Wir sind die Tat

Σε ένα πούλμαν στη Γαλλία το 1995 άκουσα τους Τούρκους φοιτητές να τραγουδούν ένα καταπληκτικό τραγούδι. Αν και εγγονός κομμουνιστή δεν αναγνώρισα το «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», οπότε ρώτησα τι ήταν αυτό.

«Το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας»

Με ξένισε αυτό: ήδη από τότε αντιπαθούσα τους Αυστριακούς συλλήβδην, τους θεωρούσα όλους ξινούς δυσκοίλιους χαλβάδες που νομίζουν ότι τους ανήκει ο γερμανόφωνος κόσμος αν και είναι καθολικοί τσομπαναραίοι. Κακώς μεν, αυτά είναι στερεότυπα που αφορούν μόνον τους μη-Βιεννέζους. Όμως τότε δεν το ήξερα και δεν μπορούσα να καταλάβω πώς ένα επαναστατικό τραγούδι μπορεί να λέγεται το τραγούδι των εργατών της Αυστρίας.

Τη μελωδία τη μουρμούραγα για χρόνια με ό,τι θυμόμουν από τους τούρκικους στίχους. Την εποχή του Ίντερνετ, κάποιος φίλος του Κόμματος μού είπε ότι βεβαίως αυτό είναι το Белая армия, чёрный барон, του 1920, εδώ με ωραίο βίντεο στο οποίο κάνει εμφάνιση ένας αρπακτικός δικέφαλος αετός.

Αναρωτιόμουν πλέον πώς από το τραγούδι του Κόκκινου Στρατού φτάσαμε στους Τουρκόφωνους εργάτες της Αυστρίας και στο πανάθλιο στιχουργικά συνθηματολογικό μοιρολόι του ΚΚΕ για τον Δημητρώφ (το οποίο είχα ανακαλύψει και μελετήσει στο μεταξύ). Χάρη στο Ίντερνετ και πάλι βρήκα τον ελλείποντα κρίκο πριν κάτι μήνες: τη γερμανική εκδοχή του τραγουδιού, απευθείας διασκευή του ‘Λευκός Στρατός, Μαύρος Βαρώνος’ (Белая армия, чёрный барон) που λέγεται Arbeiter von Wien: Οι εργάτες της Βιέννης.

Είχα βρει αυτό που έψαχνα.

Η αυστριακή εκδοχή είναι το κάτι άλλο στιχουργικά. Τα γερμανικά μου είναι για τα μπάζα, αλλά υποκλίνομαι σε όποιον σύντροφο στιχουργό έγραψε τους εξής στίχους:

Wir sind die Zukunft und wir sind die Tat.

είμαστε η δράση

αλλά και

Wie auch die Lüge uns schmähend umkreist,
alles besiegend erhebt sich der Geist.
Kerker und Eisen zerbricht seine Macht,
wenn wir uns rüsten zur letzten Schlacht.

χωρίς να πω για την εικόνα της κόκκινης σημαίας που φλογίζει. Τι να λέμε.

Το άσμα με μετάφραση στα αγγλικά το βλέπετε εδώ:

Φωτογραφία: Γιάννης Κολεσίδης

«Καθώς γίνεσαι μαλάκας» από το «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Εάν πράγματι μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες, ποια είναι η διαφορά βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων; Η διαφορά είναι μάλλον απλή: οι βεβαιότητες δεν μεταβάλλονται, δεν αναθεωρούνται, δεν αναιρούνται και, βεβαίως, δεν καταρρίπτονται. Ήδη νιώθει κανείς να σχηματίζεται το προφίλ του ιδανικού μαλάκα: εκείνου που δεν θα σαλέψει ούτε ρούπι από τις βεβαιότητές του, που μερικά χρόνια πριν θα σου έλεγε κιόλας το παλιακό «ου με πείσεις καν με πείσης».

Οι βεβαιότητές σου σε κάνουνε σιγά σιγά μαλάκα καθώς αμφισβητούνται ή καθώς ο κόσμος ή ο εαυτός σου σε εξαναγκάζουνε να τις αναθεώρησεις. Αυτό που σε καθιστά σιγά σιγά μαλάκα είναι η άρνηση: η αντίστασή σου στην πραγματικότητα· επιπλέον, η αντίστασή σου στον ίδιο σου τον εαυτό, στις ιδιαιτερότητες και στους περιορισμούς του, μπορεί να σε κάνει δυστυχισμένο ή μαλάκα.

Εδώ κάνουμε μια πρώτη διάκριση σε δύο τύπους μαλάκα:

  1. εκείνου που αντιστέκεται στην πραγματικότητα και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον κόσμο γύρω του (και συνεπώς και για τον εαυτό του) και
  2. εκείνου που αντιστέκεται στον ίδιο του τον εαυτό και συνεπώς έχει βεβαιότητες κυρίως για τον εαυτό του — αφού τον κόσμο γύρω του τον έχει εντελώς γραμμένο.

Αυτή η δεύτερη κατηγορία μαλάκα είναι η πιο επιδραστική, αφού περιλαμβάνει ανθρώπους που ναι μεν είναι μαλάκες απροσχημάτιστα αλλά εντοπίζονται δύσκολα γιατί δεν σε προειδοποιεί κανενός είδους κενοδοξία, μεγαλαυχία, αμετροέπεια, επιδειξιομανία, στόμφος κ.ο.κ. Πολλοί λοιπόν προτιμούν την ατραπό του μαλάκα τύπου 2 από εκείνη της δυστυχίας, αγκιστρωμένοι επώδυνα και οριακά στο τσιγκέλι των βεβαιοτήτων τους. Άλλωστε, παραφράζοντας τη γνωστή ρήση, όταν είσαι μαλάκας βλάπτεις μόνο τους γύρω σου, όχι τον εαυτό σου. Είναι λοιπόν εύλογο να προτιμάει κανείς να είναι μαλάκας παρά δυστυχισμένος.

