"Sraosha is Ormazd's messenger. He delivers revelations, shows men the paths of happiness, and brings them the blessings which Ormazd has assigned to their share. Another of his functions is to protect the true faith. He is called, in a very special sense, "the friend of Ormazd," and is employed by Ormazd not only to distribute his gifts, but also to conduct to him the souls of the faithful, when this life is over, and they enter on the celestial scene." George Rawlinson The Seven Great Monarchies Of The Ancient Eastern World, Vol 3.
Σκεφτόμουν το πρωί κάποια πράγματα, μέσα στη θολούρα του ξυπνήματος.
Μετά τα ξαναδιάβασα εδώ, πολύ πιο ξεκάθαρα. Αναδημοσιεύω:
Ο άστεγος που διαμελίστηκε από αποριμματοφόρο του Δήμου Αθηναίων, διαμελίστηκε τρεις φορές. Την πρώτη, καταλήγοντας να κοιμάται με τα σκουπίδια. Την δεύτερη, πολτοποιούμενος μ’ αυτά, σαν σκουπίδι από σάρκα και οστά. Την τρίτη, χάνοντας το όνομά του, το παρελθόν του, και το ίχνος ότι πέρασε ποτέ απ’ τη ζωή, εισερχόμενος στην αιωνιότητα του Τύπου παρέα μόνο με την ανεστιότητά του, τα σκουπίδια στα οποία κοιμόταν και τα σκουπίδια τα οποία έγινε, έτσι ώστε να υπάρχει πλέον μόνο ως «ο άστεγος που διαμελίστηκε από αποριμματοφόρο.»
[…]
Δεν συμβολίζει τίποτε τούτος ο θάνατος. Το τίποτε δεν συμβολίζει τίποτε. Γιατί από το τίποτε το μόνο που μένει είναι τίποτε. Μην ψάχνουμε λοιπόν να βρούμε συμβολισμούς όταν μιλά το τίποτε με το τίποτε, το τίποτε του απόκληρου με το τίποτε της κοινωνίας που τον εξαλείφει ξανά και ξανά, σαν να μην ήταν ποτέ τίποτε, σαν το τίποτε να πρέπει να συντρίβεται κάθε φορά εκ νέου σε τίποτε. Αυτός θα ήταν ο τέταρτος θάνατος, ο θάνατος της αλήθειας.
Υπάρχουν κάποια σημεία σε διάφορα μουσικά κομμάτια που με μαγνητίζουν ανεξήγητα. Δεν ξέρω γιατί. Μπορώ να τα απαριθμήσω πάντως.
Από 5 χρονών: Η εισαγωγή με έγχορδα στο Chim-Chim-ree, πριν μπει η φωνή του χατζητέτοιου.
Από 12 χρονών: Τα πνευστά οστινάτο όταν ολόκληρη η ορχήστρα παίζει το θέμα στο πρώτο μέρος του κοντσέρτου για βιολί του Τσαϊκόφσκι.
Από το 1991: η ψιλή φαλσετική φωνούλα που σιγοντάρει τον Μόρισεϋ στα ρεφραίν του Bigmouth Strikes Again.
Από το 1998: το πατριωτικό εμβατήριο με τα φλαουτάκια στο τέταρτο μέρος της Eroica (εδώ αρχίζει στο 1:45).
Από το 2000: Το ξεκάρφωτο πένθιμο εμβατηριάκι στο τέλος του πρώτου μέρους της Ενάτης, έτσι πως ξεφυτρώνει απροσδόκητα, εκεί περίπου στο ενάμισυ λεπτάκι πριν τελειώσει το μέρος.
Από το 2000: Οι πρώτες συγχορδίες στη Φαντασία για πιάνο, ορχήστρα και χορωδία του Μπετόβεν.
Από φέτος: Το μπάσο και η ουρά που παίζουν τα έγχορδα στο Paradise Circus.
Κι είναι κι άλλα, λ.χ. αυτό:
Απίστευτο το μπουζούκι εδώ. Άσε που βλέποντας το βίντεο από χτες, συγκινούμαι κάθε φορά και για διαφορετικό λόγο.
Πρώτον, με διάφορους καρκίνους να γυρίζουνε γύρω γύρω και να θερίζουνε φίλους, γνωστούς και άλλους, σαν ξερακιανοί ιππείς από χαλκογραφία του Ντύρερ, σκέφτεσαι ότι όλοι αυτοί μέσα στο ΚΤΕΛ είναι μάλλον πεθαμένοι και αντραλίζεσαι λιγάκι.
Μετά είναι αυτά τα δύο κορίτσια στα πρώτα 10 δεύτερα, πριν μπει το μούτρο της τριτοκοσμικής Μπαρντώς: αυτό το όρθιο με το κίτρινο φόρεμα και το εράσμιο χαμόγελο και το άλλο, καθισμένο μπροστά της, με το πορτοκαλί.
Μετά είναι τα τοπία: μου θυμίζουνε ταξίδια όταν ήμουνα παιδί, την Ελλάδα μέσα από το παράθυρο του ΚΤΕΛ και της αμαξοστοιχίας πέντε-πώς-τη-λέγανε για Θεσσαλονίκη (που τότε την αισθανόμασταν σαν την άκρη του κόσμου, ενώ σφηνωμένη στην άκρη της Ευρώπης είναι η δική μας πόλη, αυτή που τώρα είναι του Νικήτα). Μέσα στο ΚΤΕΛ, σχεδόν κάθε λογής Ελληνόφατσα. Η γνωστή μεταφορά της πατρίδας σαν ένα πούλμαν που ταξιδεύει (οι Τούρκοι έχουν αναγάγει τα δικά τους σχεδόν σε έμβλημα της πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας τους, που λέει και η άπιαστη Εβίτα).
