Πολύ μικρό εγκώμιο του Jimmy Somerville

Όταν ήμουν έφηβος, το όνειρο της φυγής από το σπίτι, κι ας μην υπήρχε η σοβαρή αιτία που υπαινίσσονται οι Bronski Beat, δηλαδή ο εξοστρακισμός και η αποποίηση του πούστη γιου, ενσαρκώθηκε από το Smalltown Boy. Από τον Jimmy Somerville πρωτοέμαθα και την απόλυτα κολλητική σαχλίτσα του Gainsbourg (του βασιλιά της τάχα μου ειρωνικής ποπ σαχλαμάρας μέχρι που έπεσε πάνω μας ο Μάλκομ Μακλάρεν) το Comment te dire adieu.

Φυσικά ήταν αδύνατο να μην προσέξεις το θηριώδες φαλσέτο του Jimmy: εξωπραγματικό και πανίσχυρο. Επίσης πάντοτε μου έκανε εντύπωση το θεόρατο μπόι αυτού του σκωτσέζου, μισής μερίδας χαμογελαστού ανθρώπου: θυμάμαι να διαβάζω κάτι δειλά ρεπορτάζ σε περιοδικά τύπου ‘Ποπ και Παπαριές’ ότι συντόνιζε τον πόλεμο κατά της κυβέρνησης Θάτσερ σχετικά με μια τροπολογία για το πότε παύεις να είσαι «ανήλικος» για σκοπούς ομόφυλης «αποπλάνησης» (αυτό που πια αγγλίζοντας αποκαλούμε ηλικία της συναίνεσης) — ενώ λ.χ. στην Ελλάδα του 2014 (καλά, άσε). Γενικά ο τύπος είναι κουλ, πάρα πολύ κουλ.

Όταν είδα το Ορλάντο (πρέπει επιτέλους να το διαβάσω το βιβλίο! εδώ το έχω), με περίμενε αυτό.

Ξεκωλιάρες

Μέσα στον ειδυλλιακό κόσμο της πατριαρχίας, όπου κάθε μορφή βίας, αυθεντίας και καταπίεσης εις βάρος των γυναικών έχει ψευδοβιολογική εξήγηση, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι βεβαίως σκάνδαλο. Όταν δεν αποτελεί διαταραχή προσωπικότητας ή σύμπτωμα αδυναμίας να αφοσιωθείς, η γυναικεία ερωτική ελευθερία είναι «ευνουχιστική» για τους άντρες κτλ. κτλ. Λες και αφοσίωση και καύλα ταυτίζονται, λες και το τέλος του έρωτα συνεπάγεται σώνει και καλά απαξίωση του άλλου, λες, λες, λες… Χιλιοειπωμένα πράγματα που κανένας δεν ακούει πια, μέσα στη νέα χρηστοήθεια του καιρού, όπου οι γυναικες οι σωστές πρέπει να είναι δυνάμει μάνες, κατά βάθος πριβέ μας πουτάνες, αλλά πρωτίστως μάνες — και τίποτε άλλο.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η γυναικεία ερωτική ελευθερία συνοδεύεται σχεδόν απαραίτητως είτε από σκληρότητα (για την οποία ρε σεις μέχρι κι ο Μπουκόφσκι κλαψούρισε) είτε από αφέλεια, μόνο που η αφέλεια αυτή είναι βεβαίως πολλές φορές προσποιητή. Η σκληρότητα σε προστατεύει από τον κάθε πληγωμένο αντρικό εγωισμούλη, που το έχει πολύ εύκολο να σου πετάξει το «πουτάνα» στα μούτρα αν δεν έχει προλάβει να δαπανήσει το πάθος του πάνω σου και μέσα σου. Αντίστοιχα, η προσποιητή αφέλεια χορηγεί το ακατολόγιστο, δικαιολογεί την «πουτανιά» σου: άμα πήξει το μυαλό σου και στρώσεις, θα φρονιμέψεις και θα γνωστέψεις. Και θα γίνεις μάνα. Μετά ίσως γίνεις μιλφάρα, που θα ορμάς στην ψύχρα και θα τα κάνεις όλα, αλλά τότε θα δικαιολογείσαι από κάτι κιλάκια, χαλαρώσεις και ραγάδες, κάτι ψωμάκια, πανάδες και ρυτίδες.

Πουλί και ψάρια

Όταν ήμουνα μικρός παρακάλαγα να μου πάρουνε μια γάτα. Τα σκυλιά τα φοβόμουνα. Αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να μου πάρουνε γάτα. Η μεν μητέρα μου έβγαζε την ίδια ομιλία που βγάζει μέχρι και σήμερα (2014): ότι τα ζώα πρέπει να ζουν ελεύθερα στις αυλές κι όχι φυλακισμένα στα διαμερίσματα, ότι η γάτα είναι για να πιάνει ποντίκια και για να σουρτουκεύει, ενώ οι σκύλοι για φύλακες κι όχι για να κατουράνε στους καναπέδες — τέτοια. Ο πατέρας μου είχε έναν γάτο μικρός στην αυλή του σπιτιού τους, τον Ροδόλφο, αλλά μάλλον του ψόφησε και του έμεινε τραύμα: έκτοτε ισχυρίζεται ότι είναι αλλεργικός στις γάτες κι ότι οι τρίχες τους επικάθονται μέσα στους πνεύμονές του.

