Άκουγα αυτό το τραγούδι το 2020 εν μέσω του μεγάλου εγκλεισμού καρτερώντας ανυπόμονα τη λήξη του. Έβλεπα ξανά και ξανά και το βίντεο, αφού είχα δει τη σειρά, και σχεδόν σαν σε παραδείσια φαντασίωση δίψυχου πιστού προσδοκούσα μία νέα δεκαετία του ’20: λίγο γιατί ήμουν άμαθος στο να διατυπώνω τις επιθυμίες μου και λίγο γιατί ήμουν κάπως αρχάριος στη διάθεση να ονειρεύομαι.
Μετά όλα πήγαν όπως πήγαν: έξι χρόνια μετά ζούμε τον χυλό της ανοησίας, νιώθουμε τα δρεπάνια της βαρβαρότητας και αναγουλιάζουμε με τα όλο μούργα και βλακεία ονλάιν τοπία της ΤΝ.
Αυτό το τραγούδι κι αυτό το βίντεο όμως πάντοτε κάτι μου κάνουν, επειδή λειτουργούν νοσταλγικά για μια εποχή που δεν έζησα μια και δεν υπήρξε παρά μόνο για λίγο και σε πολύ λίγους τόπους· κάπως όπως συνέβη με τη σύντομη δεκαετία του ’60 (1967-1973), που εδώ μας σβερκώθηκε ως Επταετία.
Μπορεί κανείς εδώ πολλά να πει για τη νοσταλγία της Γερμανίας της Βαϊμάρης ενώ ξεκινούσε ένας αλλόκοτος εγκλεισμός ενώ η διακυβέρνηση της χώρας είχε αναληφθεί από κατά τεκμήριο άθλιους και αγύρτες ― αλλά ας μη χαλάμε το όνειρο τώρα .
Μιλώντας για όνειρα και για δεκαετίες του ’20, του 1920 και του 2020, είναι ολοφάνερο ότι η Ευρώπη πέθανε πλέον κι αυτό περιλαμβάνει και τις αχανείς ερημιές που οι Ρώσοι επιθυμούν να θεωρούν το σεπτό και ιδεώδες είδωλο της Ευρώπης, δηλαδή τον ρωσικό κόσμο τους. Europassturtz. Ευρώπη τέλος, ζωή μαγική;
Το μέλλον του κόσμου βρίσκεται εκτός Ευρώπης πια: ευτυχώς, να λέμε.
Κι εγώ όμως εδώ, όπου είναι το εδώ μου τέλος πάντων, παραμένω nel mezzo del cammin di nostra vita παιδί της Ευρώπης, αυτής της Ευρώπης που πιτσικάρει, καθιζάνει και ξεχαρβαλώνεται αργά και αναπόδραστα.
Η ευγλωττία των Νιγηριανών και ο δυναμισμός των Νοτιαφρικανών και η ευσέβεια της Κεντρικής Αφρικής, η ομορφιά της Ανατολικής Αφρικής και οι έρημοι που έθρεψαν τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες, οι ευφυείς Νοτιασιάτες και οι επίμονοι και συστηματικοί Ανατολικοασιάτες, το μεγάλο υβρίδιο της Νότιας Αμερικής, η ημιάγρια Αυστραλία και το παιδαριώδες αλλά λαμπρό χορτάτο χάλι της Βόρειας Αμερικής, ναι, υπάρχουν, ναι είναι το μέλλον, ναι περιέχουν κόσμους πολύ πιο σημαντικούς και σαφώς πιο πολύμορφους από τη Σλοβακία και τη Σιλεσία και τη Σουηβία και τη Βρετάνη ή τη Θράκη και τη Ρηνανία, το Βένετο και τη Μπαστιά, την Καταλωνία, τη Σικελία και την Κέρκυρα, ή και όοοολα τα ασυνάρτητα χωριουδάκια από τη Μόσχα μέχρι το Σαντιάγο του προσκυνήματος.
