Η σωστή εποχή

Κατά κάποιον τρόπο μεγάλωσα σε ενδιαφέρουσα εποχή.

Όταν ήμουν πολύ παιδί, αναρωτιόντουσαν οι μεγάλοι τι επώνυμο θα παίρνουν τα παιδιά που γεννιούνται σε «ελεύθερες σχέσεις», δηλαδή εκτός γάμου. Οι απαντήσεις σε τέτοια δυσεπίλυτα τότε ζητήματα δόθηκαν το 1982 με το νέο οικογενειακό δίκαιο.

Μετά αναρωτιόντουσαν όταν έβλεπαν ζευγάρια αντρών «ποιος από τους δύο κάνει τη γυναίκα». Εδώ οι απαντήσεις δόθηκαν παρακολουθώντας τα βάσανα του Στηβ Κάρινγκτον στη Δυναστεία — διότι μέγα το της ποπκουλτούρας κράτος.

Κατόπιν αναρωτιόντουσαν πώς τη βγάζουν τα ζευγάρια γυναικών χωρίς φαλλό. Μάλλον ακόμα την ψάχνουν την απάντηση οι μεγάλοι, οι μεγάλες βεβαίως τη γνώριζαν ανέκαθεν.

Τώρα που είμαι εγώ μεγάλος αναρωτιόμαστε πώς θα επιλύουν το θέμα της ζήλειας και της κτήσης όσοι συνάπτουν πολυσυντροφικές σχέσεις. Εκ πείρας όμως πλέον ψυλλιαζόμαστε ότι μάλλον ήδη γνωρίζουν την απάντηση οι ίδιοι.

Από το The Greek Cloud

Η φωτογραφία είναι του Itzhak Ben-Arieh

Ταμπού, λογοκρισία και πολιτική ορθότητα

Η πολιτική ορθότητα συγχέεται με τον ευφημισμό και με τη λογοκρισία («να μη λέμε κακές λέξεις») ή την κορρεκτίλα («να μην προσβάλουμε κανέναν / να μην ενοχληθεί κανένας»).

Η πολιτική ορθότητα, κατά τον ορισμό του Φ. Παναγιωτίδη, είναι η προσπάθεια να απαλλάξουμε «τον λόγο από λέξεις και εκφράσεις που φέρουνε το βάρος της μισαλλοδοξίας, του ρατσισμού, του σεξισμού και, γενικότερα, ιδεολογιών που νομιμοποιούν τον αποκλεισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση συνανθρώπων μας».

Με άλλα λόγια, η πολιτική ορθότητα έχει νόημα και σκοπό ως πολιτική στάση, στον βαθμό που, ονοματίζοντας τους άλλους και τις πράξεις τους, τους πατρονάρουμε, τους καθορίζουμε, ή ασκούμε πάνω τους αυταρχικά την εξουσία μας: την εξουσία της ελίτ που καμώνεται την πλειοψηφία.

Πολιτική ορθότητα και ευφημισμός

Η πολιτική ορθότητα είναι στάση και πράξη πολιτική και καθόλου καλολογική. Άρα δεν μπορεί να είναι απλός ευφημισμός. Όπως σημειώνεται στο παραπάνω απόσπασμα του Παναγιωτίδη, «ποικίλοι φορείς, με προφανέστερους αλλά όχι μοναδικούς την πολιτική εξουσία και τη διαφήμιση, καταχρώνται τον ευφημισμό ως μηχανισμό για να πουν μισές αλήθειες, δηλαδή ψέματα, αφού η απόκρυψη συναφούς μέρους της αλήθειας αποτελεί ψέμα».

Στην πραγματικότητα, ο ευφημισμός έχει σκοπούς πολύ διαφορετικούς από την πολιτική ορθότητα, αφού πασχίζει να ωραιοποιήσει μια πραγματικότητα αλλάζοντας τις λέξεις: ονοματίζει παράπλευρες απώλειες τους αμάχους νεκρούς, σωφρονιστικό κατάστημα τη φυλακή, κ.ο.κ. Είναι πάγια πρακτική του νεοφιλελεύθερου απολίτικου και ρηχού δικαιωματισμού να προσπαθεί να καταστήσει αόρατη κάποια αδικία ή κάποιο κοινωνικό πρόβλημα καταφεύγοντας στον ευφημισμό και στην καλολογία, ορμώμενος από έναν αφελή οργουελισμό, κατά τον οποίο εξαφανίζεις την έννοια άμα απαλείψεις τη λέξη. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, αν πάψω να λέω τους Τσιγγάνους Τσιγγάνους θα γίνουνε «Αθίγγανοι» (…) ή και Ρομά, άρα κανονικοί πολίτες και κανονικοί άνθρωποι και καθόλου θυματα αιώνων συνεχιζόμενου ρατσισμού.

Ο ευφημισμός προσπαθεί να υποκαταστήσει πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες και πραγματική κοινωνική δράση. Η πολιτική ορθότητα απεναντίας εντάσσεται σε αυτούς τους αγώνες. Ο ευφημισμός ενδεχομένως αναγνωρίζει σιωπηλά τις σχέσεις ηγεμονίας και εξουσίας στον λόγο αλλά πασχίζει να τις κουκουλώσει ή και να τις ωραιοποιήσει. Ένα έμφυλο παράδειγμα είναι και το εξής: αν πω την πόρνη «ιερόδουλη», παριστάνω ότι οι γυναίκες με τη συγκεκριμένη εργασία και με συνήθως συγκεκριμένα ταξικά χαρακτηριστικά, γυναίκες αποσκορακισμένες από την πατριαρχία αλλά και αναγκαίες για αυτήν, επιτελούν ιερό λειτούργημα όπως οι γυναίκες των ναών της Αφροδίτης. Απεναντίας, η πολιτική ορθότητα προσπαθεί (αποτελεσματικά ή όχι) να κάνει φανερές τις ταξικές πραγματικότητες και να σταθεί απέναντι στις ετικέτες που κολλάει η πατριαρχία, προτείνοντας το «εργάτρια / εργάτης του σεξ» ή και την επαναοικειοποίηση του όρου «πουτάνα» — δεν έχουμε να κάνουμε με φιλολογίες εδώ, παρά με μια δυναμική διαδικασία (εκ νέου) αυτοπροσδιορισμού.

Με δυο λόγια, η πολιτική ορθότητα αντιλαμβάνεται το πώς ασκούμε ηγεμονία πάνω στους αδύναμους και μη προνομιούχους ετεροκαθορίζοντάς τους και προσπαθεί να καταστήσει αυτή τη διαδικασία ορατή ή και να την ανατρέψει. Αντίθετα, ο ευφημισμός προσπαθεί να ωραιοποιήσει και να κουκουλώσει: είναι το γλωσσικό αντίστοιχο των ψεύτικων προσόψεων του Ποτέμκιν.

Εδώ υπεισέρχεται το θέμα του ετεροκαθορισμού: κάθε κοινότητα δικαιούται να αποκαλείται όπως εκείνη επιθυμεί να αποκαλείται, ιδίως όταν υφίσταται καταπίεση ή διακρίσεις. Συνεπώς, η καούρα των Ελλήνων να αποκαλείται η χώρα μας Hellas (λες και φτάνει μέχρι τον Όλυμπο και τη Δωδώνη) είναι χαριτωμένος (;) ακκισμός, η απαίτηση όμως των τρανς να λέγονται τρανς είναι το λιγότερο στο οποίο μπορούμε να ανταποκριθούμε.

