Η Αρχή του Σπάιντερμαν

Όταν ήμουν μικρός ο αγαπημένος μου υπερήρωας ήταν ο Σπάιντερμαν. Όχι ο Μπάτμαν, με τον οποίο ταυτίστηκα από τα 17 και μετά, ούτε ο φλώρος ο Σούπερμαν, αλλά ο Σπάιντερμαν. Ο Σπάιντερμαν φίλαγε κορίτσια: την κοπέλα του τη Γκουέν Στέισι (που είχε κακό τέλος), την κοπέλα του τη Μαίρη-Τζέιν (δεν θυμάμαι το επώνυμό της) και τη Μαύρη Γάτα με το ολόσωμο μαύρο μπόντυ, που σουρτούκευαν μαζί τις νύχτες. Και σουρτούκευαν στη Νέα Υόρκη, που ήτανε πραγματική πόλη και είχε πολυκατοικίες και μπαλκόνια με μεταλλικές σκάλες διαφυγής, όχι σε υπερφυσικά Γκόθαμ και Μητροπόλεις. Παρακάλαγα τότε, εκεί στα 11 με 12, να βγούνε ταινίες Σπάιντερμαν.

Ταινία του Σπάιντερμαν βγήκε πάρα πολλά χρόνια μετά. Έπαιζε η Κέρστεν Ντανστ, που την είχα γνωρίσει στις Αυτόχειρες Παρθένους και μου άρεσε πολύ. Έπαιζε κι ο Τόμπυ Μαγκουάιρ, με όλο το εφηβικό ανγκστ του κόσμου πάνω του. Εγώ δεν ήμουν πια έφηβος. Και είχα σταματήσει χρόνια να περιμένω την ταινία, έτσι κι αλλιώς.

Στην ταινία κυριαρχούσε ένα σλόγκαν που δεν είχα προσέξει ποτέ στη μακρά θητεία μου ως αναγνώστης των Σπάιντερμαν των Εκδόσεων Καμπανά: With great power comes great responsibility. Πρόκειται για ένα σλογκανάκι που έχει κυκλοφορήσει (και έχει παρωδηθεί) πολύ, ας το ονομάσουμε «Αρχή του Σπάιντερμαν».

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι κάπως γελοίο να είσαι Σπάιντερμαν: φοράς μια κολλητή κόκκινη στολή από σπάντεξ και περπατάς κατακορύφως πάνω σε τοίχους, παριστάνοντας τον Ταρζάν κρεμασμένος από κάποιου είδους μεταξένιο σκοινί που χύνεις από το μέσα μέρος των καρπών. Γελοίο είναι. Όμως δεν παύεις να έχεις πολύ μεγάλη δύναμη, που επισύρει την ανάλογη ευθύνη, ναι, σαν ποινή: μυική δύναμη, ευλυγισία, αραχνοαίσθηση και δεν συμμαζεύεται. Και τον ιστό.

Το να είσαι Σπάιντερμαν συνδυάζει ισχύ και γελοιότητα, μαζί και ματαιότητα: είσαι ένας έφηβος έρμαιο της εφηβικής μανιοκατάθλιψης που μένεις στης θειας σου και που παίζεις ξύλο με πάνοπλους εγκληματίες ή με αλλόκοτα βιονικά τέρατα, συνήθως αφού τους χύσεις ιστό στα μάτια για να τους τυφλώσεις πρόσκαιρα — πόσο μπορεί να κρατήσει αυτό το βιολί; Θα μεγαλώσεις, θα την παντρευτείς αυτή τη Μαίρη Τζέιν, θα μονιμοποιηθείς ως φωτορεπόρτερ στη φυλλάδα του φασίστα, θα κάνεις κουτσούβελα: πώς θα ξεπορτίζεις τα βράδια για να δέρνεις χταπόδια και γύπες και βαρώνους του εγκλήματος;

Το να είσαι Σπάιντερμαν λοιπόν μοιάζει με το να είσαι ο Πάπας: γελοιότητα (ενδυματολογική, αν μη τι άλλο), αποστολή βασισμένη στον μύθο (ή στην πίστη, αν έχεις τέτοια προδιάθεση) αλλά και τεράστια δύναμη. Και όπως λέει η Αρχή του Σπάιντερμαν: όποιος έχει μεγάλη δύναμη έχει και μεγάλη ευθύνη. Τουλάχιστον οι πάπες δεν είναι πια έφηβοι.

Ο νυν ποντίφηκας, ο πρώτος ιησουίτης και ο πρώτος με το όνομα Φραγκίσκος, φαίνεται να έχει ενστερνιστεί την Αρχή του Σπάιντερμαν. Από ταπεινές ηθικά αρχές, ως καρδινάλιος Μπεργκόλιο δεν ήταν ακριβώς αρχιεπίσκοπος Όσκαρ Ρομέρο, εξελίχτηκε σε κάτι θεαματικά απρόσμενο: έναν πάπα που κηρύσσει και αντικαπιταλισμό και αντίσταση στον καπιταλισμό, που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής την πιο συνεκτική και αποτελεσματική (έστω και λόγω θέσης, με περίπου ένα δις να προσκυνάνε την πίστη του) κριτική στην περιβαλλοντική κρίση. Σε έναν κόσμο όπου η Αριστερά έχει χάσει την μπάλα ή συνθηκολογεί, η πολιτική ηθική και ο αγώνας καλλιεργούνται από τον επίσκοπο Ρώμης, τους ματωμένους ήρωες του Κομπανί, τους «ουτοπιστές» Ζαπατίστας και τις ποικίλες πρωτοβουλίες αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης παντού.

Θα ξινίσετε πολλοί. «Μα ο πάπας, ρε μαλάκα; Το φεουδαρχικό απολειφάδι; Επειδή λέει, ναούμε, τα αυτονόητα;» Συμφωνώ. Εγώ πρώτος τον παραλλήλισα με τον Σπάιντερμαν άλλωστε. Όμως ποιος άλλος λέει τα αυτονόητα; Ο Τσόμσκυ; Ο Μπαντιού; Ο Χάμπερμας: Και αυτοί και πολλοί άλλοι — σίγουρα. Αλλά ποιος από αυτούς έχει τις υπερφυσικές δυνάμεις του πάπα Φραγκίσκου; Σας υπενθυμίζω ότι ο τύπος κρατάει τα κλειδιά της Βασιλείας στα χέρια του. Και το ακροατήριό του τον ακούει.

Ναι, θα μου πείτε πάλι, πρόβατα που ακούνε ποιμένα, όχι ελεύθεροι σκεπτόμενοι άνθρωποι. Δεν θα ήμουν τόσο ντωκινσιανός επ ‘αυτού και θα υπενθύμιζα ότι το δαχτυλίδι του Ψαρά το φόραγε πριν από τον Φραγκίσκο ένας στριφνός κομψευόμενος αγοραφοβικός θεολογίζων που κουκούλωσε φρικτά εγκλήματα κατά παιδιών. Γι’ αυτό λοιπόν θα έμενα στο ότι ο καθένας ακολουθεί την κλήση του και παίρνει τις αποφάσεις του. Δεν υπάρχουν a priori καλές αποφάσεις — ακόμα και βιομήχανοι μπορούν να κάνουν κάτι σημαντικό (μέσα στους περιορισμούς που τους θέτει ο καπιταλισμός, μη συγχέουμε την απουσία εργοδοτικής αλητείας με την αγιότητα κιόλας).

Τελικά, οι αποφάσεις που παίρνει ο καθένας στη ζωή του του δίνουν κάποια δύναμη μέσα σε έναν περίγυρο: από τον Ρωμαιοκαθολικό πλανήτη του Αργεντίνου δεσπότη μέχρι το σωματείο του αγωνιστή συνδικαλιστή, από το κομμωτήριο της αντιφασίστριας μέχρι το αμφιθέατρο της καθηγήτριας-σταρ, από τα γραπτά κάποιου μέχρι τη μικρή οικογένεια κάποιας φτωχής γυναίκας. Από τα σοσιαλμήντια της λήθης και της καρηβαρίας μέχρι τη νήσο Λέσβο των πραγματικών προσφύγων τους οποίους υπηρετούσε μέχρι χτες ο παπα Στρατής Δήμου.

 With great power comes great responsibility, λοιπόν. Όπου ο ορισμός του great ποικίλλει κατά περίπτωση.

Ησυχία

Όλον τον κόσμο τον αγαπάω, με όλους τα πάω καλά. Με όλους. Όλους τους αγαπάω. Όποιον και να ρωτήσεις στη γειτονιά θα σου πει για μένα. Δεν έχω πειράξει κανέναν. Γελάς γιατί νομίζεις ότι εσύ δεν έχεις γειτονιά, ε; μένεις πέντε στενά πιο κάτω και νομίζεις ότι εκεί είναι πολιτεία κι εδώ γειτονίτσα; επειδή μένω στην παράγκα; Την παράγκα την έχτισε ο μπαμπάς μου, τέσσερις θα με βγάλετε από εδώ. Ναι, κι εσύ μαζί. Δεν πειράζει που είσαι κορίτσι, γιαγιά σου είμαι και δεν έχω εγγονούς, εσένα και την ξαδέρφη σου μόνο. Τέλος πάντων. Εβδομήντα χρόνια μένω εδώ, δεν θα μετακομίζω τώρα στα γεράματα. Εδώ δεν μετακόμισα όταν πνιγήκαμε κι έμπαιναν τα βρωμόνερα μέσα σε μπαούλα και ράφια. Εκεί να δεις βρωμιά. Όλοι οι βόθροι της πλαγιάς μέσα στο σπίτι. Ρέμα είχαμε γίνει. Τότε που έχασα το φως μου και έβαλα τα γυαλιά της πρεσβυωπίας.

Δεν θέλω να μου φέρνεις να τρώω όλα αυτά που μου φέρνεις. Κρουασάν και τυρόπιτες και πώς τα λέτε. Μου αρκούν τα παξιμάδια μου, ο καφεδάκος, η σούπα μου. Αυτά. Ουίσκο μού φέρνει η μάνα σου, την μπακαλική της εβδομάδας ο θειος σου. Άλλα δεν θέλω. Τα φρούτα, ξέρεις: με στουμπώνουν κι υποφέρω. Βασιλικούς πολτούς δίνουνε σε κάτι πορνόγερους, τι πας και ξοδεύεσαι; Το μέλι με μπουχτίζει.

Τι λέγαμε; Α ναι. Εγώ δεν έχω εχθρούς. Δεν ασχολούμαι με το τι κάνει ο ένας κι ο άλλος. Ποτέ. Δεν με νοιάζουν οι ζωές των άλλων. Όχι ότι δεν τους ξέρω καλά, μια χαρά τους ξέρω, από την καλή και από την ανάποδη. Και τον δικαστικό εδώ δίπλα και τη χήρα του καθηγητή — σκατά στον τάφο του χουντικού. Και με τον αδερφό μου, που ήρθαμε στα χέρια για τα αμπέλια της μαμάς μου και τις λίρες του μπαμπά, τελικά τα βρήκαμε πριν συγχωρεθεί κι αυτός κι αφήσει πίσω του χρέη και μόνο χρέη — αλλά αυτά είναι: τζόγος και γυναίκες ο αδερφός. Θεός σχωρεσ’ τον, πάντα ανάβω κερί γι’ αυτόν, αλλά βρωμιάρης άνθρωπος πουτανιάρης. Πάει και το σπίτι του στην Ύδρα, τι ήταν κι εκείνο όμως.

