Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Με τον φακό του Sraosha IV

Προηγούμενες δόσεις:
Ι, ΙΙ, επίμετρο της ΙΙ, ΙΙΙ.

Πάμε λοιπόν.

1.
Το πρώτο χωρίς σχόλιο:

2.
Από εκεί κοντά επίσης, προσέξτε την απόδοση του ελληνικού ονόματος ‘Φρειδερίκος Γκαρσία Λόρκα’ με λατινικούς χαρακτήρες (‘Freiderikou Gkarsia Lorka’). Όπως και στην Αθήνα.

3.
Πιο κάτω βλέπετε μια φωτογραφία του κατάλληλου μερους για να αποκτήσετε κι εσείς αυτό το λουκ ‘τζίζους’ που πάντα ονειρευόσασταν.
(Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η ορθογράφηση του ‘Χρήστος’ με ήτα είναι ορθογραφικό ταμπού, για να μη φαίνεται το ίδιο με το ‘Χριστός’. Στην Κύπρο δεν το έχουν το ταμπού αυτό.)

4.
Εδώ βλέπετε την πινακίδα του κυριλλέ εστιατορίου στην ταράτσα του κτηρίου της Τράπεζας Κύπρου στην Παλιά Λευκωσία (η Τράπεζα έχει κι ένα μαυσωλείο που δεσπόζει ενός λόφου πιο έξω). Έχει τηρηθεί η ιστοριοπρεπής ορθογράφηση με ‘ph’ αλλά, στο μεθύσι τους απάνω, αναδιπλασίασαν το ‘ne’. Ουστ, νενέκοι, ε νενέκοι.

5.
Το επόμενο χρειάζεται λίγη προσοχή. Εδώ βλέπετε την πρόσοψη ψιλικατζίδικου σε κεντρικότατο δρόμο της Λευκωσίας. Λέει ‘περίπτερο’ γιατί έτσι λέγονται τα ψιλικά εδώ. Κάτω από τη λέξη ‘περιοδικά’ έχει το εξώφυλλο ενός περιοδικού. Ποιου περιοδικού; Πλησίασα μια φορά να δω και πάνω το εξώφυλλο έγραφε κάτι προστυχιές, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αναπαραγάγω, αφού μας διαβάζει και η μαθητιώσα νεολαία. Ωστόσο συγκράτησα το όνομα του περιοδικού: ‘mPink Woman’.

Με μια απλή αναζήτηση στα δίχτυα του Διαδικτύου, βρήκα το εξώφυλλο-παρωδία, όπως άλλωστε είχε κάνει και ο γραφίστας που έφτιαξε την πρόσοψη του έρμου του ψιλικατζή:

Ούτε ο γραφίστας πρόσεξε την παρωδία, ούτε ο πελάτης του, μάλλον. Πάντως, δε φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε κανείς στον ψιλικατζή, αφού, μήνες μετά, η πρόσοψη είναι ακόμα εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι στη Λευκωσία περπατούν μόνο:
α) αλλοδαποί
β) εγώ
γ) ο γνωστός Cypriot celebrity Δημήτρης Τ.

6.
Το τελευταίο θέμα είναι λίγο κουλτουριάρικο: αυτό το σπίτι στη Λευκωσία συνοψίζει για μένα ολόκληρη την κυπριακή εμπειρία: συγκρότημα κατοικιών ντιζαϊνάτο, σχεδόν αυτό που λέμε ‘αρχιτεκτονιά’. Όμως, ατσούμπαλο, αφού με τον μονοκόμματο πάνω όροφο (μάλλον του ιδιοκτήτη) μοιάζει με το Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα. Επίσης: δίπλα στο κάλλος και στη δημιουργική χάρη του συγκροτήματος βρίσκεται η όλο σκόνη αλάνα όπου οι περίοικοι παρκάρουν τα αμάξια τους (και η οποία σύντομα θα χτιστεί). Επίσης: τα παράθυρα δεν έχουνε πατζούρια ενώ ένα μόνο μπαλκόνι έχει τέντες, σε μια χώρα όπου ο ήλιος βαράει αλύπητα. Μου εξήγησαν ότι τα πατζούρια είναι ντεμοντέ (κι ας κρατάνε τη ζέστη έξω από το τζάμι, αντίθετα λ.χ. με τις κουρτίνες). Τέλος: το αλουμίνιο, το κούφωμα φετίχ της ελληνικής επαρχίας και της Κύπρου, δεσπόζει φυσικά, με το πρόσχημα ενός, ας πούμε, μεταμοντερνιστικού κλεισίματος ματιού (θε μου σχώρα με).

7 (μπόνους).
Αυτή μου την καλλιτεχνική φωτογραφία την ονομάζω:

«Εσωθήκεμε, κουμπάρε!»

Καλή βδομάδα.

Καυτός Πάγος

Η Μεγαλόνησος (για την οποία ετοιμάζω ακόμα ένα συγκλονιστικό φωτορεπορτάζ) παρέχει χαρές και συγκινήσεις με το σταγονόμετρο. Άχαρος τόπος, στεγνός, σκονισμένος, δέσμιος γερόντων γλοιωδών ή ήδη μουμιοποιημένων.

