Πληθωριστικές κουβέντες

cmnf 2

Υποτίθεται ότι ένας από τους λόγους που αυξήθηκαν και πληθύνθηκαν οι γλωσσικοί πρόγονοι του ανθρώπου και κατακυρίευσαν τους άγλωσσους του γένους homo είναι ότι είχανε στη διάθεσή τους ένα υπερόπλο: τη δυνατότητα να κάνουνε ψηστήρι, να αποπλανήσουν με κουβέντες, να καυλαντίσουν.

Στον κόσμο μας η ιεραρχία σεξ < έρωτας < αγάπη είναι εδραία, πακτωμένη και μονολιθική σαν πυραμίδα — αλλά και αντίστοιχου περιεχομένου: είτε περιέχει μούμιες είτε είναι συλημένη.

Ο σύγχρονος αρσενικός άνθρωπος λοιπόν χρησιμοποιεί το υπερόπλο, την καυλάντα και το λακριντί, για να πείσει τον θηλυκό άνθρωπο ή τον αρσενικό άνθρωπο ότι δεν θέλει απλώς σεξ, αλλά ότι είναι ερωτευμένος μαζί του. Πουλάμε έρωτα (και βάλε).

Προσπαθούμε να φέρουμε την αποπλάνηση και το φλερτ σε πέρας υποκρινόμενοι ότι παίζουμε σε (τουλάχιστον) ένα επίπεδο πάνω από αυτό στο οποίο πραγματικά βρισκόμαστε και στο οποίο ζοριζόμαστε.

Κι έτσι η επιθυμία αποκαλείται έρωτας, η καύλα πεπρωμένο, η προσδοκία του λαγνέματος βασίλειο του έρωτα, το μουνί καρδιά, η καψούρα μάγεμα και σάστισμα — και πάει λέγοντας και λέγοντας.

Έχουμε πόθο και τον πουλάμε για έρωτα. Θέλουμε να γαμήσουμε και λέμε πως θέλουμε το μαγικό δέσιμο του έρωτα. Είμαστε ερωτευμένοι και διακηρύσσουμε αγάπη.

Θα μου πείτε, ναι, έτσι πέφτουνε τα γκομενάκια. Εννοείται. Επίσης έτσι πουλιούνται και οι κρέμες με βάση τη λανολίνη: ως ελιξήρια νεότητας· έτσι πλασάρεται η Βίβλος: ως λόγος του Θεού· έτσι εξαπατώνται τα εκλογικά σώματα.

Θα σας ρωτήσω λοιπόν αν θέλουμε να βάλουμε το παραμύθιασμα και το ψέμα και ανάμεσα στα σώματά μας, giving love a bad name.

Το σώμα που πάντοτε ήθελα

Έπρεπε να φτάσω 44 χρονών για να φτιάξω το σώμα μου όπως ήθελα πάντοτε. Εντάξει, όχι ακριβώς και όχι ακόμα, αλλά η αλλαγή είναι πλέον παραπάνω από ορατή.

Δεν είναι ότι δεν προσπάθησα ξανά και ξανά. Αφού βρήκα μόνιμη δουλειά γράφτηκα σε γυμναστήριο. Άντεξα έξι χρόνια και με πενιχρά αποτελέσματα: δεν πήγαινα όσο τακτικά έπρεπε, δεν έμενα όσο έπρεπε και βαριόμουν αβάσταχτα. Άλλωστε βαριέμαι τα γυμναστήρια όπως βαριέμαι κάθε άθλημα και οτιδήποτε δεν έχει προορισμό ή χαρά στη διαδρομή — κάτι που μας αφήνει μόνο με το περπάτημα, την πεζοπορία και την ορειβασία (όχι τίποτε αναρριχήσεις).

Γιατί όμως δεν μπορούσα τόσα χρόνια να φτιάξω το σώμα που πάντοτε ήθελα υπερνικώντας τη βαρεμάρα; Νομίζω ότι μου λείπει η αποφασιστικότητα. Γενικώς. Όπως δεν θέλω να επιβάλλομαι στους ανθρώπους γύρω μου, κάτι που τουλάχιστον δις εισπράχθηκε ως αδιαφορία και το μετάνιωσα πικρά, έτσι δεν μπορώ να μείνω προσηλωμένος σε έναν Σκοπό. Θυμάμαι λ.χ. τον φίλο μου τον Π.: έφτιαξε δισκοθήκη όταν ηταν μαθητής βάζοντας στην άκρη τα λεφτά που του έδιναν για κολατσιό. Κι εγώ ήθελα να φτιάξω δισκοθήκη, αλλά τα έφαγα στις τυρόπιτες (γενικά, πόσα λεφτά θε μου έχω φάει στο φαγητό). Έτσι και με τα γυμναστήρια: άφηνα τη βαρεμάρα να με καταβάλλει, ειδικά όσον αφορά την αεροβική και τους διαδρόμους και τα ποδήλατα, με αποτελέσμα να φτάσω κάποια στιγμή να είμαι ένα θρεφτάρι με γράμμωση μεν, αλλά κυρίως θρεφτάρι. Μετά ξανακατάντησα απλώς θρεφτάρι.

Τι άλλαξε από εκείνη την εποχή; γιατί τελικα μάλλον τα καταφέρνω; Πρώτον, υπάρχουνε πια τα χρήματα. Ποτέ μην αποσυνδέετε ζητήματα υγείας και υγιεινής ζωής από το οικονομικό ζήτημα: στον κόσμο μας το εύκολο και το φτηνό είναι να κάθεσαι και να τρως σκατολοΐδια, όχι να τρως ψωμί κι ελιά και να γυμνάζεσαι τσαπίζοντας περβόλια. Δεύτερον, είμαι καλά και το ξέρω και θέλω να είμαι καλά και να νιώθω καλά, περικυκλωμένος από ενδεχόμενα ασθενειών και μέχρι τον επόμενο θάνατο, ο οποίος θα είναι ξέρω γω γονιού μου, αν είμαι τυχερός. Το είπα ανοιχτά στον εαυτό μου το φθινόπωρο που πέρασε: καλύτερα να μου τα φάνε τα γυμναστήρια παρά οι γιατροί. Τρίτον, βρήκα γυμναστήριο κατάλληλο για την τεμπελιά που με δέρνει. Τα υπόλοιπα απλώς προκύπτουν: βλέπεις το αποτέλεσμα της εκγύμνασης και ενθαρρύνεσαι, ενώ στο μεταξύ η γυμναστική σού κόβει την όρεξη να τρως το καταπέτασμα. Αρχίζεις να νιώθεις ότι τουλάχιστον η εικόνα σου συμβαδίζει με το πώς αισθάνεσαι.

