Ζευγάρια που φτάσατε ως εδώ

Έχω την τύχη και το προνόμιο ο φιλικός μου κύκλος να περιλαμβάνει πολλά ομόφυλα ζευγάρια, «πολλά» σε σχέση με το πόσο μινιόν είναι ο φιλικός μου κύκλος. Άλλα είναι παντρεμένα ή σε σύμφωνο, άλλα όχι· άλλα έχουν μακροχρόνια σχέση, άλλα όχι· άλλα τρώγονται κάθε τρεις και λίγο, άλλα απολαμβάνουν τη διαρκή νηνεμία μιας συμβίωσης όλο συναλληλία.

Είναι τύχη και προνόμιο, όχι γιατί μιλάμε για τάχα εξωτικές φάσεις που μας κάνουν εμάς τους πεφωτισμένους να φαινόμαστε καλοί και να νιώθουμε καλύτερα, μιας και μετέχουμε της ποικιλότητας και της «διαφορετικότητας» — εκάς τα καλιφορνεζάκια! Είναι τύχη και προνόμιο γιατί είναι φίλες μου φίλοι μου και είναι ανοιχτοί και άνετοι μαζί μου και περνάμε καλά.

Εδώ και χρόνια έχω παρατηρήσει κάτι στα ομόφυλα ζευγάρια, κάτι που περιγράφει ο Χάουαρντ Ζινν και που ατελώς εικονογραφεί η προβληματικότατη «Ζωή της Αντέλ»: ακόμα και στα ομόφυλα ζευγάρια, ο ένας είναι άντρας και η άλλη η γυναίκα.

Ακολουθεί διευκρίνιση: δεν εννοώ τη χυδαία και βλακώδη ερώτηση «στο κρεβάτι ποιος κάνει τον άντρα και ποιος τη γυναίκα;» που συχνά απευθύνεται στα ομόφυλα ζευγάρια. Η ερώτηση είναι βλακώδης γιατί προϋποθέτει μια αντίληψη του σεξ κατά την οποία ερωτοπραξία είναι «διέγερση και παιχνίδι, διείσδυση πέους άντρα σε κοιλότητα γυναίκας, οργασμός άντρα, (προαιρετικά) οργασμός γυναίκας ή αναπαράστασή του». Όποιος και όποια στρέιτ δεν έχει σκάσει στα γέλια με την παραδοχή ότι αυτό και μόνον αυτό συνιστά ολοκληρωμένη ερωτοπραξία, εύχομαι να μην τους πιάσει η θάλασσα μέσα στη σκούνα που θα τους πάει για χατζηλίκι στις Άγιοι Τόποι.

Συνεχίζω. Σε πολλά ομόφυλα ζευγάρια βλέπω τη ροπή να αναλάβει το ένα μέλος το νοικοκυριό και τη φιλοξενία των φίλων (παιδιά δεν έχουν ακόμα οι φίλοι μου αυτοί) με το άλλο μέλος να κάνει την εργασία του κυρίως βιοπορισμού και να ασχολείται με τα εξωτερικά θέματα. Φυσικά είναι κι αυτός ένας διακανονισμός του καθημερινού βίου που, από μόνος του δεν λέει τίποτα: αλίμονο αν βλέπουμε πατριαρχία παντού όπως οι κνίτες βλέπουνε καπιταλισμό στο παγωτό χωνάκι κι οι χριστιανοί πορνικότητα στις φαινομηρίδες.

Ακριβώς γι’ αυτό μιλήσα για ροπή: δύο άντρες ή δύο γυναίκες που θα ξεκινήσουν να ζούνε μαζί συχνά θα αναλάβουν ο καθένας ή η καθεμία τον ρόλο «νοικοκυράκι» ή «κουβαλητάκι» κατ’ αποκλειστικότητα σχεδόν ασυζητητί και με κάποια προθυμία. Όχι απαραιτήτως, όχι πάντοτε. Αλλά περισσότερες φορές και πιο αβίαστα απ’ ό,τι θα περίμενε κανείς από γκέι και λεσβίες, ανθρώπους που έχουνε ζήσει στο πετσί τους τη χρηστομάθεια της ετεροκανονικότητας (αν είναι τυχερές και τυχεροί) ή και τη βάναυση βία της. Γιατί τόση ανάγκη για συμμόρφωση σε μια εποχή που ακόμα και βαρετά παντρεμένα ζευγάρια μοιράζονται εξίσου τα καθήκοντα εντός και εκτός σπιτιού, εν μέρει διαβρώνοντας το δίπολο «νοικοκυράκι»-«κουβαλητάκι»;

Επαναλαμβάνω ότι δεν κρίνω: ο διπολικός διακανονισμός είναι κι αυτός ένας διακανονισμός και μάλιστα εύκολος, άλλωστε πολλά ετερόφυλα ζευγάρια πλέον έχουν νοικοκυράρη τον άντρα και κουβαλήτρα τη γυναίκα. Αυτό που με ξενίζει είναι η αβασάνιστη ευκολία με την οποία ένα ομόφυλο ζευγάρι ολισθαίνει προς τον διακανονισμό αυτό, πολλές φορές αψήφιστα, ακόμα και όταν μιλάμε για άτομα αντίστοιχου μορφωτικού επιπέδου, με ομόλογες επαγγελματικές ευθύνες κτλ.

Η εύκολη απάντηση, αλλά υπερβολικά γενική, είναι «η ισχύς της πατριαρχίας». Παραπέρα όμως;

Η τσόντα σήμερα δεν έχει σύνορα

… κι αυτό είναι και καλό και κακό.

Η πορνογραφία σήμερα δεν είναι αυτό που θυμούνται όσοι ήταν νέοι πριν είκοσι χρόνια, ή παλιότερα. Δεν περιορίζεται πια στη μία εξάδα βιντεοκασέτες που έχεις φυλαγμένη ή στη συλλογή από τραπουλόχαρτα με γυμνές ή στα περιοδικά πίσω από τα βιβλία των αγγλικών ή στις γαλλικές καρποστάλ σου. Παραθέτω σχεδόν αυτούσιο σχόλιο του Φανούτο Κουσουράκι — και συνιστώ να διαβαστεί ολόκληρο.

Πριν 10-15 χρόνια βλέποντας βιδεάκια στο YouPorn ήσουν στην υπεραιχμή της πορνικότητας, και γελούσες με τον μεσήλικα που νοίκιαζε βιντεοκασέτες DVD για να την παίξει. Σήμερα το pornhub που θα ανοίξεις σε ανώνυμη περιήγηση για να την παίξεις πριν την πέσεις για ύπνο, είναι αντίστοιχη φάση με τον μεσήλικα με την καπαρντίνα στο βιντεοκλαμπάδικα.

Το πορνό ακολουθεί όπως κάθε βιομηχανία νέες διεξόδους και τεχνολογίες. Self-produced παραγωγές, monetization σε instagram και twitter accounts, η μετεξέλιξη των συνδρομητικών sites σε συνδρομητικό personal / private stream, subscriber snapchat, από τα cams και τα chat rooms μπορείς πλέον να μπεις σε πριβέ κανάλι πορνοστάρλετ στο Discord! Crowdfunding για πορνό, Patreon για τσονοφωτοσετ, γενικά οτιδήποτε μπορείς να βάλεις από τη μία μια πιστωτική και απο την άλλη να ανοίξει ένα μικρόφωνο και μία κάμερα, μέχρι και ένα application code για να ρυθμίζεις το ρυθμό που δονείται το κωλοφτιαγμένο Hitachi πάνω στην κλειτορίδα της.

