Στο διάκενο της αμφιβολίας

 

Από τον Codex Serafinianus

Τώρα που τα μπλογκ μοιάζουνε περιττά κι αξεχώριστα από την έντυπη δημοσιογραφία, αφού σιγά σιγά η έντυπη δημοσιογραφία μεταναστεύει στο διαδίκτυο, υπάρχει άραγε κάτι που να δικαιολογεί την ενασχόλησή μας με μπλογκοκείμενα και συναφείς κειμενικές απόπειρες; Ενδεχομένως, αλλά ο λόγος να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε μαζί τους δεν είναι η όποια λογοτεχνικότητά τους, αφού όσοι παίρνουνε στα σοβαρά τη λογοτεχνικότητα των γραπτών τους καταφεύγουν αργά ή γρήγορα πίσω στο χαρτί. Πράγματι, μπορεί οι εφημερίδες και τα περιοδικά να πεθαίνουν αλλά το βιβλίο δεν φαίνεται να εκθρονίζεται ακόμα, δείτε πόσο περιορισμένη είναι η απήχηση πρακτικότατων κατά τα άλλα μέσων όπως το κιντλ. Γιατί τα κιντλ είναι βιβλία από τα λιντλ αφού η υλικότητα του βιβλίου είναι μέρος της γοητείας του, αντίθετα με την υλικότητα περιοδικών κι εφημερίδων, που πάντοτε έμοιαζε με καθέκαστο, αν όχι πρόσκομμα, άλλωστε γι’ αυτόν τον λόγο προσχώρησαν η μία μετά την άλλη οι εφημερίδες στο ταμπλόιντ, πολύ πριν εμφανιστεί ο ηλεκτρονικός αντίδικός τους.

Αυτό λοιπόν που μας κάνει να ασχολούμαστε ακόμα, στον βαθμό που ασχολούμαστε μαζί τους, με τα μπλογκ είναι ότι βρίσκονται στο διάκενο της αμφιβολίας, το οποίο ποικιλοτρόπως διαπλέουν διστακτικά ελπίζοντας να το χαρτογραφήσουν. Από τη μια πλευρά υπάρχει η ηπειρωτική γη της άγνοιας: όσα ξέρουμε ότι δεν γνωρίζουμε κι όσα δεν έχουμε ιδέα ότι δεν γνωρίζουμε. Για να αποφανθούμε γι’ αυτα υπάρχουνε πάντοτε μέσα όπως το τουίτερ, το φέισμπουκ, κτλ.: όλα αυτά τα καταιγιστικά μπουρμπούτσαλα όπου «αφήνεις απαλά» κάτι για να μαζέψει λάικ και μετά να λησμονηθεί, μη αρχειοθετήσιμο στο διηνηκές. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται νησίδες βεβαιότητας: λ.χ. ο μηχανικός αυτοκινήτων ξέρει τι είναι το διαφορικό και θα σου το εξηγήσει με ό,τι μέσον μπορεί και πρέπει: άρθρο, βίντεο, διαφάνειες κτλ. Στο ενδιάμεσο διάκενο, της αμφιβολίας, βρίσκονται τα κείμενα που ανεβάζουμε στα μπλογκ.

Έτσι λοιπόν τα μπλογκ έχουνε γίνει πολύ λιγότερα, λιγότερο ημερολογιακά και λιγότερο βιωματικά και (ευτυχώς θε μου) λιγότερο αυτοαναφορικά. Ασχολούνται περισσότερο με αυτό που δεν χωράει πουθενά αλλού: καταγράφουν αυτό που η αμφιβολία δεν μας επιτρέπει να διατυπώσουμε ρητά και με σαφήνεια και αυτό που η σεμνότητα και η εχεφροσύνη μάς υπενθυμίζουν ότι δεν κατέχουμε ακριβώς.

Από εδώ και μπρος υπάρχουνε δύο πιθανές εξελίξεις: μπορεί το μπλογκ ως κάτι που δεν είναι αρθρογραφία, δοκίμιο ή είδηση να σβήσει όπως μάλλον έσβησαν το χρονογράφημα παλιότερα και η επιφυλλίδα· ωστόσο, όπως κι άλλα είδη μεικτά αλλά (μάλλον) νόμιμα, μπορεί να εξελιχθεί σε αυτό ακριβώς το κειμενικό είδος που θα διαπραγματεύεται όσα βρίσκονται μέσα στο διάκενο της αμφιβολίας, ένα διάκενο φαρδύτερο από όσο θέλουμε να παραδεχόμαστε γαντζωμένοι σε φρούδες βεβαιότητες αλλά όχι τόσο χαοτικό και ασυνάρτητο όσο (και πάλι οι δογματισμοί και οι βεβαιότητες μας κάνουνε να) πιστεύουμε.

Ding dong the Mits is dead

Ποιος ήταν ο εκλιπών; Αρχετυπικός κομματάρχης και κλασικός ρουσφεταδόρος, οξυδερκής καιροσκόπος, νονός και κουμπάρος χιλιάδων. Ο επίτιμος ήταν ένα από τα πρότυπα των μαυρογυαλούρων και των «πολιτικάντηδων» που εμφανίζονται σε ελληνικές ταινίες. Μέσο, βόλεμα, ρουσφέτι, ρεμούλα (έτσι λέγαμε παλιά τη διαπλοκή).

Το κόμμα της Νέας Δημοκρατιας το υφάρπαξε από τον Στεφανόπουλο (τον μετέπειτα τέως αρχηγό του κράτους) γιατί, έλεγαν τότε, είναι σκυλί και τσακάλι ενώ ο Στεφανόπουλος ήτανε χλεχλές και ευπατρίδης (άντε γιατί το παραξηλώσαμε με τις συμφέρουσες ακυρολεξίες): με άλλα λόγια ο μετέπειτα Ανφαίρ θεωρούνταν ο μόνος που θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στον Αντρέα. Η ΝΔ είχε ήδη δοκιμάσει τον κομμουνιστοφάγο μετσοβίτη και τον κεντροδεξιό Μπουλντόζα με οικτρά αποτελέσματα.

Ωστόσο κανείς μα κανείς δεν γούσταρε τον Ψηλό. Εκτός από τα βαφτιστήρια του. Δεν ήταν εύκολο να συμπαθείς έναν θατσερικό Ιζνογκούντ αν ήσουνα καραδεξιός, καραμανλικός, κεντροδεξιός ή μεγαλοαστικών προδιαγραφών. Απλώς πίστευαν ότι αυτός θα τελείωνε την πασοκοκρατία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν θα γινόταν ποτέ πρωθυπουργός αν δεν είχε συμπεριφερθεί τόσο καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά ο Αντρέας το 1985-1989, ναι, ο δημαγωγός που τόσοι συμπαθείτε. Ο χαρισματικός Αντρέας απομύζησε ό,τι κόζυ και αχκαλέ και (εντέλει) όμορφο είχε η αριστερή αντικουλτούρα, κυρίως η ρηγαδικών προδιαγραφών αριστερά, και έστησε ένα κυβερνητικό υβρίδιο περονισμού και μιτερανισμού, στο οποίο ο ίδιος δέσποζε ως άφθαρτος λαοπρόβλητος Καίσαρας, γοητεύοντας με πειθαναγκασμό και ρητορεία κι αποπέμποντας όποιον υπουργό τού χάλαγε τη μόστρα (είχαμε χάσει τον λογαριασμό των ανασχηματισμών, ώσπου στο τέλος τις αποκαλούσε «αναδομήσεις»). Ο Αντρέας έμπασε και από αριστερά το ψέμα (ως ευφημισμό κυρίως), την πελατοκρατία και τον εθνικισμό στο πολιτικό παιχνίδι. Του χρωστάμε περισσότερα δεινά από όσα θέλουμε να παραδεχτούμε.

