Πενθέκτη

Η Πενθέκτη Σύνοδος, ή η εν Τρούλλω, είναι μια σύνοδος της Ανατολικής Εκκλησίας που εξέδωσε 102 κανόνες. Οι κανόνες αυτοί βασικά ποινικοποιούν το θέατρο, την πορνογραφία, τους μίμους, την ευθυμία και διάφορες άλλες χαρές της ζωής. Επίσης καταπιάνονται με φλέγοντα ζητήματα, π.χ. αν επιτρέπεται οι χριστιανοί να τρώνε γάλα και αυγά τη Σαρακοστή. Η ποινή για τη μη συμμόρφωση είναι σχεδόν παντού ο αφορισμός.

Η Σύνοδος αυτή έγινε το 692, δεν αναγνωρίζεται ως Οικουμενική (γιατί δεν την αναγνωρίζει η Ρώμη) αλλά οι πονηροί Ανατολικοί, εμείς, ισχυριζόμαστε ότι αποτελεί παράρτημα της Πέμπτης και της Έκτης Συνόδου. Άρα μας δεσμεύει.

Η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της Πενθέκτης Συνόδου καταδεικνύουν ότι ο μισανθρωπικός, άχαρος, χρηστομαθής και δικανικά ρυθμιστικός των πάντων χαρακτήρας της χριστιανικής πίστης δεν είναι προϊόν ούτε του Καλβινισμού, ούτε του Ακινάτη. Είναι χαρακτήρας σύμφυτος με μια πίστη βαθιά κι ανεπανόρθωτα καχύποπτη απέναντι σε κάθε χαρά της ζωής, σε ό,τι ιμερικό και σε ό,τι γελαστό και ταξιδιάρικο.

Κι όλα αυτά τα σκεφτόμουν απόψε γιατί στο διπλανό τραπέζι καθότανε μια γνωστή μου με την καινούργια γκόμενά της και δυο φίλες της. Ανέδιδαν χαρά και λίγη μέθη ερωτική, γέλαγαν και μοιάζανε μαγεμένες — ιδίως τα δυο κορίτσια τα διακριτικώς ερωτόληπτα. Και σκεφτόμουν ότι δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να ξαναπέσουμε στον κόσμο όπου ως ερωτοπραξία και συζυγία υπάρχει μόνον ο σεμνός γάμος αντρός και γυναικός με όλη την υπόλοιπη ανθρώπινη εμπειρία, το φιλέτο της, να κρύβεται στους ίσκιους όπου καταφεύγουμε για να κατουρήσουμε, για να κλέψουμε κανα πορτοφόλι — ή χειρότερα.

Αστακός

Όταν ήμουν στο Λύκειο με ρώτησε η μητέρα μου γιατί δεν θέλω να γίνω γιατρός αφού δεν σιχαίνομαι εύκολα και αφού ούτε με τρομάζουν τα τραύματα ούτε αποστρέφομαι το αίμα. «Δεν αντέχω να υποφέρει ο άλλος, ιδίως αν δεν μπορώ να κάνω τίποτα.» Δεν ξαναμίλησε ποτέ για το θέμα.

Δυστυχώς ίσως, κάθε τι που ζω και παρατηρώ γύρω μου χρωματίζεται πάραυτα από μια πολύ έντονη και ενδεχομένως ιδιαίτερη διάθεση μέσα μου, διάθεση που τονίζει και βγάζει μπροστά το στοιχείο του πόνου, της αγωνίας και της στέρησης. Με ακολουθούνε πάντοτε από κοντά ή από μακριά ο οίκτος κι η συμπόνοια.

Μαθαίνουμε γρήγορα να αντιμετωπίζουμε τα βάσανα των άλλων σαν ιστορίες που με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο θα τελειώσουν. Θα τελειώσουν λοιπόν είτε με το ότι όλα θα πάνε στο τέλος μια χαρά, οπότε βάζουμε τελεία και παύλα εκεί όπου θέλουμε εμείς ή εκεί όπου μας επιτρέπει η περιοδολόγηση της ζωής του άλλου, είτε συνήθως με το αμετάκλητο «πέθανε κι ησύχασε». Κάνουμε τον πόνο των άλλων ιστορία ή παραμύθι γιατί θα συντριβούμε αν δεν αποστασιοποιηθούμε. Όμως ο πόνος, η αγωνία και η δυστυχία των άλλων θα γίνει για τους ίδιους ιστορία — ή και παραμύθι — μόνον αφού τελειώσουν όλα, ενώ όσο διαρκούν είναι ακριβώς και κυρίως αυτά: πόνος, αγωνία, δυστυχία.

Δυστυχώς για μένα, δεν μπορώ να αποστασιοποιηθώ από τη φρίκη του παιδιού που βλέπει να ξυλοκοπούν τη μάνα του, από το διαρκές μινύρισμα της στέρησης των απολύτως απαραίτητων, από την ανήκεστη βαρβαρότητα του βιασμού, από τον κακοφορμισμένο ακρωτηριασμό τού να πεθάνει το παιδί σου — όλα αυτά παίζουνε στο σινεμά μέσα στο κεφάλι μου ξανά και ξανά και κάθε φορά προσέχω μια νέα λεπτομέρεια ή ταυτίζομαι με μια όψη του πόνου καινούργια. Με παραλύει η ύπαρξη και η πραγματικότητα των σφαγών, με νεκρώνει η φρίκη της σκέψης ότι αθώοι πεθαίνουν και πεθαίνουν βίαια και άκαιρα και φρικτά, με βαραίνει η ατελείωτη σκλαβιά μιας ζωής με πάρα πολλή δουλειά και με ελάχιστη χαρά. Δυσκολεύομαι να βάλω στην άκρη την ψυχική χωλότητα καταπιεσμένων και κακοποιημένων παιδιών, την αγωνία και την πίκρα του γονιού για το άρρωστο παιδί του, την ερημιά της μοναξιάς και την εξαθλίωση της χρόνιας ερωτικής στέρησης, τον φόβο της αρρώστειας και την απαράθραυστη αγωνία προαναγγελθέντων θανάτων. Δεν με κάνουν να μελαγχολώ και να λυπάμαι όλα αυτά, και περισσότερα, παρά με βαραίνουν και με πονάνε.

Όλα αυτά βρίσκονται εντός μου αισθητά και αιχμηρά· ευτυχώς υπάρχουν οι νευρώσεις μου για να με προστατεύουν από τη διαρκή υπενθύμισή τους ή, καλύτερα, από την αδιάλειπτη παρουσία τους μέσα στο σινεμά που στεγάζει το κρανίο μου.

Κι όλα συμπυκνωμένα επέστρεψαν και φανερώθηκαν αστραπιαία καθώς Κυριακή απόγευμα έβλεπα έναν αστακό μοναχό του με τις δαγκάνες δεμένες, ως είθισται, να περιμένει ακίνητος σε ένα ενυδρείο πότε θα φαγωθεί.

Ο αντεραστής

11150187_1625062224396657_7498052413091753566_n

Αυτό τo καθήκι που ήρθε από το πουθενά και μου έφαγε κανονικά τη γυναίκα πρέπει να το έσπειραν το ’71. Η το ’70. Τον καριόλη. Τον θυμάμαι την πρώτη φορά. Χαμογελαστός κι άνετος, αιθέριος που λένε, ανέμελος κι έτσι και μια χαρά. Αν και ζουμπάς. Τον έβλεπες τον παλιόπουστα από τη γωνία, πριν στρίψει τη γωνία τον έβλεπες, από πίσω από τον τοίχο, τη μάνα του μέσα, τη χίπισσα ή χωριάτισσα ή τι διάολο μουνί τον πέταγε· χωρίς αρχές και τέτοια, αρχή από μόνος του, άνετος, ασκάλωτος τελείως: ανεμπόδιστος και σένιος. Το κέντρο του κόσμου, η μισοριξιά. Χειραψίες και χαμόγελα. Μνημόνιο, αντιμνημόνιο, κυβερνώσα αριστερά, δεξιά της αριστείας και της προόδου — πού να ξεχωρίσεις. Οι καριόληδες είναι ίδιοι παντού. Την πάρτη και τον πούτσο τους κοιτάνε μόνο, πάντα υπεράνω και λάθος δεν κάνουν ποτέ.

Ήρθε και στρώθηκε μέσα στην παρέα. Τον κοίταγε η άλλη, η δικιά μου. Σπουδαίος τής φάνηκε και περιωπής. Αλλά εγώ, σιγά μην πάρω πρέφα. Και μη φανταστείς καμμιά ιστορία ή καναν άντρακλά δυο μέτρα: ένα εβδομηνταφεύγα είναι, κοκκινοτρίχης, σκατόφατσα αλβανική που παριστάνει τον λεβέντη βλάχο από τη Φιλιππιάδα, δηλαδή και καλά «η καταγωγή του», το μούτρο, με το μαλλί το ίσιο το άχυρο και το αραιό, υποψήφια φαλάκρα η δασική έκταση στο κρανίο του. Και χαμόγελα και σεμνές ματιές και βλέμματα, σαν γκόμενα. Χωρίς τσαγανό, χωρίς τίποτα. Σχεδόν πουστράκι τον έβγαζες, σαρανταφεύγα χρονών λίγδας. Έλεγες σιγά την πετρελαιοκίνηση, δίχρονο παπί είναι ο μαλάκας. Κι αυτός τα έλεγε και τα σπρεχάριζε τα δικά του και ήρθε κι έκατσε δίπλα μου μετά και φάτσα στη βλαμμένη και με χτύπαγε και στον ώμο ο παπάρας και σκεφτόμουν, πούστρα είναι και με χουφτώνει στο φιλικό ή ψάχνει να μου κάνει τον φίλο και τ’ αδέρφι να νιώσει κι αυτός έτσι λίγο σπουδαίος κι αντράκι; Τόσο μαλάκας κι εγώ. Κι εκείνος έλεγε τα δικά του στην παρέα, και δώσε να κατεβάζει τα τσίπουρα. Όχι ότι κέρναγε, σκώληκας ήταν. Υπολόγιζε, μην κεράσει καμμιά γύρα παραπανίσια. Και μίλαγε. Αργά και στοχαστικά κοιτώντας το τραπέζι. Ο κοκκινοτρίχης. Η σκατόφατσα. Μίλαγε αργά και χαμηλά, να σωπαίνουν όλοι για να κάνει παράσταση, περφόρμανς που λένε. Η Ελλάδα έτσι κι η ιστορία αλλιώς κι ο Έλληνας αλλιώτικα. Και κουβέντα να γίνεται. Κοίταζε την άλλη στο μεταξύ αλλά πού να καταλάβουμε κι εμείς, λογάς είναι, λες, δεν παίζει, δεν σκαμπάζει· δεν χαλεύει, πώς το λένε. Αλλά αυτός έκανε ματάκια. Κι εγώ χαμπάρι. Κι έτσι την πάτησα. Και πληρώσαμε την ταβέρνα και με έβαλε εμένα και την άλληνε σε ταξί και όλα καλά και να τα ξαναπούμε.

