Προτεραιότητες

Vietnam Monk
Ό,τι ξέρει ο καθένας
 
Ούτε στους ασκητισμούς πιστεύω, ούτε στην τάχα θεραπευτική δράση του πόνου και της δυστυχίας. Ο πόνος σε σκληραίνει και η δυστυχία σε αδειάζει. Ό,τι πολεμάς (αρρώστια, αδικία, στέρηση) απομυζά δυνάμεις, ικμάδα, χρόνο. Η αρρώστεια μαραίνει και σε μαθαίνει να ζεις μέσα στον φόβο. Η ίδια η στέρηση σε αποθηριώνει. Μόνον κάτι εκ του ασφαλούς πιετιστές μιλάνε για καθαρτήριες φωτιές του πόνου, της αυτομαστίγωσης και της στέρησης.
 
Ταυτόχρονα πιστεύω στην άσκηση και γνωρίζω από πρώτο χέρι την παιδευτική αξία της σκληραγωγίας: δε χρειάζεται να τα έχουμε όλα στο πιάτο και, αν πρέπει, δε χρειάζεται να γεμίζει το πιάτο μονομιάς. Η θητεία στη χειρωναξία καλλιεργεί την πνευματικότητα, η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει ανθρώπους και μας πλάθει ανθρώπους. Άραγε αυτή η λεπτή διάκριση γίνεται διακριτή; ή έχουμε εθιστεί στα χονδροειδή δίπολα;
 
Τα λέω αυτά γιατί διάβαζα για τον Τσαγανέα τις προάλλες, μια φιγούρα που από παιδί τον είχα κάπως ταυτίσει με τον παππού μου, τον άλλο μου πατέρα, τον αρχοντάνθρωπο με το ρεπούμπλικο και το παλτό. Διάβαζα λοιπόν για τον Τσαγανέα εδώ:
 
Ο Χρήστος Τσαγανέας γεννήθηκε το 1906 στη Βράιλα της Ρουμανίας και καταγόταν από εύπορη και αριστοκρατική οικογένεια. Όταν αποφοίτησε από το ελληνικό γυμνάσιο της γενέτειράς του, οι γονείς του τον έστειλαν στην Αθήνα για ακαδημαϊκές σπουδές. […] Σύμφωνα με το finosfilm.com, η «αφορμή» για να εγκαταλείψει τις σπουδές του, ήρθε όταν γνώρισε την ηθοποιό Νίτσα Βιτσώρη. Ο Τσαγανέας ερωτεύτηκε την κατά εφτά χρόνια μεγαλύτερή του κοπέλα και για χάρη της άφησε τη σχολή του και άρχισε να εμφανίζεται στο θέατρο. Αργότερα, όταν πια η Βιτσώρη χώρισε από τον πρώτο της σύζυγο, ο Τσαγανέας όχι μόνο την παντρεύτηκε, αλλά γράφτηκε και στην επαγγελματική σχολή θεάτρου για να πάρει σωστές βάσεις και πτυχίο υποκριτικής. Για την επαγγελματική του επιλογή ήρθε σε ρήξη με τους γονείς του. Η χρηματοδότηση τους κόπηκε και μέχρι να αρχίσει να βγάζει χρήματα από το επάγγελμά του, αντιμετώπισε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Για αρκετό καιρό ζούσε σε ένα πλοιάριο στο λιμάνι του Πειραιά, ενώ αναγκάστηκε να λάβει μέρος σε παραστάσεις περιπλανώμενων θιάσων (μπουλουκιών) που εκείνη την εποχή, ήταν υποτιμημένα. Παρά την καταγωγή του, ο Τσαγανέας συντάχτηκε με η φτωχολογιά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής οργανώθηκε στο ΕΑΜ καλλιτεχνών…
Αυτά χωρίς σχόλια για το τσαγανό των πνευματικών ανθρώπων, για το τι μετράει στη ζωή, για το gran rifiuto και τα αντίθετά του  κτλ.

Οι πόλεις που έχω πάει. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις σε 2-3 αράδες

Μόνο πόλεις που έχω μείνει ή όπου έχω περάσει πάνω από δίωρο. Καθαρά υποκειμενική παρλάτα.

Αθήνα: η πατρίδα μου, το κέντρο του κόσμου. Το σκηνικό χαράς. Βρώμικη και παρατημένη αλλά ζωντανή και πολυπρόσωπη, σε τυραννάει, σου ξεφεύγει και σε ξαναγητεύει απρόσμενα, κι αναίτια ίσως.

Βόλος: η πιο όμορφη επαρχιακή πόλη. Πόλη λέμε, όχι γραφική κωμόπολη που παραφούσκωσε. Ελευθέρια, με τσιπουράδικα, παλιά εργατούπολη (άρα και με αστούς), με ζωή και τσαμπουκά.

Λάρισα: κόσμος αγενέστερος από Αθήνα, το χειρότερο κλίμα στην Ελλάδα. Μόνον αν θες να περάσεις καλά, ή αν είσαι αναρχικός στα σκαλάκια του Δικαστικού Μεγάρου.

Θεσσαλονίκη: εμένα μ’ αρέσει. Υπερβολικά βυζαντινόφρων πια για τα γούστα μου, αλλά έχει ωραίες γυναίκες. Και πολλά μπερεκέτια κρυμμένα, σαν την Αθήνα, άρα οι καλύτεροι περίπατοι στην Ελλάδα — εκτός Αθήνας (άχαχαχα).

Ηράκλειο: ατίθαση και ζωντανή, αν και κακάσχημη. Ζωή και τσαχπίνικη διάθεση.

Χανιά: Οβρέικα. Παλιό λιμάνι. Φιρκάς. Αυτά.

Πάτρα: μάλλον πρέπει να τη ζήσεις. Επίσης, όπως οι γλασκωβέζοι, όταν σου λεν οι πατρινοί για τις ομορφιές της Πάτρας, εννοούνε μια ζώνη σε ακτίνα 70 χμ.

Κέρκυρα: LFE.

Λευκωσία: οθωμανική πολιτεία που ήπιε το φίλτρο του κύριου Χάιντ, όπως το Ηράκλειο. Το Ηράκλειο έπαθε παροξυσμό, η Λευκωσία ελεφαντίαση. Θεαματικά άσχημη, επίσης.

Λεμεσός: σαν Τελ Αβίβ μείον τον κόσμο του και τη διάθεση για πάρτυ. Είχε πολλά κωλάδικα μέχρι πρόσφατα, βεβαίως, και περνιόταν για γλεντζεδούπολη. Από τότε που απέκτησε πανεπιστήμιο, άρχισε να εξανθρωπίζεται.

Λάρνακα: ένας λεκές. Πανάρχαιος μεν, λεκές δε.

Παρίσι: μια απέραντη βιτρίνα, μέσα-έξω. Πατάς το πόδι σου εκεί και ξυπνάς. Απ’ όλα έχει.

Ρεν: μία κουκλίστικη επαρχιακή πόλη. Κουκλίστικη και για καλό, κουκλίστικη και για κακό. Με εγγλέζικο κλίμα, εισαγωγής.