Αλλά το θέμα μας είναι ο ήρωας του Σαββόπουλου. Ο οποίος κατάφερε να γίνει πρωθυπουργός μόνο και μόνο γιατί ήτανε τόσο χάλια ο Αντρέας, μετά από μόλις οχτώ χρόνια εξουσίας, αλλά ακόμα και έτσι με δυσκολία και μετά από τρεις εκλογές. Τι θυμόμαστε από τον Χανιώτη των εφτά λουτροκαμπινέδων; Ότι έταζε φτηνά αυτοκίνητα, ως γνήσιος κομματάρχης· ότι βοήθησε τον Κωνσταντίνο Ντεγκρέτσια να φυγαδέψει περιουσία του ελληνικού λαού με το σκεπτικό ότι ανήκε στους βασιλείς παππούδες· ότι επί των ημερών του έγινε απόπειρα να επιστρέψει η Παιδεία στα σχολαρχεία της Γιαδικιάρογλου με τον αλήστου μνήμης Κοντογιαννόπουλο· ότι πούλησε θατσερισμό ιδιωτικοποιώντας κρατικές επιχειρήσεις (με μαζικές απολύσεις) ώστε να επωφεληθούν ημέτεροι — ψάχτε λίγο το πελώριο σκάνδαλο ΑΓΕΤ Ηρακλής, γκουγκλάρετε κάποιον Παντσαβόλτα. Στα εξωτερικά έδειξε ψυχραιμία επειδή δεν τον αφορούσαν: παρέμεινε κομματάρχης και πατρίκιος μόνον ως προς το ότι διέθετε κομματική πελατεία. Για τη στάση του στη Μακεδονική οπερέττα θα πλασαριζόταν αργότερα ως Νέστωρ και σοφός· όμως ακόμα και στα εξωτερικά, και διαισθανόμενος ενδεχομένως την πλημμυρίδα σερβικού χρήματος που θα χρειαζόταν λεύκανση και ξέπλυμα, κατάφερε κι έκανε τον Μιλόσεβιτς φίλο κι αδερφό μας.

Το πόσο αποτυχημένος πρωθυπουργός υπήρξε φάνηκε και από το ότι κατάφερε να ηττηθεί από τον καταβεβλημένο βιονικό Αντρέα, που πλέον είχε καταντήσει (όπως λέγαμε τότε σε εντελώς απρεπή ανέκδοτα) τερμινέιτορ από τα πολλά τεχνητά μέλη. Κατάφερε να ηττηθεί από έναν κατά τεκμήριο ξωφλημένο, αφού μέχρι τότε (1993) το πανελλήνιο ήτανε πεπεισμένο ότι η συγκυρία που αργότερα αποκλήθηκε «βρώμικο ’89» είχε και παραείχε νόημα και σκοπό και ότι η κάθαρση ήταν αναγκαία. Άλλωστε, ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στο ΚΚΕ, μαλάκες που θα συγκυβερνούσαν με τη Δεξιά χωρίς λόγο δεν το λες. Κατάφερε ο πατέρας ηγετών να ηττηθεί παρότι υπέστη αποστασία από έναν ακόμα πιο κομματάρχη υπερφιλόδοξο οιηματία, του οποίου ο μπαμπάς αγόραζε μεσσηνιακές ψήφους όπως οι Καλαματιανοί γουρνοπούλα σε πανηγύρι: αχόρταγα και κιμπάρικα. Τόσο στιβαρή παρουσία ήταν ο σχωρεμένος.

Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος στην κηδεία του; Γιατί νομίζαμε πως κηδεύουνε τον Τσώρτσιλ; Επειδή — λέει — ήταν ένας από τους παλιούς. Αλλά στην Ελλάδα ποτέ δεν νοσταλγούμε τζάμπα, ποτέ. Ο Κώστας (ως λαϊκός μαυρογυαλούρος) που έγινε Κωνσταντίνος (ως πρωθυπουργός της Φιλελεύθερης Νέας Δημοκρατίας) είναι το πρότυπο της εγχώριας εκδοχής της ΤΙΝΑς: ένας θατσερικός ακριβώς όπως θα τον ήθελαν οι κρατικοδίαιτοι νεοφιλελέδες του 21ου αιώνα, που ξεπουλάει δημόσια περιουσία και πλούτο του ελληνικού λαού για να βολέψει οσονούπω επιδοτούμενους επιχειρηματίες του τίποτα, καθώς και τους δημοσιολογούντες παρατρεχάμενούς τους. Από αυτή την άποψη, για την κλίκα που κληρονόμησε την ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς και που σφετερίζεται τις αρχές του Φιλελευθερισμού ώστε να εξανδραποδίσει τις αδύναμες τάξεις και ώστε να εξουδετερώσει ενδοθεσμικώς τη Δημοκρατία (αυτό υπήρξε και αλλού το πρόγραμμά τους, όχι πάντα ενδοθεσμικώς), ο θανών αποτελεί τον καταλληλότερο πρωθυπουργό για μνημόνια μέχρι να σβήσει ο ήλιος.

Ο αυνανισμός της οργής

Οργισμένες φιγούρες υπήρχανε στα σοσιαλμήντια και την προηγούμενη δεκαετία, κυρίως διάφοροι δοκησίσοφοι μονίμως ευέξαπτοι — πιθανότατα γιατί δεν κατάφερναν να κάνουνε τα κοννέ που θα ήθελαν μέσα από τα μπλογκ: ερωτικά, επαγγελματικά, αυτοπροωθητικά κτλ. Τους θυμάμαι και τις θυμάμαι να επικονιάζουν ποστάκι το ποστάκι με διορθώσεις, με νουθεσίες, με φοβέρες και σιγά τα αίματα.

Η από το 2010 κατά μέτωπο εισπρακτική επίθεση στα «συνήθη υποζύγια», το μνημονιακό μείγμα ποντικοφάρμακου και ιχνών αντιβίωσης που μας ταΐζουν, η μετατροπή θεσμών και πολιτεύματος σε καμπούκι, η ανοχή στη ρητορική αλλά και στη φονική βία των ναζί και των φίλων τους, η αστυνομική θηριωδία, η καταφανής μετατροπή των θεσμών της ΕΕ σε διευθυντήριο που δεν λογοδοτεί δημιούργησαν οργή και αγανάκτηση. Δικαιολογημένα.

Δεν είμαι φίλος της πολιτικής αγανάκτησης ως συναισθηματικής εκτόνωσης και ευκαιρίας να νιώσουμε ότι αντιδρούμε, ούτε βεβαίως της οργής ως υποκατάστατου του λόγου, της δράσης, της κινητοποίησης, της αυτο-οργάνωσης. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν για την γκρίνια. Η ιδιωτική (άρα και η σοσιαλμηντιακή) επίδειξη της οργής μας ούτε μας καταξιώνει, ούτε χτυπάει ό,τι μας οργίζει.

