Ισπανία-Ελλάδα

Έχει εδώ μια ταινία, Hemingway and Gellhorn λέγεται. Την άφησα στη μέση, δεν είναι σπουδαία, αν και είμαι μεγάλος φαν της Νικόλ Κίντμαν, αλλά και του Κλάιβ Όουεν. Το κομμάτι που δείχνει τον ισπανικό εμφύλιο είναι τολμηρά και ανοιχτά (έτσι πως έχουμε καταντήσει πια) αντιφασιστικό και κράζει άγρια τους τότε ισαπεχιστές των «και οι δύο πλευρές προβαίνουν σε αγριότητες» κτλ. Ωστόσο το μέρος εκείνο του έργου ήταν επιδερμικό, σχηματικό και κάπως υπερβολικά στυλιζαρισμένο, πολύ μακριά από το ‘Γη κι Ελευθερία’. Είχε όμως πολλά ενσωματωμένα αποσπάσματα από ζουρνάλ της εποχής. Σε δύο από αυτά σχεδόν δάκρυσα: το ένα δείχνει τον ενθουσιασμό, την τρελή πηγαία χαρά του αντιφασιστικού αγώνα, με κάτι χωρικούς εξαθλιωμένους να χορεύουν χοροπηδώντας ενώ τρέχουνε σε έναν καρόδρομο ξοπίσω από το όχημα του κινηματογραφιστή· το δεύτερο είναι η άφιξη των διεθνών ταξιαρχιών στην υπό πολιορκία Μαδρίτη: των Γάλλων, των Καναδών, των Αμερικάνων κτλ.

Η συγκίνησή μου οφειλόταν όχι στην τελική ήττα των Δημοκρατικών και αντιφασιστών, αλλά γιατί αναλογίστηκα ότι οι Μήδοι επιτέλους εδιάβησαν παρά τον τόσο ενθουσιασμό και βούληση, ότι ο μιαρός φασίστας δικτάτορας φονιάς παραμένει εν πολλοίς στο απυρόβλητο, ότι η Ισπανία ενταφιάστηκε μέχρι το 1975 και, όταν βγήκε από το κιβούρι, δεν ήταν κάτι που θα περιέγραφες αναστημένο παρά ελαφρώς βρυκοζόμπι, με τη σημαία των Βουρβώνων και τους ίδιους τους Βουρβώνους, με την Εκκλησία καβάλα, με έναν επαρχιωτισμό ανάρμοστο για την πηγή μιας παγκόσμιας κουλτούρας και γλώσσας, με φτώχεια ατελείωτη, με εκμετάλλευση κτλ. Μόνο τη δεκαετία του ’90 άρχισε να ξανανθίζει η Ισπανία. Σκεφτείτε: περίπου εξήντα χρόνια χαμένα. Για μια χώρα που πολέμησε τον φασισμό και μαζί της πολέμησαν τόσοι. Αναλογίστηκα τι μοίρα και πόσες δεκαετίες μέσα στο κιβούρι περιμένουν την ασυνάρτητη Ελλάδα, που καθόλου ενθουσιωδώς δεν πολεμάει πια τον φασισμό, που εξελίσσεται σε κοινοβουλευτική αυταρχία ομαλότατα και χωρίς αντίσταση, που πάντα καβάλα την είχε την Εκκλησία (και καμώνεται φαρισαϊκά ότι η δική της εκκλησία δεν είναι ὥσπερ αἱ λοιπαὶ τῶν ἐκκλησιῶν, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί), που μέσα σε τρία χρόνια απώλεσε κράτος Πρόνοιας, (το όποιο) κύρος θεσμών, ελευθερίες και δικαιώματα, εργατικό δίκαιο.

Καλή σας νύχτα.

Ράσελ, τυριά, give them Paine

Τελειώνω όπου να ‘ναι την Ιστορία της Δυτικής Φιλοσοφίας του Ράσελ. Έχω να απολαύσω βιβλίο τόσο πολύ από τον καιρό που διάβασα το Underworld του De Lillo. Επίσης, διαβάζοντάς το όχι στα 20, όπως θα ήταν αναγκαίο για κάθε άνθρωπο που καμώνεται ότι έχει βγάλει Φιλοσοφική Σχολή, αλλά πολύ αργότερα, συνειδητοποιώ τα ύπουλα χαντάκια και βαθιά ξεροπήγαδα αμορφωσιάς πάνω μου, άσε κάτι πουρνάρια και σκίνα όλο ημιμάθειες και πασαλείμματα.

Το πρωί που κατούραγα αναρωτήθηκα γιατί όταν ήμουνα φοιτητής διδάχτηκα μια εισαγωγή στη φιλοσοφία του γνωστού χουντικού και παγκοσμίως άγνωστου Κωσταρά, ένα ζαβομεταφρασμένο άτσαλο κολλάζ μάλλον λογοκλεμμένων αποσπασμάτων, και όχι μια διασκευασμένη μετάφραση του Ράσελ. Οι απαντήσεις είναι προφανείς: ο καθηγητής εισέπραττε δικαιώματα από κάθε αντίτυπο που πούλαγε, ο Ράσελ αντιμετωπίζει κριτικά τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη και τους λοιπούς Έλληνες θεούς. Ο Ράσελ γράφει στρωτά και μετρημένα και είναι αντιναζιστής, το βιβλίο βγήκε το 1945. Τέλος, αν σε διακρίνει η αμβλύνοια που ευδοκιμούσε (και ακόμα και τώρα δεν απειλείται με εξαφάνιση) στη «συντηρητική» Φιλοσοφική Σχολή του Αθήνησι πανεπιστημίου, θα νομίσεις ότι ο Ράσελ είναι μαρξιστής. Άλλωστε ήτο συνοδοιπόρος του Λαμπράκη.

Έπλυνα τα χέρια μου και σκέφτηκα ότι ο Ράσελ μισεί τον ναζισμό και φοβάται τον σταλινισμό. Τους θεωρεί εξίσου τρομακτικούς αλλά πιστεύει ότι έχουνε πολύ διαφορετικές φιλοσοφικές καταβολές, επίσης ότι εκφράζουνε διαφορετικές ποιότητες. O Bertrand Arthur William Russell, 3rd Earl Russell, Order of Merit, Fellow of the Royal Society, με το γνωστό ψύχραιμο ύφος λόρδου (έχω γνωρίσει μόλις δύο στη ζωή μου και ήτανε ζωντανά στερεότυπα) και την ευγένεια ενός ψύχραιμου και μετριοπαθούς ανθρώπου βρίσκει τρόπο να σε πάει από τον Έγελο στο αστυνομικό κράτος του Χίτλερ και πίσω, να σου μιλήσει για τον ρομαντικό ελιτισμό και πώς σε βγάζει στον αντισημιτισμό. Διαβάζεις για τον Χομπς (αν θυμάμαι καλά) και σου λέει για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αλλά με μετριοπάθεια. Είναι μετριοπαθής. Αλλά όχι ισαπεχιστής.