Δουλεύαμε λοιπόν με υποκατάστατα. Πρώτα είχαμε ένα καναρίνι, τον Τόλη. Το είχε πιάσει η μάνα του πατέρα μου να κάθεται στη βερυκοκιά της όταν εγώ ήμουν 7, εκεί. Ο Τόλης ήταν κίτρινος και καφέ, αισθηματίας. Ο Τόλης κελαηδούσε, αλλά συνεχώς τα ίδια και τα ίδια δεξιοτεχνικά σουξέ. Η σχέση μας δούλευε ως εξής: η μάνα μου τον φρόντιζε, εγώ πέρναγα ώρες να στοχάζομαι πάνω στην αθλιότητα των κλουβιών και να φέρνω εφημερίδα για να απλώσουμε στον πάτο του κλουβιού, για τις κουτσουλιές. Τα καλοκαίρια τον Τόλη τον αφήναμε στη γιαγιά. Η γιαγιά τον έχωνε κάθε μέρα μέσα στη μικρή μπανιέρα που βάζουμε στα πτηνά για να δροσίζονται. Το θέμα είναι ότι κάθε μέρα τον έχωνε και τον έτριβε (Τον Τόλη. Στην μπανιέρα.). Τελικά το έρμο το καναρίνι ψόφησε ένα φθινόπωρο. Η μητέρα μου γνωμάτευσε ότι το πουλί (ο Τόλης) κρυολόγησε και ψόφησε λόγω των απανωτών λουτρών, μετά τον έκλαιγε για μήνες. Λίγο καιρό αργότερα άρχισαν να της πεθαίνουν άνθρωποι όμως, οπότε.

Μετά η αδερφή μου ήθελε χρυσόψαρα. Πήραμε δύο. Την Κλειώ και ένα άλλο πανομοιότυπο, δε θυμάμαι πώς το λέγαν: ήτανε το σάιντκικ, που λέμε. Κογκολέζικα χρυσόψαρα, στιλπνά, με πτερύγια όλο φρουφρού και φραμπαλά. Πορτοκαλί και με κάπως γουρλωτά μάτια. Σε λίγο το έριξα πάλι στον στοχασμό, αυτή τη φορά για την αθλιότητα των ενυδρείων, πήγαινα και Γυμνάσιο πια κι ο εγκλεισμός των άλλων πάντοτε προσφέρεται για στοχασμούς. Αλλάζαμε νερό στα χρυσόψαρα μέρα παρά μέρα: πρώτα τα ψαρεύαμε με την παλαμη (και εγώ) και τα βάζαμε σε ποτήρια. Πολλές φορές ξεγλύστραγαν και κατέληγαν μέσα στον νιπτήρα και τα αρπάζαμε να τα ξαναρίξουμε πίσω στο ποτήρι πριν προλάβουν να πάθουν ασφυξία (τα ψάρια δεν παθαίνουν έμφραγμα). Κατόπιν καθαρίζαμε τη γυάλα, βάζαμε φρέσκο νερό και προσθέταμε κι ένα μπλε υγρό που εξουδετέρωνε το χλώριο και μετά τα ψάρια.

Τα χρυσόψαρα, την Κλειώ και το άλλο, τα ταΐζαμε, κάτι νιφαδίτσες που μύριζαν σαν μπαγιάτικη ψωλή (δεν το ήξερα τότε: η δική μου ήτανε μικρή, φρέσκια και του κουτιού). Το θέμα βεβαίως είναι, επίσης δεν το ήξερα τότε, πως τα χρυσόψαρα δε σταματάνε να τρώνε όταν χορτάσουν: όσο τα ταΐζεις, τόσο τρώνε. Και πάντοτε με αμείωτο ενθουσιασμό. Σιγά σιγά το ένα από αυτά είχε παραμορφωθεί: μέσα από το τουμπανιασμένο διαφανές σώμα του βλέπαμε τα μαύρα έντερά του. Και το άλλο τα είχε πάρει τα γραμμάριά του. Αλλά ούτε εγώ ούτε η αδερφή μου πιάσαμε το υπονοούμενο της μαμάς Φύσης. Ένα πρωί βρήκαμε το τουμπανιασμένο ανάσκελα, αλλά όχι στην επιφάνεια: είχε τόσο έρμα το έρμο το ψάρι που δεν επέπλεε παρά περίπου στα 3/4 του ύψους του νερού. Ο πατέρας μου το κήδεψε στη λεκάνη της τουαλέτας: η αδερφή μου έσκασε στο κλάμα κι εγώ απορούσα πώς θα χωρέσει το ψάρι από την αποχέτευση (δυσκοιλιότητα ζήτημα είναι αν έχω πάθει 3-4 φορές στη ζωή μου).

Οι γονείς μας μας εξήγησαν ότι πρέπει να δίνουμε ακριβώς τη δόση τροφής στο επιζών ψάρι — αλλά στην αρχή έπρεπε να του κάναμε δίαιτα. Τελικά τη γλύτωσε, ξεφούσκωσε κάπως, αν και ποτέ εντελώς. Του πήραμε και παρέα, που η αδερφή μου ονόμασε επίσης Κλειώ. Η Κλειώ Β’ και το άλλο (δε θυμάμαι πώς το έλεγαν) βρήκαν τελικά τον θάνατο στα χέρια της γιαγιάς μου ένα καλοκαίρι επίσης. Δε θυμάμαι πώς. Μάλλον τα έσκασε στο φαΐ. Τουμπάνιασαν μάλλον.