Πάλι γελάς; θα σε ξυλίσω! Μεγάλη κοπέλα είσαι, τι γελάς; Για το «πουτανιάρης»; Σάμπως δεν σας ξέρω εσάς; Ελεύθερες είστε. Βεβαίως καλά κάνετε. Μια χαρά.

Άλλο σου έλεγα όμως. Ότι με όλους είμαι φίλη. Όλους. Όχι ότι εμπιστεύομαι όποιον μου κάνει τον καλό, είμαι πονηρή εγώ, βουνίσια. Μια μέρα χτυπάει την πόρτα μια τσιγγάνα. Ναι, τσιγγάνους τους λέμε, στο χωριό γύφτοι ήταν αυτοί που γάνωναν μπακίρια. Τίποτα δεν ξέρει πια ο κόσμος, σκατά γινήκαμε ούλοι, που έλεγε κι ο μακαρίτης ο παππούς σου. Μου λέει η τσιγγάνα να έρθει να μου πει τη μοίρα μου. Στο σπίτι είχα μόνον τον θείο σου, μικρό, η μαμά σου σχολείο και ο παππούς σου στη δουλειά. Εγώ είχα κάτι κασαβέτια τότε, ντέρτια και κασαβέτια. Ξεκίνησα και πήγα σε μια μάγισσα στο Κερατσίνι, εκεί στην Ανάσταση δίπλα, αλλά τα μάγια της δεν πιάσανε. Προσπαθούσα να τον δέσω τον Οξαποδώ αλλά τίποτα. Μπήκε μέσα η τσιγγάνα λοιπόν, στεκόταν στην αυλή, να εδώ που καθόμαστε τώρα. «Το σπίτι σου βρωμάει», μου λέει. Λίγο σκιάχτηκα, μην και της βρώμησε ο Οξαποδώς, λίγο πονηρεύτηκα: τσιγγάνα ήταν. «Το σπίτι μου μυρίζει σαν εκκλησία», της είπα και έκανα πως πάω να τη διώξω. «Στάσου να σου πω», μου είπε και της έδωσα ένα τάληρο. Δραχμές. Στη χούντα, ντε. Τέλος πάντων, ψήσαμε καφέ. Μου είπε το φλυτζάνι. Όλα τα είδε, λεζάντα, φωτογραφία. Ησύχασα. Την έστειλα στην ευχή της Παναγίας και την Κυριακή πήγα κι άναψα λαμπάδα στην Αγία Γλυκερία.

Που λες, μωρή τσουγδίτσα, μέχρι και με τις τσιγγάνες τα πάω καλά εγώ.

Ε όχι, δεν θέλω να έρχεται κόσμος σπίτι. Θέλω την ησυχία μου. Ξυπνάω νωρίς, κάνω δουλειές, βάζω ψωμί στη σόμπα και το κάνω φρυγανιά τον χειμώνα — το καλοκαίρι δεν μου αρέσει καθόλου, από τη ζέστη δεν κρύβεσαι, για το κρύο μια χαρά μπαμπουλώνεσαι. Σκέφτομαι τα παλιά. Γεννήθηκα το 1923. Με έγραψαν το ’25, για να πάω πρώτη τάξη στο Δημοτικό. Αλλά είμαι του ’23. Σκέφτομαι λοιπόν τη ζωή μου. Όλα. Άμα έχεις ζήσει τόσο, έχεις πολλά να σκεφτείς. Βάσανα κυρίως. Πολλά βάσανα. Ντέρτια. Ντέρτια και κασαβέτια. Τι γελάς; Κάθε γενιά αλλιώς μιλάει, κάθε τόπος αλλιώς. Δεν τον θυμάσαι τον παππού σου; Έκανε μπαμ ότι ήτανε Ζακυνθινός ήδη από κάτω, από την Πατησίων. Ωραίος άνθρωπος, αλλέγρος. Λεβέντης. Αλλά κιοτής. «Γιάννη, να πάρουμε οικόπεδα.» Φοβόταν ο Γιάννης να ρίξει λεφτά στην πλαγιά της Πεντέλης με τους λύκους — τώρα είναι τα Μελίσσια εκεί. «Γιάννη, να ζητήσεις σύνταξη αντιστασιακού.» «Άλλοι είναι οι ήρωες ω ρε γυναίκα», έλεγε. Όχι «τζόγια», όπως πάντα, «ω ρε γυναίκα». Φαντάσου. Αλλά ο χίτης ο κερατάς την πήρε την σύνταξη αντιστασιακού, ο χαφιές της Τραλλέων. Κιοτής ο Γιάννης μου. Ούτε στην Εργατική Εστία για μπάνια δεν πήγαινε. «Έχουμε τα μέσα», έλεγε, «να πάμε όπου θέλουμε». Και που τα είχαμε, δηλαδή; Μέχρι τον Κοσκωτά, που χάθηκε η Κουμμούνα και απογοητεύτηκε, όλο Ζάκυνθο, Ύδρα, Λουτράκι ήμασταν. Ύδρα στον αδερφό μου. Τότε με τη μεγάλη ζωή. Μετά σταμάτησαν κι αυτά και το ’97 πέθανε.

Να πιεις κι εσύ, αμέ. Τι ρωτάς.

Ούτε εγώ πηγαίνω στα σπίτια άλλων. Σε εσάς δεν αντέχω την κατηφόρα, την ανηφόρα μετά τσούκου τσούκου την παλεύω. Στον αδερφό μου πήγαινα, μέχρι που κόψαμε. Πέθανε μετά. Σου λέω: θέλω να κάθομαι σπιτάκι μου στην ησυχία μου και να ανασκαλεύω τα παλιά. Ήμουν καλλονή. Με ήθελαν όλοι. Ήρθε ο παππούς σου ο Ζακυνθινός και με άρχισε στο κόρτε. Τραγούδια, καντάδες, τέτοια. Από τη μια αυτός ο θεόμουρλος, από την άλλη η απαγόρευση της κυκλοφορίας. Κανα δυο φορές κόντεψε να τον σκοτώσουν, άμα σε έπιαναν σε πυροβόλαγαν επιτόπου. Σκληρές εποχές. Ε, όταν με ζήτησε από τον μπαμπά, εκείνος αμέσως είπε ναι. Ξέρω γω, μπορεί να φοβήθηκε μην τον σκότωναν μπροστά στο σπίτι μας, εδώ σε αυτό το σπίτι, την παράγκα. Η μάνα μου γκρίνιαζε: «όλο λουλούδια και κολώνιες είναι αυτός». Κατοχή είχαμε, μάλλον φοβόταν η μάνα μου μην είναι κανας μαυραγορίτης.

Στην υγειά μας, εγγόνα μου.

Τι εννοείς «πώς ήταν ο παππούς»; Κύριος. Λεβέντης. Ααααα. Σε κατάλαβα. Βρε δεν ντρέπεσαι; Τέλος πάντων, μεγάλη γυναίκα είσαι, δεν βαριέσαι. Ωραίος ήταν. Σεβαστικός αλλά ορεξάτος. Αλλά πολύ ορεξάτος. Ε, δεν ήμουν η έρμη για τέτοια, με τα βάσανα. Ξέρεις, σκάφη, γκαζιέρα, να συγυρίσεις την παράγκα. Γιατί, να ξέρεις, το ακατάστατο φαίνεται βρώμικο κι ας είναι καθαρό. Γι’ αυτό είμαι συμμαζωχτούρα. Και να έχω και τον Ζακυνθινό όλο τραγούδια και χάδια και ρεβεράντζες. Και «μη φοβάσαι εγκυμοσύνες, τζόγια μου, θα πάω στον Μπακάκο». Κατάλαβες ε; Όχι; Δεν πειράζει. Εκατό χρονών γυναίκα δεν μπορώ να μιλάω για τέτοια. Εν πάση περιπτώσει. Μόνον τότε ήτανε χαρούμενος. Ξύπναγε το πρωί να πάει στο μαγαζί και τραγούδαγε όπερα. Όπερα στην παράγκα. Το χαιρότανε πολύ. Έλα όμως που μετά τον θείο σου έχασα δύο παιδιά. Ε, δεν γινόταν άλλο. Του το είπα. Τέρμα. Ούτε Μπακάκος ούτε Μαρινόπουλος ούτε τίποτα. Ε, ήμασταν σαράντα παρά. Περνιόμασταν για μεσήλικες τότε, δεκαετία εξήντα, αλλά είχαμε ορέξεις. Δηλαδή ο παππούς σου. Εγώ έκανα το καθήκον μου σαν γυναίκα και του στεκόμουν να με τραβάει χωρίς πολλά πολλά, όμως μου άρεσε να του χαϊδεύω τα μαλλιά, που ήτανε σαν του Κλαρ Γκέμπλ. Δεν με ενθουσίασε ποτέ αυτό, δεν ήμουν τέτοια. Ναι, κατάλαβες τι εννοώ, έλα τώρα. Δεν ήταν άσχημα μα δεν τρελαινόμουν κιόλας, σαν κάτι άλλες. Ε, όταν το κόψαμε οριστικά ο παππούς σου σκοτείνιασε μετά, έγινε λιγομίλητος. Πάντα κύριος αλλά με κανάκευε πια σαν τη μαμά σου, σαν να ήμουν αδερφή της. Ξεπόρτιζε κιόλας. Δεν έλεγα τίποτα, τι να πω, είχα το κεφάλι μου ήσυχο να σκέφτομαι τα δικά μου. Κύριος όμως. Έπινε πια λίγο παραπάνω. Κόπηκαν και τα τραγούδια και οι καντάδες, Μόνον η όπερα έμεινε, ιδίως άμα ξυριζότανε. Χάλαγε τον κόσμο. Λεβέντης άνθρωπος.

Όχι άλλο για μένα, θα πιω τον καφέ μου τώρα. Θες; Εγώ νεσκαφέ και τέτοια δεν έχω. Μόνον τούρκικο. Ελληνικό, αυτό. Λες κι είχαμε καφέ στην Ελλάδα πριν τους Τούρκους.

Σου είπα. Μου αρέσει να κάθομαι και να συλλογιέμαι τα παλιά. Μόνη στην ησυχία μου, δεν τις μπορώ τις φασαρίες. Κι όταν ήμουνα νέα; Πάλι τα δικά μου σκεφτόμουν. Άλλες γέμιζαν το κεφάλι τους με έρωτες και μυθιστορήματα. Άλλες έτρεχαν στις μοδίστρες και στα σινεμά. Άλλες ζαχαροπλαστεία, πιο μετά. Εμείς δεν προλάβαμε κιόλας: ήρθε η Κατοχή και τον Γενάρη του ’45 παντρεύτηκα. Πήγε εξορία για λίγο ο παππούς σου στην Ανάφη, μετά γύρισε. Αυτό ήταν. Άλλα προβλήματα γιοκ. Αλλά κάθε μέρα φέρνει τα βάσανά της. Ε, με αυτά ασχολούμαι.

Τι κάνεις τόσην ώρα εκεί με τραβάς με το κινητό; Τι κάνεις βρε; Τι πράματα είναι αυτά; Κλείσ’ το!