Έχοντας ακλόνητες βεβαιότητες έχεις λοιπόν πάντοτε δίκιο. Πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν να έχεις άδικο. Έτσι ξεκινάει η διαδικασία και έτσι εξελίσσεται. Καθώς λοιπόν γίνεσαι μαλάκας διαπιστώνεις επιπλέον ότι οι βεβαιότητές σου για τον κόσμο ή για τον εαυτό σου σε θωρακίζουν από τη δυστυχία και από την ενοχή. Αυτό είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του μαλάκα: δεν φταίει ποτέ.

Το πλεονέκτημα αυτό υφίσταται ακόμα και αν ανήκεις σε εκείνη την κατηγορία μαλάκα του οποίου οι βεβαιότητες έχουν χαρακτήρα αυτομεμψίας ή και αυτοκαταστροφικό. Και σε αυτή την περίπτωση, που η δυστυχία καταφέρνει τελικά να σε διαποτίσει παρότι είσαι μαλάκας, βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα από τον απλώς δυστυχισμένο: με τη βεβαιότητά σου ότι είσαι άχρηστος, ένοχος γενικώς, ανίκανος και λούζερ, συνελόντι ειπείν χάλιας, και πάλι απαλλάσσεις τον εαυτό σου από κάθε ευθύνη. Χαμηλώνοντας τις προσδοκίες σου, γίνεσαι μια ωραία αυτοεκπληρούμενη δυσοίωνη προφητεία ενώ, όπως κάθε μαλάκας, εσύ δεν φταις και δεν ευθύνεσαι για τίποτα.

Καθώς ανεβαίνει κανείς τούς αναβαθμούς του μαλάκα, συνήθως εγκαταλείπεται σταδιακά από τους ανθρώπους γύρω του εκτός και αν α) εξασφαλίσει την ανοχή τους με ταλέντα κι ικανότητες ή β) την εκβιάσει με ψυχαναγκασμό, δόλο, χειρισμό ή και βία ή γ) την εξαγοράσει με εξουσία, σεξ ή χρήμα. Ωστόσο, όπως είδαμε, ο μαλάκας είναι βλαπτικός για τους γύρω του και συνήθως ανυπόφορα βλαπτικός — ακόμα και όταν δεν είναι εξόφθαλμα αντικοινωνικός. Περιττό να πούμε ξανά ότι βεβαίως ο μαλάκας δεν έχει καμμία επίγνωση του ότι φταίει ο ίδιος που εγκαταλείπεται και αποξενώνεται από τους άλλους: εξυπακούεται ότι φταιν εκείνοι.

Αν είναι μαλάκας τύπου 1, γνωρίζει ότι φταιν οι άλλοι που φεύγουν τρέχοντας να σωθούν από την ευθυκρισία του και από το ότι έχει πάντα δίκιο. Αν είναι μαλάκας τύπου 2 διαισθάνεται πως οι δραπέτες από το μεγαλείο του είναι μάλλον είτε ανήθικοι, είτε λίγοι, είτε (απλούστατα) βλάκες. Σε αυτό ο μαλάκας τύπου 2 θυμίζει σταλινικά καθεστώτα και κάθε λογής θεοκρατίες: αν δεν αντέχεις φταις εσύ που είσαι είτε δόλιος, είτε βλαξ, είτε λίγος, είτε — απλούστατα — τρελός. Κι έτσι όσο ανεβαίνει την κλίμακα του μαλάκα ο μαλάκας μαθαίνει να δουλεύει με αυτούς που τον ανέχονται, με αυτούς που εκβιάζει και με αυτούς που εξαγοράζει. Ενδεχομένως δεν τους θεωρεί αντάξιούς του αλλά — ως έρμαιο των βεβαιοτήτων του — ο μαλάκας συμπεραίνει ότι η μοναδικότητά του ευθύνεται για τη σχετική μοναξιά του και όχι που είναι μαλάκας.

Η εισαγωγή του «Πώς να μη γίνετε μαλάκας»

Μαλάκα σε κάνουν οι βεβαιότητες. Όσο περισσότερες και όσο πιο στέρεες είναι οι βεβαιότητές σου, τόσο αυξάνεται η προδιάθεσή σου να γίνεις μαλάκας. Μαλάκα δεν σε κάνει η μαλακία, αυτή είναι κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Επίσης, παρά όσα θρυλούνται, δεν σε κάνουνε μαλάκα οι αρχές, οι πεποιθήσεις ή τα ιδεώδη σου: αυτά στη χειρότερη περίπτωση σε καταντούν αφελή, στην καλύτερη σε ζωοποιούν ώστε να είσαι Άνθρωπος.

Οι βεβαιότητες δημιουργούν την προδιάθεση να γίνεις μαλάκας όχι μόνον επειδή σε αναγκάζουν να σκέφτεσαι και να ζεις με έναν συγκεκριμένο και κλειστό τρόπο — έναν τρόπο που είναι η οδός η απάγουσα στη μαλακία — αλλά κι επειδή σε αναγκάζουν να τον επιβάλεις τον τρόπο αυτό στους άλλους στανικώς και χωρίς πολλά πολλά. Κι αυτή είναι η ουσία του μαλάκα: κάποιου που ζει με ανεξέταστες παραδοχές τις οποίες λόγω τεμπελιάς ή αλαζονίας έχει λαξέψει σε βεβαιότητες που προσκυνάει και που ψάχνεται να τις επιβάλει και στους άλλους.

Σε αυτό το βιβλίο θα δούμε πρακτικούς… [cetera desunt]

Rule Britannia

Τα πραγματολογικά στοιχεία σχετικά με αυτό το «πατριωτικό τραγούδι» θα τα βρείτε εδώ. Το βίντεο είναι από την τελευταία βραδιά των Proms, φεστιβάλ θερινών συναυλιών του BBC στο Albert Hall, η οποία είναι αφιερωμένη συνήθως σε πιο λαοφιλή ακούσματα και η οποία κλείνει με τον εθνικό ύμνο. Του εθνικού ύμνου προηγούνται πατριωτικά ακούσματα όπως το Zadok the Priest, το Jerusalem, το Land of Hope and Glory και το Rule Britannia.