Σιγά σιγά, όσο περισσότερο είσαι κι όσο λιγότερο γίνεσαι, τόσο περισσότερο ηρεμείς. Και τελικά πολλά πράγματα ειναι θέμα ηρεμίας.

Το βάρος της αξόδευτης ζωής

Η περιορισμένη φήμη του John Betjeman μαρτυρεί πως καθόλου δεν αρκεί να γράφεις σε μια παγκόσμια γλώσσα για να αποκτήσεις παγκόσμιο ακροατήριο. Ο Δαφνοστεφής Ποιητής (ή μήπως «Δαφνηφόρος»;) είναι παγκοσμίως άσημος, και δικαίως ίσως. Στην ίδια τη Βρετανία τον θεωρούν εξάρτημα της μεσαίας τάξης και τον θυμούνται κάθε Χριστούγεννα λόγω ενός εξόχως θεολογικού ποιήματός του για τη γέννηση του Χριστού, χτυπητή παραφωνία μέσα στον βρετανικό καρναβαλισμό των Χριστουγέννων.

Θυμήθηκα τον Μπέτζεμαν γιατί θυμήθηκα ένα κείμενο στον Γκάρντιαν για μια βιογραφία του που τότε ετοιμαζόταν. «Τότε» είναι οι αρχές του αιώνα. Oι αρχές του αιώνα ήταν από τις χειρότερες εποχές της ζωής μου: αποστεωμένος και άνεργος, unemployable, παγιδευμένος σε κάτι το οποίο μοιάζει εκ των υστέρων με κατάθλιψη. Το κείμενο έλεγε ότι ο Μπέτζεμαν, μάλλον καραγκιόζης και μπον βιβέρ αλλά με τον καυστικό και πείσμονα σαρκασμό των εντελώς ανασφαλών, πεθαίνοντας βυθιζόταν στην φρίκη αναλογιζόμενος πόσο λίγο είχε χαρεί τον έρωτα με κορίτσια και με αγόρια λόγω αιδημοσύνης, αναστολών και σκαλωμάτων. Με είχε σοκάρει τότε, στις αρχές του αιώνα που προσπαθούσα να ζήσω με 700 στερλίνες τον μήνα, ότι μπορεί ένας άνθρωπος τόσο χορτάτος από τιμές και δόξες και απ’ όλα να πεθαίνει αναλογιζόμενος πόσο λίγο σεξ είχε κάνει. Αναρωτιόμουν πώς καταντάει κανείς έτσι.

Πρόσφατα διάβασα ένα παλιότερο κείμενο του Τσαγκαρουσιάνου με το ίδιο θέμα κι έτσι ξαναθυμήθηκα αυτό το ξεχασμένο απόσπασμα για τον Μπέτζεμαν. Μετά θυμήθηκα την ανατριχιαστική ατάκα στον Θείο Βάνια του Τσέχοφ για το βάρος της αξόδευτης ζωής. Ένιωσα μεγάλη δυσφορία στο ότι μια ζωή μπορεί να τελειώνει έτσι. Κι όχι, τα απωθημένα δεν είναι απαραίτητα σεξουαλικά. Θυμήθηκα με φρίκη κάποιον που πέθαινε και φώναζε τη μάνα του· η δε μάνα του, ας μη συζητήσουμε το ποιόν της. Θυμήθηκα βεβαίως και ανθρώπους που πέθαναν ολοφάνερα χορτάτοι, με μόνο το παράπονο του θανάτου, όπως όταν παιδί πρέπει να πας για ύπνο ενώ όλοι ακόμη γιορτάζουν.

Κράτησα σημειώσεις για αυτό το κείμενο αλλά αποφάσισα να το γράψω σήμερα γιατί  διάβασα στο φέισμπουκ το παρακάτω απόσπασμα του Ιωάννη Παπαναγιώτου:

Εμείς
που σε λίγο
θα σαπίζουμε κάτω
από μια δεξαμενή χώμα,
ντρεπόμαστε για τα inbox μας.
Απλώνουμε στα wall έναν μίτο πε-
ριπλάνησης- αποπλάνησης
λες και θα έπρεπε να
μας νοιάζει, λες
και θα έπρεπε
να τους
αφορά-νοιάζει
ποιοι πραγματικά
ΗΜΑΣΤΑΝ

Αν και για μένα η οικογένεια έχει υπάρξει χώρος αγάπης και παρότι το σεξ υπήρξε για μένα πηγή ανεκλάλητης χαράς, δεν είμαι ούτε αμερικανάκι για να πιστεύω ότι η οικογένεια είναι ο προνομιακός, ή ακόμα χειρότερα ο αποκλειστικός, χώρος της αγάπης ούτε χαζοχίππης για να πιστεύω ότι το σεξ είναι αποκλειστικά πηγή χαράς. Περισσότερο όμως από την τυφλή εξιδανίκευση της οικογένειας, του έρωτα ή ό,τι άλλου με ανησυχεί πια το πόσο έτοιμοι και πόσο πολύ πρόθυμοι είμαστε να αρέσουμε εις βάρος του να ζούμε — όπως θέλει τέλος πάντων να ζήσει κανείς. Και πλέον, μέρος του πώς ζούμε είναι και το πώς πολιτευόμαστε και πορευόμαστε μέσα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Όπως έλεγα πριν τέσσερα περίπου χρόνια,