Ανάποδα

Στο σχολείο ήμουνα μαρξιστής. Ακόμα είμαι. Διάβασα το Κεφάλαιο στη Δευτέρα Λυκείου, το Μανιφέστο το είχα διαβάσει στο Γυμνάσιο. Κοντεύω τα πενήντα. Είμαι 49 δηλαδή. Όταν πήγαινα σχολείο, τα παιδιά ήτανε θεούσοι, στρατιώτες του Μακεδονικού, χαζά, βλαμμένα του Κλικ. Και κνίτες. Προσπαθούσαν να με στρατολογήσουν οι κνίτες. Μη με κερδίσει ο αριστερισμός ή ο ρεβιζιονισμός. Για τους κνίτες το σύμπαν κατοικείται από ρεβιζιόνες, από παραστρατημένους και από προδότες. Και από ακούσιους συνεργούς στις μεθοδεύσεις της αστικής τάξης. Οι κνίτες θα καταργούσανε το γαμήσι αν μπορούσαν, αφού περιπλέκει την ταξική πάλη. Τα περιπλέκει όλα. Αλλά οι κνίτες δεν έχουνε διαβάσει Ένγκελς. Εγώ τον έχω διαβάσει, ολόκληρο. Για κακή τους τύχη είχα διαβάσει και Λένιν.

Γενικά διαβάζω γρήγορα. Αυτό είναι το ατού μου. Διαβάζω γρήγορα και τα συγκρατώ. Πέρασα με ευκολία στο Πανεπιστήμιο. ΦΚΣ. Εκεί πήγαινες άμα ήθελες Φιλοσοφία, όχι ΦΠΨ και μαλακίες. Στο Ρέθυμνο. Είμαι από τας Σέρρας στην καταγωγή, μεγάλωσα στην Αθήνα, στο Παγκράτι. Ορφανός αλλά εύπορος, μας άφησε ο πατέρας μου χτήματα και χτήματα. Και ακίνητα. Τσαγκάρης ήταν, με τη δουλειά του τα έβγαλε. Η μάνα μου δεν χρειάστηκε να δουλέψει ποτέ αλλά παρέμεινε τσιγκούνα και φρόνιμη. Φρόνιμη ως ο όφις, έτσι μας έλεγε να είμαστε. Σ’ εμένα και στην αδερφή μου, που στο τέλος κατέληξε να παντρευτεί τον Μαλάκα. Από την πολλή φρονιμάδα μάλλον. Τέλος πάντων, τέσσερα χρόνια Ρέθυμνο, ακόμα τα θυμάμαι. Όλες αυτές οι ευτελείς λεπτομέρειες που μας πλάθουνε.

Το ξέρω ότι ακούγομαι στοχαστικός και αυτοαναφορικός, οι περισσότεροι άνθρωποι που μπλέκουμε με τη Φιλοσοφία είμαστε έτσι. Κάπως έτσι.

Το Ρέθυμνο το σιχαινόμουν. Μέση Ανατολή. Ζέστη. Χιόνι ποτέ. Άνθρωποι ασυλλόγιστα περήφανοι. Η Κρήτη κι η Κρήτη. Ρε άει στο διάολο. Η Κρήτη έτσι κι η Κρήτη αλλιώς. Τέλος πάντων, τέλειωσα στα τέσσερα χρόνια και την έκανα, πίσω στο Παγκράτι. Είχε έρθει η ώρα να σπουδάσω Φιλοσοφία, αφού στο ΦΚΣ επιεικώς μαλακιζόμασταν. Αλλά το περίμενα ότι το προπτυχιακό ήταν ένα προστάδιο και μόνον. Πήγα φαντάρος. Προστάτης, μια χαρά. Στον Στρατό κυρίως διάβαζα. Δεν ξέρω γιατί λένε τόσες ιστορίες για τη θητεία. Εγώ καλά πέρασα, δεν με ενοχλούσανε και δεν ενοχλούσα κανέναν. Μέγα Δέρειο. Αλεξάνδρεια του Γιδά. Πεντάγωνο. Μια χαρά.

Μετά King’s College. Λονδίνο. Άλλη φάση. Πραγματικές βιβλιοθήκες. Μια εστία σαν παλάτι απ’ έξω και σαν κοιτώνας από μέσα. Το Λονδίνο: χαμός και χάος. Αλλά εγώ πάντοτε στοχοπροσηλωμένος. Στην Αγγλία κάναν Αναλυτικούς, όμως εγώ ήθελα Μπεργκσόν. Και Μαρξ. Τελικά με άφησαν να γράψω τη διπλωματική μου με αυτό το θέμα, μια σύγκριση Μπεργκσόν και Μαρξ. Δεν πήγε και πολύ μακριά αλλά ήτανε τουλάχιστον πρωτότυπη. Για διδακτορικό δεν με δέχτηκαν τελικά. Όμως βρήκα δουλειά στο BBC. Ήθελαν κάποιον να τους γράφει κείμενα για την Ελλάδα. Κάποιον που να ξέρει τα πράγματα καλά.

Βρήκα ένα καλό διαμέρισμα. Μόνος. Ναι, απίστευτο: χωρίς συγκάτοικο! Με θέα στο ποτάμι. Εντάξει, φαίνεται και το ποτάμι. Πίσω από κάτι άχαρα κτίρια, από αυτά που στο Λονδίνο βρίσκονται παντού. Από τότε κάνω τη ζωή Λονδρέζου: έγερση στις έξι και ντουζ. Τιουμπ. Δουλειά. Παμπ με τους συναδέρφους, από τις 5 και έως τις 8 και, σπίτι, τηλεόραση και βραδυνό. Ύπνος. Αυτά. Εδώ και 14 χρόνια. Τον ελεύθερο χρόνο μου διαβάζω Φιλοσοφία, ονειρεύομαι εκδρομές στην παραλία με γυναίκες που δεν γνώρισα ποτέ ή που είδα φευγαλέα στα σοσιαλμήντια να χαμογελάνε για άλλους. Κάποτε βλέπω βουβάλια ή άλογα στον ύπνο μου. Κάποτε βλέπω τας Σέρρας. Κάποτε την Υμηττού φρακαρισμένη. Κάποτε τίποτα, ξυπνάω απλώς στις τρεις να κατουρήσω και να απαλλαγώ από την μπύρα και αναρωτιέμαι πόση ώρα ύπνου να μου μένει ακόμη.

Η Φιλοσοφία με ενδιαφέρει. Πάντοτε. Πάθος. Όποτε καταλήγουμε στην παμπ μετά τη δουλειά, δηλαδή τέσσερα βράδια τη βδομάδα κατά μέσο όρο, προς τα εκεί την πάω τη συζήτηση. Οι δημοσιογράφοι (στο μεταξύ πήρα προαγωγές και μεταθέσεις, κοτζάμ MPhil έχω) με λένε ‘The Greek Philosopher’. Αλλόκοτη φάρα οι δημοσιογράφοι: προσπαθούνε να δημιουργήσουν το μάξιμουμ ντόρου με το μίνιμουμ διαβάσματος — ή γνώσης. Συμπληρώνουνε τα κενά της άγνοιάς τους με common sense. Κι έτσι διαμορφώνουνε γνώμες και συνειδήσεις. Γι’ αυτό και τους περνάω από τη δοκιμασία της Φιλοσοφίας. Γιατί με ενδιαφέρει. Όπως και το σεξ. Το λέω έτσι, «σεξ», γιατί αν πω «πήδημα» ή «γαμήσι» θα νομίσει κανείς πως είμαι κάπως. Αλλά δεν είμαι. Δεν είμαι καθόλου.

Καθόλου όμως. Ήμουν πάντα ντροπαλός. Πριν πέντε χρόνια παλιορκούσα τη Julie. Στάνταρ δεν δούλεψε. Έκτοτε δεν ξανασχολήθηκα. Ο Πάτρικ στη δουλειά λέει ότι είμαι τεμπέλης, ότι έχω καλομάθει και για αυτό δεν είμαι κυνηγός. Ο Πάτρικ ξέρει ότι δεν έχω πάει παρά με πουτάνες και μασατζούδες. Και τον φρικάρει και άμα πιούμε λιγάκι (όχι πολύ, τρεις τέσσερις πίντες) εκεί πάει την κουβέντα. Κι εγώ τον ρωτάω πώς πάει με τον γάμο του και από πότε έχει να το κάνει. Και καταλήγουμε να μιλάμε για την Άρσεναλ.

Έχασα την παρθενιά μου σε ένα μπουρδέλο στη Φυλής εντελώς μεθυσμένος όταν ήμουν δεκάξι. Μπροστά μου περίμενε τη Βανέσσα ένας Πόντιος ντυμένος και παρφουμαρισμένος και χτενισμένος λες και πήγαινε σε συνέντευξη για δουλειά (αυτή την παρομοίωση την έκανα αργότερα). Ούτε μου άρεσε ούτε δεν μου άρεσε όταν το έκανα για πρώτη φορά. Πάντοτε είχα τον νου μου στην Ιθάκη, που λέμε, είχα τον νου μου σε εκείνη την ιδανική γυναίκα (που δεν υπάρχει) με την οποία θα το κάναμε τρεις φορές τη μέρα και που θα ταιριάζαμε και θα πηγαίναμε για ψώνια στο σούπερ μάρκετ. Στη σχολή, στην Κρήτη, ήθελα πολύ την Πόπη. Πολύ. Βγαίναμε. Δεν ήξερα πώς να της δείξω ότι την ήθελα. Δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει πουτάνα, με τις οποίες είχα εκπαιδευτεί και είχα λαγνουργήσει μια χαρά κι ανέμελα μέχρι τότε, γιατί δεν ήθελα να την κάνω να νιώσει τέτοια. Χρόνια μετά συνειδητοποίησα ότι το πρόβλημα ήταν ότι η εξοικείωσή μου με τις πουτάνες, που με εμπόδιζε από το να συσχετιστώ (για να το πω έτσι σεμνά) με κανονικές κοπέλες, μην τυχόν και τις κάνω να νιώσουν άσχημα. Πιο μετά, στα τριάντα και, κατάλαβα ότι κάποιες δεν θα είχανε πρόβλημα με κάτι τέτοιο, να νιώσουνε πουτάνες… στερνή μου γνώση και τα λοιπά.

Ναι εντάξει, είμαι φαλακρός από τα 22. Και χοντρούλης. Και με ατσούμπαλο σώμα, όχι απλώς χοντρούλης. Φοράω και γυαλιά. Δεν έχω πολύ θάρρος. Δεν θέλω να βλέπω φωτογραφίες μου. Η Diane, συνάδερφος που έχει αναλάβει να με κουράρει, δεν θα την πήδαγα με τίποτα, έχω πάει μόνο με καλλονές άλλωστε, ισχυρίζεται ότι έχω κακομάθει with all those tarts (δεν ξέρει ότι πάντα πληρώνω, νομίζει ότι κάνω αρπαχτές, ότι είμαι παίχτης) κι ότι δεν ξέρω what love is. Πιθανόν. Δεν ξέρω. Ξέρω ότι από την Πόπη μέχρι την Julie δεν κατάφερα να τα φτιάξω με καμμία. Ποτέ. Μόνον πληρωμένο. Ξέρω ότι είμαι γεροντοπαλληκάρο πια, ακόμα και με τα δεδομένα του 21ου αιώνα. Ξέρω ότι ποτέ δεν είχα ερωτική σχέση και δεν ξέρω αν θα έχω ποτέ — μάλλον όχι. It’s an arrangement of sorts, που λένε κι εδώ.

Δεν ξέρω τι νόημα έχει να τα λέω όλα αυτά. Κατά βάθος είμαι άνθρωπος απλοϊκός: θέλω να διαβάζω, θέλω να έχω κάποιον να κουβεντιάζω, να κολυμπάω στη θάλασσα, να σβήνω το μυαλό μου πάνω σε ένα κορμί (ή από κάτω του). Μου το είπε και μια model πριν δυο-τρία χρόνια, ενώ ακόμα τότε έκλεινα τα μάτια και φανταζόμουνα τη Julie με κάθε γυναίκα που νοικιαζα: you wanna get turned on so as to turn yourself off, dontcha? Μήνες τη σκεφτόμουν την ατάκα.