Έχει όμως να προσφέρει κάτι απρόσμενα πλούσιο: θέατρο. Στο νησί ανεβαίνουν πολλά θεατρικά έργα κάθε σαιζόν, ντόπιες παραγωγές επί το πλείστον. Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες παραστάσεις της ζωής μου τις έχω δει από τις τρεις σκηνές του Θεατρικού Οργανισμού Κύπρου: Μήδεια της Κρίστα Βολφ, Επιτρέποντες του Μενάνδρου, Ορλάντο της Γουλφ (πειραγμένο από τη Λέα Μαλένη), Σχοινοβάτη του Ζενέ, On/Off των Μαλένη-Ροδοσθένους. Επίσης, το θέατρο Ένα (ιδιωτικό, επιδοτούμενο) ανέβασε πρόσφατα ένα πολύ δυνατό Equus και — φέτος — το Καμπαρέ με έναν θεαματικό Διομήδη Κουφτερό ως τον MC. Παράλληλα, αναδύονται νέα ταλέντα, όπως διαπιστώσαμε από τα δύο πειραματικά δραματικά χάπενινγκ της Κατερίνας Λούρα. Τέλος, έρχονται κατά καιρούς πολλές ‘μικρές’ παραστάσεις από την Ελλάδα. Από θέατρο πάμε καλά.

Φυσικά, μέσα σε μια σαιζόν μπορεί κάθε θίασος (κι είναι πολλοί) να ανεβάσει τρία με τέσσερα έργα: το κοινό είναι πεπερασμένο σε ένα υπόλειμμα κράτους με πληθυσμό 700.000. Ωστόσο τα θέατρα είναι πάντα γεμάτα, ανεξαρτήτως αν το έργο είναι ‘εύκολο’ ή ‘δύσκολο’. Π.χ. στάθηκε αδύνατο να βρω εισιτήρια για τους Έρωτες της κυρίας Μαγκουάιαρ

Κατά καιρούς ο ΘΟΚ καλεί σκηνοθέτες από την Ελλάδα για να ανεβάσουν παραστάσεις. Μερικές φορές, το αποτέλεσμα είναι παραστάσεις χωρίς ισορροπία, ενότητα ή και ειρμό. Αυτό μπορεί εν μέρει να οφείλεται στον (αποικιοκρατικά) φετιχιστικό-μουσειακό ιδεασμό του μέσου Έλληνα διανοούμενου απέναντι στην Κύπρο.

Ωστόσο, αυτές τις μέρες παίζεται ο Καυτός Πάγος (Frozen) της Bryony Lavery στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ. Σκηνοθέτης, ακόμα ένας φιλοξενούμενος από την Ελλάδα, ο Τάκης Τζαμαργιάς. Το έργο παρακολουθεί τις ζωές ενός παιδεραστή φονιά, της μάνας ενός θύματός του και μιας ψυχιάτρου-νευρολόγου που μελετάει την περίπτωση του ψυχοπαθούς φονιά. Το κείμενο δραματικά δεν είναι κανένα αριστούργημα, ούτε ιδιαίτερα ζυγισμένο. Ευτυχώς, παρότι εντάσσεται στην παράδοση Sarah Kane και Caryl Churchill, δε διαθέτει επί σκηνής φρου-φρού που ταράζουν και χαράζονται στη μνήμη ακριβώς επειδή, λ.χ., δεν έχεις ξαναδεί βιασμό εφήβου επί σκηνής. Αντίθετα, η βία του έργου είναι υπόκωφη, ύπουλη, καθημερινή αλλά και εύκολη. Οι χαρακτήρες τρίβονται πάνω στο πέρασμα του χρόνου όπως τα παιδικά γόνατα πάνω στο χαλίκι. Ο τρόμος και το σοκ δε βρίσκονται ούτε σε αναπαραστάσεις ούτε σε περιγραφές βίας, παρά σε άλλα: στην όλο στοργή φωνή του παιδεραστή δολοφόνου που επιθεωρεί τη συλλογή του με παιδοφιλικές πορνοταινίες ή στην κατάψυχρη επαγγελματική επιμονή του όταν πιάνει την κουβέντα στο κορίτσι της μάνας (και θύμα του).

Ο πρώτος άθλος του Τζαμαργιά βρίσκεται στην καθοδήγηση των ηθοποιών: ο Τσουρής (δολοφόνος) και η Καμμένου-Σιαφκάλλη (μάνα) με ρούφηξαν μέσα στον ψυχισμό των αντίστοιχων χαρακτήρων, όπως περίπου στο Being John Malkovich μπαίνουμε στο καύκαλο του φαλακρού ηθοποιού, αλλά πιο αβυσσαλέα και τρομακτικά. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό.

Ο δεύτερος άθλος: το χτίσιμο ενός βασανιστικού αλλά όχι καταιγιστικού ρυθμού (όπως ο ρυθμός της ίδιας της ζωής, δηλαδή), ενός ρυθμού που αναδεικνύει χαρακτήρες και ψυχισμούς και τρόμους αρχέγονους οι οποίοι αποζητούν να καθαρθούν και όχι τα ίδια συμβάντα — συμβάντα κάποτε μπανάλ ή σπαρακτικά και επιδεκτικά μελό αποδόσεων. Η τρυφερότητα αναβρύζει σε ελάχιστα σημεία στην περάσταση, αλλά σαν παρήγορη πηγούλα κι όχι σαν γλυκερή μαυροδάφνη που ζαλίζει.

