Η πλάνη της καψούρας

Κατά τον Theodore Zeldin, ο εξιδανικευμένος έρωτας επινοείται από τους Άραβες και τους Πέρσες και μεταλαμπαδεύεται μέσω αραβικής Ισπανίας στους τροβαδούρους της Προβηγκίας. Με το πέρασμα των αιώνων έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα να ταυτιστεί στανικώς κι εκ των υστέρων με τον ρομαντικό έρωτα· μόνον ο έρωτας των άκρως αισθητών αντιστέκεται ακόμα. Ο ρομαντικός έρωτας για τους θιασώτες και τους αρχιερείς του υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας τα πάντα, ταυτόχρονα ο ρομαντικός έρωτας δεν είναι τίποτα.

Η καψούρα ως όρος επινοείται μάλλον από τους Έλληνες της δεκαετίας του 1960, ενώ στις αρχές του 21ου αιώνα έφτασε σχεδόν κάθε μορφή έρωτα μέσα στον ελληνοφωνο κόσμο να ταυτιστεί εκ των υστέρων με την καψούρα, ιδίως αν αφορά έρωτα των άκρως αισθητών. Η καψούρα για τους αφιερωμένους σε αυτή και για τους κήρυκές της υπερβαίνει περιγραφές κι ορισμούς: όντας σχεδόν τα πάντα (υπάρχει άλλωστε και η αγάπη), ταυτόχρονα δεν είναι τίποτα.

Αλλά να επιμείνουμε. Τι είναι καψούρα; Δεν είναι πάντως η καθαρτική φωτιά του πόθου που καίει σκοτάδια και κάνει τους ατμούς να κινούν πιστόνια και φτερωτές. Δεν είναι καν η τυφλή έπειξη της επιθυμίας, κάτι που λεγόταν τύφλα και τυφλοβδομάδα και πια λέγεται καύλα.

Καψούρα είναι η διαβρωτική εκδοχή της φωτιάς του πόθου, που καίει σκοτάδια και αφήνει στάχτες και καπνιά. Η καψούρα είναι φλόγα που τελικά αναλίσκεται και ξεψυχάει.

Το χρονολόγιο, η ιστορία, της καψούρας περιλαμβάνει ενδεχομένως την απόρριψη (τη χυλόπιτα) και το ανεκπλήρωτο, και αν δεν υπάρξει απόρριψη οπωσδήποτε την αποστέρηση (ιδανικά λόγω του ότι υπάρχει και τρίτος ή και τέταρτος ή και πέμπτος άνθρωπος). Καψούρα πάντως δεν νοείται δίχως εγκατάλειψη και κακό χωρισμό. Από αυτήν την άποψη η καψούρα αποτελεί μια επιμέρους και πολύ πλατωνική εκδοχή του έρωτα: ο έρωτας είναι κάτι που θα μας βγει σε κακό κι άτεγκτος δυνάστης, είναι αυτοκαταστροφική μανία.

Στην καψούρα δεν ασχολούμαστε με τις άγριες χαρές της λαγνουργίας, ούτε με τη μη αλκοολική μέθη του πόθου (άλλωστε η καψούρα συνοδεύεται από φτηνά ουίσκια). Η καψούρα παραγκωνίζει ή σνομπάρει την χαρά της συντροφιάς, το παιχνίδι με τα βλέμματα, χαμουρέματα και κρυφές κινήσεις, αφοσίωση ή το μειδίαμα του χορτασμού και τη ραστώνη της χάλασης. Η καψούρα πραγματώνει την επιθυμία και θριαμβεύει με την απόρριψη («δεν σε θέλει η γκόμενα»)· η καψούρα πλαισιώνει τις ερωτοπραξίες ως στέρηση και πόνος (ώστε οι ερωτοπραξίες, τα γαμήσια, να είναι απλώς διαλείμματα κι ανάπαυλες στην καψούρα)· η καψούρα δικαιώνεται και θριαμβεύει με τον χωρισμό («σε παράτησε η γκόμενα»).

Η καψούρα δεν ξέρει από ζευγάρια (της μισής ώρας, του μισού μήνα, του μισού χρόνου…) μόνον από άντρες μονάχους, που είναι επιρρεπείς στο να προδίδονται. Η καψούρα παραγνωρίζει και αγνοεί την όποια ερωτική χαρά. Οι γυναίκες που οι άντρες καψουρεύονται είναι ανάξιες, άπιστες και αναξιόπιστες — σπανίως όμως «πουτάνες»: επειδή η καψούρα είναι υποκατάστατο και της οργής, οπότε δεν φτάνουνε μέχρι τα κόκκινα οι βελόνες της, αρκείται στο να υπάρχει θόρυβος, έκο και γρέζι στον «πόνο».

Η καψούρα, πλατωνική και στωική, απεχθάνεται τελικά τον έρωτα, αφού τον ταυτίζει με την απουσία ή με τον θάνατό του. Η καψούρα είναι αρσενική (όπως υπαινίχθηκα πριν), αρσενική και στο ότι ψάχνει να εκτονωθεί: σε ξύδια, με συμβολικούς αυτοχειριασμούς, παρέα με αδερφοποιτούς, ξεστομίζοντας μεγάλα κούφια λόγια ή και μαχαιρώνοντας καναπέδες και στερεοφωνικά. Η καψούρα τελικά πασχίζει να υποκαταστήσει το σεξουαλικό πάθος ως «τον πυρήνα της βούλησης για ζωή», αν και η ίδια αποτελεί ενός είδους συμβολικό Todestrieb. Πάντως εικάζω πως όταν οι γυναίκες λένε ότι «καψουρεύονται» είτε ποθούν άγρια κι αμείωτα, είτε φουρτουνιάζουν από οργή και μανία, είτε μαραίνονται σιγοβράζοντας μέσα σε καθαρή θλίψη· μπορεί απλώς να ακυρολεκτούν.

Η πλάνη του πολιτικού βιγκανισμού

Η χορτοφαγία ως αποχή από το κρέας και από την προαπαιτούμενη σφαγή έχει καταγωγή σύμφυτη με του homo sapiens. Οι όποιες επιπτώσεις της χορτοφαγίας στην υγεία λόγω της έλλειψης εκείνων των δύο αμινοξέων που δεν υπάρχουν στα αυγά και στα γαλακτομικά δεν είναι ενδεχομένως πολύ διαφορετικές από τις συνέπειες της μακροχρόνιας αποχής από το σεξ. Βεβαίως, η χορτοφαγία έχει σαφώς ευγενέστερα κίνητρα από τη μακροχρόνια αποχή από το σεξ, αν και συχνά εκφυλίζεται και η χορτοφαγία σε υπόθεση «καθαρότητας» και αποφυγής μιάσματος.

Η απόλυτη εκδοχή της χορτοφαγίας είναι ο βιγκανισμός, δηλαδή η αποχή από οποιοδήποτε διατροφικό ή άλλο προϊόν ζωικής προέλευσης. Την πρώτη μου βίγκαν τη γνώρισα στα 24, αν και η αυστηρή νηστεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας επιβάλλει τον βιγκανισμό για καμποσες μέρες τον χρόνο. Η φίλη μου η Σάρα Λ. δεν τρώει τίποτε ζωικής προέλευσης, δεν φοράει τίποτε δερμάτινο, αφού είναι προϊόν σφαγής, και δεν τρώει μέλι, γιατί το κλέβουμε από τις μέλισσες.

Σύντομα κατάλαβα ότι ο συνεπής και απαρέκκλιτος βιγκανισμος, σε αντίθεση με τη χορτοφαγία, αποτελεί δυνατότητα που μας προσφέρει ο τεχνικός πολιτισμός και οι σύγχρονες μέθοδοι στην τεχνολογία τροφίμων, κάτι που η Σάρα Λ. παραδέχτηκε ευθύς. Σέβομαι ωστόσο τον βιγκανισμό ως προσωπική επιλογή, και για εμένα το ζήτημα έληξε εκεί, όταν ήμουν 24 χρονών.