Επίσης, το ζήτημα του ετεροκαθορισμού είναι και υπόθεση περικειμένου, κόντεξτ: ο Ρομ που επιθυμεί να αποκαλείται «Τσιγγάνος» (επανοικειοποιούμενος τον όρο) ή «Ρομ» έχει ως εναλλακτική ετικέτα το υβριστικό «Γύφτος» ή το πατερναλιστικό «Αθίγγανος». Ο Έλληνας όμως που θέλει να λέγεται Hellene έχει ως εναλλακτικό ετικέτα το τιμημένο Greek. Επίσης, το Άτομο με (Ειδικές) Ανάγκες — όρος που υπογραμμίζει την ευθύνη της κοινωνίας απέναντι στις ανάγκες του και δεν αξιολογεί τις ανάγκες καθεαυτές — έχει ως εναλλακτικές ετικέτες τα «ανάπηρος», «προβληματικός» και άλλα χειρότερα, ή το χυδαία ευφημιστικό ψεύδος του «Άτομο με Ειδικές Ικανότητες»…

Πολιτική ορθότητα και κορρεκτίλα

Η πολιτική ορθότητα δεν είναι υπόθεση ίσων αποστάσεων: ο λόγος ύπαρξής της είναι να χειραφετήσει όσους καταπιέζονται· μέρος του «καταπιέζω κάποιον» είναι και το «τον ονομάζω όπως θέλω κι όχι όπως θέλει» και το «οικειοποιούμαι τη φωνή του». Συνεπώς, το να αποκαλείς τις γυναίκες συλλήβδην «μουνιά» δεν είναι το ίδιο με το να αποκαλείς συλλήβδην τους άντρες «ψωλές» — δείτε και μόνοι σας πόσο άκυρο είναι το δεύτερο ως απόπειρα προσβολής ή σβησίματος.

Τα παραπάνω αποσιωπώνται συχνά κι έτσι καβάλα πάνω στο κίνημα της πολιτικής ορθότητας πάνε διάφορες καλολογίες. Άλλοτε αγνοούμε τη διάσταση της εξουσίας και της ανισότητας, άλλοτε (όπως είδαμε) καμωνόμαστε ότι μπορούμε να απαλείψουμε αυτή τη διάσταση αν δεν την κουβεντιάσουμε. Και στις δυο περιπτώσεις καταλήγουμε να καλολογούμε· από την πολιτική ορθότητα εκπίπτουμε στην κορρεκτίλα, στη λογοκρισία της καλολογίας.

Κι έτσι φτάνουμε να προγράφουμε κάθε προσβολή και κάθε λέξη-ταμπού, κάθε «κακή λέξη». Η «πολιτική ορθότητα» — που σε αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι πια καθόλου political αλλά σκέτη correctness — καταντάει να ασχολείται με trigger, δηλαδή με όρους και αναπαραστάσεις ταμπού: με οτιδήποτε μπορεί να προσβάλει ή να αναστατώσει οποιονδήποτε. Δυστυχώς όμως, ό,τι και να πει και ό,τι και να δείξει κανείς θα προσβάλει τουλάχιστον έναν άνθρωπο. Το ζήτημα δεν είναι να ειμαστε όλοι αγαπημένοι και να μη μαλώνουμε· ποσώς. Το ζήτημα είναι, επαναλαμβάνω, πολιτικό: να μην στοχοποιούνται με τον λόγο ομάδες και μέλη τους χωρίς φωνή και χωρίς εκπροσώπηση (ή, εννοείται, εξουσία).

Η επέλαση της κορρεκτίλας έχει τρεις συνέπειες: μας εθίζει στο προφανές, νομιμοποιεί τη λογοκρισία και βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας.

Το προφανές

Η ερμηνεία στο αρχικό επίπεδο, στο προφανές κι επιδερμικό, γίνεται σταδιακά η νόρμα: «αυτό που βλέπω είναι αυτό που βλέπω και όλα τα υπόλοιπα είναι θεωρίες». Αν μια φωτογραφία δείχνει κώλους είναι τσόντα, αν μιλάει για φτωχούς είναι αριστερή κλάψα, αν αφηγείται το 1922 είναι εθνικιστικό κήρυγμα. Και τέλος. Στην Ελλάδα το γύρισμα στην αποκλειστική κυριολεξία έγινε (ανεπαισθήτως) με τον Τελευταίο Πειρασμό του Σκορσέζε. Σιγά σιγά κάθε συζήτηση για οποιοδήποτε δημιούργημα δεν ήταν άνοστο, ανώδυνο κι ανεπαίσθητο, έπρεπε να διεξάγεται με όρους «ναι μεν αλλά»: από την παιδοκτονική Μήδεια μέχρι τους οριακά παιδοφιλικούς πίνακες του Μπαλτύς, από καρναβαλικά γαμοτράγουδα μέχρι το μπουρλέσκ, από τον χριστόληπτο Μπαχ και τους σατανολάτρες Σάμπαθ μέχρι τα γυμνά του Μανιερισμού και του Μπαρόκ.

Η κορρεκτίλα παραγνωρίζει επίσης ότι όλοι οι όροι κι όλες οι αναπαραστάσεις λειτουργούνε μέσα σε συμφραζόμενα: τι λέει από πάνω και τι λέει μετά, και μέσα σε ποιο περικείμενο βρίσκεται. Η κορρεκτίλα δηλαδή αγνοεί μια θεμελιώδη διάσταση της επικοινωνίας: ποιος και πότε λέει τι και γιατί, ως τι και με ποιον σκοπό, από ποια θέση κτλ Η κορρεκτίλα αγνοεί τις διαφορές κυριολεξίας, χιούμορ, σάτιρας, παραθέματος, μεταφοράς, του να βάζεις λόγια στο στόμα άλλου κ.ο.κ. … Η αγνόηση των συμφραζομένων και του ευρύτερου περικειμένου οδηγεί π.χ. το ελεεινά πουριτανικό Facebook, το οποίο πασχίζει να μη δημιουργεί αντιπάθειες φιμώνοντας ό,τι δεν αφορά γάτες και καρδούλες, να μπλοκάρει κάθε ανάρτηση που περιέχει τη λέξη nigger, ακόμα και αν είναι το τραγούδι του Λέννον ή κάτι που ανεβάζει ένας μαύρος πιτσιρικάς στη Βαλτιμόρη…
 
Λογοκρισία και προκατάληψη

Υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ του να μην ασκείς γλωσσική ηγεμονία και του να λογοκρίνεις «για χάρη» των μη προνομιούχων. Δυστυχώς για πολυ κόσμο, αυτή η διαφορά δεν είναι ευδιάκριτη: πολλοί λοιπόν λένε «χαλάλι η λογοκρισία άμα προστατεύει τους μη προνομιούχους». Ωστόσο, όσο πεφωτισμένα και καλοπροαίρετα και να ασκείται η λογοκρισία (για μένα η πεφωτισμένη λογοκρισία είναι οξύμωρο), όσο και να γίνεται προς όφελος των αδύναμων και κατατρεγμένων, είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι με το πέρασμα του χρόνου καταλήγει να γίνει ξανά όπλο στα χέρια της εξουσίας. Αν η λογοκρισία είναι λ.χ. DDT, καθόλου τυχαία επιλογή εντομοκτόνου, ενδεχομένως να σκοτώνει κουνούπια αλλά όχι όλα τα κουνούπια, ενώ στο μεταξύ σκοτώνει και πολλά άλλα…

Συνεπώς, ενώ με ευκολία μπορούμε να λογοκρίνουμε κάποιον που είπε «αράπηδες βουλευτές» ή «πουτάνα δημαρχίνα», σκεφτείτε ένα σεξιστικό «πρέπει να τη βάλουνε κάτω να τη γαμάνε δεκα με το στανιό» που απευθύνεται σε κάποια γυναίκα χωρίς εξουσία και άντε να αποδείξετε ό,τι θέλετε στα περισσότερα δικαστήρια αυτού του πλανήτη εν έτει 2017. Ταυτόχρονα, θα έχετε κανονικοποιήσει τη λογοκρισία προς όφελος και λευκών βουλευτών, ανδρών δημάρχων κ.ο.κ.

Γενικότερα, όταν την πολιτική ορθότητα, την αναίρεση κακοδοξιών και τους αγώνες τούς υποκαθιστά η λογοκρισία και η κορρεκτίλα, έχουμε τέρατα. Δείτε για παράδειγμα την υπό θεσμοθέτηση σε πολλές χώρες ταύτιση του αντισημιτισμού με την κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση, δείτε επίσης σε συμβολικό επίπεδο την εξίσωση σφυροδρέπανου και σβάστικας ως απαγορευμένων εμβλημάτων στην Ουγγαρία και αλλού.
Επί της ουσίας, όποιος θέλει να αγωνιστεί κατά του σεξισμού, του φασισμού, του αντισημιτισμού, της ισλαμοφοβίας, της ομοφοβίας, της τρανσφοβίας, κτλ. κτλ. καλό είναι να μη λησμονεί πως οι νόμοι και οι δίκες (πρέπει να) έπονται των κινητοποιήσεων και των αγώνων από κάτω: θυμηθείτε τους αγώνες για τα πολιτικά δικαιώματα στις ΗΠΑ του ’60 ή αναλογιστείτε γιατί χρονίζει η δίκη των ναζί δολοφόνων μας.

