Του έρωτα μέγα καλό

Ό,τι νιώθω και ό,τι είμαι μου το έχει διδάξει ο έρωτας.

Ο έρωτας μού έμαθε να είμαι ο εαυτός μου και μου έμαθε ότι έρχεται σ’ εμένα επειδή είμαι ο εαυτός μου και όχι κάποιος άλλος.

Ο έρωτας μού εξήγησε ότι αξίζω τη χαρά της ζωής, που είναι και ο έρωτας.

Με δίδαξε να μην υπεραναλύω και να παίρνω τη ζωή όπως μου έρχεται, κατά το εμπειρίκειο, όσο μπορώ.

Με εκπαίδευσε στο να μη φοβάμαι, εγώ ο κατά βάση δειλός. Με ξανάπλασε σχεδόν γενναίο.

Με απελευθέρωσε από ό,τι βάρος δεν ήτανε δικό μου και το έστησε απέναντί μου για να το αντικρύσω με ψυχραιμία κι επιείκεια.

Ακόμα και στον πόνο υπήρξε μεγαλόψυχος: δεν τον έφερε μάταια.

Ο έρωτας με πήγε πολύ πιο μακριά και από βιβλία και από ταινίες και από την ίδια τη φαντασία μου, έχτισε κόσμους αδιανόητους πριν, κόσμους που εξερευνώ και περιδιαβαίνω σαν αρχάριος με ψυχή μαγεμένη.

Ο έρωτας εγκέντρισε μέσα μου την ομορφιά και το γέλιο.

Ο έρωτας με ντρεσάρισε να μη φοβάμαι τον χρόνο, παρά να χαίρομαι τη στιγμή σαν παιδί και την ανάμνηση σαν γέροντας.

it was just to see all the things you knew (η 1001η ανάρτηση)

Θα μιλήσω ως άντρας που ερωτεύεται γυναίκες.  Άλλωστε δεν μπορώ να υποκριθώ ότι καταλαβαίνω πώς είναι να τρως από μικρή το κοντό και λεπτό καυλί της πατριαρχίας και να σου τσαμπουνάν ότι πρέπει να το ευχαριστιέσαι κιόλας, αφού αυτή είναι η αποστολή σου και η φύση σου ως γυναίκας. Ούτε μπορώ να παραστήσω ότι αντιλαμβάνομαι πώς είναι να σου έχουνε φορεμένη κολάρο την καθόλου ηδονική θηλειά της ετεροκανονικότητας και να σου λένε να είσαι κι ευχαριστημένος που δε σου τη σφίγγουν.

Ωστόσο ξέρω καλά ένα πράγμα: οι ανθρώπινες σχέσεις είναι δυναμικές: πολύμορφες, πολύτροπες και ευμετάβλητες. Και ξέρω ότι κάθε σχέση τη διέπει κάτι διαφορετικό (καύλα, έρωτας, στοργή, συναντίληψη, αλληλοεξάρτηση, αγάπη — χίλια δυο) και ότι αυτό το κάτι μπορεί να αλλάξει και, μάλλον οπωσδήποτε, αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Ξέρω επίσης ότι οι μεγάλες ενοποιημένες σχέσεις, όπου ο άλλος είναι όλα και μας παρέχει τα πάντα αποκλειστικώς, είναι ή πολύ σπανίες ή βραχύβιες ή απλώς φενάκη.

Δυο παράγραφοι εισαγωγή, αναγκαία νομίζω, για να πω το αυτονόητο: δεν παραβιάζουμε τον χώρο του άλλου, δηλαδή του/της παρτενέρ, του γκόμενου ή της γκόμενας, του αγοριού ή του κοριτσιού, του εραστή ή της ερωμένης, του/της συντρόφου, του/της συζύγου (ή όπως αλλιώς αλληλοαποκαλούμαστε). Δεν αστυνομεύουμε τη ζωή του. Δεν σκαλίζουμε κινητά κι ημερολόγια (που μας τραγουδάει κι ο Μορισέυ στο Suedehead, απ’ όπου και ο τίτλος) και δεν ψαχουλεύουμε σημειώσεις, συρτάρια, αλληλογραφίες και δεν ξέρω τι. Κάποτε, όντας ακόμα πιο αφελής από τώρα, νόμιζα ότι αυτού του τύπου οι κινήσεις (διέγραψα την αρχική περιγραφή εδώ) αποτελούν εξαίρεση, αλλά έσφαλλα.

Από τον καιρό που έγραψα τον Ταμία των ανέμων με ρωτάνε αν είμαι τόσο κουλ επειδή μου λείπει το πάθος. Χαμογελάω. Επίσης με ρωτούν αν έχω πια τόση εμπιστοσύνη στο ταίρι μου (αν είμαι μαλάκας δηλαδή) και αν είμαι σίγουρος ότι δε θα κάνει τίποτε πίσω από την πλάτη μου. Και φυσικά μιλάμε για κέρατο, όχι ξέρω γω να ξεκινήσει κρυφά ιστιοπλοΐα για χόμπι. Και η απάντηση, η μόνη σοβαρή απάντηση νομίζω, είναι όχι. Δεν την εμπιστεύομαι. Βεβαίως δεν την εμπιστεύομαι. Δεν εμπιστεύομαι κανέναν. Δεν εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, πρωτίστως αυτόν. Οι άνθρωποι είμαστε εύπλαστοι και όσοι δεν είμαστε μάλλον βρισκόμαστε σε προϊούσα αγκύλωση — και θα σπάσουμε. Κανείς δεν είναι βράχος για να ρίξεις άγκυρα.

