P, Q, R

Το μεγαλύτερο μέρος της επικοινωνίας δεν βασίζεται στην ανταλλαγή πληροφοριών και προτάσεων που η τυπική λογική μπορεί να χαρακτηρίσει ως αληθείς ή ψευδείς. Προς το τέλος του βιβλίου τους Relevance οι Dan Sperber και Deirdre Wilson εικονογραφούν αυτή τη διαπίστωση με το εξής μπανάλ αλλά εύλογο σενάριο:

Ανεβαίνεις με το αίσθημα στη Μονμάρτη και βλέπεις από κάτω τα ένδοξα Παρίσια (τα οποία ανέθρεψαν πνευματικώς τον Κ. Ζουράρι, ο οποίος σήμερα το πρωί άφησε κατά μέρος τις σύνθετες λέξεις δικής του παρασκευής και μας είπε ότι η ‘Ιστορία που διδάσκεται στα σχολεία πρέπει να είναι αφήγημα με πρωταγωνιστές συγκεκριμένα πρόσωπα και να μην αρθρώνεται πάνω σε αφηρημένες ιδέες’ και ότι ‘τα παιδιά δεν μπορούνε να κάνουν εργαστήρια και ερευνητική δουλειά πριν τα 18 με 20′ — γι’ αυτό μας έχει πάρει ο διάολος την παιδεία, να συμπληρώσω εγώ). Βλέπεις λοιπόν τα ένδοξα Παρίσια. Και αναστενάζεις έτσι κάπως επιτηδευμένα. Και σε κοιτάει το αίσθημα με νόημα. Υπήρξε επικοινωνία; Ναι. Υπήρχε πρόθεση επικοινωνίας; Ναι. Ποιο είναι το λογικό-αληθειακό περιεχόμενό της; Τρέχα γύρευε.

Έτσι, ποιητικά, για να υπεραπλουστεύσουμε λίγο τα παραπάνω, δουλεύει πολλές φορές και ο Πετεφρής. Σας παραπέμπω σε δύο πρόσφατα πολιτικά ποιήματα-καταχωρίσεις του, εδώ κι εδώ.

Ωστόσο, επειδή έχω βαρεθεί να κάνω αυτή τη δουλειά, να λινκάρω δηλαδή τον Πετεφρή, σας παρακαλώ πείτε του πώς θα βάλει το μελισσόκουμπο! Το ζήτησε και ο ίδιος, από αυτό εδώ το βήμα. Άντε, κάντε κανα ψυχικό.

Επίμετρο 12.ΙΙΙ: Διάβασα χτες στην κυπριακή εφημερίδα ‘Πολίτης’ ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την Ιστορία ως αφήγημα και γιατί όλοι έχουνε γνώμη γι’ αυτήν. Το συνιστώ.

1.III

Η πρώτη Μαρτίου πάντα έρχεται απροσδόκητα. Τσουπ.

Έτσι ήρθε και πριν δυο χρόνια, όταν, νέα παιδιά τότε, αμούστακα κι απάρθενα (εγώ ούτε κουστούμι δεν είχα), ανοίξαμε το μπλογκ το Φεβρουάριο και ξύναμε το κεφάλι μας (ο καθένας το δικό του, δηλαδή) τι να γράψουμε. Πριν καλά καλά το πάρουμε χαμπάρι ή πρέφα, ήρθε ο Μάρτιος.

Το έχω ξαναπεί, αλλά θα το επαναλάβω για επετειακούς λόγους: μετά από δύο χρόνια, το καλύτερο πράγμα που μου έχει συμβεί σε αυτή την υπόθεση που λέγεται μπλογκάρισμα είναι οι άνθρωποι που γνώρισα και συνάντησα. Ωστόσο δεν παραγνωρίζω και τα άλλα: τα κείμενα που διάβασα, πώς ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι εσύ κι ο απόδημος γκέι εστιάτορας στην Ταϊτή σκέφτεστε (για) τα ίδια πράματα, το ‘μπράβο’ μπλογκάδων σοφότερών σου.