Ανοίγοντας τη συζήτηση, είμαι υπέρ της απόλυτης ελευθερίας του λόγου όταν δεν υποκινεί ανοιχτά σε βιαιοπραγία κατά των μη προνομιούχων. Με άλλα λόγια: «φάτε τους πλουσίους», οκέι. «Οι Εβραίοι είναι σατανικοί», οκέι. «Φάτε τους Εβραίους», μάντρωμα. Βεβαίως, η ελευθερία του λόγου δεν συνεπάγεται ανοχή ή συναίνεση: θα αντιτάξω τον δικό μου λόγο στο μιαρό «οι Εβραίοι είναι σατανικοί» και θα χλευάσω ακόμα και το «φάτε τους πλουσίους», αφού δεν τρώγονται με τίποτα.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι ούτε να λογοκρίνουμε ούτε να αυτολογοκριθούμε. Παράλληλα, πλανώμαστε αν πιστεύουμε ότι η διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου συνεπάγεται ότι θα πούμε κάτι όμορφο, καλό και κόσμιο· τουναντίον. Η πλάνη μας όμως αυτή προκύπτει από την απολίτικη ταύτιση τριών παραγόντων: της ελευθερίας του λόγου, της πολιτικής ορθότητας (η επίκληση της οποίας εισάγει στη συζήτηση τις παραμέτρους της αυθεντία και της εξουσίας) και των «ανθρωπιστικών αξιών», ιδίως όταν γίνονται αντιληπτές με το αίτημα να είμαστε όλοι καλά και να μη στενοχωριέται κανείς.
 
Ως συνήθως, το βαθύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στην προσπάθειά μας να κατανοήσουμε τα ανθρώπινα πράγματα με τρόπο απολίτικο, αγνοώντας τους παράγοντες Εξουσία και Προνόμιο, αλλά και η απροθυμία μας να κάνουμε λεπτές μα αναγκαίες διακρίσεις.  Καταλήξαμε λοιπόν να ταυτίζουμε την πολιτική ορθότητα (μέθοδο πυρόσβεσης της γλωσσικής ηγεμονίας) με τη νεοσυντηρητική κορεκτίλα (που ενίοτε παριστάνει την αστική αβρότητα) ενώ καταντήσαμε να θεωρούμε την ανθρώπινη ευγένεια ομόλογη με εμμονικές απόπειρες να αποφύγουμε να προσβάλουμε οποιονδήποτε (ακόμα και τους φασίστες π.χ.).

Κι αυτό τελικά βλάπτει την ίδια την υπόθεση της πολιτικής ορθότητας

Όσο εθιζόμαστε στην κυριολεξία και στο αυτονόητο, όσο γινόμαστε πρόθυμοι να λογοκρίνουμε και να αυτολογοκριθούμε, τόσο περισσότερο καθίσταται αναγκαίο να κατανοήσουμε τι σημαίνει ανισότητα, καταπίεση, (γλωσσική) ηγεμονία. Ο αγώνας δεν είναι μεταξύ ελευθερίας του λόγου και πολιτικής ορθότητας, παρά μεταξύ νεοσυντηρητικής κορρεκτίλας από τη μία και κάθε μορφής καταπίεσης και ετεροκαθορισμού από την άλλη, εντός κι εκτός κειμένων, τέχνης και κουλτούρας.

Η χονδροειδής ταύτιση πολιτικής ορθότητας, κορρεκτίλας και «ανθρωπιστικής καλοσύνης» σε συνδυασμό με την ανοχή μας στη λογοκρισία επιτείνει τον ηθικό πανικό που επικρατεί γύρω από την πολιτική ορθότητα. Για πολύ κόσμο το «PC» είναι πλέον συνώνυμο της (αυτο)λογοκρισίας και του ευφημισμού και από πολιτική στάση η πολιτική ορθότητα γίνεται αντιληπτή ως ηθική κορρεκτίλα: κωμικοί φοβούνται ότι δεν θα μπορούν να λένε χοντρά ανέκδοτα, γυναίκες αναρωτιούνται αν είναι πρέπον να κραυγάσουν «γάμα με!» και άντρες ορρωδούν μπροστά στη ροπή να ανακράξουν «καριόλα!», ρέκτες του ύφους και της ακριβολογίας αγανακτούν με νεολογισμούς και άκομψες καινοτομίες, Εβραίοι καταλήγουν να αποκαλούνται «self-hating Jew», λάτρεις της τέχνης βλέπουν να έρχονται παπικά βρακάκια και ετικετούλες Parental Advisory… Αυτοί και όλοι μας (θα έπρεπε να) μισούμε τη λογοκρισία.

Άρα;

Τι να κάνουμε λοιπόν; Νομίζω ότι υπάρχει μια απλή συνταγή: πρώτα σκέφτομαι ποια σχέση προνομίων, ιεραρχίας ή κι εξουσίας έχω με εκείνον στον οποίο θα απευθυνθώ ή (χειρότερα) με εκείνον εξ ονόματος του οποίου θα μιλήσω. Αντιστρέφω αυτή τη σχέση και μπαίνω στη θέση του. Αν στο ίδιο περικείμενο θα έλεγα τα ίδια ή παρόμοια (αστεία, σκωπτικά, χυδαία, διδακτικά, βαρύγδουπα, εξυπναδίστικα, ζουμερά, στεγνά, κτλ. κτλ.), είμαι μια χαρά και προχωρώ.

Το ουσιώδες είναι να μη συγχέουμε τον νεοσυντηρητικό ηθικισμό (για την αναίρεση του οποίου απαιτούνται μεταμέλειες κι εξιλεώσεις κτλ.) με μια πολιτική στάση, η οποία υπόκειται σε κριτικό και διαλεκτικό έλεγχο μέσα στην κοινότητα και μέσα στην κοινωνία. Εκεί ακριβώς τελικά διαφέρει η πολιτική ορθότητα από τις ηθικιστικές και λογοκριτικές διαστρεβλώσεις της.

Πεδίον Άρεως

Γεννήθηκα το 1973. Μέχρι το 1985 πηγαίναμε τακτικά στο Πεδίον Άρεως και παίζαμε μέχρι πολύ αργά. Είχε κύκνους στις κούνιες προς τη Μαυρομματαίων, τις μεγάλες, είχε τη διαδρομή με τα ηρώα των λιγοζωισμένων επαναστατών — αλλά εμείς ως Γκυζιώτες προτιμούσαμε την πάνω πλευρά, τους λαβυρίνθους προς την Μπούσγου, τα μονοπάτια της ΓΥΣ, τη μεγάλη πλατεία μπροστά από το αναψυκτήριο.

Επειδή τελικά δεν ήμουνα του ποδοσφαίρου, γύρω στα 1985 το ξέκοψα το Πάρκο (έτσι το λέγαμε), τις τελευταίες μέρες της εκεί δράσης μου κάναμε ρεσάλτα και κλέβαμε χρωματιστές λάμπες από το αναψυκτήριο Άλσος, που πότε λειτουργούσε και πότε όχι. Το Πεδίον Άρεως το ξανανακάλυψα το 1992 γιατί και εκεί έβγαινα ραντεβού με την Κυψελιώτισσα της ζωής μου.

Ποτέ δεν αισθάνθηκα να απειλούμαι. Ποτέ δεν με πείραξε κανείς. Ποτέ δεν μου συνέβη τίποτα. Ποτέ δεν άκουσα να συμβαίνει σε κανέναν τίποτα. Μια φορά βρήκαμε ένα προφυλακτικό κάτω από έναν θάμνο (ήμουνα στο Δημοτικό τότε), μια φορά είδε η αδερφή μου μια σύριγγα (ήτανε στο Δημοτικό). Ότι ψωνίζονταν άντρες μεταξύ τους εκεί το έμαθα στα 1995, γιατί ήθελε να δοκιμάσει την εμπειρία ένας ντροπαλός φίλος μου. Αυτά.