Υπό κατοχή


Τι να πει κανείς πια.

Τι να σταχυολογήσεις από την επικαιρότητα; Να πεις για «σπασμένα μέτωπα» και «άτακτη υποχώρηση»; Μα δεν υπάρχουνε κοινωνικά μέτωπα. Όταν έχεις μέτωπο, κρατάς μια γραμμή άμυνας πίσω από την οποία υπάρχει ασφάλεια, ας πούμε, υπάρχει κάτι άλλο από όσα υπάρχουν απέναντι.

Εμείς ωστόσο σχεδόν από την αρχή βρισκόμαστε υπό κατοχή: ζούμε ταμπουρωμένοι σε υπόγεια, σε κάτι ξεχασμένες προαστειακές πολυκατοικίες ελάχιστης στρατηγικής σημασίας, σε κάτι χαλάσματα που ανακαινίσαμε κακήν κακώς — περιφερειακά και ενίοτε περιθωριακά, όσοι έχουν το θάρρος. Και από την προνομιακή θέση της κατά τόπους φούσκας μας συζητάμε κι οργανωνόμαστε, ή νομίζουμε πως οργανωνόμαστε. Αλλά έξω από τους θύλακές μας υπάρχει μόνον υποταγή κι εξαθλίωση, απελπισία κι ένας ποπ πολυώνυμος φασισμός. Δεν υπάρχει μέτωπο λ.χ. κατά του ναζισμού και των φασισμών, υπάρχουν αντίφα γαλατικά χωριά, αναρχικών και τέτοιων τύπων (που μας χαλάνε). Δεν υπάρχει στρατιά φιλανθρώπων και εθελοντών κατά της εξαθλίωσης, μόνον φλασάτα υποκατάστατα του απόντος κράτους πρόνοιας ή φιλότιμες αυτοοργανωμένες προσπάθειες αλληλεγγύης σε γειτονιές, που δυσκολεύονται και που τις κυνηγάνε. Δεν υπάρχει μέτωπο κατά της πατριαρχίας, της ετεροκανονικότητας κι ομοφοβίας και του διευρυμένου σεξισμού, υπάρχουν κάτι φωνές μεμονωμένες σε (βέρτσουαλ) πλατείες. Όσο για το «αντιμνημονιακό μέτωπο» ή για την «αντίσταση κατά της νεοφιλελεύθερης αγριότητας», για όνομα του θεού: είναι και γραφικό και υβριστικό να ακκιζόμαστε στην Ελλάδα του 2014.

Γιατί μέσα στην υπό κατοχή Ελλάδα του 2014, απελπισμένοι άνθρωποι συνεχίζουν να αυτοκτονούν, οι μισθοί είναι σκιά των δραχμικών, ο δημόσιος βίος και η δημιουργία πολιτισμού βρίσκονται σε επίπεδα εκδήλωσης σε λύκειο της Αρεόπολης το 1968, πληρώνουμε για τα σπίτια μας, υγεία χαχαχά, μας κυβερνάει ένας θίασος επικίνδυνων (δεν είναι βλάκες, είναι βαθιά διεφθαρμένοι, φανατικοί κι εντελώς αδίστακτοι) αλλά δεν πειράζει γιατί σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο έρχεται ο ΣΥΡΙΖΑ, κτλ. κτλ. κτλ.

Σε συνθήκες κατοχής δεν καμώνεσαι ότι θα συγκροτήσεις ευρύ μέτωπο να πας να πολεμήσεις, ούτε περιμένεις να νιώσουν αισχύνη και τύψεις όσοι ξηλώνουνε και ξεπουλάνε το σύμπαν φορολογώντας συνταξιούχους. Κατεβαίνεις στους δρόμους. Αλλιώς κάτσε στην είσοδο της ελεύθερης (νομίζεις) σοσιαλμηντιακής πολυκατοικίας σου και σάρκαζε και τρόλαρε και εξάσκησε όση ελευθερία του λόγου σού έχουν αφήσει μέσα στον περίκλειστο θύλακά σου.

Α και Ω

Γράφοντας για τον καιρό που διάβασα την Παλαιά Διαθήκη, θυμήθηκα δύο πράγματα. Το ένα ήταν η απορία του πατέρα μου γιατί ο Θεός δεν υπαγόρευε ξεκάθαρα τις προφητείες Του, παρά τις διατύπωνε με ασάφεια φτηνού μάντη (δεν το είπε έτσι), ώστε να μπορούν να εφαρμόζονται σε πολλές και διάφορες περιστάσεις. Το άλλο που θυμήθηκα ήτανε κάτι τσιτάτα από την Αποκάλυψη του Ιωάννη, όπου υποτίθεται ότι μιλάει ο Χριστός εν δόξη στον αγαπημένο μαθητή Του. Μιλάει με έναν τρόπο πολύ ενδιαφέροντα: περιγράφει τον εαυτό Του όπως θα τον έβλεπε και θα τον χαρακτήριζε ένας πολύ ερωτευμένος εραστής. Ω, ελάτε, μη σοκάρεστε: ο Χριστός-εραστής ή Χριστός-Νυμφίος είναι πολύ αγιοπατερική-φιλοκαλική εικόνα, σούπερ ορτοντόξ και απολύτως εξιδανικευμένα (ομο)ερωτική και, εν πάση περιπτώσει, στην Αποκάλυψη τον Κύριο υποτίθεται ότι τέλος πάντων Τον περιγράφει ο αγαπημένος μαθητής Του. Διαβάστε:

Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. […] ἐγώ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν (21:5-6) ἐγὼ τὸ Α καὶ τὸ Ω, ὁ πρῶτος καὶ ὁ ἔσχατος, ἀρχὴ καὶ τέλος. (22:13) […] ἐγώ εἰμι ἡ ῥίζα καὶ τὸ γένος Δαυΐδ, ὁ ἀστὴρ ὁ λαμπρὸς ὁ πρωϊνός. (22:16)


Ποιος ερωτευμένος και ποια ερωτευμένη ή, έστω, ποιος εραστής και ποια ερωμένη, με καψούρα βαθιά και αγιάτρευτη, με πόθο που έχει λιώσει στρώσεις και κελύφη και έχει φτάσει στους σκοτεινούς πυρήνες της ψυχής για να κάψει τα κολλώδη μας ρευστά απολιθώματα, δεν έχει νιώσει στο πετσί του ή στο πετσί της το «Α καὶ τὸ Ω», «ἀρχὴ καὶ τέλος»; Ποιος και ποια δεν έχει πιει το αθάνατο νερό, για δωρεάν δεν ξέρω, βεβαίως: συνήθως πληρώνεται με πόνο ή με καρτερία. Και ρίζα και αστέρι θα γίνει ο άλλος και η άλλη, επίσης, όταν κρατήσει ο έρωτας και αφού έχει ρίξει ρίζες μέσα μας και μας φτιάξει κι ένα στερέωμα να το φωτίζει σαν ένα λαμπρό αστέρι ή σαν το μόνο αστέρι. Ερωτόλογα διαβάζουμε στο τελευταίο και προφητικό βιβλίο των Γραφών, πάει και τελείωσε.

«Ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα.» Και βέβαια. Πώς αλλιώς. Όλα από την αρχή. Κι ο έρωτας και ό,τι μιμείται τον έρωτα όλα καινούργια κι όλα νέα τα κάνει. Εγώ μεγάλωσα σε μια πόλη που ήτανε νέα, παριστάνοντας την αρχαία. Μέχρι και πολλά τοπωνύμιά της είχανε τον προσδιορισμό «Νέος» μέσα, από τη Φιλαδέλφεια και τη Σμύρνη της Αποκάλυψης, μέχρι τον Νέο Κόσμο (πίσω από το Κυνόσαργες και έξω από την πόλη αλλά μακριά από την Αμερική), τη Νέα Ελβετία (πάνω σε βουνά καθόλου ελβετικά, με όνειρο κάτι ιδανικές ευταξίες), τη Νέα Ζωή (απέναντι και ψηλά, για όσους διώχτηκαν από τα ισιώματα του λεκανοπεδίου και πήραν τα βουνά). Προορισμοί μακρινοί τότε για ένα παιδί του κέντρου. Κάποτε λοιπόν παίρναμε λεωφορεία και τα αφήναμε να μας ανεβάσουν μέχρι το τέρμα: τη Νέα Ελβετία και τη Νέα Ζωή.

Και φτάναμε εκεί πάνω και δεν είχε τίποτε να δούμε, σπίτια μαγαζιά και κάτι πλατεΐτσες συνοικιακές, τίποτα εκτός από τη θέα της ίδιας της αχανούς πόλης από κάτω, δηλαδή της ζωής ολόκληρης. Και τότε καταλαβαίναμε τι σημαίνει «ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα«, ότι το «νέα» δε σήμαινε τίποτα πέρα από μια νέα οπτική γωνία, ένα νέο σημείο για να αφήσεις το βλέμμα σου για νήμα να διατρέξει σα στημόνι το υφάδι των δρόμων της πόλης από κάτω σου. Όπως ο έρωτας, δηλαδή, και ό,τι τον μιμείται: μια ματιά από την αρχή. Από την αρχή μέχρι το Ωμέγα.

Η ζωή είναι αλλού

Σήμερα τελείωσα το Η ζωή είναι αλλού του Κούντερα. Μεγάλο βιβλίο, σπουδαίο, σε αντίθεση με τους Γελοίους (‘Κωμικούς‘ πλεόν) έρωτες, που διάβασα τον Ιούνιο και μου φάνηκαν σαν να είναι κομψές αναρτήσεις από μπλογκ της περασμένης δεκαετίας. Το Η ζωή είναι αλλού έχει μεγάλες στιγμές και ρυθμό. Έχει και πλάκα, ενώ ο αντιπαθής, υπερφίαλα ιδεαλιστής μαμάκιας ήρωάς του είναι αριστούργημα και σχεδόν βγαλμένος από τη ζωή.

Η πλάκα είναι ότι το βιβλίο αυτό το πρωτοδιάβασα μαζί με τον υπόλοιπο Κούντερα αμέσως αφού ξεκοκκάλισα την Αβάσταχτη Ελαφρότητα, όταν ημουν είκοσι παρά. Από τότε, θυμόμουν απλώς ότι μου είχε φανεί πάρα πολύ καλό ένα του Κούντερα του οποίου τον τίτλο δε θυμόμουν, άλλωστε μοιάζουνε μεταξύ τους τα βιβλία του. Θυμόμουν μόνο ότι ξεκίναγε με τη σύλληψη του Ποιητή.

