Η άβυσσος των φώτων

Υπάρχει μια αρχή. Ισχύει, ή μάλλον θα έπρεπε να ισχύει, σε κάθε ουσιαστική μας σχέση, είτε πρόκειται για καλή παρέα και φιλαράκι, είτε για φίλο, είτε για έρωτα, είτε για συζυγία: ό,τι δεν επιλέγει να μας πει άλλος, δε μας αφορά. Τελεία. Υπάρχει όμως μια ουσιαστικότατη σχέση στην οποία αυτή η αρχή καταστρατηγείται, και πρέπει να καταστρατηγείται: αυτή που έχει κανείς με τα παιδιά του. Τα παιδιά, όσο είναι παιδιά, σε αφορούν εκατό τοις εκατό. Ιδίως όσα σου κρύβουν.

Βεβαίως τα παιδιά δεν ανήκουνε στους γονείς τους. Έστω κι όταν είναι μόλις ημερών. Τα παιδιά είναι άνθρωποι, τόσο άλλοι από εμάς όσο και οι ενήλικες. Ούτε η αγάπη τους προς τους γονείς είναι δεδομένη, ούτε καν των γονέων τους προς αυτά. Δώρα είναι αυτά, καθόλου δεδομένα, σε καμμιά περίπτωση. Πρέπει να απαλλαγούμε από την κουλτούρα της εξιδανίκευσης που διαποτίζει τον πολιτισμό μας: το σεξ δεν οδηγεί απαραιτήτως στον έρωτα, ο έρωτας δε μεταμορφώνεται πάντοτε σε αγάπη, το μητρικό φίλτρο (ό,τι πιο ισχυρό και τρομερό υπάρχει στον άνθρωπο, δίπλα στην αυτοσυντήρηση) δεν είναι συνεκδοχή της αγάπης. Η αγάπη χτίζεται, ίσως προκύπτει — ποιος ξέρει άραγε, όχι εγώ. Πάντως η αγάπη δε χορηγείται αυτομάτως. Και, όπως ξέρουμε πολλοί από την ανάποδη, δε χαρίζεται η αγάπη ούτε προκύπτει εξ αντανακλάσεως. Γι’ αυτό και δυο άνθρωποι που αγαπιούνται είναι μεγάλο θαύμα, ένα από τα θαύματα που δε χρειάζονται θεό.

Όι γονείς είναι οι φύλακες και τροφοί των παιδιών τους, οι επιμελητές της ζωής τους μέχρι να ενηλικιωθούν. Δεν είναι ιδιοκτήτες των παιδιών. Δεν τους παρέχονται σχέσεις αγάπης μαζί τους αυτοδικαίως. Και, βεβαίως, οι γονείς είναι αυτοί που αναλαμβάνουν τη διακόσμηση του ασυνειδήτου μας. Ή μεγάλου μέρους του ασυνειδήτου μας.

Σκεφτόμουν ότι δε θυμάμαι τίποτα πριν τα τέσσερά μου. Μια σκιά η γέννηση της αδερφής μου, με είχαν αφήσει στη θεία μου για να γεννήσει η μητέρα μου, σκιά που ίσως και να υφάνθηκε από αφηγήσεις μεγαλυτέρων. Ξυποληταρία πάνω σε κάποιο κρύο μωσαϊκό σπιτιού, ξυποληταρία που ξέρω ότι είναι παλιότερη από το τέταρτο έτος μου. Να κάθομαι στο καρότσι, στο πάρκο (αλλά και γι’ αυτό υπάρχει φωτογραφία). Κι όμως, τα παιδιά, μιλάνε, σκέφτονται, παρατηρούν και σχολιάζουν, φοβούνται και χαίρονται, ζωγραφίζουν και τραγουδούν, κάνουνε παρέες κι έχουνε συμπάθειες, πολλές φορές παθιάζονται κιόλας, πολύ πριν τα τέσσερα. Πού παν όλες αυτές οι αναμνήσεις;

Στην άβυσσο του ασυνειδήτου, υποθέτω. Όταν γεννήθηκε ο ανιψιός μου, παρατηρούσα πώς τον σηκώναμε όλοι ψηλά και γελούσε όλος χαρά — να τα όνειρα της πτήσης. Πώς τον αφήναμε τάχα να πέσει και τον αρπάζαμε την τελευταία στιγμή — να και τα όνειρα της πτώσης. Αναρωτιόμουν πώς να του εντυπώνονταν τα μεγάλα πρόσωπά μας πάνω από την κούνια και τα δυνατά χέρια που τον κρατούσαν και τον πλησίαζαν και τον περιεργάζονταν, οι όψεις των μεγάλων που του γέλαγαν και του μούτρωναν — ίσως αυτό είναι το υλικό των υπερφυσικών δυνάμεων, των παρουσιών, ροπών και δυνάμεων που νιώθουμε εντός μας, στο πλευρό μας ή απέναντί μας — καθώς και των όποιων αγγέλων, δαιμόνων, γιγάντων, σκιών, θεών.

Αναλογιζόμουν ότι η αγκαλιά μετά το κλάμα, τα ψιθυριστά νανουρίσματα μέσα στο σκοτάδι, το ρεύμα του αέρα καθώς ο γονιός χυμάει να σε αρπάξει προτού ή όταν πέσεις, ε, αυτά κάπως αποτυπώνονται μέσα μας, κάπως στοιχειοθετούν (πτώση με την πτώση, αγκαλιά με την αγκαλιά, γάβγισμα με το γάβγισμα, νανούρισμα με το νανούρισμα) το μεγάλο πανανθρώπινο και βαθιά προσωπικό κείμενο του ονείρου, του τρόμου, του καταφυγίου, του παραδείσου. Ίσως κάτι βλέμματα που τα βρέφη δείχνουνε να μη χορταίνουν να κοιτάζουν να μην είναι απλό αντανακλαστικό (οι άνθρωποι έχουμε εξελιχθεί με διακριτό άσπρο γύρω από τις κόρες μας — αυτό σχετίζεται με το ότι κοινωνικοποιούμαστε και παρακολουθώντας ο ένας το βλέμμα του άλλου), ίσως να είναι η κατάκτηση του πρώτου λεξιλογίου των βλεμμάτων, των τρόπων να σε κοιτάζουνε τα μάτια: με στοργή, με βουβή ευτυχία, με κούραση, με αγωνία, με, με, με…

Παλιά αναρωτιόμουν τι νόημα έχει να πηγαίνεις τα βρέφη ταξίδια σε ωραίες πόλεις ή στη θάλασσα ή στα δάση («δέντρα! πολλά δέντρα! κοίτα, δέντρα!»). Μετά κατάλαβα ότι το χιόνι που θα δει για πρώτη φορά ένα βρέφος 3 μηνών μέσα σ’ ένα παγωμένο διαμέρισμα, η όψη της θάλασσας («νερό παντού!»), οι αγκαλιές και τα φιλιά, το τρένο, το αεροπλάνο, τα καπέλα και τα ρούχα και τα γέλια, όλα αυτά θα φτιάξουνε φωτάκι φωτάκι την προσωπική άβυσσο του ασυνειδήτου του, τον μεγάλο χώρο μέσα του, τη χώρα των ονείρων και των πόθων και την καταφυγή του ίσως, τη θρησκεία του ή την παρηγοριά του. Πιο κρυφό και πιο καθοριστικό και πιο βαθιά ουσιώδες από οποιαδήποτε συλλογή από φωτογραφίες της ευκολοφωτογράφητης εποχής μας. Κι όταν εμείς, που ένα άλμπουμ φωτογραφίες από τα πρώτα 5 μας χρόνια είχαμε όλο κι όλο, ψοφήσουμε, θα αφήσουμε στα τωρινά βρέφη και μωρά ίσως έναν χώρο εντός τους υπόρρητο, ζωγραφισμένο και τραγουδισμένο και με αφές πιο λαμπρές και παρηγορητικές από οποιαδήποτε άλλη μας κληρονομιά. Ίσως και με αγάπη, αν η ζωή αφήσει.