Ο τρίτος άθλος του σκηνοθέτη βρίσκεται στο ότι εξισορροπεί ένα κείμενο που ακροβατεί μεταξύ δύο στόχων: από τη μια της δοκιμιακής πραγμάτευσης της ψυχοπάθειας (μέσα από μια επιστημονική ανακοίνωση της ψυχιάτρου-νευρολόγου) με τρόπο που θυμίζει λίγο το Copenhagen του Frayn, και από την άλλη της δραματικής διαπραγμάτευσης με τον πόνο, τη φρίκη και την απώλεια. Με τη σκηνοθεσία του ο Τζαμαργιάς καλύπτει τα στριφώματα που συνέχουν το μπρεχτικό-δοκιμιακό και το αριστοτελικό-καθαρτικό κομμάτι του έργου, δίνοντας στο κοινό την αίσθηση ότι μπροστά στο μάτια του ρέει ένα συνεχές δράμα, χαμένα χρόνια βίων παράλληλων, με τη συγχώρεση (αλλά και τη λύση του Ισκαριώτη) να υπερνικούν την «αντικειμενική» ματιά του επιστήμονα για να παράσχουν στο τέλος αυτό που οι αμερικάνοι αρέσκονται να αποκαλούν ‘closure’.

Εφήμερη τέχνη το θέατρο, άμα βρεθείτε ή βρίσκεστε στην Κύπρο, μη χάσετε αυτόν τον θρίαμβο του θεάτρου επί του γραπτού κειμένου που υπογράφει ο Τζαμαργιάς.

Πορνοκράτες

Θα τα πω απλά για να μην παρεξηγούμαι: Κακώς φωνάζει η Εκκλησία για το σύμφωνο. Πρέπει να μάθει ότι το κράτος είναι άλλο και η Εκκλησία άλλο. Άλλωστε νομική κατοχύρωση της ‘πορνικής’ συμβίωσης επήλθε το 1982 με τον καταραμένο πολιτικό γάμο.

Επίσης, κακώς κάκιστα παραπονιούνται και φωνάζουν όσοι διαμαρτύρονται για τη χρήση του όρου ‘πορνεία’ από τη Σύνοδο στην καταδίκη του συμφώνου. Ο όρος ‘πορνεία’ είναι πανάρχαιος τεχνικός όρος της χριστιανικής ποιμαντικής, ο οποίος στα λατινικά αποδίδεται ως fornicatio. Είναι προσβλητικός ο όρος πορνεία; Φυσικά, αφού χαρακτηρίζει μια αμαρτία. Είναι πάγια θέση της χριστιανοσύνης ότι ο έρωτας εκτός γάμου (και εντός γάμου σε πάρα πολλές περιπτώσεις) είναι κολαστέος. Και σε αυτή τη ζωή (με στέρηση μετάληψης κτλ.) και στην επέκεινα. Τελεία. Κάποιοι το συνειδητοποιούν το 2008. Κακώς: ο βασικός λόγος που ο ‘χριστιανικός’ κόσμος γυρίζει την πλάτη στη «θρησκεία της αγάπης» εδώ και 300 χρόνια δεν είναι ο Βολταίρος, ο Νίτσε ή ο Ντώκινς (χα!). Είναι γιατί δεν ανέχεται άλλο να ποινικοποιούνται οι επιθυμίες και η ανθρώπινη φύση, είναι λόγω της στανικής ταύτισης της ιδέας του έρωτα με αυτήν της γαμήλιας αγάπης.

Όσοι θέλουν να ζητήσει συγγνώμη η Σύνοδος λησμονούν δύο πράγματα:

α) Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι χριστιανική εκκλησία. Και δη η πιο ‘αυθεντική’ και δυσκίνητη. Όσοι χαζοχαρούμενοι νόμισαν τη δεκαετία του ’80 ότι μπορούνε να «πορνεύουν» επειδή δεν είναι καθολικοί είναι, σε αυτό το θέμα, χαζοχαρούμενοι. Μπορεί ενδεχομένως η Μητέρα Εκκλησία να ανεχθεί («κατ’ οικονομίαν») τον αμαρτωλό που δεν έχει κόψει το εξωγαμιαίο σεξ. Αλλά πρόκειται απλώς για ‘καρτερική’ ανοχή του αμαρτωλού, για ποιμαντική τακτική της Εκκλησίας μέχρι να έρθεις στα νερά της.

β) Προσβάλλεται η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων που αποκαλούνται ‘πόρνοι’ επειδή δε μετανοούν που κάνουν έρωτα; Κακώς. Προσβαλλόμαστε τα δισεκατομμύρια γουρουνοφάγων επειδή το Ισλάμ και ο Ιουδαϊσμός μάς θεωρούνε μιαρούς (και μάς βρίζουν αναλόγως); Εάν ναι, κακώς. Πεποιθήσεις είναι αυτές… Τελικά, η βαθύτερη αγωνία για το τι λέει η Σύνοδος εδράζεται στο ότι περιμένουμε ότι η Ορθοδοξία ‘μας’ θα συμμεριστεί τις αγωνίες μας κι ότι θα συμπορευτεί με την ανθρώπινη φύση (όχι με την ‘εποχή’). Ιδίως τώρα με τον νέο Αρχιεπίσκοπο κτλ. Κακώς, κάκιστα. Να είστε κι ευχαριστημένοι που δε σας καταδικάζει στην πολυτεκνία και την έκθεση στο AIDS, όπως οι καθολικοί αδερφοί.

Σταματώ εδώ για να μην προχωρήσω σε αναλύσεις και τέτοια.