Επειδή εσείς μας καρφώσατε

ή ‘Ποιος με ξυπνάει από τον αιώνιο ύπνο μου;’

Οι εξής (απ’ όσο ξέρω): mauvais garçon, helion, kuk. Λοιπόν:

πΑ.
Δεν τρώω εντόσθια σε καμμιά σχεδόν μορφή. Τα πατέ τα άρχισα δειλά πρόπερσι.

Βου.
Δεν έχω κανένα απολύτως περιουσιακό στοιχείο στο όνομά μου.

Γα.
Έχω ψηφίσει ΠΑΣΟΚ μια φορά (φτύστε και μουτζώστε άπλετα κι ελεύθερα).

Δη.
Επί της αρχής μού αρέσουν οι μελαχρινές αλλά ποτέ δεν τα είχα με μελαχρινή.

κΕ.
Οι άλλοι μού εκμυστηρεύονται (ενίοτε εκμνηστηρεύονται κιόλας) τα μυστικά τους τόσο αναλυτικά, τόσο απλόχερα και με τόση ειλικρίνεια, ώστε κατέστην εχέμυθος για λόγους αυτοσυντήρησης: αλλιώς θα με κυνηγούσαν να με δείρουν τόσοι και τόσοι.

Η αλυσίδα σταματάει (και) εδώ.

Εδώ ο κόσμος χάνεται

Είδα το Δέκα λεπτά αργότερα — Η Τρομπέτα, μια πολύ ενδιαφέρουσα σπονδυλωτή ταινία του 2002 από εφτά σκηνοθέτες. Σας το συνιστώ.

Μια σημείωση: το θέμα του κατά πόσον η πόλη της Θεσσαλονίκης θα (έπρεπε να) τιμήσει τον Ατατούρκ είναι σοβαρό ζήτημα και αντιλαμβάνομαι και τη συμβολική βαρύτητά του αλλά και τα επιχειρήματα και των δύο πλευρών. Έχω σαφή γνώμη βεβαίως, αλλά αυτή δεν έχει σημασία εν προκειμένω. Και συζήτηση θα γίνει και διαφωνία θα προκύψει, αλίμονο. Αυτό που αρνούμαι πια να αντιληφθώ είναι οι διαστάσεις λάθρα εθνικού ξεπαρθενιάσματος που παίρνει κάθε τέτοιο θέμα.

Όμως με αυτά έχω ξανακαταπιαστεί εδώ. Οπότε, να μη σας τα ξαναζαλίζω. Γενικότερα, δε γίνεται πια, ως άτομα, ως άνθρωποι, να ξαναγυρίζουμε συνέχεια στα ίδια και στα ίδια μόνο και μόνο επειδή η κοινωνία μας έχει συλλογικές εμμονές στις οποίες επιστρέφει συχνά για να παρθεί και να συνεπαρθεί. Πρέπει κανείς να προχωρήσει, να προχωράει. Να δει κι άλλα προβλήματα, πολύ πιο καίρια.

Παράδειγμα. Μπήκα στο μπλογκ της Μιραντολίνας και είδα σχόλια όπως ‘πλύνε κανα πιάτο’ και ‘πλύνε καμμιά κυλότα’. Επίσης είδα και άλλα σκαιότερα, μέχρι και κατάρες και επικλήσεις καρκίνων και βιασμών οικείων! Όσον αφορά τα δεύτερα, ενδεχομένως τα συγκεκριμένα οιονεί γραΐδια (ποιος θα καταριόταν έτσι πια;) να έχουν, πέρα από ακράδαντη πίστη στο μαγικό, ελλιπή επίγνωση της ανθρώπινης θνητότητας, του πόσο εύθραυστες είναι οι ζωές μας, πόσο ευπαθή τα κορμιά μας και πόσο μπανάλ είναι η κοινή μας μοίρα. Αλλιώς δεν εξηγείται.