Συνελόντι ειπείν: η πορνογραφία σήμερα είναι μαζική και εύκολα προσβάσιμη· δεν είναι αποκλειστικά προϊόν στούντιο και ηθοποιών. Ταυτόχρονα, η πορνογραφία το 2018 είναι εξατομικευμένη, όπως πρέπει να έγινε σαφές πιο πάνω, και εν πολλοίς ιδιωτική υπόθεση: τι άλλο είναι η ανταλλαγή βίντεο φωτογραφιών (δικών μας ή όχι) στα διάφορα ίνμποξ;

Τώρα πια λοιπόν τρομάζει και απωθεί για τρεις λόγους:

Ο πρώτος και ο πιο σοβαρός είναι επειδή μέρος της πορνογραφίας που παράγεται σε αφθονία καταγράφει και ενδεχομένως ενισχύει την κουλτούρα του βιασμού και τον μισογυνισμό με ιδιαίτερα στυγερούς τρόπους. Με άλλα λόγια, επειδή αφθονούν απροσχημάτιστα κακοποιητικές πορνογραφικές αναπαραστάσεις. Αυτό φυσικά ισχύει για κάθε πεδίο του ανθρώπινου βίου, εκτός πορνογραφίας απλώς τηρούνται (;;;) κάποια προσχήματα. Και πάλι είναι σημαντικό να έχει κανείς υπόψη του ότι οι τσόντες με κακοποιητικές καταστάσεις που δεν παρουσιάζονται ως παιχνίδι ή ως μέρος συναινετικού σεναρίου δεν είναι τόσο διαδεδομένες όσο νομίζει κάποια ή κάποιος άνω των 30 (καλή ώρα εγώ), που μπορεί να πέσει πάνω τους, άθελά του ή και όχι, σε ανώνυμη περιήγηση. Αφήνω φυσικά κατά μέρος παραλογισμούς τύπου «η σεξεργασία είναι βιασμός, άρα κάθε επαγγελματική τσόντα είναι βιασμός και κακοποίηση», η άποψή μου βρίσκεται εδώ.

Ο δεύτερος λόγος που η τσόντα τρομάζει κι απωθεί είναι επειδή το επαγγελματικά παραγόμενο μέρος της, και μάλιστα ούτε το πιο ενδιαφέρον ούτε το πιο συναρπαστικό ούτε το πιο ανατρεπτικό, διαμορφώνει τη δημόσια αισθητική και το γούστο μας όσον αφορά την αναπαράσταση του εαυτού μας και του έρωτα. Επειδή πλέον δεν έχει σύνορα, πολλή τσόντα χαμηλής ποιότητας και πρωτοτυπίας (η τζάμπα βιομηχανική, κλεψίτυπη ή μη) διαποτίζει την ποπ κουλτούρα. Όπως έλεγα εδώ, το πρόβλημα μας είναι ότι

Η τσόντα, και μάλιστα αυτή που κυκλοφορεί και καταναλώνεται στο τζαμπέ διαδικτυακώς, κυριαρχείται από αυτό το προκάτ και βιομηχανοποιημένο πράμα που […] δεν είναι ούτε ανταρσία ούτε αντίσταση παρά ακόμα ένας τρόπος να καλουπώσουμε βίο, επιθυμίες και ηδονές. Επιπλέον, […] αλλοιώνει όχι μόνο τον τρόπο που κατανοούμε και αντιλαμβανόμαστε αναλυτικές κατηγορίες όπως σέξι ή διεγερτικό αλλά διαμορφώνει και τον τρόπο που βλέπουμε τι φοράει π.χ. η Μπιγιονσέ.

Τέλος, η πορνογραφία μάς φρικάρει και θα μας φρικάρει επειδή ανάλογα με τις προτιμήσεις μας, τις αναμνήσεις και τις επιθυμίες μας, μας διεγείρει στα ίσια, απροσχημάτιστα και απροκάλυπτα: άλλωστε αυτός είναι ο σκοπός της. Και τότε ακριβώς αρχίζει και γίνεται ανατρεπτική. Στο μεν προσωπικό επίπεδο, γίνεται ο καθρέφτης επιθυμιών που είτε θέλουμε να εκπληρώσουμε, είτε αρκούμαστε να ικανοποιούμε μπανίζοντας ― κι είναι κοινός τόπος ότι δεν θέλουμε πάντοτε να αντικρύσουμε αυτό που μύχια επιθυμούμε. Σε επίπεδο κοινωνικής παρατήρησης, όταν δηλαδή μπανίζουμε το μπανιστήρι σε φάση μέτα, η πορνογραφία αναδεικνύει την ασύλληπτη και ατίθαση ποικιλομορφία της ερωτικής επιθυμίας και της σεξουαλικής χαράς ― πάντοτε ως θέαμα ή και ως τσίρκο, βεβαίως.

Από αυτή την άποψη, εφόσον πια η πορνογραφία παράγεται εν πολλοίς κατ’ ιδίαν και χειροποίητα και εφόσον είναι πολλές φορές στοχευμένη σε συγκεκριμένο, έως και μονοπρόσωπο, κοινό και μακριά από τα όποια βιομηχανικά πρότυπα, είναι καλό που δεν έχει σύνορα: πλέον αποτυπώνει «το αρεσούμενο του ανθρώπου» με τρόπους που ελέγχει ο αυτόνομος μικροπαραγωγός της.

Οι γέροντες και ο Πέτρος

Για τον γέροντα Πορφύριο άκουσα για πρώτη φορά το 1991. Τότε όλοι είχανε γέροντες ή γεροντάδες, τότε άρχισε η μόδα με τα κομποσχοίνια και με όλο αυτό το «πνευματικό» απολιτίκ πλαίσιο ιδεών που οικογενειακός φίλος και νυν δεσπότης έλεγε ότι «δεν είναι Πίστη, είναι ενός είδους κουλτούρα».

Τον γέροντα Πορφύριο τον είχε πνευματικό ένα πάρα πολύ όμορφο κορίτσι που μου άρεσε τρελά αλλά δεν είχα το θάρρος. Δηλαδή είχα το θάρρος, αλλά είχα φάει μια πολύ ευγενική χυλόπιτα και μετά έβγαινε με διάφορους και ούτω καθεξής — απλώς τότε δεν είχα μάθει την dark and tedious art του κολλιτσίδα, να μην καταλαβαίνω από «τελειώσαμε» και από «δεν θέλω».

Ο γέροντας Πορφύριος ήδη προσέλκυε πλήθη. Ήδη τότε η Χάρις (ας την πούμε έτσι) παραπονιόταν ότι υπάρχουν διάφοροι παράγοντες που εκμεταλλεύονταν τη φήμη του γέροντα και ότι ο Γέροντας (με κεφαλαίο) τους κρατάει σε απόσταση αλλά ότι όταν «κοιμηθεί» θα καπηλευτούν πλήρως, στο έπακρο κι επικερδώς τη μνήμη του. Αυτά έλεγε η Χάρις, με το κατάλευκο δέρμα, την όλο νάζι φωνή και ένα σώμα σαν σύννεφο.

Βεβαίως δεν χρειαζόταν να έχεις προορατικό χάρισμα για να μαντέψεις ότι προς τα εκεί πήγαινε η δουλειά. Ο Πορφύριος στον Ωρωπό, ο Ιάκωβος στον όσιο Δαβίδ στην Εύβοια και ο Παΐσιος στο Άγιον Όρος θα έπαυαν σε λίγο να είναι αγοραφοβικά (όπως αρμόζει σε ασκητές) ανθρωπάκια που ήθελαν να πάνε στον Παράδεισο. Παρεκβαίνοντας, άκουσα τον Ιάκωβο να περιγράφει τον Παράδεισο όπως τον είδε σε όραμα και ήτανε σχεδόν σπαρακτικό πως όλου του κόσμου η εξιδανίκευση δεν φτάνει να μας αποσπάσει από την ανάγκη μας για άγγιγμα· όχι για έρωτα, για άγγιγμα.