Μετά το 1991, που ήρθαν οι πρώτοι μετανάστες, το Πάρκο γέμισε περισσότερα παιδιά με πολύ πιο κουρασμένες μανάδες. Μαζί με τους ημερήσιους ταβλαδόρους και τη νυχτερινή φρουρά (τύπους που σε ρώταγαν «τι ώρα είναι;» όπως έμαθα αργότερα) έδιναν ζωή στο Πάρκο. Και λέω «έδιναν ζωή» διότι επί Ισχυρής Ελλάδας άρχισαν να μη συχνάζουν οι γηγενείς περίοικοι με τα βλαστάρια τους. Είχε αλλάξει πια το τι θεωρούνταν αναψυχή: η φάση παγκάκι με παγωτό ή αναψυκτικό (το ένα περίπτερο είχε κι ωραία πλαστικά νεοϋορκέζικα χοντόγκ) άρχισε να γίνεται ντεπασέ· ο κόσμος ήθελε να πληρώνει για να καθήσει κάπου, να καταναλώνει «σαν άνθρωπος». Κυρίως όμως ο κόσμος δεν ήθελε να συγχρωτίζεται με «ξένους», σου έλεγαν ότι δεν ήθελαν να παίζουνε «με αλβανάκια και ποντιάκια» τα παιδιά τους και σου έλεγαν ότι δεν ακούς πλέον ελληνικά στο Πάρκο. Σιγά σιγά όντως δεν άκουγες ελληνικά στο πάρκο, αφού εγκαταλείφθηκε από τους περιοίκους. Έκλεισαν και τα περίπτερα.

Κατόπιν επήλθε ο ηθικός πανικός: στο γύρισμα του αιώνα μάθαμε σοκαρισμένοι στη γειτονιά ότι στο Πάρκο «ψωνίζονται άντρες πίσω από τους θάμνους», λες και ήτανε κάτι καινοφανές. Παράλληλα άρχισε η διαδικασία ανάπλασης του Πεδίου Άρεως.

Όσο διαρκούσε η διαδικασία ανάπλασης, το Πάρκο ήτανε σχεδόν κλειστό. Σε αυτό κατέφευγαν πια πολλά πρεζόνια ενώ ο ηθικός πανικός γιγαντώθηκε όταν δίπλα στους πούστηδες που το λυμαίνονταν προστέθηκαν άστεγοι Κούρδοι πρόσφυγες από το Ιράκ που κατασκήνωναν εκεί όπως όπως: ξαφνικά είχαμε βρει τους δικούς μας Τσιγγάνους. Εκεί έγινε χαμός. Το Πάρκο ανακηρύχθηκε άβατο και εστία μολύνσεως, κάποιοι (μάλλον όχι αφιλοκερδώς) έκραζαν ότι πρέπει να το πάρει ο Μίνως να το αξιοποιήσει, οι Κυψελιώτες και οι κυριλέ Γκυζιώτες κάτω από την οδό Γκύζη θρηνολογούσαν ότι πήραν το Πάρκο πήραν το οι Ξένοι και τα Πρεζόνια.

Κανείς ποτέ δεν έχασε φέρνοντας ηθικό πανικό. Αφού ολοκληρώθηκε η ανάπλαση, το καγκελόφραχτο Πεδίον Άρεως φιλοξενεί μαστροπούς και δουλέμπορους, χρήστες πρέζας και σχεδόν κανέναν άλλο. Τουλάχιστον εκδιώχθηκαν οι «πρόσφυγες που αποπατούσαν πίσω από τις προτομές των ηρώων».

Και όλοι πια είναι ικανοποιημένοι που αποκτήσαμε ένα κενό στην καρδιά της Αθήνας, που ακόμα ένα δημόσιο αγαθό απαξιώθηκε (από τους περιοίκους), ευτελίστηκε και είναι έτοιμο να αξιοποιηθεί και να γίνει χώρος κατανάλωσης.

Όλες οι φωτογραφίες είναι δικές μου, του 2005.

Κολακεία και Διακόσμηση

Κάποιες καθόλου πρωτότυπες σκέψεις.

Ι.
Δεν έχουμε ανάγκη άλλα άτολμα έργα, μας πνίγει η έλλειψη αισθητικής τόλμης. Μιλάμε για τόλμη, οχι για πρωτοτυπία με κάθε τίμημα και για εντυπωσιασμό. Η πρωτοτυπία ούτε είναι αυτοσκοπός ούτε από μόνη της δικαιώνει ένα έργο. Ο εντυπωσιασμός και το κάθε λογής γκραν γκινιόλ δεν αφορούν κανέναν σε βάθος χρόνου, ιδίως σε έναν κόσμο χορτάτο από εντυπωσιασμούς και από σοκαριστικά ερεθίσματα, ενώ τελικά δεν υπάρχει τίποτε πιο κουραστικό από την προσπάθεια να εντυπωσιάσεις το κοινό σου·

όμως

δεν μας αφορά ποσώς τίποτε που να κολακεύει ό,τι είναι προνομιούχο, καθεστηκός και εδραιωμένο ή ό,τι είναι προϊόν καθεστηκυίας και εξουσιαστικής κατάστασης: τον λεγόμενο ρομαντικό κι αποστειρωμένο έρωτα, τον γάμο, την τεκνογονία, τον Χριστό, τον Αλλάχ, την πατρίδα που υφίσταται ως εθνικό κράτος, τη δόξα των πατέρων και των προγόνων, το να είσαι στρέιτ λευκός άντρας, την «αριστεία και σεμνότητα», τον φιλεύσπλαχνο πλούτο, την τίμια εργασία που σωφρονεί και σωφρονίζει, το προϊόν, τις όποιες βεβαιότητες.

Κάθε κολακεία για οτιδήποτε καθεστηκός και πεθαμένο είναι διδακτισμός. Το πρόβλημα δεν είναι η στράτευση, άλλωστε όλη η δημιουργία είναι στρατευμένη σε κάτι, ακόμα και αν αυτό το κάτι είναι η αγωνία μας. Το πρόβλημα είναι σε ποια συμφραζόμενα στρατεύεσαι και πόσο πεθαμένο είναι αυτό για το οποίο στρατεύεται η τέχνη σου. Εκτός κι αν είσαι ο Μπαχ. Αλλά δεν είσαι ο Μπαχ.

Με άλλο λόγια:

Η Κολακεία, οποιαδήποτε κολακεία κι οποισδήποτε πινδαρισμός για θέμα ασφαλές ή εδραίο, είναι αισθητικά νεκρή. Κολακεία είναι ό,τι εξυμνεί χωρίς επίγνωση των σχέσεων εξουσίας ή και καταπίεσης.

Απεναντίας, μας αφορά κάτι που μας μετατοπίζει και μας μετακινεί και μας προκαλεί αμηχανία και ίσως τσαντίλα. Που μας προσβάλλει ενδεχομένως, αποκαλύπτοντας τα προνόμιά μας. Η τόλμη βρίσκεται στη ματιά που κοιτάζει το θέμα από εκείνη τη μεριά που το κοινό νομίζει ότι κανείς δεν κοιτάζει: αυτή ακριβώς η ματιά θα ενοχλήσει και (τελικά) θα βρει τον τρόπο να υλοποιηθεί.

ΙΙ.

Είναι επίτευγμα να παντρέψει κανείς δύο μεταξύ τους ξένες μορφές, π.χ. την φολκ και το ροκ εν ρόλ ή τη βυζαντινή ζωγραφική με τη δυτική μανιέρα, ή την ποίηση με το φέισμπουκ — αλλά μόνον αν έχει να πει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται αυτό που θα πει να είναι πρωτότυπο ή καινούργιο, αλλά πρέπει να είναι ενδιαφέρον. Τελικά κανείς δεν ενδιαφέρεται για την πρωτοποριακή σου φόρμα αν το θέμα σου είναι λ.χ. να μιλήσεις για τις δόξες του Ελληνισμού εν έτει 2017 (εν έτει 1917 είχε κάποιο νόημα).

Πάντως, να υπάρχει κάποια μορφή, κάπως ή έστω κάπου: αν η περιγραφή ή ερμηνεία που έγραψες ο ίδιος για το έργο σου είναι εκτενέστερη ή συνθετότερη από το ίδιο το έργο σου, παράτα το έργο σου και γύρνα το στα δοκίμια.

Και φυσικά θα κλέψεις, όλοι κλέβουν, οπωσδήποτε να κλέβεις. Αλλά και πάλι: θα κλέψεις μόνον αν έχεις να πεις κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι πρωτότυπο ή καινούργιο, αλλά πρέπει να είναι ενδιαφέρον.

