτή ως η ενσάρκωση της μεσότητας σε αυτά τα θέματα, και αποτελεί επεξεργασία του ελληνικού χρυσού κανόνα για τον δημόσιο χώρο (πραγματικό και κοινωνικό): Μακριά από μας κι όπου θέλει ας πάει.

Αυτή η τακτική του εγκλεισμού αφορά φυσικά δημόσιες συμπεριφορές που δεν εγκρίνει η κοινωνία: από την ερωτοτροπία εφήβων σε τίποτε παγκάκια μέχρι το να περπατούν δύο άντρες πιασμένοι χέρι χέρι εξυπακούοντας ότι είναι εραστές ή σύντροφοι, από την ίδια την ύπαρξη των τρανς γυναικών μέχρι το να φιληθούν δύο γυναίκες, από μια κάπως αγριότερη κι ίσως ελαφρώς αλκοολούχα περίπτυξη μιας γυναίκας κι ενός άντρα μέχρι γυναίκες με «προκλητικό» ντύσιμο (που παν γυρεύοντας, λέει, αλλά ας μην το πιάσουμε αυτό το αίσχος). Και ούτω καθεξής

Πρόκειται βεβαίως για μια αρχή που ισχύει σε πολύ περισσότερες κοινωνίες: από το θεοκρατικό Ιράν και την (αλλιώτικα) θεοκρατική Σαουδική Αραβία κι Αλαμπάμα, μέχρι τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και την Κύπρο, μέχρι τις ωραίες και μεγάλες (και τις όχι τόσο) μεγάλες καταδιαβρωμένα αστικές δημοκρατιες.

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι κοινωνίες; ότι η συνθήκη «στο κρεβάτι του» και η προτροπή «μακριά από τα μάτια μου» δεν ορίζει το ιδιωτικό· απεναντίας, περιορίζει κάποιες (σχεδόν όλες) τις εκδηλώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, μαντρώνει σχεδόν κάθε ερωτική συμπεριφορά, όχι μόνο μέσα σε κάποιο δωμάτιο.

Τελικά, το «δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα» αφήνει την ερωτική ελευθερία σε δύο ομάδες ανθρώπων και μόνο. Αν λοιπόν ανήκεις στους προνομιούχους, θα μπορεί να εκδηλώνεται όπως θέλει μακριά από αδιάκριτα μάτια: είναι θρυλικά τα όργια της νομενκλατούρας του ΚΚ Ρουμανίας πριν το 1989, οι παρτούζες με κόκα των fat cats του Σίτυ, ή τα ‘πάρτυ’ των enfants gâtés της Τεχεράνης — οι δουλοκτήτες σαουδάραβες είναι πια κλισέ. Αν δεν ανήκεις στους προνομιούχους, προκειμένου να κάνεις τις ανωμαλίες σου — που κυμαίνονται από μια αγκαλιά κι ένα φιλί μέχρι το πιο μπαρόκ BDSM και τα πιο μαζικά όργια — πρέπει να βγεις στην οιονεί παρανομία, να περιπλανηθείς στο πολεοδομικό ή στο διαδικτυακό περιθώριο, σε έναν χώρο όπου ο Νόμος, τα τμήματα Ηθών, σε ανέχονται μέχρι να αποφασίσουν να μη σε ανεχτούν, λ.χ. για να σε εκβιάσουν. Και όπως το πρόσφατο έγκλημα του κυρίου Λοβέρδου κατά των οροθετικών γυναικών κατέδειξε περίτρανα (ω! είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν ποινικολόγοι που θα με διορθώσουν για τον μεγαλόστομο, πλην ακριβή, όρο ‘έγκλημα’), η πραγματικότητα έχει ως εξής:

Αν είσαι μέλος κάποιας ελίτ, κανένας (εκτός από σκανδαλοθηρικές ύαινες) δε νοιάζεται τι κάνεις στο κρεβάτι σου, αφού το κρεβάτι σου μπορεί να πιάνει ένα κλαμπ, μισό ξενοδοχείο, μία βίλλα, μια παραλία, ένα ολόκληρο νησί. Αν δεν ανήκεις στην ελίτ, είτε περιορίζεσαι στο ετεροκανονικό κι οικογενειακό (ή μοναχικό) κρεβάτι σου είτε θα προκαλείς έτσι κι αλλιώς, θες δε θες, ακόμα και πίσω από κλειστές και κλειδωμένες πόρτες.