Αργότερα, οδηγούσα άκουγοντας ένα αγαπημένο μου τραγούδι και συνοδευόντάς το πολύ φάλτσα. Κάτι δε μου άρεσε στη σκέψη ότι ο Ράσελ είναι μετριοπαθής. Δεν είναι μετριοπαθής. Ο άνθρωπος που αναθεματίζει την καταστροφική επίδραση της χριστιανικής θρησκείας, που κατακεραυνώνει τον αγνωστικισμό ως ασυναρτησία, που κάνει ένα από τα απολαυστικότερα θαψίματα στον Πλάτωνα (τι ‘Πλάτωνος φαρμακεία’ λέμε τώρα), στον Καντ (μέχρι παρεξηγήσεως) και στον Έγελο (πολλή απόλαυση), ο συνεπής ειρηνιστής, αυτός που έγραψε ένα κεφάλαιο όλο αγάπη για τον Σπινόζα, που πήγε φυλακή ως αντιρρησίας συνείδησης στον Α’ Παγκόσμιο αλλά κήρυξε τη συντριβή του ναζισμού στον Β’, ο «σεξομανής και έκφυλος» — αυτός μετριοπαθής; Σε καμμία περίπτωση.

Η μετριοπάθεια, όπως γίνεται αντιληπτή σήμερα στην Ελλάδα, είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι με βάση αφηρημένα σχήματα, συνήθως διπολικά, και εκτός συμφραζομένων κάθε είδους, όχι μόνο κοινωνικών. Μάλλον όχι: μετριοπάθεια, όπως γίνεται αντιληπτή σήμερα στην Ελλάδα (επιμένω), είναι η ικανότητα να σκέφτεσαι με βάση αφηρημένα σχήματα, συνήθως διπολικά, μέσα σε αυθαίρετα και μονόπαντα επιλεγμένα συμφραζόμενα. Μιλάω, λόγου χάρη, για το τυρί γενικώς. Επιλέγω να αντιπαραθέσω το ανθότυρο με την παρμεζάνα, έτσι, στην ψύχρα, γιατί το ένα είναι πολύ μαλακό και η άλλη πολύ σκληρή. Εξετάζω την κοινωνία που έβγαλε το μεν (Κάτω Κουτσούφιανη) και τη συγκρίνω αντιθετικά με την κοινωνία που έβγαλε το δε (Πάρμα, ΠΟΠ). Αναγνωρίζω την αρχοντιά κι αυθεντικότητα της παρμεζάνας, αλλά και τις πολλές χρήσεις του ανθότυρου. Με βάση την αναγκαιότητα για μεσότητα, παρά τα τριγλυκερίδια που καθιστούν όλα τα τυριά τροφή ατελή και ανθυγιεινή (το τονίζω αυτό), προκρίνω τελικά το κασέρι-πατάτα, αφού κείται στο μέσο. Τέλος.

Ο Ράσελ λοιπόν δεν εμφορείται από μετριοπάθεια. Ψύχραιμα γράφει. Ο χαβαλές, γιατί για χαβαλέ πρόκειται, κατά μερικών προσωκρατικών, του Ρουσσώ και του Καντ, η καίρια κι ανελέητη κριτική του κεκαλυμμένου μισανθρωπισμού των στωικών και του εγελιανού ολοκληρωτισμού είναι λεπτά και κομψά διατυπωμένα, αρθρωμένα με σαφήνεια αλλά χαμηλόφωνα. Τον Ράσελ τον διακρίνει κοινός νους.

Βγαίνοντας από το αμάξι θυμήθηκα έναν άλλο πολιτικό στοχαστή, founding father των Ηνωμένων Πολιτειών μα επίτηδες λησμονημένο πια, τον Τόμας Πέιν. Common Sense είναι ο τίτλος μιας από τις πιο ριζοσπαστικές μπροσούρες που έχουνε κυκλοφορήσει ποτέ, ενός κειμένου που και σαν ύφος και σαν περιεχόμενο μόνο μετριοπαθές δεν είναι. Γιατί ο κοινός νους και ο ορθός λόγος συχνά υπαγορεύουν την αντίσταση, την εξέγερση ή την ανταρσία: το ατόμικο ή συλλογικό non serviam.

Ναι, λέω ότι ο κοινός νους και ο ορθός λόγος αρκούν να σε ωθήσουν να εξεγερθείς, έστω και αν δε συνοδεύονται από ενσυναίσθηση ή από απλή συμπόνοια για τους πολλούς που αλέθονται ανάμεσα στη μυλόπετρα του πλούτου και σε αυτή της εξουσίας για να βγει το σιμιγδάλι που θα κάνει το παντεσπάνι των προνομιούχων. O κοινός νους και ο ορθός λόγος αποκαλύπτουν σε κάθε περίσταση ότι ο πατριωτισμός, η ευσέβεια, το σέβας προς την παράδοση, η σεμνότητα, η αιδημοσύνη, η μετριοπάθεια (το πιο σολιψιστικό πρόσχημα όλων τελικά, το αντικοινωνικότερο) είναι τουλάχιστον ύποπτα όταν εξυπηρετούν τα συμφέροντα των ελίτ, όταν ευθύνονται για τη δυστυχία και τον θάνατο των αδυνάτων. Τόσο απλά.