ΙΙΙ.

Η Διακόσμηση ως πρόθεση ή ως μέθοδος ή ως μέσο δεν συγκινεί κανέναν πια. Αν θέλουμε να ακούσουμε «κάτι όμορφο», υπάρχουν ο Rieu και οι Nouvelle Vague, αν θέλουμε να δούμε «κάτι όμορφο» υπάρχουν πανέμορφες διαφημίσεις και ωραίες εικόνες στο ίντερνετ, αν θέλουμε να διαβάσουμε «κάτι όμορφο»… κ.ο.κ. Αν δεν μπορείς να φανερώσεις την ομορφιά στο θέμα σου και πρέπει να την παστώσεις από πάνω, και μάλιστα σε παχειές στρώσεις, καλύτερα να αφοσιωθείς στις τεχνοτροπίες, τις οικοδομικές εννοώ.

IV.

Ισχύει παντού ισχύει και στην τέχνη: πρέπει να παίρνει κανείς στα σοβαρά το έργο του αλλά καθόλου τον εαυτό του.

Άλλωστε

Όσοι πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση αδυνατούν να καταλάβουν πόσο γελοίοι είναι επειδή πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Όσοι πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση αδυνατούν να καταλάβουν πόσο γελοίοι είναι, επειδή πάσχουν από υπερβολική αυτοπεποίθηση.

Λίγο Κάφκα, λίγο Πεσσόα, εντελώς Old Boy

Η Πεζή Αλφαβήτα του Κώστα Κωστάκου (κατά κόσμον Old Boy) βρίσκεται πέρα από ένα ορόσημο, το ορόσημο της ωρίμανσης. Αν τα μπλογκ θησαύρισαν και πρόκοψαν με το λογοπαίγνιο και την αυτοαναφορικότητα, αργότερα παραδίδοντας τη μεν στο τουίτερ και τη δε στο φέισμπουκ, το ορόσημο της ωρίμανσης βρίσκεται ακριβώς στο να βάλει κανείς λογοπαίγνιο και αυτοαναφορικότητα στην τσέπη (γιατί τίποτε δεν πετιέται ποτέ) και να προχωρήσει παραπέρα. Στην Πεζή Αλφαβήτα δεν θα βρείτε τον Ποιησού και της fuckές του μπλογκ του Old Boy, αλλά καταστάσεις και διαθέσεις πολύ πέρα από αυτά.

Ο καθένας έχει το δικό του παραπέρα. Το παραπέρα της Πεζής Αλφαβήτας βρίσκεται στη δυσφορία της ύπαρξης. Στη σελίδα 101 το λέει καλύτερα ο ίδιος ο Κωστάκος: «Δεν είναι ο θάνατος το θέμα, δεν είναι η θνητότητα, δεν είναι η φθορά. Είναι η συνείδηση, είναι η νόηση, είναι ο εαυτός».

Τα κείμενα διατρέχει δυσφορία και σαφής αίσθηση παρατεταμένης ασφυξίας η οποία όμως δεν τελεσφορεί ποτέ: η λύτρωση του τελικού πνιγμού ποτέ δεν επέρχεται. Τα κείμενα του βιβλίου κατοικούνται από εναλλακτικούς εαυτούς της ίδιας περίπου ανησυχαστικής περσόνας, η οποία υλοποιοιεί κάθε κείμενο από τα 24 αλφαβητικά μέσα από την πήξη και την αποκρυστάλλωση της ματιάς της.

Πιο συγκεκριμένα, καθε ένα από τα 24 κείμενα πραγματώνει κι από ένα ιδιωτικό και περίκλειστο, ουσιαστικά μονοπρόσωπο, σύμπαν. Σε καθένα από αυτά τα 24 κείμενα δεν υπάρχει κανεις άλλος που να μετράει εκτός από την εκάστοτε περσόνα που αυτοβιογραφείται· ή μάλλον όλοι οι υπόλοιποι (ο ψιλικατζής στο Νι λόγου χαρη) υπάρχουν ως υποθέματα, αφορμές ή προσχήματα για να μιλήσει η περσόνα και να αποκαλύψει το εύρος και το βαθος πεδίου της ματιάς της και της ένδον εμπειρίας της. Κάποιες ματιές είναι αναγνωρίσιμες και οικείες, κάποιες πιο ραιβές από άλλες — σε κάθε περιπτωση, προσωπικά ξεχώρισα εκείνες στα Γάμα, Μι, Πι και Ταφ.

Επίσης, κάθε κείμενο είναι στην πραγματικότητα ένα συνεπτυγμένο σενάριο. Η αίσθηση σεναρίου γίνεται ακόμα εντονότερη στα τρία τελευταία κείμενα, που κείνται εκτός αλφαβήτας. Εκεί πια έχει κανείς την αίσθηση ότι διαβάζει την περίληψη ενδιαφέρουσας κι αλλοκοτης ταινίας: η πρώτη μιλάει (χωρίς να το αντιλαμβάνεται μάλλον) για την ιστορία της πατριαρχίας, η δεύτερη αποτελεί διασκευή της Δίκης του Κάφκα, η τρίτη είναι μια ιλιγγιώδης επαναδιαπραγμάτευση του κουρασμένου θέματος της zombie apocalypse — αλλά πολύ πιο ενδιαφέρουσα από οποιαδήποτε άλλη τέτοια διαπραγμάτευση θα μπορούσαμε να έχουμε δει στο σινεμά.

Το βιβλίο είναι μονόχνωτο, μονότροπο και μονοφωνικό με φροντίδα και συνέπεια. Δίνει πολλές και διαφορετικές προβολές στον κόσμο ενός εαυτού, οριακά διαφορετικού κάθε φορά, ενός εαυτού που σε κάθε μικρή ιστορία καταλήγει να επεκτείνεται σε ένα μικρό περίκλειστο σύμπαν και να το καταλαμβάνει πληρώντας το,

Περιμένουμε πια μια διαφορετική έκφανση αυτής της διάθεσης, αυτής της ικανότητας κοσμοπλασίας, ενδεχομένως με τη μορφή ενός κανονικού κινηματογραφικού σεναρίου.

Ναζισμός, σταλινισμός και ιστορίες για αγρίους

Τι ακριβώς καταδικάζουμε όταν καταδικάζουμε τον ναζισμό και τον σταλινισμό;

  • Την κατά Άρεντ βιομηχανοποίηση της γενοκτονίας; Τότε καταδικάζουμε μόνο τον ναζισμό και τον φασισμό που τον συμπλήρωσε και τον στήριξε, και τώρα και όσο υπάρχουν άνθρωποι.
  • Την ποσότητα των εγκλημάτων και την ευρηματικότητα της βαρβαρότητας; Τότε καταδικάζουμε και τους δύο αλλά και την αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ — όπως και κάθε κρατική οντότητα η οποία (υπό κλίμακα) έκανε τις εθνοκαθάρσεις και σφαγές που πέρναγαν από το χέρι της (τσαρικά πογκρόμ, γενοκτονία των Αρμενίων, σφαγές απεργών κτλ. κτλ.).
  • Την αιτιοκρατική σύνδεση ιδεολογίας-αρχών και εγκλημάτων; Τότε πρωτοστατούν ο ναζισμός και ο φασισμός σε απόλυτο βαθμό, έπεται η αποικιοκρατία και ακολουθεί μόνον υπό συγκεκριμένες ερμηνευτικές παραδοχές ο σταλινισμός. Άλλωστε το μονοπώλιο της νόμιμης βίας το λαγνεύονται και οι φιλελευθερες (ή «αστικές») δημοκρατίες.