Περί ζώων κινήσεως (De Motu Animalium)

Γράφω με αφορμή αυτό, ένα κείμενο με τόνο πατερναλιστικό και ηθικολογικό, όπως και η μεγάλη πλειονότητα όσων διαβάζουμε πια στα φρηπρές και στο διαδίκτυο. Πρόκειται για ακόμη ένα κείμενο σαν κι αυτά τα παλιά αθηναϊκά χρονογραφήματα, που περιέγραφαν την σῆψιν τῆς κοινωνίας. Μόνο που τα σύγχρονα χρονογραφήματα δεν έχουνε σκοπό να διεγείρουν, αλλά αποκλειστικά να νουθετήσουν μέσα από εκβιαστικά και τεχνητά διλήμματα, τάχα μου ηθικού ή βιολογικού χαρακτήρα: στο κείμενο λοιπόν δεσπόζει η τεχνητή αντινομία μεταξύ ερωτικής επιθυμίας (της γυναίκας, βεβαίως) και μητρότητας. Οι μάνες δε γαμιούνται, κι αν γαμιούνται είναι σαν σκύλες. Αυτό όμως ισχύει μόνο στις μεσογειακές κοινωνίες μετά τα 1970, οπότε και η γυναίκα θα γεννήσει εκεί στα τριαντατόσα, λέει, μόνον αφού (λέει) πάψει να είναι ερωτικά ενεργή· ισχύει επίσης στο φαντασιακό του παιδιού κάθε μάνας.

Αλλά ας γίνω πιο προσωπικός. Είμαι σε μακροχρόνια σχέση με τη Ζ. Δε φτιάχνομαι ούτε με το να είμαι κερατάς, ούτε με τρίτους ανθρώπους ανάμεσά μας, ούτε με το swinging. Δεν έχω κοιτάξει ποτέ κινητά, σημειώσεις, ημερολόγια, μηνύματα κτλ. της Ζ. και γνωρίζω πως είμαι πολύ τυχερός στο ότι αυτό είναι αμοιβαίο.

«Και αν σε απατήσει;» με έχουνε ρωτήσει πολλές φορές. Πρώτον, τα «απάτη» και «απιστία» είναι ήδη προβληματικά σαν όροι, αφού ονομάζουν την εξωσυζυγική ερωτική δραστηριότητα, τη μοιχεία που λέμε, ακριβώς όπως και την ατιμία προς ανθρώπους («απάτη») και προς θεούς («απιστία»). Το αντεπιχείρημα ότι η μοιχεία γίνεται εν κρυπτώ και πίσω από έναν πέπλο διακριτικότητας, σιωπής ή ψεύδους είναι άσχετο: πολλά, μα πάρα πολλά μυστικά υπάρχουνε μεταξύ δύο ανθρώπων που ζούνε μαζί. Κάθε μα κάθε είδους. Όσο αγαπημένοι και να είναι. Όπως είπε και μια φίλη 9 χρόνια παντρεμένη: «Δεν τα ξέρεις όλα για τον άλλο. Δε γίνεται. Εγώ δε θέλω να τα ξέρω όλα για τον [άντρα μου].» Ας επαναδιατυπώσω την ερώτηση λοιπόν: «κι αν με κερατώσει;»

Παρακάμπτω προσωπικά δεδομένα που δεν αφορούν κανένα και λέω ότι παίζουνε δυο σενάρια:

Αν με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί θέλει να σηματοδοτήσει ή να πυροδοτήσει το τέλος της σχέσης μας, δεν υπάρχει νόημα να εξεγερθώ κατά της αρπαχτής ή της παράλληλης σχέσης. Τέλος. Έχω δει πολλά ζευγάρια να χωρίζουν χωρίς να έχει υπάρξει σκιά από κέρατο, έχω δει να χωρίζουν και μετά από ψυχαναγκαστικό αλληλοκεράτωμα. Έχω γνωρίσει ζευγάρια που έζησαν μαζί αγαπημένα μέχρι το τέλος, παρά την εκατέρωθεν ερωτική αυτοδιάθεση δεκαετιών. Και έχω ακούσει και κάθε τι ενδιάμεσο: όλα τα «δεν θα πετάξω μια ευτυχισμένη ζωή στα σκουπίδια για ξεπέτες», «εμένα με αγαπάει» κτλ. αλλά και τα «δε θα τη μοιραστώ με κανέναν πούστη ποτέ», «τσουλαπουτανακαριόλα να φύγεις να φύγεις να φύγεις». Κτλ. κτλ. κτλ.

Αν πάλι με κεράτωσε, κεράτωνε, κερατώνει ή κερατώσει γιατί ο άλλος (ή η άλλη) της πρόσφερε ή θα της προσφέρει κάτι που δεν μπορώ εγώ, παρότι μαζί μου θέλει να είναι, καλώς. Βεβαίως δε (θα) θέλω να ξέρω λεπτομέρειες και δε θα ένιωθα ή νιώσω τρομερά επαρκής σαν εραστής και σύντροφος. Θα ζηλέψω λυσσαλέα και μέχρι τα ζοφερά μου έγκατα. Αλλά νισάφι: δεν μπορείς να ζεις με έναν άνθρωπο πάνω από, ξέρω γω, πέντε χρόνια και να έχεις την απαίτηση να είσαι τα πάντα γι’ αυτόν: να είσαι όλοι οι φίλοι, να είσαι όλες οι παρέες, να είσαι όλος ο έρωτας. Και όπως δε θέλουμε να είμαστε ο ένας φίλος της γυναίκας μας (εκτός αν είμαστε πολύ άρρωστοι), δεν μπορεί να θέλουμε να είμαστε ο ένας εραστής: δεν είναι διαφορετικός ο έρωτας. Και αυτό που λέω δεν αφορά καν τη λεγόμενη «φθορά» ή «κόπωση» στο ζευγάρι. Γενικά, η απαίτηση μια ερωτική σχέση να είναι μονοθεϊστικού τύπου, απόλυτη και στο στυλ «οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ» δουλεύει ίσως σε μια αυταρχική κοινωνία (σαν αυτή που μας χτίζουν), στις ερημιές ή με μέσο όρο συμβίωσης καμμιά εφταετία το πολύ. Η Ζ. το έχει θέσει λίγο διαφορετικά: «Αν θες να έχεις τον έλεγχο του άλλου, δε χρειάζεσαι σχέση: να πάρεις έναν σκύλο.»

Δύο τελευταία σημεία: αν όντως προκαλώ τη μοίρα μου και μάθετε κάποτε ότι χώρισα γιατί με κεράτωσε η Ζ., θυμηθείτε ότι είμαστε άνθρωποι κι ότι είμαστε αντιφατικοί και (ευτυχώς) ευάλωτοι. Επίσης, αν έρθει η σχέση σας εν ψυχρώ και στα καλά καθούμενα να σας πει στα πλαίσια της τάχα ειλικρίνειας ότι σας τα φόρεσε, είτε είναι αμερικανοχιψτεράκι είτε θέλει να χωρίσετε. Και αυτή είναι η μόνη γενίκευση που μπορώ να κάνω με σχετική ασφάλεια.