Νάντη: απόλαυση. Χωρίς να μπορώ να πω γιατί. Όλη η γεύση, μηδέν λιπαρά. Και ας τα φτιάχνουν όλα με βούτυρο.

Όσλο: Παλάτι, Στόρτινγκετ, Όπερα. Υπέροχο κρύο, στεγνό — αν δε ζυγώσεις τη θάλασσα. Τσιμέντο και τούβλο. Τρώτε νωρίς και ψάρι, πίνετε με ρέγουλα γιατί κοστίζει.

Τροντχάιμ: σκανδιναβική Ντίσνεϋλαντ, ξύλινο, γλυκούλι, πράσινο, με τα φιορδ του. Όλη η φτώχεια, όλα τα ΙΚΕΑ κτλ., κρυμμένα πίσω από τον λόφο.

Νόβι Σαντ: Σερβική Μεσευρώπη. Γυναίκες με μυθικά καπούλια. Ρακή που σκοτώνει, φαΐ που περιορίζεται σε κρέας και τυρί και λάχανο, νερό ποτέ από την βρύση (παθός). Όμορφη πόλη.

Άμστερνταμ: μακριά από το Damrak, μια επίσκεψη στα κόκκινα φανάρια και μετά η υπόλοιπη πόλη. Από τις πιο όμορφες και συναρπαστικές της Ευρώπης. Μεγάλος έρωτας.

Ρότερνταμ: ζωντανό, πολυεθνικό, με εκείνη τη σούπερ πινακοθήκη. Ως εκεί, μια χαρά.

Ουτρέχτη: υπερκουκλίστικο και κάπως πεθαμένο κέντρο, υπερκατάθλα περίχωρα.

Ντόρντρεχτ: έχει κάτι αυτή η πόλη. Θυμάμαι τριανταφυλλιές και λιακάδα. Και τις τρεις φορές. Μάλλον τυχερός θα ήμουν.

Λέιντεν: πανεπιστήμιο. Κανάλια. Και πού να φας;

Αϊντχόβεν: Φίλιπς.

Ντελφτ: η παλιά πόλη μουσείο, η καινούργια…

Μπρυζ: μεσαιωνική Ντίσνεϋλαντ και τουρισμός, κι από κάτω από την επιφάνεια τρελή φλαμανδιά.

Βρυξέλλες: καταπληκτικά μπαρ, μια ακατανόητη ταλάντευση μεταξύ κοσμοπολιτισμού, επαρχιωτίλας και περασμένων αποικιακών μεγαλείων. Σοκολάτα. Φαΐ. Κόμιξ.

Γάνδη: πιο ζωντανή από την Μπρυζ. Με γνήσια όμορφες γωνιές και κόσμο χαλαρό.

Βερολίνο: το Λονδίνο των πραγματικά ανήσυχων, η μητρόπολη της εναλλακτίλας αλλά και του αλλιώς. Διαρκής μαγεία και ασίγαστο μπαζ, που κάποτε εκφυλίζεται σε άγχος. Πριν αλωθεί από το τζεντριφικέισο, πόλη να πας να τη ζεις. Μόνον παραλιακή δεν έχει.

Μάρμπουργκ: του κουτιού. Πανεπιστήμιο και τέλος.

Κολωνία: το σύμβολο του σεξ. Νυχτερινή ζωή. Ημερήσια ζωή. Ζωή. Βιβλία. Τέχνες. Μουσική. Μπαρ. Πουτάνες. Όλα. Και ο Ρήνος. Και χαλαρότητα. Και αριστερή πόλη.

Στουτγάρδη: μπλιαχ: στερεοτυπική Γερμανία. Πλήξη απολιθωμένη σε πόλη.

Μόναχο: φράγκα, ευταξία, καθαριότης. Πληκτική και κομιλφώ σχεδόν σε επίπεδα Στουτγάρδης. Τους φτωχούς θα τους κρύβουν κάπου, ποιος ξέρει πού.

Πράγα: Α! Πράγα! Πώς να μην την αγαπήσεις; Σούντεκ, Κάφκα, βασιλείς κι επαναστάτες. Τσέχικες μπύρες. Μουσική παντού.

Κωνσταντινούπολη: η αυθεντική κοσμόπολη. Αδιανόητη. Ασύλληπτη. Πάλλεται από νεότητα και παθαίνει κυκλοφοριακά εμφράγματα. Θησαυρός της ανθρωπότητας. Κόβει την ανάσα με κάθε αφορμή. Μόνο με τη Νέα Υόρκη συγκρίνεται.

Ανκόνα: όμορφη, όχι απλώς λιμάνι. Έχει μια πλατεία σαν θεατρική σκηνή.

Ρώμη: υπέργηρη βιτρίνα. Βατικανό. Ποτάμια οι τουρίστες. Συγκοινωνίες του Τσάκωνα. Μεγαλείο παντού. Παντού. Στο τέλος σιχαίνεσαι το μεγαλείο.

Σιένα: πεθαμένα πράγματα.

Φλωρεντία: στανταλίσμο, και λίγο σου πέφτει. Αρχιτεκτονική. Φαΐ. Τέχνη. Όλα. Τουρίστες παντού.

Ουρμπίνο: Μάρμπουργκ ιταλικό.

Βενετία: μία είναι. Τέλος. Αλλά για τέσσερις μερούλες μάξιμουμ.

Πάδουα: δεν έχει εκτιμηθεί δεόντως. Παλιό και νέο μαζί. Μερέντα με όλα. Ομίχλη και μνημεία. Και Τζιόττο. Και νεολαία. Και μπαρ. Και σπριτς. Χαμός.

Βαρκελώνη: η μεσογειακή πόλη που όλοι θα θέλαμε. Θέλω να την παντρευτώ: πολυκατοικίες, ζωή, θαλασσινά, ελευθεριότητα, μεγάλοι δρόμοι…

Λισαβόνα: λυρική και εσωστρεφής. Όμορφη. Η πόλη, όμως, και μόνο.

Δουβλίνο: μας έδωσε τον Οδυσσέα, ήτανε πολύ τυχερό το καημένο.

Λονδίνο: υπέροχο, πανάκριβο, παράλογο, πολυπρόσωπο. Τα έχει όλα. Είναι χαοτικό αλλά δεν το διαλαλεί.

Κόλτσεστερ: η παλιότερη πόλη της Βρετανίας: Έλληνες φοιτητές, φαντάροι και γιάπηδες. Και δεκαεφτάχρονα με τα κουτσούβελά τους.

Καίμπριτζ: πανεπιστήμιο.

Ρέντινγκ: γιατί;

Σαουθάμτον: δε θυμάμαι τίποτα.

Πρέστον: σα θεματικό πάρκο με τίτλο «το βδέλλυγμα της ερημώσεως που έφερε η Θάτσερ και ο Μπλαιρ».

Μάντσεστερ: Θεός φυλάξοι.

Μπέλφαστ: κατάθλα, παντού κατάθλα, με κάθε τρόπο.