Όποιος έχει συνειδητοποιήσει ή όποιος φοβάται ότι η εμπιστοσύνη δεν αποτελεί παράμετρο γνήσιας σχέσης, της όποιας σχέσης, «σοβαρής» ή μη, έχει δύο επιλογές: τη ζηλότυπη αστυνόμευση ή την ψύχραιμη παραίτηση. «Ναι, αλλά γιατί δεν επιλέγεις μια μέση λύση, γιατί δεν κάνεις έναν έλεγχο, έτσι απλό, όχι σε βάθος;» με ρωτάνε, «έτσι να ξέρεις πού βρίσκεσαι;» Οι λόγοι είναι τρεις:

Δεν ψάχνουμε τα πράγματα του άλλου και δεν τον αστυνομεύουμε όχι γιατί τον εμπιστευόμαστε (είπαμε) αλλά επειδή τον σεβόμαστε. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω εδώ, από πείσμα καθαρό θέλω να πιστέψω ότι είναι προφανές τι λέω: σέβομαι την άλλη, ιδίως άμα καμώνομαι ότι την αγαπάω. Αλλά κι αν δεν την αγαπάω, αν «απλώς» είμαι ερωτευμένος ή, έστω, γουστάρω και περνάμε καλά, μήπως νομιμοποιούμαι να μην τη σέβομαι; Τέλος πάντων.

Δεύτερον, φρονώ πως η αφοσίωση και η πίστη δεν είναι θέμα ερωτικής ελευθερίας. Όμως αντιλαμβάνομαι ότι εδώ υπάρχουνε πολλές και διαφορετικές αρχές, διαθέσεις και στάσεις. Και όλες είναι εξίσου βαθύτατα ανθρώπινες. Άσε που προτιμώ να βγάλω τον σκασμό προτού αρχίσω να προτείνω νόρμες και ρυθμίσεις για τις ζωές των άλλων. Προσπερνάω λοιπόν.

Τρίτον, υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία»

Ο κρύος καφές της ερωτογραφίας

Είχε μείνει καφές από χτες μέσα στην κανάτα. Τον άδειασα μέσα στην κούπα με το θηρίο της Αποκάλυψης, έργο Ντύρερ. Κοίταξα τη συννεφιά που μας λυπήθηκε και ξανασυνάχθηκε από πάνω μας, η μόνη σκέπη και εντελώς απατηλή, βεβαίως.

Σκέφτηκα πώς ερωτογραφούν κάποιοι και κάποιες που ξέρω: πάρα πολλοί ερωτογραφούν τελικά, λίγοι τα δείχνουν, σχεδόν κανείς δεν τα δημοσιεύει. Η γνώμη του κόσμου. Καλύτερα να φαίνεται στα γραπτά σου ότι είσαι σκατόψυχος ή βλαξ ή και τα δύο, παρά ότι έχεις πόθους και ότι έχεις ζήσει έρωτες. Προτιμούμε να διαβάζουμε τις στεγνές κακαράντζες που αφοδεύει βαδίζοντας κάθε γιδίσια ψυχή, παρά για τα υγρά και τα θερμά των ερώτων που είχαμε ή δεν είχαμε ή που θα έχουμε.

Πίνω τον καφέ, δεν έχει καθόλου άρωμα πια, 24 ώρες μετά, μόνο καλή γεύση. Αυτό είναι η ερωτογραφία: χάνεις το άρωμα και την ιερή και άγρια στιγμή εκείνη, την αφή και την κίνηση ας πούμε, αλλά κρατάς το απατηλό φως και τη θαμπή σκιά και τις ματιές, τη συγκίνηση και την αίσθηση που δεν σβήνουν (δε σβήνουνε, δε σβήνουν οι καριόλες), την καύλα που σε κάνει άνθρωπο. Οι εικόνες των σωμάτων, λεπτομέρειές τους — φόρμες, μοτίβα, γραμμές, σκιές, ματιέρες — ή απόψεις τους από απέναντι και από το πλάι. Και όσα μαρτυρούν τα περίκλειστα μα αχανή τοπία των σωμάτων.

Περπάταγα οχτώ μέρες πριν σε έναν έρημο δρόμο εμπορικό, αριστερά και δεξιά κλειστά μαγαζιά πολυεθνικών αλυσίδων φωτισμένα, και αναρωτιόμουν ποιες είναι οι μεγάλες χαρές της ζωής μου. Είμαι ρηχός άνθρωπος μάλλον, αφού πέρα από 5-6 ανομολόγητες, όλες οι άλλες ήταν Έρωτας· και έρωτας μέσα μου και έρωτες: συνευρέσεις, κλινοπάλες, γαμήσια. Ήπια ένα τζιν στο τελευταίο μπαρ που βρήκα ανοιχτό και πήγα για ύπνο χαμογελώντας.