«παρατηρώ την ανάγκη για καθαρότητα παντού, την οποία κατα καιρούς εκφράζουνε πολλοί εδώ μέσα, σ’ αυτό το μικρό-χωριό-κακό-χωριό των σοσιαλμήντια. Επίσης παρακολουθώ το κόλλημα πολλών με την άκαμπτη και σιδηρά συνέπεια, πολλών που δεν αφήνουνε στους άλλους περιθώρια να χαλαρώσουν, να παίξουν ή να χαβαλεδιάσουν, να γίνουν αυθόρμητοι ή και προπετείς. Έχω τέλος κατά νου τη διαρκή και ανακυκλούμενη διερώτηση για τα ψυχολογικά κίνητρα των άλλων, που εκφράζεται και μέσα και έξω από τα σοσιαλμήντια: γιατί ο δείνα κινείται; γιατί ο τάδε γράφει (έτσι); γιατί ο χι ανεβάζει τέτοια; γιατί ο ψι ακκίζεται; γιατί ο λεγάμενος κοινοποιεί; Εντοπίζω επανειλημμένα την ετοιμότητα και προθυμία να βλέπουμε παντού φαυλότητα, μικροψυχία και χυδαιότητα, να φανταζόμαστε συμμορίες και κλίκες, συνωμοσίες και παράλληλες καμπάνιες.»

Δεν πρέπει να υποκύψουμε στην αιδημοσύνη, στην ανάγκη να κρυφτούμε και να καλυφθούμε από την αδηφάγο φαγωμάρα κάποιων να διακρίνουν και να εξετάσουν και να αξιολογήσουν τα κίνητρά μας, λες και μπορούν (ιδίως εκείνοι) να δούνε την τύφλα τους.

Με δυο λόγια: pecca fortiter.

Εικονίζεται ο Νάρκισσος του Roberto Ferri.

Τέσσερα σημειώματα για το #me_too

Το πρώτο σημείωμα παρατίθεται αριστερά, ως εικόνα που κυκλοφορεί στο ίντερνετ. Γενικά, είναι πολύ εύκολο μια γυναίκα να καταγγέλλει άλλες γυναίκες θύματα παρενόχλησης ότι είναι μιρλιάρες ή και καιροσκόποι όταν η ίδια βρίσκεται οχυρωμένη πίσω από προνομιάρες.

Δεύτερον

Η ιστορία με τον Ανσάρι πλασάρεται ήδη κανονικά ως η Μαρφίν του #me_too: η καταγγελία μιας μάλλον αμφιλεγόμενης περίπτωσης παρακαλετού και χατιριού παρουσιάζεται ως χαρακτηριστική, ως το στίγμα, ενός κινήματος που αποκαλύπτει την έκταση της σεξουαλικής παρενόχλησης και καταπίεσης.

Τρίτον

Το από καταβολης πατριαρχίας «δικαίωμα» του άντρα να χουφτώνει και να μαρκαλεύει τις γυναίκες ή τους «λιγότερο άντρες» είναι δεδομένο και είναι πηγή δυστυχίας, φόβου και ένα σωρό άλλων. Η εναντίωση στην παρενόχληση ως κίνημα πλέον φαίνεται να έχει τις τύχες κάθε κινήματος: από τη μια όσοι εναντιώνονται σε αυτό το ταυτίζουν πονηρά με τον νεοπουριτανισμό, από την άλλη οι νεοπουριτανοί (οποιαδήποτε δορά και αν έχουνε ρίξει πάνω τους) σπεύδουν να σφετεριστούν το κίνημα αυτό ώστε να προωθήσουν τους δικούς τους σκοπούς, δηλαδή τη ρύθμιση, επιτήρηση και καταστολή της επιθυμίας. Έχει συμβεί και στα καλύτερα κινήματα και στις σπουδαιότερες επαναστάσεις: από την Ντε Γκουζ στον Ναπολέοντα, από τα σοβιέτ στον Στάλιν…

Τέταρτον

Δεν θέλουν οι #me_too να καταργήσουνε το καμάκι και το φλερτ; Δεν κινδυνεύει το ερωτικό παιχνίδι; Ας δούμε ένα υποθετικό παράδειγμα. Ανεβαίνω στο λεωφορείο, είμαι ωραίος και σέξυ και 26 (για να απαλείψουμε προκαταλήψεις για σπυριάρηδες, αγάμητους, βρωμόγερους κτλ). Κοιτάζω μια κοπέλα με νόημα (όχι σαν να βλέπω καρμπονάρα να αχνίζει), με κοιτάζει και αυτή με νόημα (το πιάσαμε αυτό ε; μπορούμε ελπίζω), την αγγίζω τάχα τυχαία, δείχνει να ανταποκρίνεται. Υπάρχει πρόβλημα; Όχι.

Βεβαίως αυτό το σενάριο φαίνεται προβληματικό για διάφορους λόγους — όλοι εκ των οποίων έχουνε να κάνουν με τον σεξισμό. Ας δούμε δύο από αυτούς: Πρώτον, μας μαθαίνουν ότι αυτό το αρχικό παιχνίδι δεσμεύει και υποχρεώνει την κοπέλα κάποια στιγμή (σύντομα) να μας κάτσει. Όμως σόρυ, όχι, κι είμαστε μαλάκες και σαυροειδή αν θεωρούμε ότι η άλλη ή ο άλλος δεν μπορεί να το λήξει εκεί και τότε ή να ξενερώσει ή να αλλάξει γνώμη. Δεύτερον, γυναίκα που θα ανταποκριθεί κοιτάζοντάς μας με νόημα είναι ή ξέκωλο, άρα θα μας κολλήσει κανα σκουλαμέντο και θα μας στείλει στο τσώνυ και στα καψουροσκυλάδικα, ή «από αυτές που παίρνουνε πρωτοβουλίες», άρα φοβόμαστε ότι θα σκάσει με κανα μαστίγιο ή με καναν όλισβο.