Deve alzarsi perpendicolarmente

Α όχι, δε χαρίζει κάστανα. Α μπα, όχι. Φωτιά, φαρμάκι, άρματα. Πανοπλίες κι ασπίδες. Οστρακοειδή. Άλλοι τα θέλουν να ζεματίζονται πεθαίνοντας πνιγμένα στο λεμόνι και να τα καταπίνουνε σα φλέγματα και σπέρματα, άλλοι τα θέλουνε βρασμένα και μαγειρεμένα να βλέπουνε τις δίπλες τους σα χείλη. Ναι, σαν εκείνα τα ωραία χείλη που ανθίζουν από το αίμα που τα φουσκώνει και που γυαλίζουνε στους χυμούς τους δικούς τους. Αυτά, ναι, αυτά που τρόμαξαν τον Ρότζερ Γουότερς πριν δεκαετίες, ότι θα τον φάνε σα λουλούδια σαρκοβόρα. Άσε μας ρε Ρότζερ. Άσε μας τώρα. Άσε με άσε με άσε με άσε με να σ’ αγαπάω, παιδικές αναμνήσεις. Το ασυνείδητό μας είναι διακοσμημένο με τα σουξέ των άλλων, απ’ τις εικόνες των άλλων — ενίοτε κι από τη νύχτα των άλλων — τον καιρό της παιδικής μας ηλικίας. Κι αυτά κι εκείνα, και Βοσκόπουλος και Διονυσίου και οι δυσοίωνες του Έγκμοντ συγχορδίες και διαφημίσεις κι ο Βαρτάνης και κατι χώρες  με παρηχητικά ονόματα που πολέμαγαν: Ιράν-Ιράκ. Ποτέ Ιράκ-Ιράν, μόνον Ιράν-Ιράκ. Κι ο θρόνος του Πολάνσκυ, Καπατέκ-Αναχουάκ. Αυστηρός με τον εαυτό του, αυστηρός με τους άλλους, τον είπες κακόβουλο, εννοούσες κακόπιστο, ίσως και κακότροπο, έτσι για γαρνιτούρα. Τα οστρακοειδή τα τρώει μαγειρεμένα, να είναι ανοιχτά τα όστρακα, να αποκαλύπτουν λίγο κάτι από τις αιδοιόμορφες δίπλες, από τα πέταλα της σάρκας τους. Να γυαλίζουν απ’ ό,τι αναβρύζει από μέσα τους. Κι όχι δε μιλάω για μύδια τώρα. Για το άλλο μιλάω. Το γλυκό μουνί της όποιας νιότης. Που μοσχοβολάει σα φύλλα ξεραμένα καλοκαιρινά πρωτονοτισμένα το φθινόπωρο. Όπου υπάρχει ελπίδα για φθινόπωρο. Αλλά, ναι, τα μύδια: τα μύδια έχουνε κέλυφος. Μεγάλωσε και έζησε όμορφα ανάμεσα σε ανθρώπους με καβούκια, με κελύφη, με τσόφλια. Και με σάρκα από μέσα. Κι έτσι αντιπαθεί και δεν εμπιστεύεται τους σκληρούς πυρήνες. Μόνο στα ροδάκινα ανέχεται τους σκληρούς πυρήνες: χνουδωτά, με σάρκα τρυφερή και γλυκειά ποτισμένη στο γλυκό ζουμί που κολλάει. Εντάξει, οκέι, έχουνε κι ένα αηδιαστικό κουκούτσι, έναν σκληρό πυρήνα. Αλλά, ε, τον πετάς. Αυτό είναι: κουκούτσι. Όσο σκληροπυρηνικό κι αν είναι, είναι κουκούτσι, δεν παύει να είναι κουκούτσι: χώσε το στο χώμα σαν την PJ Harvey, να πεθάνει, να βγάλει δέντρο που θα ανθίζει. Εκεί όπου οι ροδακινιές μπορούν να ανθίσουν. Έχει τον ανθρωποδιώχτη. Το προφανές και εύκολο, για να το λες όταν χρειάζεται. Τρομάζει τον κόσμο. Τους διώχνει. Σαν ελαφάκια. Σα γατιά που κοιτάζουνε για μια στιγμή και μετά δρασκελούν για να κρυφτούνε. Έτσι, λέει, περνάει όχι σαν υπερωκεάνειο που τραγουδάει και πλέχει, παρά ταχύπλοο στα χέρια μεθυσμένου, που τους σκορπάει όλους μην τυχόν και τους ακρωτηριάσει. Είναι άπονος κι αδιαπέραστος, τελικά. A brain in a vat. A cock in a vat. Εξαρτάται, του λες, εξαρτάται. Και, ω, πόσο μα πόσο του αρέσει να ακούει τη φωνή του να μιλάει. Τη φωνή του δεν την αντέχει αλλά του αρέσει να μιλάει αυτή η φωνή και να αρθρώνει τα ι και ε και τα φσπ και φσθ και σθ και πολλυσύλλαβα κι όλα όσα τη δυσκολεύουνε πολύ. Οι δυσκολίες, οι σιωπές, τα σαρδάμ, οι μικρές αγωνίες και τα άγχη που επιπλέουν στο αλκοόλ σα μικρά παγόβουνα. Κάτι τρέμουλα. Φορές φορές βλέμματα βαθιά: λες ότι βλέπεις τον πάτο του πηγαδιού της όρασης και ξάφνου σου αποκαλύπτονται βαθύτερα πηγάδια, αρτεσιανά, και υπόγειες στοές που αναβρύζουν νερά και μύρα και ατμό. Μα τι γλυκός και τρυφερός είσαι. Κι αυτό επίσης ακούστηκε. Στην άκρη ενός κρεβατιού, στην άκρη ενός δάσους, στη ρωγμή του χρόνου, μέσα σε ένα αυτοκίνητο, μέσα σε ένα γραφείο που μύριζε μπαγιάτικο καφέ, μέσα σε ένα δωμάτιο, μέσα από μια ψυχή που αναπηδούσε μέχρι τον ουρανό, στην άκρη του δρόμου, στο τέλος της απελπισίας και στην αρχή της ελπίδας, στην άκρη ενός στρώματος ή ενός καναπέ ή μιας ξαπλώστρας ή μιας πόλης. Πλάι σε παράθυρα, μέσα σε μπαρ, στη μέση του δρόμου. Ή και στην άκρη του δρόμου, εκεί όπου πέφτουν τα φύλλα. Τέλος πάντων. Ένα πλάσμα αξιολύπητο. Κι αυτό, ναι, κι αυτό. Που ζυγίζει. Που κρατάει πισινές και μετράει τα λόγια του και που τα πετάει ένα ένα σα στιλέτα τσίρκου, που έχει πάντα δίκιο. Ένας που δε δίστασε να πει «όλα σ’ εμένα γυρίζουν» και που δε μίλησε, άλλοτε γιατί μουγκός υπήρξε, άλλοτε για να μη δώσει τα κλειδιά της Βασιλείας σε κανέναν άλλο. Αυτός ο μαύρος κι άραχλος και άραχνος που δεν τον ξέρει κανείς και που παραπονιέται πως κανείς δεν τον ξέρει και κατά βάθος ευφραίνεται που δεν τον ξέρει κανείς. Που δεν αγαπάει αν δεν εκτιμάει, που αγαπάει σφοδρά κι αμετάκλητα και σπάνια, που βαριέται εύκολα αλλά δεν παύει να ποθεί ποτέ, που δεν ξεχνάει και δεν πλήττει και δεν ησυχάζει, που δεν κοιμάται, που αφρίζει και αναπηδά σαν τον χοχλό που βράζει, που ποτέ δεν ησυχάζει, που αλλάζει τα δικά του λόγια με άλλων και τα φοράει σαν να ήτανε δικά του αλλά με την ίδια ευκολία υφαίνει πάλι τα δικά του και τα λέει σαν να ήταν άλλων. Που τον τρώει η αδικία όπως τον τρώει η αγαμία, με τον ίδιο τρόπο και την ίδια διαβρωτική μανία. Που βλέπει εφιάλτες με τα νεκρά παιδιά των άλλων, που ονειρεύεται την Παράδεισο της γαλήνης και την ταραχή των λογισμών και των άγριων πόθων. Που δεν ξέρει πού πάει και που δε θέλει πουθενά να πάει, απ’ τον καιρό που τον ρωτούσαν τι θα γίνει άμα μεγαλώσει κι έλεγε «γεωγράφος, να φτιάχνω χάρτες», κι ας ήξερε ότι δεν έμενε κανένα μέρος να ανακαλύψει κανείς πια. Ποτέ. Ψυχάρα ίσως. Μεγάλη. Πολύ θερμή. Λίγο παιδική. Μπορεί, ποιος ξέρει. Μεταξύ άρνησης και υπέρβασης, δίπλα στην απώλεια και καβάλα στις περιστάσεις, άγριοι κι έτοιμοι να εξιδανικεύσουμε, δοσμένοι σε σκοπούς που αλλού θα θέλαμε να μας πάνε και κινημένοι από σπάνιες αγάπες, πολύτιμες ενσυναισθήσεις, ευαισθησίες και μεταμέλειες: για τον πόνο του άλλου, για τον φόβο του άλλου, για τη χαρά του άλλου, για το στιγμιαίο καθρέφτισμά μας στον άλλο που (αν εστιάσω το βλέμμα σωστά) βλέπω τον άλλο. Έτσι ζούμε. Με όσα ξέρουμε, με όσα ζήσαμε, με όσα χάσαμε, με όσα απωλέσαμε, με όσα με πείσμα ποθούμε, με το γρέζι της ελευθερίας και το αφιόνι του προνομίου. Με όσα αρνούμαστε ότι ποθούμε. Κι όσα μας ξεπερνάνε. Κατά βάθος, λέει, ο ποιητής έχει ένα θέμα: το ζωντανό σώμα του. Να ρωτήσω τους ποιητές που ξέρω να μου πουν. Αν θα μου πουν. Που δε θα μου πουν. Ας μην πουν πού θα βρω το θέμα μου. Ξέρω πού είναι το σώμα μου. Ξέρω πού είμαι. Δεν ξέρω πού πηγαίνω, δε θέλω να πάω πουθενά, θέλω να στέκομαι να κοιτάζω. Και να κάθομαι αλλά και να περπατάω, ενδεχομένως να χάνομαι, αλλά να επιστρέφω. Να επιστρέφω εκεί όπου θέλω και όλα να επιστρέφουνε σ’ εμένα. Να μη φοβάμαι τον χρόνο και να πάψω να σιχαίνομαι την αναμονή, να εμπεδώσω κι εγώ το cunctando regitur mundus επιτέλους. Μόνο που, βεβαίως, το τελευταίο πράγμα που με ενδιαφέρει είναι να κυβερνήσω τον κόσμο. Που δεν μπορώ. Και δε θέλω όμως. Ένα σεντόνι με οστρακοειδή και ένα τραπεζομάντηλο με την ευωδιά του κορμιού της γυναίκας. Πέντε ευωδιές βγάζει το κορμί τους. Έστω, μια-δυο από αυτές. Και όχι, ψέματα λέει. Κι άλλα θέλει. Και λοξό φως και ψωμί ψημένο να μυρίζει. Και κάτι κουβέρτες και κάτι σημάδια στο δέρμα και κάτι παραφορές στο Βερολίνο. Και θέλει και να ταξιδεύει. Κι ας γυρίζει πίσω μετά. Όλοι στο έδαφος και στο νερό και στα λουλούδια θα γυρίσουμε — αλλά ποιος δε θέλει να ταξιδεύει. Κι αν δεν μπορεί να ταξιδεύει, να τυλίγει δυο λόγια με μέλι και να τα στέλνει. Σαν το μέλι ανθέων, σάρκινων, πνευματικών και άλλων. Ώσπου όλα να τα πιάσει η μουσική και να τα κάνει ένα. Να τα κάνει φωτιά που καίει σκότη και παράγει φως, άντε, ίσως και θερμότητα. Και μέλι. Και μέλισμα, και μουσική. Ψηλά και προς τα πάνω, με τον τρόπο της φλόγας και του κύματος που σκάει.