Ερωτικές ταυτότητες

Διαβάζω τη βασανιστικά κακογραμμένη Νέα ερωτική αναρχία (1977): πρέπει κάποτε οι Γάλλοι να καταλάβουν ότι η μεταφορά δεν είναι επιχείρημα και να συνειδητοποιήσουν ότι οι ξεκάρφωτοι παραλληλισμοί, ο εκλεκτικισμός της ορολογίας και τα αχαλίνωτα ρητορικά γυρίσματα δε συνιστούν πραγμάτευση ενός θέματος. Τέλος πάντων, μια χαρά πορεύτηκαν κι οι Γάλλοι μέχρι εδώ, δε βαριέσαι.

Η Νέα ερωτική αναρχία (των Μπρυκνέρ και Φινκελκρώ) επιδιώκει να περάσει ένα βασικό μήνυμα: μην κολλάτε στα μηχανικά του σεξ. Το μήνυμα ήταν πράγματι ανατρεπτικό την εποχή της «σεξουαλικής απελευθέρωσης» που γράφτηκε το βιβλίο: εποχή της θριαμβεύουσας τσόντας, των κατηγοριοποιήσεων (κολπικές εκ δεξιών, κλειτοριδικές εξ ευωνύμων), των χρονομέτρων κι οργασμομέτρων, της ορθόδοξης (αλλά καθόλου ιεραποστολικής) ερμηνείας του Βίλχελμ Ράιχ, των εικονογραφημένων λεξικών με στάσεις, της κομματικά συντεταγμένης παρτούζας. Ήταν τελικά, κατά τους Μπρυκνέρ και Φινκελκρώ, εποχή της σεξουαλικής απελευθέρωσης των αντρών, που φόρτωνε τις γυναίκες ακόμη μια ντουζίνα άγχη και προσταγές. Το μήνυμα του βιβλίου «μην κολλάτε στα μηχανικά, μην αγχώνεστε με τον οργασμό, ζήτω οι ηδονές!» είναι ωστόσο πιο διαχρονικό από όσο φαίνεται.

Νομίζω ότι από τον καιρό του Κίνσεϋ το θέμα είναι λυμένο: είμαστε όλοι αμφισεξουαλικοί και όλοι πολυγαμικοί, σε διαφορετικό βαθμό βεβαίως ο καθένας. Επειδή ο καθένας μας είναι μοναδικός (όπως και να το δείτε το θέμα), συνέπεια της παραπάνω γενίκευσης είναι ότι υπάρχουν τόσοι σεξουαλικοί προσανατολισμοί όσοι και άνθρωποι. Το ίδιο ισχύει βεβαίως και για τις σεξουαλικές συμπεριφορές, που άλλωστε είναι και ζήτημα πολύ πιο σύνθετο: υπάρχουνε τόσες όσες και άνθρωποι. Ή και περισσότερες.

Η εποχή μας όμως είναι η εποχή του θριάμβου της διαμερισματοποίησης. Η συζήτηση για τη σεξουαλικότητα και τον έρωτα ξεκινάει με βάση ένα σύστημα θυρίδων: οι γυναίκες (πάντα ριγμένες) είναι τουλάχιστον στρέιτ, αμφισεξουαλικές και λεσβίες, λεσβίες δε τουλάχιστον τεσσάρων κατηγοριών: λεσβίες ενεργητικές, λεσβίες παθητικές, λεσβίες μπουτς, λεσβίες φαμ. Και τι να πει κανείς για τις αποχρώσεις της δεδηλωμένης αμφιφυλοφιλίας, για τις τρανς γυναίκες, για τους τρανς άντρες, για τη Σαχάρα της αντρικής ετεροφυλοφιλίας (φαινομενικά ενιαίας αλλά όλο εκπλήξεις στο ανάγλυφο), για την λινναιική ταξινομία που έχουν επιβάλει στον εαυτό τους (;;) οι γκέι άντρες κτλ. με τη θεολογική λεπτότητα των διακρίσεών της.