Νόριτς: συμπαθέστατο. Αλλά γιατί να πάει κανείς μέχρι εκεί;

Ίπσουιτς: η τυπική εγγλέζικη πόλη. Για καλό το λέω.

Νιουκάσλ: η πρωτεύουσα του βρετανικού Τρίτου Κόσμου: φτώχεια που φαίνεται, μαθαίνεις τι εστί εργατική τάξη στη Βόρεια Αγγλία. Και μετά δε θες να ξαναπάς. Ποτέ. Πιάνεται η ψυχή σου.

Εδιμβούργο: μαγική πόλη. Μαγικός κόσμος. Μαγικά μπαρ. Ακόμα και ο σιδηροδρομικός σταθμός είναι αξιοθέατο, εκεί που είναι. Ζωντάνια.

Γλασκώβη: όταν δε φοβάσαι, λυπάσαι. Δε βοηθάει και η νεκρόπολη πάνω στον λόφο που δεσπόζει, ή η πέτρα μαυσωλείου η γκρίζα με την οποία χτίσανε την πόλη.

Νέα Υόρκη: το κέντρο του κόσμου.

Σικάγο: ουρανοξύστες, η λίμνη, το Chicago Art Institute. Λάιβ μουσική. Και ουρανοξύστες, πολλοί.

Βοστώνη: χωρίς καρποσταλικές θέες και γωνιές για φωτό τουριστικές. Σαν Λονδίνο συμμαζεμένο, σαν να μη μένουν άνθρωποι. Εκτός από τη Νότια Βοστώνη, που είναι ο ασυμμάζευτος και σχεδόν γκέτο. Θα υπήρχε η πόλη χωρίς τα πανεπιστήμια;

Φιλαδέλφεια: συμπαθέστατη, με καλό φαΐ.

Ιερουσαλήμ: η δυτική είναι σαν εγγλέζικη πόλη στη Μέση Ανατολή. Η παλιά, μια κανονική πόλη της Μέσης Ανατολής. Παντού παπάδες, μοναχοί, μοναχές, ραββίνοι, χασιδιστές, ιμάμηδες, μουλάδες — παντού. Και τάφοι. Σε πνίγει η θρησκεία αμέσως.

Κανονικότητα

Κανονικότητα πάση θυσία, με κάθε μέσο, όσο λίγους κι αν αφορά.

Αυτό είναι το σλόγκαν. Όλα δείχνουν προς τα εκεί: η εύρεση και ανασκαφή τάφων, το λαμπερό τηλεοπτικό πανηγύρι της ηδονοβλεψίας (τροφών και συνταγών πια), το αίτημα να μη χάσουνε τα παιδιά τα μάθημάτα τους, το ότι δεν ενοχλούνται και πολλοί από την αντιπαραβολή μεταξύ φοροδιαφυγής από τη μια και «φορολογικών λύσεων» ελέω PricewaterhouseCoopers και Μεγάλου Δουκάτου από την άλλη, η διάθεση να απαλλαγούμε κανονικώς κι εκλογικώς και μεσσιανικώς από ένα καθεστώς εξαίρεσης — εξαίρεσης και στον τομέα ελευθερίες, θεσμοί και δικαιώματα, εξαίρεσης και στον τομέα ευημερία, εργασιακές συνθήκες, δημόσια αγαθά και κοινωνική δικαιοσύνη.

Ο θρίαμβος του μπίζνες αζ γιούζουαλ.

Σημασία έχει να πηγαίνεις δουλειά, κι ας πληρώνεσαι με μόρια. Να μπαίνει η σύνταξη κι ας ψωνίζεις 100 γραμμάρια τυρί, α λα τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία του ’80. Προέχει να πηγαίνουν τα παιδιά σχολείο κανονικά, όχι τι μαθαίνουν, τι  τους λένε, πώς ζουν οι δάσκαλοι. Κεφαλαιώδες να γεμίζουν τα αμφιθέατρα με τάξη και πειθαρχία και όχι γιατί γεμίζουν, ούτε μας κόφτει τι συμβαίνει στα επί 25ετία υποχρηματοδοτούμενα και παρατημένα πανεπιστήμια. Να κυκλοφορούν οι συγκοινωνίες, κι ας σε ξεφτιλίζει ο ελεγκτής, κι ας περνούν λεωφορεία και συρμοί κάθε 15 και 20 λεπτά. Μας απασχολεί να προβάλουμε τις πολιτιστικές βιτρίνες Ποτέμκιν με θεούς κι ηρακλείς αρχιδάτους και Καλντέρα ιλουστρασιόν και καρναβαλιστές αρχαίους και αυστραλιανές παραλίες, όχι τι συμβαίνει στο πολιτιστικό κενό πίσω από τις σκηνικές προσόψεις. Προέχει να φτύσουμε τον καργιόλη τον γιατρό τον φακελάκια, όχι η καταιγιστική διάλυση δομών υγείας και πρόνοιας, που μεταφράζεται βεβαίως σε Θάνατο κι Αρρώστια. Οι τράπεζες πρέπει να προστατευθούν, να ανοίγουν και να κλείνουν το ΣουΚού, κι ας μη ρίχνουνε λεφτά στην αγορά (την πραγματική αγορά εννοώ, όχι το αποθεωμένο είδωλο με το μακρύ χέρι). Ας γκρινιάζουμε, όπως σε κανονικό κράτος, για τους δεσποτάδες, αντί να απαλλάξουμε το Κράτος από την Εκκλησία, την Εκκλησία από το Κράτος και όσους θα πεθάνουμε (οι υπόλοιποι οκέι) από την εκμετάλλευση και τη βεβήλωση μιαρών νεκροξενοδοχείων, οιονεί μονοπωλίου των παπάδων. Να φύγουν οι ασιατικές φάτσες από τα πεζοδρόμιά μας και τις πολυκατοικίες μας, να περικλειστεί ο Τρίτος Κόσμος μέσα σε Αμυγδαλέζες, να πάει να πνιγεί στα νερά που διαφεντεύει η Τουρκία. Να μείνουν τα παιδιά που μεγάλωσαν εδώ απάτριδες, αν δεν έχουν αίμα τουρκόσπορου, αρβανίτη, γασμούλου, βλάχου, καραγκούνη: αίμα ελληνικό.

Υπάρχει κανονική απώλεια νοήματος πίσω από τις ρουτίνες. Εμείς έχουμε εθιστεί στις ρουτίνες, είναι η πρέζα μας που μας βοηθάει να αντέξουμε το κενό. Γενικευμένα ομφαλοσκόποι, γαντζωνόμαστε από την κανονικότητα για να μη χαθούμε σε έναν ακατανόητο κόσμο και σε μια κοινωνία που αναδιατάσσεται βίαια με τον πλούτο και τη ζωή να ανακατανέμεται προς τα πάνω — «αυτοδικαίως» και αυτονόητα. Κοιμόμαστε ήσυχοι που δεν κυβερνάει ακόμα η ναζιστική συμμορία, ενώ μας διαφεντεύει μια κυβέρνηση κανονικότατα φασιστικών πολιτικών και πρακτικών. Όσο περνάει ο καιρός, όλο και λιγότεροι θα μπορούνε να διατηρήσουν την κανονικότητα αυτή στην καθημερινή ζωή τους, α λα λατινοαμερικάνα. Οι υπόλοιποι θα γίνουμε θέαμα, ναι θα γίνουμε, πορνό φτώχειας κι εξαθλίωσης στο Vice: καμένα πρεζόνια με στερητικό για κανονικότητα και τελειωμένα.