Ειδικά το Rule Britannia είναι πηγή διακριτικής αλλά απτής αμηχανίας για τον μέσο μη-Ούγκανο Άγγλο. Μιλαώ για Άγγλους γιατί ακόμα και οι Σκώτοι που αυτοπροσδιορίζονται ως Βρετανοί θεωρούν το τραγούδι αυτό κάτι σαν νοσταλγικό απολίθωμα του εγγλέζικου τσαμπουκά. Οι δε μη-Ούγκανοι Άγγλοι αντιλαμβάνονται το Rule Britannia ως ξέπλυμα της αποικιοκρατίας.

Ωστόσο, επειδή εθνικισμός και σαρισοφόροι στα συλλαλητήρια αποτελούν κάθε άλλο παρά προνόμιο του ελληνικού εθνικισμού, το τραγούδι είναι βεβαίως λαοφιλές. Γι’ αυτό και εκτελείται συχνά την τελευταία βραδιά των Proms. Κι ενώ όλες οι άλλες συναυλίες των Proms έχουν πανάκριβα και δυσεύρετα εισιτήρια, η τελευταία βραδιά είναι από πολλές απόψεις πιο προσιτή στην πλέμπα, δηλαδή στον μέσο ψηφοφόρο των Τόρηδων που οι ξινοί Εγγλέζοι γραφιάδες αποκαλούν Middle England, αφού τουλάχιστον δεν είναι της εργατικής τάξης. Το αντίστοιχο στην Ελλάδα θα ήταν στην τελευταία βραδιά του Φεστιβάλ Αθηνών να πλημμυρίζει το Ηρώδειο τουρίστες, πασοκοπατριώτες και ψηφοφόρους του Καμμένου, οι οποίοι θα κούναγαν γαλανόλευκες ενώ η ΚΟΑ θα έπαιζε τον Ζορμπά, το Όλη δόξα όλη χάρη και το Τη Υπερμάχω.

Και μάλιστα, ο πρωτοψάλτης που θα έψαλλε το Τη Υπερμάχω να έβγαινε αναχρονιστικά μασκαρεμένος σε Ιουστινιανό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και στο βίντεο που βλέπετε, όπου η καθόλου τυχαία Sarah Connolly εμφανίζεται ντυμένη ναύαρχος Νέλσων με αποκριάτικο ξίφος-σημαιούλα και δεν παραλείπει να ερμηνεύσει το άσμα όλο γκριμάτσες και καλαμπουράκια. Προσπαθεί εξόφθαλμα να αποστασιοποιηθει από αυτό που λέει κι από αυτό που υπενθυμίζει το τραγούδι, ακολουθώντας σκηνοθετικές οδηγίες υποθέτω. Και πώς να μη θέλει να αποστασιοποιηθεί: το τραγούδι είναι πράγματι συνδεδεμένο με όλον τον αποικιακό τσαμπουκά (jingoism αγγλιστί) της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, της γεωγραφικώς πιο εκτεταμένης μηχανής κακού που γνώρισε η ανθρωπότητα.

Επειδή όμως κανείς δεν είναι εθνικιστής κι είναι όλοι πατριώτες και καλό είναι να υπενθυμιζεται αυτό, η αποστασιοποίηση και η ειρωνεία του σκηνοθέτη μέσα στο Albert Hall αντισταθμίζεται και αναιρείται από την τηλεοπτική μετάδοση της εκδήλωσης. Βλέπουμε λοιπόν σκηνές ενθουσιασμού και πατριωτικής έξαψης μέσα στο Albert Hall αλλά και έξω από αυτό: στο Χάιντ Παρκ και σε κάποιο πόλισμα της επαρχίας Ντάουν, όπου συγκεντρωμένος κόσμος παρακολουθεί την αναμετάδοση. Η οποία επαρχία Ντάουν είναι, βεβαίως, στη Βόρειο Ιρλανδία. Γιατί οι φανατικοί Προτεστάντες της Β. Ιρλανδίας είναι η άλλη μερίδα του πληθυσμού που νιώθει ανόθευτη περηφάνεια για το Rule Britannia. Θα τόλμαγα να πω ότι μια τέτοια τηλεσκηνοθετική επιλογή είναι αντίστοιχη του να παιανίζει κάποια ορχήστρα τον τουρκικό εθνικό ύμνο στην TRT και η μετάδοση να μας δείχνει πλάνα του κοινού που παρακολουθεί όλο μεταρσίωση στην κατεχόμενη Κερύνεια — αλλά θα αντέτεινε κάποιος που κατέχει τα νομικά ότι το Ώλστερ είναι de jure βρετανικό.

Η μετάνοια και ο Μίκης

Ο Στήβεν Ράνσιμαν παραπονιέται σε ένα ντοκυμαντέρ για τη ζωή του ότι οι Ορθόδοξοι αποδίδουν «υστερική σημασία» στη μετάνοια.

Θεωρώ ότι η Εκκλησία είναι ένας διεισδυτικά τυραννικός μηχανισμός κολοσσιαίων διαστάσεων και διαχρονικής αντοχής. Και ναι μεν πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής αλλά καλό θα ήταν η μετατροπή της σε άκακο κι όμορφο φολκλόρ να ολοκληρωνόταν μέσα στους επόμενους 2-3 αιώνες, όπως έγινε παλιότερα με την ολυμπιακή θρησκεία και όπως για πολλές δεκαετίες του 20ου αιώνα ελπίστηκε ότι θα γίνει και με τη χριστιανική.

Ωστόσο η χριστιανική πίστη αφήνει πίσω της τουλάχιστον μία κεφαλαιώδη παρακαταθήκη για τον πανανθρώπινο πολιτισμό: την έννοια της μετάνοιας. Γνωρίζουμε φυσικά πως όλες οι χριστιανικές εκκλησίες ευτέλισαν κανονικότατα τη μετάνοια είτε σε τελετουργικό, είτε σε μεταμέλεια κι ενοχή, είτε σε απάνθρωπη αυτομαστίγωση (σωματική ή ψυχολογική). Γνωρίζουμε ότι η μετάνοια κατέστη μηχανισμός πνευματικού εξανδραποδισμού, σύνθλιψης επιθυμιών και ακρωτηριασμού προσωπικοτήτων στα χέρια των παπάδων — μηχανισμός που αδιαφορούσε για το πολιτικό κακό, από το κακό μέσα στην οικογένεια μέχρι το κακό στον πλανήτη ολόκληρο.