Πράγματι, στα χρόνια που ακολούθησαν ο Παΐσιος μετατράπηκε από τους αιωνίως στρατόκαυλους και υπεραναπληρωτικά εθνικιστάδες βορειορθόδοξους σε σαολίν χρησμοδότη και Υπέρμαχο Λοχαγό του Γένους. Η όποια κληρονομιά ενός ταπεινού ανθρώπου μεταποιήθηκε σε εθνοκαρτούν και συναξάρι της πιο σκοταδιστικής κι επαρχιώτικης πολιτικής Ορθοδοξίας. Βλέπω ότι τώρα ήρθε η ώρα του Πορφυρίου.

Η κλίκα η οποία διαχειρίζεται τους βίους σύγχρονων αγίων ως προπαγάνδα που θα διαμορφώνει στο εξής την πολιτική και την κοινωνική ζωή του τόπου, όσοι απαρτίζουν τους ΑΝΕΛ και τη ραχοκοκκαλιά της ΝΔ ή βρίσκονται διεσπαρμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ ως πατριώτες και ρωμιοί νεορθόδοξου τύπου, έχουνε στα χέρια τους την ιδεολογική ηγεμονία της σημερινης και της αυριανής Ελλάδας. Αυτή η κλίκα ανατράφηκε στις οργανώσεις, ανδρώθηκε από τον Χριστόδουλο και ήρθε στα πράγματα χάρη στην κυνική διαστροφή της δημοκρατίας και της κοινωνίας των πολιτών στα χέρια των μνημονιοκρατών και των χίψτερ νεοφιλελεύθερων, αναλαμβάνοντας όσα άφησαν κάτω κι έφυγαν τρέχοντας οι πρώην αριστεροί.

Ιδεολογική ηγεμονία δεν έχει όποιος μας χαλάει τη σούπα· βεβαίως η ιδεολογική ηγεμονία δεν συνεπάγεται μονολιθική ιδεολογία με απόλυτη κυριαρχία επί πάντων — αυτός ο μπαμπούλας βρίσκεται κυρίως στο μυαλό του Γκυ Ντεμπόρ και ίσως του Αντόρνο, αφού υποκουλτούρες και αντίσταση υπάρχουν κι ας μη φαίνονται. Ιδεολογική ηγεμονία διαθέτει όποιος θέτει τους όρους του δημόσιου διαλόγου.

Με ποιον διαφωνείς; Με αυτόν που ηγεμονεύει ιδεολογικώς. Τίνος τα επιχειρήματα προσπαθείς να αναιρέσεις; Εκείνου που διαθέτει ιδεολογική ηγεμονία. Με ποια «ηλιθιότητα» αντιπαρατίθεσαι; Της ηγεμονεύουσας ιδεολογίας. Οι γεροντοκάπηλοι κι οι πολιτικώς Ορθόδοξοι, ξαδέρφια Σέρβων και Ρώσων ομοϊδεατών τους και αξεχώριστοι από τους μόλις-και-μετά-βίας-όχι-φασίστες δυτικοευρωπαίους «πατριώτες», είναι για τώρα και για το μέλλον ό,τι ήταν ο Πέτρος Κωστόπουλος τη δεκαετία του ’90.

Το Κλικ και το Νίτρο έθεταν τους όρους της συζήτησης στην οποία ίσως να ήσουν ο απέναντι· τα έντυπα του Τερζόπουλου (και μετά της ΙΜΑΚΟ) πούλαγαν κάτι που είτε ήθελες να ζήσεις είτε να του εναντιωθείς, βγάζοντας π.χ. το κάθε 01. Όλοι μίλαγαν κι έγραφαν σαν Γιάννης Νένες και Μανίνα Ζουμπουλάκη, ακόμα και για να τους αντικρούσουν. Θυμηθείτε το τοτέμ Μαλβίνα, τόσο αντι-Κλικ στο ήθος και τόσο Κλικ στον τρόπο. Όπως οι πολιτικώς Ορθόδοξοι σήμερα, τότε η μπάνκα ήταν ο κωστοπουλισμός: καθόριζε το πλαίσιο και τη θεματολογία του δημόσιου διαλόγου. Δεν είναι τυχαίο ότι η κουραδομαγκιά που πλέον ανελλιπώς συνοδεύει τον εθνικισμό μας εισήχθη σε εντιτό του Κωστόπουλου, που έμπλεως έκστασης και σημιτισμού μάς έλεγε πόσο γαμάω είμαστε οι Έλληνες.

Το ζητούμενο δεν είναι να κοροϊδεύετε τους γεροντοκάπηλους, όπως το ζητούμενο δεν ήταν να κράζετε το Κλικ τότε — εκτός και εάν είχατε να αντιπροτείνετε κάτι τόσο συγκροτημένο και (για τους όρους της ψόφιας τότε εποχής) τόσο τολμηρό όσο το 01.

Το ζητούμενο είναι να γίνουμε βλαμμένοι και να λέμε και να κάνουμε τα δικά μας, να κάνουμε αισθητή την παρουσία της κοσμάρας μας ο καθένας.

«Κατά μαλάκα» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Κάποιος απαισιόδοξος θα ισχυριζόταν ότι προστασία απέναντι στον μαλάκα δεν υπάρχει, πολλώ μάλλον ότι ο μαλάκας ούτε παλεύεται ούτε καταβάλλεται. Όπως το έθεσε και ο Φρειδερίκος Σίλλερ σε άπταιστα γερμανικά (από τα οποία δυστυχώς λείπει ο τεχνικός όρος «μαλάκας»),  mit der Dummheit kämpfen Götter selbst vergebens.

Παρόλ’ αυτά από ένα πόνημα με τίτλο Πώς να μη γίνετε μαλάκας δεν θα μπορούσε να λείπει ένα κεφάλαιο σχετικό με την αυτοπροστασία μας, που να πραγματεύεται πώς θα πολεμήσουμε τον μαλάκα. Δυστυχώς ένα τέτοιο κεφάλαιο είναι μάλλον απαραίτητο αφού πολλοί γινόμαστε μαλάκες πολεμώντας τον μαλάκα. Όπως θα το έθετε ένας άλλος γερμανόφωνος: «Όποιος πολεμάει μαλάκες πρέπει να προσέξει μη γίνει ο ίδιος μαλάκας».

Όπως είδαμε και στο οικείο κεφάλαιο το σχετικό με την τάχα θεομορφία τού μαλάκα, κατά τις διατυπώσεις του Ξανθάκη, όχι μόνο «δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει» τον μαλάκα αλλά επιπλέον

όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει.

Με άλλα λόγια, ναι μεν δεν μπορείς να νικήσεις τον μαλάκα, αλλά θα αναγκαστείς οπωσδήποτε να τον πολεμήσεις αφού «θα σε βρει / και θα σε τυραννίσει».

Όπως αναφέρθηκε πριν, είναι πολύ εύκολο να γίνει κανείς μαλάκας πολεμώντας μαλάκες και η ανθρώπινη ιστορία βρίθει από παράδειγματα μαλακομάχων που έγιναν έως και χειρότεροι τριμαλάκες από τον χατζημαλάκα που πολέμαγαν. Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι απλός: οι μαλάκες είναι ακατάβλητοι, αφού είναι θωρακισμένοι με τις βεβαιότητές τους. Από εκεί και πέρα το πράγμα είναι κλασικές αρχές του πολέμου, το εσκαλέισον που λέει κι ο Τζόκερ στον Μπάτμαν: προσομοιώνεις τις αμυντικές βεβαιότητες που θωρακίζουν τον μαλάκα ώστε να τον προσβάλεις αλλά στο τέλος καταλήγεις να ενστερνίζεσαι αυτές τις όποιες βεβαιότητές σου κι εσύ ο ίδιος· κι έτσι γίνεσαι κι εσύ σιγά σιγά μαλάκας.