Και δεν τα ξανάπαμε, αλλά τα ξανάπε με την άλληνα. Τη δικιά μου. Το ήξερα κιόλας. Θα πήγαιναν λέει θέατρο. Το έχαψα κι εγώ, σιγά το ανθρωπάκι το ταλαίπωρο. Να πάνε. Δεν βαριέσαι κιόλας. Πήγα κι εγώ κι είδαμε το Τσάμπιος Λιγκ στου Πάνου, ήπιαμε και τις μπύρες μας και μου έδειχνε στο ημίχρονο κι ο λιγούρης ο άλλος, ο κατά φαντασία γουσταρλής, κάτι τσόντες αηδία στο κινητό του· ρε μαλάκα Πάνο πώς έχουνε γίνει έτσι οι τσόντες, του έλεγα, όλο αιμομιξίες (και καλά!), πέντε μαζί να παίρνουνε μια γκόμενα νουμεράδα σαν να είναι μισθοφόροι των Κόντρας μέσα στη ζούγκλα, σάλια και κάτι φίστιγκ ― σιγά ρε φίλε μη χώσουμε και κανα λαμπατέρ μέσα. Αηδίες ρε φίλε, αηδίες: ξερνάς προτού καυλώσεις. Κι η άλλη στο θέατρο με το καθήκι, τον κακομοίρη τον μονουχισμένο, τον βλάκα του βιβλίου τον δικολάβο. Ετσι έλεγα. Να δούνε τον Χειλάκη, τον Μαρκουλάκη ή τον άλλονα, πώς τον λένε, τον Σερβέτ Αλή και τον δεν ξέρω ποιον να παίζουνε τα βάσανα Ρώσων αλκοολικών που τους φάγανε τα χρέη κι η γκαντήφλα του κωλόκαιρου. Κι αυτοί χαμουρευόντουσαν. Μπορεί και να γαμήθηκαν κι από κείνη τη φορά, πού να ξέρω. Κι ήρθε η άλλη σπίτι πριν από μένα κι όλα μια χαρά. Μέλι γάλα. Και μου έλεγε πώς της έλεγε ο χατζηπαπάρας γιατί δεν θα τελειώσει η κρίση ποτέ. Σου είπα, ή αριστερός διανοούμενος ή δεξιός στοχαστής ήταν. Τι στοχαστής, γαμιστής ήτανε. Κωλοδικηγόρια. Σκώληκες. Σκαθάρια. Στο γραφείο του την πήγαινε. Γραφείο, ράφια, ντουλάπι, καναπές: αυτά από έπιπλα. Στην Κολοκοτρώνη. Μέσα στη μαύρη νύχτα. Τέταρτος όροφος. Εμπορικό δίκαιο. Να σου ξηγήσω το σκεπτικό, την υπόθεση, την κατάσταση και τ’ όνειρο. Το διά ταύτα.

Κι εντάξει, ο κοκκινοτρίχης ο σπανός, ο ένα ογδόντα με το ζόρι, ο κοκκαλιάρης, η μισοριξιά· αυτός ας πούμε ότι ψαχνότανε. Νταξ, παίκτωρ, μπλα μπλα είχε, μπλα μπλα δειγμάτιζε. Μια χαρά γι’ αυτόν οι παντρεμένες. Ήθελε να κάνει παιχνίδι, βρήκε τη δικιά μου. Η δικιά μου δεν καταλαβαίνω τι του βρήκε. Αυτή είναι του γυμναστηρίου. Αυτό το πράμα περίμενε για να με κερατώσει; Αυτόν τον έρμο τον κακομοίρη; Κάτι κλαρίνα στο γυμναστήριο που έχω δει να κυκλοφορούν τον έπιαναν τον τυπάκο και τον έκαναν δέμα και τον έστελναν συστημένο. Εγώ με κανέναν από εκεί μέσα, από το γυμναστήριο, φοβόμουν μη μου τα φορέσει, που έζεχναν όλοι με τα κολλητά τα φανελάκια βαρβατίλα κι ιδρώτα και τη χούφτωναν για να της δείξουνε της γυναίκας πώς να πιάνει τη λαβή για να τραβάει τα βάρη και πώς να μη γλυστράει ο κώλος της πάνω στη σέλλα του μηχανήματος όταν έπαιρνε τις επαναλήψεις. Αυτούς τους είχα λίγο από φόβο, φουσκωτούς και γραμμωμένους, ιδίως τους γραμμωμένους, και πήγαινα απροειδοποίητα με το αμάξι πού και πού και την έπαιρνα κι αυτή τους κοίταγε ― γιατί κόβει το μάτι μου εμένα, μην κοιτάς που την πάτησε με τον φλώρο, τον κωλόπουστα ― όπως κοιτάω εγώ τα τιμολόγια. Κι ούτε είχε τίποτα ιδιαίτερες εξάψεις μετά· γιατι κι αυτό είναι ένδειξη, σημάδι. Και πήγε λοιπόν η δικιά μου η λαμπάδα με τον κώλο σκέτη ποίηση και του κάθησε του κοκκινοτρίχη του σπανού με την προσεχώς φαλάκρα και τις πλατούλες Γραφέως Β’. Που μας έλεγε για την κρίση. Και που έπινε τσίπουρα κι έκλειναν τα μάτια του από τη ζάλη. Η λούγκρα του κερατά. Αλλά η δικιά μου αυτόνανε γούσταρε. Άβυσσος, περί ορέξεως και τα λοιπά. Τι να πεις.

Ήτανε και προσεκτική στο μεταξύ. Δεν τον έβλεπε συνέχεια. Όχι. Στη χάση και στη φέξη. Πονηριά. Σύστημα. Στο σπίτι του λέει δεν πήγανε ποτέ. Ο μαλάκας, πήγαινε με τους κανονισμούς, με το βιβλίο: «δεν γαμάμε σπίτι μας ούτε μισή φορά» κι έτσι. Κι ας είναι εργένης. Αλλά βέβαια κι είναι εργένης: ανθρωπάριο. Μισοριξιά. Ποια να τον παντρευτεί τον ζαβλακωμένο, το ζαβό. Εκεί, τις παραμυθιάζει και του κάθονται μέχρι να τονε βαρεθούν κι αυτόν και την μπάμια που θα έχει για καυλί. Γιατί μέχρι πού να σε πάει το ψηστήρι, η καυλάντα και το μπλα μπλα, η φιλοσοφική η συζήτηση και οι κουβέντες της κουλτούρας; Δεν ζουν οι σχέσεις χωρίς καύλα. Λίγη καύλα, όχι πολλή. Αλλά αυτός τι καύλα; Αυτός κουβέντες και μπούρδου μπούρδου: μέχρι εκεί. Για 2-3 μήνες το πολύ και άντε. Εκτός απ’ τη δική μου φυσικά, που τραβιότανε μαζί του 6 χρόνια. Έξι χρόνια ρε φίλε. Έξι. Κι όλα ρολόι. Κι εγώ μέσα σε αυτά τα χρόνια τον είδα μια φορά στην αρχή, που έγινε το κοννέ στα τσίπουρα, μια στα Βλάχικα με τον μαλάκα τον ξάδερφό μου που ήτανε πελάτης του (ανάθεμα τους δικηγόρους και τα πελατάκια τους και τον Έλληνα τον δικομανή), μια για καφέ στη Μητροπόλεως που τον είδαμε τυχαία και είπαμε να κάτσει μαζί μας και μια ακόμα την τελευταία. Στην όπερα.

Πάμε στην όπερα έλεγε η άλλη, καμμιά αντίρρηση εγώ, ήτανε κι ιταλική που μου αρέσουν. Θα είναι και ο Μαλάκας, εντάξει, μας βρήκε εισιτήρια. Ντυνόμαστε και πάμε· προσέκκο και εφέ στο φουαγιέ, όλα ωραία, κοιτάμε τις κάσες τις κολωνακιώτικες που περπάταγαν και νιώθανε να τους ανήκε η όπερα, λες κι ήτανε Κερκυραίες, κοίταγα τους κολωνακιώτες τους ξεπεσμένους, σαν μαδημένες νερόκοτες. Καταφθάνει και ο αρχιπαπάρας καθυστερημένος λίγο πριν αρχίσει η παράσταση, μπαίνουμε μέσα, ωραία η Λουτσία, μια χαρά, καλές φωνές, παραγωγή κιμπάρικη. Στο διάλειμμα στο φουαγιέ με κοιτάει και μου λέει ο κοκάκιας (γιατί ήτανε και κοκάκιας, όλα τα κακά τα είχε το παπάρι το μαραμένο) με το μάτι να γυαλίζει σαν γυάλινο κι έτσι μοχθηρό: «Δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει» ― ναι έτσι μιλάει ο Χάρης Πάτσης, το κωλόφυτο η Δομή ― «δεν υπάρχει και δεν θα υπάρξει γυναίκα σαν τη Μάνια».

Και ξαφνικά αστράφτουν όλα μπροστά μου. Όλα. Και βλέπω ότι είναι φτιαγμένος και καταλαβαίνω τι παίζει μπροστά στα μάτια μου, όχι πίσω από την πλάτη μου, εδώ και μια εξαετία, αυτό το γαμημένο το 2010-2016 που μηδένισε τα κοντέρ ολωνών και μας πέταξε στην αφετηρία και γέμισε την πόλη τραμπούκους να κυνηγάνε πεινασμένους και που μας έκλεισε τα μαγαζιά και μας γάμησε τα μυαλά. Καταλαβαίνω τότε τι γίνεται και κόβονται τα πόδια μου κι έτρεμαν και τα γόνατά μου λίγο και βλέπω από μακριά τη δικιά μου, τη μαλάκω τη Μάνια που με κεράτωνε με αυτόν τον μπαγιάτικο κουραμπιέ, τον κοκκινιτρίχη με φωνή σαν καραμούζα αποκριάτικη, να έρχεται από την τουαλέτα που πούδραρε τη μύτη της ή δεν ξέρω τι. Προλαβαίνω λοιπόν και του λέω «Το ξέρω, φίλε. Δεν υπάρχει.» Και παίρνω τη Μάνια από το μπράτσο, την τραβάω μπροστά και πάμε και καθόμαστε στις θέσεις μας και βλέπουμε ήσυχα ήσυχα την τελευταία πράξη, όπου πεθαίνουν όλοι, ως συνήθως. Μετά πήγαμε σπίτι μας.

