Λαιστρυγόνες

Το 1978, όταν ήμουν πέντε χρονών, ο πατέρας μου αποφάσισε να αγοράσει το Nightflight to Venus, ώστε να έχει και κάτι από ξένα στην καινούργια και υπό συμπίληση δισκοθήκη του, η οποία μέχρι τότε περιείχε λίγο Μπαχ, πολύ Μπετόβεν, Βάγκνερ, Μότσαρτ, Σούμπερτ, τα απάντα του Χιώτη, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη και Στράτο Διονυσίου. Όσοι μεγαλώσατε με πανκ, με ροκ και με ποιότητα πολλή ξινίζετε, αλλά δεν πειράζει: ξέρω όλα τα τραγούδια του δίσκου απ’ έξω, ο οποίος με μύησε σε περίτεχνα φωνητικά, διπλές εισαγωγές και την ενορχηστρωτική φαντασία — εβδομηνταρία γαρ.

Κάτι άλλο που έμαθα γύρω στα έξι μου είναι η Οδύσσεια, στην οποία με μύησε ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που έπαιζα στο κέντρο νεότητας (επί Μπέη ο Δήμος Αθηναίων ενδιαφερόταν και για τους δημότες του, όχι μόνο για ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ευταξία και τον κατευνασμό εργολάβων). Αμέσως μετά έπεσα με τα μούτρα σε μια Οδύσσεια για την Τρίτη Δημοτικού, σχολικό βιβλίο του πατέρα μου. Βεβαίως με ενδιέφεραν οι Απόλογοι κυρίως, ακόμα με ενδιαφέρουν, μικροί ή μεγάλοι· άλλωστε σε αυτούς βασιζόταν το επιτραπέζιο παιχνίδι, άλλωστε αυτοί είναι κατά Μπόρχες το πρότυπο κάθε περιπλάνησης: ο Νόστος. Και το επεισόδιο που με συνάρπαζε πάντοτε ήτανε των Λαιστρυγόνων.

Με εντυπωσίαζε που ήτανε κανονικοί άνθρωποι, με δύο μάτια δηλαδή, αλλά γίγαντες, χωρίς να ανήκουνε στους Γίγαντες της ησιόδειας Κοσμογονίας. Επιπλέον ζούσανε σε χώρα παραθαλάσσια αλλά δασωμένη, που από τότε μού φάνταζε ιδανική περίπτωση. Το επεισόδιο είναι αρκετά σύντομο, αλλά το ονόματα που μου είχανε κολλήσει ήταν δύο: της χώρας, που λέγεται Τηλέπυλος, κι εγώ ερμήνευα μέχρι απόψε ως «μακριά από την Πύλο», και του βασιλιά της, που λέγεται Αντιφάτης, κι εγώ καταλαβαίνω να σημαίνει «αυτός που αντιλέγει» κι όχι «αυτός που αντιφάσκει». Άλλωστε ο Αντιφάτης δεν είναι απατεώνας ούτε ψεύτης ούτε καν εκμαυλιστής όπως η Κίρκη: τρώει τον πρόσκοπο του Οδυσσέα για μεζέ και μετά μαζεύει τον λαό του και πετάνε πέτρες στον στολίσκο του ξένου που έπιασε στο λιμάνι τους — όπως κάθε τοπικιστής που σέβεται τον εαυτό του. Πάντως οι Λαιστρυγόνες καμακώνουνε τα ανθρώπινα θύματά τους για να τα φάνε (ἰχθῦς δ᾽ ὣς πείροντες ἀτερπέα δαῖτα φέροντο)· τουλάχιστον οι Λαιστρυγόνες είναι ανθρωποφάγοι, όχι απλοί μισάνθρωποι φονιάδες.

Απόψε, ψάχνοντας λίγο, μαθαίνω ότι οι φιλόλογοι μού λένε ότι παρετυμολόγησα το Τηλέπυλος, που μάλλον σημαίνει «υψηλή πύλη» τελικά, ενώ για το Αντιφάτης ξύνουνε το κεφάλι τους. Επιστρέφοντας στο πρωτότυπο για περισσότερες πληροφορίες, βρήκα ότι ο ιδρυτής της Τηλεπύλου λεγόταν Λάμος, που θα πει «χάσμα». Σε ένα τόσο σύντομο επεισόδιο (κ 81-134) περιέχεται μέσα σε τρία κύρια ονόματα τόση αφήγηση και τόση ένταση. Εντάξει, υπάρχει ακόμα ένα τοπωνύμιο, μια κρήνη στην Τηλέπυλο, Αρτακία, αλλά δεν το έψαξα γιατί φαντάζει υπερβολικά ήμερο και οικείο.