Όταν πάω στην Ελλάδα κάθομαι στις καφετέριες και κοιτάζω τα κορίτσια. Μικρότερα από εμένα, το ομολογώ: οι σαραντάρες Σερραίες παραείναι κωλοπετσωμένες για τα παρθένα δόντια μου. Οι δε Παγκρατιώτισσσες, άσε: κατηγορία διαστήματος,. Ξέρω ότι και άλλοι μπάκουροι τις κοιτάνε και σκέφτονται πώς θα ήτανε να τις γαμήσουν. Εμένα δεν με νοιάζει αυτό. Καθόλου. Καθόλου πια. Χορτασμένος είμαι. Σκέφτομαι όμως πώς θα ήταν να ξυπνάω και να τις βλέπω αμακιγιάριστες και να μυρίζουν όπως φευγαλέα έχω μάθει ότι κανονικά μυρίζουν οι γυναίκες, κάτω από σαπούνια, αφρόλουτρα και μπέιμπι όιλ. Ή πώς είναι να έχουνε περίοδο και να είναι ακατάστατες ή αφηρημένες και λίγο κουρασμένες και να μη σε περιμένουν έτοιμες.

Ένα προηγούμενο ευρωπαϊκό όραμα

Υπάρχει ένα προηγούμενο της ΕΕ του 21ου αιώνα. Είναι η Αυστροουγγαρία μετά τη Συνεννόηση (Αusgleich) του 1867 μέχρι και τον διαμελισμό της το 1918.

Η Αυστροουγγαρία ήταν μια πολυεθνική δίδυμη μοναρχία. Σκοπός του συμβιβασμού που μετέτρεψε την αυστριακή αυτοκρατορία στην κατά Μούζιλ Κακανία ήταν να ικανοποιηθούν οι διάφορες εθνότητες διατηρώντας την ενότητα της δίδυμης μοναρχίας, ώστε να μην οδηγηθούμε σε χάος και κατακερματισμό. Άλλωστε οι Ούγγροι είχαν εξεγερθεί το 1848 και το είχανε σκοπό και πολλοί άλλοι. Κάτι πρέπει να μας θυμίζουν αυτά.

Γενικότερα, το Ausgleich αποσκοπούσε στο να να ανακοπούν οι εθνικισμοί, ιδίως οι επικίνδυνοι νοτιοσλαβικοί, να προστατευθούν οι πανταχού γερμανικές μειονότητες και να ανακοπεί ο ρωσικός επεκτατισμός που ήδη είχε φάει τη μισή Πολωνία. Κι αυτό με τη Ρωσία θυμίζει πολύ τη δεκαετία του ’10 του 21ου αιώνα. Τέλος, οι Γερμανοί, που οι Αυστριακοί ακόμα θεωρούν τσομπαναραίους, δεν ήταν φίλοι της Αυστροουγγαρίας.

Έτσι λοιπόν, ενώ στην Αυστρία επίσημη γλώσσα ήτανε τα γερμανικά και στη (μεγάλη) Ουγγαρία τα ουγγρικά, όλες οι γλώσσες της Αυστροουγγαρίας χρησιμοποιούνταν τοπικά. Στη Βουλή μπορούσε ο καθένας να μιλάει στη γλώσσα του. Το χρήμα κι αυτό πολύγλωσσο.

Βεβαίως, στο σχολείο μάθαμε ότι η Αυστροουγγαρία ήτανε λείψανο της φεουδαρχίας και «φυλακή των λαών». Αξίζει ωστόσο να σκεφτεί κανείς ότι όλοι οι αντίπαλοί της στον Μεγάλο Πόλεμο ήτανε αποικιοκράτες (και οι Ρώσοι, βεβαίως, απλώς από τη Σιβηρία δεν τους χώριζε ωκεανός) και στυγνοί ιμπεριαλιστές: οι ΗΠΑ είχανε κανονίσει Μεξικό, Φιλιππίνες και Κούβα με σκληρότητα μεθοδικότατη, ενώ βεβαίως είχαν αποικίσει τη μισή βόρεια Αμερική με το πρόσχημα ότι ήταν «άδεια» (ως συνήθως: όπως η Σιβηρία για τους Ρώσους, η Παταγονία για τους Αργεντίνους ή κι η Παλαιστίνη για το Ισραήλ…).

Αν έμοιαζε σε κάτι η Αυστροουγγαρία με την ΕΕ του 21ου ή και τους τότε εχθρούς της ήτανε το χάσμα μεταξύ συμβολικού και πραγματικού. Επιπλέον, όπως και στην ΕΕ μας, οι λαοί της δίδυμης μοναρχίας ήταν ισότιμοι (αλλά παντού υπήρχαν χαφιέδες και σπιούνοι), οι Εβραίοι τυπικά χειραφετημένοι (αρκεί να μην προκαλούσαν), υπήρχε μια (ας πούμε) ομοσπονδιακή Βουλή χωρίς πολλές εξουσίες, την οποία μάλιστα έκλεισε δις ο Αυτοκράτωρ (της Αυστρίας) και Βασιλεύς (της Ουγγαρίας) για λόγους εθνικού συμφέροντος. Η ρητορική ήταν ενωτική κι αντιεθνικιστική και τα ιδεώδη υψηλότατα: πολλοί πίστευαν ότι μια μέρα, μάλλον μετά τον δυσκοίλιο Φραγκισκο Ιωσήφ, η δίδυμη μοναρχία θα εξελισσόταν σε μια πραγματική ομοσπονδία των λαών της. Οι αυστρομαρξιστές, όπως μου έλεγε ο Ρακάσα, εργάζονταν μάλιστα προς αυτή την κατεύθυνση. Δεν τα κατάφεραν στο τέλος.

Όπως και η ΕΕ, συνταίριαζε αντιδραστικότητα κι οπισθοδρόμηση στις πολιτικές με ρητορική και προσπάθειες για συνύπαρξη, συνεννόηση και ανεκτικότητα. Το έδαφός της πάλαι αδιαίρετης και αχώριστης σήμερα είναι μοιρασμένο σε 11 (αν μέτρησα σωστά) κράτη, κάποια από τα οποία είναι πιο αντιδραστικά από τη δίδυμη μοναρχία.

Δεν έγραψα το κείμενο αυτό για να παινέψω ή για να αναθεωρήσω την εικόνα μας για την Αυστροουγγαρία παρά για να υπενθυμίσω ότι πατερναλιστικοί και γραφειοκρατούμενοι άνωθεν καταβαίνοντες σχηματισμοί (όπως λ.χ. και η ΕΣΣΔ) μεγαλουργούν συμβολικά και ρητορικά υποσχόμενοι ενότητα κι ισοτιμία αλλά στο τέλος καταλήγουν να ηγεμονεύονται από τον μεγάλο παίκτη.

Στα γόνατα

Ας μιλήσουμε λίγο για το να πέφτεις στα γόνατα και να γονατίζεις.

Θα πέσουμε γονατιστοί μπροστά στη γυναίκα ή μπροστά στον άντρα χάριν ευκολίας και απόλαυσης, γιατί μας καυλώνει ή γιατί θέλουμε να κάνουμε χατήρι ερωτικό. Θα ανταποκριθεί μια γυναίκα ή ένας άντρας στην προτροπή «στα τέσσερα», ή κάποια αντίστοιχη, γιατί αυτό θέλουν και οι δύο (ή όσοι είναι τέλος πάντων). Όλα όσα κάνουμε στην ερωτοπραξία ως συναινούντες ενήλικοι είναι πράξεις ιμερικές, του άγριου παιχνιδιού του πόθου και της ηδονής, της μεγάλης (συνήθως) χαράς της ζωής. Προφανή και στοιχειώδη αυτά, δεν αξίζει να γράφονται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Βεβαίως, ζούμε σε έναν κόσμο που είναι αυτός που είναι. Κι αυτό χιλιοαναλυμένο. Σ’ αυτόν τον κόσμο η αναφορά σε όλες ανεξαιρέτως τις ιμερικές πρακτικές και ερωτικές στάσεις ή μέθοδους χρησιμοποιείται ως μεταφορά εξουσίας, υποταγής, τιμωρίας, επιβολής, καταστολής, βλάβης ή — βεβαίως — ως μετωνυμία του βιασμού. Όλες: γαμήσαμε, μαλακίζεστε, τον πήρε, έστησες κώλο, μας παίρνετε τσιμπούκι, γαμιούνται, φα’ το μουνί μου — και ούτω καθεξής. Κακώς. Προφανές και στοιχειώδες και αυτό, δεν αξίζει να γράφεται καν πια. Δεν θα έπρεπε.

Αυτό το στοιχειώδες και προφανές, λοιπόν: καμμία στάση μεταξύ συναινούντων ενηλίκων που ερωτοπραγούν ή ερωτοτροπούν δεν σημαίνει τίποτα, δεν έχει κάποιο «νόημα» και δεν κουβαλάει κανένα πολιτικό ή άλλο φορτίο.

Πάμε παρακάτω.

Στη δημόσια σφαίρα, η γονυκλισία και — περισσότερο — το να προχωρείς γονυπετής είναι απεναντίας δείγμα εξευτελισμού ή έστω αναγνώριση υποταγής και εξανδραποδισμού από μια αυθεντία, συνήθως από αυθεντία θανάτου όπως ο δυνάστης, ο νόμος, ο κατακτητής, ο θεός. Θυμάμαι από το σχολείο κάπου ότι οι Έλληνες κατά τον Ηρόδοτο είναι περήφανοι γιατί προσεύχονται όρθιοι. Θυμάμαι μη πειστικές εξηγήσεις γιατί κάποιοι κάνουν εδαφιαίες μετάνοιες όταν εκκλησιάζονται. Θυμάμαι την απορία μου γιατί να γονατίζει κάποιος μπροστά σε κληρονομικό μονάρχη ώστε να χρισθεί ιππότης του τάγματος της καλτσοδέτας («περικνημίδας»).

Δεν απόρησα ποτέ όμως γιατί άνθρωποι απελπισμένοι από γιατρούς, είτε γιατί δεν είχανε να πληρώσουν τους κατάλληλους γιατρούς είτε γιατί δεν υπήρχε γιατρός να τους γλυτώσει, γονάτιζαν μπροστά σε λείψανα κι εικονίσματα ή έβαζαν αλλεπάλληλες εδαφιαίες μετάνοιες κι ανέβαιναν την ανηφόρα της Τήνου γονυπετείς. Δεν απόρησα γιατί γονάτιζαν μπροστά σε χυδαίους ανθρώπους που έφεραν το σκοτεινό σχήμα του κληρικού ή του μοναχού, μόνον και μόνο γιατί εκείνοι κράταγαν στο χέρι κάποιο λείψανο, φυλαχτό ή — στην καλύτερη περίπτωση — αρτοφόριο ή δισκοπότηρο. Δεν απορούσα μικρός για τον λόγο που είναι γραμμένος στον τάφο του ψυχάκια τυράννου Κρόμγουελ: Christ, no man, is King. Όσο μεγάλωνα εξακολουθούσα όμως να μην απορώ γιατί γνώριζα καλά, και μάθαινα ξανά και ξανά, τι σημαίνει να σε σφίγγει η μέγγενη της αρθρίτιδας συνεπικουρούμενη από την οστεοπόρωση, πόσο πόνο φαίνεται να μπορεί να προκαλέσει ο καρκίνος ή και οι απλές πετρούλες στα νεφρά, έμαθα για τη φριχτή μοίρα να χάνεις παιδιά και για τις προθεσμίες των γιατρών για τη ζωή σου που θα σβήσει — και δεν θα σβήσει απότομα, παρά μέσα σε πόνο και ανημπόρια εξευτελιστική — σε μήνες ή, άντε, χρόνια. Και, λυπάμαι, αλλά τότε γονατίζεις. Αλήθεια λυπάμαι. Αλλά δεν παριστάνω ότι δεν ξέρω.