Μετά οι λεπτομέρειες: παρά την μπουζουκοσυμφωνική που ακούγεται, στο οπτικό μέρος φαίνονται μόνον δύο κιθάρες, η μία ηλεκτρική. Αλλά όπως λέει και το ανέκδοτο με τον Τοτό, να την τρως σ’ αρέσει, να τη βλέπεις δε σ’ αρέσει;
Τραγουδάκια αφρώδη και χαρούμενα σαν κι αυτό είναι επίσης ενδεικτικά ενός πράγματος: ότι από το 1930 μέχρι το 1970 η ελληνική μουσική έκανε πολύ περισσότερο δρόμο σε σχέση λ.χ. με όσο έκανε μεταξύ του 1970 και του 2010. Εάν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι μεταξύ του 1970 και του 2010 τον έκανε καβουρικά, προς τα πίσω και λοξά.
Κατά κάποιον τρόπο, η ελληνική κοινωνία μάς ζητάει είτε να είμαστε ξέφρενοι ζορμπάδες, τσαμπουκάκια και τσουγδίτσες, είτε μελαγχολικοί καζαντζίδηδες, της φτώχειας, της αγαμίας και των πυξλάξ. Δύσκολα, πολύ δύσκολα, βρίσκει κανείς χώρο για να απλώσει την παλέτα των ενδιάμεσων αποχρώσεων — αν παραδεχτούμε (χάνοντας κάτι από την ικανότητά μας να δούμε τη ζωή μας με λίγη διαύγεια) ότι αυτά τα δύο είναι τα άκρα ενός συνεχούς. Ο χώρος για κέφι είναι περιορισμένος.
Πήγα με τον κολλητό μου στο στέκι μου, το οποίο είναι καταπληκτικό μαγαζί κατά γενικότερη ομολογία. Είχα να τον δω μήνες. Ως συνήθως ανταλλάξαμε σώψυχα. Για να έχουμε λίγη περισσότερη ησυχία ανεβήκαμε πάνω στο θεωρείο των Waldorf και Statler και κοιτούσαμε τον κόσμο κάτω. Δυο κορίτσια χόρευαν. Ξένες, φυσικά. Οι Ελληνίδες-Έλληνες παρέμεναν παλουκωμένοι. Μία κοπέλα με κοιτούσε. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν η ιδέα μου: συνοδευόταν. Μετά έγινε ξεκάθαρο. Για να τα πιάνω αυτά, πάει να πει ότι μεγάλωσα: πριν πέντε χρόνια για να καταλάβω ότι η άλλη με κοιτάζει έπρεπε να έρθει να μου το πει: «δε με βλέπεις ρε που σε κοιτάω;» Η μουσική ήταν ξεσηκωτική, αλλά μόνον οι δύο κοπέλες χόρευαν. Τα στρέιτ ζευγάρια βλοσυρά, ούτε καν λιγωμένα: έκαναν πρόβα γάμου· οι γκέιδες πάρα μα πάρα πολύ σοβαροί (είναι όλοι τελείως τοπ, άλλωστε)· οι σόλο στρέιτ γυναίκες και άντρες προσποιούνταν το απλανές βλέμμα του πιωμένου (αλλά όμως, ρε παιδιά, δε γίνεται να την ακούσατε με το ένα μοχιτάκι που λιβανίζετε επί σαρανταπεντάλεπτο). Μόνο μέσα σε παρέες διακρινόντουσαν στοιχεία μιας κάποιας ιλαρότητας.
Φαντάζομαι ότι όποιος θέλει να κάνει κέφι, κι όχι π.χ. να πιάσει να ανασκοπήσει τι έκανε στη ζωή του τους τελευταίους μήνες, πάει σε πίστα και σκυλάδικο. Εκεί χορεύει ο κόσμος και περνάει καλά. Δεν ξέρω, δεν έχω πάει ποτέ.
Απλώς αναρωτιέμαι πού βρίσκει κανείς κάποιες ενδιάμεσες αποχρώσεις, κάποιες καταστάσεις λίγο πιο ποικίλες, όπως ήτανε λ.χ. το Θηρίο στου Ψυρρή πριν πέντε χρονάκια. Κάτι σαν την ατμόσφαιρα του Θηρίου βρήκα στο Six D.O.G.S. το καλοκαίρι, αλλά κι εκεί, παρά τις στρωματσάδες πάνω στα χώματα και το ποικίλο και ποικιλόθυμο πλήθος, συχνά υπερισχύει η πόζα κι η μουντρούχα.
Ακόμα θυμάμαι την έκπληξη και σαστιμάρα που ένιωσα στο θρυλικό Garage στη Νέα Υόρκη μέσα στο καταχείμωνο του 2006: έπαιζε ένα μέτριο τρίο τζαζ αλλά ο κόσμος (οι περισσότεροι από τους οποίους θα μπορούσαν να είναι γονείς μου) έκανε τόσο κέφι, που αισθάνθηκα σαν δόκιμος μοναχός σε ρέιβ: σεμνότυφος, να έχω χάσει πολλά επεισόδια και τελείως μαγκωμένος. Έτσι μεγαλώσαμε, μαγκωμένα: όταν πρωτομπήκα σε κλαμπ στη Λόντρα, τότε στο μακρινό παρελθόν, κι είδα τον σύμπαντα κόσμο να χτυπιέται χορεύοντας κατάλαβα ότι σε λάθος κλαμπ στη λάθος χώρα πήγαινα μέχρι τότε. Ειδικά τα αγγλάκια, που λόγω εθισμού στο αλκοόλ δε φοβούνται να ξεφτιλίζονται τουλάχιστον άπαξ κάθε εβδομάδα, ξέρουνε πραγματικά να κάνουν κέφι.