Ας αναφέρουμε συνοπτικά δύο παραδείγματα πολέμου με μαλάκα:

Ο ειλικρινής μαλάκας θα χρησιμοποιήσει αυτό που αποκαλεί ειλικρίνεια για να σας πλήξει. Αν πέσετε στην παγίδα, ξεκινώντας να πολεμήσετε κατά του μαλάκα καταλήγετε να πολεμάτε κατά τον μαλάκα: του λέτε κι εσείς κάποια αλήθεια (…) που φρονείτε ότι θα τον πονέσει. Όμως είπαμε: ο μαλάκας δεν πονάει γιατί και κατώτερός του είστε και είναι και θεός. Αποτέλεσμα; Γίνατε λίγο πιο πολύ μαλάκας χρησιμοποιώντας την ωμότητα μιας κάποιας ειλικρίνειας ως όπλο.

Ο μισογύνης μαλάκας θα κάνει τα μισογυνικά του, με τα «ναι μεν αλλά» του και με τα απ’ όλα του. Ας πούμε ότι θέλετε να τον αντιμετωπίσετε είτε γιατί είστε γυναίκα, είτε γιατί είστε μουνόδουλος, είτε γιατί είστε αδερφάρα από αυτές που ξέρουν ότι η πατριαρχία έχει πολλά ποδάρια — και μάλιστα όχι από αυτά που αρέσουν. Απαντάτε λοιπόν στα μισογυνικά του με μια προσβολή που αφορά τον χαρακτήρα ή το ποιόν του μισογύνη μαλάκα. Όμως ο μισογύνης δεν έβρισε εσάς προσωπικά ή μια γυναίκα, παρά μίλησε για αυτό το ψευδές, αόριστο και πολλαπλό είδωλο που λέγεται «γυναίκα», μίλησε για μια κατασκευή. Άρα ποιος είναι τώρα ο μαλάκας, που αντέταξε σε μια πλατωνική κουβέντα ένα σαφές ad hominem; Ποιος άλλος: εσείς.

Γίνεται λοιπόν να είσαι κατά του μαλάκα χωρίς να γίνεσαι κατά τον μαλάκα; Ίσως, αλλά ακόμα και οι θεοί το ψάχνουν το πώς, όπως είδαμε. Πιθανόν μια καλή μέθοδος μαλακομαχίας είναι να ακινητείς περιμένοντας να ξεθυμάνει ο μαλάκας και μετά να παραστήσεις ότι τίποτε δεν κατάλαβες, ότι δεν έτρεξε κάστανο: κανείς μαλάκας δεν αντέχει να νιώθει ότι είναι ατελέσφορη η μαλακία που τον δέρνει και τον κινεί και τον ζωοποιεί. Τότε λοιπόν ίσως και να σκάσει ο μαλάκας — που είναι και το ουσιώδες.

«Είναι ο μαλάκας Θεός;» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Βεβαίως κάθε μαλάκας πιστεύει ότι είναι θεός ή και ο Θεός. Ενδεχομένως αυτό είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του μαλάκα: πιστεύει ότι είναι θεός. Σίγουρα η πεποίθησή του ότι είναι αντίθεος (με την ομηρική έννοια) είναι ισχυρή: είπαμε ότι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες· όσο πιο ακράδαντες, τόσο πιο μαλάκας. Όμως ο μαλάκας δεν πιστεύει απλώς ότι είναι θεός, παρά μοιάζει με θεό και σε κάτι ακόμα: δεν ορίζεται εύκολα.

Ο Θεός των μονοθεϊστικών θρησκειών όντως ορίζεται κυρίως αποφατικά: μέσω του τι δεν είναι παρά με βάση κάποια χαρακτηριστικά του. Ο Θεός αυτών των θρησκειών είναι υπερβατικός, ενώ «κάθε θεότητα που δεν είναι υπερβατική, έχει γνωρίσματα: ο Βαάλ τη μοσχαροκεφαλή και τις μύγες, ο Απόλλων τον ήλιο και το τόξο» κτλ. Ο ένας Θεός δεν έχει γνωρίσματα, λέμε ότι δεν έχει σώμα (ασώματος), ότι δεν βρίσκεται κάπου στον χώρο (πανταχού παρών), ότι δεν μπορεί να γίνει κατανοητός (απερινόητος). Γι’ αυτό και συσσωρεύουν οι θρησκείες επίθετα του Θεού τους (99 το Ισλάμ, περισσότερα οι χριστιανοί), γνωρίσματά του, αφού τον ίδιο τον Θεό τους δεν μπορούν να τον ορίσουν επιτυχώς. Μέσα από τη συσσώρευση επιθέτων προσπαθούν οι πιστοί Του να περιγράψουν και να προσεγγίσουν τον υπερβατικό Θεό τους.

Έτσι και στην περίπτωση του μαλάκα. Παρά τις βεβαιότητές του, απέχει ιλιγγιωδώς από το να είναι υπερβατικός. Ωστόσο δεν ορίζεται με βεβαιότητα. Σκεφτείτε πόσο δύσκολο είναι να διατυπωθεί ένας ορισμός του μαλάκα. Τι είναι μαλάκας; Αμηχανία. Πώς ορίζεται; Θέμα. Συνήθως λοιπόν αναγκαζόμαστε να συσσωρεύσουμε κι εμείς χαρακτηρισμούς κι επίθετα και περιγραφές και περιστατικά με μαλάκες αφού ο μαλάκας δεν ορίζεται. Ο Χρήστος Ξανθάκης, που ζήλωσε τη δόξα του μεγάλου αυτού πονήματος για τον μαλάκα που διαβάζετε κι εσχάτως ασχολήθηκε και αυτός με το θέμα, το διατυπώνει με τον κατάλληλο τόνο:

ο μαλάκας είναι ασταμάτητος, ασύνορος και απροσμέτρητος
και δεν μπορεί κανείς να τον νικήσει

Ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο, ο μαλάκας αποτελεί διαρκεί πηγή εκπλήξεων, ανεξαιρέτως δυσάρεστων. Ακόμα και όταν ξέρουμε ότι κάποιος είναι μαλάκας και είμαστε κατάλληλα προετοιμασμένοι, ποτέ δεν είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι: θα βρει εκείνος τον τρόπο να μας βλάψει ή να μας βγάλει από τα ρούχα μας ή έστω να μας ενοχλήσει. Θα βρει εκείνος τον τρόπο να γίνει ακόμα πιο μαλάκας ή να γίνει μαλάκας με κάποιον καινούργιο τρόπο. Γιατί είναι έμπειρος και ξέρει. Γιατί η βεβαιότητα σε συνδυασμό με τον σολιψισμό σε απαλλάσσουν από την υποψία ότι μπορεί να γίνεσαι γελοίος, ενώ σε εμψυχώνει να ανέβεις καμαρωτός και ξεσκούφωτος το Έβερεστ της μαλακίας μέχρι την κορυφή του, ή μέχρι να σε σκοτώσουν η ανοξία και το μαλακόκρυο.