Επειδή μετά το φαλιμέντο του Σύριζα μάς έχει κυριεύσει βαθειά πολιτική αμηχανία, η οργή πλέον έγινε μανιέρα. Είναι μια στάση που νιώθεται, μια κάποια λύση — ψυχολογικώς τουλαχιστον. Κι ενώ το παράπονο των διάφορων σχολιαστών τις προηγούμενες δύο δεκαετίες, μετά το 1989 δηλαδή, αφορούσε την πολιτική απάθεια, την αδιαφορία και την έλλειψη συμμετοχής στα κοινά, τώρα πια το πρόβλημα μοιάζει να είναι η υπερβολική ενασχόληση με τα κοινά, τα έντονα πολιτικά πάθη (που, ως συνήθως, θεωρούνται διχαστικά κι επικίνδυνα) και η περιρρέουσα οργή. Επίσης, η όποια συζήτηση σχετικά με το τι προκαλεί πάθη και οργή, περιορίζεται στον ερμηνευτικό φερετζέ της υστερόβουλης χρηστομάθειας που μιλάει για «λαϊκισμό» και «εχθροπάθεια», ΤΙΝΑ και «κρυφές ελπίδες»…

Είναι λοιπόν αναμενόμενο ότι η οργή, θορυβώδης, εκτονωτική κι ατελέσφορη, χαρακτηρίζει  και όσους πλήττονται κατευθείαν από τον συνδυασμό εξανδραποδισμού και φτωχοποίησης αλλά και όσους δεν αντέχουν να βλέπουν να αποκαλείται το μαύρο άσπρο και να βαφτίζεται το κρέας ψάρι — αυτούς είτε γιατί δεν τους τακτοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ, είτε γιατί δεν είχαν καμμία όρεξη να τους τακτοποιήσει κανένας. Το τραγελαφικό είναι ότι τη ρητορική της οργής, την ιερή οργή κι αγανάχτηση (με χι) την οικειοποιούνται και όσοι θεωρούν ότι εξαρχής έπρεπε να είχαμε υποταγεί ασυζητητί, αβλεπεί κι αμαχητί στα μνημονιακά κελεύσματα των μαθητευόμενων ή και καταχθόνιων μάγων — όποια και αν ήταν αυτά, προς θεού. Οργίζονται λοιπόν κι αυτοί με την υπερφορολογήση ή την έκπτωση των θεσμών (που δεν γιγαντώθηκαν επί Παπαδήμου και Σαμαρά, παρά ξαφνικά μάς προέκυψαν τον Ιανουάριο του 2015, όταν ανέλαβαν οι δήθεν σταλινικοί της μουσταλευριάς), οργίζονται που δεν είμαστε λαός (μέσα στον ανιστόρητο επαρχιωτισμό τους), οργίζονται που ψηφίζουνε τα ζώα κι οι λεβέντες κι όχι οι άριστοι και ικανοί (στην απορρόφηση ΕΣΠΑ για βιοπορισμό, προφανώς).

Κι έτσι όλοι διανέμουν τζάμπα ψόφους και κατάρες, ώστε να υπενθυμίζουν την ηθική τους μεγαλοσύνη μέσα από την ιερή τους αγανάκτηση. Κι έτσι η καρικατούρα της οργής γίνεται ρητορικός τόπος και τρέχον νόμισμα: για τους μεν επαναστατικό και κινηματικό υποκατάστατο· για τους δε ένας πιο σέξι τρόπος να εκτονώνουν χουντικά αντανακλαστικά και να εξωτερικεύουν λούμπεν μεγαλοαστικές φαντασιώσεις ή αξιώσεις αλλά και να εκφράζουν το βαθύ ταξικό τους μίσος προς τους αδύναμους και τους μη προνομιούχους.

Περί ψυχής Β’ (De Anima, iterum)

μετά από αυτό.

Ο κόσμος συμπεραίνει ότι όσοι έχουνε πάθη δεν έχουν αρχές και ότι όσοι έχουν αρχές δεν έχουν πάθη. Δεν μιλάμε εδώ για την εκδήλωση και την έκφραση των παθών, παρά για την ίδια την ύπαρξη ή απουσία τους.

Ο κόσμος μας είναι φτιαγμένος από μεσήλικες άντρες με οικονομική άνεση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στον δυτικό κόσμο, που έχει για μπροσούρα τα Ηθικά Νικομάχεια και τα υπομνήματά τους, αλλά συνοψίζει και το κομφουκιανό υπόβαθρο της κινέζικης σκέψης. Ακριβώς λόγω αυτής της κατασκευαστικής μεροληψίας του κόσμου μας, αντιλαμβανόμαστε τις αρχές ως το αντίθετο των παθών: θεωρούμε τις αρχές ψυχρά αποστάγματα που έπονται της φλόγας των παθών. Ντρεσαρισμένοι να σκεφτόμαστε με δίπολα, κάτι που όσο προχωράει ο κόσμος τόσο πιο βλαβερό αποδεικνύεται, αντιπαραβάλλουμε το ψυχρό με το θερμό, τη μέση ηλικία με τη νεότητα, τη φρόνηση με την παραφορά, τις αρχές με τα πάθη και, βεβαίως, συνδέουμε μεταξύ τους τα πρώτα μέλη καθενός από αυτά τα ζεύγη. Πρόκειται για μια αντίθεση τόσο θεμελιώδη που δεν μπορούμε καν να τη δούμε, ενώ πολύ περισσότερο δεν μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο σχηματική είναι ή, χειρότερα, ότι είναι τεχνητή.

Και δεν θα έμπαινε κανείς στον κοπο να ασχοληθεί με ακόμα ένα αποτύπωμα του δυισμού στη σκέψη μας αν δεν επρόκειτο για πλάνη, εάν πάθη και αρχές αλληλοαναιρούνταν. Δεν θα αναφέρω καν ανθρώπους των οποίων το μεγάλο πάθος είναι οι αρχές τους, άλλωστε εύκολα μπορεί ο κακόβουλος πρόχειρος φροϋδισμός που αποτελεί τρέχον νόμισμα να αναγάγει τέτοια πάθη σε εξιδανικεύσεις κι ιδεολογικοποιήσεις.

Έχω κάτι πιο σύνθετο να προτείνω: τα μεγάλα πάθη συμπλέκονται με αυτό που αποκαλώ ενηλικίωση.

Ως άπλαστοι νέοι αντιμετωπίζουμε χαρές κι απολαύσεις άλλοι με λαιμαργία, σαν να είναι ταρτάκια που καταπίνουμε σχεδόν αμάσητα προτού καλά καλά γλυκάνουνε το στόμα μας, άλλοι με λαχτάρα, ως κάτι που η ζωή ή το σώμα ή ο κόσμος μάς χρωστούν, άλλοι ως σύμβολα ή συμβόλαια ή αποστολή ζωής, άλλοι ως συνέπεια τεχνικής ευχέρειας κι ευρηματικότητας, π.χ. το εφηβικό σεξ. Όμως λ.χ. η χαρά του να παίζεις μουσική δύσκολα μπορείς να πεις ότι αποτελεί πάθος για τους πριν την «ενηλικίωση» νέους: κάποιοι νέοι μουσικοί πέφτουνε με τα μούτρα και αχόρταγα, άλλοι αντιλαμβάνονται το να παίζεις μουσική ως τον σκοπό, τη σταδιοδρομία, την αποστολή τους ή «αυτό που αγαπούν»· πολλοί, χωρίς να το ομολογούν, αντλούνε χαρά από το ότι έχουν ευχέρεια στο να παίζουν μουσική, ότι διαθέτουν τεχνική και τους έρχεται εύκολα το αποτέλεσμα. Γιατί δεν είναι πάθος; Επειδή αρκεί η έλλειψη αναγνώρισης ή παρόμοια απογοήτευση να αποκαθηλώσει αυτή τη δραστηριότητα. Επειδή κάτι περιμένεις από αυτό ή επειδή το ανάγεις σε κάτι «άλλο», π.χ. υψηλότερο: θυμηθείτε τη συνήθως παραφουσκωμένη θεολογία περί συνειδητότητας κτλ. όσων τρώνε ψυχοτρόπα. 