Τέλειωσε ο καφές, πάω τώρα.

Ρε αστοδιάλο

Δεν μπορώ να δουλέψω άλλο. Θα γράψω αυτό, θα είναι λάθος, και θα πάω να κάνω ποδήλατο. Ναι, στατικό, από αυτό που κάνουν οι γκόμενες. Αν ανέβω σε κανονικό και βγω στον δρόμο, θα σκοτωθώ εδώ που είμαι και θα μου κάνετε ταγκ μετά θάνατον. Και πώς θα το αντέξω;

Μου λέει η Ζ. το απόγευμα στον καφέ: «θα πεθάνει ο Ρωμανός, θα τον αφήσουν να πεθάνει». Απάντησα με βρισίδια. Διάβασα μετά τους ποταμούς γνωμών στο ίντερνετ και την κοινοβουλευτική επικαιρότητα γύρω από το θέμα. «Το παιδί», λένε κάποιοι, «το παλληκάρι». Ποιο παιδί, ρε μαλάκες, είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς μαζί του, ο άνθρωπος είναι εκθετικά πιο συνειδητοποιήμενος από όλους μας. Ιστορικά, όποιος τα βάζει με θεούς και με το κράτος (από το σουλτανικό ντοβλέτι μέχρι την καλή και άγια ΟΔΓ των λευκών κελιών) καλό τέλος δεν έχει: δεν είναι ο αγώνας του άθεου και του αντεξουσιαστή για όλους μας.

Αλλά βεβαίως όπως τότε με τον Σακκά: τα απωθημένα ολωνών μας πάνω στο πρόσωπο του ληστή, του ήρωα, του μάρτυρα, του τσόγλανου. Όπως τότε, νομικολογίες από κάθε άσχετο και από κάθε σκατόψυχο, ενώ το θέμα πολιτικό είναι. Τα ερωτήματα που εγείρονται είναι πολλά, εγώ δύο σκέφτομαι: έχει δικαιώματα ο εχθρός του κράτους; είναι η ζωή το υπέρτατο αγαθό; Βεβαίως, στη δεύτερη ερώτηση, η Ελληνική Δημοκρατία έχει κιόλας απαντήσει επανειλημμένα «όχι» από τότε που άρχισε να κατεδαφίζει το (όποιο) κοινωνικό κράτος για να σωθούν οι τράπεζες και για να απολυθούν και να μεταταχθούν δημόσιοι υπάλληλοι. Κι έτσι, βρέφη, άρρωστοι και γέροντες πέθαναν για τη «δημοσιονομική σταθερότητα». Θα μπορούσε να είναι η «καθαρότητα της φυλής», προσεχώς ενδεχομένως.

Μιλώντας για φυλή και φάρα: έχουμε και όλη τη χολή και το όξος της αγροτοποιμενικά μοχθηρής κοινωνίας μας, που δεν πιστεύει σε τίποτα πέρα από την οικογένεια τη δική της, που αντιλαμβάνεται το δημόσιο τόσο όσο χρειάζεται για να συμπήξει κουμπαριές κι ευκαιριακές συμπολιτείες. Χoλή και όξος που ρέουν άφθονα στην περίπτωση του Ρωμανού. Ρέουν και τροφοδοτούν την εκδικητικότητα ενός κράτους που εδώ και καιρό δεν μπορεί ούτε τα προσχήματα να κρατήσει.

Αλλά ας κάνω δυο βήματα πίσω.

Άξιος φιλόλογος και καθόλου αριστερός, μού έλεγε πριν κανα τρίμηνο: «δηλαδή φαντάσου πώς ακουγόντουσαν όλα αυτά του Σεφέρη και της γενιάς του ’30 περί ελληνισμού και Ελλάδας και σπασμένων αγαλμάτων και τι παθαίνει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες στα αυτιά του κατατρεγμένου αριστερού, παρία και θύματος, με συγγενείς στην εξορία ή στη φυλακή και με τον χαφιέ παρκαρισμένο έξω από το σπίτι του.»

Δε φαντάζομαι. Τώρα πια ξέρουμε ότι ο αμφιπολικός ελληνισμός είναι το λεξοτανίλ του λαού: αποχαύνωση και λυσιμέλεια. Τουλάχιστον το μαρξικό όπιο παρηγορεί και ανακουφίζει. Μας πουλάνε ακόμα Ελλάδα κι ελληνισμό και ορθοδοξίες και αηδίες. Η συνέχεια. Η κοινότητα. Οι δόξες και τα μάρμαρα. Που αντιστέκεται κι επιμένει. Που θα τα ξαναχτίσει όλα από την αρχή. Το ζήτημα είναι ποιος δημιουργεί τα ερείπια: οι εξωγήινοι; καμμιά σαρωτική κοινωνική επανάσταση; Αυτοί που κατεδαφίζουν τις ζωές μας φτιάχνουνε τρυφερά σποτάκια για το πώς σιγά σιγά θα τις ξαναχτίσουμε. Γιατί είμαστε Έλληνες. Ρε αστοδιάλο πια.