Η φωτογραφία είναι της murplejane.

Ιστορίες για σημαίες

Έχω ακριβώς ένα χόμπι. Τις σημαίες. Αν θέλετε τον φυτουκλέ όρο, αυτός είναι βεξιλολογία. Ξέρω τα πάντα για τις σημαίες. Τα πάντα όμως. Ασχολούμαι από 7 χρονών (ή ήμουν μικρότερος;), από όταν το περιοδικό Μίκυ Μάους αντικατέστησε το οπισθόφυλλό του με δύο κάρτες διπλής όψεως με τις σημαίες του κόσμου. Αγόραζα κάθε Πέμπτη το Μίκυ Μάους (παρά τις αντιρρήσεις των γονιών μου) και τελικά συμπλήρωσα τη συλλογή μου. Κάτω από κάθε σημαία είχε και πληροφορίες: πληθυσμό, έκταση, πρωτεύουσα, νόμισμα, γλώσσα, υψηλότερο σημείο. Έμαθα ότι το υψηλότερο σημείο της ΕΣΣΔ λεγόταν ‘Κομμουνισμός’ («ανοησίες», έλεγε ο πρώην κομμουνιστής παππούς,»το Ελμπρούζ στον Καύκασο είναι»), ότι της Γερμανίας λεγόταν Τσουγκσπίτσε. Ότι στις Μαλδίβες είναι 6 μέτρα ύψος κι ότι στη Γιουγκοσλαβία με το υπερμεγέθες κόκκινο αστέρι στη μέση μίλαγαν και μακεδονικά (τα οποία φανταζόμουν σαν τα ελληνικά που μίλαγε η θεια-Μαγδαληνή). Είχανε σημασία αυτά. Τότε, πολύ πριν το ίντερνετ.

Αργότερα έπιασα και από τις καρτέλες ξεγύρισα και κράτησα μόνο τις σημαίες — μου είχανε κάνει δώρο 4-5 άτλαντες μέχρι τότε, οπότε δε χρειαζόμουν πια πληροφορίες όπως ποια είναι η πρωτεύουσα του Μαλάουι. Επειδή οι καρτέλες ήταν διπλής όψεως και οι σημαίες στις δύο όψεις δε συνέπιπταν, το ξεγύρισμα για τις 170 χώρες που τότε υπήρχαν ήθελε προσοχή και υπομονή: τελικά μου πήρε μέρες.

Τι νιώθω όταν βλέπω την «ελληνική σημαία» (έτσι την έλεγαν όταν ήμουν μικρός, είχαμε επίγνωση ότι υπάρχουν κι άλλες σημαίες); Συγκινούμαι γιατί γνωρίζω από την όψη της τη γωνιά του κόσμου που με πέταξε στο φως (και στη νύχτα του). Είχα ταραχτεί με τις τρύπιες σημαίες των Ρουμάνων τον Δεκέμβρη του 1989, έτσι όπως αφαίρεσαν το φλύαρο (μέχρι και γεωτρύπανα είχε πάνω!) έμβλημα του τυράννου από την παντιέρα τους. Στην υποστολή της σοβιετικής σημαίας στο Κρεμλίνο το 1991 μού είχε κοπεί η ανάσα. Όταν πρωτοείδα την τρικολόρ να κυματίζει πάνω σε ένα δημόσιο κτήριο και δίπλα σε ένα ακόμη, είπα: «τώρα είμαι αλλού».

Εξοικειωμένος όμως για τόσες δεκαετίες με τόσες σημαίες, συγκινούμαι πια με πάρα πολλές από αυτές. Σχεδόν όλες. Με την καθεμιά τους για άλλο λόγο. Είτε γιατί βλέπω την ιστορία τους, είτε γιατί σημαίνουν ελπίδα για πολλούς, είτε γιατί απλούστατα είναι όμορφες. Άλλωστε δεν υπάρχουν μόνο εθνικές σημαίες (κι ας μην το ξέρουμε στην Ελλάδα). Ξέρετε τι είναι σε έναν μουντό και μισοσκότεινο ουρανό να αστράφτει και να πεταρίζει σα φλόγα μια κόκκινη σημαία; Μεγάλο πράμα. Ξέρετε τι είναι μια κόκκινη σημαία με φόντο έναν άψογα γαλανό ουρανό κι ερείπια; Εμπειρία. Ξέρετε τι είναι να βλέπεις να κυματίζει η βουλγάρικη σημαία στο Σύνταγμα, 100 χρόνια μετά; Μάθημα.

Ποτέ δεν ταυτίστηκα με στρατούς να κουβαλάνε τα κουρελόπανα του θανάτου στην πρώτη γραμμή. Με γέμιζε αποστροφή η (υποτιθέμενη) γένεση της πολωνικής σημαίας στον ‘Άνθρωπο από πέτρα’ του Βάιντα. Θέλω να θυμάμαι σημαίες να κυματίζουν πολλές διαφορετικές μαζί, χρωματικά παράταιρες μεταξύ τους, σε ανοιχτές στοές, σε λεωφόρους. Αυτό που λέει, αυτό που θα έπρεπε να λέει, κάθε σημαία είναι είμαι εδώ, είμαι αυτός που είμαι, είμαι και κάτι άλλο, είμαι πολλά.

Οπότε, αν θέλετε να με κάνετε να νιώσω παιδί και να ενθουσιαστώ, μιλάτε μου για σημαίες.

Ιστορίες έρωτος και πολιτικής

Στα νεανικά μας όνειρα ο έρωτας είναι συνώνυμο της ελευθερίας. Αυτό το ξέρει καλά, το έχει νιώσει κατάσαρκα, όποιος στο άκουσμα λ.χ. του ‘A life less ordinary’ των Ash ένιωσε την ψυχή του έτοιμη να πετάξει και να γίνει πυροτέχνημα, όποιος πήρε δύναμη να ταξιδέψει άγρυπνος κι ας μην κλείστηκε τελικά στην αγκαλιά για την οποία ταξίδεψε, να τρέξει μισοάπλυτος μέσα στη νύχτα προς αφιλόξενα πάρκινγκ, όποιος ένιωσε μια ξένη πόλη σπίτι του για λίγο, όποιος περπατήσε κι οδήγησε αληθινά ανέμελος κοιτάζοντας κλεφτά κάθε τόσο δίπλα του, όποιος μέτρησε χαρτονόμισμα προς χαρτονόμισμα το αντίτιμο ενός δωματίου στις Κάτω Χώρες ή στην Ύδρα, στη Μήλο, στην Παλιόχωρα και στη Μεσευρώπη, στην Αθήνα, στον Πειραιά, στη Σαλονίκη.

Ο έρωτας πάντοτε μας επιβάλλει τη νεότητα, τη διαρκή απειρία και αδεξιότητα της νεότητας. Μέσα στη λαχτάρα και στην αποκοτιά που φέρνει, ναι, είναι αλήθεια: έρωτας ή τίποτα· όλα έρωτας· έρωτας κι ελευθερία· ο έρωτας θα μας σώσει: η επανασταση είναι ερωτική κι ο έρωτας επανάσταση.

Και θα ήταν όμορφα έτσι: να είμαστε όλοι μέθυσοι του έρωτα, μακάρια πρεζόνια της καλοκαιρινής δροσιάς και του αφρού των ηδονών, του χαμόγελου που επιμένει. Συνέπεια αυτής της ερωτικής πανδημίας θα ήταν ιδανικές αυτοργανωμένες κοινότητες, που θα προέκυπταν αυθόρμητα και θα διαρκούσαν. Έτσι δεν είναι;

Ίσως. Ποιος θα τολμήσει να ασκήσει συστηματική κριτική στα όνειρα, αλίμονο αν φτάσουμε σε τέτοιο βαθμό ξηρότητας. Πρέπει όμως να δούμε και την πραγματικότητα, που διακόπτει τη νεότητα. Την πραγματικότητα που αναπόφευκτα κάνει την εμφάνισή της, λιγότερο ή περισσότερο εντυπωσιακή: λογαριασμούς ρεύματος, το κλάμα ενός νεογέννητου, απολύσεις, καθημερινούς εξευτελισμούς του βιοπορισμού, βιοψίες κι επισκέψεις στην εντατική, εξανεμισμένες οικονομίες, την κηδεία αγαπημένου ανθρώπου που δε χρειαζόταν να πεθάνει ακόμη.