Επειδή όμως κινδυνεύω να σας ζαλίσω με αυτό που κατ’ ιδίαν η Μιραντολίνα μού προσήψε ως «η ψωναρα του δασκαλου [που] δεν [με] εγκαταλειπει», να πάω λίγο στα πιάτα και στις κυλότες. Πλένω κι εγώ πιάτα και κατσαρόλια, τρίβω ταψιά με ζήλο, πλένω και κυλότες και σλιπ και μποξεράκια και φανέλες και κάτι πρόστυχα στρινγκάκια. Επίσης, τα απλώνω στο μπαλκόνι αυτοπροσώπως να στεγνώσουν. Μου έχουνε γράψει πολλά και διάφορα στο μπλογκ, κοντά δυο χρόνια τώρα, αλλά ποτέ μέχρι τώρα δε με έχουν προκαλέσει να κάνω κάτι από αυτά. Γιατί;

Οι φίλοι αυτού του μπλογκ που δεν είστε φίλοι της Λοκαντιέρας θα πείτε «μα γιατί γράφεις πιο εξαιρετικότατα από αυτήν. Μα γιατί είσαι σοβαρός.» Κουτουλού. Παρότι δεν πρέπει να δυσαρεστώ το κοινό μου, νομίζω ότι δεν είναι αυτός ο λόγος. Κανείς δε μου είπε ακόμα να πλύνω βρακιά και πιάτα ή να μαντάρω κάλτσες γιατί δεν είμαι γυναίκα.

Δεν ακολουθεί κήρυγμα για τον σεξισμό στον κόσμο μας, έχει κι η ψωνάρα του δασκάλου τα όριά της.

Πάω να μαντάρω καμμιά κάλτσα τώρα. Μετά έχει μακραμέ ή βελονάκι.

Ελληνικά βίντεο κλιπ

hommage à Kukuzelis

Σχεδόν μαζί με εκείνο το μνημειώδες (το ‘Αχάριστη’), όπου ο Τσαλίκης πηδάει τις καγκελοπαγίδες του Αβραμόπουλου και πλακώνει στις κουτουλιές, στις μπούφλες και στις καρπαζιές την ομώνυμη αχάριστη πάνω στα μάρμαρα (όπου κακιά σκουριά δεν πιάνει),

ήρθε αυτό:

«Τι θα κάνω;» αναρωτιέται ο τροβαδούρος Πετρέλαιος.
Τελικά, ρε σεις, το καίει το ρημάδι.

*

Όθεν:

Κακός σύμβουλος οι καυλοτσαντίλες, παιδιά μου.

Ιδίως όταν οδηγείτε.

Σπουδή στον Πετεφρή

Πρέπει κανείς να μοιράζεται (τα πάρα πολύ λίγα πια) διαβάσματά του στην μπλογκοκοινωνία.

Έχουμε και λέμε λοιπόν, όλα από τον Πετεφρή:

Επίμετρο 12 Φεβρουαρίου: Κι άλλα, κι άλλα:

Επίμετρο B’ 14 Φεβρουαρίου: (τελευταίο):

Ο Θρασύβουλας κι οι Αυθέντες

Ι.

Κάποτε έγραψα εδώ ότι «στην Ελλάδα όλες οι γνώμες είναι ισοβαρείς. Η άποψη του ειδικού είναι εξίσου έγκυρη με τη δική μου, άρα αλληλοεξουδετερώνονται […]». Πολλοί εσπευσαν να συμφωνήσουν τότε. Δεν είχα δίκιο. Αργότερα κατάλαβα το σφάλμα μου: στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες χώρες αλλά σε μικρότερη κλίμακα και όχι τόσο εξώφθαλμα και ξετσίπωτα, η γνώμη του ειδικού δεν είναι απλώς ‘ισοβαρής’ με του οποιουδήποτε, είναι υποδεέστερη.