Το πρόβλημα των αρσενικών γενικά δεν είναι ότι κινδυνεύει το επί ίσοις όροις φλερτ, η καυλάντα και το παιχνίδι — με ή χωρίς χουφτώματα. Το πρόβλημα των αρσενικών είναι να μπορούμε να συνεχίσουμε τουλάχιστον να κουνάμε το πουλί μας, πραγματικό ή συμβολικό, όποτε θέλουμε και αν θέλουμε απρόσκλητα, απρόκλητα κι ατιμωρητί.

and you, you are not me

Η φωτογραφία: Christopher Brellis

Οι κάπως άστοχες ερωτήσεις που ρωτούσαμε στα λευκώματα μικροί είναι παρόμοιες με αυτές που τώρα ως ενήλικοι ρωτάμε ο ένας στον άλλο χρησιμοποιώντας τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Είναι συγκινητική σχεδόν η προσπάθειά μας να καταλάβουμε πόσο διαφορετικοί είναι οι άλλοι από εμάς, πόσο διαφορετικός είναι ο καθένας από εμάς, μέσα από ερωτήσεις. Χρησιμοποιούμε τις ερωτήσεις διερευνητικά και διαγνωστικά και κάνουμε πως ξεχνάμε πόσο αναξιόπιστα εργαλεία είναι. Όμως και τι άλλο μέσο διαθέτουμε;

Ταυτόχρονα, με τα σοσιαλμήντια έχει διευρυνθεί ο κύκλος όσων μπορούν να μας βρουν για να μας ορμηνέψουν ενώ έχει πυκνώσει και το δίκτυο συμβουλών: πολλοί μπορούμε να συμβουλέψουμε πολύ περισσότερους από ποτέ για πάρα πολλά πράγματα.

Είναι μάλλον ανησυχητική η διάθεσή μας να επιβάλουμε στους άλλους να γίνουνε σαν κι εμάς συμβουλεύοντάς ή και νουθετώντας τους. Τις συμβουλές και τα tips και τα life hacks συνήθως δεν τα μοιραζόμαστε για να κάνουμε καλύτερη τη ζωή του άλλου παρά για να τον ενθαρρύνουμε να τη διαμορφώσει τη ζωή του λίγο πιο πολύ σαν τη δική μας. Οι συμβουλές που δίνουμε είναι σαν τα χάπια που συνιστούσαν οι γιαγιάδες μας η μία στην άλλη: όχι τόσο «το ταβόρ με βοήθησε, θα βοηθήσει κι εσένα» αλλά «αν παίρνω εγώ ταβόρ, να πάρεις κι εσύ».

Δηλαδή ας πούμε ότι από την αδιανόητη ηλικία των 44 (όταν ήμουν 24) ξεκινάω να γράψω μια σειρά από συμβουλές προς άντρες 24 ετών (μια ηλικία που μου φαίνεται αφύσικα κοντινή). Ας πούμε ότι θέλω να πάω πέρα από μια σειρά απλές ασκήσεις αξιοπρέπειας κι αυτογνωσίας. Τι θα είχα να πω; Να πορευτεί ο εικοσιτετράχρονος όπως πορεύτηκα; Με τίποτα, άλλωστε ποιος μου είπε ότι θέλει να πάει εκεί όπου έφτασα εγώ; Να αποφύγει όσες μαλακίες έκανα; Στάνταρ όμως ό,τι για μένα δούλεψε ως μαλακία μάλλον θα κάνει θαύματα σε άλλες περιπτώσεις.

Καμμιά φορά νομίζω ότι όσο περισσότερο θέλουμε να δώσουμε συμβουλές και να βοηθήσουμε τον άλλο να βρει εύκολες και γρήγορες λύσεις σε όσα τον απασχολούν, τόσο περισσότερο προσπαθούμε να πείσουμε τον εαυτό μας πως ό,τι πέρασε πέρασε σωστά στη δική μας ζωή, πως ό,τι είμαστε κι ό,τι κάνουμε είναι αναπόδραστο. Επίσης νομίζω ότι συνήθως ρωτάμε τους άλλους πράγματα που καιν εμάς τους ίδιους. Προσπαθούμε με τις ερωτήσεις μας όχι να βρούμε τι κάνει διαφορετικούς και μοναδικούς τους άλλους, παρά πώς ανταποκρίνονται στις ερωτήσεις μας αυτές, ερωτήσεις που τελικά διατυπώνουμε με βάση ποιοι είμαστε εμείς.

Κι αλίμονο μας αν ρωτήσουμε τον εαυτό μας τις ίδιες ερωτήσεις, θα ανοίξουμε μια άβυσσο από πολλαπλά είδωλα, το ένα εγκιβωτισμένο μέσα στο άλλο επ’ άπειρον. Αυτό το τελευταίο δεν το κατάλαβα μόνος μου, μου το έμαθε ένας άνθρωπος σοφός: με έπεισε να αφήσω την ανάλυση και τις ερωτήσεις στους ειδικούς και να προσπαθήσω (όσο μπορώ) να είμαι τίμιος με τον εαυτό μου. Που είναι και το πιο δύσκολο.

Νέκυιες

Ο Νάτσης είπε κάποτε πως υπάρχουν δύο ειδών επικήδειοι: όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός είναι ο νεκρολογών μια και γνώριζε τον εκλιπόντα και όσοι μας λεν πόσο καταπληκτικός ήταν ο εκλιπών μια και γνώριζε τον νεκρολογούντα. Απέχω και από τα δύο είδη.

*

Κάποτε λυπόμουν που βρίσκομαι θωρακισμένος πίσω από τόσα προνόμια και από το σκληρό κέλυφος της θωριάς και του τρόπου μου. Μετά κατάλαβα πως ήμουν και λιγάκι τυχερός που ήμουν έτσι.

Γνώρισα ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους. Κι είδα τι ήθελε να τους κάνει ο κόσμος: είδα πόσο πολύ λαχταράει ο κόσμος γύρω σου να σε δει συγκαταβατικά, να πιστέψει ότι σε ξέρει καλά κι ότι μπορεί να σε ερμηνεύσει εύκολα κι απλά. Είδα ξανά και ξανά πόσοι μετριασμένοι άνθρωποι θεωρούν ότι μπορούν να σε επιμεληθούν και να σε βελτιώσουν, να σε πάρουν δήθεν άπλαστη κι αφελή ύλη ώστε να φτιάξουν από εσένα ακόμη ένα μετριασμένο είδωλο του εαυτού τους.