Απεναντίας, ο ενήλικας, νέος ή μεγαλύτερος, ξέρει ότι αυτό είναι το πάθος του παρότι αντιλαμβάνεται τα εξωτερικά όριά του (π.χ. δεν είμαι σοβαρός ζωγραφός αλλά δεν μπορώ να πάψω να ζωγραφίζω γιατί το κάνω για τον εαυτό μου), παρότι γνωρίζει ότι δεν έχει ντε και καλά όλον τον χρόνο στη διάθεσή του για να αφοσιωθεί π.χ. στον χορό ή στο μπάσκετ ή στην ερωμένη του/της. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτό που λέω τώρα πάει κόντρα στις idées reçues του στυλ «ένα πάθος, μια αγάπη, μια ζωή, ένας σκοπός», παραμύθι που μας ταΐζει η ποπ κουλτούρα και η κλειστή σελφχελπιανή ηθική του ύστερου καπιταλισμού όπου όλα συμφύρονται σε Ένα: find what you love and let it kill you, or become your be all and end all, or simply fuck you over. Όμως οι μονοθεϊσμοί δεν δουλεύουνε σε αυτόν τον κόσμο.

Και οι αρχές; Οι αρχές δεν έχουνε να κάνουν με την ηλικία: αρχές είτε έχεις είτε δεν έχεις, είτε τις καλλιεργείς. Και, δυστυχώς, δεν γίνεται «η Παιδεία να εμφυσήσει αρχές στη νεολαία μας» και τέτοιες μαλακίες. Στην καλύτερη περίπτωση, σε έναν κόσμο αρκετά διαφορετικό από τον δικό μας, η Παιδεία σε εκπαιδεύει στο πώς να καλλιεργείς τις αρχές σου και σου πουλάει με γενναία επιδότηση και τον σπόρο. Αν μη τι άλλο, όποιος έχει πάθη μαθαίνει, από την καλή ή από την ανάποδη, και πέντε-έξι τεχνικές παραπάνω για το πώς να καλλιεργήσει τις αρχές του και πώς αυτές να καρποφορήσουν, και μέσα από την εναντιοδρομία των παθών μέσα στον κόσμο.

Μεταμέλεια και μετάνοια

Τι μεταμέλειες περιττές, τι μάταιες…

Σε ένα τουλάχιστον ζήτημα έπεσαν μέσα οι λεγόμενοι Πατέρες της Εκκλησίας: τη διαφορά μεταμέλειας και μετάνοιας.

Η μεταμέλεια είναι εύκολη και ευτελής: είναι το ‘συγγνώμη’ που λες για να ξεμπερδεύεις, για να σταματήσει ο άλλος να παραπονιέται και για να πάει το θέμα στον αγύριστο κι εσύ να προχωρήσεις παρακάτω. Η μεταμέλεια είναι σχηματικό μεακούλπα και προσχηματική αναγνώριση σφάλματος. Με τη μεταμέλεια ξεμπερδεύεις και είσαι και προκαταβολικά εξιλεωμένος ώστε να επαναλάβεις μελλοντικώς τα λάθη σου, καλυμμένος πίσω από τα «μα ζήτησα συγγνώμη». Μεταμελείσαι όχι γιατί το θες εσύ, αφού γουστάρεις κατά βάθος: αν ρωτιόσουν πάλι, τα ίδια θα ξανάκανες· μεταμελείσαι γιατί κάτι στράβωσε στις συγκυρίες ή γιατί σου το ζητάει ο κόσμος: οι εγωισμοί των άλλων, αυθεντίες, εξουσίες, συμφέροντα, προσχήματα, η τρεχάμενη ηθική…

Η μετάνοια είναι δύσκολη και ριζική. Δεν γαρνίρεται με δικαιολογίες. Είναι ζήτημα επίγνωσης κι απόφασης η μετάνοια: θες να αλλάξεις ζωή και το παίρνεις απόφαση και μόνο στιγμές γνήσιας αδυναμίας μπορούνε να σταθούν προσκόμματα σε αυτή την απόφαση. Η μετάνοια είναι κάτι τόσο θαυμαστό, ακριβό και σπάνιο όσο σχεδόν η αγάπη.

Now and forever, world without ____.

dd41e-vlcsnap-2009-10-07-00h51m05s116

Όταν πρωτοπήγα εκκλησία στην Αγγλία με τη Γερμανίδα που μου άρεσε αλλά ήταν θεούσα (τόσο όσο ήτανε καυλιάρα, αλλά αυτά δεν τα λέμε), άκουσα το νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων στα αγγλικά: Now and forever, world without end. Εικοσιτόσα χρόνια μετά ξέρω ότι όλα μπορούν να λείπουν από τον κόσμο εκτός από το τέλος.

world without truth
Το ελληνικό σχολείο δεν ενδιαφέρεται να διδάξει κριτική σκέψη, χιλιοειπωμένο. Δεν το απασχολεί να μπορούν οι «μελλοντικοί πολίτες» να έχουνε στη διάθεσή τους στοιχειώδη εργαλεία κατανόησης και κριτικής του κόσμου και της κοινωνίας, τετριμμένο. Τα αποτελέσματα τα βλέπει κανείς εύκολα πια, είτε κοιτάξει στην κίβδηλη νεορθοδοξία, τον εθνικισμό και τον έξαλλο χριστοδουλισμό του πρόσφατου παρελθόντος, είτε στην πειθήνια εθελοδουλία επί Μνημονιοκρατίας και στον ταχύτατο εκφυλισμό κάθε αντανακλαστικού «αγανάκτησης» ή «αντίστασης» σε ξενοφοβία, θεωρίες συνωμοσίας και ανακυκλωμένο χριστοδουλισμό.

Πίστευα ότι για αυτό το χάλι ευθυνόταν η ιδεολογική συγκρότηση του μαθήματος της Έκθεσης, ιδεολογική συγκρότηση που καμωνόταν το αντικειμενικό, νηφάλιο και ακομμάτιστο (προπάντων) κριτικό ζύγισμα ενώ κήρυσσε το «μην κινείσθε» και το ήθος δούλου της ελληνικής ταινίας. Μου διέφευγε όμως το βασικό: ότι πολιτική ανάλυση και κριτική σκέψη στο ελληνικό σχολείο διδάσκονται κυρίως μέσα από τη διδασκαλία των Αρχαίων, με τη δύναμη του παραδείγματος και με το κύρος του ιστορικισμού.