Μ.Α.

Όλοι θα πεθάνετε
θα πεθάνετε όλοι
από τη ζέστη κι από τη δίψα
θα σας πιει τον ιδρώτα ο ήλιος
το κυκλοδίωκτο τέρας των ουρανών
θα σας στραγγίξει η δίψα
που ξεγελάτε με μπύρες ντόπιες.

Θα πεθάνετε όλοι
από την καύλα
κι από την κοροϊδία
κι από τις ματαιώσεις
και από την ευπρέπεια.
Θα πεθάνετε
από τη δίψα
από το φαρμακερό χώμα που εισπνέετε
και λέτε ‘σκόνη’
κι έχει σοβατίσει τα πλεμόνια σας
από μέσα.

Θα πεθάνετε όλοι
περιμένοντας λεφτά
περιμένοντας τους άλλους
καρτερώντας μέρα νύχτα.
Αλειμμένοι λίπη κρεατένια
από μέσα
και απ’ έξω
μαραγκιασμένοι και στεγνοί.

Θα στεγνώσετε και θα στραγγίξετε και θα καρανιάσετε
θα στραγγίξετε και θα στεγνώσετε και θα αποξηρανθείτε
σα λείψανα ολόσωμα κι άφθαρτα και σταφιδιασμένα.

Δε θα περπατάτε, δε θα μιλάτε, δε θα γαμάτε καν
αν και με τόσα μπούτια λαμπρά, στιλπνά, αγορασμένα.
Γιατί θα έχετε πεθάνει
όλοι.
Από τη ζέστη, από τη δίψα, από τη σκόνη.

Εκεί στην άκρη της ερήμου.

Μη ρωτάς πώς περνάω

Παλιά, πολύ παλιά, γράφαμε στα μπλόγκια για να εκτονωνόμαστε: δεν είναι τυχαίο που ένα από τα πρώτα ελληνόφωνα μπλογκ είχε υπότιτλο «ο πόνος μου σε πίξελ». Αργότερα, πολλοί την είδαμε δημοσιογράφοι (με πηγές από δεύτερο και τρίτο και τέταρτο χέρι) και επιδραστικοί γνωμογράφοι, αν και ο καθένας μας είναι λιγότερο επιδραστικός από την Εστία και μία τάξη μεγέθος λιγότερο επιδραστικός από την Ελεύθερη Ώρα).

Ας εκτονωθώ κι εγώ λοιπόν.

Πήγα έναν νεοφερμένο συνάδερφο για καφέ. Αφού συζητήσαμε θέματα της δουλειάς και σχολιάσαμε ζητήματα επιβίωσης του κλάδου — σας υπενθυμίζω ότι είμαι αγγειοπλάστης — ο νεαρός συνάδερφος, που μόλις έφτασε από το Ηνωμένο Βασίλειο όπου το Κοινοβούλιο είναι ένα μπουρδέλο άνευ κομματικής πειθαρχίας, έκανε την αναπόφευκτη ερώτηση:

«Περνάς καλά εδώ;»
Διστάζοντας απάντησα: «I’ve hated every single minute of it».

Πίσω από το φυτό που με χώριζε από τον διπλανό καναπέ ακούστηκε μια τσιριχτή φωνή:

«Και γιατί δε φεύγετε;»

Ο γενειοφόρος φορέας της τσιριχτής φωνής, με τα χέρια που κρατούσαν το τάμπλετ να τρέμουν, προσπάθησε να βρει το βλέμμα μου. Του το αρνήθηκα μέχρι το τέλος: ελάχιστη άμυνα απέναντι στην αδιακρισία. Χωρίς να διστάσω — άλλωστε έχω ακούσει εκατοντάδες φορές αυτή την ερώτηση — του είπα:

«Γιατί αγαπώ τη δουλειά μου.»
«Αντιλαμβάνεσθε ότι το ‘hate’ είναι πολύ βαρειά κουβέντα;»
«Έτσι αισθάνομαι. Σκεφτήκατε ότι μπορεί να φταίω εγώ και όχι ο τόπος σας;»

Και συνέχισα τη συζήτηση με τον συνάδερφο.

Ηθικό δίδαγμα; Ουδέν. Οξυδερκής παρατήρηση που να γενικεύεται στην κοινωνία, στη νοοτροπία, στο Zeitgeist ή που να οδηγεί σε κάποια εμβριθή διαπίστωση για τους μικρούς τόπους; Ουδεμία. Αφόρμηση για κοφτερό χρονογράφημα Τριανταφύλλου-Χωμενίδη-Τατσόπουλου-Θεοδωρόπουλου-Δοξιάδη-Κανέλλη; Ουδεμία.

Χωρίς να το θέλω ιδιαιτέρως, έχω ζήσει πολύ και έξω από το αστραφτερό θωρακισμένο καβούκι του εγώ μου και έξω από το τσίγκινο στέγαστρο της καταγωγής μου, εθνικής και ταξικής, ώστε να ξέρω ότι οι άνθρωποι είναι άνθρωποι και δε γουστάρουνε να κακολογείς τον τόπο τους.

Μα μία γενίκευση; κάτι; ένα take-home συμπέρασμα, ρε αδερφέ; Κατιτίς;

Αυτό: «μη ρωτάς πώς περνάω«.