Κοιτάζω κάθε πρωί στο μετρό την αφίσα και δε βγάζω νόημα. ‘Γκζελ’, λέει. Στην αρχή νόμιζα ότι έλεγε ‘Γκιζέλ’. Μετά βλέπω από κάτω κάτι κοπελιές με γλάστρες στο κεφάλι και κατεψυγμένα χαμόγελα Σιβηρίας. Για τα 2500 χρόνια της μάχης του Μαραθώνα, Αιώνια Ρωσία. Αιώνια; Μα δεν εφευρέθηκε από τον Ιβάν τον Τρομερό; Χτεσινός δεν είναι αυτός; τέλος πάντων. Δεν καταλαβαίνω τίποτα πια.
Πραγματικά δεν καταλαβαίνω τίποτα. Οι ίδιοι διανοούμενοι / λόγιοι / αντιαμέρικαν πνευμάτικ πιπλ που είχανε διάφορες επιφυλάξεις και μεθοδολογικές δυσκολίες να ορίσουν, να καθορίσουν και να περιορίσουν την εξέγερση του Δεκεμβρίου του 2008 — τα οποία κατάφεραν τάχιστα και καθοριστικά τα κανάλια μας — επιτέλους ανακαλύπτουνε το σίβιλ ντισομπίντιενς (τους χαρίζω δωρεάν απόδοση του όρου στα ελληνικά στον τίτλο του ποστ, για να μην τους κυνηγούν οι γλωσσαμύντορες). Θυμούνται τον Μαχάτμα κι εκείνη την αμερικάνα αραπίνα που έκατσε στο λεωφορείο και θα θυμόντουσαν και τους πραγινούς του 1989 εάν δεν έζεχναν λαρδί, μπύρα και κνέντλικι (που σιγά μην ξέρουν τι είναι κνέντλικι, τον Κούντερα τον έμαθαν από τη Μαλβίνα). Αυτοί οι ημιοργανικοί, ημικαθεστωτικοί αλλά βαθιά αριστεροί άνθρωποι σχημάτισαν μέτωπο με τους καταστηματάρχες και επιτέλους αντιστέκονται. Όχι στο φετιχιστικά αντιληπτό Μνημόνιο («διώξτε την Τρόικα», έσκουζε η Αυριανή το πρωί — να φορτώσουμε πάνω της και τα λουλουδοκέντητα κορίτσια του Αιώνιου Γκζελ, να μας μείνουν τα άλλα που γουστάρουμε;). Όχι στο ότι μετά από μήνες παχιών λόγων και πιο παχιάς μαλακίας είμαστε ακριβώς αυτοί που ήμασταν, συντελώντας — λίγο ή πολύ — στο να μας πάρει ο διάολος τον πατέρα, ψηφίζοντας λ.χ. για τακτικούς λόγους τον ταοϊστή ιπποπόταμο της Ραφήνας αφού είχε κάνει την Ελλάδα κάρβουνο παντοιοτρόπως. Όχι στο ότι με πρόσχημα την εξυγίανση ξεπουλιούνται τα πάντα (στην Ελλάδα ή θα έχουμε κάτι να κάθεται ή θα το πουλάμε: να το αξιοποιήσουμε αδυνατούμε γιατί θα πρέπει να το δουλέψουμε, κι η εργασία είναι απαξιωμένη εδώ και καμμια 20ριά-30ριά χρονάκια).
Ξεσηκώνονται για το τσιγάρο.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εξεγερτικές φουσκοδεντριές μάς πιάνουν εκεί που μας παίρνει, και μόνο. Είναι χαρακτηριστικό ότι υπερέχουμε του σύμπαντος κόσμου στη ρητορική κι ότι είμαστε ανάπηροι για διάλογο. Είμαστε κότες. Εδώ και χρόνια περιστέλλονται δικαιώματα κι ελευθερίες και οι μόνοι που το συζητάνε είναι κάποιοι τύποι που ψηφίζουνε Συνασπισμό. Το συζητάνε. Οι συμπολίτες μου είναι έτοιμοι να ψηφίσουνε Νικήτα, άλλωστε όταν άλωσε το αλσύλιο της οδού Κύπρου μόνον κάτι ανάρχες αντιτάχθηκαν. Είμαστε κότες. Δε λέω να υψώσουμε μοναχικά το ανάστημά μας, αυτά είναι «αμερικανιές». Ακόμα και σαν μπουλούκια είμαστε κότες: μόνον εκεί που μας παίρνει.
Μόνον οι άλλοι είναι κότες; Φυσικά κι όχι. Μπαίνω τις προάλλες σε ταξί. Ο ταρίφας ΚΚΕ. Ακούει ότι η Moody’s μας έκανε πατ-πατ στον ώμο κι υποσχέθηκε να μας αναβαθμίσει (τι ελεεινή ταπείνωση, θε μου, να μας αξιολογούνε τα γκόλντεν μπόιζ κι εμείς να λάμπουμε με περηφάνεια). Ο ταρίφας εξεγείρεται και ζητάει τη γνώμη μου αφού πρώτα μονολογεί πεντ’ έξι φορές: «βέβαια, αφού ήπιαν το αίμα του λαού». Μετά μου την πέφτει, θέλει να μάθει ποια είναι η γνώμη μου για το Μνημόνιο (να το πάλι αυτό). Δεν ξέρω από πού να αρχίσω και απαντώ με τα γνωστά ευγενικά μισόλογα (αυτά δεν τα γράφω, οπότε μάλλον δε σας είναι γνωστά). Ο ταξιτζής ζορίζεται, διαμαρτύρεται για τις περικοπές. Του λέω ότι φυσικά συμφωνώ και του λέω ότι θα ήταν ευχής έργο να είχανε γίνει μεταρρυθμίσεις αντί για εισπρακτικά μέτρα — κάτι τέτοια. Του λέω ότι άμα μαζέψουν τις προμήθειες του στρατού, για παράδειγμα, θα εξοικονομήσουμε πολλά. «Α, καλάαα, αυτά δε γίνονται στην Ελλάδα», λέει. «Ε, γι’ αυτό φτάσαμε εδώ, γιατί ‘αυτά δε γίνονται’ λέμε.»