Την τελευταία δεκαετία ο βιγκανισμός προβάλλεται ως πολιτική επιλογή, ως ένα κίνημα ομόλογο του φεμινισμού, του αντιρατσισμού ή του αντιφασισμού. Φρονώ πως αυτή η εκδοχή του βιγκανισμού αποτελεί σοβαρή πλάνη.

Πρώτον, ο βιγκανισμός ως γενικευμένος τρόπος ζωής προϋποθέτει και εκτενή τεχνολογική υποδομή αλλά και ευμάρεια. Σε έναν κόσμο στον οποίο η κρίση επισιτισμού είναι διαρκής και κατά καιρούς σκοτώνει με γενοκτονικούς ρυθμούς, ο βιγκανισμός δεν μπορεί να συνιστά σοβαρή πολιτική επιλογή. Ωστόσο, στον βαθμό που πλασάρεται ως σοβαρή πολιτική επιλογή αφορά μόνον κάποιους προνομιούχους ή και πλουσιότερους κατοίκους του ανεπτυγμένου κόσμου, με πρόσβαση λ.χ. σε λαχανικά, φρούτα και ζαρζαβατικά 365 μέρες τον χρόνο. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν πρόκειται για πολιτική επιλογή που συντελεί στην απελευθέρωση και στην ευημερία της ανθρωπότητας στο σύνολό της: πελώριο μέρος της Νότιας Αμερικής, της Αφρικής αλλά και της Ασίας εξαρτάται από τα γαλακτοκομικά, τα θαλασσινά και τα αυγά για την επιβίωσή της — χωρίς καν να μιλήσει κανείς π.χ. για το κοτόπουλο ως πηγή «εύκολης» πρωτεΐνης.

Αντιλαμβάνομαι βεβαίως τη στυγερή βαρβαρότητα αλλά και τον ανθυγιεινό χαρακτήρα τής μαζικής βιομηχανίας κρέατος και αυτονόητα αναγνωρίζω την επιτακτική ανάγκη να ρυθμιστεί. Κατανοώ και ότι η βοδινομανία του δυτικού κόσμου αποστερεί από τον Τρίτο Κόσμο τη δυνατότητα να παράγει περισσότερο ρύζι, σιτάρι, πατάτες, κασάβα, καλαμπόκι κτλ. Δυστυχώς όμως, η ιδέα ότι η λύση στη λαχτάρα για μπέργκερ βρίσκεται στην αποστέρηση της ανθρωπότητας από τα ζωικά προϊόντα, έστω και ως όραμα, είναι εξίσου ταξικά μη ρεαλιστική, ανάλγητη και (αν ποτέ εφαρμοζόταν) καταστροφικη.

Πολιτική

Φασισμός

Υπάρχει ένα στοιχείο γνησιότητας στη λεγόμενη θεωρία των άκρων: ο φασισμός και ο ναζισμός αποτελούν τα αντιφάρμακα στα λαϊκά κινήματα: εμφανίζονται ως κατασταλτικά της επαναστατικής διάθεσης ή και αποφασιστικότητας που κατέλαβε τους μη προνομιούχους μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω ότι το αντιφάρμακο το χορηγεί η αστική τάξη ή οι κεφαλαιοκράτες στο σύνολό τους, ενδεχομενως γιατί υπάρχουν αστοί που δεν ασπάζονται τον ολοκληρωτισμό. Ο φασισμός είναι για την επανάσταση ό,τι ο Αντίχριστος για τον Χριστό στη χριστιανική εσχατολογία: μοιάζει με Χριστό, κάνει σαν Χριστός αλλά δεν είναι παρά η σκοτεινή και ατελής σκιά Του, η λατρεία του θανάτου.

Ως εδώ μια χαρά. Προχωράμε στο ζουμί: ο φασισμός και του 20ου και του 21ου αιώνα έχουν αναγνωριστεί ως χρήσιμοι αντιπερισπασμοί ή και αντίπαλα δέη, πάλιν και πολλάκις. Επίσης, έχουν αναγνωριστεί ως ο θάνατος της κοινωνίας και ως αφανισμός ανθρώπων. Όσοι δεν τον πολεμάνε τον φασισμό κι όσοι θέλουνε να ανοίξουνε διάλογο μαζί του προφανώς δεν αναγνωρίζουν τη χρήση του (να καθυποτάξει και να αφανίσει) και τις πασίγνωστες μεθόδους του. Οξυδερκείς αναλύσεις υπάρχουνε βεβαίως, το ζήτημα είναι κατά πόσον θέλουμε να τις αγνοούμε. Τέλος, κανονικοποίηση του φασισμού, ισαπεχισμοί και συμμετρίες ακόμα και ο υβριστικός για τη δεξιά ευφημισμός «άκρα δεξιά», παραγνωρίζουν το ότι δεν μπορεί να δίνεται βήμα στους φασίστες και, εν γένει, στους εχθρούς της ελευθερίας (του λόγου).

Η Αριστερά στις ξέρες

Είναι πια επώδυνα γνωστή η συνταγή και υφιστάμεθα πραγματικότατα τις συνέπειές της: άτολμοι αριστεροί που τα βάζουνε με κωλοπετσωμένους δεξιούς, πανίσχυρες ελίτ και πακτωμένους κεφαλαιοκράτες. Στο πρώτο στραβοπάτημα η χώρα βυθίζεται είτε στη χούντα είτε στη φαυλοκρατία.

Κάπως έτσι και η φάση ΣΥΡΙΖΑ: όπως κι αλλού, η Αριστερά το πάει λάου λάου (π.χ. ο Αλλιέντε δεν αποστράτευσε τον Πινοτσέτ όταν έπρεπε) και δεν έχει εναλλακτικά σχέδια συνήθως — ή έχει αλλά δεν κοτάει, όπως έγινε με τον ΣΥΡΙΖΑ πέρσι. Προσπαθεί δίψυχα να κάνει σοσιαλδημοκρατία μήπως και μετά περάσει σε τίποτε πιο βιτσιόζικο και ψαγμένο, αλλά καταλήγει να τα κάνει σαλάτα. Και σαλάτα σημαίνει δυστυχία, θάνατος και ΔΝΤ (ιδίως στη Λατινική Αμερική).

Και φυσικά οι αριστεροί έχουνε και τα ΜΜΕ εναντίον τους, τα οποία ακολουθούνε σταθερή γραμμή παντού: από τη Βρετανία του Μέρντοκ μέχρι τη Βραζιλία του Globo και από τις ΗΠΑ του Fox News μέχρι την Ελλάδα των εργολάβων. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί είναι αδίστακτοι, τολμούν και δείχνουν πυγμή, επειδή δεν λαϊκίζουν και επειδή βλέπουνε τον γκρεμό μπροστά μας (η πορεία προς τον οποίο είναι αυτοεκπληρούμενη προφητεία). Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι αριστεροί είναι στοχοπροσηλωμένοι και τολμούν, αποτελούν φανατικούς και επικίνδυνους οπαδούς του ολοκληρωτισμού. Σύμφωνα με τα ΜΜΕ, όταν οι δεξιοί κάνουν πίσω δείχνουν ρεαλισμό και σωφροσύνη ή αφουγκράζονται τη λαϊκή βούληση· όταν κάνουν πίσω οι αριστεροί ορρωδούν και κάνουν κωλοτούμπες κι είναι ανερμάτιστοι.

Παράδειγμα: Ξήλωμα στο στράτευμα από άνθρωπο των ΗΠΑ (Λατινική Αμερική), ή αστυνομοκρατία από συντηρητικό πρωθυπουργό (Βρετανία, Αυστραλία) ή κατάσταση έκτακτης ανάγκης από δεξιό κυβερνήτη (ΗΠΑ) είναι αναγκαία μέτρα, ενώ από αριστερό ηγέτη είναι σταλινισμός, αυταρχισμός και φίμωση.