Σε αυτή την πραγματικότητα ο έρωτας είναι μόνο διάλειμμα χαράς. Είναι η έκσταση που λυτρωτικά αναστέλλει όλα τα άλλα. Είναι το άπληστο χάδι και ο τυφλός βόγκος που μπορεί να μην ανατρέπουν το καθεστώς μα σου υπενθυμίζουν ότι υπάρχει κι ένας κόσμος πέρα από τον κυνισμό των ισχυρών και την απληστία των πλουσίων. Είναι ο άγριος χορός που δε φέρνει αγριότητα αλλά (έστω και για λίγο) τη ρήξη της μοναξιάς. Και δεν είναι λίγο: αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν.

Όμως θα πω κάτι που δε μου αρέσει. Θα πω κάτι που δε θέλω να πω: ανήκω στο κομμάτι εκείνο μιας γενιάς που μεγάλωσε με το δίδυμο «έρωτας (έστω και απλώς σαν αψύ όνειρο κάποτε) και αναρχία (έστω και σαν κάτι που πραγματώναμε αφελώς κι ανούσια περιπλανώμενοι στην άδεια πόλη ή ξενυχτώντας στην παραλία)». Υπήρχαν όμως στη γενιά μας κι εκείνοι που μεγάλωσαν με το δίδυμο «γάμος και χρήμα». Κι εγώ που το γράφω δυσφορώ. Αναρωτιέμαι όμως: κι αν «γάμος» για κάποιους από αυτούς σήμαινε τη διάρκεια του έρωτα (αφελώς κι ανούσια ίσως); Κι αν το χρήμα για κάποιους (και δεν είναι απίθανο, στην εποχή που ζούσαμε) αποτελούσε εγγύηση αξιοπρέπειας και χειραφέτησης από τις αυθεντίες που πνίγουν τις μικρές ελληνικές ζωές μας; Και τι να σκέφτονται άραγε εκείνοι που ονειρεύτηκαν γάμο και χρήμα όταν ακούν «έρωτας»; ίσως την αδυναμία να ολοκληρωθείς. Και τι να σκέφτονται όταν ακούν «αναρχία»; ίσως την αδυναμία να συμφωνήσεις, να συνεννοηθείς. Ποιος ξέρει.

Τι θέλω να πω. Έρωτα θα κάνουμε, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, με εκείνους που θα ορίσει ο Έρωτας. Όπως λέει κι ο ποιητής, έρωτας είναι όχι κάτι που νιώθουμε αλλά κάτι που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, κάνουμε. Πολιτική όμως θα κάνουμε με όσους περισσότερους μπορούμε, με όσους περισσότερους μπορούμε να πείσουμε ότι τα συμφέροντα και οι αγώνες μας και οι αρχές μας ταυτίζονται — αν ταυτίζονται και αν μπορούμε να τους πείσουμε.

Δημοσιεύτηκε στο Μπαχάρ 3. Συνοδευόταν (τιμή μεγάλη) από φωτογραφία του Σπύρου Στάβερη.

Η Δεξιά του Κυρίου

Έβλεπα χτες τον αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό να χαιρετάει πλήθη δίπλα στον Τσώρτσιλ.

Για τέσσερις λόγους ξέκοψα μαχαίρι από τα κατηχητικά και τα συγκοινωνούντα δοχεία τους. Πρώτον για την παπαδίστικη στάση τους απέναντι στον έρωτα. Όπου «παπαδίστικη» σημαίνει μισογύνικη, αγροτοποιμενικά ενοχική, καλβινιστικά εμμονική και ιησουίτικα παραπτωματολογική — αυτή είναι η κληρονομιά του Νικόδημου του Αγιορείτη, αυτή είναι η Ορθοδοξία που από τον 9ο αιώνα μ.Χ. κωλοβαράει δογματικά και ποιμαντικά και της οποίας οι πατέρες μόλις και μετά βίας απαντούν στη δεύτερη μ.Χ. χιλιετία. Δεύτερον, για την χιλιαστική-κνίτικη αισθητική τους, κληρονομιά των παρεκκλησιαστικών οργανώσεων, με ολίγη από ούτι, βυζαντινέ γραμματοσειρές, βελονάκι και Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (πρέσβευε υπερ ημών). Τρίτον, για τον κουτό ελληνοκεντρισμό της: στα δεκατέσσερα διάβασα Τατιάνα Γκορίτσεβα και είδα Ταρκόφσκι και συνειδητοποίησα ότι υπήρχε κι αλλού Ορθοδοξία, μέσα σε σοβιετικά (τότε) κοινωνικά συμφραζόμενα, μακριά από κρατικοδίαιτους παπάδες, από νηστίσιμη σόγια κιμά, από λυγρόφωνους ιεροκήρυκες, από μαυροφόρες κυρούλες με σκαμνιά και (κυρίως) μακριά από ανυπόφορες μουσικά ψαλμωδίες. Ο τέταρτος ήταν η Δεξιά. Η Δεξιά των παπάδων. Η Δεξιά των φυλλαδίων τους, των κηρυγμάτων τους, των λιτανειών που πλαισιώναν πολιτικοί της ΝΔ και, δειλά δειλά στην αρχή, του ΠΑΣΟΚ.

Ρώτησα κι εγώ τον παπα-Θ όταν ήμουν 16, κάπου εκεί, έναν άνθρωπο νέο που έδειχνε μονίμως προβληματισμένος και που το φόρεσε το σχήμα γιατί το πίστευε (υπάρχουν και τέτοιοι). Του είπα ότι αν οι χριστιανοί είναι συνεπείς, τότε πρέπει να είναι επαναστάτες, ότι το πολύ πολύ να ανέχονται το κράτος ως θεσμό (ήμουν μικρομέγαλο, είπαμε…), ότι είναι αδιανόητο να ευημερούμε ευσεβώς όταν υποφέρουν τόσοι και τόσο ελεεινά, ότι ο πόλεμος, η απληστία και η καταπίεση είναι θανάσιμες αμαρτίες, πολύ βαρύτερες από τα φραγκοδίφραγκα του καθημερινού ψέματος ή της οργής — του είπα τα αναμενόμενα, τέλος πάντων. Ο παπα-Θ., ο οποίος δεν ήταν ποτέ συγκαταβατικός με κανέναν, προς τιμήν του, κατέβασε τη φωνή του μια οκτάβα, πανάρχαιο ποιμαντικό τρικ που επίσης χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, οι πατεράδες, οι τηλεπαρουσιαστές και οι όλο αυτοπεποίθηση εραστές, και είπε: «Έχεις δίκιο σε όλα. Όμως οι επαναστάσεις προκαλούν αναστάτωση, αναταραχή, αιματοχυσία, καταστροφή — δεν προσφέρουν το κατάλληλο κλίμα για πνευματική καλλιέργεια». «Ούτε οι εθνικοί πόλεμοι ούτε τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αλλά η Εκκλησία επευλογεί», ήταν η απάντησή μου (την είχα σκεφτεί από πριν, μικρομέγαλο, είπαμε).