Γιατί οι πυγμαλίωνες επιδιώκουν απλώς και μόνο να πλάσουν είδωλά τους, να σε επιμεληθούν και να σε κόψουν και να σε ράψουν και να σε τσιτώσουν ώσπου να γίνεις εικόνα τους και ατελής βεβαίως αντικατοπτρισμός τους: η ηχώ που θα επιστρέφει τις τελευταίες τους λέξεις. Αν λαχταρούν τελικά κάτι είναι αυτό: να βρουν ανθρώπους ελεύθερους κι ανοιχτούς κι ανέμελους μα όχι άκαρδους για να τους κάνουν κυριολεκτικά σαν τα μούτρα τους.

Γι’ αυτό και στον αγώνα μεταξύ της ψυχής σου και του κόσμου οφείλεις να υπερασπιστείς την ψυχή σου. Και κάθε άνθρωπος που, αντίθετα από εμένα, δεν βρίσκεται πίσω από κέλυφος κι ασπίδα και καταφέρνει να καταβάλει τους πυγμαλίωνες του κόσμου τούτου, κάθε ανθρώπος ελεύθερος κι ανοιχτός κι ανέμελος μα όχι άκαρδος, είναι κι ένας ήρωας.

*

Είναι άχαρη τέχνη το θέατρο. Απευθύνεται στους παρόντες. Είναι πάντοτε μοναδικό. Εξαρτάται από την οπτική σου γωνία και από το δικό σου βλέμμα, του θεατή: το θεατρικό έργο απλώς εκτυλίσσεται μπροστά σου κι εσύ επιλέγεις πού θα στρέψεις το βλέμμα και τι θα κοιτάξεις μέσα του· σε αντίθεση με τον κινηματογράφο, που έχει τη δύναμη να σου λέει «εδώ κοίτα, αυτό» και — αν θέλει — γεμίζει την οθόνη με αυτό.

Είναι μαγική τέχνη το θέατρο, είναι σαν τη ζωή των ανθρώπων και πώς εμείς την προσλαμβάνουμε. Δρώντων και ου δι’ απαγγελίας: δεν μπορώ να σε πείσω, δεν μπορώ καν να σου πω «ο Παύλος ήταν λυπημένος». Ίσως το δεις, ίσως όχι· ίσως πειστείς, ίσως όχι.

*

Είδα το Κόκο με τέσσερα παιδιά. Ωραία ταινία, μια μεξικάνικη Νέκυια για παιδιά. Παίζει και η Φρίντα Κάλο, ή μάλλον η σκιά της Φρίντα Κάλο, που είναι ψώνιο. Τι θα ήταν σε αμερικάνικη ταινία: οτιδήποτε ατίθασο, πιο έντονο ή πιο ζωηρό, είπαμε, ό,τι ανοιχτό και ταξιδιάρικο κατατάσσεται στα ψώνια και στα σαλά του κόσμου τούτου.

Στην ταινία με κριντζάρισαν δύο στοιχεία, πάντως: το ένα ήταν πόσο έχει κανονικοποιηθεί η διαδικασία του τσακώματος του λαθραίου ταξιδιώτη (με ηλεκτρονικά μέσα αναγνώρισης προσώπου) και το τσουβάλιασμα-επαναπροώθησή του, πόσο έχουμε συνηθίσει την ιδέα της μάντρας ανθρώπων. Το δεύτερο στοιχείο που με ενόχλησε: το ασταμάτητο κήρυγμα κάθε ταινίας της Ντίσνεϋ και του περιβάλλοντός της για την τάχα αυταξία της οικογένειας. Η οικογένεια είναι αξιωματικώς καλή, είναι η απαρχή σου και το καταφύγιό σου. Μας το λένε ξανά και ξανά και ξανά μέχρι να το πιστέψουμε όπως πίστευε ο κόσμος στην αιώνια Κόλαση για τους «πόρνους» κι όσους αρταίνονταν την Παρασκευή.

*

Αλλά τι όμορφο, μέσα σε όλη αυτή τη νέα θρησκεία της οικογένειας και των ατομικών επιλογών που δεν έχουνε να κάνουν με τον κόσμο γύρω σου, να ζεις μια στιγμή ελευθερίας· σαν ολόκληρη ζωή νιώθεται. Και πόσο πιο όμορφο να γνωρίσεις έναν ελεύθερο κι ανοιχτό κι ανέμελο μα όχι άκαρδο άνθρωπο· σαν ολόκληρος κόσμος αγγελικά πλασμένος νιώθεται.

Στη φωτογραφία η εξαίσια ηθοποιός Ευθαλία Παπακώστα ως Ευρυδίκη.

Η αντιβίωση και το ποντικοφάρμακο στο εργαστήριο

Κάθε καταστροφή που γνωρίζει αυτός ο λαός από το 1897 ερμηνεύεται συνήθως με δύο τρόπους.

Ο πρώτος είναι ως συνωμοσία των ξένων, αναμενόμενο σε μια χώρα δημιούργημα των πεφωτισμένων ξένων που θέλησαν να αναστηλώσουν τη φάτνη και το λίκνο του πολιτισμού τους.

Ο δεύτερος και συνηθέστερος τρόπος είναι να ερμηνεύονται οι συμφορές μας ως καρπός της αφροσύνης όσων αντιμάχονται τις ελίτ — όταν αυτοί δεν παρουσιάζονται ως εγκληματίες, συμμορίτες κτλ. Διατυπώσεις όπως «η κατάρα του διχασμού», η Διχόνοια (λες και μιλάμε για δίδυμα που μαλώνουν για τη νομή του πλεϊστέισον), οι Έλληνες που αεί παίδες εσμέν κτλ. υποκρύπτουν σχεδόν πάντοτε μομφές κατά όσων δεν βγάζουνε τον σκασμό και δεν σκύβουν το κεφάλι. Είπαμε: η κριτική στην πλέμπα είναι διεισδυτική και καίρια, αλήθειες που πονούν· απεναντίας η κριτική στις ελίτ είναι διχαστική και σπέρνει τη διχόνοια.