Αυτό που με ανησύχησε περισσότερο τελειώνοντας το Η ζωή είναι αλλού σήμερα; ότι δεν είχα καταλάβει τίποτε από το βιβλίο την πρώτη φορά που το διάβασα. Δεν είχα πιάσει τίποτα. Και δεν έφταιγε που δεν είχα πάει στην Πράγα.

Όταν ήμουν 14 διάβασα το Έγκλημα και Τιμωρία. Στα αγγλικά. Εξ αφορμής, κάποιος μεγαλύτερος (δάσκαλος; δε θυμάμαι) μού έκανε την παρατήρηση ότι «τέτοια έργα» πρέπει να τα διαβάζει κανείς αφού ωριμάσει, ώστε να μπορέσει και να τα καταλάβει και να τα απολαύσει.

Μισούσα και μισώ ό,τι πλασάρεται ως εφηβική λογοτεχνία ή λογοτεχνία για νέους: σκετός πατερναλισμός απεσταγμένος, χρηστομάθειες της πλάκας, όταν δεν είναι πηγή άγχους και ανασφαλειών που δε χρειαζόμαστε. Γι’ αυτό και η κουβέντα εκείνη του μεγαλύτερου με θύμωσε τόσο πολύ τότε, που πήρα σβάρνα ό,τι κλασικό μπορούσα.

Διάβασα τους Αδερφούς Καραμάζοφ, στα γαλλικά, αφού και στα ελληνικά από τα γαλλικά ήταν μεταφρασμένοι, ενώ λεφτά για την πολύτομη μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου του Γκοβόστη δεν είχα. Θυμάμαι ότι μου φάνηκε ωραίο κι εράσμιο κορίτσι η Γκρούσενκα (Αγκραφένα Αλεξάντροβνα, ε;) αλλά τελείως γκαγκάου ο Αλιόσα / Αλεξέι Καραμάζοφ — κι ας τον προέβαλλε η Γκορίτσεβα ως ενσάρκωση της ρωσικής ψυχής, της ίδιας μαλακίας που μας έδωσε το κακοχωνεμένα ψευδοταρκοφσκικό Νησί. Βεβαίως, η συμπάθειά μου ήταν ο Ιβάν Καραμάζοφ και πώς τον βάζει διαλεκτικά κάτω ο διάολος — αλλά την ψύχωση ποιος μπορεί να τη νικήσει διαλεκτικά;

Μετά έπιασα την Παλαιά Διαθήκη στη μετάφραση των Εβδομήκοντα. Αυτή ήτανε πολύ διδακτική εμπειρία, αφού ο καλύτερος τρόπος να απομυθοποιήσεις τας Γραφάς είναι να τις διαβάσεις: το Λευιτικό και το Δευτερονόμιο είναι ατέλειωτα παραπτωματολόγια όλο βαρβαρική σκληρότητα και ευτελείς γελοιότητες, οι μικροί προφήτες είναι απόστολοι του Πάνου του Καμμένου και της Ελεύθερης Ώρας, ενώ οι αδερφοί Μακκαβαίοι (της Μακάμπι Τελ Αβίβ) είναι τα πρότυπα του μακαριστού Χριστόδουλου.

Τον Προυστ τον άφησα στις 50 σελίδες.

Μετά διάβασα ολόκληρη την Ερμηνεία των ονείρων του Φρόυντ. Στα αγγλικά, 1000-τόσες σελίδες τούβλο, το πορτοκαλί αντίτυπο που κληρονόμησα από την αγαπημένη μου ξαδέρφη, που σκοτώθηκε όταν ήμουν 13. Είναι από τα πιο καλογραμμένα και χρήσιμα και συναρπαστικά βιβλία που έχω διαβάσει. Νομίζω όμως ότι είναι από τα ελάχιστα βιβλία που διάβασα πριν τα είκοσι και τα κατάλαβα καλά. Με διαμόρφωσε, όπως διαμόρφωσε τον πατέρα μου η Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση, που τη διάβασε εκεί στα 20 (να το και το φροϋδικούλι μας).

Μετά ήρθανε κι άλλα, πολλά, κι ο Κούντερα εκεί στα 17, όπως είπαμε. Όμως, όπως φάνηκε και στη δεύτερη ανάγνωση του Η ζωή είναι αλλού, πρέπει να πιάσω ό,τι διάβασα πριν τα 20 και να το ξαναδιαβάσω: όντως δεν είχα καταλάβει τίποτε.

Γιατί άμα δεν έχεις τα συμφραζόμενα, τι να σου κάνουνε τα κείμενα. Καλή η θέα που σου παρέχουνε τα μεγάλα έργα αλλά πρέπει να σε έχει επιπλώσει η ενδοσκόπηση, το επίτευγμα, η κοινωνική συνειδητοποίηση, ο έρωτας, η διάψευση, το δόσιμο, η εργασία (χειρωνακτική κατά προτίμηση, έστω και για λίγο), η απώλεια ανθρώπων, ο δρόμος. Πρέπει είσαι επιπλωμένος, να έχεις κάπου να σταθείς και να ξαπλώσεις και να ακουμπάς κοιτάζοντας τη θέα των κλασικών έργων, να μπορείς να φτιάξεις έναν καφέ ή να βάλεις ένα κρασί. Δεν είχα καταλάβει λ.χ. εκεί στα 17 πόσο πελώριος μαλάκας είναι ο Γιάρομιλ, γιατί τέτοιος ιδεαλιστής μαλακάκος ήμουνα κι εγώ (όρα και φωτογραφημένο παράθεμα άνωθι). Δεν ήξερα για το άγχος της επίδρασης, για την θανατερή ευκολία του μονισμού, για την αδεξιότητα του βίου, για την πολλαπλότητα μέσα στους ανθρώπους (που εικονογραφεί η φαντασίωση του Ξάβιερ στο βιβλίο) και για τη δυσκολία της επανάστασης.