Όταν παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι

Όταν ήταν έφηβος θαύμαζε την ωριμότητα. Και δικαιολογημένα: ήθελε να την κατακτήσει.

Παρατηρούσε με ζήλο, δέος και ζήλεια τους ώριμους ανθρώπους γύρω του: σταθερούς αλλά ήπιους, με την αυτοπεποίθηση της αυτογνωσίας αλλά σεμνούς, με φρόνηση αλλά σχεδόν ευδιάκριτα ζωοποιά πάθη. Οι ώριμοι άνθρωποι ήξεραν τι ήθελαν και πολλές φορές το αποκτούσαν. Οι ώριμοι άνθρωποι πάντοτε απορούσαν και πάντοτε αμφισβητούσαν, πρώτα και κύρια τους εαυτούς τους, που αρνιόντουσαν να τους πάρουνε και πολύ στα σοβαρά, αλλά χωρίς να ξεπέφτουν σε ταπεινολογίες και τέτοιες νευρώσεις.

Νόμιζε κι αυτός τότε, και μέχρι πρόσφατα, ότι η ωριμότητα επέρχεται αυτομάτως, μετά από κάποια χρόνια ή αφού κολλήσεις αρκετά ένσημα εμπειριών. Ίσως η ωριμότητα να αποτελούσε ανταμοιβή για τη θητεία σου στην ενσυναίσθηση και την τριακονταπενταετία σου στο δόσιμο. Τη θεωρούσε την ωριμότητα περίπου σαν ένα εφάπαξ, που σου καταβάλλεται όταν έχεις ζήσει αρκετά κι έχεις βιώσει ικανοποιητικό αριθμό εμπειριών.

Όταν επιτέλους μπήκε στην ηλικία που παύεις να γίνεσαι κι αρχίζεις να είσαι, είχε ήδη γνωρίσει ανθρώπους ώριμους από τα 28 τους κιόλας, δηλαδή σε ηλικία που αυτός έπλαθε κουλουράκια. Τότε αναγνώρισε τη μεγάλη του πλάνη. Κι επίσης αντιλήφθηκε πως η ωριμότητα δεν είναι εφάπαξ, είναι λαχείο ή προϊόν αποταμίευσης. Ούτε καν, τι να μας πουν αυτές οι οικονομίστικες μεταφορές, σχήματα ακόμα μιας μυωπικής θεολογίας: κατάλαβε ότι η ωριμότητα είναι πέρα από τον πλούτο (ακόμα και τον πνευματικό) και πάνω κι από κατάκτηση. Είναι αυτό ακριβώς: να πάψεις να γίνεσαι και να είσαι πια, ανεξαρτήτως ηλικίας.

Το μακάριο ύψος ενός πνευματικού οράματος

Υπάρχει μια μεγάλη, πελώρια, παρεξήγηση γύρω από την πνευματικότητα. Η πνευματικότητα ποτέ δεν ήταν ασώματη υπόθεση και, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να προκύψει από την εξαΰλωση και από την αποπνευμάτωση. Όπως, ας πούμε, δεν υπάρχει οινόπνευμα αν δεν ζυμωθεί το δημητριακό, το σταφύλι ή τα στέμφυλα κι οι φλούδες. Η πνευματικότητα πάντοτε προκύπτει από τις αιθέριες αναθυμιάσεις του σωματικού και των κινημάτων της σάρκας που πεινάει και διψάει κι ιδρώνει και κουράζεται, αποστάζεται από την εξάχνωση των υγρών μας (που φοβόμαστε). Ο άνθρωπος ο πνευματικός πόθησε και καύλωσε και θηριώθηκε κι αστόχησε και ξαναπροσπάθησε όμως δεν εγκατέλειψε. Γιατί τελικά η πνευματικότητα δεν κατακτάται χωρίς ζωή: καμμιά μελέτη δε θα σου την επιδαψιλεύσει, ούτε καν η μελέτη θανάτου, που είναι το πιο σπουδαίο μάθημα.

Όπως η ευθύνη για τον εαυτό είναι κενή χωρίς την ευθύνη για τους άλλους, έτσι και η ζωή του πνεύματος είναι φενάκη όταν δεν τη θρέφει το αίμα. Γνωστά πράγματα. Τετριμμένα. Δείτε, ας πούμε, τους ανθρώπους του «από τον λαιμό και πάνω». Είναι πνευματικοί; Ποτέ.

Το ύψος κατακτάται μέσα από αυτό που ο Cole Porter αποκάλεσε (αδέξια και χωρίς πολλή φαντασία) horizontally speaking. Προτιμώ έναν άνθρωπο που υπάρχει ή υπήρξε γενναίος της ηδονής από κάποιον που σπούδασε και σκέφτηκε και μίλησε κι έγραψε — αλλά έμεινε εκεί. Από την κλινοπάλη αναβρύζει η πνευματικότητα (ναι, «αναβρύζει»). Και μέσα από την χειρωνακτική εργασία φύεται και φυτρώνει. Σόρυ αν σας ακούγομαι κάπως σοβιετικός, αλλά η χειρωνακτική εργασία μάς κρατάει και μας πλάθει ανθρώπους. Και μόνον ο άνθρωπος μπορεί να υψωθεί κατακόρυφα — ούτε ο άγγελος, ούτε το ζώο.

Με τον Δάσκαλό μου

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο είδα τον Δάσκαλό μου, μας ήρθε για επίσκεψη. Είχα να τον δω δύο χρόνια και χάρηκα που ήταν καλύτερα στην υγεία του από ό,τι περίμενα. Δε θα καθήσω να γράψω εγκώμιο του ανθρώπου, που με πήρε επηρμένο γκαφάλι και με έκανε επαγγελματία και, εμμέσως, άνθρωπο μέσα στον ένα χρόνο του Λονδίνου — τα έχω μισοαναφέρει αυτά κι εδώ. Πρόκειται για μοναδική προσωπικότητα, και όταν πριν μερικά χρόνια μού ανέφερε δειλά ότι έχει γιο στην ηλικία μου, αποφάσισα ότι του αξίζει με το παραπάνω να τον αισθάνομαι πατέρα μου. Τον έχω προσφωνήσει κιόλας έτσι — γιατί (όπως εγώ) οι Εγγλέζοι πολύ δύσκολα κερδίζονται σαν άνθρωποι, μα όταν τους κερδίσεις παραμένουν πραγματικά δικοί σου και για πάντα.