Ο κακοχωνεμένος Θουκυδίδης μάς χορηγεί το χιλιοφορεμένο στερεότυπο «έργα κι όχι λόγια» ή «άλλα λέω κι άλλα κάνω» — και δεν αρκεί ένας εθνικός Σολωμός να αποσείσει αυτό το καταζομπισμένο κλισέ με το δικό του «έργα και λόγια, στοχασμούς» ή με το «έργο, λόγο, νόημα». Ο κακοπλασαρισμένος Αριστοτέλης κι ο υπεροπτικά σερβιρισμένος Ηρόδοτος μάς κλειδαμπαρώνουν στη μάντρα της συζήτησης πολιτικών ζητημάτων με όρους εθνικού χαρακτήρα, κατάρας της φυλής, συλλογικής ανωριμότητας κι εθνικής ψυχής — μάντρα μέσα στην οποία βοσκάνε πατριώτες κομμουνιστές δίπλα σε ελληνοκεμαλικούς ευρωλιγούρηδες, μαζί με νεοφιλελεύθερα υπαξιωματικάκια (ναι, το subaltern μεταφράζω) του κάθε νεοαποικιοκράτη και νεορθόδοξα βουβάλια. Επειδή δεν διδασκόμαστε πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες αλλά τη δημηγορία των Μηλίων, κι αυτή όχι ως σύμπτωμα του ιμπεριαλισμού αλλά ως φυσικό νόμο, μαθαίνουμε να θεωρούμε το δίκαιο του ισχυρού ως τη φυσική τάξη του κόσμου.

Και το φετίχ; η αρχαιογνωσία ως ερμηνευτικό κλειδί για τα πάντα. Κι ας μας κορόιδευε ο Φάυνμαν.

world without sex

Η μόνη πανανθρώπινη αξία είναι ο ασκητισμός. Ο πόλεμος εναντίον του σεξ. Βρίσκεται παντού, σε βάθος και σε έκταση. Είναι καθολικού χαρακτήρα. Πείτε τον όπως αλλιώς θέλετε αν σας αρέσει η λιτότητα και η αυτοκυριαρχία και η άσκηση. Αλλά ο ασκητισμός ως ο πόλεμος κατά του σεξ (εκτός αν είσαι προνομιούχος, οπότε, δικό σου και το σεξ, όπως όλα τα άλλα) είναι το δηλητήριο της ανθρωπότητας. Από την Ινδία μέχρι τη Σικελία, από τον Αρκτικό Κύκλο μέχρι την Κίνα, από την Κορέα μέχρι τη Δυτική Αφρική.

Στον κόσμο που δεν έχει την επίπλαστη ευκολία και πρόσβασή μας και άρα βολοδέρνει μέχρι τον όποιο γάμο, το σεξ είναι όνειρο και βάσανο κι απωθημένο. Στον δυτικό μας τον κόσμο το ίδιο το σεξ, στην καθαρή και δραστική μορφή του, πουσάρεται ως κάτι έξω από εμάς, κάτι για κάποιους άλλους, ίσως πολύ πιο ωραίους· αν όχι για πιο ωραίους από εμάς, σίγουρα απευθύνεται σε κάποιους εγκιβωτισμένους μέσα σε μια φούσκα που απατηλά τους χαρίζει το ακαταδίωκτο και το ακαταλόγιστο, που τους δίνει έναν χώρο προσωρινά προνομιακό και πλανερά προνομιούχο, έναν χώρο που δεν πολυμολύνει κάθε λογής ασκητισμός: ο αγροτοποιμενικός πουριτανισμός, η στεγνή αγριότητα της θρησκευτικής κακογαμίας, η μπαγιάτικη βικτωριανίλα.

Για εμάς το σεξ προορίζεται κυρίως για μπάνισμα και για κουτσομπολιό: ποιος πήρε ποιον, πόσες πήρε ο τάδε, πόσο παίρνεται η δείνα. Κυρίως όμως το σεξ είναι  εύχρηστη μεταφορά («η πούτσα της λιτότητας»), σχήμα λόγου («για τον πούτσο καβάλα») κι όρος σύγκρισης («γκολ σκέτη καύλα»). Και, οπωσδήποτε, θέμα συζήτησης. Κάποτε οι άνθρωποι αναλώνονταν στο να σχολιάζουν τας Γραφάς και τις απολύτως ακατανόητες βουλές του Κυρίου τους, τώρα υπομνηματίζουνε το σεξ. Σελίδες γράφονταν για μισό εδάφιο, τώρα σέρβερ υπερθερμαίνονται κι ανάβουν κάπου μακριά για  περιπτύξεις κάποιων άλλων που ίσως είδαμε κι εμείς ή μάλλον ακούσαμε γι’ αυτές: εμείς και η μισή Αθήνα, ακούγοντας Πάριο, για κάποια μυριοχαύνη ή για κάποιον κατά τα άλλα άγνωστο τετρακισχιλιοβινευτή.

Και το φετίχ; το να έχεις κι εσύ κάποιο φετίχ, έστω κι αν τό έχεις κατά διάνοια.

world without texts

Άλλοι γράφουν για να αποτυπώσουν την ταραχή των λογισμών τους με όλη της την ορμή και όλη της την τύρβη. Άλλοι γράφουν μήπως γαληνεύσουν την ταραχή μέσα τους και για να τη σφραγίσουνε σε κάποιο κείμενο-ασκό, μήπως κι ησυχάσουνε λιγάκι. Άλλοι θέλουνε να γράψουν για να πουν αυτό που έχουνε να πουν κι άλλοι επειδή δεν έχουνε τίποτε να πουν και καμμιά φορά το δικό σου τίποτα είναι ιδανικά ασαφές για να διαβάσει πάνω του ο άλλος ό,τι έχει ανάγκη ν’ ακούσει, σαν τα παρειδωλικά μοτίβα που νομίζουμε πως εντοπίζουμε ακούγοντας πλυντήρια, πιεστήρια, βενζινοκινητήρες και άλλες ρυθμικές μηχανές. Άλλοι γράφουνε για να σώσουν (λες και τα κείμενα σώζουν), άλλοι για αγαπηθούν (παιδιά χαμένα στη χώρα του Πότε Πότε), άλλοι γιατί δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς. Κάποιοι γράφουμε νηφάλιοι και κάποιοι υπό το κράτος, κάποιοι υπομειδιώντας και κάποιοι κλαίγοντας, κάποιοι για να διακηρύξουμε το πόσο πνευματώδεις είμαστε κι άλλοι για να κρύψουμε όλα σχεδόν όσα είμαστε.

Γράφουμε πολλοί, ποιος διαβάζει; Κι αν δεν διαβάζουν όσα γράφεις, αντέχεις να γράφεις μόνο για τον εαυτό σου, σαν τον Μπόρχες; Και αν δεν διαβάζουν το κείμενο που γράφεις, υπάρχει κείμενο;

Μνημόσυνο για τον Ψάλτη

 
Επειδή πολλοί κάνουνε χιουμοράκι που λυπηθήκαμε για τον θάνατο του Στάθη Ψάλτη, με παραλληλισμούς μέχρι και με τον Σεφερλή, θεμουσχώραμε:

Τη δεκαετία του ’80 στην Αθήνα έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλή ζέστη. Δεν είχαμε κλιματική αλλαγή ακόμα όμως είχαμε ζέστη. Δεν είχε πουθενά δροσιά στο κέντρο, στο κέντρο δεν ήταν πουθενά «άλλος θεός», όπως στα μακρινά μαρούσια και τις κηφισιές, ενώ αυτό που λέτε Αγία Παρασκευή ήταν ακόμη (και είναι) μια μαλακία για νεόπλουτους· πιο έξω υπήρχανε κάτι χωριά, αυθαίρετα και καταπατημένα, και τα καμένα της Πεντέλης.