Ο απλός άνθρωπος φυσικά και ξέρει περισσότερα από τον ειδικό, τον επαΐοντα. Έχει βγάλει το Πανεπιστήμιο της Ζωής. Επίσης, τον ειδικό, τον επιστήμονα, τον γραμματιζούμενο τον τυφλώνει η επιστημοσύνη, η εξειδίκευση, τα σκοτεινά κι ανεξιχνίαστα συμφέροντα πολυώνυμων και δυσδιάκριτων αδερφάτων, παρασυναγωγών, μυστικοσυμβουλίων. Έτσι, λόγου χάρη, οι γιατροί πολεμούν την ομοιοπαθητική και τα λεγόμενα ‘πρακτικά’ γιατροσόφια μόνο και μόνο γιατί τα παίρνουν από τις φαρμακοβιομηχανίες, οι γυμναστές και οι διαιτολόγοι τις διάφορες καταιγιστικές αφυδατωτικές και ιστολυτικές δίαιτες για να πηγαίνει σε αυτούς ο κοσμάκης και να τους τα σκάει· άλλοι είναι μίσθαρνα όργανα στρατολογημένα από τους ισοπεδωτές εθνών, λαών και κόσμων· οι συμπαθέστεροι τέλος είναι εκτός επαφής με την πραγματικότητα και τη ζωή, περιπλανιούνται και σέρνονται χαμένοι μέσα στα βιβλία, αφού το διάβασμα τους έχει χτυπήσει κατακούτελα, ως άλλη βουρδούμπελη.

Κι έτσι, όσο πιο πολύ αναθεματίζεται η φραπελιά, τόσο περισσότερο στριμώχνονται οι απλοί άνθρωποι και απόφοιτοι του Πανεπιστημίου της Ζωής (τουλάχιστον τόσο αναξιόπιστου όσο τα υπόλοιπα) να καταπιούν ηδονικά τις τοξίνες της.

ΙΙ.

Παρόλα αυτά, μπορεί κανείς να επικαλεστεί την Αυθεντία με τους πιο αδόκιμους (και αδόκητους) τρόπους — και τώρα ήρθε η ώρα να ελέγξω μερικούς επαΐοντες και ειδικούς. Σε μια συζήτηση μεταξύ τρίτων με θέμα κάποιον απόντα λόγιο-συγγραφέα, ένας από τους συνομιλητές υπαινίχθηκε ότι ο λόγιος-συγγραφέας εμφορείται από εθνικιστικές, πατριδοκεντρικές και αιματοχωματολατρικές ιδέες. Ένας άλλος συνομιλητής, ο οποίος γράφει επί χρήμασι, αντέκρουσε αυτόν τον (εν μέρει εσφαλμένο) ισχυρισμό με το εξής σκεπτικό: ο λόγιος-συγγραφέας έχει σπουδάσει στο Παρίσι (ω!), και μάλιστα τον καιρό του Μάη (του ’68, ντε), άρα αποκλείεται κάτι τέτοιο. Όπερ έδει δείξαι.

Δεύτερο παράδειγμα τέτοιας κωμικής επίκλησης σε μια σαθρή αυθεντία είναι και το εξής. Όταν ξεκίνησε ο θόρυβος της φραπελιάς, έγινε μία τηλεοπτική συζήτηση για το θέμα, παραδόξως κόσμια. Ένας από τους συνομιλητές έθιξε το θέμα κάποιου Ιταλού αγύρτη ο οποίος έστειλε στον τάφο 41 (νομίζω) άτομα με τις ψευτοεναλλακτικές θεραπείες του. Ένας άλλος συνομιλητής απάντησε ότι έχει ίδια πείρα επί του θέματος επειδή

α) εκείνον τον καιρό ασκούσε την ιατρική στην Ιταλία,
β) έχει την ιταλική υπηκοότητα.