Τον βρήκα κεφάτο και τρομερά κακοντυμένο, όπως πάντα: μουσταρδί μπαταρισμένο σακάκι, πράσινο παντελόνι με ρεβέρ και τσάκιση, ένα πουκάμισο που δε θυμάμαι και αθλητικά παπούτσια. Πάντα ευθυτενής και ψηλός, σαν ανθρώπινο σπαράγγι. Πάντα να μιλάει χαμηλόφωνα, λες και δε βαρυακούει εδώ και μια πενταετία.

Ο Δάσκαλός μου είναι άθεος και αναρχοσυνδικαλιστής, και τα δυο ηρέμα. Θυμάμαι κάτι συζητήσεις μας τη δεκαετία του ’90, όταν με άφηνε να καταλάβω ότι ήμουν υπερβολικά σοσιαλδημοκράτης, μου το υποδείκνυε πάντα με ψυχραιμία και διακριτικότητα, με εμπιστοσύνη στην κρίση μου. Εγώ ΣΑΦ ψήφιζα στις φοιτητικές στη Φιλοσοφική, οπότε καταλαβαίνετε: πολιτικώς dazed and confused. Αλλά έστρωσα.

Αφού μιλήσαμε για κανα τετράωρο, με ρώτησε τι χόμπι έχω. Η ερώτηση ήτανε προβοκατόρικη, γιατί ξέρει ποιος είμαι και πώς περνάω, κι όσα δεν του έχω πει τα έχει ψυλλιαστεί, αρχαίος άνθρωπος. Του είπα λοιπόν και για το μπλογκ, εξηγώντας του ότι είναι άλλο από εκείνο που ξέρει κι ότι είναι στα ελληνικά. «Πώς λέγεται;», «Sraosha». Του εξήγησα ποιος είναι ο συνονόματος. Μετά με ρώτησε για τη θεματική του μπλογκ. «Σεξ, μπινελίκια, ενδοσκόπηση και πολιτική».

Μετά προσέθεσα ότι τώρα τελευταία διστάζω πολύ να μιλάω για πολιτική και το αποφεύγω. Αυτό δεν του πολυάρεσε, γιατί μόλις είχαμε μιλήσει για την άνοδο του φασισμού του Αντώνη στην Ελλάδα και του Φάρρατζ στη Βρετανία. Υπαινίχθηκε (είπαμε, ναι, είναι χαμηλών τόνων άνθρωπος) την ευθύνη που έχουμε όσοι ξέρουμε πέντε γράμματα. Του εξήγησα ότι δε διαθέτω κατάρτιση και ότι όσο περνάει ο καιρός τόσο πείθομαι ότι για την πολιτική δικαιούνται να μιλάν όσοι κατεβαίνουνε στον δρόμο και παίζουνε ξύλο, όχι εμείς που παριστάνουμε τον Σολωμό φάτσα στο Μεσολόγγι (αυτό δεν του το είπα έτσι, είπαμε, φιλέλληνας, όχι ο Ρόντυ Μπήτον). Του είπα ότι όταν γράφει κανείς για το πολιτικό, είναι απαραίτητο να το στηρίζει με κάποια ουσιαστική δράση και όχι απλώς με καλές προθέσεις εκ του καναπέως. Μάλλον δε συμφωνεί αλλά καταλαβαίνει: μετά από τόσα χρόνια έχω μάθει πότε αποδοκιμάζει κάτι που είπα.

Σήμερα πάντως συμφώνησα με αυτό: «Προς όλους τους «αγωνιστές» των σαλονιών, τους επαγγελματίες ανθρωπιστές, τις «ευαίσθητες» προσωπικότητες της διανόησης και του πνεύματος: προκαταβολικά στα τσακίδια.»

Hannah

Η Hannah ήτανε τρελή και αδέσποτη. Εντελώς αλλά κατά βάθος. Η Hannah ήθελε να τη δαγκώνουν και να της τσιμπάν άγρια τις ρώγες, όμως το βλέμμα της ήτανε πειθαρχημένο και το χαμόγελό της άνθιζε σπάνια (και φώτιζε σαν φεγγάρι που παραμερίζει καταιγιδοφόρα νέφη). Η ίδια η Hannah ήξερε πολύ καλά ποια ήταν, ή έτσι έδειχνε και νόμιζε. Όπως κι εκείνος, ήταν σοβαρή και μετρημένη. Ήταν και βόρεια γερμανίδα — αλλά, προς θεού, όχι πρωσίδα, παρά από το HH: το Freie und Hansestadt Hamburg! Ήταν μια σοβαρή και μετρημένη κοπέλα, με βλέμματα που στόχευαν χαμηλά και πέρα: ποτέ παιχνιδιάρικα, ποτέ διερευνητικά, πάντα ονειροπόλα.

Όλα αυτά μέχρι να περάσει το κατώφλι. Δεν τον είχε προετοιμάσει τίποτε τον κακομοίρη κι άγαρμπο για τη Hannah δώθε από τον ουδό. Βγαίνοντας μέσα στη νύχτα από το μπαρ, τον άρπαξε και τον χόρεψε ολόλαγνα και παράφορα και εντελώς παράωρα μέσα στους δρόμους της πόλης μέχρι που στριμώχτηκαν ασθμαίνοντας μαζί σε κάποια γωνία. Κατέληξαν να γαντζώνονται ο ένας πάνω στον άλλο για μήνες, από δωμάτιο σε πάρκο και από γωνία σε στενό και από κρεβάτι σε καναπέ.

Ενδιάμεσα του έγραφε, του έγραφε με μανία και με σύστημα, σε σωστά αγγλικά, σε πολύ σωστά αγγλικά. Του έγραφε γράμματα σε μικρές κρεμ κόλλες με μελάνι μπλε ρουαγιάλ και του τα έστελνε κι εκείνος δεν ήξερε πώς να της απαντήσει, λαχτάραγε μόνο να την ξαναβρεί και να ξανακολλήσει πάνω της και να μπερδεύεται στα πόδια της και να τη ζυμώνει· να τη γεύεται και να τη δαγκώνει και να την οργώνει περίμενε πώς και πώς. Του έγραφε παινέματα, τον στόλιζε με εγκώμια, του μίλαγε όπως καμμία πριν από εκείνη. Η Hannah ήξερε να γραφει, σε άψογα αγγλικά, οξφορδιανά. Τον εκθείαζε με τρόπους που εκείνος με το στανιό πίστευε, σχεδόν τον έκανε να νιώθει κάποιος άλλος, someone good, που έλεγε κι ο Λου Ρηντ. Ανάμεσα στα γράμματά της, που ήταν προϊόν αδημονίας και μόνο, αφού έμεναν τόσο κοντά ο ένας με τον άλλο, έκαναν έρωτα. Λιγότερες φορές από όσες υπαινίσσεται η νοσταλγία. Εκείνος πάντως είχε παρατήσει τις συγκρίσεις και είχε εγκαταλείψει τη φρόνηση, παραδομένος στην terribilis ut acies castrorum ordinata, που έλεγε κι ο Έκο τότε.