Εφτά άντρες

Η Κική τον στρίμωξε στον πάγκο. Έβαλε το χέρι της πάνω στο γονατό του με επεκτατικές διαθέσεις. «Τι σου αρέσει λιγότερο στο σώμα μου;», τον ρώτησε. Ο καημένος δεν ξέρει από αυτά. Τίποτα δεν ξέρει. Σκέφτηκε λιγάκι γιατί ήθελε να απαντήσει τίμια κι ειλικρινά στην ερώτηση. «Θέλω να μου πεις», επιμένει. Το πρόβλημα όμως είναι το εξής: στα δεκαοχτώ του νομίζει ότι έχει δει τον θεό τον επουράνιο μόνο και μόνο γιατί η Κική βγήκε μαζί του και στο τέλος του ραντεβού τον φίλησε. Και την επόμενη φορά ήρθε σπίτι του και το έκαναν και τους άκουσε όλος ο ακάλυπτος. Και το πρόβλημα, το πρόβλημα που λέγαμε, είναι ότι το σώμα της είναι τέλειο, είναι σαν αυτά που τοποθετούν γυμνά μεταξύ φωτός και σκιάς οι σκηνοθέτες οι καλοί για να σου πουν «α, να ομορφιά, να έρωτας: κοίτα καλά». Πριν δυο βδομάδες έγραψε μάλιστα κι ένα ποίημα για το σώμα της, σαν γεωγραφική περιήγηση· παινεύει και τον κώλο της που είναι σαν πανέμορφος πλανήτης. Της το έδωσε καλλιγραφημένο σε ένα χαρτί κι αυτή τον φίλαγε μετά λες και θα έμπαινε σε τραίνο να φύγει μετανάστης. Τι να της απαντήσει τώρα; Δεν ξέρει. Κι όσο διστάζει, τόσο η Κική μαγκώνει. Πρέπει να βρει κάτι. Ντρέπεται και να πει «βυζιά» μπροστά της. «Το στήθος σου», της λέει. «Είναι βαρύ και λίγο πεσμένο.» Η Κική τον κοιτάει με βλέμμα που πετρώνει, παίρνει το τσαντάκι-ταγαράκι που ίσα ίσα χωράει απολύτως τίποτα και φεύγει. Θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο σε τέσσερις μέρες αλλά αυτός ακόμα δεν το ξέρει και θα αδειάσει μέχρι τότε ό,τι έχει η κάβα του σπιτιού. Μέχρι και το κοριαντολίνο θα πιει.

*

Τα πράγματα είναι κάπως περίεργα και μάλλον σχετικώς σοβαρά. Την ντρέπεται τη Νανά. Πρώτα πρώτα είναι αρραβωνιασμένη και του το είπε. Συνηθισμένος βεβαίως να χωρίζει ζευγάρια, όχι γιατί το επιδιώκει ή γιατί έχει τέτοιο βίτσιο, απλώς του συμβαίνει. Αλλά την ντρέπεται αυτή. Πήγανε σπίτι του μετά το φαγητό, αλλά δεν πίνει αλκοόλ η Νανά. Αυτό τον κάνει να ντρέπεται περισσότερο αν και ήδη την έχει φιλήσει. Τον κοιτάει και την κοιτάει κι αυτός· την ώρα που περνάει τη νιώθει να πέφτει στο χαλί κομματάκι κομματάκι, σαν κερί που στάζει σε παγωμένο δωμάτιο. Σχολιάζει πόσο της αρέσει το σπίτι του. Εκείνος εξακολουθεί να την ντρέπεται τη Νανά αλλά θυμάται ότι τη φίλησε μπροστά στη λίμνη (πόσο καρποστάλ) και θέλει να την ξαναφιλήσει και να ακούσει πώς θα κάνει όταν θα γλυστρήσει μέσα της, εάν τελικά θα γλυστρήσει μέσα της. Ο Γιώργος τού έλεγε ότι είναι του df κι ότι κωλυσιεργεί και διστάζει γιατί το df τον έχει διαφθείρει και τέτοια. Της φτιάχνει τσάι Mariage Frères, το μόνο που έχει γιατί τσάι δεν πίνει κι ανοίγει και το μπουκάλι με το Teeling και περνάει κάπως και η ώρα. Το Teeling κάνει καλό. «Θα σου βάλω ένα ελληνικό τραγούδι», της λέει. Της αρέσει το «Κάνε το δάκρυ σου χαρά», ωραίο είναι, της αρέσει. Το Teeling κάνει καλό, κλείνει τα μάτια και τη φιλάει ενώ ταυτόχρονα το χέρι του πλάθει λίγο απληστα τη δεξιά ωμοπλάτη της, μετά λύνει τον ευτυχώς εύκολο δεσμό. Το στήθος της ελευθερώνεται κάτω από το πουλόβερ ενώ η ανάσα της μυρίζει άνθη παιωνίας, ή τι λέει η συσκευασία του τσαγιού. Η ανάσα της μυρίζει σαν υπόσχεση και ο μικρός αναστεναγμός όταν τελικά μπαίνει μέσα της ακούγεται σχεδόν σοβαρός και όλος συνέπεια.