Αργότερα, την ώρα που έτρωγα, αναρωτήθηκα με αηδία: «τι με συνδέει με αυτό το κράτος;». Σίγουρα ότι στην επικράτειά του βρίσκονται οι αγαπημένοι μου άνθρωποι, τα 69 τετραγωνικά του σπιτιού μου και ο μεγάλος αστερισμός σημείων μέσα στην Αθήνα όπου υπήρξα ξανά και ξανά και ξανά ευτυχισμένος ή τουλάχιστον σε εγρήγορση. Αλλά το κράτος; Με σπούδασε και μετά τι; Κι εδώ και τέσσερα χρόνια ποιοι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι το τρέχουν; Κυνικοί, χυδαίοι, εγκληματίες. Καλά λέει ο τέως Έρμιππος στο facebook: ποιος ΣΥΡΙΖΑ; ένα τεράστιο Ειδικό Δικαστήριο χρειάζεται. Από το 2010 φαντασιώνομαι ότι μια χώρα για την οποία δε θα ντρέπομαι, ίσως γιατί δε θα ταυτίζομαι μαζί της, ξέρω γω η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ισπανία, μου δίνει, λέει, διαβατήριο. Παίρνω κι εγώ κάτι φιλαράκια σκηνοθετικά και καμεράτα, πάω στο Σύνταγμα και καίω τελετουργικά το ελληνικό διαβατήριό μου στο Σύνταγμα, λέω εκεί και καμμιά εξυπνάδα να κάνω ντόρο στα σοσιαλμήντια. Φαντασιώσεις, μπούρδες, αλλά απηχείται μια διάθεση.

Θα το αποκηρύξω αργότερα αυτό το κείμενο, όταν θα είμαι πιο σοβαρός και πιο κύριος. Αμέσως θα ξεχαστεί από όποιον κι αν το διαβάσει. Άλλωστε εύκολα πλέον κατεβαίνουν τα κείμενα, όπως κι εύκολα ανεβαίνουν. Αυτό θα το ανεβάσω. Αχτένιστο και μισότρελο. Στα υπέρ του: δεν είναι καθόλου μα καθόλου οργισμένο, μπουχτισμένο μόνο.

25th Hour (Εξορκισμοί)

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που κρίνεις πάντοτε εξ αποστάσεως και εκ του ασφαλούς τους πάντες και τα πάντα, έτοιμε να σκοτώσεις για τα χρηστά ήθη και για το τι θα πει ο κόσμος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, βικτωριανέ, με την ηθική του αλισβερισιού και της αλλαξοκωλιάς σε όλα, που είσαι με τους θύτες και τους δυνατούς.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που βάζεις πάνω απ’ όλα την οικογένεια· που μεγαλώνεις τα παιδιά σου με γνώμονα τι θα πει για αυτά ο κόσμος και που τρέμεις μη γίνει ο γιος σου θρασίμι ή πούστης και μη γίνει η κόρη σου τσούλα — που δε σε νοιάζει μην καταλήξουν ελεεινοί παλιάνθρωποι και σκατόψυχοι.

Άντε γαμησου, μέσε Έλληνα, που κλαις και τραγουδάς τη δική σου φτώχεια και την προσφυγιά των προγόνων σου, γαμήσου που ζεις δίχως χαμόγελο και περηφάνεια, αλλά μισείς και σιχαίνεσαι τον φτωχό που είναι ξένος.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα ορθόδοξε, σκώληκα της ευσέβειας όταν θα δεις τα σκούρα, αντίχριστε στην πράξη που φιλάς εικόνες και ράσα και πιστεύεις σε μάγια και λείψανα και σύμπαντα και θεούς που ασχολούνται μαζί σου ή που σε εγκατέλειψαν — αρκεί να μη φταις εσύ για τίποτα.

Άντε γαμήσου, μέσε Έλληνα, που περιφρονείς «τα πολιτικά», που είσαι στωικός και θυμόσοφος, που «τίποτα δε θ’ αλλάξει», που μουτζώνεις τους μαυρογιαλλούρους, που τους ψηφίζεις και μετά τους προσεγγίζεις για εξυπηρέτηση.

Άντε γαμήσου μέσε Έλληνα, που δεν έχεις χαρά στη ζωή σου και σκιρτάς με τον πόνο των άλλων και με τις ψόφιες κατσίκες τους, που δεν ξέρεις τον δημόσιο χώρο (εκτός όταν τον μπαζώσεις), που περιφρονείς την αλληλεγγύη έξω από την οικογένειά σου, ζωάκι κρυμμένο σε λαγούμι.