Η Hannah τού έγραφε λοιπόν κάθε τόσο επαίνους για τον χαρακτήρα του, για το άχαρο κορμί του, για την ελληνική του τρέλα, για τις πρόωρες ρυτίδες του, για την καλή του την καρδιά. Ποτέ δεν τους έλεγε, τους έγραφε μόνο. Ενδιάμεσα του έγραφε άλλα: ότι όλα αυτά (η καυλωμένη δίψα, τα παινέματα, το δόσιμο και το δέσιμο, η ιλιγγιώδης εγγύτητα) είναι παρενέργειες του πόθου, κρατάν όσο κρατάει το πάθος, the Passion· ότι εκείνη ήξερε ότι βρισκόταν σε παροξυσμό και παραφροσύνη, και πως κι εκείνος θα έπρεπε να ξέρει καλά ότι όλα αυτά θα κρατήσουν όσο κρατήσουν και μόνον τόσο. Ότι όταν θα σβήσει το πάθος και ξαναβρεί τα λογικά της, εκείνος δε θα είναι πια ο άντρας της και ο megaletor της και ο τρελός της έρωτας. Να είναι έτοιμος, έλεγε η Hannah, για να μην πληγωθεί. Γιατί δεν ήθελε να τον πληγώσει, κι αλλιώς θα τον πλήγωνε κι εκείνος θα τη σιχαινόταν. Γιατί όλα αυτά θα τελειώσουν και θα τελειώσουν γρήγορα και δεν υπάρχει λόγος να πληγωθεί και να νομίσει πως υπήρξε για εκείνη τίποτε παραπάνω από ένας έρωτας, ένας έρωτας μέσα στην φιλόξενη πόλη, ένας έρωτας μέχρι να επιστρέψει από την Αμερική ο πρόωρα φαλακρός της αρραβωνιαστικός, ο γλυκός της.

«Δεν είναι αλήθεια αυτό που ζούμε», του έλεγε η Hannah, «η αλήθεια θα είναι μετά, όταν όλα θα τελειώσουν και θα γίνω για σένα μια σκύλα κι εσύ για μένα ο Outis».

Η Hannah ήταν τρελή κι αδέσποτη για εκείνους τους μήνες. Εντελώς. Η Hannah, που ήθελε να τη δαγκώνει και να τον καβαλάει, που βογκούσε ενώ το γκριζογάλανο βλέμμα της σπίθιζε φρικτά και το χαμόγελό της ήταν μισάνοιχτο και μακάρια μετέωρο. Που δεν ήταν σοβαρή και μετρημένη. Όμως η Hannah δεν ήξερε κάτι σημαντικό: πως αλήθεια ήταν αυτό που ζούσαν, όχι ό,τι ήρθε μετά, όταν όλα τέλειωσαν κι ήρθε μετά και ο γλυκός της από την Αμερική. Η αλήθεια άνθισε και καταύγασε και μύρωσε τον μικρό περίκλειστο κόσμο τους για εκείνους τους μήνες. Δεν ήτανε λοιπόν μετά η αλήθεια, όχι μετά, τότε που έγινε για εκείνον η Hannah και εκείνος γι’ αυτήν, ποιος ξέρει: ένας κάποιος Έλληνας γκόμενος. Σε αυτό έκανε λάθος η Hannah.

Έξω από την Κόλαση

Σκεφτόμουνα προχτές ποιους θα έβαζα στα λαγούμια της δικής μου δαντικής Κόλασης. Και λόγω δουλειάς, και λόγω συγκυριών, έχω γνωρίσει πάρα πολλούς παλιανθρώπους.

Υπάρχουνε λοιπόν μορφωμένοι παλιάνθρωποι, απαραιτήτως καλά δικτυωμένοι, που γνωρίζουν ότι η λογιοσύνη σε συνδυασμό με τα κατάλληλα κοννέ προσφέρει πρόσβαση στην εξουσία — και, ω, πόσο τη λαγνεύονται την εξουσία. Κάποιοι άλλοι προσπαθούν να εισέλθουν στον νυμφώνα της εξουσίας με επιστημοσύνη και γνωριμίες, αλλά η επιστημοσύνη, ακόμα και η κίβδηλη, είναι δυσκολότερη από τη λογιοσύνη, αφού πολλές φορές η μόνιμα δυσκοίλια έκφραση στη μάπα λειτουργεί ως ικανή διαπίστευση λογιοσυνης. Αυτοί πιστεύουν ότι ο κόσμος (το σύμπαν, αν προτιμάτε) τούς χρωστάει.

Με διαφορά όμως οι χειρότεροι ανάμεσά τους είναι οι όλο βεβαιότητα αμαθείς που παριστάνουν τους σοφούς και τους σχεδόν πανεπιστήμονες. Και επειδή στην εποχή του γκουγκλ οι πανεπιστήμονες είναι δέκα στον παρά και σοφοί όσοι έχουνe ρεύμα, αυτά τα καθηκάκια καμώνονται επιπλέον ότι τα έχουνε ζήσει όλα — εγώ πάλι ομολογώ ότι δεν έχω ζήσει τίποτα: μέχρι τα 27 επωαζόμουν, μέχρι τα 36 ταξίδευα, έκτοτε ζω, ενώ αισθάνομαι πάντα 23.

Βεβαίως, το να είσαι όλος διάπυρη βεβαιότητα και να παριστάνεις τον πνευματικό άνθρωπα δε σε καθιστά αυτομάτως καθηκάκι. Επιτρέψτε μου λοιπόν να σας σκιαγραφήσω, α λα Λασκαράτος, τον άνθρωπο.

Με γνωριμίες και εκμεταλλευόμενος τις περιστάσεις έχει εξασφαλίσει θέση ζηλευτή, ζηλευτή για κάποιους τουλάχιστον, παρά την πνευματική ένδειά του, παρά την αμβλύνοιά του. Άλλωστε, δε χρειάζονται και τόσα προσόντα όταν ξέρεις να μπλοφάρεις κι όταν ξέρεις να ποζάρεις, όταν έχεις θητεύσει σε τραπέζια και κρασιά και τέια και ούζα και καφέδες με τους κατάλληλους ανθρώπους. Υποθέτω μάλιστα ότι άλλα προσόντα ή θέλγητρα πέραν της δουλοπρέπειας δε χρειάστηκε να χρησιμοποιηθούν, ενδεχομένως να μην πολυφτουράνε κιόλας.

Βεβαίως η θέση που κατέχει ο άνθρωπος είναι δυσανάλογα απαιτητική σε σχέση με τις ικανότητές του, αλλά — όπως μάλλον γνωρίζετε — σημαντικότερο είναι να μιλάει κανείς για τις ικανότητές του παρά οι ίδιες οι ικανότητες. Πάντως, θα σου τονίσει σε κάθε ευκαιρία πόσο σημαντικός είναι και πόσο αγωνίστηκε και κόπιασε να κατακτήσει τη θέση του, αποκρύπτοντας ότι εναντιοδρομούσε κόντρα στην αξιοκρατία.