*

Η Κική μπαίνει μέσα στο δωμάτιο και βγάζει τα γυαλιά της. Κρατάει καφέ από τον Γρηγόρη στα χέρια της, αυτό είναι καλό σημάδι. Αχνίζει ακόμα. Χωρίς να τον έχει κοιτάξει ακόμα κλείνει την πόρτα πίσω της απαλά λες και θα ξυπνήσει κανέναν. Βγάζει τα γυαλιά και τα αφήνει στο έπιπλο που έχουνε τα δωμάτια ξενοδοχείων για γραφείο, λες και θα κάτσει κανείς να γράψει την Ασάλευτη Ζωή στην Αχαρνών. Ακουμπάει και τον καφέ στο γραφείο αυτό, πολύ στην άκρη, ως συνήθως. «Πόσο θα μείνεις;», τον ρωτάει. Απαντάει. «Δεν το ήξερα το ξενοδοχείο, νόμισα ότι ήτανε ξέρεις, ημιδιαμονής που λένε.» Αυτός κάθεται στο κρεβάτι, τον έχουνε λιώσει οι δώδεκα ώρες μέσα στο ΚΤΕΛ, η δύσοσμη θέρμανση, οι μονότονοι ρυθμοί και το τίποτα των αυτοκινητοδρόμων. Η Κική στέκεται μπροστά του και τον κοιτάζει. Δεν ξεντύνεται. Μάλλον όχι, βγάζει πάρα πολύ προσεκτικά το καλσόν της, αλλά το πετάει στο πάτωμα. Καινούργιες συνήθειες αυτές. Τον φιλάει και τον ρωτάει αν κρυώνει. Τον γδύνει εντελώς αλλά αργά, εκείνη βγάζει μόνο τη ζακέτα της. «Πόσο θα μείνεις στην Αθήνα;» Δεν περιμένει απάντηση, του κάνει τη γνωστή λαβή και όταν βεβαιωθεί πως είναι σκληρός και έτοιμος μισοκάθεται με προσοχή πάνω του. Τον ρίχνει πίσω να πέσει στο στρώμα και τον καβαλάει κανονικά. Κινείται όμως πότε βάδην και πότε τροχάδην, δεν αφήνεται να καλπάσει πάνω του. «Πουθενά δεν έχεις να πας» του λέει λίγο πριν τον κάνει να χύσει. Μετά πέφτει κι εκείνη πάνω του και τον σκεπάζει. Μυρίζει χειμώνα στην Αθήνα στα ρούχα και στο δέρμα της. «Έλα να κάνουμε ένα μπάνιο μαζί και συνεχίζουμε εκεί», του λέει.

*

Στο σπίτι της Νανάς έχει πολλά κρεβάτια αλλά τρίζουν όλα. Πολλά δωμάτια ψηλοτάβανα και μεγάλα με τουλάχιστον ένα κρεβάτι το καθένα. Τα νοικιάζει σε φοιτητές αλλά τώρα τον Ιούλιο λείπουν όλοι κι έχει όλο δικό της ένα σπίτι άδειο με δωμάτια άδεια και διαθέσιμα κρεβάτια ξέστρωτα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ουρανό και χυμάει μέσα από τα κατασκονισμένα τζάμια. Η Νανά φοράει μια αστεία λεπτή νυχτικιά, αυτός είναι ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς. Βγάζει την κυλότα της, κι εκείνος πέφτει γονατιστός και κάνει να τη γλείψει όμως εκείνη τον κόβει. Δεν θέλει, δεν της αρέσει. Φοράει ακόμα τη νυχτικιά και κάτι κάλτσες με γατάκια, κάλτσες αντρικές. Η Νανά απλώνει το χέρι της και βρίσκει το δικό του καθώς προσπαθεί τουλάχιστον να της το τρίψει. Τραβιέται και ξαπλώνει στο κρεβάτι και τον τραβάει πάνω της. Το τρίξιμο είναι πολύ έντονο, σχεδόν μουσικό, σαν αλλεπάλληλες δοξαριές. Εκείνη ανασαίνει όχι κοφτά αλλά σαν να ετοιμάζεται να ψάλει. Μετά από λίγο τον σπρώχνει απαλά και σηκώνεται όρθια κοιτάζοντάς τον με θαμπό βλέμμα. Ξαπλώνει στο πάτωμα, εκεί όπου πέφτει η αντηλιά. Κλείνει τα μάτια και του λέει «Έλα». Εκείνος ξαναμπαίνει μέσα της, σχεδόν τσουλάει μέσα της και ανοίγοντας τα μάτια βλέπει την κυλότα της ριγμένη ατημέλητα λίγους πόντους αριστερά από το πρόσωπό της, σαν να την τοποθέτησε κάποιος εκεί επίτηδες. Αυτή η εικόνα τον απασχολεί για ελάχιστα δευτερόλεπτα ακόμα, ύστερα ξαναβουτάει στο θαυμαστό κι ευφρόσυνο τίποτα της λαγνουργίας.