Σαν υποσημείωση: το επιχείρημα ότι ο ‘ελεύθερος έρως’ καταδικάζεται γιατί μπορεί να γίνει πηγή αποξένωσης (!), πόνου και δυστυχίας είναι τουλάχιστον αφελές και σίγουρα υποκριτικό: καταδίκασε ποτέ καμμιά εκκλησία το χρήμα ή τον θεσμό του κράτους;

and the home of the brave

Προοίμιο

Ας αφήσουμε κατά μέρος τις κυβερνήσεις και τα κράτη. Ας προσπαθήσουμε να δούμε τους ανθρώπους και την κοινωνία καθ’ εαυτά. Θα προσπαθήσω να κάνω κάποιες γενικές παρατηρήσεις για την ιδιοσυγκρασία των Ευρωπαίων και των Αμερικάνων. Αυτές οι παρατηρήσεις ξεκινούν από πολλές πηγές. Θα συζητήσω δύο. Δεν πρόκειται ούτε για επιστήμη, ούτε για σοβαρή μελέτη: το πέταγμα και το ξέσκασμα ενός ανθρώπου που δουλεύει και σαββατοκύριακα είναι, σήμερα έκλεισα επτάωρο. Από καλό έχω πατηθεί να ποστάρω, νομίζετε;

αόρατος θίασος να περνά

Η πρώτη πηγή, το ‘νέο’ αμερικανικό σινεμά. Έχετε παρατηρήσει πόσες κολοσσιαίες ταινίες έχουν βγει από την Αμερική τελευταία; Ιδίως το No Country for Old Men είναι μια ταινία μπεργκμανικών ρυθμών, ταρκοφσκικής νοοτροπίας, σαρακοστιανής πλοκής, γκονταρικού μοντάζ κι ασ’-τα-να-πάνε διαλόγων. Μια ταινία που με στοίχειωσε. Και προηγήθηκαν (τυχαία παραθέτω από μνήμης) και πάμπολλα μικρά διαμάντια όπως το Monsters Ball, το Syriana, ο Επίμονος Κηπουρός, το Seraphim Falls (‘Εχθροί για πάντα’), η παραληρηματική εισαγωγή του Michael Clayton. Το αμερικανικό σινεμά θριαμβεύει, καλλιτεχνικά εννοώ: ακόμα και οι χωμένοι μέσα στο σύστημα αδερφοί Κοέν βγάζουν ταινίες μεγάλες και ‘δύσκολες’ μέχρι και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, κάνουν ευρωπαϊκό σινεμά ενώ στην Ευρώπη ψάχνουμε τις ανεξάρτητες παραγωγές με το κλεφτοφάναρο όταν δεν υφιστάμεθα κουρελούδες τύπου ‘Ελ Γκρέκο, ο ζωγράφος του Θεού’, ντενεκέδες όπως ‘η Βασιλεία των Ουρανών’ και ιλουστρασιόν κατηχητικά όπως το ‘Νησί’ . Οι Ευρωπαίοι θέλουν εικαστικά όμορφα κάδρα και την Ιζαμπέλ Υπέρ, οι Αμερικάνοι κάνουν σινεμά — διαβάστε το Σμιλεύοντας τον Χρόνο του Ταρκόφσκι και θα δείτε τι εννοώ. Μέχρι κι ο Φον Τρίερ έχει πλεόν χάσει τη μπάλα. Κινηματογραφικά, ό,τι καλύτερο έχει να δείξει η Ευρώπη είναι αμερικάνικο πια. Το άξεστο Λάτιο μάς τη φόρεσε, και κινηματογραφικά.

anything goes

Η δεύτερη πηγή, οι φίλοι. Έχω αμερικανούς φίλους και πολλούς αμερικανούς γνωστούς. Επειδή είμαι ένας χολερικός-μελαγχολικός ευρωπαίος, τους βλέπω απ’ έξω και μου φαίνονται ίδιοι πάνω-κάτω (όπως βλέπουν εμάς οι απωανατολίτες όλους ίδιους, και γελάνε). Πρώτα-πρώτα η αιτίαση ‘χαζοί’, ‘αμόρφωτοι’, ‘επιφανειακοί’ καταρρέει μόλις γνωρίσει κανείς, ξέρω γω, τι να πω: Ιταλούς ή Βρετανούς τουρίστες στην Ελλάδα, Γερμανούς τουρίστες στην Ιταλία, Γάλλους τουρίστες στην Ισπανία, Άγγλους τουρίστες στη Γαλλία, Ισπανούς τουρίστες στην Αγγλία… Απλώς οι Αμερικάνοι δεν ποζάρουν: είναι μαθημένοι να είναι ο εαυτός τους, που λέμε.