Εφτά άντρες

Η Κική τον στρίμωξε στον πάγκο. Έβαλε το χέρι της πάνω στο γονατό του με επεκτατικές διαθέσεις. «Τι σου αρέσει λιγότερο στο σώμα μου;», τον ρώτησε. Ο καημένος δεν ξέρει από αυτά. Τίποτα δεν ξέρει. Σκέφτηκε λιγάκι γιατί ήθελε να απαντήσει τίμια κι ειλικρινά στην ερώτηση. «Θέλω να μου πεις», επιμένει. Το πρόβλημα όμως είναι το εξής: στα δεκαοχτώ του νομίζει ότι έχει δει τον θεό τον επουράνιο μόνο και μόνο γιατί η Κική βγήκε μαζί του και στο τέλος του ραντεβού τον φίλησε. Και την επόμενη φορά ήρθε σπίτι του και το έκαναν και τους άκουσε όλος ο ακάλυπτος. Και το πρόβλημα, το πρόβλημα που λέγαμε, είναι ότι το σώμα της είναι τέλειο, είναι σαν αυτά που τοποθετούν γυμνά μεταξύ φωτός και σκιάς οι σκηνοθέτες οι καλοί για να σου πουν «α, να ομορφιά, να έρωτας: κοίτα καλά». Πριν δυο βδομάδες έγραψε μάλιστα κι ένα ποίημα για το σώμα της, σαν γεωγραφική περιήγηση· παινεύει και τον κώλο της που είναι σαν πανέμορφος πλανήτης. Της το έδωσε καλλιγραφημένο σε ένα χαρτί κι αυτή τον φίλαγε μετά λες και θα έμπαινε σε τραίνο να φύγει μετανάστης. Τι να της απαντήσει τώρα; Δεν ξέρει. Κι όσο διστάζει, τόσο η Κική μαγκώνει. Πρέπει να βρει κάτι. Ντρέπεται και να πει «βυζιά» μπροστά της. «Το στήθος σου», της λέει. «Είναι βαρύ και λίγο πεσμένο.» Η Κική τον κοιτάει με βλέμμα που πετρώνει, παίρνει το τσαντάκι-ταγαράκι που ίσα ίσα χωράει απολύτως τίποτα και φεύγει. Θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο σε τέσσερις μέρες αλλά αυτός ακόμα δεν το ξέρει και θα αδειάσει μέχρι τότε ό,τι έχει η κάβα του σπιτιού. Μέχρι και το κοριαντολίνο θα πιει.

*

Τα πράγματα είναι κάπως περίεργα και μάλλον σχετικώς σοβαρά. Την ντρέπεται τη Νανά. Πρώτα πρώτα είναι αρραβωνιασμένη και του το είπε. Συνηθισμένος βεβαίως να χωρίζει ζευγάρια, όχι γιατί το επιδιώκει ή γιατί έχει τέτοιο βίτσιο, απλώς του συμβαίνει. Αλλά την ντρέπεται αυτή. Πήγανε σπίτι του μετά το φαγητό, αλλά δεν πίνει αλκοόλ η Νανά. Αυτό τον κάνει να ντρέπεται περισσότερο αν και ήδη την έχει φιλήσει. Τον κοιτάει και την κοιτάει κι αυτός· την ώρα που περνάει τη νιώθει να πέφτει στο χαλί κομματάκι κομματάκι, σαν κερί που στάζει σε παγωμένο δωμάτιο. Σχολιάζει πόσο της αρέσει το σπίτι του. Εκείνος εξακολουθεί να την ντρέπεται τη Νανά αλλά θυμάται ότι τη φίλησε μπροστά στη λίμνη (πόσο καρποστάλ) και θέλει να την ξαναφιλήσει και να ακούσει πώς θα κάνει όταν θα γλυστρήσει μέσα της, εάν τελικά θα γλυστρήσει μέσα της. Ο Γιώργος τού έλεγε ότι είναι του df κι ότι κωλυσιεργεί και διστάζει γιατί το df τον έχει διαφθείρει και τέτοια. Της φτιάχνει τσάι Mariage Frères, το μόνο που έχει γιατί τσάι δεν πίνει κι ανοίγει και το μπουκάλι με το Teeling και περνάει κάπως και η ώρα. Το Teeling κάνει καλό. «Θα σου βάλω ένα ελληνικό τραγούδι», της λέει. Της αρέσει το «Κάνε το δάκρυ σου χαρά», ωραίο είναι, της αρέσει. Το Teeling κάνει καλό, κλείνει τα μάτια και τη φιλάει ενώ ταυτόχρονα το χέρι του πλάθει λίγο απληστα τη δεξιά ωμοπλάτη της, μετά λύνει τον ευτυχώς εύκολο δεσμό. Το στήθος της ελευθερώνεται κάτω από το πουλόβερ ενώ η ανάσα της μυρίζει άνθη παιωνίας, ή τι λέει η συσκευασία του τσαγιού. Η ανάσα της μυρίζει σαν υπόσχεση και ο μικρός αναστεναγμός όταν τελικά μπαίνει μέσα της ακούγεται σχεδόν σοβαρός και όλος συνέπεια.

*

Η Κική μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και βγάζει τα γυαλιά της. Κρατάει καφέ από τον Γρηγόρη στα χέρια της, αυτό είναι καλό σημάδι. Αχνίζει ακόμα. Χωρίς να τον έχει κοιτάξει ακόμα κλείνει την πόρτα πίσω της απαλά λες και θα ξυπνήσει κανέναν. Βγάζει τα γυαλιά και τα αφήνει στο έπιπλο που έχουνε τα δωμάτια ξενοδοχείων για γραφείο, λες και θα κάτσει κανείς να γράψει την Ασάλευτη Ζωή στην Αχαρνών. Ακουμπάει και τον καφέ στο γραφείο αυτό, πολύ στην άκρη, ως συνήθως. «Πόσο θα μείνεις;», τον ρωτάει. Απαντάει. «Δεν το ήξερα το ξενοδοχείο, νόμισα ότι ήτανε ξέρεις, ημιδιαμονής που λένε.» Αυτός κάθεται στο κρεβάτι, τον έχουνε λιώσει οι δώδεκα ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ, η δύσοσμη θέρμανση, οι μονότονοι ρυθμοί και το τίποτα των αυτοκινητοδρόμων. Η Κική στέκεται μπροστά του και τον κοιτάζει. Δεν ξεντύνεται. Μάλλον όχι, βγάζει πάρα πολύ προσεκτικά το καλσόν της, αλλά το πετάει στο πάτωμα. Καινούργιες συνήθειες αυτές. Τον φιλάει και τον ρωτάει αν κρυώνει. Τον γδύνει εντελώς αλλά αργά, εκείνη βγάζει μόνο τη ζακέτα της. «Πόσο θα μείνεις στην Αθήνα;» Δεν περιμένει απάντηση, του κάνει τη γνωστή λαβή και όταν βεβαιωθεί πως είναι σκληρός και έτοιμος μισοκάθεται με προσοχή πάνω του. Τον ρίχνει πίσω να πέσει στο στρώμα και τον καβαλάει κανονικά. Κινείται όμως πότε βάδην και πότε τροχάδην, δεν αφήνεται να καλπάσει πάνω του. «Πουθενά δεν έχεις να πας» του λέει λίγο πριν τον κάνει να χύσει. Μετά πέφτει κι εκείνη πάνω του και τον σκεπάζει. Μυρίζει χειμώνα στην Αθήνα στα ρούχα και στο δέρμα της. «Έλα να κάνουμε ένα μπάνιο μαζί και συνεχίζουμε εκεί», του λέει.

*

Στο σπίτι της Νανάς έχει πολλά κρεβάτια αλλά τρίζουν όλα. Πολλά δωμάτια ψηλοτάβανα και μεγάλα με τουλάχιστον ένα κρεβάτι το καθένα. Τα νοικιάζει σε φοιτητές αλλά τώρα τον Ιούλιο λείπουν όλοι κι έχει όλο δικό της ένα σπίτι άδειο με δωμάτια άδεια και διαθέσιμα κρεβάτια ξέστρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και χυμάει μέσα από τα κατασκονισμένα τζάμια. Η Νανά φοράει μια αστεία λεπτή νυχτικιά, αυτός είναι ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς. Βγάζει την κυλότα της, κι εκείνος πέφτει γονατιστός και κάνει να τη γλείψει όμως εκείνη τον κόβει. Δεν θέλει, δεν της αρέσει. Φοράει ακόμα τη νυχτικιά και κάτι κάλτσες με γατάκια, κάλτσες αντρικές. Η Νανά απλώνει το χέρι της και βρίσκει το δικό του καθώς προσπαθεί τουλάχιστον να της το τρίψει. Τραβιέται και ξαπλώνει στο κρεβάτι και τον τραβάει πάνω της. Το τρίξιμο είναι πολύ έντονο, σχεδόν μουσικό, σαν αλλεπάλληλες δοξαριές. Εκείνη ανασαίνει όχι κοφτά αλλά σαν να ετοιμάζεται να ψάλει. Μετά από λίγο τον σπρώχνει απαλά και σηκώνεται όρθια κοιτάζοντάς τον με θαμπό βλέμμα. Ξαπλώνει στο πάτωμα, εκεί όπου πέφτει η αντηλιά. Κλείνει τα μάτια και του λέει «Έλα». Εκείνος ξαναμπαίνει μέσα της, σχεδόν τσουλάει μέσα της και ανοίγοντας τα μάτια βλέπει την κυλότα της ριγμένη ατημέλητα λίγους πόντους αριστερά από το πρόσωπό της, σαν να την τοποθέτησε κάποιος εκεί επίτηδες. Αυτή η εικόνα τον απασχολεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα ακόμα, ύστερα ξαναβουτάει στο θαυμαστό κι ευφρόσυνο τίποτα της λαγνουργίας.