Γιατί είναι τόσο γτπ η Αριστερά;

Αν μπορούσα να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση θα ήμουν ο Γκράμσης κι όχι ο Σραόσας. Αλλά θα ξεκινήσω με μια παραβολή. Πρόσφατα γνώρiσα εντελώς τυχαία το έργο του φωτογράφου Erich Grisar. Μεταξύ 1922 και 1933 ο Grisar φωτογράφιζε την εργατική τάξη της κοιλάδας του Ρουρ. Πρόκειται για φωτογράφο κλάσης των μεγάλων του Magnum, εντελώς σύγχρονό μας στη ματιά του. Πλησιάζει την εργατική τάξη χωρίς συναισθηματισμό, χωρίς πατερναλισμό και χωρίς εξωτικοποίηση. Από το έργο του απουσιάζει η πορνογραφία της φτώχειας αλλά και η εξιδανίκευση. Ο Grisar σαν ματιά πάνω στην εργατική τάξη δεν έχει καμμία σχέση ούτε με τα έπη από μπομπότα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού αλλά ούτε με τη φιλάνθρωπη ματιά του φωτορεπόρτερ για τα γούστα των αστών. Ταυτόχρονα, ο κόσμος που καταγράφει ο Grisar διαθέτει περηφάνεια και δυναμισμό που θα ξαναδούμε μεταξύ 1967 και 1973.

Και αναρωτιέται κανείς: τι πήγε στραβά; Εντάξει, το 1933. Μετά το 1945 όμως; Γιατί η «εργατική τάξη» έγινε μετωνυμία της δυστυχίας και της στέρησης και της κακομοιριάς; Γιατί πήγε η Αριστερά για βρούβες; Ενδεχομένως, πρωτίστως επειδή έπαψε να αναλύει την ταξική πραγματικότητα ανά πάσα στιγμή και σε κάθε συγκυρία ενώ παράλληλα επαναπαύτηκε στη μελέτη κι ερμηνεία των γραφών της και στις μαχμουρλίδικες βεβαιότητες του ντετερμινισμού, του «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη». Ενδεχομένως επειδή ανέλαβαν να την καθοδηγούν οι ταξικοί αποστάτες, κάποτε φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά από το ’50 και μετά οι τυπικοί αριστεροί, ιδίως στη gauche caviar: άνθρωποι που τους ενδιαφέρει το ζήτημα της κοινωνικής δικαιοσύνης όσο οι χορταστικές μερίδες αφορούν έναν σεφ που θέλει να χτυπήσει αστεράκι Μισελέν. Η Αριστερά έπαψε να είναι υπόθεση της εργατικής τάξης και εξελίχθηκε σε κίνημα στοχασμού, ενώ μεταμορφώθηκε σε σύστημα αρχών κυρίως αφηρημένων, όταν δεν είναι ιερατείο και θρήσκευμα, όπως το ΚΚΕ μας.

Ανίερες συμμαχίες

Λένε ότι η επαναστατική Αριστερά χαντακώνεται όταν αρνείται να συνάψει τις σωστες συμμαχίες και βεβαίως μαζί της χαντακώνονται κοινωνίες ολόκληρες. Ακούμε συχνά ατάκες «αν είχε συμμαχήσει το KPD με το SPD» κτλ. Ωστόσο, η έμφαση πρέπει να δοθεί στο «σωστές». Τον 19ο αιώνα οι πρώιμοι σοσιαλιστές στη Βρετανία συμμάχησαν με πρωτογονιστές, λουδίτες και εχθρούς της νεωτερικότητας, ώστε να την πέσουν στους καπιταλιστές: οι μεν γιατί επρόκειντο για τους νέους δουλοκτήτες, οι δε γιατί τους μαγάριζαν την green and pleasant land με τους satanic mills τους. Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: οι τεχνοφοβικοί καπέλωσαν και απορρόφησαν τους οπαδούς της κοινωνικής δικαιοσύνης.

Το έργο ξαναπαίζεται με τον φεμινισμό και τον πουριτανισμό: προκειμένου να πολεμήσουμε την πατριαρχία ας μείνουνε, ρε αδερφ@, 10 αρσενικά και 15 θηλυκά καυλωμένα ή κι αγάμητα (ναι, τα θηλυκά θα χάνουν πάντα), δεν βαριέσαι. Οι φεμινίστριες και οι φεμινιστές παίζουνε με την φωτιά βεβαίως: η σχεδόν ουσιοκρατική ταύτιση του σεξ με την εξουσία, της συνουσίας με τον βιασμό και του φαλλού με την τυραννία ενδεχομένως να εγκλείσει μελλοντικά την υπόθεση «φεμινισμός» στο κελάκι των δογμάτων μιας φράξιας πολιτικού λεσβιανισμού.

Ο πειρασμός της αθωότητας

 

Τα περισσότερα κινήματα ενδίδουν τελικά στον πουριτανισμό, τον οποίο αναγκαστικά αντιλαμβάνονται ως αγνότητα ή ως αθωότητα. Ο πουριτανισμός εγγυάται, έστω και ατελώς, ότι τα γυναικεία πάθη θα μείνουν εκτός πολιτικής και εκτός συζήτησης, ότι οι σύντροφοι ή συντρόφισσες και οι αδερφοί ή αδερφές δεν θα διασπάσουν την ενότητα του κινήματος ή της ομάδας λόγω ιμέρων και αμοιβαίων διεκδικήσεων ή ως αποτέλεσμα ατελέσφορων πόθων.

Ας υποκριθούμε λοιπόν όλοι ότι δεν έχουμε κολπικά υγρά, ότι δεν έχουμε κωλοτρυπίδες, ότι καμμιά ψωλή δεν θα σηκωθεί αν δεν γυρίσουν το κλειδί ο ΑΓΕΕΘΑ κι ο πολιτικός προϊστάμενός του, ότι οι γυναίκες καυλώνουμε από θαυμασμό, ότι όλοι καταρχήν το κάνουμε «κανονικά» με όποιον πρέπει και όταν πρέπει και κρυφά. Ακόμα και το παραμύθι της πατριαρχίας ότι οι άντρες είμαστε ζωώδη καυλοράπανα και οι γυναίκες εξαϋλωμένες (εκτός όταν δεν πρέπει) εξασφαλίζει μια κάποια τάξη ώστε να μπορεί εσωτερικά το κίνημα, σε ό,τι και αν αποσκοπεί, να στέκεται. Και τι ωραία που έχει μαδήσει τον πειρασμό της αθωότητας και την τάχα μου καθαρότητα της ανηδονίας η Ούρσουλα Λε Γκεν στο The left hand of darkness.

Γιατί τελικά υποκύπτουμε στον πουριτανικό ιδεασμό επειδή θέλουμε να νομίζουμε ότι το σεξ είναι πρωτίστως εξουσία και ότι, αν το περιχαρακώσεις, κατά κάποιον τρόπο τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα είτε θα γίνουν απλούστερα είτε θα λυθούν από μόνα τους: στη λεγόμενη αθωότητα πιστεύουν όσοι θέλουν η πολιτική να είναι απλή διαχείριση βάσει απλών αρχών και ο πνευματικός βίος ρητή διατύπωση και όμορφη διακόσμηση. Αλλά η διακόσμηση είναι υποκατάστατο της τέχνης και η ρητή διατύπωση η αρχή και μόνο του λόγου: ο πουριτανισμός μάς μικραίνει και μας περιορίζει τελικά.

Τι να κάνουμε;

Να συνεχίσουμε να προκαλούμε σε όλα τα πεδία, ξεκινώντας από το να προκαλούμε εαυτούς και αλλήλους.