Ο τύπος ενοχλήθηκε αλλά μόλις είχαμε φτάσει. Αισθάνθηκα αποτυχημένος που δεν μπόρεσα να αρθρώσω μια κουβέντα της προκοπής. Αλλά τουλάχιστον υπάρχουν άλλοι που τα πάνε μια χαρά με τις κουβέντες.
Είδα την πινακίδα στη φωτογραφία προχτές. Δεν την είχα προσέξει. Αναρωτιέμαι σε τι χώρα θα ζούσαμε αν επενδύαμε στο 15% για την Παιδεία. Θυμήθηκα ότι το άρθρο 114 (όπως το τωρινό 125) μιλάει για τον πατριωτισμό των Ελλήνων και ότι σε αυτόν επαφίεται η τήρηση ή η υπεράσπιση του Συντάγματος. Αλλά είναι δυνατόν να είναι πατριώτες οι κότες;
1.Χ Σου γράφω από […] το ιστορικό κέντρο του Νόβι Σαντ, ξέρεις: εκκλησία, δημαρχείο και στη μέση η πλατεία της αγοράς: Μεσευρώπη. Η Σερβία φαίνεται μια μπαταρισμένη χώρα που έχει δει και καλύτερες μέρες. Ίσως είναι το μέλλον της Ελλάδας, ίσως πώς θα ήταν τώρα η Ελλάδα χωρίς ΕΕ. Πάντως έχει παντού ελληνικές τράπεζες […] και εταιρείες.
1.Χ Βγήκα βόλτα έξω. Πολύ ιδιαίτερη αίσθηση. Λίγο σαν Πράγα. […] Σε λίγο φτάνω στον Δούναβη, που είναι εντυπωσιακός και μυρίζει σαν Πασαλιμάνι. Να τος.
1.Χ Πρώτο πιάτο: φασολάδα με λουκάνικο. Δεύτερο: κάτι. Πήρα και σαλάτα. Λάχανο, βεβαίως.
1.Χ Σύντομο ανέκδοτο: άνεργος Σέρβος καρδιολόγος.
1.Χ Είμαι σ’ ένα μπαρ και περιμένω τους συναδέρφους μου. Νιώθω τη γνωστή κούραση που με πιάνει όταν ταξιδεύω μόνος. Τουλάχιστον είδα τον Δούναβη. Μυρίζει σαν Πασαλιμάνι αλλά είναι αρχοντικός. Ίσως τελικά προτιμώ τα ποτάμια από τη θάλασσα: έχουν όρια (όταν δεν ξεχειλίζουν) και πάνε κάπου (έστω και αργά).
Ωραίο το μπαρ. Σαν Εξάρχεια κάπως.
Όλοι αυτοί οι λαοί της Μεσευρώπης λαχταρούνε τη Μεσόγειο. Πολλές φορές με τρόπο γκροτέσκο. Εγώ γεννήθηκα εκεί αλλά βγήκα ζαβός.
[…]
Πολύ ιδιότυπη αυτή η μοναξιά στο ταξίδι, ιδίως άμα δε μιλάει κανείς αγγλικά και δε μιλάς τη γλώσσα: νιώθεις να σου διαφεύγουν ένα σωρό πράματα, ευκαιρίες, μυστικά.
Αυτά προς το παρόν από το Νόβι Σαντ.
3.X Φεύγω αύριο από το Νόβι Σαντ. […] To φαΐ είναι τόσο βαρύ εδώ στας Μεσευρώπας που πείραξε μέχρι κι έναν ευτραφή ολλανδοελβετό συνάδερφο και γνωστό γκουρμέ. Άσε που ήπια και νερό της βρύσης και με πείραξε. «Ήπιες χλωριωμένο Δούναβη» είπε η [συμβία]. Αλλά έλα που δεν είναι χλωριωμένος μάλλον… Είμαι απρόσεχτος τελικά.
3.Χ Έκανα μια βόλτα στην πόλη απόψε κι έχει πολλά ωραία μικρά μαγαζιά για ποτό και φαγητό. Κρίμα που τα ανακάλυψα μόλις τώρα. Αλλά έτσι γίνεται συνήθως, όπως σου ξανάγραψα: χάνεις πολλά και, ακόμα κι αν τα βρεις, τι να τα κάνεις;
Χτες μετά το δείπνο-δυσπεψία πήγαμε 6-7 συνάδερφοι σε ένα κυριλέ μπαρ όπου ένα ποτηράκι ρακής ντόπιας (μπλιαχ) είχε 3 ευρώ, που για εδώ είναι τρελά λεφτά. Τέλος πάντων.
Συμπαθέστατη πόλη. Ποιος ξέρει αν θα ξανάρθω ποτέ.
3.Χ Σερβική εκκλησία. Καθόλου καρέκλες, μόνο στασίδια γύρω γύρω στους τοίχους. Μια απλή πρακτική ποιμαντική απόφαση διαμορφώνει ριζικά το εσωτερικό των εκκλησιών.
Φαντάστηκα πώς θα είναι [η πόλη] τον χειμώνα. Σκοτεινοί δρόμοι. Δημόσιος φωτισμός ελλιπής αλλά καθόλου σκουπίδια κάτω, άντε καμμιά γόπα.
4.Χ [συνταξίδεψα με τρεις δεσποτάδες στην πρώτη θέση, με είχαν ακριβώς πίσω τους]
Οι Έλληνες δεσποτάδες, με λιγοστές εξαιρέσεις, συμπεριφέρονται σαν καρδινάλιοι. Όχι τωρινοί καρδινάλιοι — γερασμένα σχολιαρόπαιδα με τάση να χαζοπαζαρεύουν εύθυμα — αλλά στριφνοί ή απλώς κατσούφηδες πρίγκηπες της Εκκλησίας που δείχνουν ξεκάθαρα να πιστεύουν ό,τι και ίσως οι περισσότεροι Έλληνες: ότι ο κόσμος τους χρωστάει.