Εμένα όμως ο οικείος κόσμος μου είναι τα δε. Όχι τα μεν. Είναι τα Χανιά και το Άμστερνταμ και το Γιορκ κι η Κολωνία και η Νάπολη κι η Κρακοβία κτλ κτλ κτλ ― όχι ο μεγάλος κόσμος εκτός της θνήσκουσας Ευρώπης που επιτέλους αναδύεται κι αναδύεται επώδυνα.
Κι επιστρέφω λοιπόν στο όνειρο ενός κλαμπ με μαρτίνι και ζωντανή ορχήστρα, μορφινομανείς και κόσμο που χορεύει, σεξεργάτριες μερικής απασχόλησης και υπόκοσμο, πολλαπλότητες και αντιφάσεις, καυλωμένα φτωχαδάκια και συνεσταλμένους πλουτοκράτες, ανθρώπους που είναι ο εαυτός τους πριν από οτιδήποτε άλλο, παραισθήσεις ουνιβερσαλισμού κι όλο αυτό το παραμύθι που τελείωσε το 1914 και 1918 και το 1939 και το 1989 και το 2020-κάτι.
Η Ελλάδα το 2026: ένα σκονισμένο κλειστό κατάστημα που δεν το βλέπω να ξανανοίγει ποτέ.
Ο λόγος που κάθομαι και ασχολούμαι είναι γιατί θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος να δικαιωθούν με κάποιον τρόπο η ηλιθιότητα και η αθλιότητα είναι αν και εφόσον προκαλούν αντιδράσεις ώστε να μας αναγκάζουν να αντιλογίσουμε και να αναιρέσουμε τις ηλιθιότητες και τη νομιμοποίηση της αθλιότητας.
ω θε μου: ναρκωτικά!
Ξεκινάμε από τα βασικά: δεν υπάρχει ζημιά, δεν υπάρχει κακό που θα σου κάνει η υπερβολική κόκα που δεν θα σου κάνει το πολύ αλκοόλ ― παρότι, ναι το ξέρω, φαρμακοδυναμικά είναι πολύ διαφορετικές ουσίες.
Γενικότερα πρέπει λίγο να τελειώνουμε με το ουσιοκρατικό παραμύθι των ναρκωτικών, ειδικά δεδομένου ότι μέσα σ’ αυτά τσουβαλιάζουμε από τον εγγυημένο θάνατο της πρέζας και τον εγγυημένο εθισμό του κρύσταλ μέχρι τη γλυκιά μαστούρα που θα σου φέρει η πλέον σχεδόν νόμιμη φούντα.
Ζούμε ακόμα σε έναν κόσμο όπου τα ναρκωτικά είναι συνώνυμα με αυτό που την δεκαετία του 50 και του 60 αποκαλούνταν «ελεύθερος έρως» από τους ηθικοπανικόβλητους: δηλαδή το ένα και μοναδικό φόβητρο, το ένα και μοναδικό μορμολύκειο, ο ένας και μοναδικός παράγοντας που θα επέφερε τη διάλυση και την κατάλυση της κοινωνίας μας.
Είναι σύμπτωμα κυρίως ηθικού πανικού να βγαίνει το 2026 και να μιλάει ο καθένας για ναρκωτικά που σκοτώνουν και καταστρέφουν ζωές και μας απειλούν κτλ κτλ κτλ σε έναν κόσμο στον οποίο πίνουμε πολύ αλκοόλ και ακόμα καπνίζουμε πολλά τσιγάρα.
Να το θέσω κι έτσι: έχω γνωρίσει εκατοντάδες ανθρώπους που τους έχει καταστρέψει το αλκοόλ ή που τους ζορίζει άσχημα, έχω γνωρίσει ανθρώπους που πραγματικά πέθαναν πολύ πρόωρα γιατί κάπνιζαν τρία πακέτα τη μέρα· ωστόσο έχω γνωρίσει τέσσερις-πέντε που δεν το παλεύουν με τη φούντα, ακριβώς έναν άνθρωπο που είναι σκαλωμένος στην κόκα και ακριβώς έναν άνθρωπο που πέθανε από πρέζα.