*

Η Φιλιώ μπαίνει στο σπίτι του και κοιτάει καλά καλά γύρω της. Καταγράφει. Φαίνεται να της αρέσει όπως αρέσει σε κάποιον ένα μποέμ αχούρι. «Δεν ήξερα ότι μένουν άνθρωποι στην Ευριπίδου», του λέει. «Μόνον από τέταρτο όροφο και πάνω», της απαντάει. Κάθεται κατάχαμα στο καταλιανισμένο παρκέ κι ανάβει τσιγάρο χωρίς να ρωτήσει, βγάζει από την πελώρια τσάντα της ένα φορητό τασάκι και το ανοίγει. Το αφήνει προσεκτικά στο πάτωμα δίπλα της και κάνει μια έτσι για να ανοίξει την μπαλκονόπορτα περισσότερο. Φοράει κάτι ρούχα σαν να βγήκε από το νουβέλ βαγκ αλλά μωβ, πράσινα, γκρενά, μπορντώ και ταμπά: τέτοια, χρώματα με γυναικεία ονόματα. Είναι πιο ωραία η Φιλιώ από όσο νόμισε και θυμόταν. Φοράει και μπερέ, μπορντώ. Εκείνος πάει και παίρνει δυο μαξιλάρες από τον καναπέ και τις ρίχνει στο παρκέ. Στέκεται όρθιος και την κοιτάζει, από πάνω της. Σαν μπάστακας, που λένε. Οπότε πάει και της φέρνει ένα τζόνι με κόλα από την κουζίνα, τι πίνει και δυο-τρία πράγματα ακόμα ξέρει για αυτήν. Γι’ αυτό πήγε κι αγόρασε το τζόνι άρον άρον. Εκείνη σηκώνει το κεφάλι και χαμογελάει, έχει ωραίο χαμόγελο. Πολύ ωραίο. Αγαλλίαση. Δεν λέει τίποτα, σαν να θεωρούσε δεδομένο ότι θα της έρθει ένα τζόνι με κόλα πριν καν να το ζητήσει. Εκείνος αρχίζει να γδύνεται σαν να είναι στον γιατρό, αλλά δεν ξεχνάει να βγάλει τις κάλτσες, ενώ στο τέλος διπλώνει το σόρτς γύρω από το σλιπ με συστολή κι έχει ήδη αφήσει διπλωμένο το τισέρτ πάνω στην καρέκλα την ινδική. Όσο γδύνεται η Φιλιώ σηκώνει το βλέμμα κάθε τόσο, συνεχίζει να καπνίζει. Μόλις βλέπει ότι απέμεινε εντελώς γυμνός χαμογελάει ξανά και λέει «μια χαρά» σχεδόν γελώντας. Απ’ έξω, από μακριά ακούγεται κάποιος κάγκουρας. Γονατίζει στο πάτωμα και τη σπρώχνει να ξαπλώσει πάνω σε μια από τις δύο μαξιλάρες, φοράει ακόμα τον μπερέ της ενώ της βγάζει τη φούστα. Εκείνη βγάζει το μπολερό ή πώς τα λεν αυτά και μετά το τοπ από κάτω, ώσπου της πιάνει τα χέρια κι αρχίζει να τη φιλάει στον λαιμό. «Μια χαρά», λέει η Φιλιώ. Ύστερα ορμάει πάνω της αλλά σε λίγο είναι ο ίδιος ξαπλωμένος στο πάτωμα κι έχει τη Φιλιώ από πάνω του αλλά κολλημένη πάνω του, με τη μουσούδα του στον λαιμό της: γαμιούνται χωρίς περίσκεψη και χωρίς ιδιαίτερη χάρη. Αφού τελειώσουν ήσυχα αλλά με πνιγμένους στεναγμούς, χωρίς να κατέβει από πάνω του η Φιλιώ τού λέει «ωραίο ήταν αυτό».