Μου έλεγε ένας γνωστός τις προάλλες ότι ο στρατός της Τουρκικής Δημοκρατίας είναι ανίκητος, αντίθετα με τον Οθωμανικό στρατό που και ήττες γνώρισε και του έπαιρναν με συνθήκη ό,τι κέρδιζε στη μάχη (όπως μινυρίζει ο ο «Τούρκος», Βόσνιος ίσως, αγάς στο Γεφύρι του Δρίνου του Άντριτς). Χαμογέλασα προσποιούμενος ενδιαφέρον. Εξού και ότι η τελευταία φορά που ο ελληνικός στρατός κατέβαλε τον Τούρκο (ξέρετε, αυτή την αναλλοίωτη μεταφυσική κατηγορία) ήτανε το 1913. Η αμέσως προηγούμενη ήτανε το 1820κάτι. Μάλιστα.
Εγώ εκείνη την ώρα σκεφτόμουν εναλλάξ (όχι ταυτόχρονα — δεν είμαι ο Βοναπάρτης) δύο πράγματα: πόσο πολύπλοκο πράγμα είναι τελικά το σεξ, και πόσο φρικτά μπανάλ και άσκοπο είναι να σκέφτεσαι την πολυπλοκότητά του· αυτό ήτανε το πρώτο. Το δεύτερο ήτανε κάτι διαφορετικό: είναι αλγεινό να θεωρείς την αθλιότητα του κόσμου δεδομένη, ότι — ξέρω γω — έτσι είναι ο κόσμος και δεν αλλάζει και τα καθέκαστα· παράλληλα είναι και θλιβερή σπατάλη να ζεις στην κοσμάρα της κουκουρούκου και να σκιαμαχείς, π.χ. να ζεις αγκαλιά με τον Μπαντιού και τη ρητορική του 1972 ενώ α) η ελληνική αριστερά έχει αποτύχει ιδεολογικά και ίσως και ηθικά β) ο κόσμος καίγεται. Άσε που εδώ οι Παλαιστίνιοι έπαψαν προ καιρού να ανατινάζουν αεροπλάνα, ευτυχώς δηλαδή γιατί είμαι θαμώνας.
Γενικά δεν μπορώ να συνεννοηθώ εύκολα με τον κόσμο γύρω μου. Αυτά συζητάει ο κόσμος τρώγοντας έξω; Στοιχεία στρατιωτικής ιστορίας; Ποιος κερδάει στα πεδία των μαχών; Τι να πούνε κι οι καημένοι Γάλλοι; Άσε που θυμήθηκα τα χρόνια μου στην Αγγλία και τις απέθαντες μπαγιάτικες θριαμβολογίες τους για τον Β’ Παγκόσμιο (‘Two World Wars and one World Cup, doodah doodah’ στον σκοπό του Camptοwn Races), τα τρία ντοκυμαντέρ εβδομαδιαίως για τον κουρέα του Χίτλερ, τους Φραγματόχαλους (Dambusters), την Κατοχή των Αγγλονορμανδικών Νησιών και — σε στιγμές νήψης — αν μπορούσανε να κάψουνε λιγότερο κοσμάκη ζωντανό στη Δρέσδη (απάντηση: όχι. Καλά να πάθουν οι καριόληδες).
Τρώω το φρούτο μου και πάω και κάθομαι στα ίντερνετς, όπου διαβάζω ακατανόητα πολιτικά κείμενα με αντικείμενο που δεν μπορώ ακριβώς να προσδιορίσω. Είμαι κάτω των 50 (άρα μάλλον δεν παίζει άνοια, Αλτσχάιμερ κτλ ακόμα), έχω βγάλει το σχολείο και το πανεπιστήμιο (νταξ, το ελληνικό, αλλά διάβαζα και μόνος μου), ωστόσο δεν καταλαβαίνω. Δεν καταλαβαίνω.
Συνεπώς δεν ξέρω τι να ψηφίσω στις επόμενες βουλευτικές. Ο Κουβέλης ζούσε στη γειτονιά των γονιών μου, καλός άνθρωπος, αλλά γιατί να μην ψηφίσω ΠΑΣΟΚ κατευθείαν; Επειδή πίνει ο Ψαριανός ουισκάκια; κι εγώ πίνω. Ο δε ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κινείται πλέον στη σφαίρα του Iain Banks: κάτι μεγαλόπνοο και βαθιά προωθημένο αλλά άνευ σοβαρού περιεχομένου. Μετά με πιανει σύγκρυο: η δημοκρατία μπορεί ευκολότατα να μετασχηματιστεί σε κοινοβουλευτική αυταρχία. Νομίζω ότι πάμε προς τα εκεί.
Τέλος πάντων, μαλακίες γράφω. Φταίει η επταήμερος αποχή. Αλλά θα το ποστάρω για να το βλέπω στο μέλλον και να μένω ταπεινός. Κτήμα ες αιεί, και έτσι.
Εισαγωγικά, νομίζω ότι όποιος ακούει το ‘Θα σημάνουν οι καμπάνες’ και δεν του ανεβαίνει κάτι μέσα του (κόμπος, σκίρτημα, λυγμός, αναστεναγμός, μεγάλος κόμπος) α. είτε δεν είναι Έλληνας, οπότε δε μετέχει των ημετέρων ιδεασμών και συλλογικών νευρώσεων β. είτε είναι φασιστόμουτρο γ. είτε έχει μπουχτίσει τόσο πολύ τον Θεοδωράκη-περσόνα να λέει τις σάχλες του, που δεν μπορεί, τι να κάνει κι αυτός.