Ένα το κρατούμενο αυτό, η έλλειψη πόζας. Το δεύτερο, τώρα: μέρος της επιτυχίας των αμερικάνων στην προσωπική τους βιοτή είναι η ευελιξία τους. Οι Ευρωπαίοι μεγαλώνουμε με ξεκάθαρες ιδέες για το ποιοι είμαστε, ποια είναι η θέση μας. Αποζητούμε τη σταθερότητα, την παγίωση, την αποκατάσταση. Αυτό πολλές φορές οδηγεί στην αποτελμάτωση, στην πάκτωση, στη στάση. Τους Αμερικάνους τους διακρίνει μια πρωτεϊκή κινητικότητα: αλλάζουνε δουλειές, (ξανα)σπουδάζουν στα 35, στα 40, στα 50, μετακομίζουν σαν τρελοί, παντρεύονται εύκολα, γεννάνε κουτσούβελα, χωρίζουν εύκολα. Ένας κολλητός μου δούλευε για την Cisco στο Σαν Φρανσίσκο, αγόρασε σπίτι, έκανε παιδί. Μετά βρέθηκε κάτι καλύτερο στο Πόρτλαντ, ξεσηκώθηκε, έπιασε τώρα ένα δρακουλόσπιτο Νόρμαν Μπέιτς και το ανακαινίζει εκ βάθρων. Η γυναίκα του, μεσοαστή καθηγήτρια γαλλικών ξαναπήγε στο πανεπιστήμιο στα 30-παρά για να μάθει νέα τέχνη, κομπιουτερική… Άλλη φίλη αμερικάνα πέρασε από ορθόδοξη μοναχή, από βιβλιοθηκάριος, από υπάλληλος του Μουσείου Ολοκαυτώματος, από mature φοιτήτρια στο Χάρβαρντ… Άλλη γνωστή άφησε την πάτρια Φλόριντα για να δουλέψει τηλεφωνήτρια στην Καλιφόρνια μη γνωρίζοντας ψυχή. Χωρίζοντας μετακόμισε στο Φοίνιξ με τον έφηβο γιο της και τον γκόμενο. Κι άλλα πολλά παραδείγματα. Λίγο να έχετε δει τιβί, καταλαβαίνετε ότι οι αποφάσεις πίσω από αυτά και τα παρόμοια είναι αντίστοιχες ενός Έλληνα ο οποίος — ξέρω γω — μετακομίζει από χωρίου εις χωρίον στην Ελλάδα χωρίς να είναι δημόσιος υπάλληλος ή στρατιωτικός, αλλάζει δουλειά κάθε πέντε χρόνια και δεν περιμένει χαρτζιλίκια και μπεϊμπισίτιση από τη μαμά του. Αλλά οι ευρωπαίοι παθαίνουμε παλούκωση μόλις παντρευτούμε, βρούμε δουλειά, κάνουμε παιδιά. Μόνον οι σκανδιναβοί μοιάζουν κάπως στους αμερικάνους.

Αυτή η πρωτεϊκή ευελιξία σχετίζεται με την πρωτοτυπία και την πολυμορφία και την παραγωγικότητα των αμερικάνων σε όλα τους. Οι άνθρωποι απλώς δεν κωλώνουν: ο αρχικαπιταλίστας Ροκεφέλερ έβαλε τον μεξικάνο αρχικομμούνη Ντιέγο Ριβέρα να του διακοσμήσει το μαγαζί, κι όχι τώρα πρόσφατα. Η προσωπική ιδεολογία των περισσότερων αμερικάνων είναι το ‘anything goes’: όλα παίζουν.

Τα είπα όλα αυτά στον φίλο μου τουπίκλην Κωνσταντίνο. Πανεπιστημιακός καθηγητής και πρώην σεφ, πρώην αλήτης γκομενάκιας χασικλής και νυν οικογενειάρχης, πρώην βαπτιστής του Νότου και νυν ορθόδοξος (αλλά άθρησκος, φυσικά), έχει ζήσει στο Παρίσι, σε διάφορα μέρη στις ΗΠΑ, στην Καλλιθέα, στη Λευκωσία. Συμφώνησε. Πρόσθεσε όμως το εξής: ακριβώς αυτή η πρωτεϊκή ιδιότητα του μέσου αμερικάνου, ο ψυχολογικός νομαδισμός του, τον οδηγεί στο να μην έχει σταθερές φιλίες ή σχέσεις: «Μόλις μετακομίσεις από κάπου, τους ξέχασες όλους και σε ξέχασαν όλοι. Όσο είσαι παρών θα σου εμπιστεύονται τα σώψυχά τους, μόλις βάλεις τα έπιπλά σου στο φορτηγάκι, διαγράφτηκες. Δεν υπάρχεις πια.»

Εκείνος προτιμάει το (βορειο)ευρωπαϊκό ντάρμα: δύσκολα κάνεις φίλους αλλά παραμένουν φίλοι για πάντα. Για να είμαι ειλικρινής, κι εγώ προτιμώ το βορειοευρωπαϊκό ντάρμα. Άλλωστε οι περισσότεροι φίλοι μου πια είναι από εκεί γύρω, ενώ οι τάξεις των Ελλήνων φίλων αραιώνουν. Άλλωστε, στην Ελλάδα, στο θέμα φιλία, είμαστε τελικά λίγο αμερικανάκια, ε; Για την Κύπρο ας μην πω: μετά από 6 χρόνια, μόλις τρεις άνθρωποι σώζουνε το δείγμα. Χρυσοί και οι τρεις τους, ωστόσο.

Αυτο-μώμος

13041212_10153826573254093_5477797738916371214_o
Είσοδος λιβανέζικου εστιατορίου. Ναι, εστιατορίου.

Ένα θέμα για το οποίο έχω ξαναγράψει επιδερμικά αλλά βαριέμαι να ψάξω τις παραπομπές.

Το φθινόπωρο του 1997 πήγα στη Σαλονίκη με την ταχεία των 23:59 για τη συναυλία των U2. Ήτανε μια από τις πιο αστείες και όμορφες περιπέτειες που έχω ζήσει. Φτάσαμε στο λιμάνι αφού είχε τελειώσει ο Πορτοκάλογλου κι είχανε βγει οι Ιρλανδοί. Ωραία, αξιοπρεπής και δυνατή συναυλία. Κάποια στιγμή απευθύνεται ο Μπόνο (ο φίλος του Πάπα, για τους νεώτερους που μας διαβάζουν) στο τρελαμένο κοινό: «Ώρα για πραγματικό ροκ εν ρολ τώρα!» Σκουξιές κι αλαλαγμοί. Κι αρχίζουν το Sugar Sugar. Σε μια εκτέλεση πραγματικά bubblegum. Η κοπέλα κι εγώ βάλαμε τα γέλια αλλά αμέσως μας κόπηκαν: νιώσαμε τη σιωπηρή παγωμάρα γύρω μας. Μούγκα. Αμηχανία. Κοιτούσαμε βλέμματα γύρω μας: απορημένα, σαστισμένα, σχεδόν παρεξηγημένα. Το συγκρότημα στη σκηνή κουνιόταν και χοροπηδούσε σαν τους Monkeys αλλά ο κόσμος φαινόταν να έχει πλέον σκοτοδίνες κι αναγούλες. ‘Μα γιατί το κάνουν αυτό;’

«Ο Έλληνας δεν καταλαβαίνει τον αυτοσαρκασμό, δεν τον καταλαβαίνει με τίποτα», είπε η κοπέλα.