Άντε και γαμήσου, μέσε Έλληνα, που δίνεις δίκια σε όποιον γραφιά και όποιον τζουτζέ του κουτιού θα σε πείσει ότι εσύ δε φταις για τίποτα, ότι δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, που θα σου εξηγήσει ότι υπάρχει ανωτέρα βία και που θα σου πει ότι δεν είσαι λαός και ότι δε θα μάθεις ποτέ, παις αεί κι αρχίδια μάντολες.

Ναι: άντε γαμήσου. Γαμήσου μπας και χαρείς.

Two tribes

Κάποιοι, οι έτσι, γράφουνε και λένε: βρεθήκαμε σε μια εθνική κρίση, πρέπει να την ξεπεράσουμε, πρέπει να κοιτάξουμε το κοινό καλό και πώς θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας σαν χώρα. Θα μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει καλύτερα αλλά η διαφθορά, η ραιβή νοοτροπία μας και ο εγγενής αρνητισμός των κάθε λογής αριστερών σαμποτάρισαν την εθνική προσπάθεια. Πάντως πρέπει να λογαριάσουμε ότι προχωρούμε. Αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Κάποιοι, οι αλλιώς, γράφουνε και λένε: αυταρχισμός, καταστρατήγηση θεσμών, εξαθλίωση, διάλυση κοινωνικού κράτους (αμάθεια, φτώχεια, θάνατος), φασισμός και ρατσισμός κι εθνικισμός.

Οι έτσι απαντούν σε αυτά είτε ότι ήρθε ο λογαριασμός και πρέπει να πληρώσουμε, είτε ότι it will get worse before it gets better, είτε ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια όσο θέλουνε να νομίζουν οι αλλιώς. Στο κάτω κάτω, ούτε ξερονήσια έχουμε, ούτε την Πείνα του ’41, που πείνασαν νοικοκυραίοι άνθρωποι και ξεπούλαγαν πιάνα και σερβίτσια.

Το συμπέρασμά μου είναι ότι οι έτσι και οι αλλιώς — στον βαθμό που είναι ειλικρινείς, κάτι που ολωσδιόλου δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο, ζούνε σε διαφορετικούς κόσμους. Και περιγράφουν και οι δύο φατρίες επακριβώς τον κόσμο στον οποίο ζει η καθεμιά. Στον βαθμό που οι έτσι, αλλά και οι αλλιώς, είναι ειλικρινείς, προασπίζονται τα συμφέροντα και την επιβίωση του κόσμου στον οποίο ζούνε.

Οι έτσι έχουνε δίκιο. Τέσσερα χρόνια μετά το Καστελόριζο, διατηρούν ακόμα προνόμια. Δεν πάνε διακοπές στο Στάαντ αλλά έχουν ακόμα την Αράχωβα, δε βρέθηκαν κλεισμένοι στα ρετιρέ του Λυκαβηττού και στα οροφοδιαμερίσματα της Γλυφάδας να ψάχνουνε να βρουνε ταβέρνα ανοιχτή για να φάνε. Διατηρούν τις δουλειές τους και έχουν εν πολλοίς διαφυλάξει τον τρόπο ζωής τους. Η νομιμότητα, τα κολοβά και χωλά κοινοβούλια, η φονική αστυνομία, τα χρηστά ήθη και η κανονικότητα με κάθε τρόπο, έστω και αν χρειαστεί να θυσιαστούν κάποιοι άλλοι κάπου άλλου, είναι οι αναγκαίοι τρόποι ώστε να συνεχίσουν να ζουν έτσι: καλά. Χωρίς λατινοαμερικάνικα σκαμπανεβάσματα και τέτοια. Άλλωστε πάντοτε έτσι γινόταν, ακόμα και τη χρυσή εποχή του φιλάνθρωπου ακτιβισμού τους: ζούσαν καλά γιατί κάποιοι τους έραβαν τα ρούχα και πέθαιναν πρόωρα καλλιεργώντας κι εξορύσσοντας και μεταποιώντας πρώτες ύλες για τα καταναλωτικά τους αγαθά. Απλώς τώρα αυτοί οι καημένοι βρίσκονται πολύ πιο κοντά τους.

Και οι αλλιώς έχουν δίκιο. Αλλά τον κόσμο τους τον ξέρω καλά κι έχω γράψει γι’ αυτόν: ας μην επαναλαμβάνομαι. Και, πληθυσμιακά, ο κόσμος των αλλιώς είναι πολυπληθέστερος.

Όμως οι έτσι είναι και ελιτιστές. Θεωρούν ότι αποτελούν τον ακριβό ανθό της κοινωνίας, αυτό το ακριβό 1% που θα καρπίσει και θα παραγάγει Ξυγγραφές, Συμπόσια και Πολιτείες και αριστοφάνεια σάτιρα μέσα σε έναν Δήμο ηλιθίων πλαισιωμένων από φιμωμένες γυναίκες και πολλούς πολλούς δούλους. Τρομάρα.

Ο κώλος του Θεού

στην επί δώδεκα συναπτά έτη φίλη Μερόπη Μ.