Ας εφαρμόσω λοιπόν όσα έμαθα για το πώς η εντοπιότητα ή και η αοριστία προσδίδουν κύρος:

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Sraosha έχει γράψει και έχει δημοσιεύσει εκτενώς. Μιλάει έξι γλώσσες. Υπήρξε μαθητής του Α. Καρκαγιάννη, του Γ. Μπαμπινιώτη, της Π. Ρηγοπούλου, του Σ. Πάνου, του Μ. Φιλιππίδη, του Φ. Γεωργελέ, του Σ. Ράμφου, του Σ. Τσαγκαρουσιάνου, του Μητροπολίτη Λαμίας Νικολάου, του Μ. Φάις και του Τσόμσκυ (αμ λείπει ο Μάρτης;). Έχει προσκληθεί ως ομιλητής στο Χάρβαρντ, στη Σορβόννη, στο Καίμπριτζ και στο Λάιντεν. Το 1997 συντέλεσε στην εκλογική νίκη των (πρώην) Εργατικών στη Βρετανία. Αυτή την εποχή διαχειρίζεται τις τύχες μέρους του ελληνικού κυπριακού λαού.

Όλα τα παραπάνω έχουνε κάποια βάση. Όμως, ερωτήσεις: τι έχει γράψει; πού το έχει δημοσιεύσει; πόσο καλά μιλάει τις γλώσσες; τι θα πει ‘μαθητής’; (συνέφαγε, συνήπιε; διάβασε βιβλία τους; πήγε σε μία, δύο, έξι ομιλίες τους; του μάθαν ορθογραφία και έκθεση ιδεών;) Με τι αφορμή και γιατί προσκλήθηκε όπου προσκλήθηκε; Πώς συντέλεσε στην άλωση του Ιράκ; Πόσο μεγάλο είναι το ‘μέρος’ του λαού του οποίου τις τύχες διαχείριζεται;

Συγγνώμη για την τσαντίλα. Παραφέρθηκα, αλλά μάλλον θα το ανεβάσω.

Ψυχοβγάλτης

Είδα προχτές την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη Η ψυχή στο στόμα. Ο Οικονομίδης είναι, φυσικά, ο σκηνοθέτης του θρυλικού Σπιρτόκουτου, της σημαντικότερης ελληνικής ταινίας των τελευταίων ετών μαζί με το oeuvre του Κωνσταντίνου Γιάνναρη.

Περισσότερο και από το Σπιρτόκουτο, Η ψυχή στο στόμα είναι μία καταιγιστική ταινία, τρομακτική στην αλήθεια της. Πρόκειται για ένα βίαιο έργο, όπου όμως το μεγαλύτερο μέρος της βίας είναι ψυχολογικής φύσης. Πιθανότατα ο τίτλος να αναφέρεται και στο τι παθαίνει ο θεατής παρακολουθώντας μια ατέρμονη κι άσκοπη πάλη συντεθειμένη από κοντινά πλάνα σε αμείλικτα μούτρα είτε μουτζουρωμένα από ηλεκτρικό ημίφως είτε που τα καταυγάζει λαμπτήρας φθορίου.

Ο τόνος της ταινίας είναι τόσο αβάσταχτα ισορροπημένος, ώστε όταν έχεις δύο τραμπουκάκια να επαναλαμβάνουν, εν είδει των συντόμων ‘Κύριε Ελέησον’ και λίγο σαν γηπεδική ιαχή, την προτροπή ‘πούτσο και ξύλο’, ‘πούτσο και ξύλο’, ‘πούτσο και ξύλο’, ‘πούτσο και ξύλο’, ‘πούτσο και ξύλο’, ‘πούτσο και ξύλο’, δε γελάς. Δε γελάς καθόλου. Γιατί μόλις έχει προηγηθεί από το στόμα του ενός η ελλειπτική αλλά ανατριχιαστική περιγραφή ξυλοδαρμού μιας γυναίκας, της κοπέλας του.