Παρ’ όλα αυτά η ίδια η έννοια της μετάνοιας είναι πολύτιμη: αλλάζοντας ζωή και αποτασσόμενος το (όποιο) κακό κάνεις ριφορμάτ και ξεκινάς από την αρχή· δεν είναι μικρό πράγμα. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ μεγάλο πράγμα, τόσο όσο να περνιέται άνετα για σωτηρία: σε απελευθερώνει από το στίγμα του παρελθόντος σου ως αισχύνης άπαξ και αλλάξεις. Με τη διαφορά ότι η αλλαγή δεν επιτυγχάνεται ούτε με καθαρμούς, ούτε με θαύματα παρά με αλλαγή του τρόπου σου, της νοοτροπίας σου όπως αποτυπώνεται στην πολιτεία σου. Η μετάνοια είναι πολιτική πράξη κι όχι ψυχολογική κατάσταση: είσαι αλλιώς επειδή δρας αλλιώς.

Οι πατέρες της εκκλησίας ερμηνεύουν με ακριβώς αυτόν τον τρόπο με τη μετάνοια. Βεβαίως ξινίζουμε όταν ακούμε για πατέρες, και με το δίκιο μας: η καπηλεία κι εξιδανίκευση που έχει υποστεί το έργο τους καθώς και οι επιλεκτικές ερμηνείες του συγκρίνονται μόνο με την καπηλεία, την εξιδανίκευση και τη διαστρέβλωση μέρους της κλασικής γραμματείας. Παράλληλα το να κατηγορείς τους πατέρες της Εκκλησίας για την δισχιλιετή τυραννία της Εκκλησίας και το ανόσιο έργο υποκρισίας, ηγεμονίας, τυραννίας και ψεύδους που την εδραίωσε στην οικουμένη είναι σαν να κατηγορείς τη Λούξεμπουργκ και τον Γκράμσι για τον Στάλιν και τον Πολ Ποτ.

Για τους πατέρες η μετάνοια δεν είναι μεταμέλεια και ενοχές — αφήστε τη δακρυολαγνία των ανατολικών ασκητάδων και τον τρόμο της θεοδικίας των δυτικών ιεροκηρύκων. Άλλωστε,

η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το ‘συγγνώμη’ που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μεταμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα «μα ζήτησα συγγνώμη». Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική…

Από αυτή την άποψη της μετανοίας, την πολιτική που λέγαμε, έχει κάθε δίκιο η Εύη Βουλγαράκη να λέει τα εξής για την πρόσφατη πράξη εξιλασμού των ναζί στην οποία χοροστάτησε ο Μίκης:

Γνωρίζω (σαφώς γνωρίζω και συνειδητά μεταχειρίζομαι το ρήμα αυτό) ότι από χρόνια ο Μίκης έχει φτιάξει μια θεωρία γενικής συγχώρησης μέσα του. Ίσως αυτό να σημαίνει ότι έχει φτάσει σε πολύ ανώτερα πνευματικά ύψη από εμένα και είναι πανέτοιμος να συναντηθεί με τον Δημιουργό μας, ίσως πάλι και όχι. Ίσως είναι κάπως πιο απλό να συγχωρεί κανείς όντας χορτάτος, σε πλούτη και δόξα, έχοντας ξεπεράσει μια δυσμενή κατάσταση που πλέον δεν μπορεί να σε αγγίξει. […]

Υπερβαλλόντως χριστιανικό / ή και όχι. Γιατί η χριστιανική αγάπη μπορεί να συγχωρεί τον φονιά και τον ληστή, αλλά σίγουρα γνωρίζει ότι οφείλει να τον διαπαιδαγωγήσει να μην είναι φονιάς και ληστής. Δεν μπορεί να τον δικαιώνει στην αμαρτία του, να τον καλεί σε αμετανοησία και ουσιαστικά να προβάλλει ένα πρότυπο μηχανιστικής αποκατάστασης των πάντων.

Και εδώ λοιπόν λέω ότι ο τρόπος του Μίκη είναι παιδαγωγικά και κοινωνικά, αλλά και χριστιανικά ακόμα (για να μη μιλήσω για πολιτικά) φάουλ. Δεν μπορεί με ακροατήριο τον Κασιδιάρη και τον Μιχαλολιάκο να λες αδέρφια μου φασίστες και ναζιστές και να τους επιτρέπεις να αυτοδικαιώνονται ακριβώς ως ναζιστές και φασίστες.

[…]

Χριστιανική αγάπη στον Μιχαλολιάκο και τον Κασιδιάρη σημαίνει να δικαστούν και να εκτίσουν την ποινή τους με άκρα αυστηρότητα μήπως από την κόπωση και τη σκληράδα αρχίσουν να αναρωτιούνται αν ο δολοφονικός δρόμος δεν είναι του Κυρίου.

I’ll teach you how to

Η Μαντόνα έβγαλε το Erotica το 1992 αλλά ήδη τα βίντεο που το συνόδευαν, όπως π.χ. το Erotica και το Justify my love, τα προσεγγίζουμε πια με αρχαιολογική ματιά: τα βλέπουμε ως κάτι που μας καθόρισε μεν αλλά που είναι πια εντελώς ξένο με τη ζωή μας.

Αν εξαιρέσει κανείς την γκλαμ πινελιά, που δεν λείπει από τίποτα σχεδόν που έχει να κάνει με την ερωτογραφία τη δεκαετία του ’90, η εικονογραφία και η τόλμη των βίντεο κάπως μας ξενίζει πλέον.

Βεβαίως τα συγκεκριμένα βίντεο, χελμουτνευτώνειας ματιάς, τα ξεσήκωσαν και τα ξεπατίκωσαν πολλοί και πολλοί — ένα κομψό παράδειγμα της δικής μας δεκαετίας είναι αυτό ενώ πιο μεϊνστρήμ δείγμα είναι κι αυτό. Όντως βλέπουμε πια πάρα πολλά βιντεοκλίπ που παραπέμπουν σε αυτά του Erotica, με τον τρόπο που παραπέμπουνε τα χουντάνιτ στον Οιδίποδα Τύραννο και οι περιπέτειες στην Οδύσσεια: με σέβας και επιμελή διακειμενικότητα αλλά αποστασιοποιημένα.