Από την άλλη, ποιος τα χέζει τα σπουδαιοφανή και βαθιά δυστυχισμένα καθήκια, όσους αντάλλαξαν αγάπες και χαρές με αυτό που θεωρούν εξουσία. Δε γαμιούνται κι αυτοί; Δε γαμιούνται. Κι αν γαμιούνται, δεν το χαίρονται. Οπότε, στην υγειά μας και εβίβα στην ουτοπία μας.

Η ΚΝΕ, τα κατηχητικά κι ο Λειβαδίτης

Από τα κατηχητικά και τις χριστιανικές ομάδες έφυγα στα 16 παρά. Όπως τους εξήγησα αναλυτικά, γιατί πάντοτε ήμουνα της ξήγας, αυτό εγινε για τέσσερις λόγους:

  • Δεν άντεχα άλλο την αισθητική τύπου Μορμόνων και Μαρτύρων του Ιεχωβά ή τα αντάρτικα τραγούδια με χριστιανικούς στίχους — σήμερα συμπληρώνω: από κομμουνιστή καταγόμουν, θα μπορούσα να είχα γίνει κνίτης κατευθείαν,
  • Το κλίμα εκεί μέσα ήταν αποπνικτικό, αποστειρωμένο, κοντόφθαλμο: αυτά έχουνε χιλιοειπωθεί,
  • Επρόκειτο για αγρίως κρυπτοδεξιό περιβάλλον — για μένα ήταν αδιανόητη τότε η χριστιανική πίστη διαζευγμένη από την ευθύνη για τον άλλο, πάντοτε ήμουνα της ευθύνης, μέχρι νεύρωσης,
  • Τα πάντα (βιβλία, ταινίες, μουσική, σπορ, δημόσια πρόσωπα) κοσκινίζονταν με βάση το δικό τους χριστιανόμετρο. Αυτό το τελευταίο μού φαινόταν παράλογο και ασφυκτικό: μπορεί να ήμουνα (πολύ) χαζός έφηβος, αλλά μού έκοβε ότι αυτή η πλεχανοφική (όπως έμαθα αργότερα) στάση απέναντι στην τέχνη, στον πολιτισμό και στην ανθρώπινη εμπειρία είναι είτε προϊόν αναπηρίας είτε εγγύηση αναπηρίας.

Βεβαίως, τον παλιό εκείνο τον καιρό, υπήρχε η ΚΝΕ και την παίρναμε στα σοβαρά, Είχε τότε (και έχει) και το Κόμμα τα αριστερόμετρά του, ενώ οι παπανδρεϊκοί πασοκάνθρωποι τους μιμούνταν. Παλιοημερολογιτισμός επικρατούσε και μεταξύ μερικών αναρχικών, που έψαχναν καθαρότητα κι αυτοί, και με τρέλαινε: κόφτε το ρεύμα, μην τρώτε κρέας, μην καταναλώνετε, κάφτε τα σχολεία, κάφτε τις πόλεις, κάφτε τα όλα κάφτε τα. Από την άλλη, τω καιρώ εκείνω, είχα και τον πατέρα μου, έναν αφελώς φροϋδιστή, που πίσω από τα πάντα έβλεπε απωθημένα (μετά γνώρισα κι άλλους τέτοιους, και τα απωθημένα ήταν πάντοτε και μόνο δικά μου, βεβαίως).

Ε, μ’ αυτά και μ’ αυτά αποφάσισα τελικά ότι ο κόσμος είναι πολύ πιο πολύπλοκος από οποιαδήποτε ερμηνεία του, πολλώ δε μάλλον από μια ερμηνεία άτεγκτα αιτιοκρατική στα πάντα της. Ένας κόσμος όπου τα πάντα είναι τακτοποιημένα και όπου τα πάντα σημαίνουν κάτι δεν είναι ο κόσμος, είναι είδωλο, ένα κείμενο που παριστάνει τον κόσμο. Όσο για το πώς θα αλλάξει ο κόσμος, έχω ξαναπεί τι πρέσβευα τότε.

Έκτοτε πέρασαν πολλά, πάρα πολλά, χρόνια.

Τα τελευταία έξι χρόνια, κατάλαβα κι εγώ ο (πολύ) χαζός άντρας ότι ο καπιταλισμός είναι ασυμβίβαστος με την ανθρώπινη ελευθερία, αξιοπρέπεια και (πιθανότατα) επιβίωση. Αλλά, εντάξει, ξύπνησα κι εγώ, ασούμε.

Εντωμεταξύ, στον κόσμο του 2014 η σχηματικότητα δίνει και παίρνει, βρίσκεται παντού. Δεν έφυγε. Δεν πήγε πουθενά. Εδώ είναι. Δε μιλάω για τους δεξιούς, απαξιώ: αυτοί δεν μπορούν αλλιώς, ο συντηρητισμός είναι είτε βαθιά αφελής είτε δόλιος («να διατηρήσουμε τα συμφέροντα των ελίτ»).

 Έχω όμως στον νου μου άνθρωπο που εκτιμώ βαθύτατα, και γι’ αυτό δεν ονομάζω, ο οποίος μάς εξηγεί γιατί δεν πρέπει να ακολουθούμε τας ποιητικάς διδαχάς του Τάσου Λειβαδίτη: ο Λειβαδίτης είναι ποιητής της ήττας και αντικινηματικός, δοσμένος και παραδομένος στα μικροαστικά ιδεώδη. Το είπε κι ο Κατσαρός σε ποίημά του, άλλωστε. Τα διάβασα αυτά κι απότομα μού ήρθε η μυρωδιά φρεσκοσφουγγαρισμένης κλεισούρας των οργανώσεων, μου ήρθε και η βοή τηλεβόα από τα «καθαρά λόγια» που ευαγγελιζόταν ο ΣΒ ο κνίτης συμμαθητής.

Και μελαγχόλησα: εγώ το πολιτικό ζώον, που έχω πάει σε μόλις 10-12 πορείες στη ζωή μου και ήμουν από αυτούς που έτρεχαν για να μη φάνε ξύλο από τα ΜΑΤ, εγώ, που έχω διαβάσει τσάτρα-πάτρα και πασαλείμματα και περιλήψεις από τα μεγάλα έργα της Αριστεράς και του Αναρχισμού, έχω μια πιο σαφή εικόνα για την τέχνη μέσα στην κοινωνία από σοβαρούς, αγωνιζόμενους και διαβασμένους ανθρώπους του ελευθεριακού χώρου. Και συγγνώμη κιόλας, γιατί από τον Λειβαδίτη αγάπησα μόνο τον ‘Τυφλό με τον λύχνο’ στην εφηβεία μου, ενώ μου τη σπάνε φρικτά τα σοσιαλμηντιακά τσιτάτα με τους πεθαμένους που τρέχουνε μέσα στη νυχτιά, οι μεταμέλειές του και κάτι χύδην λυρισμοί. Αλλά στο κάτω κάτω, τα ποιήματα είναι ποιήματα, όχι μπροσούρες.