Μια τεταρτη ιδιότητα του μαλάκα (πέραν από το ιδεασμό ισοθεΐας, την αδυναμία να οριστεί και το ότι πάντοτε θα βρει τρόπους να μας βλάψει) είναι τέλος η κάτωθι. Και σε αυτήν την ιδιότητά του ο μαλάκας μοιάζει με τον τιμωρό Θεό των μονοθεϊστικών θρησκειών, και πάλι επιγραμματικώς διατυπωμένη από τον οψίμως ενδιαφερθέντα Ξανθάκη:

όπου και να κρυφτείς
όσο και να κρυφτείς
ο μαλάκας θα σε βρεί

και θα σε τυραννίσει

Τι άλλο να πει κανείς λοιπόν εκτός από το ni Dieu ni malakas.

Το Παρίσι και το μοναστήρι

Πρέπει να υπάρχουν ακόμα πολλοί που νομίζουν ότι «δεν είμαστε λαός» επειδή «είμαστε βρωμιάρηδες και δεν σεβόμαστε τον δημόσιο χώρο» και οι οποίοι αποδίδουν αυτή μας την κακοδαιμονία (υποκριτικώς ντρέπονται πια να πουν «γυφταριό») στο ότι δεν περάσαμε Διαφωτισμό κτλ. Όσο και αν έχουνε ταξιδέψει αυτοί οι άνθρωποι, μάλλον έχουν ταξιδέψει λειψά. Άλλωστε το ταξίδι ποσώς δεν επεκτείνει τους ορίζοντές μας και σίγουρα από μόνο του δεν θεραπεύει απολύτως τίποτα, ούτε τη στενομυαλιά ούτε τον ρατσισμό.

Όσοι τα λένε αυτά, ότι είμαστε «από τη φύση μας» ή λόγω Τουρκοκρατίας ή και Βυζαντίου «τέτοιοι», αν δεν έχουν χρήματα να ταξιδέψουν για να δούνε το σκουπιδομάνι μεγάλων και μικρότερων πόλεων της Εσπερίας, ας πάνε σε κανα μοναστήρι της πατρίδας μας.

Εκεί, στα μοναστήρια, τους περιμένει μια εντελώς διαφορετική εικόνα από τα λιγδιασμένα περιτυλίγματα και τα σπασμένα μπουκάλια και το ρέον κάτουρο στους δρόμους βορείως των Άλπεων πριν επελάσουν τα δημοτικά συνεργεία καθαρισμού.

Ας πάνε λοιπόν σε κάποιο μοναστήρι, που είναι ο ρωμεϊκότερος θεσμός που υπάρχει, ο πιο μη διαφωτισμένος, και ο οποίος στελεχώνεται από τους ρωμεϊκότερους ρωμιούς. Εκεί ας χορτάσει ευταξία και καθαριότητα επιπέδων Ζάλτσμπουργκ, ας θαυμάσει τη φροντίδα παντού· μετά λοιπόν ας έρθει να μας πει για τον Διαφωτισμό που δεν έχουμε περάσει και πώς αυτή η έλλειψη φταίει που «είμαστε τέτοιο μπουρδέλο» ή που «βρωμάν οι πόλεις μας».

Τέλος πάντων, κάποια στιγμή θα καταλάβουμε ότι οι καθαρές πόλεις προϋποθέτουν εξοπλισμένα και στελεχωμένα συνεργεία καθαριότητας· ότι τα φροντισμένα πάρκα προϋποθέτουν και συνεργεία καθαριότητας και κηπουρούς αλλά και τη χρήση τους από το κοινό. Γενικότερα, κάποτε θα πάρουμε χαμπάρι ότι ο σεβασμός του δημόσιου χώρου προϋποθέτει τουλάχιστον να υπάρχει αίσθηση κοινότητας και, γενικότερα, εδραιωμένη η αντίληψη του ότι ζούμε σε κοινωνία.

Συνεπώς η βρωμιά, ο θόρυβος και η αταξία γύρω μας οφείλονται και στο ότι κάποια στιγμή κατά τη νεώτερη ιστορία μας αποφασίσαμε ότι μπορούμε με τον (όποιο) συσσωρευμένο πλούτο μας και με τον εγκλεισμό στο σπιτάκι μας να υποκαταστήσουμε τα δημόσια αγαθά και τους δημόσιους χώρους: η νεοελληνική βρωμιά και η χωροταξική αναρχία είναι συνέπειες του πώς μας ήθελε η πολιτική εξουσία από το 1949 και μετά.

Ένας άλλος κόσμος, σφαιρικός

Πάντως ό,τι και να πει κανείς, όσο και να διαμαρτυρηθεί, όσο και να καμώνεται τον ανώτερο, οι ποδοσφαιρόφιλοι, οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, αυτοί που τέλος πάντων είναι το αντίθετο των άμπαλων σαν κι εμένα, είναι τυχεροί άνθρωποι: προνομιούχοι.

Όλοι εμείς οι άμπαλοι έχουμε την επικαιρότητα των πολιτικών θεμάτων, των οικονομικών προβλημάτων, του μέλλοντος της κοινωνίας ή του πλανήτη ή των ίδιων των ζωών μας για να βαυκαλιζόμαστε, αυτοί έχουνε διαρκώς ζωντανή και τρέχουσα ενημέρωση για μεταγραφές, προπονητικές δηλώσεις, διαστρέμματα, αποτελέσματα του λευκορωσικού, του κολομβιανού ή του μολδαβικού πρωταθλήματος. Ενημέρωση που μάλιστα εξυπηρετεί ο σφριγηλός αθλητικός τύπος, όχι σαν τις σκιές περασμένων μεγαλείων όπως το Βήμα κι η Καθημερινή ή σαν τις καινοφανείς φυλλάδες που πουλάνε χούντα και προφητείες του Πατροκοσμά. Η ποδοσφαιρική επικαιρότητα υπάρχει είτε ανεξάρτητα από την υπόλοιπη, είτε ως παραπλήρωμα της υπόλοιπης είτε, για κάτι καλτσιοθεωρητικούς, ως μια προνομιακή ερμηνευτική σκοπιά του κόσμου.

Οι άμπαλοι επίσης έχουμε τους ήρωες και τους κακούς μιας πραγματικότητας που επηρεάζει και ενίοτε δηώνει τις ζωές μας, εκτός κι αν ασχολούμαστε με το σινεμά ή με το ροκενρόλ για να ξεφεύγουμε. Το πάνθεον της μπάλας όμως είναι πλήρες, συνεπές και αυτόνομο, ένα πάνθεον επικό και εφάμιλλο του σύμπαντος της Μάρβελ. Το πάνθεον της μπάλας όμως δεν είναι κόμιξ για νέρντουλες, είναι σημαντικότερο από την πραγματικότητα, όπως άλλωστε οι θεοί είναι σημαντικότεροι από τους ανθρώπους, είτε είναι θεοί της Αρετής και του Ερνέστο Βαλβέρδε, είτε της Κακίας και του βασιλείου εκείνου του αχώνευτου που όλοι βρίζουν. Μεσα στη σύνθετη νομενκλατούρα του ποδοσφαίρου, στο Μπάλα Universe, προϊόν μεταγραφικών θεογονιών και θαυμαστών αποκαλύψεων, δεσπόζουν οι ημίθεοι ήρωες: τα αντικείμενα αρσενικών τάχα ανερωτικών και θηλυκών στάνταρ ερωτικών πόθων, οι στρατιές ποδοσφαιριστών. Στις τάξεις τους χωράει ο αλαζόνας αχιλληίσκος Κριστιάνο Ρονάλντο, ο φάλσταφ κάγκουρας πώς τον λένε, ο σχεδόν ιησουχριστός Τζωρτζ Μπεστ, ο Μέσι-Αρτζούνα, ο αηγιώργης Μαραντόνα — και ούτω καθεξής.