[Η αράχνη στον Υπόγειο]

Κατέβηκα στον σταθμό του Υπογείου και πήγα στην αποβάθρα της Μαύρης Γραμμής, κατεύθυνση βόρεια. Στάθηκα άκρη άκρη στην αποβάθρα, αν και είχε λίγο κόσμο. Κόλλησα στην άκρη και στράφηκα προς τον μαύρο και μπαρουτοκαπνισμένο τοίχο. Η λεπτή μυρωδιά πίσσας και καμένου λάστιχου, η μυρωδιά του Υπογείου. Με την άκρη του ματιού μου, χωρίς να στρέφω όμως το βλέμμα, έπιανα τα ποντίκια να τρέχουν ανάμεσα στις γραμμές χωρίς να παθαίνουν ηλεκτροπληξία. Μπροστά μου ακριβώς και στους δεκαπέντε πόντους ήτανε μια αράχνη που αιωρούνταν στη μέση μιας επίσης βρώμικης εσοχής, που γι’ αυτήν έπρεπε να είναι το φρέαρ της αβύσσου. Ίσως δηλητηριασμένη από τις σπίθες που φτύνει το ατσάλι καθώς φρενάρει πάνω στις ράγες και ζαλισμένη από τα αρώματα και τις μπόχες τόσου κόσμου εδώ μέσα στην υπόγα, ύφαινε κάτι αλλόκοτους τρισδιάστατους ιστούς σαν χωροδικτυώματα που έμοιαζαν με Υ. Οι δύο κεραίες του Υ διακλαδίζονταν σε άλλα Υ κι αυτές σε άλλα Υ και αυτωνών οι κεραίες στηρίζονταν στον απέναντι τοίχο της εσοχούλας. Κι έτσι γεφύρωνε το χάσμα που της είχε δοθεί να γνέσει. Με διαδοχικά Υ. Με αυτόν τον ιστό που έμοιαζε με δέντρο. Είχε ήδη φτιάξει δύο τέτοιους ιστούς και τρέχοντας πάνω στα διακλαδωτά μονοπάτια του ιστού της έτρεχε πίσω στον τοίχο από τον οποίο είχε ξεκινήσει για να ξαναρχίσει. Un poco maestoso, μόνον un poco όμως. Καθώς ύφαινε ένα ακόμη Υ, ήρθε το τραίνο κι έτσι κοίταξα καλά αυτό το τεχνούργημα που αμέσως θα ξέχναγα και μπήκα μέσα.

Ελένη

με κάθε σεβασμό στην κυρία Π. Ρεβενιώτη, που είναι ένα Κίνημα από μόνη της

Για λόγους που δεν είναι δύσκολο να καταλάβετε, και προσωπικούς και αρχών, το ενδεχόμενο βομβαρδισμού της Συρίας κάθε άλλο παρά με ενθουσιάζει, και ας έχω γνώση πόσο αδίστακτος σφαγέας και πανάθλιος τύραννος είναι ο υιός Άσαντ.

Αφορμή να γράψω σήμερα είναι το κύμα μισανθρωπίας που μας πνίγει, ήδη από όταν αυτοκτόνησε ο Δημήτρης Χριστούλας. Βλέπω στα σοσιαλμήντια τη μεταθανάτια σκύλευση του Μιχάλη Ασλάνη (μέχρι και οι χιμπατζήδες, μαθαίνω, σέβονται τους νεκρους τους). Παρακολουθώ και στην Ελληνική Νοηματική θριαμβολογίες για το ότι τα σώματα ασφαλείας επιχειρούν ανεμπόδιστα στα Εξάρχεια· άλλωστε — λέει — πρόσφατα μπήκανε και στο Πολυτεχνείο και μάζεψαν το αχούρι, χρόνια — λέει — είχανε να μπούνε στο Πολυτεχνείο (40 περίπου, ε;). Θυμάμαι τον Θανάση Καναούτη και την «αψυχολόγητη» ενέργειά του να πηδήξει από το τρόλεϊ, από τον κλωβό Φαρανταίυ μέσα στον οποίο η βία που προερχόταν από τον Ιαβέρη της νομιμότητας κεφαλοκυνηγών απαιτούσε τα χρεωστούμενα κέρματα όπως ο Βαρκάρης της Αχερουσίας.

Αλλά δε θα γράψω για αυτά. Ούτε για την καταστροφή της εργατικής νομοθεσίας, της Υγείας και της Παιδείας, που θα χρειαστούν δεκαετίες για να ξαναχτιστούν, αν βεβαίως το επιτρέψει ο Σκαιός Αιώνας που ‘ρχεται. Ούτε για τις μεταρρυθμίσεις-ξεπούλημα των πάντων. Ούτε για το σχέδιο να αντικατασταθεί κάθε εκπαιδευτικός των 1200 ευρώ με δύο ακόμα πιο εξαθλιωμένους, και άρα πειθήνιους, των 600 ευρώ, για να διδάσκουνε πέντε ώρες Αρχαία στο χωλό, τυφλό, ραιβό, ψωραλέο σχολείο των μαζών — όσο οι ελίτ θα ετοιμάζονται για σπουδές και καριέρες και ταξίδια στην Ευρώπη του Ωσμάν και των ιστορικών κέντρων και των καλών συνοικιών, όπου όλα είναι καθαρά και οι άνθρωποι δεν είναι ζώα.

Αλλά ούτε για αυτά θα γράψω: δεν μπορώ και δεν ξέρω. Θα πω μια ιστορία άσχετη και ξεκάρφωτη. Η μικρή μου αδερφή μού θύμισε πρόσφατα ότι όσο εκείνη προσπαθούσε να μεγαλώσει, η συνύπαρξή μου με τους γονείς μου ήταν ένας διαρκής πόλεμος, ένας δεκαετής καβγάς με διαλείμματα. Μετά έφυγα από το πατρικό και επανεφεύρα τον εαυτό μου ως τον καλό γιο, τον υπεύθυνο κι αξιόπιστο, τη φωνή της σωφροσύνης. Μακριά κι αγαπημένα: να φεύγει το παιδί από το σπίτι όσο πιο νωρίς γίνεται.

Ο πατέρας μου λοιπόν μου θύμισε τις προάλλες το παλιό διαμέρισμα που μέναμε στην οδό Κ. Εγώ τότε θυμήθηκα την Ελένη, μια τρανς γυναίκα που έμενε στο ισόγειο, στο διαδρομάκι πίσω από το γκισέ του θυρωρού και προς τον καυστήρα. Η Ελένη είχε μεγάλα μελαγχολικά μάτια και κορακί μαλλιά. Το κουδούνι της έξω έγραφε μόνο ΕΛΕΝΗ. Μια μέρα λοιπόν χτύπησε την πόρτα μας στον τέταρτο η κυρία Π, η διαχειρίστρια. Συζητούσε χαμηλόφωνα με τον πατέρα μου, που την κράτησε στην πόρτα χωρίς να της πει να περάσει μέσα. Τον άκουσα να λέει «όχι, δεν υπογράφω». Μετά από λίγο έκλεισε την πόρτα.