Η αυθεντική εκτέλεση (άκου κάτωθι βίντεο) δεν είναι σπουδαία. Πρώτον, έχει τον Μπιθικώτση, που τραγουδάει σαν υδραυλικός από τα Σεπόλια που περιγράφει ποδοσφαιρικόν ματς Αγροτικού Αστέρα-Προοδευτικής, προσφορά της Κολυνός. Το νεκρόφιλο ποιητικό όραμα του αποσπάσματος είναι τόσο ευρύ, τόσο σαρωτικό, τόσο στιλπνά ανατριχιαστικό, με έναν τόνο τόσο χωμάτινο αλλά και τόσο εαμικά απολυτρωτικό, που ο στόμφος του Μπιθί περισσεύει και πασαλείβει. Για να καταλάβουν και οι νέοι μας που μας διαβάζουν πώς αισθάνομαι την εκτέλεση του Μπιθί, είναι σαν να είσαι 19, να γυρίσεις με το κινητό σου το πιο καυλιάρικο, παθιασμένο και τρυφερό σεξ της 6ετούς ερωτικής ζωής σου (ναι, μάνα, τότε αρχίζουνε τα παιδιά πια), και μετά να βάλεις από πάνω τον σπυριάρη όλο λόγια φίλο σου τον Μπάμπη να το ντουμπλάρει με σχόλια τύπου «πώπω γαμήσια, δώσ’ της, αγόρι μου, ε ρε γλέντια, κοίτα μία…» — και τα λοιπά.
Η αυθεντική εκτέλεση όμως έχει ένα προνόμιο: τη σχεδόν μέταλ ενορχήστρωσή της, και δη όταν οι Μπλακ Σάμπαθ δοκίμαζαν ακόμα τον πρώτο τους μπάφο στον καμπινέ του σχολείου που δεν πήγαν. Ακούστε έτοιμα κομμένα ριφ τρελά στο 0:40, το δε σόλο που έρχεται καπάκι στο 1:03 μπορεί να το πειράξει και να το κάνει μούρλια μέχρι και η σχολική μπάντα μας, οι Nekrodeath. Τον επικό ροκ οργασμό στο 2:03 με τα ντραμς θα πούλαγαν τη μάνα τους οι Deep Purple για να τον έχουνε γράψει, άσε που θα τον έπαιζαν ιδανικά. Και τα λοιπά.
Αντί λοιπόν για μέταλα, παίρνουν το τραγούδι οι Μπλεεεεε. Να ομολογήσω ότι μετά την Τσάτσου δε μου αρέσουν και να ομολογήσω επίσης ότι αυτό δε θα έπρεπε να το λέω γιατί από τους Μπλε με χωρίζει ουάν ντιγκρί οφ σεπερέισον. Οι Μπλε λοιπόν μάς έδωσαν πέρσι αυτό:
Δεν είναι κακό, έχει μάλιστα και τις ευλογίες του ίδιου του Μίκη (ό,τι κι αν σημαίνει πια αυτό). Αλλά, ρε παιδιά, δεν. Πρώτα πρώτα, ακούγεται, αναπόφευκτα ίσως, δεδομένου του φορτίου που κουβαλάει το άσμα και του ποπ είδους που επιλέχτηκε, σα μετασοβιετικά ποπάκια που λατρεύουν οι ρώσοι φίλοι μου και που τους πωρώνουν. Δεύτερον, γιατί ακούμε τις καμπάνες μέσα στο τραγούδι; έρχονται (πάλι) οι AC/DC; Τρίτον, ηλεκτρικό βιολί για σόλο; Βάλτε σύνθι να του μπουμπουνίσουνε τον αδόξαστο, δεν είστε κι ο Αγγελάκας. Και πάμε στο 2:43.
Έχω ξεπατωθεί να πηγαίνω θέατρο εδώ και τρία χρόνια κι έχω παρατηρήσει ότι οι νέοι ηθοποιοί μας, εεε, δεν ξέρουνε να απαγγέλλουν (όταν μπορούνε βεβαίως να αρθρώσουν). Δεν μπορούνε να ελέγξουν τη φωνή τους. Αυτό είναι τρομερό, έτσι; Ποια είναι τα εργαλεία του ηθοποιού: η φωνή, το σώμα, το πρόσωπο. Δεν μπορεί πια να μας τα κάνει ο Καταλειφός και ο Τσακίρογλου όλα τα κομμάτια απαγγελίας, μεγάλοι άνθρωποι είναι. Τέλος πάντων. Στο 2:43 ακούω κάτι σαν οφ περιγραφή τσουρομαδήματος μεταξύ δύο παικτών σε ρεάλιτι, και μάλιστα η μία είναι κουλτουριάρα και ο άλλος φαβορί. Άλλη φωνή δεν έχει αυτό το παιδί που έκανε την απαγγελία; Μιλάμε για μια από τις πιο συγκλονιστικές ποιητικές εικόνες στη νεώτερη ελληνική ποίηση, ρε παιδιά, είναι σαν να βάλατε εμένα να διαβάσω το Μονόγραμμα (ξέρω ότι γελάτε τώρα όσοι έχετε ακούσει τη φωνή μου).
Τέλος πάντων, αυτά. Μεταλάδες, διασκευάστε τις ‘Καμπάνες’ τώρα. Ακούστε τη νεκροφιλία και το μουγκρητό που έχουνε μέσα τους, αποδώστε επιτέλους αυτή τη βαλκανική εκδοχή του βαμπίρ, στην οποία οι νεκροί θα μας ελευθερώσουν: Ανάσταση ρεεεεεεεεε.
Ήθελα να γράψω ένα ποστάκι για την κωμικότατη κρυπτογκέι διαφήμιση του Ολυμπιακου με τη βαρειά φανέλα και τον κόκκινο μπρέιβχαρτ κρετίνο που τη φοράει και την πιστεύει. Αλλά δε σκαμπάζω από μπάλα (πέραν από την αντιπάθειά μου στο φαινόμενο ‘Ολυμπιακός’, το οποίο έχει πολλά κοινά με το φαινόμενο ‘ΠΑΣΟΚ 1985-1989’), οπότε δε βαριέσαι τώρα.