Η στεγανή ταύτιση των χριστιανικών εκκλησιών με την εκάστοτε και κατά τόπους Δεξιά είναι κοινοτοπία, όμως ο συγκεκριμένος άνθρωπος ίσως να ήτανε πράγματι κεντρώος. Η έλξη του κέντρου. Το Κέντρο. Προς το οποίο είναι σκληρό να λακτίζεις. Γιατί; Γιατί όχι. Σκεφτείτε, οι επαναστάσεις αποτυγχάνουν τελικά γιατί οι νοικοκυραίοι θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν: αν το Κέντρο τους τάζει μεταρρύθμιση ειρηνικά και συμμαζεμένα, ελευθερία χωρίς αίματα και ευημερία χωρίς δημεύσεις, ε, ναι, με αυτούς θα πας. Στο κάτω κάτω, αλλού ποθούμε τις εντάσεις στη ζωή μας.

Απλούστερα ακόμα: αυτοί που έχουνε παιδιά λαχταρούν να τα δουν να μεγαλώνουνε και, αν γίνεται, να έχουνε να φάνε. Δε θέλουν ούτε να τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ούτε να αποκεφαλιστούν για παραδειγματισμό, ούτε να τα βομβαρδίσει ο λαβωμένος τύραννος μέσα στο σπίτι τους ή σε κανα νοσοκομείο, ούτε — χειρότερα — να πέσουν από ελεύθερους σκοπευτές του LFJ που τους πέρασαν για πεμπτοφαλαγγίτες του JLF επειδή πήγαν να αγοράσουν πράσα με το δελτίο. Και, ίσως, οι επαναστάσεις πετυχαίνουν όταν όσοι έχουνε παιδιά συνειδητοποιούν ότι αν δεν πετύχει η επανάσταση τα παιδιά τους θα τα σφάξουν οι φασίστες σε κανα χαντάκι, ή θα ζήσουνε σα σκλάβοι, ή θα τα λησμονήσει ο γιατρός που λύγισε από υπερκόπωση μέσα σε κανα νοσοκομείο «με ελλείψεις», ή ― χειρότερα ― θα πέσουν νεκρά από νευρικούς ελεύθερους σκοπευτές του Κράτους που τους πέρασαν για τρομοκράτες με σακίδιο στην πλάτη, σαν εκείνο το παιδί που το ξεχάσαμε, τον Βραζιλιάνο που πήγε στο Λονδίνο κι αυτό για να σπουδάσει.

Ο μικρός μοντερνιστής, η σαμσάρα κι η μετάνοια

Self portraitΥπήρξα μοντερνιστής. Ένας μικρούλης ΛεΚορμπυζιέ. Όταν ήμουν μικρός προτιμούσα τις καθαρές επιφάνειες, τα συμμετρικά σχήματα. Έφτιαχνα με μπόλικη ούχου μοντέλα αεροπλάνων αλλά αρνιόμουν να προσθέσω οτιδήποτε μου φαινόταν διακοσμητικό. Αναρωτιόμουν γιατί δεν υπάρχει λουλούδι που να μοιάζει με το πώς ζωγραφίζουμε τα λουλούδια, γιατί τα μόνα σπίτια που έμοιαζαν με τα σπίτια που ζωγραφίζαμε (σκεπή, καμινάδα, πόρτα, δυο παράθυρα) ήταν κάτι σπίτια στις φωτογραφίες από τη Γερμανία που μας έδειχνε η Gastarbeiter θεία μου. Αναρωτιόμουν γιατί όλοι οι κάτοικοι της Λιμνούπολης, εκτός της οικογένειας Ντακ, ήτανε μολοσσοί. Αργότερα, έψαχνα να βρω το κανονικό στρουμφάκι, αυτό που δεν ήταν στριμμένο, προκομμένο, κοκέτικο, πλακατζίδικο, διαβαστερό, αλλά σκέτο: με σκουφί και σορτσάκι και τέλος, χωρίς αξεσουάρ.

Και πάντοτε, μα πάντοτε από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, πάντοτε, ντρεπόμουν για το παρελθόν μου. Ακόμα κι όταν είχα ελάχιστο παρελθόν. Θυμάμαι να είμαι έξι ή εφτά χρονών και να ντρέπομαι πραγματικά για το πώς έκανα όταν ήμουνα παιδί μικρομέγαλο και λαλίστατο, θυμάμαι να είμαι στο Λύκειο και να ντρέπομαι που ήμουνα μυθομανής όταν ήμουν παιδί — συνήθεια που έκοψα μαχαίρι στην Α’ Γυμνασίου. Η Α’ Γυμνασίου ήταν ορόσημο και αλλιώς: με παρότρυνση της ανεπανάληπτης Μιράντας Καλούδη, της σημαντικότερης ίσως δασκάλας που είχα ποτέ, της φιλολόγου που μου έμαθε ότι οφείλουμε ‘νάφειν και μεμνάσθαι απιστείν’ (not in those very words), ξεκίνησα να γράφω ημερολόγιο το οποίο συνέχισα μέχρι να φύγω για την Αγγλία. Οι εγγραφές του προηγούμενου μήνα, του προηγούμενου χρόνου, τριών ετών πριν μέσα στο ημερολόγιο γίνονταν ανελλιπώς πηγή αισχύνης και οδύνης: η ρηχότητα, η φλυαρία, η αφέλεια, η καθαρή χαζαμάρα τους με έκαναν να αναστατώνομαι, να ανατριχιάζω. Πού και πού έγραφα μάλιστα στο ημερολόγιό μου πόσο ενοχλητικό ήταν να διαβάζω παλιότερες εγγραφές, αποκήρυσσα με επιμέλεια και διάθεση αυτοκριτικής το πώς ήμουν, ανακουφισμένος με το πώς έγινα, ελπίζοντας ότι δε θα βρεθώ στη θέση να ντρέπομαι στο μέλλον για το πώς ήμουν εκείνη τη στιγμή που ήμουν ανακουφισμένος. Βεβαίως, οι ελπίδες διαψεύδονταν, η σαμσάρα συνεχιζόταν: αργά ή γρήγορα θα ντρεπόμουν για τον εαυτό μου του ίδιου παρελθόντος στο οποίο αποτασσόμουν ένα παλιότερο παρελθόν.

Φεύγοντας για την Αγγλία τα ημερολόγια τη γλύτωσαν (αντίθετα με τα ποιήματα, που κάηκαν στη μπανιέρα). Το επιχείρημα υπέρ της διατήρησής τους ήτανε μια επαναλαμβανόμενη συμβουλή του παππού, που κάτι έλεγε για τα εμβλήματα του τσαρισμού που ο Λένιν είχε «διατάξει» (μου έκανε εντύπωση ότι ο αρχηγός μιας λαϊκής επανάστασης έδινε διαταγές) να προστατευθούν. Έπρεπε να διασώσω την ιστορία μου, όσο επώδυνη κι επονείδιστη και υπερμπανάλ και σαχλή κι αν ήταν. Τα ημερολόγια μπήκανε σε μια κούτα, σφραγίστηκαν και θάφτηκαν στην αποθήκη που, κατά Ιντιάνα Τζόουνς, κοιμάται μέχρι τη δευτέρα και ένδοξο Παρουσία η Κιβωτός της Διαθήκης (για να μην ξεχνάμε και πώς μεγαλώσαμε, ε;).

Η άφιξη στην Αγγλία, ένα πρωινό Κυριακής με καμπάνες σε μια Λέστερ Σκουέαρ που μύριζε πίσσα, κάτουρα και μπαγιάτικα μπυρόνια, καλυμμένη από λιγδερές λαδόκολλες που σάριζε ο άνεμος, σπαρμένη κομματιασμένα μπουκάλια, ποτισμένη από ξερατά, ξερατά και ξερατά. Ήταν η αρχή κυριολεκτικά ενός πολιτισμικού και προσωπικού σοκ (δε χρησιμοποιώ το ‘κυριολεκτικά’ μεταφορικά, όπως είθισται, παρά το χρησιμοποιώ κυριολεκτικά). Στην Αγγλία έμαθα ότι είμαστε η βιολογία μας, η ελεύθερη βούλησή μας αλλά και η ιστορία μας. Ο δάσκαλός μου, ο σημαντικότερος ίσως δάσκαλος που είχα ποτέ, του οποίου το όνομα κρατάω με καμάρι, τιμή κι αγάπη μυστικό για να μην καρφώνομαι εδώ ποια σχολή αγγειοπλαστικής έβγαλα, αφού με πέθανε στο καψόνι επί δύο συναπτά τρίμηνα, μου λέει μια μέρα: «Don’t be sorry. It is important to know the art of self-restraint, however it is even more important to be yourself.»