Οπότε, και το λέω ως ευχή και όχι ως μεταφορά τιμωρίας ή βλάβης, όσοι επίμονα ξινίζετε με την ανθρώπινη απελπισία που σε σπρώχνει να γονατίσεις όχι μπροστά σε πηγές ηδονής και χαράς αλλά μπροστά σε θεότητες κι αγίους τους οποίους με το στανιό σε βάζουν ο θάνατος κι ο πόνος να πιστέψεις, ε, άντε γαμηθείτε.

Οι Μικροί Απόλογοι

I.
Υπάρχει κάτι που δεν είναι αυτό που νομίζεις. Υπάρχει κάτι κρυμμένο από τη ματιά σου και που μισοφανερώνεται σε άλλους σαν τη στρεβλή αντανάκλαση παγόβουνου που διαθλασμένη καθρεφτίζεται ανάποδα στην επιφάνειά σου. Υπάρχει κάτι άλλο που λέγεται «κατά βάθος» και είναι εσύ και εσύ είσαι αυτό το «κατά βάθος», αυτό είσαι εσύ και όχι όσα λες πως νομίζεις ότι είσαι.

Αλλά οι άνθρωποι δεν είμαστε παγόβουνα υποκύανου πάγου να πλέουμε σιωπηλά μέχρι να μας καταπιεί γλύφοντάς μας το αλμυρό νερό, να αστράφτουμε σαν πλωτά νησιά άλατος στον ήλιο. Είμαστε κάτι άλλο. Είμαστε καλειδοσκοπικά και πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα, μέχρι να μας κάνει θρύψαλα ο κάθε θάνατος, η βολίδα που θα έρθει λαμπρή από το νεκρό και αχανές διάστημα με τη στιγμιαία φλόγα της. Κι αυτό που φαίνεται, η επιφάνεια, είναι αυτή που είναι γιατί το βάθος μας είναι έτσι και όχι αλλιώς. Γιατί η γωνία μεταξύ των επιφανειών μας και η γωνία πρόσπτωσης του φωτός μάς φωτίζει από μέσα προς τα έξω και μας ερμηνεύει από έξω προς τα μέσα. Κι είμαστε τα καλειδοσκόπια που είμαστε τότε και όχι πριν (και μάλλον όχι μετά), τα πολύεδρα κρύσταλλα που μετεωρίζονται στον αιθέρα. Κρύσταλλα που οι όψεις τους μοιάζουν απ΄’ έξω σαν μια ασύμμετρη επιφάνεια όλο ιριδισμούς και χρώματα φευγαλέα.

ΙΙ.
Η πιο γνήσια πηγή της πολιτικής είναι η αγωνία για ζωή, η ενσυναισθητική ανάγκη να μην παραμένει η ζωή και η χαρά της ζωής κτήμα λίγων. Από αυτήν την άποψη, το pursuit of happiness της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ συμπυκνώνει μια αλήθεια που ξεπερνάει τις τελικά μίζερες προθέσεις των συντακτών της.

III.
Το 2010 ήρθε πριν το 2001: όταν ήμουν δέκα χρονών, μια φίλη της μάνας μου μου έφερε δώρο το 2010 του Άρθουρ Κλαρκ. Το διάβασα λίγο μετά. Θυμάμαι ότι μου έκαναν εντύπωση τρία πράγματα: η τροχιακή πυρηνική κεφαλή του Βατικανού (όπως σας το λέω), ότι ο Δίας μετατρέπεται σε έναν μικρό ήλιο στο τέλος του βιβλίου με το όνομα Εωσφόρος και το σημείο Λαγκράνζ.

Το σημείο Λαγκράνζ είναι το σημείο μεταξύ δύο μεγάλων σωμάτων όπου η βαρύτητά τους αλληλοεξουδετερώνεται. Ένα τρίτο και πολύ μικρότερο σώμα που βρίσκεται σε σημείο Λαγκράνζ είναι δεμένο σε σταθερή τροχιά σε σχέση με τα δύο μεγάλα σώματα. Το σημείο Λαγκράνζ δεν είναι διαλεκτικό, είναι κάτι πέρα και από τη διαλεκτική.

IV.
Το νόημα του κουλ σχεδόν ανάγεται εξολοκλήρου στην αγωνία για πρωτοτυπία. Και μάλιστα για πρωτοτυπία ουσίας, που δεν υπάρχει, αφού τα όρια της ανθρώπινας εμπειρίας είναι περιγεγραμμένα από την ανθρώπινη φύση (περιγεγραμμένα, όχι περιορισμένα). Το κουλ θέλει να μας πείσει ότι φέρνει το καινούργιο καινούργιο, το «ολοκαίνουργιο», είτε πρόκειται για τατουαζοθύελλα που σε κάνει σαν εμπριμέ ταπετσαρία, είτε για παντελόνια καμπάνα, είτε για μαύρα κραγιόν.

Από αυτή την άποψη, το μόνο πραγματικά κουλ είναι ό,τι προέρχεται από τεχνικά και τεχνολογικά επιτεύγματα, εκεί ακριβώς όπου δημιουργούνται εκ του μηδενός καινούργια πράγματα: το πρώτο σπίτι με στέγη ή ο σιδηρόδρομος ήτανε κουλ, το ραδιόφωνο, το νάυλον και το αεροπορικό ταξίδι επίσης. Και αυτά για όσο είναι πραγματικά καινούργια. Πάντως τα ντυσίματα, τα μουσικά στυλ, οι συμπεριφορές (ιδίως αυτές!) ποτέ δεν θα μπορέσουν να είναι αληθινά κουλ, μόνο μόδες.

V.

Η μακροημέρευση και δημοφιλία κάποιων ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων οφείλεται στο ότι τελικά οτιδήποτε μπορεί να εκληφθεί ως σεξουαλικό υπονοούμενο.

VI.
Είναι τέχνη να μην νομίζεις ότι έχεις πάντα δίκιο. Όχι αρετή, τέχνη. Πρέπει πρώτα να κατανοήσεις ότι η απόλυτη συνέπεια υπάρχει μόνο στο έργο σκοτεινών Γερμανών ή, έστω, ότι επιτυγχάνεται με τεράστιο κόστος: το κόστος αυτό είναι η αποκόλληση από την εμπειρία, αποκόλληση όχι ως αφαίρεση (γιατί καμμιά ερμηνεία δεν είναι εφικτή χωρίς αφαίρεση), παρά ως εγκλωβισμός στο κομψό και συνεπές σύστημα που έχεις χτίσει. Δεύτερον, πρέπει να κοιτάζεις λίγο τα πράγματα από τη σκοπιά που δεν είναι η δική σου (όχι απαραίτητα από την «αντίθετη» σκοπιά: μανιχαϊστικές αντιθέσεις υπάρχουν κυρίως στην ανθρώπινη νόηση και όχι παραέξω), αλλά με ειλικρίνεια: πρέπει να μπορείς να μπεις ολόψυχα στην άλλη σκοπιά, όχι να το κάνεις κουτσά-στραβά για να την απορρίψεις εν είδει αχυρανθρώπου. Τρίτον, μπορεί να είσαι μάγκας, αλλά το σύμπαν είναι πιο μαγκίτικο από εσένα — στάνταρ.

Αυτά τα λέει άνθρωπος που δημοσίευσε το 2005 κατα της θεωρίας Α, την οποία χρησιμοποίησε το 2011 σε άλλη δημοσίευση για να ερμηνεύσει παρόμοια δεδομένα, οπότε ίσως να μεροληπτώ.

VII.
The intensity of the human gaze is the result of the intentionality behind it, of the human ability to entertain possible worlds.

VIII.

Ας πούμε ότι στον Α και στον Β αρέσει ο μπακλαβάς. Ο Α θεωρεί αυτήν την προτίμηση ζήτημα αρχής και επιλογής. Ο Β τη θεωρεί ένα άθροισμα στιγμών αδυναμίας και αποτέλεσμα παρορμήσεων (κατά προτίμηση «ζωωδών»). Μαντέψτε ποιος από τους δύο είναι ο πατερναλιστής, ποιος από τους δύο θα κουνήσει το δάχτυλο σε ποιον.

IX.

Στις ξένες πόλεις που πάω αν δω κάποιον να στέκεται στο μπαλκόνι ή κοντά στο παράθυρο πάντοτε αναρωτιέμαι τι ζωή κάνει. Η επινόηση του παράθυρου, αυτού του κενού χώρου που αποτελεί όριο μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, είναι ίσως η μεγαλύτερη επινόηση της αρχιτεκτονικής. Επίσης, το παράθυρο επιτρέπει να εποπτεύεις το δημόσιο μέσα από το ιδιωτικό (όπως όλοι ξέρουμε) αλλά και να μετατρέψεις το ιδιωτικό σε κάδρο για δημόσια θέα, όπως π.χ. στις ολλανδικές πόλεις.
X.
Απροειδοποίητα καμμιά φορά ξαναθυμάμαι αυτά που φοβόμουν παλιά. Αισθάνομαι απορία αλλά και το αντίστροφο της νοσταλγίας, το συναίσθημα που ίσως λέγεται «στoν αγύριστο».
XI.
Φιμωμένος, ο απείραχτος λαός, ο άκοπος και ακάθαρτος, ο αρτιμελής και ατελής. Περιτμημένος, ο περιούσιος λαός, κομμένος και καθαρός, κολοβός αλλά τέλειος.
Οι απερίτμητοι αισθανόμαστε περισσότερη απόλαυση γιατί δεν είναι εκτεθειμένο το κεφάλι μας που δεν σκέφτεται, άρα δεν αναισθητοποιείται από την καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα. Οι περιτμημένοι διαρκούνε περισσότερο, άρα προσφέρουν περισσότερη απόλαυση, ακριβώς γιατί είναι εκτεθειμένο το κεφάλι τους που δεν σκέφτεται στην καθημερινή και άχαρη τριβή με εσώρουχα και δεν ειναι υπερευαίσθητο. Ένας τρίτος θα έλεγε ότι οι εφευρέτες της περιτομής ανά τον κόσμο (νομάδες της ξεραΐλας και νομάδες των δασών) δεν φόραγαν εσώρουχα εφαρμοστά με λάστιχο. Εγώ λέω ότι η θρησκεία και ο πολιτισμός μας νομιμοποιούνται να καμαρώνουν για το αν ακρωτηριάζουν ή όχι ένα πετσάκι εμβαδού ενός με δύο τετραγωνικά εκατοστά, αρκεί να είναι αρσενικό πετσάκι. Ιστορίες για τον πούτσο, που λέμε.
XII.
Γιατί έλεος και φόβος; Γιατί όχι φόβος και ελπίς; ή ίμερος και πόθος; ή, έστω, δοκιμή και πλάνη ή έρως και θάνατος; Γιατί έλεος και φόβος; Μάλλον γιατί είναι τα μόνα πάθη που μπορούν να γίνουν μέσο για κάθαρση (που είναι μια ήπια μορφή ψυχοκατακλυσμικής θεραπείας).
XIII.
Όταν ήμουν παιδί η πληροφορία ήτανε σπάνια και δυσεύρετη. Οι εγκυκλοπαίδειες ήταν ακριβές και σπάνιες και διαφημίζονταν επειδή τάχα περιείχαν «γνώση», στην πραγματικότητα περιείχαν πληροφορίες. Επίσης, αντέγραφαν η μία την άλλη και όλες μαζί την Britannica — μέχρι που βγήκε η Πάπυρος-Larousse-Britannica και μας το είπε ανοιχτά· εγώ τη σνόμπαρα γιατί ήμουν της Δομής.
Όταν ήμουν φοιτητης βγήκε η Encarta. Ο ενθουσιασμός μου ήταν απερίγραπτος όταν την πρωτοδούλεψα, στον υπολογιστή ενός φίλου: μπορούσες να δεις βιντεάκια (των πέντε δευτερολέπτων), να ζουμάρεις σε χάρτη, να ψάξεις λήμματα και να ακούσεις τον ήχο του αγγλικού κόρνου και να τον συγκρίνεις με του φαγκότου — και τέτοια πολλά. Ο ενθουσιασμός ακολουθήθηκε από τη συνειδητοποίηση ότι η Encarta κόστιζε περίπου όσο και μια πολύτομη εγκυλοπαίδεια (είχανε πια φτηνύνει) και, κυρίως, ότι χρειαζόταν μηχάνημα που πετάει για να τρέξει, πολύ πιο ακριβό από οποιαδήποτε εγκυκλοπαίδεια: το ’94 δεν είχα καν υπολογιστή.
Μετά ήρθε το CIA factbook, η wikipedia και άλλα πολλά. Στο τέλος το Google τα αγκάλιασε (χμ) όλα.