Θα μου πείτε «ναι ρε, αφού είσαι φλώρος και κάνεις παρέα με καλά παιδιά» και θα σας πω «ναι ό,τι πεις» αλλά κι ότι ακριβώς αυτός είναι ο λόγος που το επισημαίνω: το αλκοόλ κάνει τεράστια και μαζική ζημιά αλλά δεν θα το απαρνηθούμε, και καλώς, ούτε θα το στιγματίσουμε, τουλάχιστον όχι όσο στιγματίζουμε κάποιον που αποφάσισε να στρίψει ένα τρίφυλλο παραπάνω ή, θεός φυλάξοι, να φάει τίποτε χαρούμενο ή να ρουφήξει σκόνες από τη μύτη του.
Γελάω κάθε φορά που διαβάζω κάποιο άρθρο στον Τύπο που περιγράφει τις καταστροφικές συνέπειες του χι ή του ψι, κατά προτίμηση καινούργιου, ναρκωτικού. Παιδιά, μπαρμπάδες του τσίπουρου και φιλαράκια της μπύρας έχετε; Θειάδες που έπιναν βάλιουμ, λεξοτανίλ, ταβόρ και δεν ξέρω τι άλλο ή κόσμο στην παρέα σας που κουμπώνει ζαναξάκια σαν ποπκόρν; Όχι;
Όλος αυτός ο τραγέλαφος των ναρκωτικών που και γενικώς και αδιακρίτως και αμέσως δήθεν εθίζουν και σκοτώνουν συνοδεύεται από την αδυσώπητη σκληρότητα της κοινωνίας μας απέναντι στους τοξικοεξαρτημένους και ειδικά σε όσους προσπαθούν να γλιτώσουν από την πρέζα.
Δείτε πώς με τις ευλογίες αγιασμένων μορφών της αριστεράς υποβάλλουμε τους τοξικοεξαρτημένους σε στεγνά προγράμματα μέχρι να σπάσουν ή μέχρι να σπάσουν. Στο δικό μου το χωριό αυτό λέγεται βασανιστήρια ― αλλά, έλα ω ΚΚΕ, να μας πεις ότι οι κομμουνιστές δεν χρειάζονται ναρκωτικά, αλλά ούτε και ψυχοθεραπεία, αφού όοοοολα αυτά είναι του καπιταλίζμ.
δεν αυτός ο Έλληνας, ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι
Πάμε παρακάτω τώρα στην περίπτωση αυτού του φαιδρού, αστοιχείωτου και θρασύτατου υποκειμένου που κυκλοφορούσε με βεβαίωση σπουδών των λεγομένων κολλεγίων της δεκαετίας του 90 και είχε το θράσος να αντιμιλά και να κορυβαντιά στα ΜΜΕ.
Αντιλαμβάνεστε ότι αφού είπε όσα είπε και κουνήθηκε σκαιά όσο κουνήθηκε, τώρα τα μαζεύει ακριβώς για να ζούμε κι εμείς με τη γλυκιά ψευδαίσθηση ότι μέσα από το κράξιμο στα σοσιαλμήντια μπορούμε να ελέγξουμε αποτελεσματικά την εξουσία, ή έστω ένα από τα εκτεθειμένα τσουτσέκια της εξουσίας.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αυτός ο Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο ανθρωπότυπος του δεξιού ημιμαθούς χωσιματία καταφερτζή, δηλαδή ο ανθρωπότυπος που διάφοροι δεξιοί λόγιοι, ξεκούτιασμένοι πανεπιστημιακοί ή πολύ κεντρώοι και μετριοπαθείς διανοούμενοι θέλουν να ταυτίζουν με αυτό το φρικτό και δύσμορφο τέρας που ονομάζεται Έλληνας.
Λυπάμαι όμως· ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε δεν είναι ο μέσος Έλληνας: ο κύριος Μακάριος πώς-τον-λένε είναι ο μέσος δεξιός, εδώ και πάνω από 80 χρόνια. Φιλαράκια μου, δυστυχώς.