Από τα δέντρα

Κάθομαι σε ένα καφέ και πίνω ένα δεύτερο σπριτς. Πριν περίπου μια βδομάδα κάτι συνάδερφοι μού είπαν ότι σπριτς πίνουν οι γκόμενες. Δεν με νοιάζει, ας πιω κι εγώ ό,τι πίνουν οι γκόμενες. Άλλωστε είναι νωρίς για οτιδήποτε άλλο και καφέδες πίνω από τις εφτά.

Κοιτάζω τα δέντρα έξω και χαλαρώνω. Αν δεν μπορώ να βλέπω ό,τι λαχταρώ, και μην πάει ο νους σας αποκλειστικά στα λαγνικά, προτιμώ να βλέπω δέντρα: λίγο για να σκέφτομαι τους πεθαμένους που τα φύτεψαν πριν δεκαετίες, λίγο για να τα καμαρώνω τα ίδια. Κυρίως γιατί είναι όμορφα. Ο κόσμος δεν είναι σύμβολο καμμιάς πραγματικότητας, δεν είναι σκιά του μέλλοντος ούτε λείψανο του παρελθόντος. Ο κόσμος είναι ο κόσμος (ή δάσος).

Σκεφτόμουνα ξανά ότι όσο σου λείπει εκείνο που σε τρώει, δεν μπορείς να χαρείς πολύ τα υπόλοιπα. Ίσως να μην μπορείς να τα χαρείς καθόλου τα υπόλοιπα. Όταν το αποκτήσεις εκείνο που σε τρώει, τότε όλα φωτίζονται. Φυσικά το θέμα είναι αν ξέρεις τι θες: αν είσαι σαν εμένα, και πάντα ξέρεις τι θέλεις, όταν δεν το έχεις ζεις μέσα στην οργή και την καντήφλα ή, χειρότερα, απλώς γυρνάς γύρω γύρω σαν τον διάολα και κακοποιείς τον κοσμάκη. Αν πάλι δεν ξέρεις τι θες, βασανίζεσαι.

Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους συντρίψει ή να τους θάψει ζωντανούς ο κόσμος. Και ναι, γυναίκες είναι συνήθως, αφού εμάς τους άντρες ο κόσμος μάς ενθαρρύνει να ακολουθούμε την ψωλή μας, πραγματική ή συμβολική, και να λέμε ότι we follow our heart. Νιώθω τρυφερότητα για ανθρώπους ευγενείς που σπεύδουν να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για εγωισμό και ανηθικότητα μόνο και μόνο επειδή δεν αφήνονται να τους ξεκάνει ο κόσμος· όμως να κοιτάξουνε γρήγορα να απαλλαγούν από αυτόν τον όλο φαρμάκι και ψέμα ιδεασμό τους πριν τους διαβρώσει και τους κουφώσει από μέσα.

Είμαι γενικώς υπέρ της κατανόησης και της υπομονής, άλλωστε τα δέντρα είναι όλο κατανόηση — ενώ για την υπομονή τους δεν το συζητάμε καν. Όμως καλύτερα να μην ανοίγει κανείς διάλογο με ψυχαναγκαστικούς και χειριστικούς ανθρώπους. Οι ψυχαναγκαστικοί και χειριστικοί άνθρωποι δεν διδάσκονται ποτέ από τα δέντρα: συνεπώς δεν ανέχονται ψεγάδια, ή έστω την υποψία τους, ούτε στους άλλους ούτε στον εαυτό τους. Είναι λοιπόν ικανοί να εξοντώσουν ψυχολογικά τον άλλο και να του φορτώσουν τα μύρια όσα προκειμένου να αυτοδικαιωθούν και να συνεχίσουνε να νιώθουν άμεμπτοι, ή τουλάχιστον σωστοί.

Είμαι δεν είμαι υπέρ της υπομονής και της κατανόησης, σε στιγμές αδυναμίας θέλω να στείλω όλους τους πασιβαγκρέσιβες της ζωής μου, οι πιο πολλοί από τη δουλειά, σε μια έπαυλη μεγάλη στη μέση ειδυλλιακού αλλά απομονωμένου τοπίου (στην Παταγονία π.χ.). Θέλω να ζουν εκεί όλοι μαζί πολυτελώς και να φτάσουνε σε 1-2 βδομάδες να παρακαλάνε να βρεθεί ένας νορμάλ άνθρωπος για να του πρήξουν και να του τσιγαρίσουνε τα τζιέρια· να μην τους βρίσκεται κανείς άνθρωπος νορμάλ κι έτσι να αναγκάζονται να βγάζουν το άχτι τους ο ένας πάνω στον άλλο. Μετά μου περνάει κι αυτή η έπειξη. Δηλαδή σιγά μην ασχολούνται τα δέντρα με κάθε βοριαδάκι.

Κι ἐσὺ ἀθάνατη, ἐσὺ θεία, ποὺ ὅ,τι θέλεις ἠμπορεῖς

Τίποτε λαμπρό και τίποτε αληθινό δεν γεννιέται στο φως της ημέρας.

Οι ελπίδες φέγγουν απόκοσμα ακριβώς εκείνη την ώρα τη νυχτερινή που έχουν χορταστεί οι πόθοι και οι ταμιευμένες επιθυμίες.

Η τροχιά της φεγγαροντυμένης είναι ταυτολογικά νυχτερινή: στον ουρανό ή καθρεφτισμένη πάνω σε νερά σχεδόν ασάλευτα ή και ως επιφάνεια στην άκρη μιας λεωφόρου που γαληνεύει κι ακινητεί αφύσικα.

Η ανάσταση είναι κάτι που συμβαίνει πριν τον όρθρο τον βαθύ, την ώρα του λύκου, την ώρα της ελάχιστης θερμοκρασίας και ενώ πίσω από κλειστά βλέφαρα παίζονται όνειρα αλλά και οι πειστικότεροι εφιάλτες.

Η ελευθερία είναι κι αυτή μια donna velata που θα αποκαλυφθεί εντελώς υλικά, γυμνή κι ιδρωμένη με τα μάτια να μαρμαίρουν και με το δέρμα να λευκάζει στο σκοτάδι, με τον κόλπο της υγρό, την ώρα που το σκοτάδι είναι βαθύ και που τα παιδιά ησυχάζουν κουρασμένα από το κλάμα.

Η ελευθερία αναδύεται μέσα από το πέλαγος του ασυνείδητου ηριγένεια κι αθόρυβη. Το βήμα της είναι ελαφρύ και όταν μιλάει σχεδόν γελάει ήσυχα. Δεν τη στεφανώνουν ήλιοι και φεγγάρια ηλεκτρικά αλλά αστέρια που αναγαλλιάζουνε και ταπεινές φωτεινές επιγραφές. Τρώει κάτι για μετά το ποτό, αν και δεν πίνει πολύ, κι έτσι έχει άλλοθι να σε κοιτάζει. Η ελευθερία σε κοιτάζει κι εσύ κοιτάς αλλού, γιατί δεν χρειάζεται καθόλου να την αντικρύζεις: όταν είναι κοντά σου σε καταυγάζει.

Όμως η ελευθερία δεν είναι η mulier amicta sole της εφηβείας μας για την οποία διαβάζαμε στον Έκο και στη θεία Γραφή και στη Χαλιμά. Είναι ανεπαίσθητη. Η ελευθερία δεν έκανε μεγάλες θριαμβικές εισόδους με αστροπελέκια και τέτοια. Έλυσε το πουκάμισό της κι αμέσως το ξανάδεσε μετά, βεβαιώθηκε ότι θα συναντήσεις το βλέμμα της και ας το αποστρέψεις μετά: όποιος αντίκρυσε την ελευθερία ούτε σφραγίζεται ούτε χαράζεται, παρά αλλάζει και δυναμώνει και απλώνει κλαδιά και δένει καρπούς σιγανά κι ανεπαίσθητα, σχεδόν αρρίγητα.

Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος, θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο για την ελευθερία. Μέσα στη νύχτα δεν βλέπει την αρχή για κάτι καινούργιο και δεν διανοείται καμμιά ανάσταση, ενώ κάθε ίνδαλμα της ελευθερίας το νιώθει προϊόν αλκοολικής χαράς, φαντασία ερωτική ή μνήμη μισοξεχασμένη παλιών και αδιανόητων εικονισμάτων της πρώτης νιότης του. Όποιος πείστηκε ότι είναι δούλος κινδυνεύει να πιστέψει ότι νύχτα είναι μόνο το σκοτάδι, να μην αντιληφθεί ποσώς το ανάερο πέρασμα της ελευθερίας από δίπλα του.

Μέσα στη νύχτα ξυπνάς, από εφιάλτη ενδεχομένως, και ξέρεις ότι δίπλα σου είναι εκείνη και θα σηκωθεί πριν καν χαράξει και θα σε κοιτάξει και ακούς που ανασαίνει και τα μαλλιά της κοιμούνται στο μαξιλάρι και ξέρεις ότι αυτή είναι η ελευθερία και ότι τώρα, που εσύ νομίζεις ότι είναι η ώρα της αστραπής, δεν υπάρχει τίποτε παρά η ψιθυριστή ησυχία της πόλης και το κίτρινο φως της. Αντιλαμβάνεσαι τότε επιτέλους αυτό που καιρό ένιωθες: ότι είσαι άξιος για την ελευθερία, ότι δεν είναι όλα φόβος και θλίψη, ότι η ζωή σου ξαναρχίζει τώρα για ακόμα μια φορά, ότι επιτέλους θα πάψεις να γίνεσαι ο εαυτός σου γιατί θα είσαι πια ελεύθερος.

Φωτογραφία: Classic torso (1952) της Ruth Bernhard

Θεσσαλονίκη

Είναι μια πόλη που με μπερδεύει. Όχι με δυσάρεστο τρόπο, αλλά με μπερδεύει.

Κάποιες φορές μού φαίνεται στενή, σκονισμένη κι όλο θόρυβο: με πνίγει και θέλω να πάω πίσω στην Αθήνα.

Άλλες φορές με κάνει να νιώθω χαρά σχεδόν παιδική.

Τελικά μου αρέσει γιατί, σαν την Αθήνα, έχει κρυμμένες χάρες μέσα σε απροσδόκητες γωνιές κι εσοχές. Εντελώς απροσδόκητες. Κάνεις μια έτσι, στρίβεις σε μια γωνία και τσουπ! Κάτι μαγικό και καλοδεχούμενο. Η πρώτη ανάγνωση της Σαλονίκης δεν αποκαλύπτει και τίποτε συναρπαστικό. Στις επαναλήψεις βγαίνουν όλα. Ιδίως ο κόσμος της.

Την πρωτοπάτησα 24 χρονών, ψαρωμένος που δεν είχα ζήσει εκεί τη φοιτητική ζωή μου — όπως ήταν απαραίτητο για οποιονδήποτε νέο ήθελε να κάνει κάτι σπουδαίο και ελαφρώς εναλλακτικό στη ζωή του, τότε, το μακρινό 1997. Σεξ, U2, σάντουιτς με γύρο, μετά πίσω στο τραίνο.

Ξανάρθα την επόμενη χρονιά, με τον πατέρα μου αυτή τη φορά, που είχε να δει την πόλη από τις αρχές της δεκαετίας του ’60. Πήγαμε στη ‘Μυροβόλο Σμύρνη’, δεν του άρεσε το φαΐ όσο τότε, πήγε να δει τη θεια του τον Βορρά, διανυκτερεύσαμε σε έναν γαμιστρώνα στο Βαρδάρι προς 7.000 τη βραδιά.

Έκτοτε έχω ξαναπάει καμμιά ντουζίνα φορές. Όπως είπα, κάθε φορά είναι αλλιώς, διαφορετική. Η Σαλονίκη είναι από τις πόλεις όπου οι ξένοι έρχονται για να αναγνωρίσουν κάτι συγκεκριμένο: σλάβοι ντουγρού στα βυζαντινά και τις ορθοδοξίες, ισραηλινοί για ίχνη σεφαραδίτικα, Τούρκοι γιατί «μοιάζει με την Πόλη», χωριάτες για ψώνια κτλ. Δεν είναι πόλη για βόλτα, δεν είναι από τις πόλεις όπου θα περιπλανηθείς άσκοπα: καλό είναι να πηγαίνεις κάπου συστημένος, αλλιώς σε περιμένει πολλή ανηφόρα. Άσε που είναι γεμάτη παπάδες και μοναχούς. Παπαδιστάν σκέτο, αθωνοκρατούμενο· στην ψυχή, λέμε.

Έχει όμως εκτυφλωτικές γυναίκες, ωραίες και θεωρητικές και λιμπιστερές. Πολλές φορές στέκομαι και τις κοιτάζω να περνούν, ενεός κι αγγελοκρουσμένος με μούτρα μαλάκα Μπενίνι.

Δύο πράματα με συναρπάζουν στη Θεσσαλονίκη: η εμμονή των Σαλονικιών με τη γενεαλογία ως συστατικό της ταυτότητας του καθενός, παρότι είναι η πόλη όπου ήρθαν οι -ογλούδες και οι -όβοι κι έγιναν κυρίως -ιδαίοι. Στην Αθήνα είσαι αυτός που είσαι, κάποιος ή κανείς, στη Θεσσαλονίκη σε ακολουθεί η γενεαλογία σου: είσαι Πολίτης, Πόντιος, Μπαγιάτης ή, αν είσαι Άρης, είσαι κι ολίγον Εβραίος. Μαυραγορίτης και δοσίλογος και ρουφιάνος δεν είναι κανείς, πάντως.

Το δεύτερο που με συναρπάζει είναι η κουβέντα για την «ερωτική» Θεσσαλονίκη. Μάλλον αθηναϊκή μαλακία. Γιατί ερωτική; Ενδεχομένως από τον καιρό που έρχονταν οι πικραμένοι, πολλοί Αθηναίοι ανάμεσά τους, για να γαμήσουν; Επειδή είχε πολλούς τουρκόσπορους, οι οποίοι, ως γνωστόν, ήταν εξώλης και προώλης και σέξι επειδή πλένονταν κάθε Σάββατο κι όχι κάθε Πασχαλιά; Οφείλω να ξαναομολογήσω ότι η Σαλονίκη η μόνη πόλη του στην οποία έχω πάει όπου σχεδόν κάθε γυναίκα που περπατάει στον δρόμο έχει κάτι ελκυστικό και περιπόθητο, κάτι διαφορετικό και με τον δικό της τρόπο η καθεμία. Μας το είχε πει και ο Ψωμιάδης στο περίπου, άλλωστε, όμως αυτή είναι μια ξεχωριστή ιστορία.

Μνήμη θανάτου

στη Μαρία Κενανίδου, με πολλές ευχαριστίες

Τα κανάλια του λαϊφστάιλ είναι γεμάτα εκπομπές σχετικά με την επιβίωση. Δεν είναι τυχαίο, αφού η επιβίωση και η αποθέωσή της θεματικά διατρέχουν το αμερικάνικο σινεμά. Βλέπουμε εκπομπές με σκληρούς άντρες που επιβιώνουν στην τάιγκα, σκληρά ζευγάρια που επιβιώνουνε γυμνά σε τροπικά ερημονήσια, βλέπουμε και τον Bear Grylls να επιβιώνει παντού. Όλοι αυτοί φτιάχνουνε καταφύγια, παλεύουνε με σαρκοβόρα, τρώνε σκορπιούς και κάμπιες, φτιάχνουνε καταφύγια, κυνηγούν σκιούρια και μυρμηγκοφάγους κτλ.