Όμως εξακολουθούσα να ντρέπομαι για το παρελθόν μου, δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ μαζί του. Συνέχισα να μην μπορώ να συγχωρέσω τον εαυτό μου και για τις ντροπές και τις ευκαιρίες που δεν άρπαξα αλλά και για το πώς κατά καιρούς σπαταλιόμουν για μήνες ατέλειωτους, για τους φανατισμούς της εφηβείας, για τις φρικτές κουβέντες που είπα, για τη θηριώδη μου αφέλεια κάποιες στιγμές, για αμήχανα καραγκιοζιλίκια και ξεσπάσματα (ιδίως υπό την επήρεια), για διάφορες μικρές (και μεγαλύτερες) ατιμίες, για την ντοστογιεφσκική γελοιότητα που έβγαζα ώρες-ώρες.

Μπορεί λοιπόν η περίοδος του κύκλου της σαμσάρας να μεγάλωνε αλλά δεν έσπαγε. Δεν μπορούσα να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Ήθελα να είμαι κάποιος άλλος και δεν το παραδεχόμουν κιόλας.

Και μετά ήρθανε δύο Φίλοι. Που δε γνωρίζονται μεταξύ τους. Ο ένας είπε ότι πρέπει να σπάσω τον κύκλο της νεύρωσης (αυτό που λέω σαμσάρα). Ο άλλος είπε ότι πρέπει να συμφιλιωθώ με το παρελθόν μου. Κάτι έγινε τότε. Κάτι τεκτονικά βαθύ μετακινήθηκε, μια καινούργια οπτική γωνία (που τόσο αγαπούσαν οι μοντερνιστές) ανοίχτηκε. Μια μικρή πεισμωμένη φλογίτσα άνθισε σε φωτιά και φώτισε. Ο κύκλος έσπασε, ο μπερντές σκίστηκε από άνωθεν έως κάτω και το παρελθόν αναδείχτηκε μέσα μου. Η βιολογία μου είναι αυτή που είναι, η ελεύθερη βούληση επίσης — τώρα έβλεπα πια και την ιστορία μου. Ήταν ένα θέαμα λυτρωτικά πρωτόγνωρο.

Μετάνοια, έλεγε ο κύριος Βιολάκης ο θεολόγος στο Γυμνάσιο (ή στο Λύκειο), δεν είναι η μεταμέλεια. Δεν είναι βεβαίως η ενοχή: ενοχή είναι το μουγκρητό του πληγωμένου εγωισμού, η αλαζονική (και βαθιά νευρωτική, θα προσέθετα) διερώτηση πώς γίνεται να το έκανα εγώ αυτό, πώς γίνεται να είμαι τέτοιος εγώ. Μετάνοια, έλεγε, είναι να αλλάξεις μυαλά (μεταφράστε το αυτό σε ψυχαναλυτικούς όρους — εγώ δεν ξέρω). Στην περίπτωσή μου η μετάνοια δεν ήρθε με τη ναρκισσιστικά κυκλική ενδοσκόπηση δεκαετιών, δεν ήρθε με την αυτοεξέταση. Ήρθε με μια κουβέντα (δύο, αλλά μία ουσιαστικά) από δύο ανθρώπους που ήμουν έτοιμος να ακούσω.

Γι’ αυτό σας λέω: το ένα Κεφάλαιο, το πιο ευάλωτο, το πιο δύστροπο, το πιο ευφρόσυνο, είναι οι άνθρωποι. Τα πράγματα είναι απλώς χρυσός/σκατά (που θα έλεγε και ο Εβραίος Μεσσίας Φρόυντ). 😉

Σπίτια, αγιασμός, κεντήματα

στις γυναίκες 

Λίγοι από όσους με θεωρούν οξυδερκή έχουν αντιληφθεί ότι η όποια οξυδέρκειά μου δε διαθέτει σπουδαία περιφερειακή όραση. Δηλαδή, βλέπω καλά εκεί όπου κοιτάζω αλλά δεν πιάνω και πάρα πολλά από όσα συμβαίνουν γύρω μου.

Αυτό αλλάζει κάπως όταν μπαίνω στα σπίτια των ανθρώπων. Αμέσως ανοίγει το εύρος του οπτικού μου πεδίου και σαρώνω τον χώρο — εντελώς άθελά μου: καταχωρίζω τη χαρακτηριστική μυρωδιά κάθε σπιτιού, δημιουργώ μια εντύπωση συγκεχυμένη των χρωμάτων που επικρατούν, παρατηρώ τα έπιπλα, την παρουσία βιβλίων και δίσκων και κάδρων, την ισορροπία τάξης-καθαριότητας και καταγράφω μπιμπελό και διακοσμητικά (θα επανέρθω σε αυτά). Στο τέλος δε θυμάμαι πολλά εκτός από μια γενική αίσθηση και κάποιες λεπτομέρειες που μου μένουν — για χρόνια συνήθως.

Η πρώτη φορά που ανακάλυψα την αξιοσημείωτη για τα μέτρα μου παρατηρητικότητα σχετικά με τους χώρους όπου εκτυλίσσονται οι ζωές των άλλων ήτανε στα 12 ή στα 13 μου. Ο παπάς της ενορίας μας, ένας πολύτεκνος αποστεωμένος και καλογερίστικα αλαφροΐσκιωτος γέροντας (αν και δε θα ήταν τότε πάνω από 55 με 60) ζήτησε δειλά από τους δικούς μου να τον βοηθήσω στον αγιασμό πριν τα Φώτα: θα γυρνούσαμε τη γειτονιά και θα μπαίναμε στα σπίτια και θα ραντίζαμε τα δωμάτια των ανθρώπων με αγιασμό. Θυμάμαι ότι είχα αναρωτηθεί τότε πόσος κόσμος θα ήθελε να μπει ένας παπάς με αγιασμό στο σπίτι του και πώς θα καλύπταμε την τεράστια αστική ενορία. Αναρωτήθηκα επίσης γιατί δεν έκαναν αυτή τη δουλειά τα παπαδάκια.

Η τελευταία ερώτηση απαντήθηκε πρώτη: ποδαρόδρομος. Πολύς ποδαρόδρομος. Και ναι, δε θα καλύπταμε ολόκληρη την ενορία, το ξεκαθάρισε ο πάτερ, αλλά όντως πάρα πολύς κόσμος ήθελε να του ραντίσουνε το σπίτι με αγιασμό. Υπήρχε κόσμος που μας σταμάταγε στον δρόμο και ζήταγε να πάμε να τον αγιάσουμε — εντάξει, γριούλες κυρίως.

Μπαίναμε σε πολυκατοικίες, παίρναμε το ασανσέρ και χτυπάγαμε κουδούνια στη σειρά. Ως εδώ, αυτό θύμιζε εφηβικές ζαβολιές (πάτα κουδούνια και βαλ’ το στα πόδια) που έτσι κι αλλιώς κάναμε. Όμως ο κόσμος μάς άνοιγε και μας καλωσόριζε. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο διαμέρισμα άρχισα να παρατηρώ πορσελάνινα μπιμπελό, κεντήματα σε κορνίζες, πίνακες από το κορνιζάδικο της γειτονιάς σε βαριά ξύλινα κάδρα, πόσες επιφάνειες ήτανε καλυμμένες με σεμεδάκια ή φλοκάτες, κάποια «μοντέρνα» έπιπλα, χώρους σα μαυσωλεία με έπιπλα βαριά και κουρτίνες αυλαίες θεάτρου, μυρωδιές φαγητού, κλεισούρας, μπαγιατίλας, γκλέιντ, τσιγάρου. Μπήκαμε και σε ένα φοιτητικό διαμέρισμα, μινιμαλιστικό πριν την εποχή του μινιμαλισμού με έπιπλα από σουηδικό ξύλο.