Αυτό βεβαίως το ζούμε και κατά την ατελείωτη δεκαετία της υποτέλειας και της εξαθλίωσης. Αν η ρητορική περί μίσους, διχόνοιας και εχθροπάθειας έχει κοπάσει, αυτό οφείλεται στο ότι ο Σύριζα εξουδετέρωσε κάθε αντίσταση εκ μέρους όσων κινητοποιούσε η ιδεοληπτική, ανεδαφική και θεωρητικολάγνα Αριστερά μας — εξαγοραζόντας πασοκικώς πολλούς από αυτούς. Ωστόσο όσοι δεν την έχουμε κοντή τη μνήμη θυμόμαστε λήρους και κορώνες κατά της «διχαστικής» αντιμνημονιακής κριτικής και διαμαρτυρίας, κυρίως με αφορμές κάτι ψόφος. Αναρωτιέμαι πώς θα ένιωθαν όλες αυτές οι ευαίσθητες ψυχές που εξυπηρέτησαν με ζήλο κι εξαρχής το μνημονιακό ξεπάτωμα αν διάβαζαν τα συνήθη και δι’ ασήμαντον αφορμήν μπινελίκια στον βρετανικό τύπο ή και στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Ελάχιστοι άνθρωποι που δεν ήταν πακτωμένοι μέσα στο κομματικό κράτος του ΠΑΣΟΚ ή της ΝΔ θα ισχυρίζονταν ότι πριν το 2010 δεν υπήρχαν κοινωνικές παθογένειες όχι αδιαμεσολάβητα ταξικού χαρακτήρα ή ότι δεν υπήρχαν εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους με αιτιολογία που πάει πολύ πριν από την κάθε Μεταπολίτευση. Δύο σνάπσοτ αυτής της κατάστασης προσπάθησα να αποδώσω εδώ κι εδώ.

Ωστόσο πάρα πολύ γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι η Μνημονιοκρατία ήταν δυστυχώς σοβαρότερο, οξύτερο και πολύ πιο μαζικής κλίμακας πρόβλημα από όλα τα άλλα. Το παρομοίασα με ναυάγιο πριν δυο χρόνια.

Βεβαίως οι φίλοι της ελληνικής πραγματικότητας, μιας αναλυτικής κατηγορίας που ερμηνεύει αξιωματικά οποιαδήποτε κακοδαιμονία («δεν είμαστε λαός», «αυτοί είμαστε», «Ελλαδάρα», «Μπαλκάνια» κτλ), έσπευσαν να μας πουν ότι τα αυτά, δηλαδή οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους, μας έφεραν ως εδώ, δηλαδή στα Μνημόνια.

Ενδεχομένως. Είναι μια άποψη. Όσο περνάει ο καιρός αυτή η εκδοχή ιστορικοκοινωνικού ντετερμινισμού από τα δεξιά χάνει την όποια ερμηνευτική αξία της. Αλλά ας πούμε ότι ναι, χρειαζόντουσαν μεταρρυθμίσεις, αυτό που ο Αμάρτυα Σεν αποκάλεσε «αντιβίωση». Το ερώτημα που τίθεται αμέσως μετά, από τον Σεν, όχι από εμένα, είναι γιατί έπρεπε η αντιβίωση να συνοδεύεται από φτωχοποίηση, εξανδραποδισμό, γενικευμένο ξεπούλημα,  λεηλασία του κοινωνικού κράτους — ναι, του όποιου κοινωνικού κράτους· γιατί έπρεπε να συνοδεύεται, πάντα κατά Σεν, από το «ποντικοφάρμακο» της λιτότητας.

Η απάντηση είναι γιατί μπορούσαν. Η αιτία δόθηκε πέραν κάθε αμφιβολίας από τον πρόσφατα αποχωρήσαντα Dijsselbloem το 2017: τα ελληνικά ομόλογα έθεταν σε κίνδυνο τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Η συζήτηση βεβαίως ότι ο καβγάς γίνεται για το πάπλωμα της BNP και της Deutsche, που έπρεπε να ξεφορτώσουν ελληνικό χρέος, γινόταν ήδη από το 2010. Αντίστοιχα ισχύουν για τη σκανδαλώδη και θηριωδώς ζημιογόνα ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών ή για τη φορολογική εξόντωση των ελεύθερων επαγγελματιών, χαμηλοσυνταξιούχων και μισθωτών κ.ο.κ.

Πρέπει όμως κανείς να βασανίσει λιγάκι το «γιατί μπόρεσαν», αλλιώς κινδυνεύει να υποπέσει στο φαιδρό αλλά σοβαρό αμάρτημα της συνωμοσιολογίας. Γιατί να θέλουν «κάποιοι» να συντρίψουν «μια χώρα του Πρώτου Κόσμου με αντανακλαστικά Τρίτου Κόσμου»; (όπως είπε ένας φίλος). Ο δρ. Σόυμπλε μάλλον για λόγους αρχής αλλά όλοι οι υπόλοιποι για παραδειγματισμό. Άλλωστε η Ελλάδα δεν είναι η μοναδική τέτοια χώρα, ίσα ίσα: δείτε πώς ο σωφρονισμός καταβύθισε την εκλογική ρώμη των Podemos. Δεύτερον, γιατί όπως νωρίς επισήμανε ο Μαζάουερ, η Ελλάδα πάντοτε υπήρξε το εργαστήριο στο οποίο δοκιμάστηκαν οι «νέες ιδέες» στην Ευρώπη: η εθνική επανάσταση το 1821, η μεταρρύθμιση της μοναρχίας το 1864, η αποσυναρμαλόγηση φεουδαρχικής αυτοκρατορίας διά του πολέμου το 1912-13, η εθνοκάθαρση το 1923, ο Ψυχρός Πόλεμος το 1944 και το 1946-49, η δημιουργία οικονομικών προτεκτοράτων στον Πρώτο Κόσμο το 2010 — ενδεχομένως και άλλες.

Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς γιατί η κωλοτούμπα του Σύριζα, που κατέληξε να διαχειρίζεται αυτό που όφειλε να πολεμήσει, αφενός τον κατέστησε μια ιδανική κεντροδεξιά κυβέρνηση (ιδανική γιατί δεν έχει κανένα δέος αντίπαλο μεταξύ κινημάτων και συλλογικοτήτων) αφετέρου ανάγκασε όλους μας να υπαχθούμε στη συνταγολόγηση του ποντικοφαρμάκου που δήωσε και δηώνει ζωές — μιλάμε πάντοτε για ζωές κι όχι για δείκτες, έτσι; Όσο για την αντιβίωση, θα αστειεύεστε βέβαια: οι κοινωνικές παθογένειες κι οι εστίες δυσλειτουργίας και διαφθοράς του κράτους παραμένουν και άθικτες και στο απυρόβλητο — εάν δεν έχουνε βγει σούπερ ενισχυμένες από αυτό που συμβαίνει τα τελευταία σχεδόν οχτώ χρόνια.

Η αλληγορία του μπακλαβά

Ο πατέρας μου είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους που μιλάνε συνεχώς με ανοικονόμητες και γριφώδεις μεταφορές. Πολλές φορές μάλιστα τις ξηλώνει αφηγηματικώς τις μεταφορές αυτές για να φτιάξει σύντομες αλληγορίες. Ακόμα και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, πολλές φορές δυσκολεύομαι να καταλάβω τι θέλει να πει.

Ακολουθεί η γνωστότερη αλληγορία του, αυτή του μπακλαβά. Την έχει επαναλάβει πολλάκις και αφορά τη διαχείριση των επιθυμιών. Αν ήταν ο πατέρας μου άνθρωπος επιγραμματικός κι όχι λάτρης της σιωπής (όταν δεν χρησμοδοτεί), θα συνοψιζόταν στο οσκαρουαϊλντιανό «ο καλύτερος τρόπος να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν».

«Όταν ήμουν πιτσιρικάς ήθελα να τρώω συνέχεια μπακλαβά, μπακλαβά γωνία. Μανία είχα· δεν τον χόρταινα. Όταν πήρα τον πρώτο μου μισθό, πήγα και αγόρασα με αυτόν μισό ταψί μπακλαβά. Αυτό ήταν. Τον μπούχτισα.»
«Δηλαδή τον σιχάθηκες;»
«Στην αρχή ναι, αλλά μετά μου πέρασε και αυτό. Συνεχίζει να μου αρέσει ο μπακλαβάς αλλά τώρα τον απολαμβάνω με μέτρο. Δεν κάνω πια καταχρήσεις.»

 Όπως είπα, την έχουμε ακούσει πολλές φορές αυτή την αλληγορία. Πριν τρία-τέσσερα χρόνια, καινοτόμησε καπως και διευκρίνισε σε κάποιον μικρότερο ότι «αυτό με τον μπακλαβά δεν ισχύει για το σεξ». Το σχόλιό του αυτό με ξένισε για δύο λόγους, ο πρώτος είναι επειδή ο πατέρας μου είπε τη λέξη «σεξ».

Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς

Κάποιοι πολιτικοί και κοινωνικοί αναλυτές θεωρούν ότι για την κρίση ευθύνεται η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης. Αυτό δεν είναι ούτε αληθές ούτε ψευδές μέχρι να ορίσει κάποιος τι είναι η κουλτούρα της Μεταπολίτευσης: είναι άραγε η δημαγωγία, η διαφθορά και το ρουσφέτι (αυτό που πια λέμε «διαπλοκή»); Βεβαίως και προϋπήρχαν. Εννοούμε μήπως ότι το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ διεύρυνε την κοινωνική ομάδα των «με οικονομική άνεση» πέρα από τις τάξεις των παλαιών αστών (καμμιά πενηνταριά οικογένειες), των κοτζαμπάσηδων (ή «δημογερόντων» επί το ελληνικότερον) και των απογόνων δοσιλόγων; Σίγουρα όμως το πρόβλημα είναι η διαφθορά και οι λοιπές παθογένειες και όχι αν όσοι μετέχουν σε αυτές είναι τρε μπανάλ πασοκογενείς ή τρε σικ μπουρζουά-και-σουαρέ-ντανσάντ ή ό,τι άλλο. Η λεγόμενη κουλτούρα της Μεταπολίτευσης δεν είναι αναλυτική κατηγορία αλλά καραμέλα.

Άλλοι αναλυτές φρονούν ότι για την κρίση ευθύνεται η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς: η μουσική, οι τέχνες, η φιλοσοφία, οι κοινωνικές και πολιτικές επιστήμες, η λογοτεχνία βρίσκονται υπό την επιρροή του μαρξισμού ή και του ίδιου του ΚΚΕ. Εδώ τα πράγματα είναι κάπως πιο σύνθετα.

Πρώτον πρέπει να ρωτήσουμε ποιοι θα ήταν οι φορείς της υποτιθέμενης αυτής ηγεμονίας. Η Ακαδημία Αθηνών; Τα Πανεπιστήμια; (το δαιμονοποιημενο Πάντειο δεν ήταν καν πανεπιστήμιο μέχρι τη δεκαετία του ’80.) Η μουσική βιομηχανία και οι δισκογραφικές εταιρείες; Το εκδοτικό κατεστημένο, πλην εξαιρέσεων; Το κινηματογραφικό ή το θεατρικό κύκλωμα; Ποιος λοιπόν διέδιδε την ιδεολογία και επέβαλλε την ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς;

Αναλογιστείτε λόγου χάρη ότι ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος και ο Κωνσταντίνος Τσάτσος συγκαταλέγονταν μεταξύ των μεγάλων πνευματικών μορφών της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Αναρωτιέται κανείς βάσει ποιου έργου θεωρούνται σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες οι δύο αυτοί και οι όμοιοί τους. Δεν μας ενδιαφέρει εδώ η πολιτική στράτευσή τους αλλά το πνευματικό έργο με βάση το οποίο στήθηκαν προτομές και ονομάστηκαν δρόμοι προς τιμή τους — άλλωστε στην Ελλάδα, όπου υποτίθεται ότι ηγεμονεύει η Αριστερά, στράτευση νοείται μόνο με το ΚΚΕ: η Δεξιά δεν στρατεύει αλλά μιλάει «με τη φωνή της λογικής«. Βεβαίως το ευρύ κοινό αγνοεί το όποιο φιλοσοφικό έργο του Τσάτσου ή το (μάλλον λογοκλεμμένο) έργο του Κανελλόπουλου όσο αγνοεί τον Καστοριάδη, τον Πουλαντζά και πολλούς άλλους. Πλην όμως οι μεν αναγνωρίζονται ως σοφοί, φιλόσοφοι και νέστορες ενώ οι δε ως «αριστεροί διανοούμενοι». Περίεργο· όταν ηγεμονεύεις αποτελείς αυθεντία με τρόπο απερίφραστο κι αυτονόητο, δεν χαρακτηρίζεσαι «διανοούμενος» με επιθετικό προσδιορισμό.