Τόσα χρόνια μετά, έρχομαι κι εγώ να συμφωνήσω: ο σημαντικότερος παράγοντας κύρους σε αυτόν τον τόπο είναι να είσαι βαρύς και σοβαροφανής. Αν όχι να δίνεις έμφαση κι εφέ σε ό,τι κάνεις, τουλάχιστον να το προωθείς μανικά κι επίμονα, ενώ παράλληλα να βερνικώνεις και να γυαλίζεις ανελλιπώς την προς τα έξω εικόνα σου.

Προς Θεού, όπως με συμβούλευε και η μάνα μου όταν ήμουν παιδί και ο ποιητής Κ. (δύο πολύ διαφορετικοί άνθρωποι μεταξύ τους): ποτέ μην υποτιμάς τον εαυτό σου, ποτέ μη μειώνεις το έργο σου, ποτέ μην ψέγεις την εικόνα σου. Γενικά ο αυτοσαρκασμός απαγορεύεται: άμα εσύ ο ίδιος δε σέβεσαι ό,τι κάνεις, οι άλλοι θα επαυξήσουν.

Μια συμβουλή που δυσκολεύομαι πολύ να ακολουθήσω.

Κι άλλο meme στα όρθια

Λοιπόν, επειδή γνωστός (αν και ψευδώνυμος) πορνογράφος αρσενοκοίτης μπλογκάς με προκάλεσε, συμμετέχω στο meme. Όσοι με γνωρίζουν (αυτός δε με γνωρίζει, αλλά κατά τη δική του ομολογία, «δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τις αδερφές») ξέρουν ότι ο καλύτερος τρόπος να με τσιγκλίσεις να κάνω κάτι είναι να πεις «α, ξέρω ότι δεν μπορείς / δε θες να το κάνεις».

Λοιπόν το meme λέει να μιλήσουμε για τη σχέση μας με πέντε αμαρτίες: πορνεία, μαλακία, αρσενοκοιτία, αιμομιξία και μοιχεία. Λοιπόν (σαρακοστιάτικα):

Μαλακία: ξέρω ότι θεωρητικά έχω υποστηρίξει το δικαίωμα σε αυτή αλλά εμένα δε μ’ αρέσει. Είναι σαν το τσιγάρο που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Ίσως γιατί την άρχισα πολύ αργά (στα δεκαεφτά) κι είχα ήδη χάσει τον εφηβικό ενθουσιασμό, ίσως γιατί δεν έχω καλή τεχνική και θα πρέπει να το συζητήσω με τον εαυτό μου (αλλά πρέπει να είμαστε ανοιχτοί και ειλικρινείς). Ίσως γιατί ‘κάτι’ μού λείπει την ώρα της μαλακίας — και πάντως σπάνια μπόρεσα να φτιαχτώ απλώς και μόνο στη σκέψη πραγματικών γυναικών ή καταστάσεων. Ίσως γιατί δε διαθέτω ζωηρή φαντασία.

Πορνεία: μπα. Ποιος (ή ποια) θα με πλήρωνε εμένα. Βέβαια, η δουλειά που κάνω είναι μιας μορφής πεζοδρόμιο: πουλάω τα θέλγητρά μου και τον χρόνο μου, αλλά αν το πιάσουμε τώρα έτσι πολύ φιλοσοφικά καήκαμε. Τα παραπάνω πάντως δεν εμποδίζουν τη συμβία μου να ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να γνωριστώ με ζάπλουτους ώριμους (μάλλον τυφλούς) κυρίους με αχανείς περιουσίες. Προφανώς νομίζει ότι είμαι ακόμα εικοστριών. Τώρα, να πληρώσω εγώ; Αντιλαμβάνομαι ότι πάντα μια επαγγελματίας ξέρει τι κάνει, πράγμα που από μια ηλικία και μετά γίνεται σημαντικό, αφού χάνεις την υπομονή σου να εκπαιδεύεις Ρίτες. Αντιλαμβάνομαι και τους νόμους της προσφοράς και της ζήτησης. Αλλά δεν έτυχε. Είμαι και καρμίρης.

Αρσενοκοιτία: Τι να πω: δεν έχει βρεθεί το κατάλληλο παιδί. Φυσικά κι υπάρχουν άντρες που τους βλέπω και λέω ‘μμμμ’. Όμως καθόλου δεν έχω χορτάσει τις γυναίκες ακόμα (παρασάγγας απέχω από αυτό). Δε μ’ αρέσει και πώς μυρίζουν οι άντρες. Επίσης, οι άντρες ανατομικά δε διαθέτουν… ε, μη με βάλετε τώρα να γίνομαι προφανής και χυδαίος.

Αιμομιξία: Ουχ, όχι. Χάθηκαν οι γυναίκες; Πάντως ξέρω κάποιον που ισχυρίζεται ότι πήγαινε για χρόνια με τη θεία του. Αυτό. Σόρυ.