Τέλος, εμείς οι άμπαλοι για να ζήσουμε χαρές και συγκινήσεις, για να μας αγγίξει η ευτυχία, περιμένουμε να πάρουμε κανα πτυχίο, να ανοίξουμε κανα σπίτι, να δούμε καναν φίλο, να βρούμε έναν δικό μας άνθρωπο, να γράψουμε κανα βιβλίο ή να κάνουμε καμμιά συναυλία ή έκθεση ή κατασκευή, να πάμε κανα ταξίδι, να αναγνωριστεί η δουλειά μας, να αγαπήσουμε, να μας ερωτευτεί καμμιά θεότητα, να κάνουμε παιδιά. Οι ένθεοι του ποδοσφαίρου, στον βαθμό που ασχολούνται με όλες αυτές τις μπανάλ σάχλες, έχουν επιπλέον τους δίκαιους αγώνες του ΠΑΟΚ, την έκσταση του να το σηκώνεις στην Πορτογαλία, τα θαύματα «μια στα χίλια χρόνια» τύπου Ρόμα-Μπαρσελόνα 3-0, τον ποδοσφαιρικώς ακατάβλητο λαό της Βραζιλίας, το from zero to hero της Λέστερ κτλ.

Λέμε κι εμείς ότι ζούμε, δηλαδή.

Γυμνοί τόποι

Κανένας χώρος, είτε εξωτερικός είτε εσωτερικός, δεν αντέχει να μένει γυμνός. Δεν έχει σημασία αν είναι δωμάτιο, μπαλκόνι, δρόμος, μπαρ, πλατεία ή εξοχή: για να υπάρξει πραγματικά κάθε τόπος πρέπει να ντυθεί, να επιπλωθεί, να σαρκωθεί — πείτε το όπως θέλετε. Αλλά γυμνός τόπος είναι μη-τόπος.

Ένας τρόπος να ντύσεις έναν χώρο, ιδίως άμα είναι εσωτερικός, είναι η μουσική. Πήγα το Πάσχα στο Pirée, όπου παίζει μουσική ο Κώστας Παντιώρας. Εντυπωσιάστηκα από το πώς η μουσική μπορεί να καταστήσει έναν χώρο ενδαφέροντα και συναρπαστικό, και μάλιστα έναν χώρο γυμνό, που θα ήταν απλώς αδιάφορος ή και ασυνάρτητος αν απουσίαζε η μουσική. Χάρη στη μουσική του, η χιψτεροεκλεκτική διακόσμηση ενός κάπως ανοικονόμητου εσωτερικού χώρου έχανε κάτι από την ειρωνεία που κουβαλάει κάθε υπαινιγμός σε κάτι άλλο (στο μπουρδέλο, στην περίπτωσή μας): η μουσική μετέτρεπε τη διακόσμηση από πράγματα που προσπαθούν να στήσουν νόημα σε ρούχο ή και σάρκα, σε κάτι από το οποίο αποστασιοποιείσαι ενδεχομένως αλλά το οποίο είναι φορέας ομορφιάς (ως ρούχο) ή και ζωής (ως σάρκα).

Οι χώροι και οι τόποι μπορούνε να επενδυθούν βεβαίως και αλλιώς, όχι μόνον μουσικά. Αλίμονο. Και εννοείται ότι ο πιο καίριος και ο πιο δύσκολος τρόπος να ντύσεις έναν χώρο είναι οι αναμνήσεις. Είναι ο πιο καίριος γιατί είναι ο πιο σαφής: όταν ντύνονται με αναμνήσεις οι τόποι λειτουργούν ως σκηνικά πράξεων, ως το φόντο μπροστά στο οποίο στήθηκαν πρόσωπα ή σώματα, ως σκηνές γεμάτες αποτυπώματα διαθέσεων. Με την ανάμνηση ο τόπος παραπέμπει στο γεγονός ή στη διάθεση, όταν δεν είναι ο τόπος το ίδιο το γεγονός και η ίδια η διάθεση. Αυτή η επένδυση, αυτή η σάρκωση γυμνών τόπων είναι επίσης ευάλωτη στην αποστασιοποίηση· επιπλέον την υπονομεύει η ζαχαρόπηκτη υπερτροφία της νοστλαγίας και — το χειρότερο — ο σκώρος της λήθης που στο τέλος όλα θα τα φάει.

Κριτικές από το μέλλον

Η υστεροφημία είναι πιο άστατη και απρόβλεπτη κι από καθωσπρέπει παλληκάρι με σπουδές και καλάς συστάσεις μετά τον τρίτο χρόνο έγγαμου βίου. Παράλληλα, η κριτική πολλές φορές πάσχει από σύνδρομο ωχράς κηλίδας και δεν βλέπει μπροστά της παρά μόνον τα γύρω γύρω: τα περιφερειακά και τα καθέκαστα. Όμως καμμιά φορά αξίζει να αναρωτηθεί κανείς πώς θα φαίνεται η εποχή του από το μέλλον. Για παράδειγμα, σήμερα μιλάμε για την ελληνική δεκαετία του ’60 ως εποχή ηρώων και θαυμάτων στην ποίηση, στο θέατρο και στη μουσική των Χατζιδάκι-Θεοδωράκη-Μαμαγκάκη (αλλά και Χρήστου) όμως όσοι ζούσαν και εργάζονταν τότε είχαν είτε κάπως διαφορετική γνώμη είτε μια λιγότερη ευκρινή εικόνα, εικόνα που έβλεπαν χωρίς τα φίλτρα του εκ των υστέρων.

Μπορεί λοιπόν τα μπλογκ να μην πια αυτό που ήταν την προηγούμενη δεκαετία και πλέον να έχουνε πολύ πιο εξειδικευμένο κοινό. Αυτό οφείλεται και στο ότι η ονλάιν κοινωνική δικτύωση διεκπεραιώνεται πλέον με άλλα μέσα: αρχικά διάβαζες και σχολίαζες τα μπλογκ και για να δικτυωθείς· εδώ και χρόνια υπάρχουν ευκολότεροι και λιγότεροι πληκτικοί τρόποι: με εξυπνάδες (τουίτερ), με φωτό (ίνσταγκραμ), με λίγο απ’ όλα (φέισμπουκ) κτλ.

Βεβαίως αρχικά τα μπλογκ φαίνονταν να έχουν ορμή, φρεσκάδα και δυναμισμό, ενώ συγκέντρωναν φωνές αποκλεισμένες από την εκδοτική καμαρίλα αλλά και από την εν γένει βάσανο της διαδικασίας γραφή-επιμέλεια-έκδοση-προώθηση. Κάποιες φωνές ήταν όντως σπουδαίες και απροσδόκητα μοναδικές. Κάποιες παλαιότερες άλλες φωνές, δοκιμασμένων γραφιάδων που τους προσέκλυσε το νέο μέσο και οι δυνατότητές του περισσότερο από τη στιγμιαία αυτοέκδοση, ήρθαν και προσέδωσαν στο μέσο ποικιλία και κάποιο κύρος.