Γύρισε θυμωμένος στην κουζίνα που καθόμασταν, εγώ πρέπει να έκανα τα μαθήματά μου στο τραπέζι, ήμουν στο δημοτικό. Άναψε τσιγάρο (22 αντινικότ — τρέχα γύρευε) και είπε στη μητέρα μου ότι θέλουνε να διώξουν αυτή στο ισόγειο και μαζεύουν υπογραφές. Η μάνα μου αναρωτήθηκε γιατί ζητούν και από εμάς, που ήμασταν ενοικιαστές, να υπογράψουμε, «α, έτσι είναι ο κανονισμός». Ο πατέρας μου με υψωμένη τη φωνή (σπάνιο, πολύ σπάνιο) είπε ότι δεν τον νοιάζει ποιος είναι ο άλλος, πώς ζει και τι κάνει ο καθένας, ότι δεν πρόκειται να βάλει την υπογραφή του να πετάξουνε στον δρόμο έναν άνθρωπο που δεν του έφταιξε σε τίποτα. Η μητέρα μου, διστακτικά, είπε ότι δεν είναι δυνατόν να διώξουνε την κοπέλα στο ισόγειο μόνο και μόνο επειδή εκδίδεται (ήμουν μπροστά κι εγώ). Η απάντηση την εξέπληξε: «α δεν είναι αυτό, σιγά: είναι επειδή είναι τραβεστί«. Η μάνα μου κοίταξε κατάπληκτη. Ο πατέρας μου συνέχισε ότι «αυτή η βλαμμένη η Π. μου είπε μέχρι κι ότι πρέπει να υπογράψω γιατί έχω μικρά παιδιά και γιο, κι εγώ της είπα –» και μετά σταμάτησε, αναλογιζόμενος πόσο αντιπαιδαγωγική ήταν η σκηνή που έτρεχε μέσα στην κουζίνα της οδού Κ. Τράβηξε μια τζούρα και πρόσθεσε ότι δεν υπογράφει και να κόψουν όλοι τον σβέρκο τους. Η μάνα μου απλώς αναρωτήθηκε τι τους νοιάζει και γιατί βάλθηκαν να πετάξουν την κοπέλα στον δρόμο κι ότι δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, και τι της ήρθε της κυρίας Π. στον τρίτο να κάνει κουμάντο στο ποιος μένει στο ισόγειο, άλλωστε αυτή χήρα είναι και μένει μόνη της κτλ.

Πιθανότατα κι άλλοι δεν υπέγραψαν, πάντως η Ελένη έμεινε στην ισόγεια γκαρσονιέρα στο διαδρομάκι πίσω από το γκισέ του θυρωρού και προς τον καυστήρα. Την βλέπαμε αραιά και πού, σε αυτές τις σύντομες συναντήσεις στην εξώπορτα. Μετά φύγαμε από την οδό Κ.

Α-θή-να

Πέρασα μεγάλο μέρος της εφηβείας μου ανεβοκατεβαίνοντας την Κηφισίας με λεωφορεία, με ταξί και με τα πόδια. Αν και ποτέ δε συμπάθησα τα τέρατα του Babis Vovos, που τότε ανεγείρονταν το ένα μετά το άλλο προς γενικό θαυμασμό ολόκληρης της αμφικτυονίας των ΒΠ, για μένα η Κηφισίας ήτανε πρότυπο λεωφόρου και το Ψυχικό πρότυπο συνοικίας — αν και βεβαίως σαρωτικά μη ρεαλιστικό πρότυπο. Αλλά τότε πίστευα σε άπιαστα ιδανικά και ακολουθούσα πλατωνικά πρότυπα και γενικά δεν ήξερα πού μου παν τα τέσσερα.

Πρωτοείδα τη Λεωφόρο Σχιστού το 1997. Μου προκάλεσε θλίψη και απέχθεια που ακόμα δεν έχουνε καταπραϋνθεί αποτελεσματικά. Μου φάνηκε ένα ελεεινό γραμμικό τοπίο βρωμιάς και αθλιότητας: με ένα καινούργιο νεκροταφείο που όλοι οι πενθούντες μισούσαν, μη θέλοντας να πετάξουν τον άνθρωπό τους στα νταμάρια, με ένα υπαίθριο παζάρι τίγκα στα κλεψιμέικα, με σκουπίδια και με το άλλο όνομά της, με ένα μοναστήρι και κάτι ασυνάρτητες πινακίδες.

Αυτές τις μέρες γύρισα πολύ στο λεκανοπέδιο. Δεν ξέρω αν το λεν ακόμα «λεκανοπέδιο». Μπαίνοντας από τη Λεωφόρο Σχιστού, καθώς πλησίαζα προς το τέλος της, είδα από μακριά τα πρίσματα των πολυκατοικιών στο Κερατσίνι και τη Δραπετσώνα. Η σύνθεση που έφτιαχναν με έπιασε σχεδόν στον ύπνο. Πριν τα αναγνωρίσω, πριν πω «α, πολυκατοικίες», απλώς είδα μια σύνθεση από πρίσματα στο φως του απομεσήμερου. Ήταν όμορφα, με την αισθητική έννοια. Μια αρμονική σύνθεση, άψογη φόρμα με κυματισμό κι ενδιαφέρον. Τοπίο σαν αυτά που οι άνθρωποι φτιάχνουμε από τον καιρό του Μοχέντζο Ντάρο έως τη Ντεφάνς. Μετά σκέφτηκα «πολυκατοικίες, Κερατσίνι, Δραπετσώνα» και όλα τα σχετικά αντανακλαστικά πυροδοτήθηκαν. Αμέσως μετά όμως σκέφτηκα: «τι ομορφότερο έχουν οι στέγες του Παρισιού ειδωμένες από το Μονπαρνάς; ή — πολύ περισσότερο — το Λόουερ Ηστ Σάιντ όταν το κοιτάς από ψηλά;» Η αναπάντεχη απάντηση: «Τίποτε μα τίποτε απολύτως».

Ξαναθυμήθηκα και σκεφτόμουν αυτή την εικόνα, τις πολυκατοικίες στο Δραπετσίνι, φεύγοντας σήμερα από την σκιερή Κηφισιά, που την έχουνε πια γεμίσει μωλ και μικρομώλ, κάτι ξένα σώματα χλιδομαγκιάς που γράφουνε σαν πλατίνες σε ακτινογραφία. Κατεβαίνοντας την Κηφισίας, έστριβα νοερά προς τα Μελίσσια, τα Μαρούσια και τα Χαλάνδρια των φίλων. Αλλά σωματικά προχώραγα ευθεία προς Αθήνα. Είδα τα επιπλάδικα στο Μαρούσι και τον συγκροτημένο ολυμπιακό ερειπιώνα, αγνόησα τους σκελετούς ιχθυόσαυρων, απομιμήσεις Καλατράβα, αγνόησα και το Βωβαριό. Είδα τη σημαία των Εμιράτων και του Κατάρ, χλιδερών αυταρχικών κηλίδων στο απατηλά αστραφτερό πάτωμα του free world. Είδα τότε σαν σε όραμα να μου αποκαλύπτεται η σύνθεση των πρισμάτων καθώς κατεβαίνω τη Σχιστού και αισθάνθηκα πως δε θα χρειαζόμουν καμμία άλλη πόλη στον κόσμο, αν αυτή εδώ είχε λίγα δέντρα παραπάνω (επειδή αγαπώ εγώ τα δέντρα, όχι για καλλωπιστικούς λόγους), αν είχε λιγότερο θόρυβο και λιγότερα σκουπίδια. Αμέσως επιτίμησα τον εαυτό μου που χαριεντίζεται με διανοητικά γουσταρλίκια τύπου «μία, μία, μόνο μία και στον κόσμο καμμία άλλη». Ήδη πέρναγα το Γηροκομείο όμως, οπότε ξανάμπαινα στην πόλη όπως την ξέρω, που εγώ θα λέω πάντα σπίτι μου και καύλα μου. Αν όχι και έρωτα μεγάλο. «Αθήνα», σκέφτηκα.