*

Του έχουνε κοπεί τα γόνατα. Αυτός, που ποτέ δεν φοβήθηκε, τη βλέπει και τρέμει. Δεν μπορεί να διανοηθεί ότι αυτή η γυναίκα, γυναίκα, όχι «γκόμενα» ή «μουνίτσα» ή δεν ξέρω τι, τον θέλει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. ‘Εχει πιει ένα ποτήρι κρασί αλλά ήδη το κεφάλι του γυρίζει. Την κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. Μπαίνουνε σπίτι της κι εκείνη αμέσως εξαφανίζεται στο μπάνιο. Το σπίτι της είναι ένα σπίτι όπως όλα τα άλλα, εκείνη όμως δεν είναι καθόλου σαν όλες τις άλλες. Σαν καμμιά απολύτως δεν είναι. Κάθεται στον καναπέ, από αυτούς τους αθάνατους που προτιμούσαν τον περασμένο αιώνα, και σκέφτεται ότι τη φίλαγε πριν είκοσι λεπτά, μπορεί όμως και να ήτανε χρόνια πριν. Κι εκείνη του είπε ότι ήρθε η ώρα να φύγουν. Και στην έξοδο του μπαρ λίγο έκανε να πέσει πάνω στον Αντώνη, που έκανε πως δεν τον είδε, αν και μπορεί να μην τον είδε πραγματικά γιατί κοίταγε εκείνη που πέρναγε μπροστά του και της κράταγε την πόρτα. Εκείνη που τώρα έρχεται από το μπάνιο φορώντας μόνον εσώρουχα, σχεδόν κανονικά εσώρουχα, — τίποτε υπερσέξυ. Πρέπει να έχει τα πιο αστεία μούτρα του κόσμου έτσι όπως την κοιτάζει, λιγάκι σαστισμένος, πολύ καυλωμένος κι απολύτως αγγελοκρουσμένος. Σηκώνεται από τον καναπέ και την κρατάει από τον λαιμό, εκείνη του χαϊδεύει τα μαλλιά, δεν ξέρει πού να την πρωτοχουφτώσει, τι να χαϊδέψει, σαν έφηβος σε πάρτυ φέρεται λίγο. Ανοίγει τα μάτια και η όψη του δέρματός της τον κάνει να ταραχτεί, είναι ανελέητα όμορφη. Εκείνη του γυρίζει με τρόπο την πλάτη. «Σε θέλω», του λέει και σκύβοντας ακουμπάει το δεξί της χέρι στο τραπεζάκι του σαλονιού όπου βρίσκονται κάτι ρόστερ, ένας υπολογιστής, μισή σοκοφρέτα. Κοιτάζει το δεξί της χέρι και τον πιάνει σπαραγμός, δεν μπορεί να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο, δεν πρέπει να υπάρχει κάτι τόσο όμορφο μέσα στον βρωμερό τον κόσμο. Τότε βλέπει ότι σκυμμένη όπως είναι έχει παραμερίσει το κυλοτάκι της με το αριστερό χέρι. Λύνοντας τη ζώνη του κι ενώ μπορεί να μυρίσει το σαπούνι και το γαλάκτωμα από το δέρμα της, αυτά τα 6-7 δευτερόλεπτα, κοιτάζει το γραμμένο μουνάκι της και σκέφτεται ότι πιθανότατα μόλις πέθανε και πόσο ωραία είναι που επιτέλους πέθανε.