Επίσης, ακόμα και επί ΠΑΣΟΚάρας (που νοσταλγείτε) δεν έπαιρναν οι εργαζόμενοι άδεια πάνω από 21 μέρες (10 με 14 έπαιρναν, τεσπά). Κι έκανε ζέστη το καλοκαίρι. Πολλη ζέστη. Και την ημέρα η οικοκυρά έπαιρνε τα κουτσούβελα και τα πήγαινε με τον Θύαμις Τουρς στο Αυλάκι για κανα μπάνιο (διότι στο Ζούμπερι και στη Βουλιαγμένη τότε ήτανε βρώμικα και στο Πόρτο Ράφτη γινότανε χαμός). Και το βράδυ μάς πήγαιναν μπαμπάς και μαμά στην Άρπα και στη Δήμητρα να δούμε κανα θερινό, μήπως και φυσήξει κι ανασάνουμε. Ναι, δεν είχε τότε κλιματιστικά.

Και στα θερινά έπαιζε περσινά μπλοκμπάστερ αμερικάνικα, ιταλικές σεξοκωμωδίες με έναν βλάκα που γούρλωνε τα μάτια του όταν έβλεπε βυζιά (άρα ακατάλληλες) καθώς και ύστερες ελληνικές ταινίες: πεπτωκότα Δαλιανίδη, παρακμασμένο Βέγγο, Μιχαλόπουλο-Γαρδέλη-Ψάλτη. Όλες σχηματικές με άθλιο ήχο, χάλια χιούμορ, μαλακία σενάρια, υπερφωτισμένες από το ζαβλακωτικό ελληνικό φως, γυρισμένες κυρίως εξωτερικά μέσα σε μια Αθήνα της ανοικοδόμησης και συνοικιών που δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν ως Αθηναίος του καράκεντρου. Οι καημοί που ανακυκλώνονταν θεματικώς ήτανε καημοί μπανάλ και λαϊκοί στην αγροτοποιμενική προέλευσή τους αλλά μπρουτάλ σπαταλήματα μέσα στη σαφήνειά τους — καμμιά σχέση με τα «τα θέλω μου», «τι εικόνα θα δώσω», τα «ίσως» και τις κτητικές προεγκρίσεις και εγγυήσεις που απαιτούν σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις: σε αυτές τις φάρσες της συμφοράς είχε άγριες ματιές και γούστα που μακελεύονταν στην αρένα του μικροαστικού γάμου ως έπαθλου και ως τρόπου ζωής…

Και μέσα από αυτές τις μαλακίες ταινίες, που βλέπαμε για να δροσιστούμε στα θερινά που ήδη υπονόμευε το βίντεο, αναδύονταν κάποτε ένας «συνδυασμός επιπολαιότητας και υπόκωφης πίκρας» στις ερμηνείες καθώς και μια ματιά πάνω στον κόσμο «χθαμαλή αλλά τρυφερή και θαρραλέα». Και είναι κάτι που μας εντυπώθηκε. Ναι και ο Ψάλτης, αυτή η ευγενής μορφή με το λωλό τζιμκεϊρικό ταλέντο που κατάντησε να ντύνεται γριά και να σπαταλιέται σε σκουπίδια, που δεν είχε την τύχη του Τσάκωνα να τον αποθεώσει ο πρωτοχιψτερισμός. Του ανθρώπου που σε έκανε να γελάς επειδή έκλαιγε σαν ζαβός αλλά μετά σε πίκραινε πολύ το ότι γέλασες μαζί του.

Το κοινό

Είχα προχτές την τύχη να μου συμβεί μια μικρή αποκάλυψη, από αυτές που σπάνια σου συμβαίνουν μετά τα 30 στον δικτυωμένο κόσμο: έμαθα για τη Fran Lebowitz βλέποντας αυτό το ντοκυμαντέρ του Σκορσέζε. Δεν θέλω να πω τίποτα γι’ αυτήν, πέρα από όσα λέει (σ)το ντοκυμαντέρ. Εντυπωσιάστηκα και από την καθαρότητα και οξύτητα του πνεύματός της και από την προσωπικότητά της (ναι, πάντοτε με γοητεύουν οι γενναίοι άνθρωποι).

Η Λίμποβιτς απαντάει λοιπόν, ανάμεσα σε πολλά άλλα, και στην εξής απορία που έχω εδώ και χρόνια: γιατί είναι τόσο άνευρη και αδιάφορη και ασ’ τα να πάνε η τέχνη εδώ και δυο-τρεις δεκαετίες, αν και το ντοκυμαντέρ είναι του 2010. Η απάντησή της είναι διττή: είναι ζήτημα δημοκρατίας και είναι ζήτημα κοινού.

Το πρώτο ζήτημα το αντιλαμβάνεται ως εξής: υπάρχει πλεόνασμα δημοκρατίας στον χώρο της τέχνης και έλλειμμα δημοκρατίας στην κοινωνία. Με αυτό εννοεί ότι ταλέντα από μη προνομιούχες ομάδες δεν καταφέρνουνε να κάνουν τέχνη, ενώ παράλληλα αυτή η ευκαιρία δίνεται σε πλήθος ατάλαντων. Συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς, είναι ενδιαφέρουσα προσέγγιση.

Το δεύτερο ζήτημα, το ζήτημα κοινού, είναι ακόμα πιο ενδιαφέρον, εγώ το βρήκα αποκαλυπτικό: για να γίνει μεγάλη τέχνη χρειάζεται απαιτητικό και εκπαιδευμένο κοινό· χρειάζεται κοινό που να βλέπει τη λεπτομέρεια και να την εκτιμά, που να είναι αρκούντως πεπαιδευμένο ώστε να μπορεί να ξεχωρίζει τον ακκισμό από την πρωτοτυπία, που να είναι υποψιασμένο σε θέματα τεχνικής και να τη διακρίνει από τα τρικ και τις ταχυδακτυλουργίες. Η Λίμποβιτς το λέει καθαρά: το απαιτητικό κοινό που γνωρίζει και νιώθει αναγκάζει τον καλλιτέχνη να βάλει τα δυνατά του, αποθαρρύνει τον δημιουργό από το να ενδώσει στον πειρασμό της μπλόφας και δεν τον αφήνει να επαναπαυθεί στο πρόχειρο και στο αέρα-πατέρα.