Γενικά δεν ξέρω τι να γράψω. Πάω να γράψω κάτι και ― σαν διάθεση, όχι στο περιεχόμενο ― με προλαβαίνει ο gasireu, ο δύτης κι ο βυτίος. Οπότε δεν γράφω εδώ. Φεύγω, πάω αλλού.
Μάζεψα ωστόσο εδώ και καιρό κάποια θεματάκια κι είπα να τα γράψω τελικά υπό μορφή απολογίας.
Αρτίκολο πρίμο
Κάποιος με κατηγορησε για αντίστροφο ρατσισμό με αφορμή αυτό. Υποθέτω ότι με τον όρο «αντίστροφος ρατσισμός» εννοεί ότι μισώ τους Έλληνες (με την προϋπόθεση ότι βεβαίως οι Έλληνες είναι ράτσα και φυλή, αλλά δεν βαριέσαι τώρα). Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να μισώ τους Έλληνες. Δεν μου έκαναν τίποτα, καλοί άνθρωποι, εργατικοί. Ίσα-ίσα, τους χρωστάω πολλά. Μάλιστα, μερικοί από τους καλύτερους φίλους μου είναι Έλληνες, αν και επιρρεπείς στο φούμαρο και στην πόζα. Έχω πάει και με Ελληνίδες, ωραίες είναι, λίγο μελό αλλά εντάξει.
Σοβαρεύομαι.
Η αντιπάθειά μου είναι απέναντι στην τυφλή εξιδανίκευση της επαρχίας. Η επαρχία είναι αυτή που είναι και πολλοί διαλέγουν να ζήσουν εκεί. Καλά κάνουν. Δεν είναι ούτε ήρωες, ούτε τίποτα: εκεί τους αρέσει ή εκεί μπορούν, εκεί ζούνε. Αντίστοιχα, η πόλη είναι αυτή που είναι και πολλοί διαλέγουν να ζήσουν εκεί. Καλά κάνουν. Δεν είναι ούτε θύματα, ούτε τίποτα: εκεί τους αρέσει ή εκεί μπορούνε, εκεί ζούνε.
Στην Ελλάδα (όπως και στη Σερβία) η επαρχία έχει αναχθεί στα Ηλύσια της ανθρωπιάς, στην Κιβωτό της παράδοσης, στον Παράδεισο της τρυφής ― και δεν συμμαζεύεται. Αντίστοιχα, οι πόλεις μας σκιαγραφούνται σαν κάτι μεταξύ Γκόθαμ και Βηρυτού, φυλακές και τόποι γενικευμένης απώλειας, ο τόπος ο καλούμενος πνευματικώς Σόδομα και Αίγυπτος ― και δεν συμμαζεύεται.
Αρτίκολο σεκόντο
Γενικά, έχω ακούσει πολλές φορές ότι είμαι πολυπολιτισμικός και πολιτικώς ορθός. Πριν χρόνια, μάλιστα, μια θλιμμένη σούλα (Sula bassana ή Sula sula) περιδιάβαινε τα μπλόγκια και τα φόρα κρώζοντας πόσο πολίτικλυ κορέκτ είμαι («στο μπλογκρόλ του έχει έναν Εβραίο κι έναν γκέι» κτλ.).
Σε γενικές γραμμές φοβάμαι την πολιτική ορθότητα που συσκοτίζει, που δεν είναι παρά ακόμα μια μορφή ευφημισμού ή και υποκρισίας. Και φυσικά προκρίνω την ελευθερία του λόγου (αλλά κατά βάθος και τη χαρά του χαβαλέ). Από την άλλη μου φαίνεται αδιανόητο να θεωρούμε ότι δικαιούμαστε να ονομάζουμε τους άλλους, και μάλιστα υποτιμητικά ή υβριστικά.
Αντιλαμβάνομαι πάντως ότι αν ένας άντρας και μια γυναίκα έχουν ακριβώς τα ίδια προσόντα για μια θέση εργασίας, η θέση πάει στη γυναίκα. Τι είναι αυτό; Αφέρματιβ άξιον; Εάν ναι, αυτής της μορφής η αφέρματιβ άξιον μου αρέσει και την έχω αναλάβει όσες φορές αποφάσισα για το ποιος θα πάρει θέση εργασίας. Όχι επειδή αν πάρουμε τη γυναίκα θα επανορθώσουμε τίποτα, αλλά γιατί έτσι κι αλλιώς οι γυναίκες είναι ριγμένες.
Τώρα, η πολυπολιτισμικότηταααα. Λυπάμαι, αλλά η πολυπολιτισμικότητα όπως γίνεται συνήθως αντιληπτή είναι τόσο χιμαιρική όσο λ.χ. η σοσιαλδημοκρατία. Αυτό συμβαίνει και επειδή υπάρχουν πολιτισμοί και τρόποι ζωής οι οποίοι είναι πράγματι ασύμβατοι μεταξύ τους. Ο πουριτανός δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον πολυγαμικό. Ο χασιδιστής δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον προοδευτικό Εβραίο. Ο πιστός μουσουλμάνος και η οικογένειά του δεν μπορούνε να συνυπάρξουν με μεθυσμένα ξέκωλα. Οι αγρότες Ευρωπαίοι δεν μπορούνε να συνυπάρξουνε με τους νομάδες Τσιγγάνους.