(Παρένθεση: οι νοσταλγοί του σταλινισμού ισχυρίζονται ότι ο σταλινισμός δεν είναι σύστημα αρχών, παρά «μέρος του ιστορικού προτσές» και ετικέτα μιας εποχής και ενός ηγέτη. Όχι βέβαια· ο σταλινισμός δεν τελείωσε το ’53: σταλινικές ήταν η Βουλγαρία, η Αλβανία, η ΛΔΓ, σταλινικός ήταν ο Πολ Ποτ. Ας μην παίζουμε με τις λέξεις: οι ρίζες του σταλινισμού βρίσκονται στις πρώτες μέρες της Οκτωβριανής Επανάστασης, όταν ο Λένιν κατάργησε κάθε ίχνος ελευθεροτυπίας — όπως καταγγέλλει η Ρ. Λούξεμπουργκ. Σταλινισμός είναι η εγκαθίδρυση ενός διαρκούς καθεστώτος απολυταρχίας που συντηρεί ένα συγκεντρωτικό-γραφειοκρατικό κράτος στο όνομα της επανάστασης και του σοσιαλισμού εγκαθιδρύοντας μια νομενκλατούρα. Ο σταλινισμός είναι ιδεολογία (με την μαρξιανή έννοια) και έχει τόση σχέση με τον κομμουνισμό όση τα auto da fé με την επί του Όρους Ομιλία.)

Καταδικάζουμε μήπως με την αναφορά στον «σταλινισμό» την εποχή 1945-1968; Ήτανε μια σκατά εποχή παντού: μακαρθισμός, μαζικές σφαγές κομμουνιστών στην Ινδονησία, Κορέα, Βιετνάμ, σταλινισμός, Φράνκο (μπα! τον ξέχασαν τον σκούληκα), μακρονήσια-ξερονήσια-χαφιέδες-ανωμαλία στην Ελλάδα, εξουσία παπά και καραμπινιέρου στη Νότια Ιταλία, η Γαλλική Δημοκρατία δήωνε την Αλγερία, ενώ η μεγάλη δημοκρατία του Ηνωμένου Βασιλείου έκανε τον νταβατζή του Σουέζ, κρέμαγε Κυπρίους κατά συρροή, έσφαζε «μαύρους» και γενικά πάσχιζε να κρατήσει ζωντανή την αγαθοεργή αυτοκρατορία της. Καταδικάζουμε; Κάργα: ποτέ ξανά!

Η συζήτηση καταντάει ανόητη. Πιο ανόητη είναι η προθυμία της «αριστεράς» να συμμετάσχει σε αυτή με τους όρους που θέτει η παραδοσιακά ανιστόρητη και ημιμαθής ελληνική Δεξιά — όπως κάνει ξανά και ξανά. Πιο γόνιμο θα ήταν να πάει σε αυτό το συνέδριο των Εσθονών και, αφού απαιτήσει να ξεκαθαριστούν οι όροι με τους οποίους ναζισμός και σταλινισμός γίνονται αντιληπτοί ως ομοειδείς, να ζητήσει να μπει και η αποικιοκρατία στη συζήτηση — άλλωστε όλες οι σημαντικές αποικιοκρατικές δυνάμεις του 20ου αιώνα (η Πορτογαλία μέχρι το 1975) είναι μέλη της ΕΕ. Γιατί όχι;

Κλείνοντας, σχετικά με τους ανατολικούς εταίρους της ΕΕ: είτε μας αρέσει είτε όχι, η «επιρροή» της ΕΣΣΔ μεταξύ 1945 και 1991 γίνεται αντιληπτή από τους λαού τους ως κατοχή. Αυτό δεν είναι ρεβιζιονιστικό παραμύθι: το επισήμαιναν μη σοβιετοεξαρτώμενοι μαρξιστές επί δεκαετίες. Είναι αναμενόμενο να θέλουν αυτές οι χώρες, ιδίως τώρα που τις κυβερνούν νεοφιλελεύθερα ξόανα, να επαναπροσδιορίσουν αυτήν την περίοδο ως ρίζα κάθε κακοδαιμονίας τους, όπως κάνουμε εμείς με την Τουρκοκρατία, π.χ. Τουλάχιστον εμείς, που δεν χρειάστηκε να πολεμήσουμε στο πλευρό του Γερμανού κατά του Ρώσου (κι όχι «των ναζί κατά των κομμουνιστών») θα έπρεπε να έχουμε στείλει στον διάολο ταγματασφαλίτες, δοσίλογους και μαυραγορίτες από τις 13 Οκτωβρίου 1944 — όπως τα υπόλοιπα δυτικά έθνη…

Αριστεία και πάλι

Αν θα πρέπει να μιλήσω εγώ για αριστεία θα πρέπει να γίνω κάπως μελό και ελαφρώς Ξανθόπουλος.

Οι ικανότητές μου ήταν αδιαμφισβήτητες από την πρώτη δημοτικού. Οι δάσκαλοι, πάντα πρόθυμοι να γίνουν Αριστοτέλης εκ των υστέρων, έστω και από την πορεία κάποιου Αλεξανδρέως, με ανακήρυσσαν διάνοια και «παιδί θαύμα». Υπερβολές· καλόπιστες μεν, αλλά υπερβολές. Στην τρίτη δημοτικού η δασκάλα ρώτησε τον πατέρα μου αν θα έπρεπε να ζητήσει από το Υπουργείο να προαχθώ κατευθείαν στην πέμπτη, «όπως κάνουνε στην Αμερική». Άλλες εποχές τότε, είχαμε ΠΑΣΟΚ κι όλα ήτανε δυνατά, ακόμα και τάξη μπορούσες να πηδήξεις.

Η οικογένειά μου είχε σχετική άνεση τότε (έτσι νομίζαμε) αλλά ο πατέρας μου βασανιζόταν από τη σκέψη ότι αν ζούσαμε «στην Κουμμούνα», το Κράτος θα αναλάμβανε την εκπαίδευσή μου και δεν θα εξαρτιόταν αυτή από την οικονομική άνεση της οικογένειας. Κι είχε δίκιο να ανησυχεί γιατί όταν έγινα δεκαπέντε άρχισε η οικονομική κάτω βόλτα.

Όταν ετοίμαζα το μηχανογραφικό για τις εξετάσεις μού έγινε σαφές ότι δεν υπήρχανε χρήματα να με στείλουνε Σαλονίκη κι ότι αν δεν δεν πέρναγα Αθήνα απλώς θα ξανάδινα. Εγώ ήθελα να πάω να σπουδάσω στη Σαλονίκη γιατί εκεί ήτανε καλύτερο το πανεπιστήμιο (αληθεύει) αλλά αυτή ήταν η ες το φανερόν λεγομένη αιτία: ήθελα να φύγω από το πατρικό αλλά όχι να χωθώ σε κανα χωριό όπως η Πάτρα ή (θεμουσχώραμε) τα Γιάννενα. Ήθελα να φύγω ένεκα κυρίως το σεξ — όμως τι άλλο περιμένατε από μένα;

Πέρασα στην Αθήνα δέκατος από το τέλος γιατί η έκθεσή μου ήταν αναβαθμολογημένη με 15/20. Οι σπουδές μου ήταν κυρίως απογοήτευση, με εξαίρεση κάποιους δασκάλους. Αμέσως μετά την αποφοίτηση δούλεψα σε φασφούντ για εννιά μήνες, μαζεύοντας λεφτά για το μάστερ. Ευτυχώς δεν ήξερα τότε ότι οι 500.000 δρχ που κατάφερα να βάλω στην άκρη θα έφταναν για να επιβιώσω περίπου δυόμισυ μήνες στο Λονδίνο.

Πήρα την υποτροφία του ΙΚΥ ως επιλαχών. Έκανα το μάστερ. Ξεκίνησα διδακτορικό. Στο τρίτο έτος κόπηκε η υποτροφία. Ζούσα με διδασκαλία δώθε-κείθε και με τη φροντίδα κι υποστήριξη της κοπέλας μου. Δύο απόπειρες να δουλέψω ως ερευνητής δεν ευοδώθηκαν, η δεύτερη λόγω κάποιας γραμματέως στο Καίμπριτζ που δεν έκανε σωστά τη δουλειά της κι έτσι πήγε όλη η πρόταση στον βρόντο.

Μετά το διδακτορικό, 74 κιλά (τώρα είμαι 95), έψαχνα οποιαδήποτε δουλειά: για βιομηχανικός εργάτης δεν είχα αμάξι, για δούλος που περνάει δεδομένα σε βάσεις δεδομένων ήμουν overqualifed. Επειδή δεν είχα λεφτά να πηγαίνω σε συνέδρια κατά τη διάρκεια του σύντομου (ακριβώς τρία χρόνια) διδακτορικού μου, κανείς δεν με ήξερε για να μου δώσει δουλειά στον τομέα μου, «you have no exposure whatsoever». Το διδακτορικό μου ήτανε σύντομο γιατί δεν είχα, όπως είπαμε, άλλα λεφτά. Τουλάχιστον ακόμα τσιτάρουν τη διατριβή μου, δεν με χάλασε.