Αυτό που δε θα ξεχάσω ήταν ένα κόκκινο διαμέρισμα. Ερωτικό σκίρτημα. Κόκκινες παχειές φλοκάτες, κόκκινα λαμπατέρ, φούξια κουρτίνες, απαλή μυρωδιά από κάτι που ήταν άρωμα αλλά όχι γκλέιντ και που μου θύμιζε το πώς μύριζε το σπίτι της αμερικάνας ξαδέρφης μου. Και το κορίτσι που έμενε εκεί. Μόνο του, με μόνο το μικρό της όνομα στο κουδούνι. Που μας ζήτησε να ραντίσουμε όλα τα δωμάτια με αγιασμό. Και το διαμερισμά της ήτανε διαμπερές και πίσω από τις φούξια κουρτίνες έμπαινε λοξό το φως του Γενάρη, η κρεβατοκάμαρά της είχε ένα μεγάλο κρεβάτι από άσπρο ξύλο και την απαραίτητη υπερμεγέθη βεντάλια στον τοίχο πάνω από το κεφαλάρι. Παντού μέσα στο διαμέρισμα τα παντοφλέ ταλαιπωρημένα παπούτσια του πάτερ και τα καφέ τα δικά μου (δεν μπορούσα να δέσω κορδόνια παπουτσιών τότε) βούλιαζαν στις φλοκάτες. Μόνον η κουζίνα, με τον μαρμάρινο νεροχύτη και τα μαζικής παραγωγής ντουλάπια των αθηναϊκών διαμερισμάτων, έμοιαζε να είναι γνώριμη. Μύριζε καφέ. Και δεν υπήρχανε πουθενά στο διαμέρισμα κεντήματα κορνιζαρισμένα στους τοίχους.

Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι γυναίκες και κορίτσια να κεντάνε. Όχι από χόμπυ, παρά γιατί αυτό κάνουν — λέει — οι γυναίκες και τα κορίτσια τον ελεύθερο χρόνο τους. Ατέλειωτες ώρες. Τις παρακολουθούσα πιτσιρικάς όλο απορία. Οι πιο επιδέξιες κεντούσαν μετρητά, με το μάτι, δημιουργώντας τα σχέδια μετρώντας με το βελόνι και κεντώντας πάνω σε ένα λευκό ύφασμα χωρίς στάμπα, χωρίς πατρόν, χωρίς ίχνη. Όλες οι υπόλοιπες κεντούσαν το αντίστοιχο του colour by numbers: πάνω σε ένα ύφασμα τραχύ λίγο σαν φτιαγμένο από λινάτσα, λίγο σαν από λεπτές ίνες κάνναβης, ήταν σταμπωμένη κάποια εικόνα και οι κεντήστρες γέμιζαν τις επιφάνειες με κεντημένο χρώμα, ακολουθώντας τον οδηγό με τα χρώματα των κλωστών DMC (ντεμισέ) ή Πεταλούδας.

Ατέλειωτες ώρες δουλειάς για να παραγάγουν ένα κακοχυμένο σχέδιο: μια κεφαλή ελαφιού αλλήθωρου, ένα δασικό τοπίο αβάσταχτης βορειοευρωπαϊκής κοινοτοπίας, κάποια αναπαραγωγή πίνακα σαν με πολύ χοντρό πίξελ, μια γυμνή γυναικεία σιλουέτα από χρυσή ή ασημένια κλωστή σε μαύρο φόντο για τις πιο μοντέρνες. Χρόνια μετά, συγκινούμαι όταν βλέπω αυτά τα κορνιζαρισμένα κεντήματα που αποστέργουμε πια, κάτι κεντημένα ίχνη κακογουστιάς που θα διακοσμούσαν τοίχους, θα εικονογραφούσαν προκοπή και νοικοκυροσύνη — αλλά στην πραγματικότητα απλώς κρατούσαν τα κορίτσια και τις γυναίκες στη θέση τους: μέσα στο σπίτι. Κοιτάζω αυτά τα κεντήματα και βλέπω ώρες ατέλειωτες από τη ζωή γυναικών που ξέρω ή που δεν ξέρω, που δεν είναι πια εν ζωή οι περισσότερες.

Πολλές φορές αυτά τα κεντήματα αντιμετωπίζονται έτσι κι αλλιώς, διαισθητικά, σαν κειμήλια, σαν κομμάτια κόπου και ζωής αγαπημένων γυναικών. Με τη δυσβάσταχτη κακογουστιά τους, την προχειρότητα με την οποία σταμπώθηκαν οι εικόνες για να ιχνηλατηθούν από γυναικεία χέρια και χεράκια, παίρνουνε τη θέση τους δίπλα σε κακοχυμένα σουβενίρ που κάποιο αγαπημένο πρόσωπο έφερε από μακριά ή και από τα ξένα, δίπλα σε φτηνά μπιμπελό μαζικής παραγωγής, δίπλα σε κάποιο πήλινο που ο μισομεθυσμένος-νταγκλαρισμένος γιος αγόρασε από κάποιο κυκλαδονήσι και που γράφει επάνω «ενθύμιο» ή «για να με θυμάσαι», δίπλα σε ένα σταυρουδάκι «διαβασμένο» παραγωγής κάποιας βιοτεχνίας στους Αγίους Τόπους και που είναι κειμήλιο ιερότατο. Δίπλα σε μια χάρτινη εικονίτσα από την Τήνο και το Άγιον Όρος. Κι αυτά τα φρικτά κακόγουστα κεντήματα, τα μνημεία της τυραννίας που το τέρας, το ανελέητο κι ακατάβλητο τέρας, της πατριαρχίας ασκεί πάνω στις ζωές εκατομμυρίων γυναικών, φτάνουνε να παραδειγματίσουν την απλή μα δύσκολη αλήθεια: ότι οι άνθρωποι δίνουνε νόημα στα πράγματα και μόνο και ότι όλα τα άλλα είναι Μαλακία και Καπιταλισμός.

Ανακατώνομαι: το παραλήρημα ενός τέως ξένου

«Στη Γροιλανδία που δούλευε ο Πιερ, τον χειμώνα πέφτει η θερμοκρασία στους -47. Η κυκλοφορία έξω απαγορεύεται: αν βγεις έξω σε περιμένει ακαριαίος θάνατος.»
«Α, να μια ωραία λύση: να πέσουν -47 στην Αθήνα, να πάνε περίπατο μαύροι, άσπροι, κόκκινοι — όλοι αυτοί.»

Αυτοί οι άνθρωποι έστειλαν παιδιά να ζήσουνε ξένοι. Τα παιδιά τους έζησαν ξένοι και το μόνο που τους προστάτευε από τη ρατσιστική βία, τη χλεύη, την περιφρόνηση ήταν το όνομα «Έλληνας». Όχι επειδή ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι — είμαι σίγουρος ότι κάποια από τα ξένα παιδιά που σφάζουνε στην Αθήνα ήτανε καλά παιδιά και λαμπροί νέοι. Ούτε γιατί τα παιδιά τους ήτανε καλύτερα από των Ιρακινών, Κούρδων, Ιρανών, Πακιστανών γονιών τους…

Πάντοτε το πίστευα, και το έγραφα: η Ελλάδα που τόσο πονεμένα αγαπάμε, είναι ιστορικό προϊόν από τη μια μοχθηρών πουριτανών αγροτοποιμένων και από την άλλη εντελώς άπονων αστών. Δεν έχουμε άλλη Παιδεία από την υπερφίαλη χωριατιά του τάχα μου πολιτισμικά ανώτερου ελληνορθόδοξου, ενός δόγματος που εδώ και 500 χρόνια ορίζεται αντιστικτικά και εναντιωματικά απέναντι σε μια λαμπρά επιτυχημένη Δύση. Μισαλλοδοξία και περιχαράκωση και κομπλεξική αντιπαράθεση με κάποιον άλλο που μας μισεί αλλά που είναι χειρότερος μας (αλλά συνήθως δυνατότερός μας) είναι το παρελθόν και το παρόν μας.