Ο εραστής της Μαρίκας

Δεν μπορώ να την ξεχάσω, σας λέω. Με τίποτα. Πάνε χρόνια. Εγώ δεν μπορώ. Όχι ότι έχω μείνει κολλημένος στη Μαρίκα, όχι βέβαια, έχω κάνει διάφορα έκτοτε, και σχέσεις σοβαρές. Γενικά είμαι των σοβαρών σχέσεων. Αγαπούλης, έτσι λέει ο Παντελής. Άμα το κάνω με γυναίκα πάνω από μία φορά, την ερωτεύομαι επιτόπου, την αγαπάω, ζω γι’ αυτήν και πεθαίνω. Ο Παντελής ανησυχεί, με λέει ότι έχω μπλέξει την καψούρα με τα αισθήματα τα μεγάλα, λέει ότι είμαι καψούρης, απλά. Ο Προφέσσορας δεν θέλει να το κουβεντιάζει το ζήτημα αλλά με κοιτάζει κάπως. Κι αυτός ανησυχεί για μένα, έτσι με φαίνεται. Μια φορά με είπε ότι πρέπει να δω κάποιον ειδικό, να το κοιτάξω αυτό και να ζητήσω βοήθεια. Αλλά δεν το είπε σαν μαλάκας (συγγνώμη κιόλας), να με βγάλει ψυχάκια, σαν αδερφός το είπε.

Δεν μπορώ να την ξεχάσω τη Μαρίκα. Ούτε Μαίρη, ούτε Μαρικάκι: Μαρίκα. «Χάχα Μητσοτάκη» με έλεγαν τότε, σκασίλα μου. Πάνε βέβαια και δέκα χρόνια. Ήμουν στα τριαντατρία τότε, «η ηλικία που ολοκληρώνεται ο άνθρωπος». Εκείνη την ώρα στη ζωή μου ήρθε κι η Μαρίκα. Στα τριαντατρία.

Η Μαρίκα ήταν ένα κανονικό κορίτσι, γραμματέας. Ερχότανε στο μαγαζί, τότε δούλευα στα ντελικατέσεν, στα τυριά. Εγώ την εξυπηρετούσα τυπικά, δεν την κοίταγα στα μάτια ή οπουδήποτε αλλού — τέτοιος είμαι. Την εξυπηρετούσα, τέλος. Αυτό ήταν. Μια φορά με βρήκε μόνο. Την κοίταξα κάπως καλύτερα, με ρώταγε αν έχουμε αρσενικό τυρί Νάξου. Δεν είχα ιδέα τι ήταν αυτό και με τάραξε που μια γυναίκα σαν τη Μαρίκα, με το το μακρύ μαλλί το κορακί, τα μάτια τα έξυπνα, τα ωραία χείλια (σαν μια Αιγύπτια βασίλισσα), τα μικρά στητά βυζάκια (ναι, αυτά κοίταξα, τι να πω) μέσα από εκείνο το μαύρο πουκάμισο με ρώτηξε για «αρσενικό τυρί». Την είπα ότι είχαμε γραβιέρα Νάξου. Χαμογέλασε, είπε ότι δεν είναι το ίδιο, το αρσενικό το φτιάχνουν από γάλα που δεν είναι παστεριωμένο κι έχει «πιο έντονη γεύση», έτσι είπε. Ζαλίστηκα σχεδόν.

Η σχέση μας λοιπόν ξεκίνησε από μια παρεξήγηση: εγώ νόμισα ότι με έκανε καμάκι, εκείνη πιο μετά έλεγε «όχι ρε συ Αντώνη, έτσι θα σε την έπεφτα;». Και γέλαγε. Και της άρεσε που δεν κοίταζα τη γυναίκα εκεί που την κοιτάν οι άλλοι. Εγώ πια όμως έλεγα πως με θέλει. Όταν ξανάρθε, την εξυπηρέτησα καλύτερα: την κοίταγα και στα μάτια πολύ. Μέχρι και να χαμογελάσω κατάφερα. Μετά με έλεγε η Μαρίκα ότι τότε πρόσεξε τα μάτια μου κάτω από το καπέλο, που την αρέσανε, και τους ώμους μου. Γιατί όλες τις προηγούμενες φορές καμπούριαζα σκυμμένος. Την έπιανα και την κουβέντα, για τυριά και τέτοια, τι να κουβεντιάσω. Μια την έλεγα για κάποιο καινούργιο τυρί (που συνήθως δεν το έτρωγε), μια για ελιές. Ένιωθα μαλάκας. Αλλά δεν τα έχω εύκολα κι αυτά. Τουλάχιστον ήξερα ότι θα την δω Δευτέρα και Πέμπτη, καμμιά φορά και Σάββατο. Κάτι ήταν κι αυτό. Το ρεπό το έπαιρνα λοιπόν πάντα μα πάντα Τρίτη ή Παρασκευή, αλλά Παρασκευή ήθελε κι ο Σάκης ο Μακρής, σκαντζάριζα λοιπόν κανα Σάββατο, που εγώ το δούλευα μήπως και έρθει η Μαρίκα για μουρταδέλλα.

Αυτό τράβηξε κανα δίμηνο. Πολλές φορές, άμα ήταν ήσυχα στο μαγαζί, έπαιρνα ανάσα για να βγάλω κανα «θες να βγούμε;». Αλλά η ανάσα δεν έβγαινε. Με τίποτα. Τελικά με λέει η Μαρίκα μια Πέμπτη: «Ανύπαντρος είσαι ή θα πρέπει να κρυβόμαστε;». Παραλίγο να με κόψει δάχτυλα το μαχαίρι. Ναι, αυτό το κυκλικό που γυρίζει, που δεν χαρίζει κάστανα. Εγώ αυτά δεν τα έχω εύκολα, δεν είμαι ετοιμόλογος, δεν είμαι αλάνι. Χαντακώθηκα. Μα δεν γινότανε να χάσω την ευκαιρία: «Ελεύθερο παιδί είμαι.» Κοίταξε τη στολή και με είπε: «Ε, βάλε κάτι άλλο το Σάββατο και πάμε πουθενά.»

Πήγαμε. Μέχρι να τη δω ένιωθα να πνίγομαι. Θα έμενα στον τόπο. Δεν μπορούσα να περιμένω. Δεν άντεχα. Τρελαινόμουνα. Δεν πέρναγε η ώρα. Σαν να ήμουν 15 χρονών. Μετά αγχώθηκα. Διάλεξα ρούχα. Μετά πλύθηκα. Μετά έβαλα και πορνοταινίες να δω, να είμαι κάπως έτοιμος σαν άντρας, καταλαβαίνετε, όταν με δει. Μετά φοβήθηκα μην έχω ρεύση και τις έκλεισα. Μετά με ξαναέπιασε άγχος. Ίδρωνα. Ξαναέκανα μπάνιο.

Είπαμε, δεν τα έχω εύκολα αυτά. Δεν περίμενα ότι θα γίνουν πολλά πράγματα. Είχα όμως άγχος. Σαν ριζικό με φαινόταν αυτή η γυναίκα. Όσο ήμασταν μαζί στα μπουζούκια έπινα σαν νεροφίδα. Εκεί κατά τις 3 με λέει η Μαρίκα: «Δεν είσαι να οδηγήσεις, μη σκοτωθείς κιόλας». Τι είχαμε κουβεντιάσει 4 ώρες; Δεν θυμάμαι. Δεν μίλαγα πολύ, ούτε εκείνη. Δεν ξέρω. Αλλά με πήγε σπίτι της. Εγώ μέσα στο μεθύσι από τα σίβας (σκέτη μπόμπα, δηλητήρια) κατάλαβα ότι με πάει σπίτι της. Λίγο ανησύχησα, πολύ χάρηκα.

Το σπίτι της ήτανε στη Νέα Ιωνία, «άει μωρή, Ινδιάνα είσαι;» είπα αλλά εκείνη αμέσως γέλασε. Κι εγώ ξαναχαντακώθηκα: τι γάιδαρος. Τώρα γύριζε το κεφάλι μου κανονικά. Ανακατευόμουν. Σαν τώρα το θυμάμαι.

Εγώ πάντως δεν είμαι κανας εκλεκτικός τύπος με γούστα και βίτσια ειδικά. Ό,τι μου προσφέρεται το δέχομαι ευχαρίστως, λέω κι ευχαριστώ. Άμα έρθω στο κέφι με γυναίκα και στη διάθεση, κάνω τα πάντα, καμμιά φορά κι εγώ τα χάνω τι κάνω. Και για να έρθω στο κέφι, να καυλώσω που λέμε, πρέπει να νιώσω ελεύθερος.

Λέω λοιπόν τώρα, ότι εκείνη τη βραδιά και τους επόμενους 11 μήνες πρέπει να ένιωθα πολύ ελεύθερος. Ελευθερία. Και ναι, με τη Μαρίκα όλα τα κάναμε. Κι η καύλα έφτανε μέχρι το μεδούλι μου — κι αλλιώς δεν μπορώ να το πω. Και μυαλό δεν είχα παρά για να τη βλέπω και να το κάνουμε, κάθε φορά αλλιώς (κι ας μην ήταν πάντοτε αλλιώς). Λεπτομέρειες δεν θα πω. Και πώς δεν έχασα όλα τα δάχτυλά μου στο μαχαίρι, ένας Θεός το ξέρει. Και πήγαμε το καλοκαίρι Αλόνησο και ξεχάσαμε να γυρίσουμε, τόσο όμορφα. Παράδεισος. Παράδεισος.

Και νύχτα βγαίναμε και σπίτι της μέναμε (με είχε χάσει η μάνα μου τότε) και στο φως της μέρας κυκλοφοράγαμε. «Άει ρε μαλάκα πια, με τη ζωντοχήρα» έλεγε ο Παντελής. Ο Προφέσσορας έκλεινε το συνεργείο του, κανονικά όμως, και με κέρναγε τσίπουρα: «Χαίρου», με έλεγε, «χαίρου γιατί αυτή είναι ο κολοφώνας της ζωής σου». Έτσι έλεγε: «χαίρου».