Μετά ανεργία. 82 αιτήσεις συνολικά για δουλειά, 5 συνεντεύξεις, 2 δεύτερες θέσεις. Μετά βρήκα δουλειά στα Τρίκαλα στα δυο στενά, χαμαλεύοντας και παριστάνοντας και δύο χρόνια το middle management· μετά από 5 χρόνια βρήκα μια πολύ καλύτερη. Κι έτσι έγινα ο Αρχηγός που είμαι τώρα. Βεβαίως, όπως λέει και φίλος χειρουργός: «ό,τι έκανα στα 41 το κάνω και στα 51, τότε όμως ήμουν ‘νεαρός’ τώρα πια ‘θεός’: έτσι πάει». Περιμένω λοιπόν να πάω 51 κι εγώ, ξέροντας πόσο τυχερός υπήρξα, αφού κανονικά έπρεπε μόλις να είχα διοριστεί στην Κίμωλο, έχοντας φάει τα νιάτα μου κι άλλα πολλά σε φροντιστήρια.

Τι δηλοί ο μύθος; Τι θέλει να πει ο ποιητής; Ευγενικά: «η αριστεία είναι πολυπαραγοντικό ζήτημα και ο ταξικός παράγοντας είναι ενδεχομένως ο σημαντικότερος». Λιγότερο ευγενικά: «όποιος έρθει να σταθεί μπροστά μου να μου μιλήσει για αριστείες και πίπες θα του πάρει ο διάολος το κορόλλα».

Η φωτογραφία του Lee Materazzi.

Χλευασμός Δεκαπενταυγούστου

Τι είδους γιορτή είναι ο Δεκαπενταύγουστος; Γιατί τόσος ντόρος; Μη δίνετε σημασία σε καινοφανείς ετικέτες όπως «το Πάσχα του καλοκαιριού» κτλ, αυτά είναι σλόγκαν χριστομάρκετινγκ τόσο πρόσφατα, ώστε να θυμάμαι εγώ (νέο παιδί) την εποχή πριν από αυτά.

Παλιότερα υπήρχαν οι εορτάζουσες και οι εορτάζοντες, καθώς και η Μεγαλόχαρη για όσους είχαν τέτοιες κλίσεις. Η Παναγία Σουμελά εμφανίστηκε στον κόσμο έξω από την ποντιακή κοινότητα επί ΠΑΣΟΚ, οι λιτανείες και κάτι επιτάφιοι ακόμα πιο μετά. Θλιβερές ευχές όπως «Καλή Παναγιά» δεν θυμάμαι να είχαμε τον περασμένο αιώνα. Ο Δεκαπενταύγουστος δεν ήταν τότε παρά ένα ημερολογιακό ορόσημο: ο αρσενικός οργασμός του καλοκαιριού με τον οποίο αποθεώνεται κι αμέσως μετά μαραίνεται.

Θα εξαναστείτε: Μα γιορτάζει η μισή Ελλάδα, εκτός από τις παρθένες, που γιορτάζουνε τα Εισόδια· όπως και του Αγιαννιού, του Αη Γιώργη, ή στις 21 Μαΐου. Μα είναι θεομητορική γιορτή· όπως τόσες άλλες. Μα έχει δική της νηστεία· όπως και των Αγίων Αποστόλων, π.χ. Μα είναι δυνατόν;

Την ύστερη πρώτη χιλιετία μ.Χ. οι χριστιανικές εκκλησίες κατάλαβαν πολύ καλά πως μια πίστη όπου υπάρχει ένας Πατέρας κι ένας Γιος (με σχέση όπως αυτή που έχουν οι γιοι με τους πατεράδες τους) δεν πρόκειται να κερδίσει τις καρδιές των ανθρώπων και θα επιστρέφουν σε ξωθιές και νεράιδες κι αστάρτες και βένερες. Ναι, πατριαρχία και ξέρω γω τι, αλλά πατριαρχία χωρίς γυναίκες, τοποθετημένες στη «σωστή» τους θέση, δεν υπάρχει. Χρειαζότανε λοιπόν μια γυναίκα στο συνοπτικό πάνθεον του χριστιανισμού.

Η κατάλληλη θεολογία υπήρχε, ήδη από τη Σύνοδο εκείνη με τους Μονοφυσίτες, που ανακηρυξε τη Μαρία Θεοτόκο. Κι η απαραίτητη εν προκειμένω παρθενία της Μαρίας υπήρχε ήδη από τις ανατολίτικες καταβολές της πίστης, όπου οι συλλήψεις είναι άσπορες ή (έστω) κατόπιν πολλής και ωρίμου σκέψεως άμωμες. Αυτό που οι Δυτικοί ονομάζουν μαριανή λατρεία και εμείς «τιμή στο πρόσωπο της Θεοτόκου» (που αν έχει δει ο Χριστός τέτοια τιμή στο δικό Του πρόσωπο, εγώ έχω χασαποταβέρνα δίπλα σε μονή) ήτανε ζήτημα χρόνου και κατάλληλου πλασαρίσματος.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η θηλυκή ημίθεος της χριστιανοσύνης, ημίθεος όχι ως τέκνο θεού και μισή θεά, παρά ως μητέρα του Θεάνθρωπου — που ομως είναι ολόκληρος Θεός — είναι μάνα. Αυτή είναι η ιδιοσυγκρασία της μονοθεϊστικής-τριαδικής πίστης μας: όχι εργάνη, όχι διδασκάλισσα, όχι σύζυγος, όχι αμαρτοσφάχτρα, όχι ψυχοπομπός, όχι γιάτρισσα αλλά πρωτίστως μάνα και μάλιστα χαροκαμένη μάνα σε διαρκή οδύνη, που εικονίζεται έτσι στο διηνηκές. Μόνον η Αναγέννηση θα επανεφεύρισκε τη Μαντόνα ως περήφανη μάνα και ως mulier amicta sole, με το κυκλικό στέμμα από δώδεκα άστρα. Κατά τα άλλα και για τους άλλους, εμάς, πάντοτε χαροκαμένη.

Εν πάση περιπτώσει, αυτή την Παναγία μάς έδωσαν, με αυτή θα πορευτούμε. Αυτή είναι το πρότυπο, έχει εξαχθεί και σε όλον τον κόσμο, και εκτός Μεσογείου, με χαρακτηριστική επιτυχία: στη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και αλλού. Μόνον οι εντελώς Βορειοευρωπαίοι δεν συγκινήθηκαν ποτέ ιδιαιτέρως από μια γυναίκα που η μπαρόκ εικονογραφία τοποθέτησε ψηλά στην ουράνια νομενκλατούρα ακριβώς από κάτω από έναν πολιό γέροντα με τριγωνικό φωτοστέφανο, έναν γενειοφόρο Ιταλό κι ένα περιστέρι· μόνο και μόνο γιατί ήταν η μαμά του γενειοφόρου Ιταλού (μπορεί και Προβηγκιανού). Στον τόπο μας, τη Μεσόγειο, ο Γιος της συμβασιλεύει με τη Μαρία την Παναγία, όπως οφείλει να κάνει κάθε μεσογειακό παλληκάρι.

Ο Δεκαπενταύγουστος υπάρχει παλαιόθεν λοιπόν. Στην Ελλάδα η νηστεία του υπήρξε αποθέωση της ντοματοσαλάτας και αποχή από τα γενετήσια εν μέσω πνιγηρού καύσωνα, για όσους λίγους ασχολιόντουσαν με τα αγιωτικά και τα θεωτικά. Για τους υπόλοιπους ο ίδιος  ο Δεκαπενταύγουστος λειτουργούσε ως ημερομηνία βαθμονόμησης αδειών και πανηγυριών, ή για όσους βρίσκονταν σε θλίψη, οδύνη ή ανάγκη γινόταν αφορμή επίκλησης της Παναγίας στην Πάρο και στην Τήνο, κυρίως στην Τήνο.