μήπως είσθε αντισημίτης;
Έχουμε φτάσει σε ένα τρομακτικό σημείο στον δημόσιο λόγο, μετά από τρία χρόνια γενοκτονικής μανίας κι ανεξέλεγκτης πολεμοκαπηλίας, στο οποίο δεν μπορούμε να καταγγέλλουμε με φρίκη την ισοπέδωση χωριών στο νότιο Λίβανο ή ακόμα και την ήδη ξεχασμένη ριζική και συθέμελη γενοκτονία της Γάζας ή το διαρκές έγκλημα του γνωστού πολύ δημοκρατικού και LGBT-friendly κράτους στη Δυτική Όχθη του Ιορδάνη επειδή, αν το πράξουμε, είμαστε λέει αντισημίτες.
Πραγματικά δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και μόνο που καλούμαστε να απαντήσουμε κάτι σε αυτό. Και μόνο.
Κατά καιρούς διάφοροι πεφωτισμένοι Aμερικάνοι καταγγέλλουν τον εξεψιοναλισμό των ΗΠΑ αλλά, μα την αλήθεια, ο αμερικανικός χοντροκομμένος εξεψιοναλισμός δεν φτουράει ποσώς μπροστά σ’αυτό το οποίο ζούμε με τις πολιτικές ενός κράτους το οποίο πολύ κομψά και γαλλικά έχει περιγραφεί ως l’État colonial genocidaire.
Γιατί πράγματι μιλάμε για ένα κράτος του οποίου οι πολιτικές ήδη από το 1947, και πλέον ανεξέλεγκτα τα τελευταία 20 χρόνια, συνοψίζονται στο εξής τρίπτυχο: settlement, ethnic cleansing, forced assimilation.
Και μια και τα λέμε εδώ έτσι όμορφα, να τονίσουμε επίσης ότι εθνικό μας φρύδι δεν μας σηκώνεται εδώ στην Ελλάδα στην ιδέα ενός κράτους που βασίζεται στο τρίπτυχο εποικισμός–εθνοκάθαρση–βίαιη αφομοίωση ακριβώς γιατί αυτή είναι η ιστορία και του ελληνικού κράτους από το 1821 μέχρι σήμερα, ειδικά μετά από κάθε μία από τις διαδοχικές επεκτάσεις του ― ω συγγνώμη, ενσωματώσεις κιαπελευθερώσεις ήθελα να πω.
Από την άλλη, ναι, μπορεί το ελληνικό κράτος και τα περισσότερα σύγχρονα κράτη να έχουν βασιστεί σε αυτό το τρίπτυχο για να, χμ, αναπτυχθούν αλλά στην περίπτωση του κράτους του οποίου ο εθνικός ύμνος ονομάζεται Η ελπίδα το τρίπτυχο αυτό έχει αναχθεί σε βιομηχανία: μια βιομηχανία ποτισμένη με αμφεταμίνες — μιλώντας είτε κυριολεκτικά είτε μεταφορικά, για να το συνδέσουμε και με τα παραπάνω.
αχ, πού ‘σαι Γιάννη Χάρη να τους κράξεις;
Τέλος, και αυτό είναι τρεις με τέσσερις τάξεις μέγεθος μικρότερο πρόβλημα από τα προηγούμενα, έχουμε γεμίσει εξυπνάκηδες και ψωνισμένους οι οποίοι θέλουν να επιμένουν ότι η γενική του ονόματος Μυρτώ είναι της Μυρτούς.
Εγώ προσωπικά προσβάλλομαι όταν ακούω τέτοια πράματα, αλλά σκασίλα σας και δικαίως σκασίλα σας.