Βαθιά μέσα από τον βυθό του εφηβικού ιδεαλισμού ο κόσμος από πάνω φαντάζει είτε ένα απέραντο φωτεινό γαλάζιο με ανεξήγητους λαμπυρισμούς εδώ κι εκεί, είτε γαλήνιο πυκνό τοπίο: η ίδια η θάλασσα που είσαι μέσα της καταβυθισμένος. Ό,τι κι αν σου δείξουνε τα βιβλία, εκεί πριν τα είκοσι, εσύ είσαι ακόμα βατραχάνθρωπος κι αιωρείσαι: για να κοιτάξεις έξω πρέπει να κοιτάξεις πάνω, αλλά και πάλι ένα απέραντο φωτεινό γαλάζιο με ανεξήγητους λαμπυρισμούς εδώ κι εκεί βλέπεις.

Αν μίλαγα με τον εαυτό μου στα 17, θα του πέταγα κάτι λατινικά δικά μας και θα του έλεγα να πιάσει να διαβάσει τίποτε βιβλία λιγότερο βιωματικά και περισσότερο διανοητικά. Και θα τον επαινούσα για τα γούστα του στα ερωτικά κόμικ. Αλλά, όπως λέει και στο τέλος τους Έγκλημα και τιμωρία, αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Κανείς δεν είναι κανενός

 σ’ εσένα που δεν με διαβάζεις

Υπάρχει πραγματικό πρόβλημα στην ιδέα της κτήσης ανθρώπων. Είναι εύκολο να ξεχνάμε ότι το «η γυναίκα μου» δεν συνεπάγεται ιδιοκτησία, αλλά σχέση με τη γυναίκα ― όπως άλλωστε και «το παιδί μου» δεν προϋποθέτει κτήση αλλά μοναδική σχέση και ευθύνη απέναντί του. Αλλά δεν μας ανήκουν οι άνθρωποί μας.

Ναι, ξέρω ότι ο έρωτας κατακεραυνώνεται ή υμνείται ως κτήση ή ως αδυναμία κτήσης· ότι γίνονται κουβέντες για γυναίκες που δίνονται αλλά δεν παραδίνονται ή, χειρότερα, που παραδίνονται και (γι’ αυτό) δεν δίνονται· ότι κουβεντιάζονται ατέλειωτα οι άντρες, που είναι ζωάκια του σεξ αδάμαστα και περιπατητικά, που δεν εξημερώνονται παρά αλυσοδένονται με τιβί κι ιμάμ μπαϊλντί, με χόμπι, καφενέ και μερεμέτια.

Οι άνθρωποι όμως δεν είναι πράγματα. Οι γυναίκες δεν είναι πόλεις που λιγουρεύεται ο κάθε πολιορκητής, ούτε οι άντρες ατίθασες ή κατοικίδιες μαϊμούδες (όχι όλοι). Τα παιδιά δεν είναι έπιπλα. Η κτήση ενός ελεύθερου ανθρώπου είναι βαθύς παραλογισμός, είναι προϊόν της εξιδανίκευσης της ζηλοτυπίας και της ιδεολογικοποίησης του πάθους. Στην περίπτωση των παιδιών, η φαντασίωση κτήσης τους προέρχεται από την ανάγκη να τα προστατέψει ο γονιός ή και να ξεπατικωθεί πάνω τους ο δικός του φαινότυπος.

Αλλά η ιδιοκτησία ανθρώπων είναι παραλογισμός. Αν περιοριστούμε στον έρωτα, ναι, η ερωτική πράξη συνοδεύεται από την πλήρη ιδιοκτησία του άλλου και από την απόλυτη κυριαρχία πάνω στον άλλο ― στις καλές τις φάσεις, τουλάχιστον. Όμως, ό,τι και αν φαντασιώνεται ο ζηλότυπος εραστής, ο άλλος συνεχίζει να υπάρχει και μετά το όποιο πέρας της ερωτικής πράξης, ως ελεύθερος άνθρωπος όλος πολυπλοκότητα. Ναι, ποθώντας κι αναπολώντας και κάνοντας όνειρα, αλλά ελεύθερος. Ο έλεγχος των πιο κρυφών κυττάρων και η διερώτηση πού είναι ο νους του άλλου όταν κοιμάται (ή τρώει ή διαβάζει ή εργάζεται ή ονειροπολεί ή αφοδεύει…) είναι φαντασιώσεις. Και μόνο.

Ο άλλος (το παιδί, ο εραστής ή ερωμένη, ο φίλος ή η φίλη) είναι δικός μας επειδή έχουμε σχέση κάποιας μορφής και ενός άλφα σθένους μαζί του, όχι επειδή είμαστε ιδιοκτήτες του. Η δε αποκλειστικότητα είναι η αναγωγή αυτής της φαντασίωσης σε κάποιου είδους μονοθεϊστικό ντελίριο.