Δεν υπήρξε ποτέ «ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς». Υπήρχε μόνον ένας σχεδόν ψιθυριστός αντίλογος στον πανοπτικό ελληνοχριστιανισμό του δοσιλογισμού και του παλαιοκαραμανλισμού. Στη συντηρητική Ελλάδα όμως και για την επαρχιώτικη δεξιά σκέψη μας ακόμα κι αυτός ο αντίλογος, πολλές φορές λιγότερο τολμηρός κι από τον πολιτικό λόγο ενός Ράσελ ή ενός Αϊνστάιν, ενοχλούσε κι ενοχλεί.

Μη συγχέουμε λοιπόν την «ηγεμονία«, η οποία για παράδειγμα θα μας φόρτωνε τον Ρίτσο ως ύπατο των ποιητών, Σεφέρη στη θέση του Σεφέρη, με αυτό που ο Σταντάλ αποκαλεί empire du génie. Συνέβη κάποια αστέρια του στοχασμού και της τέχνης να έχουν υπάρξει ελεύθερα πνεύματα και δημιουργοί που απεχθάνονταν τη δεξιά κλειστοφοβία και τον καθωσπρέπει επαρχωτισμό της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Κάποια από αυτά εντάχθηκαν στο ΚΚΕ, κάποια τα οικειοποιήθηκε το ΚΚΕ, κάποια στράφηκαν προς τη γενική κατεύθυνση της Αριστεράς — και πώς αλλιώς σε μια χώρα που κυβερνούσαν χωροφύλακες, παπάδες, κότες, σχολάρχες και ταγματασφαλίτες.

Ακόμα κι έτσι, η επιρροή των πνευμάτων αυτών έχει διογκωθεί υπέρμετρα και έχει γίνει αντικείμενο ηθικού πανικού ή χλεύης. Ακόμα και σήμερα όποιος ασκεί οξεία κριτική στην πλέμπα, βεβαίως ασκεί διεισδυτική και καίρια κριτική, λέει αλήθειες που πονούν. Όποιος απεναντίας αρθρώνει οξεία κριτική στις ελίτ διασπείρει μίσος κι εχθροπάθεια, διχάζει. Η ιδεολογική ηγεμονία βρίσκεται πάντοτε στα χέρια του ελληνοχριστιανισμού ή της ελληνορθοδοξίας, που πραγματώνεται ως εθνικισμός, οικογενειοκεντρισμός, τοπικισμοί και  ξενοφοβίες.

Όσοι λοιπόν ακόμα συζητούν τη λεγόμενη ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς τη συγχέουν, μάλλον επίτηδες, με την αριστερή εικονογραφία που οικειοποιήθηκε το παπανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ. Είναι πολύ ενδιαφέρον πάντως ότι το ΠΑΣΟΚ βεβαίως δεν οικοδόμησε τον σοσιαλισμό ακολουθώντας τον τρίτο δρόμο μεταξύ σοβιετικού και σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, παρά ανακύκλωσε ελληνορθοδοξία, εθνικισμό, κοινωνικό συντηρητισμό και ξενοφοβίες φορώντας τους αντάρτικα αμπέχονα και ειρηνιστικές ρητορικές.

Η μόνη ουσιώδης επιρροή της αριστερής διαλεκτικής όπως την ασκεί το ΚΚΕ στην κατασκευή ιδεολογίας στην Ελλάδα είναι ο ξέφρενος αναγωγισμός. Εάν για πολλούς μαρξιστές όλα μα όλα και πάντοτε κι αδιαμεσολάβητα ανάγονται στις σχέσεις παραγωγής, οι όποιοι δεξιοί στοχαστές, όσο τους φτάνει το μυαλό, ανάγουν κάθε κοινωνικό φαινόμενο σε ό,τι θέλουν και μπορούν: στο ότι δεν είμαστε λαός, στην κατάρα της φυλής, στο ότι δεν μας θήλασε η μάνα μας κι ότι είναι κοντή η γραβάτα μας — και σε άλλες παρόμοιες δοξασίες.

The Grinch

Αν είσαι ποιητής, γράφε ποιήματα: μη μας ζαλίζεις με αισθαντικές παπάντζες και ασυνάρτητα ποιοτικά στιγμιότυπα στα σοσιαλμήντια.

Μη χαίρεσαι που το όνομά σου ακούγεται περισσότερο από το έργο σου.

Το ότι κάνεις κάτι αξιέπαινο δεν αναιρεί το ότι είσαι μαλάκας· το ότι είσαι μαλάκας δεν αναιρεί το ότι κάνεις κάτι αξιέπαινο.

Όχι, δεν είσαι έτοιμος να διδάξεις δημιουργική γραφή επειδή έχεις βγάλει δυο συλλογές διηγημάτων, τη μία στον Γαβριηλίδη.

Δεν είναι κακό να θες να βγάλεις γκόμενα με το πελώριο μυαλό σου, το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι το βγάζεις και το πετάς στη μούρη ολωνών μας.

Δεν είναι κακό να θες να βγάλεις γκόμενο με τις αισθησιακές σέλφις σου, το πρόβλημα εστιάζεται στο ότι δεν το παραδέχεσαι και απορείς τάχα που κάποιοι παρεξηγούν το φίτνες τη σήμερον ημέρα.