Μοιχεία: Είμαι θλιβερή περίπτωση: άμα είναι δεσμευμένη φεύγω μακριά κι όταν είμαι δεσμευμένος δεν ξενοπηδάω. Πριν, ωστόσο, με ανακηρύξετε χαλβά ή άγιο: μία γυναίκα την απέσπασα με δόλο, ξελόγιασμα, αποπλανητικό πειθαναγκασμό και φλογερές επιστολές και περιπτύξεις από σταθερότατη σχέση / αρραβώνα που πήγαινε για γάμο. Δηλαδή, σε απλά ελληνικά, τον κεράτωνε τον άνθρωπο μαζί μου ένα τρίμηνο.

Το μπαλάκι (αν κι εφόσον): helion, rakasha, sykia, kukuzelis, thas (ναι, είμαι κωλόπαιδο, το ξέρω).

Big Mak


Ακούω διαρκώς πια για την «αδιαλλαξία» των Σκοπίων. Η λέξη «αδιαλλαξία» είναι ακόμα μια καραμέλα (όπως τόσες και τόσες άλλες) που πιπιλίζουμε μυκτηρίζοντας όσους δε συμφωνούν μαζί μας και δεν είναι έτοιμοι να αποδεχθούν τους όρους μας. Είτε «εμείς» είμαστε το ελληνικό κράτος, είτε απλώς είμαστε συνομιλητές σε μια συζήτηση πολιτική ή σε μια κουβέντα προσωπική.

Γιατί θα έπρεπε η Δημοκρατία της Μακεδονίας να δείξει διαλλακτικότητα (πια); Δεκατρία χρόνια μετά την άρση του εμπάργκο του Παπανδρέου (πράξης αγυρτείας και ωμού διπλωματικού εκβιασμού ανάλογης με το τι κάνουν οι ΗΠΑ στην Κούβα) και 120 αναγνωρίσεις μετά, έχοντας πρόσφατα σηκωθεί από τη διαπραγματευτική αδράνεια του βορβόλακα μέσα στο φέρετρο, διαμηνύουμε στο μικρό κράτος ότι το μόνο μας επιχείρημα είναι το λεγόμενο δίκαιο της ισχύος και η προνομιακή μας θέση στα διεθνή κλαμπ των ισχυρών. Με μια ολίγη από καζουισμό, φυσικά, και συνωμοσιολογία εσωτερικής κατανάλωσης.

Επιπλέον, ως κράτος έχουμε την απαίτηση να αλλάξουν το όνομά τους. Εξ όσων γνωρίζω, ένα προηγούμενο υπάρχει: η επιβολή διπλής ονομασίας στην Ιρλανδία από τη Μ. Βρετανία. Και εκεί η στυγνή ισχύς (και αποικιοκρατική εν προκειμένω) που κάνει ό,τι θέλει, γιατί μπορεί.

Φυσικά, αυτό είναι αδικία. Αδικούμε και εκβιάζουμε τη Μακεδονία. Σε μια παρωδία διεθνοποίησης, έχουμε κι έναν διεθνή διαμεσολαβητή ο οποίος προτείνει ανόητες ονομασίες όπως Ανεξάρτητη Δημοκρατία της Μακεδονίας. Διπλωμάτης είναι αυτός; Έχει υπόψη του πώς ονομάζεται η Democratic Republic of Korea; η Μεγάλη Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία; Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Μεξικού (Estados Unidos Mexicanos); Το Μπρουνέι Πόλη-της-Ειρήνης; ή μήπως μας κοροϊδεύει ίσως;

Βεβαίως η Ελλάδα έχει ξανασυνταχθεί με την αδικία. Κράτος είναι. Ξεχάστε τον Μακρυγιάννη και το «θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε». Τα κράτη δεν είναι φορείς δικαίου: οι πολιτικά σκεπτόμενοι και ηθικοί άνθρωποι (οργανωμένοι ή μη) είναι φορείς δικαίου. Η Ελλάδα έχει αδικήσει και προώρισται να ξαναδικήσει: αναγνωρίσαμε το Ισραήλ de jure μόλις τη δεκαετία του ’90, κάνοντας εμπόριο κι άλλα πολλά μαζί του στο μεταξύ. Δηλαδή ποια ήταν η επίσημη στάση μας μέχρι τότε; «Η καταστροφή του κράτους του Ισραήλ»; Συνεχίζω: ανεχτήκαμε όσο γινόταν τη ρατσιστική Νότια Αφρική. Πολεμήσαμε στο πλευρό των Σέρβων σε όλα τα πεδία τη δεκαετία του ’90. Ασκούμε αποικιακή πολιτική στην Παλαιστίνη μέσω του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων. Στηρίζουμε τη στυγερή κατοχή του Ιράκ (τη στηρίζουμε). Αυτά είναι κάποια πρόσφατα παραδείγματα. Αδικούμε γιατί μπορούμε.

Ιστορικά, η απαίτηση απόλυτης ιδιοκτησίας του ονόματος αποτελεί απλώς την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξελληνισμού της (δικής μας) Μακεδονίας, που ξεκίνησε το 1913. Παγιώθηκε με την ανταλλαγή το ’23-’24 και το άδειασμα από μουσουλμάνους, συνεχίστηκε με το ξαναγράψιμο της ιστορίας της περιοχής (καθ’ ημάς σταματάει το 146 π.Χ. κι επανεκκινεί το 1908), προχώρησε με τον εξαναγκασμό σε αφομοίωση των Σλαβομακεδόνων, ενώ μετά ήρθαν οι Ναζί και μας πήραν τους Εβραίους, ενώ με τον Εμφύλιο σφραγίσαμε και τους ΕΑΜοβούλγαρους στο κούτελο και ησυχάσαμε. Στο μεταξύ ξαναστορίσαμε τις εκκλησίες, εξελληνίσαμε τα τοπωνύμια, ξεριζώσαμε τα ποντιακά (τώρα τα ψάχνουμε), τα καππαδοκικά και τα τούρκικα των εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων που εποίκισαν τη Μακεδονία — μη μας έρθει κανα κακό από πουθενά αλλού.