Σε πολλές από αυτές οι εκπομπές η μοναχική επιβίωση θεωρείται το απαύγασμα του πρωτογονισμού, σχεδόν προβάλλεται ως η αρχέγονη κατάσταση του ανθρώπου, την οποία έχει αλλοιώσει ο πολιτισμός κτλ κτλ κτλ. Βεβαίως αυτό είναι πλάνη: ο πρωτόγονος άνθρωπος, όπως και ο σύγχρονος, όταν βρεθεί μονάχος πεθαίνει. Και δεν χρειάζεται καν να αναμετρηθεί με αράχνες, αμμοθύελλες, κουνούπια κι ορμητικά ποτάμια: όταν βρεθεί μονάχος πεθαίνει.

Ως μονήρης άνθρωπος, που απολαμβάνει την ησυχία και το ημίφως και εργάζεται ιδανικά μέσα τους, αντιλαμβάνομαι πλήρως την ανάγκη για μόνωση. Και όντως, αν είσαι γεμάτος και ξέρεις ότι οι δικοί σου άνθρωποι είναι καλά και βρίσκονται κάπου καλά και δεν σου λείπουνε, δεν αισθάνεσαι πάντοτε μοναξιά. Όμως είναι πλάνη η ιδέα ότι είμαστε μόνοι στην αρχέγονη κατάστασή μας, ότι αποτελούμε μονάδες που σε δεύτερο χρόνο επιλέγουμε να συναγελαστούμε με τους άλλους. Εικάζουνε μάλιστα μερικοί ότι αναπτύξαμε γλώσσα επειδή ήμασταν κοινωνικό είδος και ότι χάρη σε αυτό το εξελικτικό γεγονός (προϊόν φυσικής επιλογής ή παρενέργεια άσχετων μεταλλάξεων) μπορούμε και σκεφτόμαστε. Μπορεί να είναι και έτσι. Σαφώς οι πρόγονοί μας και τα πρωτεύοντα ξαδέρφια μας είναι κοινωνικά ζώα, όμως σημασία έχει ότι οι άνθρωποι κοινωνικά ευτυχούμε και όχι αλλιώς.

Μιλώντας για σκέψη, θεμέλιο της πλατωνικής σκέψης και αγαπημένο τσιτάτο όσων την ξεσήκωσαν είναι η μνήμη θανάτου. Για αιώνες, η μνήμη θανάτου έγινε ο άξονας του στοχασμού μας. Η μνήμη του δικού μας θανάτου: με αυτή μας παραμυθιάζουν κάποιοι μονοθεϊσμοί και μας απειλούν άλλοι, με αυτή μας αφιονίζει κάθε ηδονισμός της πλάκας και μας τσιτώνουν οι ευλογοφανείς μηδενισμοί και κυνισμοί. Κι όμως, η αρχή της σοφίας δεν είναι να θυμάμαι εγώ ότι εγώ θα πεθάνω. Στη χειρότερη περίπτωση η μνήμη του δικού μου θανάτου είναι πνευματικό γκρανγκινιόλ, ενώ στην καλύτερη μαστούρα ανελέητη που σου προκαλεί η ενατένιση του τέλους της δικής σου ύπαρξης.

Η αρχή της σοφίας είναι να θυμάμαι ότι οι άλλοι, οι δικοί μου, θα πεθάνουν ή ότι πέθαναν. Αυτή είναι η μνήμη θανάτου που έχουμε ανάγκη για να γίνουμε πνευματικά όντα αλλά κανένα σύστημα ιδεών και πεποιθήσεων δεν την επικαλείται, παρά πασχίζουν όλα τους να την καταπνίξουν με παραμύθια, παραμυθίες και παρηγοριές — προσμένοντας τη λήθη του θανάτου που βαφτίζουμε «αποδοχή«.

Αν το να θυμάσαι τον θάνατο των άλλων, όσων αγάπησες, είναι η αρχή της σοφίας, ποια είναι η συνέχειά της; Ο πόνος; Με τίποτα: σε γδέρνει, σε διαβρώνει και σ’ αδειάζει. Η αποταγή και η απάθεια; Όχι, ούτε, αφού είναι άρνηση, απώθηση κι οργή μασκαρεμένες σε γαλήνη.

Συνέχεια και μαθητεία στη σοφία παρέχει η μνήμη της ευτυχίας, η ανάμνηση των μικρών οργασμικών θανάτων και όλων όσων μας έφεραν μέχρι αυτούς· είναι τα λεπτά ανοχύρωτης γυμνότητας στα οποία υπήρξαμε ελεύθερα γυμνοί και μετά από τα οποία σκεπαστήκαμε και ντυθήκαμε λόγω ψύχρας ή λόγω ρολογιού· είναι η άκρα σιωπή με τους ανθρώπους που αγαπήσαμε ή που, έστω, συντονιστήκαμε μαζί τους για μια βραδιά, μια εβδομάδα, μια τριετία ή μιας ζωή. Είναι η ανάπαυση ανάμεσα στους άλλους, τους δικούς μας άλλους.

Οι χαρές μας είναι η μόνη μας δύναμη. Κι έτσι, ενώ πολλοί βικτωριανοί και νεοβικτωριανοί του σήμερα αναρωτιόντουσαν κι αναρωτιούνται πώς μπορεί να συμβιβάζεται η αρετή ή η «καλοσύνη» και το να είσαι σεξουαλικά ενεργός, σήμερα πια ξέρουμε ότι ο δύσκολος συμβιβασμός είναι μεταξύ καλοσύνης και του να έχεις εξουσία. Κι όσοι το ξέρουμε αυτό ξέρουμε ότι ο θησαυρός μας είναι οι άλλοι: οι αρπαχτές, οι έρωτες, τα ταίρια, τα παιδιά, οι φίλοι, οι γονείς, οι συνεργάτες, οι συνοδοιπόροι. Αυτοί είναι ο δρόμος μας προς τη σοφία, αυτοί είναι το έρμα μας, αυτοί είναι οι μόνοι χορηγοί κάποιας γεύσης αθανασίας.

Ο σιωπηλός ο άνθρωπος

Άραγε εμείς που διστάζουμε να πούμε ανοιχτά, με θράσος και με ευφράδεια, τι αισθανόμαστε, εμείς που σφιγγόμαστε κάπως και που μας διακρίνει αυτό που λένε restraint, εμείς άραγε δεν νιώθουμε τόσα πολλά τόσο βαθιά όσο οι φαφλατάδες και οι αερολόγοι και οι μεγαλαυχούντες;

Μήπως το ότι δεν θέλουμε να κοπρίσουμε τον κόσμο με ακόμα περισσότερο μπούλσιτ και με λόγια μεγάλα και σάπια συνεπάγεται το ότι δεν μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας; Θα τολμάγατε να πείτε ότι δεν έχουμε συναισθήματα ή, έστω, ότι δεν είναι τρικυμιώδη, αβυσσαλέα ή και τα δύο; Νομίζετε πως είμαστε ρηχοί κι ακίνητοι, κατοπτρικές λιμνοθάλασσες;

Άραγε νομίζετε ότι έχουμε περιορισμένο πεδίο εμπειρίας, φτωχό vécu και αρετή που καταπνίγει την τόλμη μας; Πιστεύετε πράγματι ότι τα έχουμε όλα συμμαζεμένα και τακτοποιημένα, όλη την — κατά τη γνώμη σας — μινιμαλιστική διακόσμηση της ψυχής και της λαχτάρας μας;

Είστε τόσο εθισμένοι στους ψευτοσαιξπηρικούς μονολόγους, σε βλέμματα στοχευμένα και ζυγοσταθμισμένα μπροστά σε καθρέφτες, σε μεγάλες θεαμάτικες εκρήξεις; Θεωρείτε ότι ο πόνος σφυροκοπάει και η απελπισία κραυγάζει; Ότι αυτό ξέρουνε να κάνουνε και μόνο;

Είπε ο Ουίλλιαμ Μπλέικ: Those who control their passions do so because their passions are weak enough to be controlled (Όσοι τιθασεύουν τα πάθη τους το καταφέρνουν επειδή τα πάθη τους είναι αρκούντως αδύναμα). Κι εγώ λέω: Άντε και γαμήσου, Ουίλλιαμ Μπλέικ, που έβλεπες αγγέλους να καβαλάνε τα κλαριά των δέντρων: ο σιωπηλός ο άνθρωπος ζει μέσα του το διαρκές αγγελόκρουσμα.