*

Στα μπαρ ή θα βρεις τον εαυτό σου ή θα σε καταπιεί το αλκοόλ. Στο συγκεκριμένο μπαρ κάθεται απέναντι από τη Σοφί. Όχι Σοφία, Σοφί. Γαλλίδα μαμά. Του αρέσει πολύ και τη χαλβαδιάζει απροκάλυπτα. Κι εκείνη τον κοιτάει όλο το βράδυ και σχεδόν γελάει. Μαντεύει το σώμα της κάτω από τα ρούχα και δεν βλέπει κάτι που να μην του αρέσει πολύ. Πολύ όμως. Και η Σοφί τον κοιτάει και γελάει, αλλά όχι φωναχτά. Πίνουνε τζιν. Και μετά από το τρίτο, διότι ήρθε θεονήστικος ο έρμος στο ραντεβού, σκέφτεται τώρα πώς να είναι να ξυπνάει κανείς δίπλα στη Σοφί και να απλώνει το χέρι του και να το κάνει μαζί της, ενώ κοιτάζει γύρω του σαν να βλέπει για πρώτη φορά την πλατεία όπου τον έφερε. Σε μια στιγμή διαύγειας σκέφτεται ότι είναι πιωμένος και φαίνεται, άρα μπορεί να του δικαιολογηθεί μια τόση δα καφρίλα: απλώνει λοιπόν το χέρι του και χαϊδεύει το γόνατο της Σοφί και είναι πολύ ωραίο γόνατο και λιώνει σχεδόν και καυλώνει και λίγο, ενώ η Σοφί σταματάει προς στιγμή να αφηγείται πώς έκανε τις καλόγριες στο σχολείο να την αποβάλουν, τον κοιτάζει με έναν τρόπο που δεν λέει πολλά περισσότερα από ένα πρόσχαρο κι ολόψυχο «ναι», και συνεχίζει να του λέει πώς έσπασε όλα τα τζάμια του πάνω ορόφου όταν ήτανε στο Λύκειο. Εκείνος κοιτάει τη Σοφί και σκέφτεται ότι θέλει να τελειώσουν μαζί ενώ θα την έχει διπλώσει στα δύο και το δεξί της πόδι θα είναι στον ώμο του και ότι θέλει να μάθει τη γεύση που έχει το δέρμα πίσω από το αυτί της. Σε μια παράτολμη επίδειξη πλαστής νηφαλιότητας, γέρνει μαζί με το σκαμπό προς το μέρος της, ενώ κρατιέται γερά από την μπάρα βεβαίως, και της δίνει ένα ωραίο διερευνητικό φιλί. Η Σοφί μετά το φίλί πίνει μια γουλιά και μετά τον σπρώχνει μαζί με το σκαμπό του πίσω σε μια θέση ισορροπίας. Κάνει νόημα στον μπάρμαν να πληρώσουνε.

Όλοι επαΐοντες, όλοι ειδικοί

Όλοι είναι ειδικοί σε όλα. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει κανείς αν μπει στο ίντερνετ και σκρολάρει προς τα κάτω για αρκετή ώρα οποιαδήποτε σελίδα έχει χώρο για σχόλια. Για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε λόγος: όντως φαίνεται πως γεμίσαμε ειδικούς.

Η εύκολη εξήγηση είναι ότι φταίει το ίντερνετ: πολλοί παριστάνουν τους ειδικούς επειδή όλοι μπορούνε πια να πουν τη γνώμη τους και επειδή η πληροφορία βρίσκεται σε αφθονία και ανευρίσκεται πάρα πολύ εύκολα, ή μάλλον έρχεται η πληροφορία και σε βρίσκει. Και έτσι ο καθένας μπορεί να σχηματίσει μια κάποια γνώμη για οτιδήποτε αλλά και να την διατυπώσει με αληθοφανή εμβρίθεια: για τον πόλεμο στη Συρία, για τον Ερντογάν, για τις εκλογές στην Ισπανία ή στις ΗΠΑ, για το έργο του Μπόουι, για το νόμπελ του Ντύλαν, για το μέλλον της ΕΕ, για τα εμβόλια, για το τι προκαλεί καρκίνο και τι τον θεραπεύει, για το αν πρέπει τα ομόφυλα ζευγάρια να υιοθετούν, για την Παιδεία, για το ποιόν του καθηγητή Βαρουφάκη και του Οικουμενικού Πατριάρχη, για την Αριστερά, για τη Δεξιά του Κυρίου, για τον νεοφιλελευθερισμό και τον κλασικό φιλελευθερισμό…

Η εξήγηση είναι λανθασμένη. Είτε μας αρέσει είτε όχι, είτε τεκμηριωνόταν επαρκώς είτε απλώς με π.χ. επικλήσεις στην αυθεντία, όλοι ανέκαθεν είχανε γνώμη για πάρα πάρα πολλά θέματα, και μάλιστα για θέματα για τα οποία όντως δεν γνωρίζουνε πολλά. Ναι, αλλά πώς παριστάνουνε πλέον τους ειδικούς; Τους παριστάνουν επειδή χάρη στην υπερπροσφορά πληροφορίας μπορούν να προσομοιάσουν με αληθοφάνεια την εμβρίθεια ενός πραγματικά ειδικού.

Όλοι λοιπόν ανέκαθεν είχανε γνώμη για πάρα πάρα πολλά θέματα, τώρα μπορούνε και να την εκφράσουν.