Αλλά αυτό που ζούμε από το Μακεδονικό και μετά είναι πια εμετός. Αρχικά το μίσος και η μοχθηρία και η μισαλλοδοξία κόχλαζε κάπως ήμερα και οχυρωνόταν πίσω από το περιφραγμένο από δόντια ελληνικό χαμόγελο. Μετά χτύπησε η φτώχεια και έλειψαν τα προσχήματα: αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή. Και πάλι λίγο είναι το 7% τους.

Από την άλλη, η Κανέλλη στο Ανφόλλοου λέει ότι το ΚΚΕ δεν μπορούσε να ασχοληθεί με το μεγαλειώδες πλήθος της 12ης Φεβρουρίου, η αντίσταση του οποίου στο μέλλον θα τιμάται με κάποιου είδους εθνική εορτή αν εξακολουθήσουμε να είμαστε ελεύθερο έθνος, αφού όλοι αυτοί δεν ανήκαν στην εργατική τάξη αλλά ήτανε κυρίως άνθρωποι που θίχτηκαν τα εισοδήματά τους. Και πολύ σας πέφτει το 5%, τραγικά ανεύθυνα αγκυλωμένα ζώα του σταλινικού ολοκληρωτισμού, βιτσιόζοι φετιχιστές της φαντασιακής εργατικής τάξης: σας είδαμε και στη Χαλυβουργία.

Άντε στον διάολο, συνέλληνες. Άντε στον διάολο, φοβισμένοι ψηφοφόροι.

Είδα ειδήσεις απόψε. Ξένιος Ζευς. Ένας στους πέντε παράνομος. Μετά είδα εικόνες από την Αμυγδαλέζα. Στην αρχή, αλήθεια, δεν καταλάβαινα τι έβλεπα. Ανακατεύτηκα. Αυτό το μιαρό αίσχος, αυτό το μαντρί ανθρώπων, αυτό το βδέλλυγμα και άγος υπάρχει εδώ και μήνες αλλά δεν έχει γίνει καμμιά πορεία εναντίον του. Όλα καλά. Έχουμε και κρίση.

Αναγούλιασα και θύμωσα. Ένιωσα ότι έπρεπε να είχα βγάλει βρετανικό διαβατήριο όταν μπορούσα: τουλάχιστον θα ήμουν υπήκοος μιας εν γνώσει μου σκατοχώρας, χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις. Δε θα πίστευα τόσα χρόνια σα μαλάκας ότι η αβασίλευτη δημοκρατία μας είναι αγνότερη κι ανώτερη από τη σκοταδιστική νεοφιλελέ μοναρχία τους. Ο μαλάκας.

Από την αυτομεμψία με έβγαλε το θέαμα των νέων φρικτών εγκλημάτων του Άσσαντ (βομβάρδισε αεροπορικώς μια συνοικία, βογκούσαν άνθρωποι εγκλωβισμένοι κάτω από τα σπασμένα μπετά, μισοσφαγμένα παιδιά στα νοσοκομεία), του Άσσαντ, του φίλου της Ρωσίας και της Κίνας, που τον υποστηρίζουν ακόμα κάτι αριστεροί σε σύγχυση. Ζαλίστηκα. Δεν έχω τίποτε καλό να πω απόψε. Τίποτε.

Δωμάτια

πολύ μικρές καλοκαιρινές ερωτικές ιστορίες παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη

Ακούμπησε γυμνός με τον ώμο πάνω στο αλουμινένιο κούφωμα κοιτώντας έξω. Αν κάπνιζε, θα κάπνιζε τώρα. Ο δρόμος και από την άλλη μεριά του δρόμου η θάλασσα. Η νύχτα δεν ήτανε μαύρη, η νύχτα είναι μπλε. Δεν κάπνιζε. Δε λαχταρούσε τη θάλασσα. Γύρισε πίσω και την είδε να τον κοιτάζει.
 
Στην πόλη τράνζιτ για 6-7 ώρες μόνο. Ημιδιαμονή για ντουζ και μεσημεριανό ύπνο, την ωραία πατρώα συνήθεια. Έτσι έλεγε. Μπήκε στο δωμάτιο, έκανε ντουζ, κάθησε στο γραφείο του δωματίου με το σώβρακο και διάβαζε την αναφορά ενός Εσθονού. Της άνοιξε μόλις άκουσε το χτύπημά της στην πόρτα. Μπήκε χωρίς κουβέντα. Τη σήκωσε ανυπόμονα στα χέρια του, κόλλησε τα ιδρωμένα χείλια της στο στόμα του και την πλάτη της στον τοίχο. Νοσταλγία μύριζε. Φορούσε νάυλον κάλτσες καλοκαιριάτικα.

Στο τραίνο τον πείραζε, τον πιλάτευε, τον έτριβε πάνω από το παντελόνι. Μπροστά στον κόσμο, τάχα μου αμέριμνα. Στο αεροδρόμιο τον τράβηξε μέσα στις τουαλέτες αναπήρων. Έμοιαζαν με κάποιου είδους γιαπωνέζικο δωμάτιο: πάμφωτες, πεντακάθαρες και στιλπνές. Το στόμα της γλυκό. Το χαμόγελό της μετά, όσο πιο πικρό γίνεται να είναι ένα χαμόγελο.

Στην ερώτηση αν θέλουν το δωμάτιο για λίγο απάντησε με την ερώτηση πόσο θα έκανε αν έμεναν όλη τη νύχτα. Η ρεσεψιονίστ διακριτικά μειδιώντας απάντησε έντεκα χιλιάρικα. Τα έδωσε. Να κοιμηθούν μαζί. Ανέβηκαν επάνω. Πίσω από μια πόρτα ακούγονταν κραυγές. Το δωμάτιό τους ήτανε γεμάτο καθρέφτες. Δεν ήθελε να δει τον εαυτό του σε τσόντα, δεν ήθελε το ατροφικό ξανθό χνούδι στο κεφάλι του, η κωμικά φαρδιά λεκάνη του και οι χαλαρά προπετείς κοιλιακοί να παρεμβάλλονται στο οπτικό του πεδίο. Σύντομα ξεχάστηκαν οι καθρέφτες. Ξύπνησε κάθιδρος το πρωί σε ένα κατάκλειστο δωμάτιο χωρίς κλιματισμό. Κατέβασε τα μάτια από το ταβάνι στα δεξιά του. Θα έλεγε κανείς πως είναι αχνά αυτόφωτη.

Στο μικρό τυφλό δωμάτιο δέσποζε ένας μεγάλος αργαλειός. Τα σώματά τους γλυστρούσαν μεταξύ τους κι από τον πολύν ιδρώτα. Κλιματισμός κι ανεμιστήρας πουθενά. Στο στόμα του πικρή η γεύση από το άρωμά της, οι φτέρνες της σέρνονταν πάνω στα φρεσκοστρωμένα ξένα σεντόνια: κάποια άγνωστή του φίλη της τους είχε κάνει μια πολύ μεγάλη χάρη. Τα χέρια του την είχαν αρπάξει γερά κι ερωτευμένα αλλά με άγρια πείνα. Κατάλαβε ότι αυτή την ώρα ποτέ δε θα την ξεχνούσε κι έπαψε να ασχολείται με τον αργαλειό και το μισοϋφασμένο υφαντό μέσα του, με το ποιος θα πλύνει τα σεντόνια, με το τι θα γίνει όταν γυρίσει η φίλη από τη δουλειά. Κι αφοσιώθηκε στο σώμα της τυφλά.