Γιατί αποστασιοποιημένα; Επειδή μετά το ίντερνετ οι περισσότεροι από εμάς είμαστε πια πολύ εξοικειωμένοι με εικονογραφία πολύ πιο ειλικρινή και απερίφραστη από όσα μάς έδειχνε ή υπαινισσόταν η Μαντόνα. Η ερωτογραφία και, βεβαίως, η πορνογραφία έγιναν πολύ πιο προσβάσιμες: ποτέ τόσοι άνθρωποι δεν είχανε πρόσβαση σε τόσο πολλή ερωτική και πορνογραφική εικόνα.

Ταυτόχρονα η ερωτογραφία έγινε περισσότερο σκιώδης και λιγότερο αποδεκτή: άλλο μια συλλογή από έντυπα, κάρτες ή κασέτες και ντιβιντί, άλλο κάτι προσβάσιμο ανά πάσα στιγμή από τη δουλειά σου λ.χ., εξού και η ταμπελίτσα NSFW. Τώρα που είναι τόσο εύκολο να φανούν τα γούστα μας, έχουμε πια ενστερνιστεί την τάχα «αναγκαιότητα να μην ταράζει ο λόγος, να μην αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας, να μη διαφαίνονται τα πάθη«.

Άρα λοιπόν είναι η εποχή μας στο σύνολό της πιο κομψή, πιο διακριτική, πιο υπαινικτική; Μήπως έχουμε ωριμάσει πια και δεν έχουμε ανάγκη να τα πετάμε όλα στη μάπα του κοινού, όπως τη δεκαετία του ’70; Μήπως δεν έχουμε να κάνουμε με νεοπουριτανισμό, όπως συνήθως παραπονιέμαι, παρά με εκλέπτυνση των μέσων και με πιο γλαφυρές αναπαραστάσεις που απαιτούν να παιδευτείς και να σκεφτείς λιγάκι;

Πολύ φοβάμαι πως όχι. Αντί να κάνω κάποια εκτενή συζήτηση για την ευκολία με την οποία αναπαρίσταται η βία ως μέσο επίλυσης ατομικών διαφορών ή για τον άφατο κρετινισμό της λογοκρισίας που αποσκοπεί στο να μην προσβάλουμε ποτέ κανέναν (θέλετε λινκ εδώ; ορίστε) θα μιλήσω για μια ταινία προπαγάνδας.

Η ταινία Darkest Hour μπορεί να ειδωθεί ως ένα υπερμεγέθες βίντεο κλιπ κι αυτή, όχι μουσικό αλλά υποκριτικό: πρωταγωνιστεί ο Γκάρυ Όλντμαν, προβάλλεται ο Γκάρυ Όλντμαν και η ταινία είναι ο Γκάρυ Όλντμαν. Από αυτήν την άποψη βλέπεται ευχάριστα αν σας αρέσει ο Γκάρυ Όλντμαν.

Κατά τα άλλα πρόκειται για ταινία προπαγάνδας με σεναριακά ευρήματα, χαρακτήρες και πλάνα που θα ζήλευε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός αν είχε καταφέρει να επιβιώσει μέχρι τις μέρες μας: π.χ. ο Ηγέτης μιλάει με τον λαό στον Υπόγειο, αγκαλιάζει παιδάκια, ακούει τον σκυλάραπα (όπως θα τον σκεφτόταν κι ο ίδιος ο Τσώρτσιλ) και μετά πάει στο Ανώτατο Σοβιέτ, συγγνώμη, στη Βουλή των Κοινοτήτων για να σώσει την Πατρίδα και τον Κόσμο από τον ναζισμό. Στο μεταξύ έχει προηγηθεί η πατρική στήριξη του Βασιλέως Γεωργίου Στ’ (ο οποίος δεν τραυλίζει) καθώς και η σκιαγράφηση του πόσο φθαρτός και ανθρώπινος ήταν ο Ουίνστον, ένας λίθος ον απέρριψαν οι οικοδομούντες που όμως μεσσιανικά τοποθετήθηκε εις κεφαλήν γωνίας. Με δυο λόγια: θα μπορούσε να είναι ταινία για τον Πατερούλη, αν είχε κινηματογραφιστές πια ο Πατερούλης να του φιλούν τη δεξιά, όμως είναι για τον ρατσιστή φονιά φίλο του.

Η ταινία δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις ποταπότερες ταινίες προπαγάνδας που έχουνε στήσει οι ολοκληρωτισμοί, καταφέρνει να γίνει χειρότερη και από εκείνο το ανεκδιήγητα αγιογραφικό πράμα, το The Queen. Όμως πόσο λίγοι το βλέπουνε πια αυτό: η ευπρέπεια και το να μην είσαι συνθηματολογικός και εξώφθαλμος και προπαγανδιστής έχει να κάνει πια μόνον με σκοπούς και κινήματα που ενοχλούν το δημοκρατικό και φιλελεύθερο καθεστώς και τον καπιταλισμό ως τρόπο ζωής μας — στον οποίο μόνον πρέπει μπαρόκ δόξα και τρυφερή προπαγάνδα.

Πώς να καταστρέψετε τον γάμο σας

Πίνακας του Philip Pearlstein

Απλές συμβουλές για όλους. Απευθύνονται κυρίως σε άντρες που συμβιώνουν με γυναίκα με την οποία έχουνε σχέση για πάνω από 1-2 χρόνια (δείτε κι αυτό).