Προσωπικά φρονώ ότι και η ιδιοκτησία του άλλου και η αξίωση της αποκλειστικότητας είναι βαθιά ανήθικες στάσεις (δεν θέλω να χρησιμοποιήσω διασταλτικά την κατηγορία του πολιτικού εδώ). Ναι, όταν είμαστε μαζί με κάποιον καλό είναι να είμαστε μαζί με κάποιον: να είμαστε εκεί όταν είμαστε μαζί. Ναι, ωριμάζουμε δίνοντας από τον εαυτό μας, και μάλιστα δίνοντας μαθαίνουμε πώς να φτιάχνουμε πολλές και διαφορετικές σχέσεις, προσφέροντας στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του. Ναι, η ανθρώπινη εμπειρία έχει χώρο για αποκλειστικότητες, και για τον κάπως απέλπιδα και Μωσαϊκό λυρισμό τους, αλλά είναι ανήθικο να τις επιδιώκει ως τάχα ιδανικές.

Η ανηθικότητα της ιδιοκτησίας του φίλου, παιδιού, συντρόφου προκύπτει από την αντιμετώπιση του άλλου ως κάποιου κατά πολύ απλούστερου από εμάς, που μπορεί κι οφείλει να καλύπτεται (συναισθηματικά, σεξουαλικά ή ― σπανιότερα ― διανοητικά) από εμάς και μόνον από εμάς: εδώ λοιπόν υπάρχει ένας βαθύς και συνήθως ανομολόγητος πατερναλισμός. Επιπλέον, η αξίωση της αποκλειστικότητας αντιμετωπίζει τον άλλο, τον άλλο άνθρωπο, ως απλοειδές αντικείμενο: γιατί να μοιράζομαι την εσπρεσσιέρα μου, όταν μπορεί ο άλλος να πάει να πάρει μια δική του; Δεν θα μοιραστώ τη γυναίκα μου όπως δεν θα μοιραστώ την εσπρεσσιέρα μου. Γιατί όμως; Μήπως επειδή «την αγαπώ»;

Υπάρχει ηθική αξία στην άσκηση να πάμε από την ιδιοκτησία, και τα όποια δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν, στη σχέση. Υπάρχει ηθική αξία να απορρίψει κανείς την αποκλειστικότητα και να εναγκαλιστεί την πολλαπλότητα των αναγκών και την ίδια την πολυπλοκότητα του άλλου. Υποπτεύομαι ότι μόνον έτσι μπορεί κανείς να έχει διαρκείς, ουσιαστικές και βαθειές σχέσεις (ερωτικές, οικογενειακές, φιλικές) με όλη τη μαγεία και την ταραχή που συνεπάγονται, με τη δυσκολία και την έκπληξη, με όλον τον πόνο και τη δόξα, με όλη τη βουβή ποίηση που κάποτε παράγουν καίγοντας την καθημερινότητα για καύσιμο.

Apologia

(Μετά από αυτό.)

Δε χαρίστηκα σε κανέναν. Κανείς δε μου χάρισε ποτέ τίποτα.

Ό,τι έφτιαξα, τίποτε σπουδαίο, το έφτιαξα μόνος μου, αλλά υπήρξα φίλος δύσκολων ανθρώπων, μαθητής άξιων δασκάλων και υπότροφος του ελληνικού κράτους. Δεν έχω λεφτά και κτήματα, είμαι τυχερός που δεν έχω αφέντη και πιθανότατα δεν έχω θεό.

Πατρίδα μου είναι η Αθήνα και το Λονδίνο και όπου υπηρξα ευτυχισμένος, έστω κι αν είναι η είσοδος μιας πολυκατοικίας, ένα μπαρ, ένα παγκάκι, δυο πιθαμές παραλία, μια ψάθινη καρέκλα.

Είμαι ρονίν, χωρίς τη γκλαμουριά του δεξιοτέχνη μοναχικού πολεμιστή, αφού είμαι άχαρος κι άξεστος παίκτης. Ζω όμως με το δικό μου άγραφο Χαγκακούρε, που ενίοτε με ζορίζει πολύ. Κι αν μέχρι τώρα ήμουνα σεμνός και ταπεινός, ε, ας όψεται η ταπεινή καταγωγή μου και το βαθιά ενοχικό του χαρακτήρος μου. Τουλάχιστον ξέρω ότι είμαι παιδί ενός τεχνίτη και μιας κόρης αγρότη και ξέρω ότι κάποια στιγμή θα πεθάνω.

Φούμαρα δεν πούλησα και δε σκοπεύω να πουλήσω. Έμαθα με τον καιρό να σωπαίνω (όσο μπορώ) όταν θυμώνω και να αφήνω (όσο αντέχω) τον χρόνο να με δικαιώσει. Συνήθως δικαιώνομαι. Όταν δε δικαιώνομαι, το παραδέχομαι.

Κατά τ’ άλλα είμαι μαλάκας.

Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του

Όταν εγείρονται ζητήματα σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, η πολιτισμένη απάντηση είναι κάπως έτσι: «Δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα». Αυτή η αρχή είναι αρκετά δημοφιλής, αν και κάπως ντεμοντέ πια, αφού η οικογενειοκεντρική ετεροκανονικότητα νικά και προχωρεί. Θεωρείται ωστόσο η χρυσή τομή που διχοτομεί το δημόσιο από το ιδιωτικό, γίνεται αντιληπτή ως η ενσάρκωση της μεσότητας σε αυτά τα θέματα, και αποτελεί επεξεργασία του ελληνικού χρυσού κανόνα για τον δημόσιο χώρο (πραγματικό και κοινωνικό): Μακριά από μας κι όπου θέλει ας πάει.