*

Η Φιλιώ μπαίνει στο σπίτι του και κοιτάει καλά καλά γύρω της. Καταγράφει. Φαίνεται να της αρέσει όπως αρέσει σε κάποιον ένα μποέμ αχούρι. «Δεν ήξερα ότι μένουν άνθρωποι στην Ευριπίδου», του λέει. «Μόνον από τέταρτο όροφο και πάνω», της απαντάει. Κάθεται κατάχαμα στο καταλιανισμένο παρκέ κι ανάβει τσιγάρο χωρίς να ρωτήσει, βγάζει από την πελώρια τσάντα της ένα φορητό τασάκι και το ανοίγει. Το αφήνει προσεκτικά στο πάτωμα δίπλα της και κάνει μια έτσι για να ανοίξει την μπαλκονόπορτα περισσότερο. Φοράει κάτι ρούχα σαν να βγήκε από το νουβέλ βαγκ αλλά μωβ, πράσινα, γκρενά, μπορντώ και ταμπά: τέτοια, χρώματα με γυναικεία ονόματα. Είναι πιο ωραία η Φιλιώ από όσο νόμισε και θυμόταν. Φοράει και μπερέ, μπορντώ. Εκείνος πάει και παίρνει δυο μαξιλάρες από τον καναπέ και τις ρίχνει στο παρκέ. Στέκεται όρθιος και την κοιτάζει, από πάνω της. Σαν μπάστακας, που λένε. Οπότε πάει και της φέρνει ένα τζόνι με κόλα από την κουζίνα, τι πίνει και δυο-τρία πράγματα ακόμα ξέρει για αυτήν. Γι’ αυτό πήγε κι αγόρασε το τζόνι άρον άρον. Εκείνη σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, έχει ωραίο χαμόγελο. Πολύ ωραίο. Αγαλλίαση. Δεν λέει τίποτα, σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα της έρθει ένα τζόνι με κόλα πριν καν να το ζητήσει. Εκείνος αρχίζει να γδύνεται σαν να είναι στον γιατρό, αλλά δεν ξεχνάει να βγάλει τις κάλτσες, ενώ στο τέλος διπλώνει το σόρτς γύρω από το σλιπ με συστολή κι έχει ήδη αφήσει διπλωμένο το τισέρτ πάνω στην καρέκλα την ινδική. Όσο γδύνεται η Φιλιώ σηκώνει το βλέμμα κάθε τόσο, συνεχίζει να καπνίζει. Μόλις βλέπει ότι απέμεινε εντελώς γυμνός χαμογελάει ξανά και λέει «μια χαρά» σχεδόν γελώντας. Απ’ έξω, από μακριά ακούγεται κάποιος κάγκουρας. Γονατίζει στο πάτωμα και τη σπρώχνει να ξαπλώσει πάνω σε μια από τις δύο μαξιλάρες, φοράει ακόμα τον μπερέ της ενώ της βγάζει τη φούστα. Εκείνη βγάζει το μπολερό ή πώς τα λεν αυτά και μετά το τοπ από κάτω, ώσπου της πιάνει τα χέρια κι αρχίζει να τη φιλάει στον λαιμό. «Μια χαρά», λέει η Φιλιώ. Ύστερα ορμάει πάνω της αλλά σε λίγο είναι ο ίδιος ξαπλωμένος στο πάτωμα κι έχει τη Φιλιώ από πάνω του αλλά κολλημένη πάνω του, με τη μουσούδα του στον λαιμό της: γαμιούνται χωρίς περίσκεψη και χωρίς ιδιαίτερη χάρη. Αφού τελειώσουν ήσυχα αλλά με πνιγμένους στεναγμούς, χωρίς να κατέβει από πάνω του η Φιλιώ τού λέει «ωραίο ήταν αυτό».

*

Του έχουνε κοπεί τα γόνατα. Αυτός, που ποτέ δεν φοβήθηκε, τη βλέπει και τρέμει. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αυτή η γυναίκα, γυναίκα, όχι «γκόμενα» ή «μουνίτσα» ή δεν ξέρω τι, τον θέλει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. ‘Εχει πιει ένα ποτήρι κρασί αλλά ήδη το κεφάλι του γυρίζει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. Μπαίνουνε σπίτι της κι εκείνη αμέσως εξαφανίζεται στο μπάνιο. Το σπίτι της είναι ένα σπίτι όπως όλα τα άλλα, εκείνη όμως δεν είναι καθόλου σαν όλες τις άλλες. Σαν καμμιά απολύτως δεν είναι. Κάθεται στον καναπέ, από αυτούς τους αθάνατους που προτιμούσαν τον περασμένο αιώνα, και σκέφτεται ότι τη φίλαγε πριν είκοσι λεπτά, μπορεί όμως και να ήτανε χρόνια πριν. Κι εκείνη του είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγουν. Και στην έξοδο του μπαρ λίγο έκανε να πέσει πάνω στον Αντώνη, που έκανε πως δεν τον είδε, αν και μπορεί να μην τον είδε πραγματικά γιατί κοίταγε εκείνη που πέρναγε μπροστά του και της κράταγε την πόρτα. Εκείνη που τώρα έρχεται από το μπάνιο φορώντας μόνον εσώρουχα, σχεδόν κανονικά εσώρουχα, — τίποτε υπερσέξυ. Πρέπει να έχει τα πιο αστεία μούτρα του κόσμου έτσι όπως την κοιτάζει, λιγάκι σαστισμένος, πολύ καυλωμένος κι απολύτως αγγελοκρουσμένος. Σηκώνεται από τον καναπέ και την κρατάει από τον λαιμό, εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά, δεν ξέρει πού να την πρωτοχουφτώσει, τι να χαϊδέψει, σαν έφηβος σε πάρτυ φέρεται λίγο. Ανοίγει τα μάτια και η όψη του δέρματός της τον κάνει να ταραχτεί, είναι ανελέητα όμορφη. Εκείνη του γυρίζει με τρόπο την πλάτη. «Σε θέλω», του λέει και σκύβοντας ακουμπάει το δεξί της χέρι στο τραπεζάκι του σαλονιού όπου βρίσκονται κάτι ρόστερ, ένας υπολογιστής, μισή σοκοφρέτα. Κοιτάζει το δεξί της χέρι και τον πιάνει σπαραγμός, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο μέσα στον βρωμερό τον κόσμο. Τότε βλέπει ότι σκυμμένη όπως είναι έχει παραμερίσει το κυλοτάκι της με το αριστερό χέρι. Λύνοντας τη ζώνη του κι ενώ μπορεί να μυρίσει το σαπούνι και το γαλάκτωμα από το δέρμα της, αυτά τα 6-7 δευτερόλεπτα, κοιτάζει το γραμμένο μουνάκι της και σκέφτεται ότι πιθανότατα μόλις πέθανε και πόσο ωραία είναι που επιτέλους πέθανε.

*

Στα μπαρ ή θα βρεις τον εαυτό σου ή θα σε καταπιεί το αλκοόλ. Στο συγκεκριμένο μπαρ κάθεται απέναντι από τη Σοφί. Όχι Σοφία, Σοφί. Γαλλίδα μαμά. Του αρέσει πολύ και τη χαλβαδιάζει απροκάλυπτα. Κι εκείνη τον κοιτάει όλο το βράδυ και σχεδόν γελάει. Μαντεύει το σώμα της κάτω από τα ρούχα και δεν βλέπει κάτι που να μην του αρέσει πολύ. Πολύ όμως. Και η Σοφί τον κοιτάει και γελάει, αλλά όχι φωναχτά. Πίνουνε τζιν. Και μετά από το τρίτο, διότι ήρθε θεονήστικος ο έρμος στο ραντεβού, σκέφτεται τώρα πώς να είναι να ξυπνάει κανείς δίπλα στη Σοφί και να απλώνει το χέρι του και να το κάνει μαζί της, ενώ κοιτάζει γύρω του σαν να βλέπει για πρώτη φορά την πλατεία όπου τον έφερε. Σε μια στιγμή διαύγειας σκέφτεται ότι είναι πιωμένος και φαίνεται, άρα μπορεί να του δικαιολογηθεί μια τόση δα καφρίλα: απλώνει λοιπόν το χέρι του και χαϊδεύει το γόνατο της Σοφί και είναι πολύ ωραίο γόνατο και λιώνει σχεδόν και καυλώνει και λίγο, ενώ η Σοφί σταματάει προς στιγμή να αφηγείται πώς έκανε τις καλόγριες στο σχολείο να την αποβάλουν, τον κοιτάζει με έναν τρόπο που δεν λέει πολλά περισσότερα από ένα πρόσχαρο κι ολόψυχο «ναι», και συνεχίζει να του λέει πώς έσπασε όλα τα τζάμια του πάνω ορόφου όταν ήτανε στο Λύκειο. Εκείνος κοιτάει τη Σοφί και σκέφτεται ότι θέλει να τελειώσουν μαζί ενώ θα την έχει διπλώσει στα δύο και το δεξί της πόδι θα είναι στον ώμο του και ότι θέλει να μάθει τη γεύση που έχει το δέρμα πίσω από το αυτί της. Σε μια παράτολμη επίδειξη πλαστής νηφαλιότητας, γέρνει μαζί με το σκαμπό προς το μέρος της, ενώ κρατιέται γερά από την μπάρα βεβαίως, και της δίνει ένα ωραίο διερευνητικό φιλί. Η Σοφί μετά το φίλί πίνει μια γουλιά και μετά τον σπρώχνει μαζί με το σκαμπό του πίσω σε μια θέση ισορροπίας. Κάνει νόημα στον μπάρμαν να πληρώσουνε.

Εναντίον του έρωτα

Πολλά προβλήματα ξεκινούν όταν επιδιώκουμε να ρυθμίσουμε όψεις του ανθρώπινου βίου τζαμώνοντας ασφυκτικά πάνω τους ένα άκαμπτο σύστημα αρχών, σύστημα με απόλυτη εσωτερική συνέπεια.

Άλλα προβλήματα, διαφορετικά, προκύπτουν όταν αποθεώνουμε κι εξιδανικεύουμε όψεις και πτυχές του ανθρώπινου βίου, ανάγοντάς τες στο εν και το παν, ελεατικώ τω τρόπω ας πούμε. Για την αγάπη τα είπαμε. Για την πολιτική τα έχουνε πει κι άλλοι. Ας πιάσουμε τον έρωτα.