Το παράδειγμα που χρησιμοποιεί η Λίμποβιτς είναι το Μπαλέτο της Νέας Υόρκης: ισχυρίζεται ότι με τον εκβαρβαρισμό του κοινού του άρχισε να παίρνει και το ίδιο την κάτω βόλτα. Δεν γνωρίζω τίποτα για την περίπτωση NYCB, ξέρω όμως ότι το αθηναϊκό θέατρο είναι από τα καλύτερα στον κόσμο, ακόμα και σε σύγκριση με τα ξακουστά και πολυδιαφημισμένα λονδρέζικο και νεοϋορκέζικο, γιατί ακριβώς το θεατρικό κοινό ξέρει πάρα πολύ καλά τι του γίνεται και δεν χαρίζει κάστανα (αντίθετα π.χ. με το νεοϋορκέζικο, ιδίως στο Μπρόντγουεϊ). Απεναντίας, αν λ.χ. σκεφτεί κανένας τη λογοτεχνική παραγωγή και κίνηση στην Ελλάδα, αμέσως βλέπει κάποιον συσχετισμό μεταξύ της παιδείας του αναγνωστικού κοινού και της ποιότητας των έργων, ιδίως στην ποίηση…

Χαμένες πατρίδες

Α

Σκεφτόμουν τις προάλλες ότι η εθνοκάθαρση, όχι απαραιτήτως γενοκτονικoύ χαρακτήρα, εξ αρχής υπήρξε στρατηγική του ελληνικού κράτους: μια επικράτεια χωροθετημένη για να στεγάσει τους απογόνους των Αρχαίων Ελλήνων και τα ερείπιά τους δεν θα μπορούσε να έχει χώρο για νεήλυδες και αλλοφύλους. Κι ενώ οι Τούρκοι στην Επανάσταση έσφαζαν στη Χίο, στα Ψαρά και αλλού προς παραδειγματισμό, η σφαγή της Τριπολιτσάς (Ντροπολιτσάς τότε) έγινε για να «μη μείνει Τούρκος στον Μοριά μηδέ στον κόσμον όλο».

Οι ελληνικές πολιτικές εθνοκάθαρσης συνεχίστηκαν με την προσάρτηση της Θεσσαλίας, βεβαίως, όταν δια της πλαγίας και με το καλό υποδείχθηκε στους Τούρκους ποιο ήτανε το συμφέρον τους: να αφήσουνε τη Λάρισα και τον Κάμπο και να φύγουν.

Όταν αναλάβαμε τη διοίκηση της ζώνης της Σμύρνης, η πολιτική εκφοβισμού των Τούρκων (θυμηθείτε τον Στεργιάδη) έγινε συστηματική με απώτερο σκοπό να ξεκουμπιστούν ούτως ώστε ο εναπομείνας πληθυσμός στη ζώνη να ψήφιζε υπέρ της ένωσης με την Ελλάδα σε ένα πιθανό μελλοντικό δημοψήφισμα — υπενθυμίζω ότι μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές περιοχές της Ευρώπης (π.χ. η Άνω Σιλεσία) αποφάσισαν με τοπικά δημοψηφίσματα πού θέλουνε να ανήκουν.

Χαρακτήρα εθνοκάθαρσης είχανε βεβαίως και οι δύο ανταλλαγές πληθυσμών μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδας, με το πρωτόκολλο Πολίτη-Καλφώφ (1924) και με το σύμφωνο Μόλωφ-Καφαντάρη (1927). Ανταλλαγές που δεν έγιναν εθελοντικώς, εννοείται.

Και φυσικά, η τελευταία απόπειρα εθνοκάθαρσης με εκφοβισμό και σποραδική βία που θα οδηγούσε στη σταδιακή έξοδο των Τουρκοκυπρίων, ήτανε το περίφημο Σχέδιο Ακρίτας που εκπονήθηκε με όρους deniability από Ελληνοκύπριους ηγέτες γύρω στα 1962. Σημειωτέον ότι μέχρι το 2005 πίστευα πως το Σχέδιο Ακρίτας ήτανε παραμύθι μέχρι που έμαθα πολλά χάρη στην αξιοσημείωτα εξομολογητική διάθεση ενός φίλου, που είναι ανιψιός τομεάρχη της ΕΟΚΑ που παρευρέθηκε στη θρυλική συνάντηση στα βουνά της Πάφου.

Δεν έβαλα καν στην κουβέντα τους Τσάμηδες, τις ενδοβλαχικές διαμάχες με αφορμή τα ρουμάνικα σχολεία και το φασιστικό «Πριγκιπάτο της Πίνδου», τη σταδιακή ισοπέδωση της Αρβανίτικης κουλτούρας και γλώσσας, το διαρκές κυνηγητό των Τσιγγάνων, την ανοχή στην εξόντωση των Εβραίων, το κόλπο περί ιθαγένειας που εγκλώβισε χιλιάδες Σλαβομακεδόνες Έλληνες πολίτες εσαεί εκτός συνόρων. Στο κάτω κάτω, όλες αυτές είναι μεμονωμένες ή επιμέρους περιπτώσεις ανθρώπων που δεν έχουνε καμμία απολύτως σημασία ή που έπεσαν θύματα πρακτόρων κι εγκάθετων ξένων δυνάμεων κτλ κτλ κτλ.

Πάντως από μικρός αναρωτιόμουν γιατί ήτανε τόσο άγριο το μένος των Τούρκων στη Σμύρνη το ’22 και στην Κύπρο το ’74. Δεν πιστεύω στην εγγενή αβρότητα κανενός στρατού, ό,τι και αν απελευθερώνει ή καταλαμβάνει, είτε σκλαβώνει είτε λυτρώνει· επίσης απεχθάνομαι τη χυδαία ψευδολογία του ευφημιστικού «συνωστισμού», κορρεκτίλας άνευ αξιοπρέπειας και άνευ περιεχομένου.

Αλλά αναρωτιόμουν «γιατί τόση μανία;». Μας λένε για τα στίφη του Κεμάλ, Τσέτες και Κούρδους· μα γιατί μόνο στη Σμύρνη; Μας λεν ότι «μισούσαν την πολυπολιτισμική Σμύρνη»· μα, οι κεμαλικοί; Τι έπρεπε να κάνουνε τότε στην Πόλη; Μας λεν ότι πολεμούσαν τον ελληνικό στρατό ως στρατό κατοχής — και τότε γιατί να κάψουνε τη Σμύρνη; Η απάντηση δόθηκε σιγά σιγά και με το σταγονόμετρο: μαθαίνοντας τα έργα του ελληνικού στρατού στη ζώνη της Σμύρνης (και όχι σε άλλες περιοχές). Παρόμοιες ιστορίες υπάρχουν από τη δεκαετία Δεκέμβριος 1963- Αύγουστος 1974 στην Κύπρο: για τη ζωή των Τουρκοκυπρίων που ζούσαν αποκλεισμένοι στους θύλακες, για τυχαίους φόνους (μεμονωμένα περιστατικά για τα οποία ευθύνονταν οπλόφοροι και ελεύθεροι σκοπευτές), για τη «δράση ένοπλων ομάδων» Ελληνοκυπρίων κτλ.

Β

Θυμήθηκα προχτές έναν γέροντα που γνώρισα στην Ιερουσαλήμ το 2011. Κάποιοι φίλοι, ένας Ισραηλινός αυστροεβραϊκής καταγωγής κι ένας αγγλοεβραίος που ζει στη Βραζίλία αποφάσισαν να με πάνε στα καλύτερα φαλάφελ της Δυτικής Ιερουσαλήμ. Με πήγανε στο Ben Shalom Falafel (Bar Ilan 15), μια τρούπα. Αφού γανιάσαμε να εξηγήσουμε στον ζοχαδιασμένο φαλαφελτζή ότι δεν είμαι ισραηλινός (γιατί δεν μας μιλάει εβραϊκά το παλληκάρι; ντρέπεται;) πήραμε τα φαγώσιμα τρόπαιά μας και καταλήξαμε σε έναν πεζόδρομο μιας γειτονιάς εκεί δίπλα με χαμηλά σπίτια και ησυχία.