Για την κληρονομιά των μπλογκ έγραψα και εδώ πριν τέσσερα χρόνια:

Τα μπλογκ όμως στην πλειοψηφία τους ανέδειξαν τελικώς ένα ύφος, έναν άλφα τρόπο γραφής: αποσπασματικό και θυμόσοφο, υπαινικτικό, με αποσιωπήσεις και με πολλά αποσιωπητικά, ελαφρώς μεθυσμένο και ζαβά προυστιανό… Τα μπλογκ ποτίστηκαν από την αμεσότητα και την τεχνητή προφορικότητα της σχολής Κλικ, από τον υποκειμενισμό του χρονογράφου, από τον συναισθηματισμό και τη χαμηλή οπτική γωνία του ερωτοχτυπημένου στιχουργού και του ημερολογιογράφου. Κύλησαν χαμηλόφωνα, υποκειμενικά ή και αλαλάζοντας — συνήθως ομφαλοσκοπώντας, πάντως. Άλλα ήταν ανοιχτά ημερολόγια, άλλα ήτανε σαν μικρές εισηγήσεις περί τα κοινά σε οικογενειακά τραπέζια. Ακκίστηκαν τα μπλογκ ότι το μικρό, το στιγμιαίο και το καθέκαστο θα εξακτινωνόταν ανεξαιρέτως στο μεγάλο, στο γενικό, στο πολιτικό, στο πανανθρώπινο. Στις εκβολές των μπλογκ βρίσκουμε τα φρη πρες και τη νέα μυθιστοριογραφία του Λιβάνη και του Ψυχογιού.

 Χτες το βράδυ όμως σκέφτηκα κάτι άλλο: τα μπλογκ, λίγο μετά την αρχή του αιώνα, αποτέλεσαν το αποφασιστικό πέρασμα από το ίντερνετ της τσόντας, των ιμέιλ και του τσατ μέσω IRC σε κάτι σύνθετο και κομψό, σε κάτι με δικές του αυτόνομες δυνατότητες και χρήσεις. Μετέτρεψαν το ίντερνετ από βιβλιοθήκη και τηλέφωνο σε συμπληρωμα βιοτής: το πήραν εργαλείο και συντέλεσαν στο να γίνει Μέσο. Επιμένω ότι τα μπλογκ πρωταγωνίστησαν σε αυτή τη διαδικασία μετατροπής, ακόμα και πριν καταντήσουν ατελή υποκατάστατα της δημοσιογραφίας.

Από αυτή την άποψη, νομίζω ότι η προηγούμενη δεκαετία, αυτή με τα μηδενικά, σύντομα θα εξιδανικευτεί και θα ηρωοποιηθεί. Γενιές που γεννήθηκαν μεγάλωσαν σε έναν κόσμο δικτυωμένο θα βλέπουν με δέος και συλλογική νοσταλγία, ξέρετε: τη νοσταλγία των άλλων, το 2003-2010, όταν αρχίσαμε να εκφραζόμαστε και να επικοινωνούμε και κυκλοφορούμε  διαδικτυακά. Θα βγουν ταινίες και αφηγήματα (σε χαρτί; ηλεκτρονικά; δεν ξέρω) για εκείνη την αστεία άλλά συναρπαστική εποχή των πρωτοπόρων, όταν δεν ήξερε ο κόσμος αν θα γράφει επιφυλλίδες, ανοιχτά ημερολόγια, λογοτεχνία, χρονογράφημα ή κομψούς ακκισμούς προς γκομενική άγρα. «Φοβερή εποχή», θα λένε. Για εσάς που τη ζήσατε και μόνο το κομμάτι του Θανάση σάς φέρνει προς απομνημείωσή της, φανταστείτε να είχατε ζήσει την εποχή που π.χ. άρχισε ο γραπτός τύπος, το ράδιο, η τηλεόραση: τρελή πρωτοπορία!

Στην ελληνική μπλογκοκοινωνία δύο θα αναδειχτούν ως ήρωές της, για όσους θα ενδιαφέρονται για κριτικές και για γενεαλογίες του μέσου. Λίγοι θα ενδιαφέρονται βεβαίως αλλά, και πάλι, πόσοι ασχολούνται με την αναγεννησιακή μουσική ή με την ποίηση του Εμπειρίκου; Οι ήρωές της λοιπόν, είμαι σίγουρος και ως μπλογκάς και ως γραμματιζούμενο παιδί, θα είναι δύο: ο Τάλως και ο Old Boy.

Ο μεν Τάλως εγκαινίασε το νέο μέσο σχεδόν με τρόπο σολωμικό, μεταγγίζοντας πρώτος την ιδέα «από το εξωτερικό», δημιουργώντας είδος μεικτό αλλά νόμιμο και, ως επιστέγασμα, επινοώντας τον όρο «ιστολόγιο». Από αυτή την άποψη είναι πρώτος και παραμένει σημαντικός γιατί δεν έγραφε ονλάιν ποίηση, χρονογράφημα, ημερολόγιο, μπροσούρα ή επιφυλλίδα, παρά κείμενα μεταξύ του επικαιρικού και του γενικού, δοκιμιακά, τα οποία όμως αξιοποιούσαν στο έπακρο τις δυνατότητες που έδιναν οι σύνδεσμοι και το λινκάρισμα ως δυνητική παραπομπή και προσεκτική τεκμηρίωση. Διαβάζοντας Τάλω μάθαινες τα πάντα π.χ. για την Άνω Βόλτα (την Μπουρκίνα Φάσο) μέσα από τα κείμενά του αν ήθελες: ακολουθώντας λινκ. ‘Οσοι τον μιμήθηκαν ευτύχησαν κι ευτυχήσαμε κι εμείς που τους διαβάζουμε.

Για τον Ολντμπόυ τα έχω ξαναπεί:

Ο old boy δεν κάνει λογοτεχνία, δεν κρατάει ημερολόγιο, δεν κάνει ρεπορτάζ, δε χρονικογραφεί, δεν κάνει ακριβώς σχολιασμό της επικαιρότητας. Βεβαίως, δεν άποτελούν ασκήσεις ύφους κενές περιεχομένου τα ποστάκια του: στον βαθμό που λοξά και — αναπόφευκτα — επιλεκτικά, σχολιάζει τι γίνεται στον κόσμο, θα τον χαρακτήριζα τον Πιτσιρίκο του σκεπτόμενου ανθρώπου. Όταν πάλι καταπιάνεται με το σινεμά, νιώθουμε ξαφνικά ότι βρισκόμαστε στη συμβολή του Ebert ή του Alexander Walker με έναν βιωματικό μπλογκά που κρατάει ημερολόγιο ονλάιν: ένα ημερολόγιο όπου, φυσικά, ο τέταρτος τοίχος λείπει.

Το ξαναλέω: ο Παναγιωτακης κι ο Κωστάκος μια μέρα θα είναι θρύλοι. Έκαναν μπλογκ, κυρίως μπλογκ, κι έκαναν το μπλογκ κάτι που ήθελες να διαβάζεις. Μαζί με άλλους, πιο καλλιτέχνες, σε έκαναν να θες να ανοίξεις μπλογκ κι εσύ, ακόμα κι αν δεν ήξερες γιατί. Κι ακριβώς εκεί βρίσκεται η επιτυχία και η απήχηση ενός μέσου: όταν θες να έχεις βιβλιοθήκη, δισκοθήκη, τηλεόραση, ράδιο κτλ. ακόμα και αν δεν είσαι βιβλιοφάγος, μελομανής κτλ. Κι αυτοί οι δύο «τα ξεκίνησαν όλα», που λένε κι οι αμερικανικές ταινίες, χωρίς σοβαροφάνειες, απολαυστικά, κάνοντάς το να φαίνεται σχεδόν εύκολο.

Κι έτσι δημιουργήθηκε έναυσμα για «να μπαίνεις και να γράφεις» στα σοσιαλμήντια.

It’s oh so quiet

Ο κόσμος έχει πάει πίσω πολλές φορές. Οι περισσότεροι γνωρίζουμε για τα λεπτά ήθη, τη σπουδαία τέχνη και τη συναρπαστική τεχνολογία που χάθηκαν μεταξύ 600 και 1100 μ.Χ. Υπάρχουνε και οι πρώτες πόλεις της ανθρωπότητας, σύνθετες κοινότητες χωρίς ναούς και χωρίς παλάτια, που τις καπάκωσαν ιερατεία κι άρχοντες για τα καλά. Η βαρβαρότητα όμως ελλοχεύει παντού, όχι μόνο σε σκοτεινούς αιώνες, γενοκτονικές κονκίστες και στυγερές αντεπαναστάσεις.