  • Παραστήστε τον pater familias που όλα τα ελέγχει κι έχει λόγο για όλα και κάνει κουμάντο ενώ δεν έχετε πάρα πολλά λεφτά: καμμιά δεν θέλει να είναι ορντινάντζα σας αν δεν είστε πάρα πολύ πλούσιος.
  • Κάντε τον ψυχολόγο της γυναίκας σας. Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό. Στο μεταξύ θα έχετε κάνει αρκετό gaslighting για μια ζωή.
  • Αφήστε τη γυναίκα να γίνει η ψυχολόγος-μάνα σας (έτσι παν αυτά). Όταν θα χωρίσετε, γιατί θα χωρίσετε, θα χωρίσετε με τρόπο αμίμητα φρικτό.
  • Μπείτε στη λογική να φτιάξετε τη ζωή σας με βάση ποιο είναι το σωστό και το πρέπον ή ακολουθώντας τι λεν και τι θεν οι άλλοι. Στο τέλος θα γίνετε εσείς οι άλλοι και θα ψάχνετε να βρείτε ποιοι είστε εσείς ή που πήγαν τα καλύτερά σας χρόνια κτλ.
  • Οχυρώστε τη σχέση πίσω από τα παιδιά σας. Διότι τα παιδιά είναι άριστη ανθρώπινη ασπίδα.
  • Βάλτε τη σχέση σας στον αυτόματο πιλότο: μέρα μπαίνει-μέρα βγαίνει και πήδημα μπες-βγες κάθε δεύτερο Σάββατο. Άλλωστε γι’ αυτό δεν παντρευτήκατε;
  • Εναγκαλιστείτε την απόλυτη ειλικρίνεια. Δεν έχουνε σημασία τα συναισθήματα και οι ευαισθησίες της άλλης, πάνω απ’ όλα η αλήθεια μας. Έτσι δεν είναι;
  • Υπεραναλύστε.
  • Αποφασίστε να βγάλετε τη στοργή από τη σχέση. Αν έχετε και παιδιά και μένετε μαζί γι’ αυτά, έχετε εξασφαλίσει πικρά κοινά γεράματα όλο μεταμέλειες και καβγάδες.
  • Κοιτάξτε την πάρτη σας γιατί είστε ο καλύτερος και η άλλη είναι ευτυχισμένη μόνο και μόνο γιατί περνάει μαζί σας τη ζωή της.
  • Προσβάλλετε τη γυναίκα σας μπροστά σε τρίτους. Πλάκα κάνουμε ρε συ, πώς κάνεις έτσι;
  • Μείνετε μαζί μόνο για τα παιδιά ενώ έχουνε τελειώσει όλα τα άλλα.
  • Βάλτε τους γονείς σας stakeholders στον γάμο σας. Συγχαρητήρια, είστε μαλάκας. Πολύ μαλάκας.
  • Αφήστε τις αγγαρείες και τις δουλειές του σπιτιού και την ανατροφή των παιδιών στη γυναίκα, παριστάνοντας τον μπαμπά με το μουστάκι εκείνου του Αναγνωστικού που πάει τα τέκνα για παγωτό. Πότε γεννηθήκατε; το 1927.
  • Παραμελήστε τη γυναίκα γιατί ασχολείστε με τη δόξα τη δική σας. Θα χωρίσετε και θα αναρωτιέστε γιατί.
  • Μοιραστείτε τα όλα με τους κολλητούς σας: άλλωστε ποτέ δεν εκτιθέμεθα, μόνον εκθέτουμε (μου το είπε ο Πετεφρής κι έχει βεβαίως δίκιο).
  • Κάντε τα όλα μαζί. Όλα. Μόνο μαζί. Συνέχεια. Μην της δίνετε καθόλου χρόνο και χώρο.
  • Μην κάνετε τίποτα μαζί. Ο καθένας στο κιβούρι του με τα χέρια σταυρωμένα.

Η φωλιά του φιδιού

Η υπόθεση «συλλαλητήρια για το Μακεδονικό» δεν είναι αστεία και σίγουρα δεν είναι καρναβάλια. Όπως οι πλατείες εκφράσανε την απολίτικη αγανάκτηση στο μνημονιακό καθεστώς, έτσι και αυτά είναι η ώρα που σαρκώνεται ένα μεγάλο πρωτοφασιστικό-εθνικιστικό κίνημα. Και αν το απολίτικο κίνημα των πλατειών ήταν θνησιγενές, ο πρωτοφασισμός-εθνικισμός στην Ελλάδα έχει εκκολαφθεί σε ζεστή φωλιά και γι’ αυτό έχει μέλλον.

Το κίνημα των ταυτοτήτων, που κατάφερε να ξανακάνει τους δεσποτάδες πολιτικούς παράγοντες, ξεκίνησε από μια χούφτα ιεροκήρυκες στη Θεσσαλία και αλλού τη δεκαετία του ’80· προσωπικά ξέρω τον ηγούμενο Αθανάσιο στη Μονή Αγίου Δημητρίου στο Στόμιο του Κισσάβου, είναι κι άλλοι. Αυτοί οι ιεροκήρυκες έπεισαν πολύ κόσμο ότι η τριλογία του Αντιχρίστου είναι βιβλικές προφητείες, χέρι χέρι με τρελούς Αμερικάνους Ευαγγελικούς και ψευδοπροφήτες. Ο Αντίχριστος, που θα είναι Εβραίος (φυσικά) θέλει να μας σφραγίσει με το 666 και οι ταυτότητες ήτανε το πρώτο βήμα στο να δεχτούμε το Χάραγμα.

Αστειότητες, ναι, αλλά μερικά χρόνια μετά ο αδίστακτος Χριστόδουλος (αδίστακτος ήδη από τον καιρό που ήτανε δεσπότης στον Βόλο: «εργαστείτε για να πλουτίσουμε» έλεγε στις συνάξεις νεολαίας στα στάδια) χρησιμοποίησε ακριβώς αυτό το μέγα πλήθος για να αναδειχθεί σε κάτι σαν Εθνάρχη. Συνέπεια του κινήματος εκείνου είναι ότι κληρονομήσαμε το φάσμα της ελληνορθοδοξίας σε επίπεδο ιδεών και τους δεσποτάδες ως πολιτικά πρόσωπα σε επίπεδο ηγεσίας. Και γελάμε ακόμα και με τα δύο γιατί ζούμε στη φούσκα μας ενώ στα αποκαΐδια της (όποιας) αριστεράς χτίζονται οικισμοί ολοκληρωτικών χριστιανοφασιστικών ιδεολογιών, όπως και αλλού στην Ευρώπη.