Είναι βαθιά προβληματική η αναγωγή του έρωτα στη μία αξία, στο ένα κινούν, στο παν. Είναι λίγο σαν να βγήκαμε από εκείνο το χαζούλι διηγηματάκι του Μπορίς Βιάν, τη Ροζ Ομίχλη, όπου όλοι παντού λαγνουργούν γιατί τους σκέπασε η αντάρα του τίτλου.

Δεν πρόκειται για ζήτημα προσωπικών κλίσεων και προτιμήσεων. Είμαι και παραμένω θιασώτης, ικέτης, ρέκτης, οικέτης του έρωτα — παίκτης του δεν έγινα και δεν σκοπεύω να γίνω — και μάλλον αυτό το καθεστώς θα παραμείνει μέχρι να γίνω κάποιου είδους κομψός πορνόγερος, ρεμβαστής ή σαρδανάπαλος.

Ποτέ όμως δεν χώνεψα τον ερωτοκεντρισμό. Ποτέ δεν μπόρεσα να τον νιώσω. Επαναλαμβάνω, όχι ότι δεν με απασχολεί ο έρωτας, όχι ότι δεν απορώ με ανθρώπους που προτιμούνε την μπάλα ή τα σπα από το σεξ. Απλώς ο ερωτοκεντρισμός ως ιδεολογία — και όχι ως διάθεση — μού φαίνεται κωμικός, μονομερής κι ανεδαφικός. Με ξενίζει η ιδέα ότι ο έρωτας σώζει, λόγου χάρη. Ας πούμε ότι η αγάπη σώζει, γι’ αυτό είναι πολύ πιο σπάνια απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Και πάλι: δεν σκώπτω την ερωτική μανία για κάποιαν, κάποιον, κάποιες, κάποιους — πείτε την και πάθος, λύτρωση, καύλα, τεπετακλάζ, τύφλα ή φώτιση, έστω και καψούρα. Αυτά είναι πράματα ιερά κι ανεξήγητα, υποθέσεις πνευματικές και ο μόνος τρόπος να σειστούν και να τρίξουν πολλοί άνθρωποι, και δη όσοι δεν σκαμπάζουν από τέχνες και φύση ή λεπτότητες.

Όμως ο έρωτας ως το παν και το εν και ως ιδεολογία; Ποιος έρωτας; Το ρομαντικό κατασκεύασμα; Μπορεί να χορτάσει αυτό το πράμα την ψυχούλα του ανθρώπου; — γιατί το πνεύμα του δεν το θρέφει με τίποτα. Είναι δυνατόν να αφιονίζουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κυνηγάει τον ρομαντικό-ιδανικό έρωτα, αυτή τη ζαχαρόπηκτη μαλακία για δύο, και να τον ρίχνουμε στη δυστυχία ξανά και ξανά και ξανά καθώς δίνει ευκαιρίες σε ακόμα έναν μαλάκα, σε ακόμα μία μαλάκω; Δεν γίνεται να προωθούμε τη λατρεία του ρομαντικού έρωτα με τις συμπληρωματικές προσκυνήσεις της χιμαιρικής αιώνιας νεότητας, της ανιαρής ακύμαντης συντροφικότητας, της μονομανούς αφοσίωσης. Αυτό θέλουμε να είναι όλα; Αυτό θέλουμε να είναι το κέντρο του κόσμου μας και το παλλάδιο της ζωής μας; Ένα happily ever after για δύο σε σπίτι στα προάστεια;

Μπορεί να είστε πιο ροκενρόλ, πιο οξειδωμένοι στη νοτιά των ανθρώπων και να εννοείτε τον έρωτα των άκρως αισθητών. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν γαμήθηκε με αγάπη — η αγάπη θα έρθει μετά, αν θα έρθει, που συνήθως δεν έρχεται, και πολύ καλά κάνει. Και πάλι, είμαι από τους τελευταίους ανθρώπους που θα στηλιτεύσουν τη μετά λόγου γνώσεως πολυγαμία (δηλαδή όχι στην πλάτη αθώων), τις αρπαχτές και τις τύφλες ή το φακμπαντιλίκι. Άλλωστε, το υπαινίχθηκα από πάνω, οι δύσκολοι έρωτες είναι δύσκολοι και οι εύκολοι καμμιά φορά δυσκολότεροι.

Δεν μπορεί λοιπόν αυτός ο έρωτας, των σωμάτων χωρίς τούρτες και σορόπια, να γίνει το παν και το εν και, που λένε, να είναι φιλοσοφία ζωής κι η μόνη σωτηρία; Σίγουρα το σεξουαλικό πάθος είναι ο «πυρήνας της βούλησης για ζωή«. Αλλά αν αντί για τη ζωή ασχολείσαι μόνο με τον πυρήνα της, το κουκούτσι της, και τον εξιδανικεύεις, μήπως έχεις πετάξει όλη τη σάρκα της ζωής στο μεταξύ; Δεν είσαι λιγάκι σαν τους ασκητάδες που πετούνε στα σκουπίδια αυτή τη ζωή σε αναμονή μιας άλλης καλύτερης αλλού;

Επαναλαμβάνω, «ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες». Όμως «η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.»

Το πρόβλημα με την εξιδανικευση του έρωτα των σωμάτων δεν βρίσκεται όμως μόνο στο επίπεδο της αναπαράστασής του, αλλά και στο ότι τελικά τον μετατρέπει σε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, σε ιδανικό αλλά και σε πράγμα έξω από εμάς. Καταλήγουμε να  αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα ως κάτι που ναι μέν αφορά ψωλές και μουνιά και τα υπόλοιπα κορμιά μας αλλά στην εξιδανικευμένη και φαντασιακή εκδοχή τους, ως ζήτημα επίδοσης που συνοδεύεται από το αιτημα διαρκούς ανάπτυξης ή νέων ρεκόρ: την επόμενη φορά περισσότεροι και δυνατότεροι οργασμοί, αεροπλανικότερες κινήσεις, νέες στάσεις, μεγαλυτερες διάρκειες, καινούργια αξεσουάρ ― ντε και καλά.

Η εξιδανίκευση του σεξ συνδέεται στενά με την αναγωγή της πορνογραφίας από εκτόνωση, βοήθημα, ψυχαγωγία κι ανταρσία (που είναι και θα είναι) σε λεπτομερείς οδηγίες χρήσεως, σε σαβουάρ βιβρ (ή σαβουάρ μπαιζέ), σε οδηγό και κριτήριο. Κάθε θρησκεία ψάχνει τις γραφές της και τις κωδικοποιεί εκ των υστέρων πάντα, και οι γραφές είναι πάντοτε ρυθμιστικές και κομματάκι απάνθρωπες.

Νομίζω λοιπόν ότι αντί να αποθεώνει κανείς τον Έρωτα, καλύτερο είναι να κάνει έρωτα, ή να ζει τον έρωτα, όπως δύναται κι επιθυμεί. Κι αν θέλει μετά, ας μιλήσει γι’ αυτόν. Αλλά ακόμα μια θρησκεία, η ερωτολατρία, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε.

Ζήλεια

Πριν χρόνια έγραψα για τη ζήλεια:

Στην εποχή μας όμως, εποχή ονομαστικής χειραφέτησης, εύκολης και διαδεδομένης αντισύλληψης αλλά και της ύπαρξης τεστ DNA έχει απομείνει μόνον ένα σοβαρό επιχείρημα υπέρ της επιβεβλημένης ερωτικής αποκλειστικότητας: η ζήλεια.

Δε χλευάζω, δεν παραγνωρίζω και σίγουρα δεν περιφρονώ τη ζήλεια. Είμαστε άνθρωποι, πληγωνόμαστε ποικιλοτρόπως κι εύκολα, αισθανόμαστε αποκλεισμένοι, παραμελημένοι, στην απ’ έξω – ιδιαιτέρως όταν εγείρονται θέματα ερωτικής επάρκειας. […]

Βεβαίως, η ζήλεια πειθώ δε γνωρίζει. […] η ζήλεια είναι σαν την οργή. Ναι, βεβαίως πρέπει να τη λαμβάνουμε υπόψη μας στις ανθρώπινες σχέσεις. Αλλά ας το δούμε κι έτσι: ο Νόμος αναγνωρίζει ελαφρυντικά στην οργή, αλλά η περί φόνου ηθική μας δεν είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα του θυμού, του βρασμού ψυχής. Αντίστοιχα, η ερωτική ελευθερία κατά κανόνα συνοδεύεται από εχεμύθεια, τουλάχιστον ώστε να μην προκαλείται ζήλεια. Όμως η περί έρωτα ηθική μας δεν μπορεί να είναι θεμελιωμένη πάνω στην πραγματικότητα της ζήλειας.

Η ζήλεια δεν είναι απλώς σαν την οργή, είναι θηριώδης και δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν, ούτε καν στην πραγματικότητα. Μάλλον, η ζήλεια πρωτίστως στην πραγματικότητα δεν δίνει λογαριασμό. Το πρόβλημα στην ζήλεια δεν είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, το πρόβλημα στη ζήλεια είναι ότι ζηλεύεις. Η ζήλεια δεν ενδιαφέρεται για τα εμπειρικά δεδομένα και για ενδείξεις αποχρώσες, αλλά μπορεί βεβαίως να τα χρησιμοποιήσει εκ των υστέρων για να δικαιωθεί. Αλλά να μη γελιόμαστε: η ζήλεια είναι αυτεξούσια κι υπάρχει από τον εαυτό της και για τον εαυτό της. Γιατί η ζήλεια δεν είναι ούτε έρωτας, ούτε γκαύλα, ούτε τίποτα τέτοιο. Η ζήλεια είναι το εκτόπλασμα του ερωτικού πάθους: μπορεί να ζει μέσα του και να καμώνεται ότι ταυτίζεται με αυτό, μπορεί και να είναι απλώς ό,τι απομένει αφού το πάθος πεθάνει.

Η ζήλεια στέκεται στην κόψη ανάμεσα στον εξευτελισμό της περιφρόνησης και στον αυταρχισμό της ιδιοκτησίας και του ετεροκαθορισμού.Από τη μια ο εξευτελισμός της περιφρόνησης: όσο κι αν σκούζει το Χόλυγουντ κι αν μινυρίζουν οι παπάδες, κοσμικοί και ένθεοι, η αφοσίωση δεν ταυτίζεται με την ερωτική αποκλειστικότητα. Παράλληλα, σε κανέναν δεν αξίζει να κερατώνεται χωρίς να το θέλει και κατ’ εξακολούθηση, απροκάλυπτα κι ασυλλόγιστα. Δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε λόγω μαξιμαλισμών και αρχών αφηρημένων κι ανεδαφικών, αλλά σε σχέσεις που δεν είναι συναινετικά ανοιχτές το «απροκάλυπτα» και το «φάτσα φόρα» είναι που καθιστούν το κέρατο απεχθές. Η ζήλεια σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι παρά η άναρθρη κραυγή, η εξεγερτική μανία εναντίον του εξευτελισμού και της ταπείνωσης.