Δεν ένιωθα ότι εγώ κι η Μαρίκα είχαμε σχέση και τέτοια. Αλλά δεν με ένοιαζε και καμμιά άλλη. Μετά, μία ωραία πρωία η Μαρίκα είπε «Αντώνη, χωρίζουμε». Μιλήσαμε, κλάψαμε, φιληθήκαμε. Κλάψαμε πολύ. Αλλά δεν την ξαναείδα. Αυτό ήταν, Τέλος, μαχαίρι. Και το μαχαίρι δεν χαρίζει κάστανα. Ο Παντελής ακόμη αναρωτιέται πού πήγε, τι απέγινε, πώς και δεν ήξερα τίποτε για τη ζωή της για να πάω να την ψάξω μετά: 11 ολόκληρους μήνες ήμασταν μαζί. Τον λέω ότι δεν με ένοιαζε τίποτα από όσα δεν ήθελε να με δώσει, να με πει, να κάνουμε μαζί: γι’ αυτό δεν είχα πληροφορίες.

Όχι, δεν την αγάπησα τη Μαρίκα. Ναι, κατέστρεψε για πάντα κάθε τσόντα, την έκανε να μοιάζει κουκλοθέατρο, καραγκιόζης, ψέμα. Όχι, δεν ήμουνα ποτέ πιο ευτυχισμένος, ούτε μίλησα ποτέ τόσο πολύ και για τόσα πολλά με γυναίκα. Και ας μην ήξερα πολλά γι’ αυτήν. Κι ας μην ήμουν ερωτευμένος, που λένε. Ξέρω που σου λέω, ρε γέροντα, πάνε δέκα χρόνια, έχει πήξει πια το μυαλό μου. Γι’ αυτο σε λέω, άσε το κήρυγμα και τα πνευματικά για γάμους κι αγάπες και δεσμούς αγάπης. Άσε να χαρείς, πάτερ.

(Η εικονογράφηση είναι, βεβαίως, της Apollonia Saintclair.)

Ζώντες ποιητές

Με την ποίηση δεν το ‘χω, μου είπαν κάποτε. Συμφωνώ. Δεν μπορώ να γράψω ποίηση και ό,τι άθλια σκαριφήματα είχα σκαρώσει τα έκαψα, ως γνωστόν, στην μπανιέρα του πατρικού μου σπιτιού πριν περίπου είκοσι χρόνια.

Επίσης, έχω ένα πρόβλημα: με δυσκολεύει η ποίηση. Μου προκαλεί συνήθως δυσφορία ή ανυπομονησία ή και τα δύο. Προτιμώ ένα πεζό με μουρμουρητό ρυθμό, ας πούμε. Γι’ αυτό και δεν μπορώ να διαβάσω ποίηση μετά τον τρίτο με τέταρτο στίχο, δεν γίνεται να συνεχίσω, ακόμα και αν το ποίημα είναι μόλις 7-8 στίχοι. Εκτός και αν πράξει κάτι το ποίημα, αν με μετατοπίσει από το σημείο όπου βρίσκομαι και κοιτάζω τα πράγματα και τους άλλους κι εμένα. Σε αυτήν την περίπτωση διαβάζω και δεν χορταίνω, αφού το ποίημα με πάει εκεί όπου αυτό θέλει και με μετατοπίζει.

Εδώ και χρόνια ήθελα να πω ποιοι Έλληνες ζώντες ποιητές με συγκινούν. Δίσταζα για δύο λόγους: πρώτον, οι δύο από αυτούς είναι γνωστοί μου, ο ένας Φίλος. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: τουλάχιστον πρέπει πια όσοι κάθονται και με διαβάζουν χρόνια να ξέρουν ότι δεν χαρίζω κάστανα. Δεύτερον, δεν είμαι αρμόδιος να μιλήσω για ποίηση. Ωστόσο, μια ματιά στο άτεχνο κι απροσχημάτιστα στημένο παιχνίδι που λέγεται κριτική στην Ελλάδα με μετέπεισε: επιπλέον, η ποίηση είναι κανονικά για όλους, όπως η πολιτική. Άλλωστε, άσημος και ανώνυμος εγώ, λέγοντας ποιοι ποιητές μου αρέσουν μάλλον θα καταφέρω τελικά να ακούσω συστάσεις για κάποιους που δεν έχω προσέξει ή που μου διαφεύγουν: γούστα πάντως δεν θα διαμορφώσω, ούτε θα αξίωνα κάτι τέτοιο.

Ζώντες ποιητές λοιπόν, όχι ποιήτριες. Στα ελληνικά. Οι δικοί μου:

Αντώνης Αντωνάκος: Ο άνθρωπος γράφει γι’ αυτά που θέλω να διαβάζω με τον τρόπο που με συνεπαίρνει. Παρ’ όλα αυτά ποτέ δεν μου χαϊδεύει τα αυτιά, ίσα ίσα με πάει λίγο πιο δίπλα με πολλά από τα ποιήματά του. Ποίηση όλο ζουμιά που σφύζει και καμμιά φορά ρίχνει και κανα σκαμπίλι δυνατό. Ποίηση που μυρίζει μουνάκι και καμένη άσφαλτο.

Θωμάς Τσαλαπάτης: Ποίηση που με δυσκολεύει. Που είναι πρωτοποριακή και τραχειά, κάποτε σφήνα ή και υπομόχλιο. Διαβάζω κάτι δικό του και λιγάκι χάνομαι, σαν να κατέβασα κανα ποτηράκι απότομα θεονήστικος. Λέω: έτσι πρέπει να είναι η πρωτοποριακή ποίηση, να μην παίρνεις καν χαμπάρι ότι είναι πρωτοποριακή ή ότι μόλις έχασες το έδαφος κάτω από τα πόδια σου, που λένε. Δεν είναι «ένα ποίημα καληνύχτα», είναι «τρέμε, ποίηση».

George Le Nonce: Στριφνή και αγχογόνος ποίηση, ανοίγει ξέφωτα και πάνω που πας να ανασάνεις σε σκεπάζει με ασφυξία. Με όρους «καθαρής ποίησης» — ό,τι και αν είναι αυτό: όραμα, ρυθμός, εξακτίνωση, η λεπτομέρεια που οδηγεί στο γενικό — είναι ο σπουδαιότερος. Σκεφτείτε: ποιήματα για αδιανόητους κόσμους και ανεξιχνίαστες νόσους και οθνείες συγγένειες και συνάφειες να σε αγγίζουν. Όχι γιατί αναγνωρίζεις μέσα τους κάτι δικό σου προτού τα διαβάσεις, παρά γιατί τα ίδια τα ποιήματα σε αναγκάζουν να ταυτιστείς με ό,τι περιγράφουν, διεκτραγωδούν, αναθυμούνται ή εξυπακούουν.

Τους ευχαριστώ και τους τρεις. Τους είμαι ευγνώμων, δηλαδή.

Εσώρουχα

Έχω έναν ερεθισμό κι ένα γρομπαλάκι κάτω από τη μασχάλη. Ανησυχώ. Τι «ανησυχώ», δηλαδή, φοβάμαι. Φοβάμαι πολύ. Σκέφτομαι την Αντζελίνα Τζολί. Ή Ζολί. Δεν είμαι σίγουρος πώς τη λένε και δε με νοιάζει. Αυτή έχει μείνει και μισή από τη δίαιτα, βέβαια, σαν άγιος άλιωτος κάτω από γυάλα. Ανορεξική, λένε. Κατάντησε σαν εκείνον τον άγιο που με είχε πάει με το πούλμαν η μουρλή η θεια μου να δω στην Εύβοια, ήμουν και δεκαπέντε χρονών τότε, πριν δέκα χρόνια, και φοβόμουν πολύ μέχρι να τον δω που θα έβλεπα λείψανο, και μετά τον είδα και τον λυπήθηκα. Τον λυπήθηκα πολύ. Δεν ξέρω γιατί, δεν μπορώ να το αναλύσω. Μου φάνηκε αβάσταχτο να πεθάνεις νέος σε ένα βουνό στην Εύβοια και μετά να μείνεις έτσι, μαραμένος και κατάμαυρος κάτω από ένα τζάμι.

Το πιάνω πάλι το γρομπαλάκι. Εκεί έχουμε λεμφαδένα, λέει στο ίντερνετ. Έχω φρικάρει λίγο. Πάω να κλείσω το χέρι μου πάνω στα πλευρά μου και νιώθω ερεθισμό εκεί. Βυζιά. Ακόμα ένα πρόβλημα που δεν έχουν οι άντρες. Τι να λέμε, γνωστά. Το μόνο έξτρα πρόβλημα που έχουν οι άντρες είναι ο προστάτης. Που, αν έφταναν, λέει, όλοι οι άντρες 100 χρονών, θα είχαν βγάλει όλοι καρκίνο στον προστάτη. Τρομακτικό, τι να σου πω. Φαντάζεσαι να είσαι 100 και να σου πουν ότι έχεις πέντε με δέκα χρόνια ζωής; Κι ότι δεν θα μπορείς να το κάνεις; Αν και οι άντρες έχουν διάθεση να το κάνουν μέχρι τα 130. Και τώρα πια μπορούν, έχουνε την επιστήμη σύμμαχο.

Είναι κι αυτό, φυσικά: ο άντρας είναι γκομενάκι και μετά γαμιάς και στο τέλος γίνεται ώριμος και γοητευτικός κύριος: όλοι οι άντρες έχουνε το κοινό τους. Κι απ’ ό,τι καταλαβαίνω έχουνε μεγάλο κοινό. Πιχί η Μάνια λέει ότι την τρελαίνουν οι εξηντάρηδες-εβδομηντάρηδες: είναι λεβέντες, λέει. Την καυλώνουν. Άντρες ψημένοι, όχι αγοράκια. Μάστοροι. Τα ωραία τα κορμιά και οι κοιλιακοί και τα κωλαράκια τα τραγανά είναι για τα κοριτσάκια και τους γκέηδες, έτσι λέει. Κι εγώ της τραγουδάω το «έλα στον παππού, γιατί να πας αλλού». Τεσπά. Άμα είσαι άντρας, περνάει η μπογιά σου και έτσι και αλλιώς ώσπου να ψοφήσεις, μέχρι και το πι στο οποίο ακουμπάς για να κάνεις μισό βήμα είναι σεξ τόυ, άμα λάχει.