Το κίνημα του Μακεδονικού ξεκινάει από μερικούς Έλληνες Βλάχους και από τον Φλωρίνης Αυγουστίνο, τον περιβόητο Καντιώτη, μπροστά στον οποίο οι Άνθιμοι και οι Αμβρόσιοι φαντάζουνε γατάκια του γιουτιούμπ. Ο Αυγουστίνος κυβέρναγε τη Φλώρινα, κατέστρεφε σλαβονικές επιγραφές στις εκκλησίες με το πρόσχημα της συντήρησης κι αποκατάστασης ενώ κυνήγησε απηνώς και τους ζωηρούς (Σλαβο)Μακεδόνες της Φλώρινας και κάθε ίχνος της γλώσσας τους. Αν θυμάστε, έκανε ανταρτοπόλεμο στον Αγγελόπουλο που «τόλμησε» να γυρίσει το Μετέωρο Βήμα στη Φλώρινα, στο οποίο ακούγονται σλαβομακεδονικά — όπως παντού στα τρένα και στα ΚΤΕΛ για Φλώρινα. Ο Αυγουστίνος ήτανε τόσο ισχυρός και γιατί είχε τη δική του παρεκκλησιαστική οργάνωση, τους ταλιμπάν του Σταυρού με γραφεία στη Ζωοδόχου Πηγής. Οι υπόλοιποι δεσποτάδες, όταν δεν τον θαύμαζαν, τον θεωρούσανε γραφικό, άλλωστε τότε τους περισσότερους μόνον τα λεφτά και τα γκομενικά τούς ενδιέφεραν, και τον άφηναν να παίζει μέσα στο τσιφλίκι-επισκοπή του και με την οργανωσή του.

Η ώρα του Μακεδονικού ήρθε λίγο μετά, με τον λαμπρό ηγέτη Αντώνη Σαμαρά, τον γητευτή του Ελύτη και των τότε νεοφιλελεύθερων. Τη συνέχεια, το τι θα χτίσει αυτός ο αντισημιτικός-εθνικιστικός-πρωτοφασιστικός οίστρος θα τη δούμε σύντομα.

Εν ολίγοις: αν θέλετε να μάθετε τι μας περιμένει σε είκοσι χρόνια, ακούστε τι συζητάει ο κόσμος γύρω από ενορίες, κύκλους μελέτης Αγίας Γραφής, συνάξεις νέων, παρεκκλησιαστικές οργανώσεις, «σωματεία» κτλ. Αυτές είναι οι φωλιές που αφήνει το φίδι τα αυγά του.

Oceans of time

Υπό άλλες συνθήκες ο Αμβρόσιος, αυτό το θλιβερό ανθρωπάκι που από τις αγκάλες της Μάνας Εκκλησίας προτιμάει την ελληνική ενσάρκωσή της, τη Μαύρη Δεξιά της θανατολατρίας, θα είχε συσκευαστεί από τη Σύνοδο και θα είχε αποσταλεί σε μοναστήρι της αρεσκείας του για να «σώσει την ψυχή του». Άλλωστε παλαιόθεν η Πίστη μας ταυτίζει τη σωτηρία με τη σιωπή, και μάλιστα την εξαναγκασμένη.

Και γιατί θα γινόταν αυτό; μα επειδή ο δεσπότης-χωροφύλακας σκανδαλίζει. Και η Εκκλησία πολλά ανέχεται αλλά όχι την ερωτική ελευθερία, την αίρεση ή το σκάνδαλο. Η αποστροφή προς τα σκάνδαλα του κλήρου έχει μεν θεολογική θεμελίωση (κάπου λέει ο Χριστός ότι αυτός που σκανδαλίζει τον απλό κοσμάκη καλύτερα να πάει να δέσει μια πέτρα στον λαιμό του κτλ) αλλά — βεβαίως — είναι κυρίως υπόθεση δημοσίων σχέσεων και εικόνας. Αν κάτι αποκαρδιώνει ή εξοργίζει τον λαό, άρα δεν έχει συγκαλυφθεί επιτυχώς και πλήρως, είναι σκάνδαλο και σπιλώνει την εικόνα της Εκκλησίας: σκανδαλίζει. Το σκάνδαλο αντιμετωπίζεται συνήθως σοβαρά και με αυστηρότητα ακριβως γιατί ζημιώνει την εικόνα της Εκκλησίας. Το ότι η αν μη τι άλλο αιρετική συμπεριφορά (χώρια όλα τ’ άλλα) του Καλαβρύτων και Αιγιαλείας δεν αντιμετωπίζεται ως σκάνδαλο υποδηλώνει κάτι πολύ ανησυχητικό για την ελληνική κοινωνία: ότι ο φασιστικός τερηδονισμός που αφέθηκε στη θέση του το 1944 έχει πλέον γίνει σαπίλα που έχει φτάσει στον πολφό. Ο Αμβρόσιος δεν σκανδαλίζει τους πιστούς.

Και γιατί μας ενδιαφέρει ο σκανδαλισμός του ποιμνίου; Γιατί τέλος πάντων είναι κριτήριο η στάση της Εκκλησίας; Επειδή είναι πανίσχυρη και πάντα ελίσσεται και ξεγλυστράει, αφού διαρκώς μεταθέτει το πεδίο της κυρίως ηγεμονίας της κατά τις περιστάσεις: από τις ιδιωτικές ζωές στην πολιτική, και πίσω πάλι· από την ιδιοκτησία μέσων παραγωγής στον έλεγχο της πνευματικής παραγωγής· από την ανακούφιση της φτώχειας στην κολακεία των πλουσίων· από τη νάρκωση των μαζών στην αποπλάνηση των ελίτ· από τη νομοθέτηση του βίου στην απευθείας νομή της κοσμικής εξουσίας.