Σε κάθε συγκυρία αναδίπλωσης, σε κάθε πρόσκομμα στην αργή και βασανιστική επέκταση του χώρου της ανθρώπινης ελευθερίας, ενυπάρχει το στοιχείο της βαρβαρότητας. Η βαρβαρότητα αυτή δεν εκφράζεται μόνον αφηρημένα ή με όρους ηθών και ιδεών παρά μεταφράζεται σε εξαθλίωση και σε πρόωρους θανάτους. Ακόμα χειρότερα, η εξαθλίωση και οι πρόωροι θάνατοι δεν είναι απαραιτήτως οικονομικής αιτιολογίας: όταν στο όνομα λ.χ. της «κοινωνικής συγκρότησης» ή της «εθνικής ενότητας» καταπιέζονται ή περιθωριοποιούνται λίγο όπως παλιά και λίγο με νέους τρόπους οι γυναίκες κι οι γκέι ή κάποια εθνότητα αντίστοιχα, τότε όλο και κάποια κοπέλα θα πάθει κάποιο σοβαρό ατύχημα, κάποια αδερφή θα καταλήξει να αυτοκτονήσει, κάποιος καρκινοπαθής θα ζήσει λίγο λιγότερο και πολύ πιο οδυνηρά, κάποιος τσιγγάνος θα βρεθεί με μια σφαίρα στο κεφάλι. Και όλες αυτές οι μικρές αφανείς τραγωδίες θα είναι είτε μεμονωμένα περιστατικά είτε αναπόφευκτες συνέπειες κάποιας γενικής κι ακαθόριστης κρίσης που ερμηνεύεται και θα ερμηνεύεται περίπου σαν θεομηνία — όταν δεν μας βεβαιώνουν ότι φταίνε γι’ αυτήν οι αμαρτίες των πιστών ή των φορολογουμένων.

Η κρίση τέτοιου τύπου, σαν και αυτή που σύντομα θα κλείσει οκταετία, δεν αντιμετωπίζεται με τις επαναστάσεις και τις εξεγέρσεις που φαντασιωθήκαμε: εφόσον υπάρχει η υποψία ότι μπορούμε να γυρίσουμε στην κανονικότητα, όσο λειψή και περιορισμένη κι αν είναι, καμμία κοινωνική τάξη δεν είναι διατεθειμένη να πάρει το ρίσκο της ανατροπής.

Κατά συνέπεια η κρίση καταλήγει να κανονικοποιηθεί: αρχικά την απορροφούν οι θεσμοί και προσαρμόζονται αναλόγως, ερμηνεύοντας και αποφασίζοντας και ενεργώντας συνοπτικά, τυπολατρικά κι αυταρχικά. Επίσης οι αφανείς και οι άφωνοι, προβληματικοί λόγω της δυστυχίας τους και των άδικων ή πρόωρων θανάτων τους,  περιθωριοποιούνται ακόμα περισσότερο για χάρη της «κοινωνικής συγκρότησης» και της «εθνικής ενότητας». Η damnatio memoriae ολόκληρων κοινωνικών στρωμάτων επιτυγχάνεται είτε με την αποσιώπηση της ύπαρξής τους είτε με τον στιγματισμό τους ως φανατικών, ηλιθίων, εγκληματικών μαζών ή πλέμπας που εκφράζεται μέσα από ακρότητες κι ευτελείς εκτονώσεις (όπως π.χ. τα σπορ). Σε αυτή τη damnatio συντελούν τα μέγιστα (όπως είναι η διαχρονικώς σπουδαιοφανής διατύπωση) οι δοκιμασμένες μορφές ελέγχου: αυταρχική παιδεία, ολοκληρωτική οικογένεια, θρησκεία ενοχής και υποκρισίας. Παιδεία, οικογένεια και θρησκεία αναγορεύονται σε ιδανικά, ανανεώνονται και ξαναπλασάρονται ως συνεκτικοί δεσμοί ή απλώς ως το τσιμέντο που πνίγει και σαβανώνει τα bricks in the wall.

Στα δικά μας τώρα, το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι η ανικανότητα και ο ερασιτεχνισμός των στελεχών του, ποιότητες που διακρίνουν όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις μετά τον Σημίτη. Η διαφορά του Σύριζα είναι ότι δεν διαθέτει τη μαγιά αδίστακτων που προσέδιδε στις πριν από τις δικές του κυβερνήσεις αίγλη ηγετική — η κυβέρνηση Σημίτη (που κι εγώ θαύμασα) πιθανόν μόνον από αδίστακτους ήταν στελεχωμένη. Το πρόβλημα του Σύριζα δεν είναι ούτε o θρυλούμενος αυταρχισμός του, που φαιδρώς και φαντασιακώς αποδίδεται σε σταλινικά αντανακλαστικά: υπό την καθοδήγηση του Νίκου Παππά και με ξεκάρφωμα 2-3 χρήσιμους ονειροπόλους, η κυβέρνηση Σύριζα είναι μια κανονικά αυταρχική ελληνική κυβέρνηση (θυμάστε λ.χ. κάποιον Μαρούδα; τα έργα της κυβέρνησης Μητσοτάκη; ας μην επεκταθούμε).

Το μακροπρόθεσμο πρόβλημα με τον Σύριζα δεν είναι ούτε οι άψογα κεντροδεξιές πολιτικές του, δεν είνα καν ότι πρώτα συνθηκολόγησε και μετά προσπάθησε να μας κάνει όλους εθελουσίως μεν, happy δε, δούλους. Το πρόβλημα είναι ότι η υπόσχεσή του να περιορίσει τον χώρο της βαρβαρότητας και του αυταρχισμού μέσα στην ελληνική κοινωνία ακόμα και αν αποτύγχανε οικονομικά. Την υπόσχεση αυτή την εκπλήρωσε μερικώς με το Σύμφωνο Συμβίωσης και με την αναγνώριση της Ταυτότητας Φύλου, ταυτόχρονα μάς φόρτωσε τόνους έρμα για αντιστάθισμα: στεγνή δεσποτοκρατία, καταστολή όπως παλιά, καουμπόικες εξωτερικές πολιτικές, πατριδοκαπηλία α λα πατριώτα (που συγκινεί και τους κνίτες).

Ο Σύριζα είναι ένα κεντροδεξιό κόμμα που παριστάνει το κεντροαριστερό ενώ τα στελέχη του νοσταλγικώς ακούνε Βσταβάι και Κατιούσα πίσω από κλειστές πόρτες. Εξαιτίας του Σύριζα κανονικοποιήθηκε η κρίση και ολοκληρώθηκε η damnatio memoriae όσων παραμένουν αφανή κι άφωνα θύματά της αλλά και όσων προορίζονται να γίνουν θύματά της στο εγγύς μέλλον. Χάρη στον Σύριζα επικράτησε επιτέλους η κοινωνική σιωπή που τόσο λαχτάρησαν οι σαμαράδες και ο δένδιες, ηττήθηκε πρακτικά κάθε δοκιμή οργάνωσης από τα κάτω, πείσθηκαν όλοι πια ότι η μη επαναστατική αριστερά δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο ύπαρξης εκτός από το ότι δεν φλερτάρει με τον φασισμό, όπως τα δεξιά κόμματα. Κι αυτό είναι σχεδόν έγκλημα.