Ναι, οκέι, πφφφ, φεμινισμός. Εντάξει, ναι. Αλλά άμα κάποιος τα κάνει σαν τα μούτρα του, λες ότι τα έκανε μουνί, όχι ότι τα έκανε ψωλή. Ναι, ναι: πφφφφ, φεμινισμός και άσε μας κουκλίτσα μου. Οκέι. Δεν βλέπει ο άλλος το πρόβλημα. Το δέχομαι. Πού να το δει το πρόβλημα; Εδώ είναι ο καπιταλισμός αυτονόητος, που είναι πεντακοσίων ετών, δεν θα είναι η πατριαρχία, που είναι πέντε χιλιάδων και βάλε;

Σε αυτό το σημείο, άμα γίνει καμμιά τέτοια κουβέντα, με σταματάνε οι γκόμενοι, βγάζουν και χαμόγελο σαν αριστερό φλας, και μου λένε κάτι του στυλ «ώπα, είσαι κουλτουριάρα». Χαμογελάνε, κάνουν οπισθογωνία νοερώς, πρέπει να με προσεγγίσουν αλλιως, σκέφτονται. Όσοι μπορούνε, δηλαδή. Αλλά κολοκύθια κουλτουριάρα είμαι, σιγά. Πίπες. Μέχρι τα 18 μου, που ήμουνα φοιτήτρια και κάηκαν χριστουγεννιάτικα δέντρα κι εξοστρακίστηκαν κάτι σφαίρες, δεν ξέραμε τι είναι καπιταλισμός και τέτοια. Αλλού ζούσαμε. Η παιδεία είναι η λύση, λέγαμε. Ονειρέψου και θα το κάνεις, μας έλεγαν. Όλα είναι δυνατά άμα στρώσεις κώλο και δουλέψεις. Εντάξει, άμα ήσουνα με το Σταρ Τσάνελ, σου έλεγαν να στήσεις κώλο, όχι να τον στρώσεις. Δεν υπάρχει δεν μπορώ αλλά δεν θέλω. Και μετά κάηκαν όλα. Και γίναμε όλοι αναρχικοί. Για λίγο. Μέχρι που ήρθε το όνειρο του ΣΥΡΙΖΑ.

Λένε οι γκόμενοι πως είμαι κουλτουριάρα. Λέω ότι δεν με έπαιρνε να γίνω κουλτουριάρα. Με έπιασαν ο πατέρας μου και η μάνα μου όταν έδινα εξετάσεις και μου εξήγησαν ότι αν δεν πέρναγα Αθήνα δεν είχανε λεφτά να με στείλουν εκτός. Καθήσαμε στην κουζίνα, γύρω απ΄οτο τραπέζι, λες και θα τρώγαμε καμμιά τάψα γεμιστά. Να το συζητήσουμε. Αγχωθηκα τρελά. «Να πάρετε δάνειο», τους είπα. Θα τους έλεγα ότι εδώ παίρνανε δάνεια για να πάνε Κόστα Ναυαρίνο και τέτοια οι διπλανοί, αλλά δεν ήθελα να πληγώσω τον πατέρα μου. Η μάνα μου κοίταζε σαν υπάλληλος στο Έβερεστ Σάββατο βράδυ στις 4 και κάτι. Αμίλητη. Έκανε πως χαμογελάει κι ότι τάχα δεν ακούει. Όπως κάνουν οι γυναίκες. Όπως κάνουμε οι γυναίκες. Ο μπαμπάς στο τέλος μου είπε: «Άκου, αγάπη μου, δεν υπάρχουνε χρήματα, σε παρακαλώ φρόντισε να περάσεις στην Αθήνα, είναι κρίμα να πάει χαμένο τέτοιο μυαλό. Σε παρακαλώ. Κρίμα είναι.» Δεν είπα τίποτα: με είπε «αγάπη μου» και το είπε πολύ πολύ χαμηλόφωνα. Και είπε «χρήματα» κι όχι «λεφτά», για πρώτη φορά μίλησε για τα φράγκα με σέβας και δέος. Τότε δεν μιλάγαμε για λεφτά, για ό,τι άλλο θες κουβεντιάζαμε εκτός από λεφτά.

Πέρασα Αθήνα τελικά. Θρίαμβος. Αστέρι. Χώρισα και με τον Κίμωνα, που νόμιζε ότι θα αρραβωνιαστούμε και θα με βάλει να κάνω την υπάλληλο στα λιπαντικά και τις μπαταρίες. Συνέχισα όμως τη ζωή του Λυκείου: «τι ώρα γύρισες;», «πού θα πας;» και τέτοια. Ευτυχώς είχα την Ντούλα τη Θωμοπούλου, που έφευγε κάθε τρεις και λίγο για τα Καλάβρυτα, γιατί «την έπνιγε η Αθήνα» — δεύτερο σπίτι το είχα κάνει το διαμέρισμά της στην Ξενίας. Μόνον έπιπλα δικά μου δεν είχα πάει. Ερωτικές χαρές Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι, Τριών Ιεραρχών. Μέσα στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν θα έβγαινα ψυχολόγος από το Ψυχολογικό. Ούτε φιλόλογος δεν θα έβγαινα. Ελληνίδα πτυχιούχος θα έβγαινα. Και βγήκα πτυχιούχος. Και τίποτε άλλο.

Αποφοίτησα το ’12, τότε που θα καταστρεφότανε κι ο κόσμος. Δεν καταστράφηκε. Έπιασα δουλειά στης κυρίας Τίνας. Προσωρινά. Διασκεδαστική δουλειά. Εσώρουχα. Μεταπτυχιακά και τέτοια, δεν ήτανε για τα δόντια μας: να είμαι ευχαριστημένη που πήρα πτυχίο. Σε έξι μήνες πια δεν θυμόμουν ποια είναι η διαφορά γνωστικής και γνωσιακής και ποιος είναι ο Άντλερ — που λέει ο λόγος. Τα ακαδημαϊκά θέλουνε λεφτά. Κι εγώ ήθελα λεφτά. Δεν υπήρχαν αρκετά λεφτά να τα μοιραστώ με την καριέρα, την όποια καριέρα. Πολύ περισσότερο την ακαδημαϊκή καριέρα, που είναι ακριβή γκόμενα και σε βάθος χρόνου.

Όμως με το που πήρα πτυχίο ήθελα να φύγω από το σπίτι. Φώναζαν οι τηλεοράσεις: live your dream, be yourself, keep walking, dare, be the change — τέτοια. Ξέμεινα στο πατρικό μου. Στο παιδικό δωμάτιο, με παιχνίδια και σεμέν και αφίσες. Με το κρεβάτι το νεοσέτ. Κι ας είχα σιχαθεί να έχω στην τσέπη τα κλειδιά της Ντούλας τέσσερα χρόνια φοιτήτρια, κατάλαβα τι σημαίνει να έχεις κάπου να πας (όχι σώνει και καλά για να το κάνεις) όταν μετά πήρε κι αυτή πτυχίο, το ξενοίκιασε το διαμέρισμα στην Ξενίας και πήγε πίσω στα Καλάβρυτα και παντρεύτηκε τον γαμιά τον σωστό κι αυτή, τον πρώτο της και τον ένα και τον μόνο, όπως έλεγε. Ναι ντε, γι’ αυτό την έπνιγε η Αθήνα. Ενώ εμένα δεν με έπνιγε το σπίτι μου λόγω σεξουαλικής στέρησης, αυτό είναι ένα πρόβλημα που δεν έχω: ευτυχώς δεν τσάκωσα καμμιά ενοχή στην εφηβεία και οι γονείς μου σε αυτό είναι νορμάλ — μόνο μην πέσω στην πρέζα ή μην ανέβω σε μηχανή τρέμανε. Το σπίτι με έπνιγε για τον λόγο που πνίγει το ξένο σπίτι κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο: γιατί δεν έχει μια πόρτα να κλείσει πίσω του κι ένα μπαλκόνι να ποτίσει τις δικές του γλάστρες — όχι της μαμάς. Δεν είναι μόνο το τι ώρα γυρνάς και τέτοια, εντάξει, μετά την εφηβεία σιγά σιγά μαθαίνεις να μην ακούς.

Κι έτσι, εκείνο το ωραίο καλοκαίρι του ’13, πουλώντας σέξι εσώρουχα (αλλά όχι πρόστυχα) σε μαραμένες συζύγους που δεν ενδιέφεραν ούτε σύζυγο ούτε γκόμενο (πού τέτοια τύχη), απλώνοντας ζαρτιέρες πάνω στη γυάλινη προθήκη για να διαλέξει ο επιπλάς από την Ιδομενέως για την γκόμενα (που νόμιζε κι ότι δεν τον αναγνώριζα), ξέροντας ότι δεν έχω ταλέντα ή ομορφιά ή πέντε φράγκα στην άκρη για να φύγω κι εγώ στο εξωτερικό και να ζήσω το όνειρο ή, έστω, να επιβιώσω, καταλαβα κι εγώ την θέση μου στον κόσμο. Αυτή που έχουν οι γυναίκες από καταβολής πόλεων και χωραφιών: να πλένω πιάτα, να καθαρίζω τζάμια και ό,τι άλλο απαιτεί η εποχή μας και το κοσμποπόλιταν. Μου άρεσε; Καθόλου. Μπορούσα να κάνω κάτι; Καλά καλά ούτε να πάω να μείνω μόνη μου δεν μπορούσα.

Και ναι, με παρακάλαγε ο Παντελής όλο το καλοκαίρι του ’13, κι εδω και στη Φολέγανδρο και στο χωριό της γιαγιάς του, να πάω να μείνω μαζί του, να ζήσουμε μαζί. Όμως εγώ παιδιά δεν ήθελα και δεν θέλω (βρωμολέσβω με έλεγε η Μάνια — τι μαλάκω που γίνεται κι αυτή η καριόλα όταν πιάσει τα ψυχολογίστικά της) κι ας με περιμένει, όπως λένε, ο καρκίνος, όπως όλες τις άκληρες. Και στην παραλία κάνω μπάνιο γυμνόστηθη κι ας είμαι η μόνη — η μάνα μου ισχυρίζεται ότι παλιά οι μισές το πέταγαν το αποπάνω στην παραλία. Κι ας με έχει φρικάρει τώρα το γρομπαλάκι. Που πρέπει να είναι από το αποσμητικό το γαμημένο το ρολόν, τελικά.

Α, πελάτης. Είναι αυτός ο παππούς πάλι. Θέλει κάτι όμορφο για τη γυναίκα του. Της ρίχνει και καμμιά δωδεκαριά χρόνια. Είπαμε η επιστήμη. Είχε ξανάρθει τον Ιούνιο, για δώρο για τα γενέθλιά της. Του έδειξα κάτι έτσι λίγο εξτρίμ, από αυτά τα κυλοτάκια που τα λύνεις. «Μπα, κυλότες αυτοκινήτου υπάρχουν», είπε με νόημα. Της πήρε τελικά κάτι λουλουδένια τότε, τύπου intimissimi. Άντε να δούμε τι θα της αγοράσει πάλι.

Κείμενα-χέρια

Ένας καλός τρόπος να χωρίσεις τα κείμενα σε κειμενικά είδη, σε genres που λέμε, είναι να προσπαθήσεις να σκεφτείς σε τι σχηματισμό του ανθρώπινου χεριού και σε τι χειρονομία αντιστοιχεί: κάλεσμα, ευλογία, μούτζα, δείξη, μεσαίο δάχτυλο,  «σταμάτα», γροθιά, παλάμη που τείνουμε για χειραψία, «σήκω», χάδι ή για αγκάλιασμα, χαιρετισμός, το «ώπα με τα βιοτικά» του Βούδα και των αγιογραφιών, ρητορικό τάνυσμα, κοίλη παλάμη για περίπτυξη, αμφίσημα πεταλουδίσματα μαέστρου ή συνθηματικά προπονητών. Δεν έχουμε ονόματα για όλα αυτά τα είδη.

Κάποια κείμενα βεβαίως περιέχουνε παραπάνω από έναν σχηματισμό, πολλές χειρονομίες. Κάποια απλώς σε βάζουν να παρακολουθείς το κειμενικό χέρι να κινείται και να αλλάζει σχήμα μαγνητίζοντάς σε. Δεν ξέρεις πάντοτε ακριβώς τι βλέπεις, αλλά δεν σε πολυνοιάζει κιόλας. Γιατί έχεις περάσει σε αυτό που λέμε χορός (να χρειάζεται κάποιας μορφής ρυθμός σε αυτές τι περιπτώσεις) ή, αλλιώς, ποίηση.