 Σε πολλά είμαστε κότες, σε ακόμα περισσότερα η εποχή μας είναι αφόρητα ανιαρή και μη-μου-άπτου. Ατολμία. Συναίνεση. Να μην προκαλούμε, για να πάει το μήνυμά μας παραπέρα. Πού; Τεσπά.

Τον κώλο του Θεού τον πρωτοείδα το 2008. Ενοχλείστε που τον λέω έτσι, άλλωστε είναι και η εποχή μας της ευπρέπειας: του «αιδοίου», του «μαμησιού», των χαζών αποσιωπητικών και των πληθωριστικών εισαγωγικών. Ενοχλείστε που λέω «ο κώλος του Θεού», πού να τον βλέπατε κιόλας δηλαδή.

Μπαίνω λοιπόν στην Καπέλλα Σιξτίνα το 2008 και τα χάνω: πολύ ψηλοτάβανη, απελπιστικά μακριά το ταβάνι. Με δυσκολία βλέπεις τι γίνεται εκεί πάνω: τις μπουτς Σίβυλλες, τις βιβλικές ιστορίες και τα τσίτσιδα τεκνάκια του Μιχαηλάγγελου. Και μετά διακρίνω τον ξεγυμνωμένο κώλο του Θεού. Ζωγραφισμένο μεταξύ 1508 και 1512. Ψηλά, πάνω από καρδινάλιους και πάπες, όχι να εκτίθεται σε καμμιά Biennale κρατικοσπονσοραρισμένης πρωτοπορίας και λελογισμένης πρόκλησης.

Και όχι, τότε ο φλωρεντινός αρσενοκοίτης δεν ήταν ακόμη ο γίγαντας της δυτικής τέχνης, για να κάνει ό,τι γουστάρει και να του τα σκάνε: δεν ήτανε παρά ένας φλωρεντινός αρσενοκοίτης γλύπτης. Που ανέλαβε να διακοσμήσει ζωγραφικά (ο άσχετος) το παρεκκλήσι των παπών, κι όχι να στορίσει κανα χειρόγραφο με λατινικές ερωτογραφίες κανενός καυλιάρη δούκα. Και βέβαια, διακόσμηση, εντάξει: δεν το λες αυτό το παμπόνηρο πανόραμα ούτε διακόσμηση, ούτε ραφαηλίτικη χαρά. Μόνο με το ροκοκό και τους μαλακοπίτουρες τους βικτωριανούς θα ξανασηκώσει κεφάλι το διακοσμητικό στοιχείο και η τέχνη ως διακόσμηση, ώσπου να μας πατήσει κάτω τελικά και να μας πνίξει στη γλυκόζη, στη μελάσα και στον μούστο.

Προσπαθώ να σκεφτώ παράλληλα τολμήματα πιο κοντά στην εποχή μας. Κάπως πρόχειρα, μού έρχεται ο Ντιέγο Ριβέρα με τον Λένιν μέσα στο κτίριο Ροκεφέλερ, και πάλι σιγά: ο Ροκεφέλερ μπορεί να σου ακυρώσει το συμβολαίο γιατί τον ζοχάδιασες, όχι να σε στείλει στην αιώνια Κόλαση γιατί έργω βλαστήμησες — κι ο Μπουοναρόττι την πίστευε την αιώνια Κόλαση, όσο να ‘ναι.

Σε ατέλειωτες συζητήσεις για τα εικαστικά που πάω και μπλέκω, ανακύπτει κάποια στιγμή η έλλειψη τεχνικής στη σύγχρονη τέχνη. Πρόβλημα, λέει. Άλλοτε ακούω το παραπόνο ότι οι σύγχρονοι θέλουν να σοκάρουν και τίποτε άλλο. Όμως όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο μού φαίνεται ότι ακόμα και η πρόκληση στην τέχνη (λ.χ. ο Τελευταίος Πειρασμός του Σκορσέζε, η υποψία ότι η Τρέισι Έμιν έχυσε στο σεντόνι που εκθέτει) εντάσσεται στα πλαίσια του «παίζω τις κουμπάρες»: η ‘πρόκληση’ της σύγχρονης τέχνης πολλές φορές είναι ομόλογη μιας πολιτικής που λ.χ. δε θα ζήταγε την κατάργηση της δουλείας, παρά καλύτερες συνθήκες για τους δούλους στις φυτείες και το δικαίωμα να παντρεύονται μεταξύ τους.

Αν δεν μπορεί η τέχνη μας να είναι παμπόνηρη, σαν του Μιχαηλάγγελου, θα μπορούσε τουλάχιστον να είναι οργισμένη; Ή μας έχει βαλσαμώσει η ευπρέπεια κι η ψυχραιμία;

Φοίνιξ

Από τότε που έγραψα για την τερατογένεση αρπακτικού που συμβολίζει το Γένος μας καθώς και άλλα πολλά πατριαρχικά κι εξουσιαστικά, τρώγομαι να μιλήσω για ένα από τα αγαπημένα μου εραλδικά πτηνά (το άλλο είναι το παγόνι). Ψάχνω αφορμή.