Σίγουρα· όμως πώς γίνεται να βρίσκουν τις πληροφορίες που χρειάζονται ώστε να υποστηρίξουνε τις γνώμες τους; Γίνεται γιατί υπάρχει υπερπροσφορά πληροφορίας: διαλέγεις και παίρνεις τις πληροφορίες, γνήσιες ή πλαστές, που εξυπηρετούν αυτό που θες να πεις, που είναι συμβατές με τη γνώμη σου. Όμως η υπερπροσφορά πληροφορίας δεν είναι  αποτέλεσμα της διάδοσης του ίντερνετ. Βεβαίως, ποσοτικά κυκλοφορούν ωκεανοί πληροφορίας, αλλά ήδη από την εφημερίδα, το ραδιόφωνο και την εγκυκλοπαίδεια πήγαζαν ποταμοί ικανοί να ποτίσουν κάθε αυτόκλητο ειδικό για μια ποικιλία θεμάτων — αρκεί να είχε το θράσος κάποιος να αυτοχρισθεί ειδικός. Θυμηθείτε τη Βουλή του Ζαππείου, τους θείους στα οικογενειακά τραπέζια, τους ξερόλες σε γάμους, μπαρ και καφενέδες.

Και γιατί τολμούν να παραστήσουνε την αυθεντία; Θα φταίει το ίντερνετ. Όχι.

Οι σύγχρονοι ξερόλες, οι ειδικοί σε τόσα μα τόσα θέματα, είναι τέκνα που προέκυψαν από την ανίερη ένωση της υπερπροσφοράς πληροφορίας, που προϋπήρχε του ίντερνετ, και του αντιδιανοουμενισμού.

Όπως χρόνια παραπονιέμαι, όλο δυναμώνει ένα κίνημα που θέλει να μας έχει όλους ίσα κι όμοια: τον γιατρό και τον μη γιατρό, τον ιστορικό και τον μη ιστορικό, και ούτω καθεξής. Το πρόβλημα, επαναλαμβάνω, δεν είναι ότι έχουν όλοι γνώμη παρά ότι θέλουν η γνώμη τους να είναι ισάξια και ισοβαρής με ενός ειδικού: θέλουν να είναι ειδικοί ενώ δεν είναι.

Ο βασικός λόγος που γεμίζουμε ερζάτς ειδικούς είναι ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός. Ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός έχουνε τρεις πηγές, αν και δεν είναι οι μοναδικές:

Η πρώτη είναι η συνωμοσιολογία: οι γιατροί μάς λένε να κάνουν εμβόλια τα παιδιά γιατί οι φαρμακευτικές τούς χαρίζουν εκδρομές, στυλό, δίωρα με συνοδούς πολυτελείας. Οι ιστορικοί λένε αυτά που λένε γιατί είναι τομάρια πουλημένα στο ΚΚΕ / στον εθνομηδενισμό / στον Τσίπρα / στη Μαύρη Δεξιά. Βεβαίως υπάρχουν όντως χαλκευμένες ή πρόχειρες έρευνες τις οποίες χρηματοδοτούν μεγάλες εταιρείες, άλλα συμφέροντα ή και κανείς συγκεκριμένος: θυμηθείτε τον ελεεινό αντιεμβολιαστή Wakefield που στέλνει παιδιά στον τάφο ή έρευνα που εσχάτως αποδίδει και αντιυπερτασική (νομίζω) δράση στο Viagra ώστε να παραταθεί η πατέντα της σιλδεναφίλης που κατέχει η Pfizer.

Βεβαίως υπάρχουνε π.χ. ιστορικοί που έβαλαν τις πεποιθήσεις τους πάνω από τη μέθοδο ή που έκαναν ιδεολογικό άλμα στο κενό πηδώντας από τα δεδομένα στην ερμηνεία. Αλλά όλα αυτά είναι αντικείμενο βασάνου εκ μέρους των ομοίων τους: δεν θα κρίνω εγώ τον Κορδάτο, τη Ρεπούση, τον Λιάκο, τον Μαραντζίδη, τον Καλύβα ως ιστορικούς με βάση τα γούστα και τις πεποιθήσεις μου, παρά θα το πράξουν άλλοι ιστορικοί με γνώμονα μεθοδολογικό, εμπειρικό κτλ.