Προτού μού πείτε ότι ψηφίζω Λέγκα και ΛΑΟΣ και τέτοια εμέσματα, να εξηγηθώ. Πολλοί «πολιτισμοί» (αξιακά συστήματα, κουλτούρες, θρησκείες κτλ.) δεν μπορούνε να συνυπάρξουν με άλλους, ακριβώς λόγω των αρχών τους, ιδίως άμα πιστεύουν στην Κόλαση ή στην απόλυτη αλήθεια (τους). Γενικότερα, το αίτημα για πολυπολιτισμικότητα μπορεί να πραγματωθεί είτε εάν υπάρχει μιας μορφής χαλαρή διαμερισμάτωση-γκετοποίηση (Ινδία της εποχής των καστών, Νέα Υόρκη, Ολλανδία όπου οι καλβινιστές έχουνε τη μέση, οι καθολικοί τον νότο και οι υπόλοιποι το Randstad), είτε σε μια κοινωνία όπου η πλειοψηφία ή η ελίτ είναι θαυμαστά ανεκτική. Αλλά ακόμα και τότε, η πολυπολιτισμικότητα κινδυνεύει να γίνει φολκλόρ και γραφικότητα ή άλλοθι ενός κυνικού σχετικισμού (όπως λ.χ. στην αυταρχική-φασιστική Σιγκαπούρη).
Πούντο σουπλεμεντάλε
Όπως συνήθως, δεν είμαι σίγουρος. Έτσι νομίζω. Όπως κι αν ακούγομαι, σπανίως είμαι σίγουρος για όσα γράφω. Δύο εξαιρέσεις: η δουλειά μου (αλλά ζήτημα εάν έχω γράψει για τη δουλειά μου τρεις φορές) και η ιστορία της ζωής μου (κι εκεί πάλι… τέεεελος πάντων, δε βαριέσαι).
Αρτίκολο τέρτσο
Τσιγάρο… Όταν έγραψα αυτό έπεσαν να με φάνε οι καπνιστές φίλοι, ένας το πήρε προσωπικά και με είπε κι αυταρχικό. Βεβαίως η άποψή μου είναι αυτή αλλά βεβαίως και αυτή. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Να υπενθυμίσω ότι αν το παθητικό κάπνισμα δεν σκότωνε δεν θα υπήρχε θέμα;
Μακάρι οι σύντροφοι καπνιστές (στους οποίους συγκαταριθμούμαι με 10-20 τσιγάρα ετησίως ― I’m not an addict) να είχανε μεριμνήσει και συστρατευτεί να εφαρμοστεί ο προηγούμενος νόμος για το κάπνισμα. Μακάρι να είχανε πιέσει για τη δυνατότητα αδειοδότησης μαγαζιών-τεκέδων (όπως διαλαλεί ο alberich κι όπως γίνεται με τη φούντα στην Ολλανδία) αλλά και κλειστών καπνιστηρίων σε χώρους εργασίας κτλ. όταν ετοιμαζόταν αυτός ο νόμος. Αλλά τότε πώς θα έπαιζαν τώρα τις πασιονάριες της πίπας (και του τσιγάρου);
Το θέμα είναι τι αιχμαλωτίζει τη φαντασία μας. Τη φαντασία της εποχής, να το πούμε κι έτσι. Τις προάλλες πήγα με τη συμβία στο δωμάτιο όπου μεγάλωσε και ξεφυλλίζαμε το 12-18 για κορίτσια (εμένα οι γονείς μου, πιο αβανγκάρντ τότε, μου είχανε πάρει την 7τομη, νομίζω, Εγκυκλοπαίδεια της Σεξουαλικής Ζωής, μετάφραση από τα Γαλλικά Άρης Αλεξάνδρου). Ρίξαμε άφθονο γέλιο: τι πιο αστείο από τα όνειρα περασμένων νεοτήτων. Στη σελίδα 89 λέει:
και στην προωδευμένη ακόμα εποχή μας, την εποχή του Διαστήματος και του σεξ […]
Η δική μας εποχή, σίγουρα όχι του σεξ και του Διαστήματος, τι είναι; Των θεαματικών διαφημίσεων και της πόζας; Του ίντερνετ και του κουτσομπολιού; Της κόκας για λίγους και της τιβί για τους πολλούς; Δεν ξέρω.
Όταν μεταναστεύσετε στην Ελλάδα, πηγαίνετε ντουγρού στις μεγάλες, γκρίζες, απάνθρωπες, απρόσωπες πόλεις της. Μην το κουνήσετε από κει με τίποτα, ακόμα κι αν κατακρεουργηθεί το παιδί σας ψάχνοντας σε σκουπιδοντενεκέ, ακόμα κι αν κατά λάθος πυροβοληθείτε από όργανο, ακόμα κι αν πέσετε στα νύχια μοχθηρών συμπατριωτών σας. Τουλάχιστον θα φταίει η αλλοτρίωση κι η απονιά της πόλης. Κι άλλωστε, εκεί θα είστε ξένοι όπως κάποτε ξένοι υπήρξαν εκεί οι γονείς ή οι παππούδες των ντόπιων.
Αν όμως καταλήξετε στην ελληνική επαρχία, θα εξαφανίσουν το παιδί σας και θα καμώνονται ότι απλώς εξαφανίστηκε γιατί μάλλον ήταν φύτουλας, θα σας βιάσουν και θα σας πουν και δικαστικώς πουτάνα που τα ‘θελε ο κώλος της, θα σας σταβλίσουν με τον άντρα σας και μετά θα σας ξεχάσουν, θα σας βάλουν να μαζέψετε ελιές και μετά θα σας δώσουν στο Αλλοδαπών για να μη σας πληρώσουν, θα βρεθείτε βιασμένη σε πηγάδι στα 11 σας. Κι όλα θα ξεχαστούν αμέσως στη μικρή και δεμένη κοινότητα που τη διέπει το κοινοτικό πνεύμα. Γιατί δε θα ‘στε παρά ακόμα ένα σκυλί στ’ αμπέλι. Και τα σκυλιά δεν καλοπερνάνε στην ελληνική επαρχία.