Όσον αφορά το ‘στόμα’: οι διάλογοι είναι αυτό που λέμε ‘οχετός’, ένα αφηγηματικά στημένο ανθολόγιο της ελληνικής βωμολοχίας. Όχι με τον χαζοκολωνακιώτικο τρόπο της ελληνικής επιθεώρησης αλλά ως το όπλο όσων δεν έχουν όπλο, τουλάχιστον όχι εύκαιρο όπλο. Πού και πού, εκρήξεις απροσδόκητης δημιουργικότητας, γλωσσικής, αφηγηματικής, εικαστικής. Αλλά καμμιά ανάταση. Καμμία. Μέσα στα πρώτα δέκα λεπτά είχε αποχωρήσει ο μισός σινεμάς. «Αμάν πια, ‘μαλάκα’ και ‘μαλάκα’ και ‘μαλάκα’… τι ταινία είναι αυτή;»

Μπορεί να είναι επαρχία εδώ (κάτι μας είπε για ‘Πρέβεζα’ ο σκηνοθέτης μετά αλλά ίσως να παράκουσα), όμως η ερώτηση είναι καίρια: γιατί να πάει ο Αθηναίος θεατής να δει στο σινεμά Μικρόκοσμος μια ταινία που αποθέωσαν οι κριτικοί και που αρνούνται να διανείμουν οι διανομείς; Γιατί να υποστούν την τρομακτική, αν και εν πολλοίς αναίμακτη, βία αυτής της ασφυκτικής ταινίας;

Γιατί πρόκειται για μια βαθύτατα πολιτική ταινία, για μία απροσδόκητα οξυδερκή ματιά πάνω και μέσα στην πραγματικότητα του καθημερινού, διαπροσωπικού φασισμού. Αντί για την αφ’ υψηλού πομπώδη ακυρολεκτική συνθηματολογία (σεναριακή και εικαστική, έτσι;) που χαρακτηρίζει το μεγαλύτερο μέρος του ‘νέου’ ελληνικού κινηματογράφου, εδώ έχουμε μία ταινία υπαινικτική και ταυτόχρονα άμεση, δουλεμένη αλλά όμως σάρκινη, γήινη. Ο Οικονομίδης είναι θυμωμένος αλλά και ανήσυχος, τρυφερός και καθόλου υπεροπτικός αλλά ειλικρινά πύρινος.

Ταυτόχρονα, είναι μια ταινία για έναν κόσμο όπου απουσιάζει εντελώς η Αγάπη. Ο μικρόκοσμος όπου οι ήρωες του Οικονομίδη παλεύουν ορίζεται από την οικογένεια ως φορέα εξουσίας και καταπίεσης. Με τα υλικά της πλέκεται ένα κλουβί αποκλεισμού, ανέχειας και απαιδευσιάς, μια μίνι κόλαση όπου, ανάμεσα σε όλα αυτά, δεν υπάρχει πουθενά Αγάπη. Η απουσία της Αγάπης και μόνο οδηγεί στη σιωπή κάποιους ήρωες του Μπέργκμαν. Τους ήρωες του Οικονομίδη τους οδηγεί στα σοπάκια, στις κατραπακιές, στη χυδαιολογία, στο μηχανικό μπινελίκωμα και στο άγριο βρισίδι.

Πηγαίνετε στον Μικρόκοσμο. Ή περιμένετε να βγει σε ντιβιντί. Ή καθήστε να ακούσετε να μιλάν άλλοι για την ταινία σε καμμιά δεκαετία — όπως έγινε με το ‘La Haine‘. Εμένα πάντως η ταινία με συντάραξε, και (νομίζω) μ’ έκανε καλύτερο άνθρωπο. Αφού πρώτα μου έβγαλε την ψυχή, φυσικά.