Μιλάμε για έναν οργανισμό ηλικίας 20 αιώνων με αδιάσπαστη συνέχεια και παρουσία, παλιότερο από τον καπιταλισμό (που είναι 500 ετών και ήδη θεωρείται η Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή), έναν οργανισμό που τα έχει βρει και με τον Στάλιν και με τον Βλαδίμηρο και με τον Σουλτάνο και με τον Αλάριχο και με τον Μουσολίνι και μέσα στις κάστες της Ινδίας, που και με λόγιους τα βρίσκει και με αμαθείς υπηκόους του Χλωδοβίκου ή του Κωνσταντίνου του Κοπρώνυμου, που έχει επιβιώσει στην Αβινιόν κι έχει ταπεινώσει αυτοκράτορες, που και στην Κορέα ή στην Κένυα μια χαρά τα πάει και στην Αιθιοπία προσαρμόστηκε και τους Λιθουανούς τους κέρδισε (όψιμα, οκέι) και τους Ίνκας τους εξανδραπόδισε, που μας λέει πώς να γαμιόμαστε και τι να τρώμε και τι να ψηφίζουμε και αν θα πλενόμαστε και ποια πρέπει να είναι η γνώμη μας για το θέατρο και για τη μουσική, που οικειοποιείται τα είδωλα που δεν μπορεί να κατακρημνίσει. Είναι πλάνη να μιλάμε για «χριστιανισμό» εκτός προτεσταντισμού: η Εκκλησία — και η Δυτική και η Ανατολική — είναι πρωτίστως οργανισμός είκοσι αιώνων με συνέχεια και απύθμενο know how. Και έχει τον τρόπο της.

Μπορεί να μας φαίνεται βαμπίρ η Εκκλησία, επειδή θεμελιώνεται σε μια κάπως ασυνάρτητη μυθολογία, επειδή ζει στο σκοτάδι του υπαρξιακού τρόμου (γιατί όλοι θα πεθάνουμε και κάποιοι χειρότερα και νωρίτερα απ’ ό,τι λογαριάζαμε), επειδή είναι γραφική, χρυσοποίκιλτη και πομπώδης, επειδή μάς πίνει το αίμα και πόσο μπανάλ είναι να μας πίνουνε το αίμα σε μια εποχή που απαρνούμαστε τα σώματά μας — παρότι και αυτό το έχει ξαναδεί η Εκκλησία. Αλλά δείτε πόσο ισχυρά είναι τα βαμπίρ, εκτός από απέθαντα.

Πόρνη στο κρεβάτι αλλά, ε, χμ, εντάξει, όχι ― εξαρτάται.

Στους περισσότερους άντρες η ερωτική επιδεξιότητα και η λαγνική προθυμία μιας γυναίκας προκαλούν αμηχανία και πολλές φορές καχυποψία.

Ο προφανής λόγος είναι ότι μια γυναίκα που «τα κάνει όλα» ενδεχομένως να έχει περάσει και καλύτερα απ’ ό,τι θα περάσει μαζί μας, ενώ σίγουρα είναι περπατημένη κι εξασκημένη. Με άλλα λόγια, αν κάνει κόλπα και «ανωμαλίες» και αν θέλει διάφορα δεν περιμένει από εμάς για να δει χαρά ενώ μάλλον έχει συμμετάσχει σε διάφορα έργα λαγνικά στα οποία ίσως δεν μπορούμε να αντεπεξέρθουμε.

Βεβαίως, αν δεν περιμένει από εμάς να της ανοίξουμε τα μάτια αλλά εντέλει επιλέγει εμάς, πάει να πει ότι εμάς θέλει κι ότι εμάς διάλεξε — και δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι κολακευτικότερο για τον λεγόμενο ανδρικό εγωισμό, που πολλοί λένε κι ανδρισμό.

Παρ’ όλα αυτά συγκαταλέγεται σε κοινοτοπίες επιπέδου σεξολόγου της τιβί και ποιότητας «γυναικείων» σάιτ η επισήμανση ότι μεγάλο μέρος της πατριαρχίας είναι οργανωμένο ακριβώς γύρω από το να μοιάζουν οι γυναίκες παρθενικές και πειθήνιες στην ερωτοπραξία, ώστε π.χ. να μην «ευνουχίζουν» τον άντρα.

(Επαναλαμβάνω ότι προσωπικά ποτέ δεν κατάλαβα γιατί μια γυναίκα που θα πέσει με τα μούτρα πάνω σου θα σε «ευνούχιζε», όμως εγώ είμαι ούφο.)

Ταυτόχρονα, οι άντρες θέλουμε πολύ να είναι ερωτικώς επιδέξια και λαγνικά πρόθυμη, κοινώς καυλιάρα, η γυναίκα· κατά προτίμηση αφού την καβατζώσουμε και βεβαίως αποκλειστικά μαζί μας ― εκτός εάν τρωγόμαστε για κανα τρίο οπότε και δεν πρέπει να φέρει πολλές αντιρρήσεις (σίγουρα να φέρει κάποιες, μην τυχόν και ψάχνεται ή μας βαρέθηκε) και δεν πρέπει να κάνει ζήλειες αν ασχοληθούμε λίγο παραπάνω με το τρίτο πρόσωπο.

Κανείς άντρας, εκτός από οριακά νεκρόφιλους, δεν θέλει να λαγνουργεί πάνω σε ένα κομοδίνο ή σε μια χαλκομανία. Μια τσαχπινιά τη χρειάζεται η γυναίκα, σωστά; Να κάνει διάφορα. Πολλά από τα ζητήματα που τόσα χρόνια έρχονται και μου εμπιστεύονται φίλοι και λιγότερο γνωστοί είναι της κατηγορίας «πώς να την κάνω να μου κάνει / πάρει / δώσει / βάλει Χ», όπου Χ το αρεσούμενο του αντρός.

Και πάλι είναι προφανές πόσο αντιφατική κι οξύμωρη είναι η κατάσταση: η γυναίκα οφείλει να θέλει τόσα όσα και όπως θα ήθελε ο άντρας ― αλλά να μη φαίνεται ότι του κάνει και χατήρια. Και ξανά, είναι κουρασμένα προφανές να τονιστεί ότι η πατριαρχία αποσκοπεί στο να εξοπλίσει τις γυναίκες με ένα μιλομανάρειο κουμπί που θα ρυθμίζει ανά πάσα στιγμή την ένταση της καύλας τους αλλά και, στα πιο προχωρημένα μοντέλα, τον τύπο της επιθυμίας τους και τον τρόπο εκπλήρωσής της.