Συναισθηματικά αυτοδίδακτος

Με αφορμή αυτό το ωραίο κείμενο ξανασκέφτηκα τη μαλακία. Από τη μαλακία πήγα στην éducation sentimentale μου: αναμενόμενο.

Εφηβεία, λοιπόν. Αφού λάβουμε υπόψη ότι «intimate revelations of young men […] are usually plagiaristic and marred by obvious suppressions».

Στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού μάλλον έβλεπα πολλές αμερικάνικες ταινίες με τηνέιτζερ και με γυμνάσια που έχουνε φοριαμούς στους διαδρόμους και κλειστά γήπεδα μπάσκετ. Συνεπώς, στο ερωτόληπτο μυαλό μου (θα μιλήσουμε για το υπόλοιπο σώμα πιο κάτω), το Γυμνάσιο ήταν ένας κήπος με γλωσσόφιλα, με κορίτσια που μυρίζουν ωραία, ένας παραδεισούλης. Επίσης, το Γυμνάσιο θα ήταν και Σχολείο: ενδιαφέρουσες συζητήσεις, διαφορετικοί καθηγητές για κάθε μάθημα, επιτέλους Φυσική. Η απογοήτευσή μου τις πρώτες μέρες ως μαθητής γυμνασίου ήτανε θεαματική: ήτανε σαν να είχα γυρίσει στην έκτη δημοτικού, με εξαίρεση την έκτοτε ισόβια κολλητή μου, τη Σ. Μόνο στο πανεπιστήμιο θα ξαναπάθαινα τέτοια βροντερή απογοήτευση.

Εγώ πάλι, μάλλον ήμουν από τα ανεπτυγμένα παιδιά. Δεν ξέρω πόσοι άντρες εδώ μέσα νοσταλγείτε την εφηβεία — εγώ καθόλου. Η φωνή μου έσπασε ήδη στη Β’ Γυμνασίου, στην οποία η καταπληκτική καθηγήτρια μουσικής με έβαλε πίσω πίσω στη σχολική χορωδία γιατί «ήδη μεταφωνίστηκες κι ακούγεσαι σα φύλαρχος». Συνέχισε να κατεβαίνει η φωνή μου μέχρι και τη Γ’ Λυκείου. Ενδιάμεσα άλλαξαν τα μαλλιά μου, η μύτη μου έγινε αυτό που είναι σήμερα, τα πεταχτά αυτάκια στις παιδικές φωτογραφίες έγιναν απλώς πεταχτά αυτιά. Εκπαιδευμένος από τη σχετική βιβλογραφία, ήξερα τι να περιμένω, όμως δε μου συνέβαινε τίποτα. Όσο μου άρεσε η ιδέα του έρωτα, όσο πάθαινα puppy love με τη Ζάνα και την Έλενα, τόσο δεν είχα ορμές. Ενώ όλοι οι συμμαθητές μου την έπαιζαν επιμελώς και συζήταγαν τα αποτελέσματα των κόπων τους και αγόραζαν τσόντες (ΣτΣ: τότε οι τσόντες ήτανε περιοδικά και τα αγόραζες ή, μάλλον, σου τα αγόραζαν), τόσο εγώ τίποτα: ασέξουαλ. Ήταν η έλλειψη ορμών, ήταν η αναλλοίωτη αιδημοσύνη μου και το «τι θα πει ο περιπτεράς / απέναντι / ο τρέχα γύρευε», οι υπαινικτικές ενοχές κατηχητικού; Ίσως να ήταν και το πόσο μπλιαχ ήταν οι τσόντες τη δεκαετία του ’80, σκέτη αηδία: η Μπόνι Τάιλερ να πηδιέται με τον Νικ Ρόουντς σε ντεκόρ μεταξύ Δυναστείας και βίντεο κλιπ του Μπράιαν Φέρρυ. Είχανε κάτι το ενοχλητικά απωθητικό οι τσόντες όταν ήμουν μαθητής, αντίθετα με την αρτιστίκ σπιτικιά πόζα της δεκαετίας του ’70, την εξωπραγματική εξωγήινη χορογραφία των εκτοπλασμάτων της δεκαετίας του ’90 και την αναρχική πολυποίκιλη ανθρωπίλα της εποχής του ίντερνετ και της πραγματικά σπιτικής τσόντας.

Τέλος πάντων, η ώρα της πρώτης μαλακίας ήρθε στα 17, μετά από μια μάλλον βαρετή τσόντα που είδα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα στο θρυλικό κανάλι του ψησταριά Λεωνίδα, το ΙΤΑ8. Έκτοτε άρχισαν τα βάσανα. Κατ’ αρχάς, η μαλακία δε μου άρεσε ποτέ: ναι, ξέρω ότι οι σεξ θέραπιστς λένε ότι δεν είναι υποκατάστατο αλλά ακόμη μία έκφραση της σεξουαλικότητάς μας, μπλα μπλα μπλα, αλλά μαλακίες λένε. Για μένα, τουλάχιστον. Βάσανα, λοιπόν: έλεγα ότι θα κοπεί η μαλακία όταν ξεπαρθενιαστώ. Μπα. Μετά έλεγα ότι θα κοπεί όταν κάνω μόνιμη σχέση. Μπα. Μετά, όταν θα συγκατοικήσω. Ύστερα από τρεις μήνες συγκατοίκησης μου, ζητήθηκε να αραιώσω τους ρυθμούς, οπότε, μοιραία, πάλι στις μαλακίες κατέληξα. Εκεί, ας πούμε, έγινα άντρας: σιδερώνοντας πουκάμισα και συνειδητοποιώντας ότι από τη μαλακία δε θα απαλλαγώ ποτέ, ότι όλοι μαλακιζόμαστε. Όλοι. Ναι, το λέω και κυριολεκτικά εδώ.

Μεταξύ της πρώτης μαλακίας και του πρώτου έρωτα μεσολάβησαν δύο χρόνια. Ακόμα και τώρα τα θυμάμαι όχι σαν δύο χρόνια αλλά σαν καμμιά δεκαριά. Απολύτως μαύρα χρόνια: όλη η σαχλή στρεσσαρισμένη κατάθλα της εφηβείας, όλο το ίμο καρυωτακιλίκι, όλη η πεισιθάνατη καύλα του νέου αντρός με χτύπησαν μαζικά, κατακέφαλα κι αναδρομικά. Κουβάρι ήμουν — δηλαδή πιο κουβάρι απ’ ό,τι συνήθως. Ήμουν απολύτως και κατάβαθα πεπεισμένος εκείνα τα δύο χρόνια ότι θα έμενα εσαεί ανέραστος, μπάκουρος και μόνος (κυρίως αυτό: μόνος). Για πάντα. Αδιαμφισβήτητα. Ήμουν άσχημος. Δεν καταλάβαινα πότε αρέσω σε γυναίκα. Ήμουν ντροπαλός και αμήχανος και πάρα πολύ αντιπαθής και ευδιάκριτος ταυτόχρονα. Τα μαλλιά μου ήταν γελοία. Δεν είχα λεφτά να βγω σ’ ένα ραντεβού της προκοπής. Δεν είχα λεφτά για ακτοπλοϊκά εισιτήρια. Ήμουν ακόμα παρθένος και οπωσδήποτε θα γινόμουνα ρεζίλι των σκυλιών με το που θα γδυνόμουν μπροστά σε γυναίκα, θα τα έκανα όλα λάθος. Εννοείται ότι δε θα γύριζε καμμιά να με κοιτάξει. Το ευαγές έργο να με νταντεύει εκείνη τη διετία ανέλαβε ο δύστυχος ο Π., που λιγάκι δεν πίστευε ότι τα πίστευα όλα αυτά και γενικά δεν πίστευε στα αυτιά του. Επιπλέον, ο Π. είχε και τα δικά του, με μία από τη Βενεζουέλα, που ήθελε να μου τα εκμυστηρευτεί: ήδη από τότε και νωρίτερα, μου ανοίγουν την καρδιά τους άνθρωποι κοντινοί — τότε έλεγα στον Π. «δε θέλω να βγάζουνε τα σώψυχά τους οι γυναίκες με το που θα με δουν, θέλω τα εσώρουχά τους να βγάλουν», αν και plagiaristic τον παλιό εκείνο τον καιρό κάτι τέτοιο ακουγόταν οριακά πρωτότυπο και βεβιασμένα χαριτωμένο.

