Αν και δε θα την έλεγα αϋπνία, είχα μια ελαφρά δυσκολία να κοιμηθώ χτες βράδυ. Θυμήθηκα τη νύχτα των Ιμίων. Τη νύχτα κατά την οποία πολλοί πίστευαν ότι έπρεπε να έχει βρυχηθεί η Ελλάδα. Ωστόσο, αντίθετα με διάφορους αετούς, λέοντες, λύκους, αρκούδες, η Ελλάδα ποτέ δεν ταυτίστηκε συμβολικά με κάποιο ζώο, πολύ περισσότερο με ζώο που κρώζει, βρυχάται ή μουγκρίζει.
Τη νύχτα των Ιμίων ήμουνα σε ένα πάρτυ στο σπίτι της (βασικής) πρώην, ήταν ουσιαστικά η τελευταία φορά που συνυπήρξαμε σε κοινωνικά συμφραζόμενα. Η μητέρα της, μια κυρία με μονίμως νοσταλγικό βλέμμα, είχε φτιάξει γαρίδες κοκτέιλ (είμαι σοβαρά γαριδόφιλος), ενώ ο πατέρας της — που δε με ενέκρινε καθόλου — εξαφανίστηκε μετά από σύντομη χειραψία.
Ήμουν πάρα πολύ ανήσυχος λόγω της κατάστασης στα Ίμια. Ο τρόπος που συζητούσαμε το ζήτημα (σχεδόν όλοι πρώην συμφοιτητές) εκείνη τη βραδιά ήταν λίγο αποστασιοποιημένα, λίγο ακαδημαϊκά, λίγο ανεδαφικά — σαν την κάπως ανάξια νεολαία σε μυθιστορήματα τύπου Αργώ και Αστροφεγγιά, που ευαγγελίζεται τη συντριβή του Κεμάλ και την πτώση της Αγκύρας.
Ακόμα πιο ανήσυχος ήμουνα γιατί ένιωθα ότι παρακολουθούσα την τελετή λήξης μιας σχέσης, της δικής μου. Προσπαθούσα να κρατήσω την ισορροπία μου με προσεκτικά δοσολογημένες βότκες.
Η νύχτα προχωρούσε κι εγώ παρακολουθούσα επιθυμώντας την κοπέλα σαν να μην ήταν κάποια με την οποία περάσαμε χρόνια μαζί, παρά σαν κάποια που μόλις είχα γνωρίσει και δε θα αποκτούσα ποτέ. Ήδη δούλευα στις φριτέζες και στον πάγκο παρασκευής κι εκεί είχα γνωρίσει κάποια άλλη — μόνο η βότκα μ’ έκανε εκείνες τις ώρες του πάρτυ να τα βλέπω όλα ναι μεν ξεκάθαρα, αλλά σίγουρα φιλτραρισμένα μέσα από ευσεβείς πόθους.
Περίπου την ώρα που έπεφτε το ελικόπτερο, σε μια κρίση αλκοολογενούς παλιμπαιδισμού, κάποιος πρότεινε Αλήθεια ή Θάρρος. Φυσικά, όλοι διάλεγαν Αλήθεια (θυμηθείτε πού ζούσαμε). Ήρθε κάποτε η σειρά μια κοπέλας από τη Λαμία, ή από κάπου εκεί γύρω, με μεγάλα κατάμαυρα μάτια, μικρό δέμας, λευκό δέρμα και αδιάκοπες σιωπές. Η πρόκληση για αυτήν ήταν να μιλήσει για μια φαντασίωσή της. Περιέγραψε αφηγηματικά ένα τρίο που θα ξεκινούσε ηδονοβλεπτικά και θα κατέληγε συμμετοχικά. Με την πρώην κι εμένα.
Επειδή, να μην επαναλαμβάνομαι, δεν είμαστε παιδιά των λουλουδιών — ή έστω των ταγαριών — αυτή η εξόμολογηση διασκόρπισε τους συμμετέχοντες στο πάρτυ, το οποίο βρισκόταν σε ύφεση έτσι κι αλλιώς, αποτελεσματικά και ταχύτατα. Περπάτησα στο σπίτι (έμενα 8 λεπτά από την πρώην) σχεδόν μεθυσμένος και σαστισμένος.
Την πρώην την ξαναείδα για τελευταία φορά το 2004. Μου χάρισε την μπλε μασκώτ των Ολυμπιακών με τα μεγάλα ποδάρια, τον Φοίβο.

Όταν ήμουνα πιτσιρικάς δεν ήξερα τι δουλειά ήθελα να κάνω όταν θα μεγάλωνα. Η αμηχανία μου περί τα επαγγελματικά συνεχίζεται: δεν ξέρω ακριβώς τι δουλειά κάνω, παρότι στο πρόσφατο παρελθόν δήλωσα, κάπως παραπειστικά, 