Ερωτικές συμβουλές σε νέους άντρες

italians
Σεξ

  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι. Εκτός και εάν έχετε συμφωνήσει μαζί της από πριν ότι το «Βύρων Πολύδωρας» σημαίνει όχι — ή όποιο άλλο safe word.
  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι. Τι σημαίνουν τα άλλα; Ό,τι σας φωτίσει ο θεός.
  • Το «όχι» της γυναίκας σημαίνει όχι και αν ακόμη αμφιβάλλετε είστε λίγο σκουλήκι και σόρυ.
  • Μην ντρέπεστε. Δηλαδή να ντρέπεστε μόνον αν υπήρξατε μαλάκας και να το παραδέχεστε στα ίσια, χωρίς «αλλά» και «όμως» μετά. Όλοι εκτιμούν μία στεγνή συγγνώμη, ιδίως αν υπήρξατε μαλάκας.
  • Όλοι έχουμε υπάρξει μαλάκες.
  • Μη στέλνετε dick pic εκτός και αν έχει πολλή φωτογένεια, που σημαίνει ότι είναι ή σπάνια ή κλεμμένη από το πορνχάμπ. Μη στέλνετε dick pic με το Kalispera: Τέλος.
  • Είστε καλός εραστής αν αυτό που είστε, έχετε ή κάνετε αρέσει στη συγκεκριμένη γυναίκα (ή άντρα). Δεν είναι απαραίτητο να αρέσει. Ναι, ακόμα και αν την έχετε τόση (και έχει και φωτογένεια). Ναι ακόμα και αν τελειώνετε αύριο. Ναι, ακόμα και αν ξέρετε κάτι κόλπα ζόρικα. Ναι, ακόμα και αν… Από την άλλη, μπορεί να αρέσει (πολύ) αυτό που εσείς θεωρείτε χάντικαπ.
  • Μην περιαυτολογείτε ποτέ περί τη λαγνουργία (το γαμήσι και τις επιδόσεις σας σε αυτό, ντε). Όταν σας παινεύουν, και δη τίποτα πρώην, ξεπεράστε τον έπαινο και δείτε μπας και παίζει επανασύνδεση. Πάντως μη μένετε στον έπαινο για το πόσο καλός εραστής είστε, μην τον αναγνωρίζετε, αποδεχτείτε τον σιωπηλά και προχωράτε παρακάτω.
  • Το αρεσούμενο του ανθρώπου, το καλύτερο του κόσμου. Μην κρίνετε τα γούστα ή το τι καυλώνει την άλλη ή τον άλλο. Αν δεν γουστάρετε κάτι, πείτε το ή δείξτε το. Αλλά μην κρίνετε. Τα «πουτάνα» και τα «ξέκωλο» και τα «ψώλα» και τα «ανώμαλη», αν δεν λέγονται καυλιάρικα στην κλινοπάλη, τα λένε κάτι γυμνοσάλιαγκες και σόρυ.
  • Η ζωή δεν είναι τσόντες. Αλλά οι τσόντες περιέχουν χρήσιμες ιδέες.
  • Μην κάνετε καμάκι με ατάκες σακάτικες («δεν μου σηκώνεται», «έχω πρόβλημα», «δεν ξεπέρασα ποτέ τη Μαρίκα», «την έχω μικρή», «έχω να το κάνω από τους Ολυμπιακούς του Λονδίνου») τάχα για να σας λυπηθούν: αν την πέφτετε με τέτοιες ατάκες είναι πιθανόν ότι ήδη σας έχουνε λυπηθεί για λόγους άσχετους.
  • Μην καταπιέζεστε. Αν είστε μαλάκας και καταπιέζεστε (μάλλον απίθανο), γιατί να μάθουν οι άλλοι αργότερα ότι είστε μαλάκας; Ε; Ας παραγνωριστούμε μια ώρα αρχύτερα.
  • Μην καταπιέζεστε. Αν δεν είστε μαλάκας και καταπιέζεστε (το πιο πιθανό), τζάμπα καταπιέζεστε. Κρίμα δεν είναι;
  • Να είστε κύριος. Που δεν σημαίνει σεξιστικά κυριλίκια ή ζαμπουνιές, παρά να είστε άνθρωπος. Τελεία.

Σχέσεις

  • Αν δεν είστε έτοιμος για σχέση, δεν είστε έτοιμος για σχέση.
  • Αν δεν ξέρετε αν είστε έτοιμος, μπορεί και να είστε. Μπορεί και όχι.
  • Αν είστε έτοιμος για σχέση, είστε και άνω των 35 και πολύ ερωτευμένος. Μεγαλύνθητι ως οι κέδροι του Λιβάνου.
  • Στη συμβίωση ο καθένας θα αναλάβει κάποιους τομείς. Όσο μεγαλύτερη αλληλεπικάλυψη τομέων υπάρχει, τόσο πιο εύκολη θα είναι η συμβίωση.
  • Προσωπική άποψη: κάθε άντρας πρέπει να ξέρει να σιδερώνει τα πουκάμισά του (έστω και χάλια, όπως εγώ) και να κάνει λαμπίκο τον καμπινέ του προτού συμβιώσει.
  • Μην είστε μαλάκας. Όταν είστε, να ζητάτε στεγνή συγγνώμη.
  • Μη ζητάτε συγγνώμη μόνο και μόνο για να σταματήσει η άλλη ή ο άλλος να σας ζαλίζει.
  • Δεν είστε το γιουσουφάκι κανενός (εκτός και αν είστε της BDSM κοινότητας — καταλαβαίνετε τι λέω) και δεν είστε Πυγμαλίωνας κανενός.
  • Αντίθετα με το τι έλεγαν οι παλιοί, η σχέση δεν είναι συμβιβασμός. Συμβιβασμός είναι το συναινετικό διαζύγιο.
  • Το πήδημα είναι το θεμέλιο της σχέσης. Αλλά τα κτίσματα δεν είναι σκέτο θεμέλιο.
  • Να ζηλεύετε. Να θυμώνετε. Αλλά να μη σας καβαλάει ούτε η ζήλεια, ούτε ο θυμός.
  • Ποτέ δεν ψαχουλεύετε τα πράγματα της άλλης ή του άλλου. Ποτέ. Αν το διαπράξετε, να κάνετε ότι δεν το διαπράξατε ποτέ. Ούτε να χρησιμοποιήσετε ποτέ σε συζήτηση όσα ανακαλύψετε για επιχείρημα.
  • Διάλογος και μόνο διάλογος. Και ακόμα και όταν αποτυγχάνει, πάλι διάλογος.
  • Αν θέλετε να τα κάνετε όλα παρέα, ετοιμαστείτε είτε για πάρα πολύ σύντομη είτε για βασανιστική κι ατελείωτη σχέση.
  • Η αμερικάνικη απόλυτη ειλικρίνεια είναι για αμερικάνικες σίτκομ. Στον πραγματικό κόσμο υπάρχει και η σιωπή, ενώ επιβάλλεται ο σεβασμός. Υπάρχει και η επίγνωση ότι η άλλη ή ο άλλος δεν είναι κτήμα μας.
  • Στα δέκα χρόνια το αργότερο θα αισθανθείτε διαθέσιμοι. Οπωσδήποτε. Μην το αρνηθείτε και μην το αγνοήσετε, διαχειριστείτε το. Ή ακολουθήστε το.
  • Αν μπλέξετε με παντρεμένη ή παντρεμένο, καλό κουράγιο, καλή ψυχραιμία, καλή σοφία — και καλό παράδεισο, ενίοτε. Πρόκειται για την πιο πολύπλοκη μορφή ερωτικής σχέσης.
  • Αν λαχταράτε το «για πάντα», χτίστε αντισεισμικά κι ετοιμαστείτε για το χειρότερο. Βεβαιωθείτε ότι όντως λαχταράτε το «για πάντα» και ζωή να ‘χετε να το ξανασκεφτείτε, αν χρειαστεί.