Την ημέρα μετά την πρώτη μου φορά, που δεν ήταν η καλύτερη (άραγε είναι ποτέ;), την πέρασα σαστισμένος. Περπάταγα στους δρόμους, παραμιλώντας σαν τον αηδιαστικό Μπενίνι, μπουφόνικα: μονολογώντας «τι έγινε, ρε συ;». Είχα πάθει αλλοίωση και μεταμόρφωση, οριστική. Απλούστατα, δε συγκρινόταν το γαμήσι με τη μαλακία. Ήταν δύο εντελώς διαφορετικές αισθήσεις, εμπειρίες, καταστάσεις. Εντελώς. Δεν μπορώ να περιγράψω τη διάσταση μεταξύ των δύο καταστάσεων. Δε γίνεται. Δύο γεωλογικές εποχές αργότερα, αυτή η διάσταση παραμένει: ακόμα και το χειρότερο σεξ είναι καλύτερο από την καλύτερη μαλακία. Παραμένουνε τα βάσανα λοιπόν. Παραμένω ερωτόληπτος, τώρα πια και στο επίπεδο των άκρως αισθητών.

Στα σκαλιά του Αρσάκειου

Pola Negri 1929
Pola Negri 1929

Προχτές αργά επέστρεφα σπίτι. Δηλαδή, λάθος, πήγαινα για 24ώρο μπέργκερ και ένα τελευταίο τζιν μετά από νυχτερινή επίσκεψη. Είχα πολλά κέφια και καλή διάθεση.

Ανεβαίνοντας την άδεια σε βαθμό αντισηψίας Πανεπιστημίου, βλέπω μια φιγούρα να στέκεται σαν αγροφύλακας. Μόνο που δεν μπορούσε να ήταν αγροφύλακας, γιατί στεκόταν στο τέταρτο σκαλί μπροστά στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Άχνιζε βαρεμάρα ο άνθρωπος. Τι ώρα να ‘ταν, δύο; Εκεί. Φόραγε το τισέρτ της στολής των ειδικών φρουρών, που τόνιζε την καλοσχηματισμένη του μπάκα. «Μπα, φυλάνε τώρα και το Αρσάκειο», πρόλαβα να σκεφτώ.

Μόλις βρέθηκα μπροστά του, με προφορά πέρα από τον Γαλλικό και τον Λουδία μου είπε:
«Με συγχωρείτε, μπορώ να σας ρωτήσω κάτι;»
Κοίταξα τη στολή, το «Ειδικοί Φρουροί» και θυμήθηκα κάτι χαζά έξω από τo Σέρκους. Δε θυμήθηκα κάτι καθήκια Δελτάδες και Δίες που τριγυρνάνε στη γειτονιά μου και νομίζουν ότι είναι οι Άγγελοι της Κολάσεως, και που πιθανόν και να γίνουν, ούτε δυσάρεστα συναπαντήματα με όργανα: ο άνθρωπος ήτανε φανερά ακίνδυνος. Του ένευσα με τη γνωστή γοργόνεια μουτσούνα, χωρίς να τον κοιτάζω στα μάτια.
«Από την Τρικούπη έρχεστε;»
Η ερώτηση ήταν περιττή, ήμουν το μόνο ζωντανό δίποδο πλάσμα που κινούνταν στην Πανεπιστημίου εκείνη την ώρα κι εκείνος από τον διαλογισμό του βιγλίσματος πρέπει να έβλεπε πλέον μέχρι και τις κατσαρίδες να σουλατσάρουν.
«Προς Θεού, κύριε, δε σας ρωτάω για να σας κάνω έλεγχο.» Σαδιστικά απόλαυσα ένα όργανο της τάξης να δίνει εξηγήσεις για τη συμπεριφορά του. Και να με λέει ‘κύριο’, σε αντίθεση λ.χ. με κάτι δημαριστερούς διευθυντές — αλλά ας το αφήσω αυτό τώρα. «Απλώς έρχεται πολύς κόσμος από εκεί και αναρωτιέμαι αν έχει κανα μπαράκι.»
Τον λυπήθηκα αλλά όχι πολύ. Λέω:
«Δεν ξέρω, τι να σας πω, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι τώρα.»
«Ναι, ναι: δε σας κάνω έλεγχο…»
«Καλά, δεν είπε κανείς ότι μου κάνετε έλεγχο», τον έκοψα. «Πάντως μέσα στη Φειδίου είναι ο Καπετάν Μιχάλης.»
«Ο Καπετάν Μιχάλης.»
«Ναι. Ωραίο μαγαζί: ρακή, τσίπουρο, μπύρα, μεζές — τέτοια.»
«Κι είναι ανοιχτό τέτοια ώρα;», ρώτησε ντροπαλά. «Στη Φειδίου είπατε;»
«Ναι, στη Φειδίου, το πρώτο αριστερά. Τι να σας πω, δεν ξέρω αν είναι ανοιχτά τώρα, εγώ από Εξάρχεια έρχομαι και πάω προς Καρύτση μεριά.»
«Μα δε ρωτάω επειδή…»
«Ναι, ναι: κι εγώ σας λέω. Ωραίο μαγαζί ο Καπετάν Μιχάλης πάντως, να πάτε. Το συνιστώ.»
«Αλλά κατεβαίνει πολύς κόσμος και…»
«Λοιπόν, εγώ σας χαιρετώ τώρα, καλή σας νύχτα.»
«Ευχαριστώ, καληνύχτα!»

Σαν παιδί ήταν. Μου θύμισε λίγο τον εξ αγχιστείας συγγενή μου, τον Ρ.: ένα φοβισμένο παιδί εξηντατόσο χρονών που άφηνε το περίστροφο στο συρτάρι γιατί το φοβόταν. Βεβαίως, αυτός εκεί τη νύχτα, που έκανε ότι φυλάει το Αρσάκειο, δεν είχε καθόλου οπλισμό πάνω του, έμοιαζε σαν να είχε ξεροσταλιάσει σε ραντεβουδάκι που δε δόθηκε στη Βιβλιοθήκη ή στην Ακαδημία, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κοιτάει το στατικό σκηνικό της Πανεπιστημίου ενώ μέσα στο κεφάλι του θα έτρεχαν πολύ ανθρώπινα πράγματα.