Η σταδιακή μετατροπή της γιορτής σε «Πάσχα» και σε θερινό αντικατοπτρισμό του Ευαγγελισμού (πατρίδα και θρησκεία και μάνα μαζί) συντελέστηκε μετά το 1981 σταδιακά μέσα σε ένα τοπίο πυρίκαυστο, όπου οι πεφτοσυννεφάκηδες (κυρίως άνθρωποι των πόλεων) καταριούνται ως άλλοι Ζαχαρίες Παπαντωνίου τον εμπρηστή, αγνοώντας πώς πλάστηκε το ελληνικό τοπίο με τη μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι ή πώς ανακατανέμεται η έγγεια ιδιοκτησία στην Ελλάδα όταν δεν γίνονται αναδασμοί και προσαρτήσεις.

Η αναγωγή του Δεκαπενταύγουστου σε «μεγάλη γιορτή της χριστιανοσύνης» γίνεται ώστε να τέρπονται χουντικοί απόστρατοι υπαξιωματικοί, μικρομεσαίοι πασόκοι καταχραστές, οικογενειάρχες και καταστηματάρχες γαλουχημένοι από τους δίδυμους μαστούς Ζωή-Σωτήρ.

Η έμφαση στον Δεκαπενταύγουστο επιτείνεται περαιτέρω σε μια χώρα όπου οι μόνες φωνές που ακούς πια είναι εκείνες που αρθρώνουν όλο στόμφο κάτι εσωτερικοί αποικιοκράτες, ευρωπαϊστές ανιστόρητοι κι αστοιχείωτοι, μια ντουζίνα ιταμοί δεσποτάδες που έχουνε ξεθαρρέψει γιατί δεν είναι πια μόνο φολκλόρ-βάφτιση-γάμος-εγκαίνιο, τηλεοπτικές περσόνες νταγκλαρισμένες από την κοινοτοπία που ζουν, πού και πού κανας αριστερός με τσιτάτα στα σοσιαλμήντια, χυδαίοι γέροντες στα καφενεία και μπροστά στις τηλεοράσεις τους.

Σε μια κοινωνία όπου οι κοινωνικοί αγώνες αυτοκαταργήθηκαν, όπου οι εναλλακτικές λύσεις διακυβέρνησης εξαντλήθηκαν και όπου τίποτε δεν αλλάζει (πρός τέρψη των «μια χαρά είμαστε» και εις απώλεια των συνήθων υποζυγίων) τον χαβά τον παίζουν η θρησκεία και οι φασίστες. Και εδώ και αλλού.

Οι επίγονοι του Ζάχου Χατζηφωτίου

Οι Μένουμε Ευρώπη (και οι πνευματικοί προπάτορές τους) αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τριτοκοσμικής εικόνας που καταγγέλλουν: απαρτίζουν μια ομάδα που περνιέται για αστούς κι αφρόκρεμα και που παρακαλάει τους πεφωτισμένους ξένους (αφέντες ή μη) να σώσουνε την πατρίδα τους και να την κάνουνε «κανονική χώρα«.

Η ύπαρξή τους λοιπόν είναι ένα είδος αυτοεκπληρούμενης προφητείας αφού, αν έλειπαν, δεν θα υπήρχε τίποτε τριτοκοσμικό σε αυτή τη χώρα. Όχι βεβαίως γιατί θα έλειπαν τα κακώς κείμενά της, όπως π.χ. η αδιαφορία για τον δημόσιο χώρο και η άλωσή του, η πολεοδομική ακαταστασία κτλ. Όμως αν δεν είχαμε τις ελληνοκεμαλικές θείες και τους γυμνασιάρχες της εσωτερικευμένης αποικιοκρατίας, αντί να επικαλούμαστε παθολογίες της φυλής, τις κατάρες του έθνους ή το μύθευμα της «αριστερής ηγεμονίας», θα κοιτάγαμε να εξηγήσουμε και να αντιμετωπίσουμε τα όποια κακώς κείμενα με ορθολογικούς και μη-αποικιακούς όρους

Η εικόνα είναι κολλάζ του Pantelis Bagos.

Η άχαρη γυμναστική του σεξ

Όταν ήμουν μικρός το γαλλικό μυθιστόρημα έχαιρε πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ όσο σήμερα. Ιδίως κάτι μυθιστορήματα με ήρωες εύπορους αστούς που τους κατατρύχουν ασαφή υπαρξιακά αδιέξοδα — πολύ πριν τις εστέτ μισανθρωπίες του Ουελμπέκ δηλαδή.

Όταν ήμουν μαθητής είχε πέσει στα χέρια μου η Οικογένεια Εγκλετιέρ του Ανρί Τρουαγιά. Η υπόθεση ήταν απλή σε γενικές γραμμές αλλά θυμάμαι μόνο την ατάκα πατέρα προς γιο να μη σιχαίνεται το αίμα γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο καθαρό από το αίμα, μια θεία σε ρόλο μητρικής φυσιογνωμίας και μια πιστή καθολική φοιτήτρια που τα είχε με ένα πιστό καθολικό παλληκάρι και πήγαιναν μαζί σε περιπάτους κι εσπερινούς (κάτι που θα ζούσα αργότερα με μια λουθηρανή αλλά τεσπά). Το ζεύγος, στο πρότυπο των αγνών νιάτων, δεν είχε ερωτικές σχέσεις, μάλιστα τότε δεν έκαναν ζαβολιές με δακτυλισμούς και καταγλωττισμούς τα αγνά νιάτα. Βεβαίως η πιστή κοπέλα τελικά κερατώνει τον ευσεβή νέο με κάποιον εμιγκρέ καθηγητή της — ή κάτι τέτοιο. Μετά την πλησμονή και κένωση παραπονιέται για την «άχαρη» ή «κωμική» γυμναστική που είναι η ερωτοπραξία — και γενικώς μελαγχολεί μετά.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι η ίδια περίπτυξη, το old in-and-out, το γαμήσι τέλος πάντων, έχει κάτι το αντιαισθητικό καθεαυτό. Και για αυτούς η ερωτική πράξη μοιάζει σαν αντιαισθητική γυμναστική, την αντιλαμβάνονται σαν το σπασμωδικό κι επαναλαμβανόμενο μπρος-πίσω που κάνουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών ή, άλλοι, ως κάτι δεμένο πάνω στα κρουστά ρυθμικώς αφελούς μουσικής. Οι διατάσεις και οι επικύψεις, οι τανύσεις και οι εκτάσεις, οι γονυκλισίες και τα σπαγγάτα τούς θυμίζουν όντως άχαρη γυμναστική. Χώρια όλα τα άλλα βεβαίως: τα σάλια και τα λοιπά υγρά, οι λαβές και οι θηλασμοί και χώρια όσα λέγονται κι ακούγονται.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που φοβούνται ή σιχαίνονται τη λάγνευση και τις συνέπειές της. Πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για ανθρώπους με κάποιο «πρόβλήμα», όπως συνηθίζουμε να διαγινώσκουμε τους διαφωνούντες και αλλόνιωθους. Μάλλον όσοι βρίσκουνε το σεξ κωμικό κι άγαρμπο συνήθως προτιμούν όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται ή και δεν αναπαρίστανται γενικότερα. Όπως δεν θα ήθελαν να ξέρουν πώς αντιδρούν ή τι γκριμάτσες κάνουν όταν παρακολουθούν κάτι που τους συναρπάζει, άλλο τόσο δεν θέλουνε να ξέρουνε πώς παράγονται μαζί τους ηδονές και οργασμοί. Ανθρώπινο κι αυτό, βεβαίως.

Αν και δεν ανήκω στους παραπάνω, αλλά και χωρίς να εξιδανικεύω το σεξ σαν Ιταλός σκηνοθέτης σοφτ πορνό, τους νιώθω τελικά: δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με την εικόνα ή την αλληλουχία του γαμησιού (ούτε καν με την ορολογία του), ενώ η σωματικότητα παραγκωνίζεται ακόμα και από τα εξόχως αισθητά, αφού η αναπαράσταση του έρωτα περιορίζεται συνήθως στο πριν, στην αλληγορία ή τη μετωνυμία και στο μετά. Επίσης σχεδόν κανείς μας δεν αισθάνεται απολύτως ικανοποιημένος με την εικόνα του σώματός του — εκτός βεβαίως από κάτι απάλευτα πληκτικούς νάρκισσους, αρσενικούς και θηλυκούς, που περιπτύσσονται σαν γκιφάκια ή σαν κουρδιστά κουνέλια καθώς μπανίζουν την κορμάρα τους σε καθρέφτες κι οθόνες.