Μία από τις αντιρρήσεις στην ένστασή μου για την πολυδιαμερισματοποίηση της ερωτικής συμπεριφοράς μας (γιατί πάει πια πολύ πέρα από το σεξ, τα μενού και την επιλογή μεζέδων) είναι και η εξής: ναι, αν ο άλλος / άλλη ξέρει ακριβώς τι θέλει; Αν λ.χ. στο 90% των περιπτώσεων θέλει π.χ. να τον έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνει αυτός τον ρυθμό ενώ εκείνη του ρίχνει σκαμπιλάκια κι εκείνος της δαγκώνει τα δαχτυλάκια, ενώ παίζει τσόντες με γιαπωνέζες; Και αν, επιπλέον, θέλει να το επικοινωνήσει αυτό; Ποιος είμαι εγώ που θα μεμφθώ για επιλεκτικότητα γούστων τούς ανθρώπους που την έχουνε ψάξει τόσο τη σεξουαλικότητά τους; Κι ακόμα και αν προσάψω τρομερή έλλειψη φαντασίας και ανιαρή εμμονή σε κάποιον που — για να μείνουμε στο παράδειγμα — θέλει να τον έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνει αυτός τον ρυθμό κτλ. κτλ., ε, και τι έγινε; Για το σεξ μιλάμε: το αρεσούμενο του ανθρώπου το καλύτερο του κόσμου.

Σύμφωνοι. Η πρόσκληση να τα κάνουμε όλοι όλα με όλους, η προσταγή να είμαστε όλοι πολυσυλλεκτικοί και υπερανοιχτοί και να τα δοκιμάζουμε όλα και η ιαχή «ζήτω οι ηδονές!» είναι εξίσου κανονιστικές και ρυθμιστικές όσο λ.χ. και ο αυτοπεριορισμός στο κουτάκι «I like to dominate big women» του Robert Crumb. Με τη διαφορά ότι ο αυτοπεριορισμός του κάθε Crumb είναι αποτέλεσμα αναζήτησης, όπως και το να είσαι πολυσυλλεκτικός, και συνήθως πρόκεται για επιλογή στην οποία καταλήγεις μόνος σου και καθόλου μα καθόλου ανώδυνα σε πολλές περιπτώσεις.

Άρα, για ακόμα μια φορά, το πρόβλημα είναι κατά πόσον ετεροκαθορίζεσαι ή όχι. Είμαστε λοιπόν εντάξει με τα κουτάκια; Ενδεχομένως τα κουτάκια είναι μια χαρά, εάν θέλουμε να περιγράψουμε στα γρήγορα τι θέλουμε: κάτι αναγκαίο στα συμφραζόμενα των αγγελιών, του αγοραίου έρωτα ή του ψωνιστηριού. Από την άλλη, τα κουτάκια γίνονται ένας καινούργιος ετεροκαθορισμός, μια νέα ερωτική καταπίεση, όταν ο άλλος περιορίζεται από τα τοιχώματα του κουτιού στο οποίο πήγε κι εγκαταστάθηκε μόνος του.