Ελοΐζα

Χτες έφαγα ολόκληρη τη μέρα μου τακτοποιώντας λογαριασμούς και χαρτιά. Είχα χαρτιά χύμα από το 2012, για δύο χρόνια τα πέταγα απλώς μες στο συρτάρι όπως έρχονταν. Γύρω στις δέκα το βράδυ, που τελείωσα, ήταν όλα μαζεμένα πια: ένα ντοσιέ ταυτότητες και πιστοποιητικά, ένα ντοσιέ απολυτήρια και πτυχία, ένα τα φορολογικά και τα ασφαλιστικά, ένα τα ιατρικά, ένα οι λογαριασμοί.

Βρήκα μέσα στα χαρτιά της Αγγλίας (φορολογικά, λογαριασμός τηλεφώνου για να αποδεικνύω διεύθυνση κατοικίας, αποχαιρετιστήριες κάρτες) ένα άλμπουμ. Δε θυμόμουν καλά καλά την ύπαρξή του. Περιέχει φωτογραφίες τραβηγμενες 1992 με 1997. Τις κοίταζα με απορία: δεκαετίες μετά, σχεδόν τα ίδια πράγματα τραβάω, περίπου με τον ίδιο τρόπο: μια συγκριτική ματιά στο άλμπουμ μου ονλάιν με έπεισε. Μόλις πρόσφατα, μετά το 2008, άρχισε να εμπλουτίζεται η θεματολογία μου. Επίσης με προβλημάτισε που κιτρινίζουν σιγά σιγά οι χαρτονένιες σελίδες του άλμπουμ και που μου αρέσουν ακόμη εκείνες οι προς το παρόν άθικτες φωτογραφίες — κάποιες από τις ασπρόμαυρες τις είχα τυπώσει ο ίδιος στον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο του Tόλη, άλλες στην εστία που έμενα στο Λονδίνο.

Βρήκα επίσης κάτι φωτογραφίες από το Παρίσι το ’98, είχαμε πάει ένα πούλμαν φοιτητές με πακέτο ταξιδιωτικού πρακτορείου: οδικώς από την Αγγλία και διαμονή σε γαμιστρώνα στην Πιγκάλ. Είχα πάει στο Περ Λασαίζ όχι για τον Μόρρισον αλλά γιατί «έπρεπε»: όλη η Γαλλία, λέει, ήτανε θαμμένη εκεί. Βεβαίως χάθηκα αλλά όχι προτού δω έναν να τρώει σάντουιτς καθισμένος στον τάφο του Αβελάρδου, που τον έχουνε δίπλα στην Ελοΐζα. Αναστατώθηκα και συγκινήθηκα, «κοίτα ρε συ», της έλεγα της αλληνής, «δίπλα δίπλα τους έχουν οχτακόσια χρόνια μετά». Ήξερα και το άσμα των Damned και φανταζόμουν έκνομα και καταδικασμένα πάθη μεταξύ μοναχού και μοναχής κατά τον κακό Μεσαίωνα. Αφού χάθηκα κανονικά μέσα στο νεκροταφείο και κατέληξα να βρω μόνον τον οιονεί συλημένο τάφο του Τζιμ του Μόρρισον, φεύγοντας τελικά είδα ένα ζευγάρι να φιλιέται καθισμένο πάνω στον τάφο της Ελοΐζας. Ε, μεταρσιώθηκα. Ήθελα να τους φωτογραφίσω κιόλας αλλά ντράπηκα να βεβηλώσω τη στιγμή, αυτή τη μεταφορά για τον αιώνιο έρωτα.

Πέρσι διάβασα την αλληλογραφία τους. Η εισαγωγή ήτανε σοκαριστική: ο Αβελάρδος, ένας Ζίζεκ του σχολαστικισμού, διανοητής όλο λιλιά και χάντρες, αλλά και αποφασισμένος να γίνει φωστήρας και σχολάρχης λιμπίστηκε την Ελοΐζα. Τη γλέντησε, επίτηδες το λέω έτσι, της έκανε κι έναν γιο, τον Αστρολάβο, και την παντρεύτηκε, αλλά κρυφά για να μη χαλάσει την καριέρα του. Το σόι της Ελοΐζας άρχισε να διαδίδει τα του γάμου, ο Αβελάρδος την έκλεισε σε μοναστήρι, το σόι της τον ευνούχισε. Κάθε άλλο παρά καταδικασμένο και απελπισμένο λαβ στόρυ δυο αστροκαμμένων εραστών, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας κιετς, δηλαδή. Απομυθοποίηση. Αλλά θέλω πολύ να το δω αυτό, που έτσι κι αλλιώς βασισμένο στα γράμματα της Ελοΐζας μοιάζει.

Διαβάζοντας την αλληλογραφία Αβελάρδου κι Ελοΐζας, τις επιστολές μετά τον ευνουχισμό του Αβελάρδου, σοκαρίστηκα. Όχι από το πόσο μαλάκας, αν και κυριολεκτικώς άμπαλος, ήταν ο θεολόγος: οι άνδρες ανέκαθεν υπήρξαμε μαλάκες ή, στην καλύτερη περίπτωση, ζωάδια περιδεή και χαϊδεμένα, πεπεισμένα ότι ο κόσμος μάς ανήκει: όσο πιο μαλάκια, τόσο πιο πεπεισμένα και χταποδοπερήφανα (έχετε δει swag που έχουν τα χταπόδια;).

Απεναντίας, με άγγιξε και με καταεντυπωσίασε η ρώμη του χαρακτήρα και το σθένος της προσωπικότητας της Ελοΐζας. Γυναίκα τρυφερή και απαλή, αλλά ακομπλεξάριστη και με παρρησία, χωρίς μεταμέλειες και παπαριές. Της γράφει ο Αβελάρδος για τον Κύριο που τους έχει κάνει αδέρφια εις τους αιώνας, του τα χώνει δεόντως. Όταν τον ρωτάει περίπου αν την αγάπησε ποτέ, ο χαντούμης λέει ότι τη θεωρεί φίλη, amica. Κι εκείνη του απαντάει I don’t wanna be friends έτσι: Carius mihi et dignius videretur tua dici meretrix quam illius (= Augusti) imperatrix: Προσφιλέστερο και πιο αξιοπρεπές θα μου φαινόταν να με λένε πόρνη δική σου, παρά αυτοκράτειρα με τον Αύγουστο. Κι ο (τέως) παπάρας συνεχίζει τον χαβά του.

Και τόλμησαν να τη θάψουνε δίπλα του. Γυναίκα ακομπλεξάριστη και ευφυέστατη, που γράφει απροσδόκητα ελευθέρια κι ελευθεριακά και οξύτατα κριτικά, ενώ ο άλλος της αραδιάζει τσιτάτα, παραθέματα και επικλήσεις σε αυθεντίες. Γυναίκα βαθιά πρακτική και ισορροπημένη αλλά και γενναία, που ούτε λίγο ούτε πολύ λέει στον ευνούχο ότι δεν υπάρχει λόγος το μοναστήρι να τους εμποδίσει να είναι εραστές.

Αχ ρε Ελοΐζα!