Στο κάτω κάτω, από ένα σημείο και μετά, από μια ηλικία και μετά, αν προτιμάτε, πρέπει να επιλέξουμε προσωπικά τι θα κρατήσουμε από τα γνωρίσματα και τις αστοχίες της όποιας συλλογικής ταυτότητάς μας και να πορευθούμε με όσα θα επιλέξουμε. Αυτή η διαδικασία δεν είναι ούτε αίρεση ούτε εκλεκτικισμός, απεναντίας αναγκαζόμαστε να επιλέξουμε τι θα κρατήσουμε και τι θα απορρίψουμε ώστε να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως κοινωνικά όντα με επιτυχία (και με ευτυχία ενδεχομένως), ακριβώς για να μην αναγκαστούμε να παραδοθούμε στον φουλ ατομικισμό και στην περιδίνηση που σε ρίχνει ο σολιψισμός.
η κατάργηση των προφητειών
Η εποχή παραδόξως απαιτεί να σιγήσουν οι προφητείες, παρά το γεγονός ότι έχει πληθυνθεί γύρω μας η αδικία και το ψέμα και ο γενικευμένος παραλογισμός στην υπηρεσία της κάθε εξουσίας. Προφητεία, με την αρχική έννοια, σήμαινε να φανερώνεις το σωστό και να διακηρύσσεις τη δικαιοσύνη: να γίνεσαι η φωνή της αλήθειας κι όχι απαραιτήτως να προλέγεις ή να μαντεύεις τα μελλούμενα.
Στην εποχή τη δική μας πάντως η φωνή της αλήθειας μια χαρά μπορεί να ακουστεί από όποιον έχει διάθεση να την ακούσει, όσο και να τη φιμώνουν εκείνοι που διαφεντεύουν τα μεγάλα στάδια και τα υψερεφή θέατρα των μέσων.
Επιπλέον κανείς μας δεν έχει καμιά υποχρέωση ή δυνατότητα να γίνει η φωνή των αδύνατων και των κατατρεγμένων, ωστόσο έχουμε υποχρέωση να τους αφήσουμε να ακουστούν οι ίδιες και οι ίδιοι ― ακριβώς όπως τα λέει ο Χάντερ.
η παύση των γλωσσών
Απ’ ό,τι φαίνεται, ό,τι νομίζουμε πως ξέρουμε για τη γλώσσα είναι λάθος. Αυτό πάλι δεν φαίνεται να μας έχει εμποδίσει από το να έχουμε σπουδαιοφανείς γνώμες για αυτό ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα. Παραμένουμε αν μη τι άλλο σε μια σχεδόν μαγική συνθήκη κατά την οποία νομίζουμε ότι η γλώσσα είναι κάτι υπερβατικό κι υπερούσιο που αγκαλιάζει το σύμπαν ή και τον ίδιο τον Νου του Θεού.
Από την άλλη, πόσο ωραία είναι η σιωπή που ακολουθεί όταν κάποιοι το βουλώνουν.
η κατάργηση της γνώσης
Γενικά, στον κόσμο των σοσιαλμήντια η γνώση δεν προηγείται της γνώμης: κάλλιστα μπορούμε να διαθέτουμε και να διαλαλούμε άποψη χωρίς να έχουμε την παραμικρή ιδέα για το θέμα πάνω στο οποίο εκφέρουμε άποψη.
Αυτό το ιδιόμορφο προνόμιο των ανθρώπων της εποχής μας (αυτού του μαλακισμένου 21ου αιώνα) συνοδεύεται από την πλήρη αποδυνάμωση κάθε έκκλησης για «ντροπή» και κάθε μα κάθε επίκλησης για έλεος. Δεν υπάρχει τσίπα, δεν υπάρχει έλεος ― και βεβαίως δεν υπάρχει ντροπή. Αυτό που μετράει είναι πόσο δυνατά και με πόση παρρησία θα πει κανείς και θα διαπράξει κανείς όσα έχει κατά διάνοια.
Ίσως ακούγομαι νοσταλγικός. Κακό: η νοσταλγία μάλλον αποτελεί την πρώτη ένδειξη πως έγινες κι εσύ μπάρμπας. Ίσως πάλι να ήταν πιο γαμάτο να ζεις στη ρωμαϊκή Βρετανία από το αιματοβαμμένο λασπουριό των ημιμαθών Αγγλοσαξόνων που ακολούθησε.