Από την αλλη μεριά, η επιθυμία να κατέχουμε τον άλλο, να γίνουμε ιδιοκτήτες του και ως πυγμαλίωνες να τον λαξέψουμε στα μέτρα τα δικά μας και να τον ορίζουμε. Εδώ η ζήλεια εντάσσεται στα πλαίσια του ελέγχου του άλλου, ορίζει τους τοίχους ενός αόρατου κλουβιού ή χαρεμιού μέσα στο οποίο πρέπει να περικλείεται η λίμπιντο, ο βίος και η σκέψη του άλλου. Σε αυτές τις περιπτώσεις η ζήλεια αποτελεί απλώς το τεατράλε και ψυχαναγκαστικό θέατρο που υπενθυμίζει στο άμοιρο ταίρι πόσο κοντό ή μακρύ είναι το λουρί του. Πολλές φορές το θέατρο περιέχει και μονολόγους σπάνιας δραματικής χάρης περί εμπιστοσύνης, τιμής, ακεραιότητας, σταθερότητας, αφοσίωσης, αξιοπρέπειας, συνέπειας, ωριμότητας, αξιοσύνης και — βεβαίως — τιμής και προσκύνησης προς τον θηλυκό ή αρσενικό Πυγμαλίωνα κι ιδιοκτήτη.

Όλα τα παραπάνω όμως τελικά αφορούν όποιον την υφίσταται τη ζήλεια. Τι βρίσκεται στην άλλη πλευρά του αμφίδρομου καθρέφτη που λέμε ζήλεια; Βρισκόμαστε εμείς οι ζηλιάρηδες, που όμως το ελέγχουμε το πράγμα και ξέρουμε ότι ζήλεια είναι, και μόνο. Άλλωστε αν δεν ζηλεύεις καθόλου και ποτέ, αν δεν ανεβαίνει βραστή χολή στο λαρύγγι, ε, είναι σαν να λες ότι δεν θυμώνεις: μπορεί να είσαι μποντισάτβας, αδιάφορος για τον άλλο ή απλώς ψυχοπαθής. Στην άλλη πλευρά του αμφίδρομου καθρέφτη να παρακολουθούν ψυχαναγκαστικά βρίσκονται και οι ζηλότυποι, καρτερώντας αφορμή να τσακώσουν τον άλλο. Οι ζηλότυποι έχουν υπεραναλυθεί σαν ανθρωπότυπος κι έχουνε γίνει καρικατούρα. Δεν έχω ζευγαρώσει ποτέ με ζηλότυπη γυναίκα, οπότε δεν έχω να συνεισφέρω κάτι πέρα από γενικές γνώσεις. Οι ζηλότυποι άντρες θα πρέπει να είναι το κάτι άλλο, πάντως· με την κακή έννοια.

Όσοι ξέρουν περισσότερα από εμένα με διαβεβαιώνουν ότι η ζήλεια είναι σαν το αλκοόλ: άλλοι πίνουν και φτιάχνονται, άλλοι πίνουν πολύ κι ανεξέλεγκτα και καταστρέφονται. Δεν μου φαίνεται άστοχη παρομοίωση.Πάντως η ζήλεια ασχημαίνει, αυτό στάνταρ.

Η μεγαλούπολη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Διάβαζα σε ένα βιβλίο πρόσφατα ότι η κατακόρυφη οικιστική ανάπτυξη «απέτυχε να δημιουργήσει συνεκτικά οικιστικά περιβάλλοντα». Με άλλα λόγια, η προσδοκία μερικών οραματιστών να αντικατασταθούν τα χωριά από ουρανοξύστες ή μπλόκα δεν εκπληρώθηκε. Σε ελάχιστες περιπτώσεις στον σημερινό κόσμο μπλόκα ή ουρανοξύστες κατοικιών αντιστοιχούν σε κοινότητες.

Ένας από τους λόγους που δεν έχουμε ουρανοξύστες αντί χωριών και μπλόκα αντί γειτονιών είναι και ότι οι ουρανοξύστες, οι πολυκατοικίες και τα μπλόκα κατά κανόνα εντάσσονται μέσα στον οικιστικό ιστό μεγαλουπόλεων. Και, τελικά, «στις μεγάλες πόλεις, ο καθένας μας εκ των πραγμάτων αναγκάζεται να στήσει ένα δίκτυο γνωριμιών με ανθρώπους που ο ίδιος επιλέγει να κάνει παρέα, και δεν συναναστρέφεται απαραίτητα (μόνον) όποιον μένει δίπλα ή απέναντί του».

Γενικότερα, στις μεγάλες πόλεις κάνουμε παρέα και δικτυωνόμαστε κοινωνικά με αυτούς που επιλέγουμε και όχι απαραιτήτως με τους γείτονές μας και με το σόι μας. Μάλιστα, ένας από τους δευτερεύοντες παράγοντες που ενισχύουν την αστυφιλία είναι και αυτός: στη μεγαλούπολη επιλέγεις εσύ ποιους θα συναναστραφείς, σε ποιες κοινότητες θα ενταχθείς και με ποιους θα κάνεις παρέα — αντίθετα με τα αμερικάνικου τύπου προάστεια, με τις μικρές πόλεις και βεβαίως με τα χωριά, όπου συγχρωτίζεσαι γείτονες κυρίως.

Αυτή είναι και μία από τις πηγές καχυποψίας απέναντι στη ζωή της πόλης: οι άνθρωποι με τους οποίους είσαι δικτυωμένος κοινωνικά, τα μέλη της όποιας κοινότητάς σου, δεν μπορούν να σε ελέγχουν μέσω της διαρκούς γειτνίασης· ο καθένας μας επιλέγει ποιους θα έχει φίλους, σε ποιους θα μιλήσει και σε ποιους όχι. Ο γείτονας στη μεγαλούπολη δεν είναι ex officio φίλος, συνήθως δε είναι απλός ξένος.

Με την ίδια καχυποψία αντιμετωπίζεται τώρα τελευταία και η κοινωνική δικτύωση μέσα από τα σοσιαλμήντια. Χάρη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μπορείς να φτιάξεις αλλά και να διαχειριστείς τις δικές σου κοινότητες, που δεν περιορίζονται ούτε από τη γειτνίαση αλλά ούτε καν από την εγγύτητα. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αφήνοντας δηλαδή κατά μέρος τις πουριτανικές πρακτικές Πανοπτικού συγκεκριμένων πλατφορμών όπως το facebook, δύσκολα ελέγχεται σε ποιες ονλάιν κοινότητες ανήκεις, συνεκτικές ή χαλαρές.

Και βεβαίως, ο William Gibson στον Νευρομάντη έπεσε έξω: οι περισσότεροι συμμετέχουμε στις οιονεί κοινότητες κυρίως για να εμπλουτίσουμε και για να επεκτείνουμε την εξωδιαδικτυακή μας ζωή και όχι για να χαθούμε μέσα στις ίδιες τις διαδικτυακές κοινότητες και στα όποια φόρα. Θυμίζει λίγο η κατάσταση την παλαιότερη μανία της αλληλογραφίας: οι περισσότεροι αλληλογραφούσαν με σκοπό τις όποιες γνωριμίες και ελάχιστοι αρκούνταν στην επιστολογραφική σχέση εφόσον υπήρχε η δυνατότητα συνάντησης, γνωριμίας και συναναστροφής διά ζώσης.

Η επιστολογραφία, που για δεκαετίες ζωοποιούσε τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε πολλές χώρες του κόσμου, αποτελεί σοβαρό επιχείρημα κατά των ιερεμιάδων περί «διαδικτυακής αποξένωσης»: εφόσον και για όσους η επιστολογραφία, ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είναι προθάλαμοι ή υποκατάστατα της κοινωνικής ζωής και όχι χώροι νιρβάνας μέσα στους οποίους θα διαλυθεί η συνειδητότητά μας ξέρω γω, δεν τρέχει κάστανο.

Συνοπτικά: όσο χρησιμοποιούμε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με απώτερο σκοπό τη διά ζώσης γνωριμία (την όποια γνωριμία ή συναναστροφή ή συναλλαγή), η μομφή περί αποξένωσης είναι κενή. Με τον ίδιο τρόπο που η «αποξένωση των ανθρώπων» στις μεγαλουπόλεις οφείλεται περισσότερο στις εργασιακές συνθήκες μετά τη δεκαετία του ’70 και λιγότερο στο ότι «δεν ξέρεις (αφού δεν θέλεις ντε και καλά να ξέρεις) ποιος μένει δίπλα σου».

Η ματιά του σεξισμού

Η ματιά του σεξισμού ισχυρίζεται ότι διακρίνει χαρακτηριστικά των γυναικών που δεν διακρίνονται υπό άλλες οπτικές γωνίες ή με άλλα ερμηνευτικά εργαλεία.

Για να φέρω ένα πάρα πολύ απλό παράδειγμα, η ματιά του σεξισμού περιέχει τον ισχυρισμό ότι μόνον αυτή βλέπει λ.χ. ότι οι γυναίκες είναι κοκέτες, ότι αργούν να ετοιμαστούν ή ότι είναι έτοιμες να σφαχτούν μεταξύ τους (π.χ. να τσακωθούν για άντρες) όντας ικανές μόνο για επιφανειακές λυκοφιλίες μεταξύ τους.

Αυτό ισχύει: όντως η σεξιστική ματιά διακρίνει πάνω στον γυναικείο «χαρακτήρα» πτυχές του που μέσα από κάποια άλλη ερμηνευτική ματιά είναι δυσδιάκριτες ή αόρατες.

Δεν πρόκειται όμως για κάποιες πτυχές της γυναικείας φύσης, παρά για συνέπειες του σεξισμού, της πατριαρχίας, της κουλτούρας του βιασμού: οι γυναίκες θα έπρεπε να ανταγωνίζονται μεταξυ τους για έναν ξεροκόμματο άντρα. Πρόκειται για αυτοεκπληρούμενες προφητείες στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν δεν πρόκειται για μονομερή έμφαση σε κάτι (π.χ. κοκεταρία και φιλαρέσκεια) που χαρακτηρίζει πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως φύλου.