Κυρίες και κύριοι (και σαστισμένα παιδιά που βρεθήκατε κατά λάθος εδώ): ο Φοίνιξ. Το μυθικό πουλί που καίγεται και αναγεννάται από τις στάχτες του. Το σύμβολο της αθανασίας και της επιμονής και του γνήσιου we shall overcome: κάφτε με, θα ξανασηκωθώ, θα ξαναζήσω.

Βεβαίως, το έμβλημα της Ελληνικής Πολιτείας του Καποδίστρια, η δεύτερη υψηλότερη διάκριση της Ελληνικής Δημοκρατίας (το Τάγμα του Φοίνικα, πολύ πριν το φλύαρο πράμα της μάνας του Χάρυ Πόττερ) είναι πλεόν αμετάκλητα και στο διηνεκές αμαυρωμένο από τη Χούντα. Εικόνες όπως η παραπάνω, του εαμικού Φοίνικα, εξηγούν την επιλογή του αθάνατου πτηνού για έμβλημα της προδοσίας τους και της τυραννίας που την ακολούθησε: ελέω ενός Γεωργαλά ξεσήκωσαν ό,τι κομμουνιστικό ή παραπλήσιο σύμβολο βρήκαν, ακολουθώντας την εμπεδωμένη τακτική των Χριστιανικών Μαθηματικών Ομάδων της Ζωής, που από το ’49 και μετά μετέτρεπαν σοβιετικά εμβατήρια και εργατικούς κι επαναστατικούς θουρίους σε «χριστιανικά τραγούδια».

Κρίμα κι άδικο για τον Φοίνικα. Κρίμα κι άδικο για ένα ευγενές έμβλημα ξανανιωμού, που ούτε είναι σαρκοβόρο κι αρπακτικό, ούτε κρατάει σε νύχια γαμψά σφαίρες, σκήπτρα, σταυρούς και ξίφη.

Εδώ και το παράσημο του Τάγματος του Φοίνικα, μέ έναν υπέροχα στυλιζαρισμένο Φοίνικα, σχεδόν κινέζο:

Πώς βρήκα λοιπόν την αφορμή να γράψω σήμερα για το πουλί που καταστρατηγεί την εντροπία, όπως η ζωή η ίδια; Βλέποντας το πρωί το σήμα κατατεθέν της μπύρας Grimbergen να κοσμεί τέντες και βιτρίνες ενός μπαρ κάτω από τα σύννεφα με διαστήματα ηλιοφάνειας:

Εντυπωσιακός εδώ στην ετικέτα ο Φοίνικας. Βλέπω μετά και το σλόγκαν: ardet nec consumitur. Αμέσως θυμήθηκα το fluctuat nec mergitur. Αχά, σκέφτηκα, επιτέλους: θα γράψω άλλο ένα ποστ με λατινικό τίτλο. Μετά όμως αναρωτήθηκα πώς μεταφράζεται το σλόγκαν ardet nec consumitur στα ελληνικά. Ψυλλιαζόμενος την προέλευσή του, κατέληξα στο φλέγεται αλλ’ ου καίεται. Και είπα, ώπα. Ώπα. Αυτό είναι το σλόγκαν της Καιομένης Βάτου, όχι του Φοίνικα. Γιατί ο Φοίνικας καίγεται και γίνεται στάχτες και μέσα από τις στάχτες του αναγεννάται. Απεναντίας, η Βάτος η φλεγομένη αλλ’ ου καιομένη — αυτή δεν πρέπει καλά καλά ούτε κάπνα να βγάζει.

Άκυρο λοιπόν το ardet nec consumitur για τον Φοίνικα. Αλλά, όπως κάθε φορά που μιλάμε για φωτιά, εγώ σκέφτηκα τον έρωτα (εντάξει, όχι πάντα).

Σκέφτηκα τον έρωτα του Φοίνικα: αφήνει τη φλόγα να τον αποτεφρώσει, ώστε μετά να ξαναγεννηθεί. Και για να ξανακαεί. Και πάει λέγοντας. Αενάως, λέει. Ο Φοίνικας είναι μεγάλος και ευγενής αλλά μοιάζει με τους σκώρους του Γκυ Ντεμπόρ: in girum it nocte et consumitur igni. Η φωτιά τον τρώει στο τέλος, ξανά και ξανά, σε κάθε γύρα, σε κάθε επανάληψη μέσα στην ερωτική σαμσάρα.

Και σκέφτηκα και τον έρωτα της Βάτου: της φλεγομένης αλλ’ ου καιομένης. Φλόγα και λάμψη και φως, ναι, αλλά η ίδια παραμένει αμίαντη και άκαυτη. Άρα τι; Πυρέξ, που η φωτιά δεν αγγίζει; Είναι απλώς οπτικό εφέ η φλόγα για τη Βάτο; Είναι ο έρωτάς της αφορμή να φαντάζει και μόνο; Μπα, όχι. Θέλω να πιστεύω ότι η φλόγα για τη Βάτο είναι il foco che gli affina, το αποτέλεσμα μιας απαράμιλλης παρουσίας.