Σκόνη και ζέστη. Πολλή σκόνη. Το πατζούρι έτρεμε και χτυπούσε υπόκωφα κόντρα στον αέρα. Ένα σπίτι γεμάτο ζευγάρια, όλα στρωματσάδα πλην ενός, ένα ζευγάρι σε κάθε δωμάτιο του διαμερίσματος. Μετά από ολονύχτιο ταξίδι. «Ποιανού είναι το σπίτι;» Ήταν του αδερφού της συναδέρφου. Έπεσαν στην κουρελού πάνω στο στρώμα θαλάσσης που επέπλεε πάνω στο παρκέ και κοιμήθηκαν όπως ήταν. Μύριζαν ιδρώτα και ταξίδι και από πάνω σκόνη. Μπήκε μέσα αντηλιά αργά το απόγευμα. Καθώς ξύπναγε έλυσε τη ζώνη του μηχανικά, έσπρωξε λίγο το τζιν προς τα κάτω και με κάποιον ευτελή ελιγμό μπήκε μέσα της. Αφού τελείωσαν τον χαστούκισε με νάζι και συνειδητοποίησε πού ήταν, ότι το προφυλακτικό ήταν ακόμα στην τσέπη σφραγισμένο και ότι είχανε στήσει όλους τους υπόλοιπους, που τους περίμεναν. Κράτησε την ανάσα του και αφουγκράστηκε γαμικά βογκητά από τουλάχιστον δύο μεριές, πίσω από τοίχους και πόρτες καπλαμαδένιες. Διπλώθηκαν όρθιοι από γέλια νευρικά.

Τώρα ανάσαινε κανονικά. Στα μάτια του ήρθε φως απ’ έξω: κυανό, τεχνητό, της καλοκαιρινής νύχτας στην πόλη. Δίψαγε και δεν τον ένοιαζε. Την κοίταξε όπως ήτανε ξαπλωμένη στο πλάι και τον κοίταγε κι εκείνη, την κοίταξε όπως ατενίζεις τοπία. Όντως η γραμμή από το κεφάλι στον ώμο στον αγκώνα στη μέση στον γοφό στο τέλειωμα των ποδιών έμοιαζε με σιλουέτα νησιού στο φεγγαρόφωτο. Το δικό του κοντινό, ζωντανό νησί, ένα νησί που μπορείς να αγκαλιάσεις και να του κάνεις έρωτα χωρίς ψευτιές και λυρισμούς, παρά σαν ζωντανός άνθρωπος.

Αυγουστιάτικα

Άνοιξα τον υπολογιστή μετά από μέρες (τον είχα ανοίξει και λίγο χτες) για να γράψω ένα ποστ παραγγελιά (σχεδόν) του ΚΚ Μοίρη, ένα καλοκαιρινό ερωτικό κείμενο.

Διαβάζοντας όμως όσα γίνονται, λέω ότι σίγουρα μπορεί το καλοκαιρινό κείμενο να περιμένει. Σίγουρα. Η φρίκη υπερισχύει.

Δε θα μας προκύψει κανένας Εμφύλιος, αφού η πλειονότητα των Ελλήνων, όσο εντωμεταξύ ξεπουλιέται κι εξαθλιώνεται κι εξανδραποδίζεται, με ομοψυχία συμβολικά και πραγματικά (πραγματικότατα) θα λυντσάρει και θα βασανίσει και θα μακελέψει τον βρωμερό ξένο.

Το λείμμα λοιπόν, η μειοψηφία, πρέπει να οργανωθούμε και να αντισταθούμε στην αχαλίνωτη αποθηρίωση που ξεκίνησε. Να οργανωθούμε πραγματικά, όχι συμβολικά, όχι μέσα από το facebook. Όσοι έχουμε υπάρξει ξένοι, όσοι έχουμε παιδιά, όσοι είμαστε άνθρωποι.

Μικρός οδηγός για να μη χάνεστε στα σοσιαλμήντια

Γραμμένος από δεινόσαυρο, σε 16 σημεία. Πάμε:

Ι.
 Στα σοσιαλμήντια μπαίνεις:
1. γιατί την έχεις δει γραφιάς-ποιητής-συγγραφέας-δοκιμιογράφος-φωτογράφος…
2. γιατί θες να γνωρίσεις κόσμο
3. γιατί είσαι ψυχ
4. για οποιονδήποτε από τους ως άνω 3!+1=7 συνδυασμούς

ΙΙ.
Ο ψευδώνυμος σοσιαλμηντιακός χρήστης
1. Αν επιμένει ότι είναι άντρας, είναι γυναίκα.
2. Αν επιμένει ότι είναι γυναίκα, είναι γκέι άντρας.
3. Αν επιμένει ότι είναι γκέι άντρας, είναι γκέι άντρας.
4. Αν δεν επιμένει, καλή τύχη.

ΙΙΙ.
Φυλές:
1. Οι σοβαροί άνθρωποι έχουνε tumblr. Ή οι πορνογράφοι.
2. Οι πολυλογάδες έχουνε μπλογκ. Κι οι αιβέσθυτοι.
3. Οι εξυπνάκηδες κι οι πεφτάκηδες έχουν twitter.
4. Όλοι έχουνε facebook.
5. Τα υπόλοιπα είναι του Οξαποδώ και της CIA.

ΙV.
Στα σοσιαλμήντια, όλοι είναι τρολ. Εκτός από τον talos. Μάθετε να ζείτε με τα τρολ ή παίχτε το καμπόσος, ώστε να μάθετε να ζείτε με τα τρολ.

V.
Στα σοσιαλμήντια, η μεγαλοσύνη δε μετριέται με τα λάικ και τα ριτουή επειδή στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει μεγαλοσύνη. Μόνο μεγάλες ανατομίες, συνήθως όμως virtual κι αυτές. 

VI.
Οι lurker είναι φίλοι σου. Οι φίλοι σου είναι lurker.

VΙI.
Όσοι γράφουν, έχουνε το facebook και το twitter σαν τα παλιά φιλολογικά σαλόνια όπου ποιητές και άλλοι διάβαζαν δουλειά τους για να τεστάρουν το ιδανικό κοινό τους. Άρα, ακόμα και αν σας φλομώνουνε στα λάικ, δεν είστε Μπόρχες.

VIΙI.
Στα σοσιαλμήντια, nobody can hear you scream.

IX.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει ειλικρίνεια, μπορεί ωστόσο να υπάρξει φιλαλήθεια.

Χ.
Αν είστε πάρα πολύ δημοφιλής στα σοσιαλμήντια
1. είτε λέτε αυτό που όλοι θέλουν να ακούσουν
2. είτε τη σπάτε σε πάρα πολύ κόσμο.

XI.
Αν είστε σχετικά δημοφιλής,
1. είτε κάνετε κάτι καλά,
2. είτε βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ.
Αν βγάζετε στα σοσιαλμήντια το καλό σας προφίλ, φροντίστε να το βγάλετε και στην πραγματική ζωή. Αν έχετε.

XII.
Στα σοσιαλμήντια δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Υπάρχουν όμως πολλά κουτάβια, γατάκια, άρρωστα παιδιά, κορίτσια με καυτά σορτς, ημίγυμνα αγόρια και βίντεο που εικονογραφούν λέξη-λέξη στίχους τραγουδιών.

ΧΙII.
Όταν σας διαβάζει η μάνα σας και συμφωνεί και χαίρεται με όλα όσα γράφετε, κάτι κάνετε λάθος.

ΧΙV.
Μην απελπίζεστε: και μέσα στην κοπριά, τα διαμάντια είναι διαμάντια. Εκτός κι αν δεν είναι διαμάντια.

ΧV.
Τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο της κοινωνικής ζωής. Απλώς είναι ενίοτε πιο ενδιαφέροντα ή και συναρπαστικά από οποιαδήποτε κοινωνική ζωή. Κάτι σαν ντραγκς, δηλαδή.

XVI.
Τέλος: τα σοσιαλμήντια, ό,τι κι αν σας πούνε, είναι υποκατάστατο του σεξ. Μάλλον αδύναμο.