Βεβαίως υπάρχει και ένα δεύτερο στοιχείο: αυτό του γιατί επιλέγουμε ό,τι επιλέγουμε. Εδώ υπεισέρχεται η ταλαιπωρία των απαξιωτικών ερμηνειών που προσφέρει ο ψυχολογισμός του ποδαριού. Παραθέτω παραδείγματα που έχω ακούσει: «α, δεν σου αρέσουν πράγματι οι άντρες που είναι έτσι κι έτσι, απλώς είχες πολυ ισχυρό / αδύναμο πατρικό πρότυπο», «α, δεν είσαι μπάι, κορίτσι μου, απλώς φοβάσαι τους άντρες», «α, παριστάνεις τον μπάι επειδή είσαι κρυφή αδερφή», «α, είσαι μάτσο και tough με τις γυναίκες γιατί υπεραναπληρώνεις που σε γαμάνε πατόκορφα στη δουλειά» — και σταματάω εδώ. Αφήνω κατά μέρος τις αξιολογικές και απαξιωτικές κρίσεις που περιέχουνε οι «ερμηνείες» αυτές, το πόσο χονδροειδείς είναι. Άλλωστε και η «σοβαρή» επιστήμη της ψυχικής υγείας ιστορικά βαρύνεται με την απαξίωση ερωτικών συμπεριφορών, προσανατολισμών, πρακτικών και επιλογών: «θέλεις το Α γιατί κατά βάθος σου λείπει το Β». Ποτέ δεν κατάλαβα αυτό το «κατά βάθος»: είτε πειραματίζεται, είτε ψάχνεται, είτε γουστάρει κάποια / κάποιος, ούτε αγγαρείες κάνει ούτε θα συνεχίσει να ασχολείται εάν δεν του δίνει χαρά αυτό που κάνει. Η νόσος βρίσκεται στη στέρηση, στην άρνηση και στην απέχθεια — κι ακόμα κι εκεί, όχι πάντα. Η νόσος δε βρίσκεται στο δόσιμο συνήθως. Ίσως στο τι επενδύουμε στο δόσιμο, όχι όμως στο ίδιο το δόσιμο και τους τρόπους του. Έτσι νομίζω, δεν ξέρω.

Επιστρέφοντας στα κουτάκια, ας πούμε ότι καταλήγω στο εξής: ας υποθέσουμε ότι η ερωτική μας ταυτότητα είναι πολύ προσεκτικά διαμορφωμένη, ότι διατυπώνουμε τον αυτοπροσδιορισμό μας μετά από βιωματική επεξεργασία, αναστοχασμό, ηδονομετρική βαθμονόμηση, δοκιμή και πλάνη (πείτε στους άρρενες εφήβους ότι στη δοκιμή και πλάνη δεν πιάνεται το να επιλέγουν τα επιμέρους στοιχεία από τον οιονεί άπειρο τσελεμεντέ της τσόντας: άλλο κάνω, άλλο μπανίζω). Όπως και κάθε ταυτότητα, η ερωτική ταυτότητα είναι ωστόσο μια αφαίρεση που μετά τείνει να αυτονομείται και να καθοδηγεί τις επιλογές μας. Κάνοντας έναν παραλληλισμό: άλλο να λες «είμαι και Έλληνας και γαύρος», άλλο να λες «είμαι Έλληνας γαύρος»: στην πρώτη περίπτωση έχεις κάτι κοινό και με τον Έλληνα βάζελο και με τον Αλβανό γαύρο — στη δεύτερη με κανέναν από τους δύο.

Συνοψίζοντας, οι πολλαπλές ταυτότητες είναι παντού πραγματικότητα. Συνεπώς, όταν μιλάμε για ερωτικές ταυτότητες, ελαστικές διατυπώσεις ή αυτοπροσδιορισμοί όπως «μου αρέσουν οι γυναίκες», «μου αρέσουν οι άντρες», «μου αρέσει ό,τι μού γυαλίσει», «είμαι μονογαμικός μέχρι αποδείξεως του εναντίου», «είμαι πολυγαμικός» υπερτερούν. Και υπερτερούν ακριβώς γιατί δεν αποκλείουν a priori την έκπληξη, την ανατροπή, το ξάφνιασμα. Ή το να βαρεθείς, ρε αδερφέ, να σε έχει η γυναίκα κάτω αλλά να δίνεις εσύ τον ρυθμό ενώ εκείνη σου ρίχνει σκαμπιλάκια κι εσύ της δαγκώνεις τα δάχτυλα, ενώ παίζει τσόντες με γιαπωνέζες. Μπορεί κάποια στιγμή να θες να το γυρίσεις στο να δίνει εκείνη τον ρυθμό. Ή στο να καθήσεις κι εσύ σε μια καρέκλα, σαν άνθρωπος.