Άντρες

Άραγε γιατί σαλτάρουν οι άντρες τόσο πολύ τώρα τελευταία; Κι αν με ρωτήσετε γιατί μιλάω για τους άντρες, η απάντηση είναι απλή: άντρας είμαι, για τους άντρες μιλάω.

Τι εννοώ ότι σαλτάρουν οι άντρες; Εννοώ ότι ανοιχτά και ξεδιάντροπα πλέον φέρονται σκατά στις γυναίκες μέσα στις σχέσεις και πριν τις σχέσεις και μετά τις σχέσεις και εκτός σχέσεων. Εννοώ ότι λίγοι πια φέρονται σαν κύριοι. Και με το «κύριοι» ποσώς νοσταλγώ παλιοκαιρίσια πατριαρχία ή αστικές αβρότητες κι υποκρισίες (π.χ. χειροφιλήματα στις κυρίες και κλωτσιές στις πουτάνες). «Φέρομαι σαν κύριος» σημαίνει πρώτα πρώτα συμπεριφέρομαι με στοιχειώδη ευγένεια, με κατανόηση και με ενσυναίσθηση, όση επιτρέπει το ενδεχόμενο πάθος έστω. Εννοώ ότι φτύνουν εκεί που γλείφουν και όχι με τρόπο λάγνο και διεγερτικό. Οι άντρες πια έχουμε αναλάβει τον ρόλο που παλιά είχαν οι φαρμακόγλωσσες, οι γκιόσες και οι στρίγγλες: να καταγγέλλουμε την «πουτανιά» όποιας δεν μας κάνει, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν δεν μας κάνει.

Γιατί όμως;

Μέχρι πριν 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο από θηλυκά μόνον η Μητέρα στεκόταν ως ένα κάποιο αντίπαλον δέος απέναντι στην αντρική εξουσία. Οι γυναίκες όφειλαν είτε να συμμορφώνονται είτε να κρύβονται καλά. Αυτές που κρύβονταν καλά δημιουργούσαν, κατά την ωραιοποιητική κι εξιδανικευτική διατύπωση κάποιων θεωρητικών του κοινωνικού φύλου, «μικρούς χώρους ελευθερίας» — περίκλειστους βεβαίως. Η γυναίκα ήταν υπό, που λέμε. Και όφειλε να είναι υπό.

Ωστόσο, εδώ και 40-50 χρόνια στον Δυτικό Κόσμο, οι άντρες αναμετριόμαστε και με ελεύθερες γυναίκες. Γυναίκες που ορίζουν τα εισοδήματα, τις ζωές, τους εαυτούς και τις ορέξεις τους περισσότερο από όσο οι γυναίκες από καταβολής πατριαρχίας — αν και όχι αρκετά. Οι γυναίκες έχουνε γνώμη και λόγο, έστω και αν φιμώνονται ακόμη. Πολλές γυναίκες δεν τα περιμένουν όλα από εμάς και δεν περιορίζονται στους ρόλους που εκάστοτε διανέμουμε στην καθεμία από αυτές: μάνα, τροφός, νοσηλεύτρια, πόρνη, μαγείρισσα, οικονόμος, μάγισσα, μαντείο.

Οι γυναίκες λοιπόν μπορούν πια να διεκδικήσουν ελευθερία. Οκέι, σε κάθε στάδιο του βίου, δημόσιο και ιδιωτικό, ξεκινούν 400 μέτρα πίσω από τους άντρες αντίστοιχων προσόντων, ικανοτήτων και προδιαγραφών. Όμως πια είναι ελεύθερες, πιο ελεύθερες έστω, έστω σε ένα μικρό μέρος του Δυτικού Κόσμου, έστω μέσα σε ένα σμικρότατο χρονικό πλαίσιο.

Η ελευθερία των γυναικών εκνευρίζει πάρα πολλούς άντρες, εκείνους που πλήρως ταυτίζονται με τα ιδεώδη της πατριαρχίας τουλάχιστον. Τα όπλα των αντρών είναι γνωστά: η ταύτιση της ελευθερίας με την πουτανιά και, αν χρειαστεί, η ταύτιση αυτής της πουτανιάς (όπως και αν εκφράζεται: υπέρμετρη επιθυμία, πολυγαμία, απροθυμία για γάμους και μητρότητες) με κάποιου είδους ψυχολογική αναπηρία, τώρα που η καύλα δεν έχει πέραση για αμαρτία.

Η ελευθερία των γυναικών αναστατώνει τους άντρες, που είμαστε ξέρω γω 70% κατασκευές της πατριαρχίας και 30% αρσενικοί άνθρωποι, με τον τρόπο που οι σπουδαγμένοι αποικιοκρατούμενοι έβαζαν τους αποικιοκράτες σε σκοτούρες: τι να τους κάνεις δαύτους; Αντίστοιχα προβληματιζόμαστε τα αρσενικά: ναι μεν δεν θέλουμε να τις ευνουχίσουμε, αλλά πασχίζουμε να έχουμε την αποκλειστική επικαρπία της λίμπιντό τους. Κι όσο αυτό δεν γίνεται να το πετυχαίνουμε πάντοτε, γιατί και οι γυναίκες είναι άνθρωποι με αυτεξούσιο και δικά τους όνειρα, χούγια και γούστα, σαλτάρουμε. Και έτσι τους φερόμαστε σαν μαλάκες: πότε παριστάνοντας τους πατεράδες και τους πυγμαλίωνες, πότε με καθαρή εξουσιαστική βία, πότε παριστάνοντας τις γκιόσες όλο κουτσομπολιά και λαχτάρα να πομπέψουμε.

Και τι να κάνουμε οι άντρες; να καταργήσουμε το πάθος και την κτητική λύσσα του, ναούμ; να γίνουμε μεγαλόψυχοι κερατάδες; να μη σκεφτόμαστε εμμονικά ότι δεν είναι παρθένες όσες είναι μαζί μας; να χαιρόμαστε που είμαστε μαζί τους αντί να μετράμε τους πρώην και τους επόμενούς τους και τα εκατοστά των ψωλών τους; τι πρέπει να κάνει κι ο άντρας ο λευκός ο στρέιτ, που είχε το 90% των προνομίων κι έχει ξεμείνει στο 85%;

Η γνώμη μου είναι, κι είναι η γνώμη μου και μόνο, ότι υπάρχει κάτι πολύ δυνατό και ζωογόνο στο πάθος, στην αφοσίωση χωρίς προϋποθέσεις. Και δεν μιλάω για ισόβια δεσμά και τέτοια, μιλάω για το να μη θέτεις στο πάθος όρους και προϋποθέσεις (π.χ. την προϋπόθεση της μονογαμίας, αλλά όχι μόνο). Μιλάω για το να μη σε βασανίζει η προοπτική της μακράς διαρκείας αλλά να την αφήνεις να ξεδιπλωθεί από μόνη της, εάν πρέπει και εάν μπορεί να εκδηλωθεί. Άλλωστε με το στανιό μόνον ο σωφρονισμός λειτουργεί και με τον πειθαναγκασμό σχεδόν τίποτε. Αλλωστε η καύλα είναι το τυράκι που μάς φέρνει κοντά αλλά το σεξ από μόνο του δεν μπορεί να μας κρατήσει μαζί. Άλλωστε το «βλέποντας και κάνοντας» είναι σαφώς καλύτερη μέθοδος από τα αμέτρητα ματαιωμένα LFE του κόσμου τούτου.