Αυτή η τακτική του εγκλεισμού αφορά φυσικά δημόσιες συμπεριφορές που δεν εγκρίνει η κοινωνία: από την ερωτοτροπία εφήβων σε τίποτε παγκάκια μέχρι το να περπατούν δύο άντρες πιασμένοι χέρι χέρι εξυπακούοντας ότι είναι εραστές ή σύντροφοι, από την ίδια την ύπαρξη των τρανς γυναικών μέχρι το να φιληθούν δύο γυναίκες, από μια κάπως αγριότερη κι ίσως ελαφρώς αλκοολούχα περίπτυξη μιας γυναίκας κι ενός άντρα μέχρι γυναίκες με «προκλητικό» ντύσιμο (που παν γυρεύοντας, λέει, αλλά ας μην το πιάσουμε αυτό το αίσχος). Και ούτω καθεξής

Πρόκειται βεβαίως για μια αρχή που ισχύει σε πολύ περισσότερες κοινωνίες: από το θεοκρατικό Ιράν και την (αλλιώτικα) θεοκρατική Σαουδική Αραβία κι Αλαμπάμα, μέχρι τη Ρουμανία του Τσαουσέσκου και την Κύπρο, μέχρι τις ωραίες και μεγάλες (και τις όχι τόσο) μεγάλες καταδιαβρωμένα αστικές δημοκρατιες.

Τι κοινό έχουν όλες αυτές οι κοινωνίες; ότι η συνθήκη «στο κρεβάτι του» και η προτροπή «μακριά από τα μάτια μου» δεν ορίζει το ιδιωτικό· απεναντίας, περιορίζει κάποιες (σχεδόν όλες) τις εκδηλώσεις σεξουαλικής συμπεριφοράς, ταυτότητας και προσανατολισμού, μαντρώνει σχεδόν κάθε ερωτική συμπεριφορά, όχι μόνο μέσα σε κάποιο δωμάτιο.

Τελικά, το «δε με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του, αρκεί να μην προκαλεί εμένα» αφήνει την ερωτική ελευθερία σε δύο ομάδες ανθρώπων και μόνο. Αν λοιπόν ανήκεις στους προνομιούχους, θα μπορεί να εκδηλώνεται όπως θέλει μακριά από αδιάκριτα μάτια: είναι θρυλικά τα όργια της νομενκλατούρας του ΚΚ Ρουμανίας πριν το 1989, οι παρτούζες με κόκα των fat cats του Σίτυ, ή τα ‘πάρτυ’ των enfants gâtés της Τεχεράνης — οι δουλοκτήτες σαουδάραβες είναι πια κλισέ. Αν δεν ανήκεις στους προνομιούχους, προκειμένου να κάνεις τις ανωμαλίες σου — που κυμαίνονται από μια αγκαλιά κι ένα φιλί μέχρι το πιο μπαρόκ BDSM και τα πιο μαζικά όργια — πρέπει να βγεις στην οιονεί παρανομία, να περιπλανηθείς στο πολεοδομικό ή στο διαδικτυακό περιθώριο, σε έναν χώρο όπου ο Νόμος, τα τμήματα Ηθών, σε ανέχονται μέχρι να αποφασίσουν να μη σε ανεχτούν, λ.χ. για να σε εκβιάσουν. Και όπως το πρόσφατο έγκλημα του κυρίου Λοβέρδου κατά των οροθετικών γυναικών κατέδειξε περίτρανα (ω! είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν ποινικολόγοι που θα με διορθώσουν για τον μεγαλόστομο, πλην ακριβή, όρο ‘έγκλημα’), η πραγματικότητα έχει ως εξής:

Αν είσαι μέλος κάποιας ελίτ, κανένας (εκτός από σκανδαλοθηρικές ύαινες) δε νοιάζεται τι κάνεις στο κρεβάτι σου, αφού το κρεβάτι σου μπορεί να πιάνει ένα κλαμπ, μισό ξενοδοχείο, μία βίλλα, μια παραλία, ένα ολόκληρο νησί. Αν δεν ανήκεις στην ελίτ, είτε περιορίζεσαι στο ετεροκανονικό κι οικογενειακό (ή μοναχικό) κρεβάτι σου είτε θα προκαλείς έτσι κι αλλιώς, θες δε θες, ακόμα και πίσω από κλειστές και κλειδωμένες πόρτες.

Γιατί δεν διαβάζω Πύντσον και τέτοια

… αν και αγαπώ τον Οδυσσέα. Η απάντηση είναι η προφανής: όντως βιβλία όπως λ.χ. το Ουράνιο τόξο της βαρύτητας περιέχουν κόσμους και μαγείες. Όμως δεν μπορούμε να παραγνωρίζουμε τον συσχετισμό διακειμενικού αποτελέσματος (contextual effects) και γνωσιακής προσπάθειας (cognitive effort). Με άλλα λόγια, όταν για να σου βγάλει τον κόσμο επί τον εαυτό του και υψωμένο στην τετάρτη ένα βιβλίο απαιτεί από εσένα μισό σεμινάριο τη σελίδα, ε.