Εκεί που τρώγαμε και έσταζαν τα ταχίνια πάνω στο λιθόστρωτο, εμφανίζεται ένας ψηλός γέροντας που έμοιαζε σαν διασταύρωση Πάνου Θεοδωρίδη και του παππού μου. Εγώ δεν τον πρόσεξα αρχικά γιατί είχα πέσει με τα μούτρα στο φαλάφελ, αλλά μίλησε εβραϊκά με τους άλλους δύο: τους υπέδειξε κάπως αυστηρά να μη λερώνουμε τον τόπο με τα ζουμιά. Μετά μίλησε πορτογαλικά με τον κάτοικο Βραζίλίας και αμέσως μετά με ρώτησε στα ελληνικά από πού είμαι.

Μου έπιασε την κουβέντα, αν και δεν ήθελε να καθήσει, παρά στεκότανε μπροστά μου όρθιος: ήθελε να μάθει αν είχα πρόσφατα πάει στη Σαλονίκη και μετά μου είπε ότι ο πατέρας του φοβήθηκε τόσο πολύ το 1940, που έβαλε όλη την οικογένεια σε βαπόρι ξεπουλώντας τα πάντα και πήγανε στη Βραζιλία σε κάτι θείους, ο ίδιος ήτανε δέκα χρονών τότε. Δεν του άρεσε εκεί. Στο Ισραήλ μετανάστευσε τη δεκαετία του ’70. Τώρα πια του έλειπε και το Ρίο και του έλειπε κι η Σαλονίκη. Μετά θυμήθηκε να με ρωτήσει αν είμαι Εβραίος, του είπα πως μάλλον δεν είμαι και γέλασε.

Μου ευχήθηκε ώρα καλή, αν θυμάμαι καλά, χαιρέτησε και τους άλλους και έφυγε. Τελείωσα ήσυχα το φαλάφελ μου, παρότι οι άλλοι δύο ήθελαν να μάθουν πώς μου φάνηκαν τα ελληνικά του, και σκεφτόμουν ότι καλές είναι οι μεγάλες θεωρίες αλλά να μην προσπαθούμε να τις εφαρμόζουμε στις ανθρώπινες ζωές κι ότι δεν υπάρχουνε πρόσφυγες και σφαγμένοι πρώτης και δευτέρας κατηγορίας.

Sex, drugs & rock ‘n’ roll

στον Κώστα Παντιόρα, που είναι από το Κερατσίνι

Rock ‘n’ roll

Το ροκενρόλ δεν καμώθηκε ποτέ ότι είναι αλήθεια, παρά τον ισχυρισμό «η αλήθεια βρίσκεται στους Σεξ Πίστολς». Ροκενρόλ είναι ό,τι αντιστρατεύεται τις αλήθειες και τις βεβαιότητες, μουσικά και στιχουργικά: ο Στράτος Διονυσίου κι οι Μουσικές Ταξιαρχίες στη σκυθρωπή και καθώς πρέπει Ελλάδα του ’80, οι κατατονικά τρυφεροί και απροσάρμοστοι Στέρεο Νόβα στη χυδαία και θριαμβεύουσα Ελλάδα του ’90 με τα φράγκα, τη μπίζνα και τη χειραφετημένη ψωλή του γιάπη και του κάγκουρα.

Το ροκενρόλ είναι η εντελώς ατομική μας εξέγερση, όχι απαραίτητα συμβολική και μόνο, αν και συνήθως μικρής διάρκειας. Επειδή είναι ατομική εξέγερση και βρίσκεται εκεί όπου απουσιάζει το συλλογικό, οι κάθε λογής κνίτες το μισούνε: τους θυμίζει την ανεπάρκειά τους να πράξουν. Απεναντίας, το ροκενρόλ, ιδίως στις πιο πανκ ενσαρκώσεις του, είναι καθαρή πράξη. Από αυτή την άποψη το ροκενρόλ δεν μπορεί να είναι απολίτικο, ό,τι κι αν μας λένε.

Drugs

Ένα από τα πιο άτιμα ναρκωτικά είναι το αλκοόλ, είτε το δείτε σαν επίδραση, είτε σαν εθισμό, είτε σαν θλιβερές στατιστικές. Όμως το απαρνιέστε;

Από εκεί και πέρα, κάθε ουσία, από τον καφέ μέχρι την κόκα κι από τη φουντίτσα μέχρι τη μεφεδρόνη (bath salts), το e (που τα νέα παιδιά λένε μόλλυ ή και μώλυ) και τις σούπερ μοδάτες κεταμίνες, ό,τι πίνεις κι ό,τι κάνεις σου βγάζει, το καθένα με τον τρόπο του, κάτι από αυτό που έχεις μέσα σου. Είτε μας αρέσει, είτε όχι, τα ναρκωτικά (είπαμε, όλα μέσα) τα χρειαζόμαστε από αρχαιοτάτων χρόνων για να τη βγάζουμε καθαρή: ο Ζέλντιν στο κεφάλαιο 13 του Intimate History of Humanity μάς εξηγεί από πόσο αρχαιοτάτων.

Επίσης, τα ναρκωτικά μάς κάνουνε καλό εκτός από την πρέζα κι εκτός από όταν κρεμόμαστε από πάνω τους και περιμένουμε να μας δώσουνε ζωή ή να μας κάνουν υπεργαμάτους ή, ξέρω γω, να μας μετατρέψουν σε καλλιτέχνες. Άλλωστε, μην ξεχνάτε: τον Μπαλζάκ τον σκότωσε ο καφές.

Sex

Κάποιοι το θέλουν για να καλύψουν κενά, λέει, κάποιοι το θέλουνε γιατί το θέλουν. Κάποιοι το απαρνούνται γιατί έχουνε τραύματα, άλλοι γιατί δεν το θέλουν. Άλλα γουστάρουμε να βλέπουμε, άλλα να φαντασιωνόμαστε, άλλα να κάνουμε — ή και όχι: μπορεί και να ταυτίζονται μεταξύ τους το μπάνισμα, η φαντασίωση και η πράξη, μερικώς ή και πλήρως. Πολλοί έχουν ενοχές κι έτσι το απολαμβάνουν, άλλοι έχουν ενοχές και γι’ αυτό δεν το απολαμβάνουν, άλλοι δεν έχουνε ντιπ ενοχές και γι’ αυτό δεν τους λέει τίποτα το σεξ, άλλοι επειδή δεν έχουν ενοχές διονυσιάζονται ανεμπόδιστα. Κάποιοι είναι μεθοδικοί και εξειδικευμένοι, κάποιοι λιγότερο. Άλλοι ξέρουν κι άλλοι ψάχνονται (ξέρουν δεν ξέρουν ότι ψάχνονται). Μερικοί είναι του δέρματος και μερικοί του νου και κάποιοι και των δύο.

Και ναι, ό,τι κι αν λεν οι τσελεμεντέδες, τέλειο σεξ δεν υπάρχει. Ό,τι άλλο θέλετε, εκτός από «τέλειο». Δεν είναι τυχαίο ότι πάνω και από το «τέλειο» υπάρχει το «γαμάτο», άλλωστε.