Άρα η ματιά του σεξισμού βλέπει πάνω στις γυναίκες αντανακλάσεις του εαυτού του.

Σεξουαλική στέρηση

στον Νάτση, που το παρήγγειλε

Διαβάζω τον Κόσμο Ανάποδα του Γκαλεάνο, μάλλον κακογραμμένο βιβλίο χωρίς ιδιαίτερη συνεκτικότητα: θα είχε περισσότερο ζουμί διαρθρωμένο σαν μια σειρά ποστ, άρθρα ή κάτι τέτοιο. Είναι όμως πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, αφού διαβάζοντάς το αντιλαμβάνεται κανείς και ποιες είναι οι μνημονιοκρατικές μέθοδοι και ότι βεβαίως έχουν εφαρμοστεί σε μεγάλη έκταση στη Λατινική Αμερική.

Μια συνέπεια της εφαρμογής αυτών των μεθόδων είναι και η δαιμονοποίηση της φτώχειας, μια εντελώς νεοφιλελεύθερη πρακτική: οι φτωχοί είναι μούργα, τεμπέληδες, έρμα. Είναι φτωχοί γιατί είναι αλκοολικοί κι αμόρφωτοι (και όχι «είναι αλκοολικοί και αμόρφωτοι γιατί είναι φτωχοί»). Και πάει λέγοντας. Η μισανθρωπία στην υπηρεσία του πλουτισμού των λίγων, η μισανθρωπία και η συντριβή των φτωχών ως τρόπος να εσωτερικεύσουν οι φτωχοί ότι οι ίδιοι ευθύνονται για τη «μοίρα» τους και για το «ριζικό» τους: η φτώχεια δεν είναι πολιτικό πρόβλημα, δεν είναι καν συμφορά και θεομηνία, παρά ευθύνη των φτωχών και οψώνια των αμαρτιών τους.

Αυτό μου θύμισε μια μισανθρωπική πρακτική προσφιλή στη δική μας κοινωνία: τη δαιμονοποίηση της σεξουαλικής στέρησης. Βεβαίως, θα πει κανείς ότι ο παραληλισμός είναι επιεικώς άστοχος γιατί αν κάποιος είναι σεξουαλικά στερημένος όντως ευθύνεται τουλάχιστον εν μέρει και οι ίδιος για αυτό. Σύμφωνοι. Το πραγματικό ζήτημα είναι η στέρηση ως μομφή, όχι η ίδια η στέρηση.

Η σεξουαλική στέρηση ως μομφή, μέσα στο μεγάλο ερμηνευτικό πλαίσιο της πατριαρχίας, βρίσκεται στη βάση της στερεοτυπικής σκιαγράφησης της αποστεγνωμένης γεροντοκόρης και της νυμφομανούς χήρας. Και εκτός πατριαρχίας, η σεξουαλική στέρηση ερμηνεύει την ακμή και την αδιάκοπη θλίψη κι οργή του σπυριάρη έφηβου (έως και ετών 30 στην Ελλάδα) ή τις αϋπνίες γερόντων. Και πάλι θα παραπονεθεί κανείς ότι αυτού του είδους τα στερεότυπα ανήκουνε πλέον στη σφαίρα της λαογραφίας ή ότι δεν αποτελούν τίποτε περισσότερο από μάλλον αθώα καλαμπούρια. Διαφωνώ ριζικά αλλά ας δεχτούμε ότι όντως πρόκειται για καλαμπούρια κι ας προχωρήσουμε, δεδομένου ότι κάποιοι αναγνώστες ήδη έχουν αναγνωρίσει τουλάχιστον άλλες δύο σχετικές μομφές.

Η πρώτη είναι βεβαίως του μαλάκα: οι ιδιότητες του idiot ονοματίζονται στα ελληνικά από την καταφυγή στον (μάλλον καθ’ έξη) αυνανισμό. Σχετικά είναι και τα «άντε γαμήσου να ασπρίσεις / να ξελαμπικάρεις» ή προτροπές να πάει κανείς στις πουτάνες μήπως και συνέρθει / ξαλλεγράρει. Δεδομένου ότι η αποχή από την ερωτοπραξία δημιουργεί αβάσταχτες μη-σεξουαλικές εντάσεις και μαγκώματα που ο αυνανισμός δεν επιλύει, ανεξαρτήτως ποσότητας και ποιότητας της μαλακίας, δεν μοιάζει κι εντελώς άδικο να στιγματιστεί ο στερημένος άντρας ως ο πρωτοτυπικά idiot. Σε αντίστοιχα συμπεράσματα φαίνεται να έχει καταλήξει και ο πληθυσμός της νοτιοανατολικής Αγγλίας, άλλωστε, με τα wanker και τα tosser του.

Η δεύτερη μομφή δεν είναι ολωσδιόλου αθώα κι έχει να κάνει με το κράξιμο γυναικών, αυτό που λέμε slut shaming. Εδώ μπαίνουμε πάλι μέσα στην τέντα του ερμηνευτικού τσίρκου της πατριαρχίας. Σε πρώτη φάση, η κουλτούρα του βιασμού ανευρίσκει ελαφρυντικά της βίας κατά των γυναικών στο τι φοράνε και στο αν είναι «προκλητικό». Σε δεύτερη φάση, λιγότερο προφανή, ερμηνεύουμε το ντύσιμο και τη συμπεριφορά γυναικών και με βάση το πόσο στερημένες είναι, άρα με το κατά πόσον χρησιμοποιούν λ.χ. το ντύσιμό τους ως εργαλείο για να προκαλέσουν. Ως εδώ καλά: όλοι ενίοτε ντυνόμαστε κάπως προκειμένου να σαγηνεύσουμε, εκτός και αν είμαστε μοναστικών τάσεων. Όταν όμως μιλάμε για γυναίκες, η πρόθεση να προκαλέσουν (όταν, είπαμε, δεν αποτελεί πρόσχημα για να δικαιολογήσουμε βία εναντίον τους) ερμηνεύεται ως ένδειξη σεξουαλικής στέρησης.

Και εδώ επιτέλους φτάνουμε στον πυρήνα του ζητήματος: η σεξουαλικά στερημένη γυναίκα στιγματίζεται και δαιμονοποιείται και σήμερα, ιδίως αν αφήνει να διακρίνονται εξωτερικά γνωρίσματα της στέρησής της. Κράζεται και χλευάζεται. Λες και η στέρηση είναι παράπτωμα ή συνέπεια κάποιου ηθικού σπίλου. Λες και η προσπάθεια να θεραπευθεί η στέρηση μέσω του ντυσίματος ή μιας πιο αλλέγρας και θελκτικής συμπεριφοράς (αν ντε και καλά πρέπει να κάνουμε ψυχολογία του ποδαριού) είναι κατακριτέα. Βεβαίως οι στερημένες αλλά και οι αχόρταγες ερωτικά γυναίκες θεωρούνται, ρητά και υπόρρητα, προβληματικές: αν δεν πηδιούνται κάποιο πρόβλημα έχουν, αν πηδιούνται αλλά ακόμα αισθάνονται στερημένες, θεός φυλάξοι και αμάν παναγίτσα μου ή, επί το ψυχολογικότερον, έχουνε θέματα να επιλύσουνε.

Συνεπώς, όπως η ύπαρξη μιας χούφτας κλασικών τεμπέληδων μπορεί να γίνει αφορμή να στιγματιστεί ολόκληρη η τάξη των φτωχών μέσα στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, έτσι και το (ελέω και πατριαρχίας) μάγκωμα κάποιων γυναικών γίνεται αφορμή μέσα στο ερμηνευτικό τσίρκο της πατριαρχίας να στιγματιστεί κάθε γυναίκα που θέλει περισσότερο σεξ και που το δείχνει.

Οικογενειακά δεσμά

Για το θέμα (ελληνική) οικογένεια έχω ξαναγράψει. Παραδέχομαι όμως πως είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για το θέμα, ιδίως αν θέλει να πάει πέρα από γενικές διαπιστώσεις ή από επισημάνσεις λίγο πολύ γνωστές.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε γονείς και βεβαίως βρισκόμαστε σε πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους· επίσης πάρα πολλοί έχουμε παιδιά και πλέκουμε εξίσου πολύπλοκες σχέσεις μαζί τους. Κι ας μη μιλήσουμε καν για αδέρφια. Πάρα πολλοί από εμάς αισθανόμαστε ότι η οικογένεια είναι οι μόνοι πραγματικά δικοί μας άνθρωποι και οι πιο κοντινοί μας. Αντιλήψεις όπως «πρώτα η οικογένεια», «η οικογένεια πάνω απ’ όλα», «η οικογένεια ποτέ δεν θα σε προδώσει» κτλ. είτε μας είναι πολύ οικείες είτε τις πρεσβεύουμε κιόλας. Τέτοιες αντιλήψεις συνθέτουν μια χαλαρή ιδεολογία με στέρεη βιολογική βάση και με την όλο βεβαιότητες επίνευση της αμερικανικής νοοτροπίας και ιδεολογίας: μια πολύ συγκεκριμένη θέαση της οικογένειας που πλασάρεται σαν πανανθρώπινη αλήθεια.

Επιπλέον, στην Ελλάδα όπως και αλλού, η επίκληση στην οικογένεια είναι βασική μέθοδος με την οποία ψευδοψυχαναλυτικά ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των άλλων: πόσοι δεν έχουμε περιπέσει στο σφάλμα να επικαλεστούμε τον αυταρχισμό, την αστοργία, τη φορτικότητα, την απουσία, την επιτυχία ή την ασημαντότητα κ.ο.κ. του πατέρα ή της μητέρας ώστε να εξηγήσουμε ή να δικαιολογήσουμε συμπεριφορές… Μάλιστα, υπάρχουν μέχρι και επαγγελματίες ψυχαναλυτές που προσπαθούν να ερμηνεύσουν κοινωνικές ομάδες ή κοινωνίες ολόκληρες με βάση τη σχέση των ατόμων που τις απαρτίζουν με τα γονικά τους.

Τα περισσότερα από τα παραπάνω είναι παραδόξως ακόμα τυφλά σημεία, αλλά δεν είναι τα μοναδικά σε σχέση με το φαινόμενο οικογένεια. Ας δούμε ακόμα τρία τέτοια τυφλά σημεία.