More than 9 songs

Τα τραγούδια που αγαπούμε αλλά δεν ακούμε συχνά είναι τα πιο ενδιαφέροντα, κατά κάποιον τρόπο, ιδίως αν έρχονται να μας βρουν απροειδοποίητα. Μας βρίσκουν αραιά και πού κι αναπάντεχα, σαν ατυχήματα, την ώρα ακριβώς που είμαστε χαλαροί. Πολλές φορές αυτά τα τραγούδια κάνουνε τον χρόνο να διπλώσει και έτσι μπορούμε να δούμε το τώρα να στέκεται δίπλα δίπλα σε μια άλλη στιγμή μέσα στο παρελθόν, όταν έπαιζε ακριβώς το ίδιο τραγούδι. Πολλές φορές λειτουργούμε και προληπτικά: ακούμε ένα τραγούδι που σφραγίζει τη στιγμή, τη μέρα, την εποχή της ζωής μας. Και λέμε: «όταν θα ξανακούσω αυτό το τραγούδι, θα είμαι αλλού και με άλλους και ίσως κάποιος άλλος». Και δε χρειάζεται καν να είναι τραγούδι, τέτοιους ρυθμούς μπορεί να φτιάξει το άκουσμα ενός σπάνιου ονόματος ή, βεβαίως, η επιστροφή σε έναν τόπο που δεν επισκεπτόμαστε συχνά.

Προτεραιότητες

Vietnam Monk
Ό,τι ξέρει ο καθένας
 
Ούτε στους ασκητισμούς πιστεύω, ούτε στην τάχα θεραπευτική δράση του πόνου και της δυστυχίας. Ο πόνος σε σκληραίνει και η δυστυχία σε αδειάζει. Ό,τι πολεμάς (αρρώστια, αδικία, στέρηση) απομυζά δυνάμεις, ικμάδα, χρόνο. Η αρρώστεια μαραίνει και σε μαθαίνει να ζεις μέσα στον φόβο. Η ίδια η στέρηση σε αποθηριώνει. Μόνον κάτι εκ του ασφαλούς πιετιστές μιλάνε για καθαρτήριες φωτιές του πόνου, της αυτομαστίγωσης και της στέρησης.
 
Ταυτόχρονα πιστεύω στην άσκηση και γνωρίζω από πρώτο χέρι την παιδευτική αξία της σκληραγωγίας: δε χρειάζεται να τα έχουμε όλα στο πιάτο και, αν πρέπει, δε χρειάζεται να γεμίζει το πιάτο μονομιάς. Η θητεία στη χειρωναξία καλλιεργεί την πνευματικότητα, η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει ανθρώπους και μας πλάθει ανθρώπους. Άραγε αυτή η λεπτή διάκριση γίνεται διακριτή; ή έχουμε εθιστεί στα χονδροειδή δίπολα;
 
Τα λέω αυτά γιατί διάβαζα για τον Τσαγανέα τις προάλλες, μια φιγούρα που από παιδί τον είχα κάπως ταυτίσει με τον παππού μου, τον άλλο μου πατέρα, τον αρχοντάνθρωπο με το ρεπούμπλικο και το παλτό. Διάβαζα λοιπόν για τον Τσαγανέα εδώ:
 
Ο Χρήστος Τσαγανέας γεννήθηκε το 1906 στη Βράιλα της Ρουμανίας και καταγόταν από εύπορη και αριστοκρατική οικογένεια. Όταν αποφοίτησε από το ελληνικό γυμνάσιο της γενέτειράς του, οι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα για ακαδημαϊκές σπουδές. […] Σύμφωνα με το finosfilm.com, η «αφορμή» για να εγκαταλείψει τις σπουδές του, ήρθε όταν γνώρισε την ηθοποιό Νίτσα Βιτσώρη. Ο Τσαγανέας ερωτεύτηκε την κατά εφτά χρόνια μεγαλύτερή του κοπέλα και για χάρη της άφησε τη σχολή του και άρχισε να εμφανίζεται στο θέατρο. Αργότερα, όταν πια η Βιτσώρη χώρισε από τον πρώτο της σύζυγο, ο Τσαγανέας όχι μόνο την παντρεύτηκε, αλλά γράφτηκε και στην επαγγελματική σχολή θεάτρου για να πάρει σωστές βάσεις και πτυχίο υποκριτικής. Για την επαγγελματική του επιλογή ήρθε σε ρήξη με τους γονείς του. Η χρηματοδότηση τους κόπηκε και μέχρι να αρχίσει να βγάζει χρήματα από το επάγγελμά του, αντιμετώπισε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Για αρκετό καιρό ζούσε σε ένα πλοιάριο στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ αναγκάστηκε να λάβει μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλουκιών) που εκείνη την εποχή, ήταν υποτιμημένα. Παρά την καταγωγή του, ο Τσαγανέας συντάχτηκε με η φτωχολογιά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ καλλιτεχνών…
Αυτά χωρίς σχόλια για το τσαγανό των πνευματικών ανθρώπων, για το τι μετράει στη ζωή, για το gran rifiuto και τα αντίθετά του  κτλ.