Εν έτει 2008 υποκρινόμαστε ότι ανέκαθεν κατείχαμε αποκλειστικά τον τόπο, τα ονόματά του — τα πάντα του. Και κρώζουμε για την ψυχή μας και τις ευαισθησίες μας, στρουθοκαμηλίζουμε ότι ο όρος ‘Μακεδονία’ (σε χρήση ως γεωγραφικός όρος για την περιοχή που δείχνουν οι ‘αλυτρωτικοί’ χάρτες τουλάχιστον ολόκληρο τον 19ο αιώνα — άμα σφάλλω να με διορθώσει ο Πετεφρής) ανήκει σ’ εμάς.

Λυπάμαι κύριοι: ο όρος «μακεδόνας» ανήκει φυσικά σε όσους ζουν εκεί αλλά και σε όσους νεκρούς έζησαν κάποτε εκεί, πριν την ελληνική μπουλντόζα και τους μεγαλέξανδρούς της: σε μουσουλμάνους, σε εβραίους και σε σλάβους (εξαρχικούς και πατριαρχικούς), σε αρμένηδες, σε αλβανούς, σε βλάχους ή δεν ξέρω τι. Κυρίως σε αυτούς, νομίζω.

Υποσημείωση: Η «Θεσσαλονίκη» του Μαζάουερ λέει πολύ λίγα για τα παραπάνω. Θα ήταν όμως χρήσιμο να αντικαταστήσει το πεπτωκός βιβλίο ιστορίας. Αν μη τι άλλο, είναι η πηγή του γνωστού ‘συνωστισμού’, παρότι μιλάει πολύ πιο γενναία και δυνατά, στη σελίδα 358:

[…] Kemalist forces massacred thirty thousand Greek and Armenian civilians in cold blood, while an estimated quarter of a million terrified refugees crowded the waterfront. (έμφαση δική μου)
[…] οι κεμαλικές δυνάμεις σφαγίασαν εν ψυχρώ τριάντα χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιους αμάχους, την ώρα που περίπου 250.000 τρομοκρατημένοι πρόσφυγες συνωθούνταν στην προκυμαία

Έτσι γράφεται η ιστορία, νομίζω. Με στοιχεία και παρρησία. Όχι με τα ελληνικά μισόλογα και τις νεφέλες μας.

Υποσημείωση ύστερη: Προτού προτάξετε τον σχετικισμό στην υπηρεσία του κυνισμού, θυμηθείτε: ο σχετικισμός είναι απόλυτος στο ότι ισχύει για όλους. Άρνο;

Υποσημείωση υστερότερη (8/3): Δείτε τα σχόλια!

123

Ανταποκρίθηκα στην πρόσκληση της xilaren, ακολουθώντας τις οδηγίες της helion.

1. πιάνουμε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά μας αυτή τη στιγμή

Όπως εξήγησα στην xilaren, δεν έχω βιβλία εδώ μέσα. Πήγα λοιπόν μέσα στη βιβλιοθήκη. Μυθοπλασίες του Μπόρχες, μετάφραση Αχ. Κυριακίδη, εκδόσεις Ύψιλον.

2. το ανοίγουμε στη σελίδα 123 (αν είναι μικρό, παίρνουμε το επόμενο κοντύτερα σε μας, που έχει τουλάχιστον 123 σελίδες)
3. βρίσκουμε την πέμπτη πρόταση
4. αντιγράφουμε τις επόμενες τρεις, δηλαδή την έκτη, έβδομη και όγδοη και

Ο Χλάντικ είχε περάσει τα σαράντα. Αν εξαιρέσεις μερικές φιλίες και πολλές συνήθειες, η ζωή του όλη ήταν η προβληματική άσκηση της λογοτεχνίας· όπως όλοι οι συγγραφείς, μετρούσε τις αρετές των άλλων με βάση τα ολοκληρωμένα έργα τους, και ζητούσε από τους άλλους να τον μετρούν με βάση αυτά που οραματιζόταν ή σχεδίαζε.

Ήμουν εξαιρετικά γουρλής, αφού αυτό είναι από την καρδιά του διηγήματος Το μυστικό θαύμα, ενός από τα αγαπημένα μου.

5. βρίσκουμε άλλους πέντε ατυχείς να τους πασάρουμε το παιχνίδι

Κανέναν, είμαι φιλεύσπλαγχνος. Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως τον Ολντ Μπόυ, αν δεν τον έχουνε καρφώσει άλλοι.

Δεύτερο meme, από εδώ (4 Μαρτίου):

Λοιπόν, η γκρουπάρα μας με την αλμπουμάρα της:

Τα κομμάτια:

1. One-name study
2. Avilla, Missouri
3. John Barker
4. WRA
5. Matchpot
6. Odžaci
7. The Dotty Mack Show
8. Omen III: The Final Conflict
9. Williamson Act
10. Convex optimization
11. Canal 2

Μπόνους τρακ:

12. Radio10

Λοιπόν, ελπίζω να τελειώσαμε με τις εκδικήσεις και τα αντίποινα. Τσάο.