Διάολοι
Όλοι έχουμε υποστεί πιτσιρίκια εκτός ελέγχου που σκούζουν, φωνάζουν, τσιρίζουν, μανουριάζουν, μουτζοκλαίνε, γκαρίζουν, μινυρίζουν. Αν η μάνα είναι εργαζόμενη, ε, η μομφή είναι προκάτ κι ετοιμοπαράδοτη: «δεν ασχολείται με τα παιδιά της», λες και τα δεκάδες χιλιάδες χρόνια που οι ανθρώπινες κοινωνίες ήταν κοινωνίες τροφοσυλλεκτών (ή και αργότερα) οι μανάδες ξημεροβραδυάζονταν διαπαιδαγωγώντας τα βλαστάρια τους. Αν πάλι η μάνα δεν εργάζεται, σίγουρα κακομαθαίνει τα γκρινιάρικα και άτακτα παιδιά, αφού είναι συνεχώς από πάνω τους και τους κάνει τα χατίρια. Εσχάτως, η απάντηση στην παιδική ζωηράδα είναι ritalin: για όλα πρέπει να υπάρχει κι από ένα χάπι.

Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές οι ίδιοι οι γονείς δεν έχουνε καν επίγνωση πόσο τρομακτικά ενοχλητικό γίνεται το παιδάκι τους για τους γύρω ή, μέσα στην άφατη κόπωση και απογοήτευση τους, επιλέγουν τελικά να μην ασχολούνται άλλο με το πόσο αντικοινωνική είναι η διαγωγή του μικρού διαόλου: υποκρίνονται ότι η θηριώδης συμπεριφορά των μικρών τους εμπίπτει μέσα στα όρια του ναζιού, του ακκισμού, του χαριεντίσματος.

Επιπλέον, πολλοί γονείς μικρών τυράννων φαίνονται να μην αντιλαμβάνονται ολωσδιόλου πώς η δική τους συμπεριφορά ενθαρρύνει το παιδί να σκούξει, φωνάξει, τσιρίξει, μανουριάσει, μουτζοκλάψει, γκαρίξει, μινυρίσει. Συνήθως πρόκειται για τους ίδιους γονείς που μπινελικώνουν τα παιδιά τους, που πλακώνονται και βρίζονται μπροστά στα παιδιά, που δεν βάζουν όρια στο παιδί (και το παιδί σχεδόν νομοτελειακά θα προσπαθήσει να τα διευρύνει ούτως ή άλλως: να κοιμηθεί πιο αργά, να φάει κι άλλο παγωτό κτλ), που βάζουν ένα όριο ή υπόσχονται κάτι για να αθετήσουνε μετά τον κανόνα ή την υπόσχεση με ελάχιστη πίεση.

Αν και είμαι αναρμόδιος να γνωματεύσω, μου φαίνεται ότι το να είσαι γονιός είναι πρωτίστως πράξη στοργής και μετά συνέπειας. Όμως η στοργή χωρίς συνέπεια είναι μάλλον χειρότερη από τη συνέπεια χωρίς στοργή — αν ντε και καλά πρέπει η μία από τις δύο να απουσιάζει (που δεν πρέπει).

Προσωπικές αρχαιολογίες
Είπαμε για την επίκληση στην οικογένεια: συζητάς με ενήλικες που δικαιολογούν και ερμηνεύουν συμπεριφορές, και τις δικές τους και των άλλων, με βαση τη σχέση με τους γονείς τους, και μάλιστα όπως τη βλέπουν αναδρομικά, ως ενήλικες. Τις περισσότερες φορές σφετερίζονται την έννοια του τραύματος: αίφνης, το να σε κορόιδευε ο πατέρας σου γίνεται κάτι ποιοτικά ομοειδές με τη φρίκη του να σε κακοποιούσε, μόνον οι ποσότητες διαφέρουν. Άλλοι μιλούν για το μεγάλωμά τους μέσα σε μονογονεϊκή οικογένεια σαν να πρόκειται για ελαφριά μορφή εγκατάλειψης, λες και το ορφανοτροφείο και μια μονογονεϊκή οικογένεια είναι ποιοτικώς ομοειδείς και διαφέρουν μόνον ως προς την ποσότητα της εγκατάλειψης. Το ότι είσαι πρωτότοκος (άρα νιώθεις ότι παρακολουθείσαι, άρα αισθάνεσαι ένας μικρός ενήλικας) γίνεται καραμέλα που ανακουφίζει τις όποιες φλεγμονώδεις συνειδήσεις, λες και το να είσαι πρωτότοκος ισοδυναμεί με το να είσαι το πεντάρφανο που δούλεψε στα ορυχεία από τα 9 του για να αναστήσει τα αδερφάκια του.

Ενθαρρυνόμαστε να ανασκάπτουμε την παιδική μας ηλικία (ή των άλλων) όχι ως μέρος μιας  ψυχαναλυτικής διαδικασίας υπό την καθοδήγηση ειδικού, παρά με τον τρόπο που χρησιμοποιείται η αρχαιολογία για να ταΐσει τον εθνικισμό: επιλεκτική ερμηνεία ανασκαφών σε στοχευμένες τοποθεσίες της μνήμης που θα «εξηγήσει» συμπεριφορές και άρα θα τις δικαιολογήσει. Καλούμαστε να αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας απαραθραύστως ως παιδιά. Θεωρώ ότι αυτή η χρήση της παιδικής ηλικίας από ενήλικες, επαναλαμβάνω όχι ως μέρος μιας θεραπευτικής διαδικασίας, είναι πολύ μεγάλη απάτη ή αυταπάτη, ένα ψέμα που λέμε για να καθησυχάσουμε και να δικαιολογήσουμε. Επίσης νομίζω, να το ξαναπώ, ότι «από μια ηλικία και μετά, ας πούμε τα 20, τα 25 ή τα 35, είσαι το υλικό που παραδίδει σ’ εσένα η παιδική σου ηλικία και η εφηβεία σου: αυτό είσαι με αυτό θα δουλέψεις, ως αυτό υπάρχεις. Θα καλλιεργήσεις ό,τι μπορείς να καλλιεργήσεις, θα επουλώσεις ό,τι μπορείς και όπως μπορείς: με φάρμακα, με ψυχοθεραπεία, με γιόγκα, με αφοσίωση, με φιλίες κι αγάπη (αν βρεις). Mετά τα (ας πούμε) 25, τα παιδικά σου χρόνια (ήσουν παραχαϊδεμένος, ήσουν παραμελημένος, οι γονείς σου σε κόμπλαραν, ήτανε λούζερ πελώριοι, σε εγκατέλειψαν, χώρισαν, τους είδες να το κάνουν, αλληλομισιούνταν κι έμειναν μαζί για σένα κτλ.) εξηγούνε πολλά, όμως όχι όλα. Και δε δικαιολογούνε τίποτε.»

Κι εν πάση περιπτώσει, όπως διάβασα πρόσφατα εδώ, «για να υπάρξεις χωρίς τον πατέρα, υποστήριζε ο Λακάν, πρέπει να μάθεις να τον αξιοποιείς. Η άρνηση του πατέρα σε αλυσοδένει για πάντα στον πατέρα. Το μίσος δεν απελευθερώνει, δεσμεύει αιωνίως, δημιουργεί μονάχα τέρατα, εμποδίζει την ανάπτυξη της ζωής. Η ρητορική που υποδεικνύει να γινόμαστε γονείς του εαυτού μας –ψευδαίσθηση την οποία υποστηρίζει η εποχή μας– παραβλέπει το γεγονός ότι καμιά ανθρώπινη ζωή δεν δημιουργείται από μόνη της. Απορρίπτοντας την πατρότητα απορρίπτει και το συμβολικό χρέος που κάνει εφικτή τη γενεαλόγηση διά μέσου των γενεών. Η ελευθερία αποσυνδέεται από την ευθύνη και γίνεται ιδιοτροπία, θρίαμβος της διαστροφής».

Αλκατράζ της αγάπης
Τα παραπάνω σχετίζονται με το ολοκληρωτικό ιδανικό της δεμένης οικογένειας, κατά Χάουαρντ Ζινν της «κατεξοχήν φυλακής ως προς την πανουργία και την πολυπλοκότητά της». Δεχόμαστε ως ενήλικες να εγκλειστούμε σε αυτή την ειρκτή συνήθως ισοβίως, γιατί ο κόσμος εκτός της είναι ζούγκλα, όπως μας υπενθυμίζει και ο Κυνόδοντας.

Η δεμένη οικογένεια, που είναι φυλακή όταν δεν είναι χίμαιρα, παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Στη σύγχρονη και πιο αμερικανική εκδοχή της, υποτίθεται ότι παρέχει εξασφαλισμένη απεριόριστη αγάπη διαρκείας.

Η εγγυημένη υποστήριξη συνήθως είναι κάτι που πράγματι η δεμένη οικογένεια παρέχει, σε κάποιες κοινωνίες θεσμικώς σχεδόν: τροφή, στέγη, υποστήριξη, σπουδές και κατάρτιση, προίκα και χαρτζιλίκι μέχρι τα 16, τα 25, τα 30 ή τα 50· φροντίδα στην αρρώστεια, την ανέχεια ή τα γεράματα. Το αντάλλαγμα είναι η συμμόρφωση, όπως σε κάθε εξουσιαστική δομή — πολύ περισσότερο σε μια φυλακή: σπουδές αν είναι οι σωστές, χαρτζιλίκι αν δίνεις λογαριασμό, προίκα αν πάρεις τον σωστό άντρα, γηροκόμηση αν δεν κάνεις τρέλες, δεν πολυμιλάς και δεν κάνεις πράγματα που «πια δεν μπορείς να κάνεις» (κι έτσι φυραίνεις και πεθαίνεις μια ώρα αρχύτερα).

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι μια παροχή της «δεμένης οικογένειας» που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλους. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά, σόι έκτασης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Έχεις καβάντζα αγάπης. Δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους — άλλωστε ο κόσμος εκτός της οικογενείας είναι ζούγκλα.

Βεβαίως, η καβάντζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. «οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;«.

Η δεμένη οικογένεια επιμένει ότι έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε τους εαυτούς μας αιώνια παιδιά ή να αποζητούμε να «ολοκληρωθούμε» και να αυτοπραγματωθούμε μέσα από τον ρόλο μας ως γονείς· όχι μέσα από τη δουλειά, ή τον έρωτα, ή τη φιλία, ή τη μελέτη, ή το ταξίδι, ή τα μεράκια μας… Κάπως έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την αγάπη δεδομένη και αυτοματισμό.