Η δεύτερη πηγή του αντιδιανοουμενισμού και του αντιακαδημαϊσμού είναι η ομφαλοσκόπηση των ανθρωπιστικών επιστημών και κυρίως ο παραγκωνισμός τους. Πρόκειται για φαύλο κύκλο, κι εξηγούμαι. Αποστολή των ανθρωπιστικών, κοινωνικών και πολιτικών σπουδών είναι να ερμηνεύσουν τον άνθρωπο, την κοινωνία, τον πολιτισμό, την εξουσία, την πολιτική κτλ. Ερμηνεία όμως δεν σημαίνει να επαναδιατυπώνω τις παρατηρήσεις μου με ωραία λόγια, αλλά ούτε και να προσπαθώ να σφηνώσω με το στανιό τα εμπειρικά δεδομένα μέσα στο περίτεχνο όλο σκαλίσματα καλούπι της μεγάλης θεωρίας μου. Όταν οι λεγόμενες «θεωρητικές επιστήμες» (ή του πνεύματος) υποπίπτουν σε ένα από τα δύο παραπτώματα, παραγκωνίζονται. Πολλές φορές παραγκωνίζονται βεβαίως και γιατί ενοχλούν ή και χωρίς αιτία άλλη από την άγνοια και την ιδιωτεία των μανατζεράδων που αναλαμβάνουνε να διοικούν πανεπιστήμια και ινστιτούτα.

Εν πάση περιπτωσει, όσο παραγκωνίζονται οι επιστήμες του ανθρώπου, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να βρεθούν οι πόροι, τα ερευνητικά υλικά συμφραζόμενα (ερευνητικά προγράμματα, συνέδρια, συνεργασίες, ερευνητικά έργα κτλ) αλλά και οι ερευνητές που θα κάνουνε κριτική στη ρηχότητα ή στην υπερερμηνεία των ανθρωπιστικών σπουδών, που θα ελέγξουν τις αμαρτίες της έρευνας. Στην τελική, όσο παραγκωνίζεται η έρευνα στις ανθρωπιστικές, κοινωνικές και πολιτικές σπουδές, όσο περιορίζεται η διάχυσή τους στην κοινωνία, τόσο πολλαπλασιαζονται οι αυτόκλητοι κοινωνιολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, οι ψευτοκριτικοί και χαζοφιλόλογοι, οι σφετεριστές της ιστορίας της τέχνης ή της αισθητικής θεωρίας (ιδίως αυτής), οι ψευδογλωσσολόγοι και οι ψευδοϊστορικοί και οι κομπογιανίτες μουσικολόγοι, οι ξυλόσοφοι και οι γενικών καθηκόντων διανοούμενοι — και ούτω καθεξής

 Όμως ο αντιδιανοουμενισμός κι ο αντιακαδημαϊσμός έχουν τουλάχιστον ακόμα ένα έναυσμα: τη νεοσυντηρητική μανία και την πάγια επιδίωξη των ελίτ να αφεθεί η πολιτική αποκλειστικά στους επαΐοντες. Βεβαίως, οι τάχα επαΐοντες που μας προξενεύουν οι εκάστοτε ελίτ διαφέρουν: μέλη του Κόμματος διαφωτισμένα από θεωρητικούς του επιστημονικού μαρξισμού-λενινισμού στον πάλαι σοβιετικό σχηματισμό και στους δορυφόρους του, νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι και θεολόγοι της νεοσυντηρητικής ιδεολογίας στις τόσο επιδεκτικές αλλοίωσης και καταστρατήγησης δημοκρατίες του ελεύθερου κόσμου μας. Και σε αυτές όπως και σε άλλες περιπτώσεις το ζητούμενο είναι η απρόσκοπτη κυριαρχία των ελίτ και η παράκαμψη της λαϊκής κυριαρχίας.

Όταν επιχειρείται να παρακαμφθεί η λαϊκή κυριαρχία μέσω της όποιας επιστήμης, που σε αυτή την περίπτωση μεταμορφώνεται από μέθοδος και εμπειρικά επικυρούμενη διατύπωση θεωριών σε δόγμα, είναι αναμενόμενο να αντιμετωπίζεται αυτή η φενάκη επιστήμης με δυσπιστία. Με άλλα λόγια: όταν οι όντως ειδικοί συστρατεύονται με τις ελίτ στην προσπάθεια των δε να απαλλαγούν από τη λαϊκή κυριαρχία ή (θεός φυλάξοι) από εξεγερτικές διαθέσεις της πλέμπας, καταφέρνουν τελικά να απαξιώσουν ό,τι σχετίζεται με επιστήμη και γνώση.

Με δυο λόγια, δεν φταίει το ίντερνετ, απλώς το ίντερνετ παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες για να ανθίσουν οι ξερόλες, οι ειδικοί στα πάντα: τα τέκνα της υπερπροσφοράς πληροφορίας και του αντιδιανοουμενισμού.

Δόξα

Το σύμπαν είναι αχανές. Το σύμπαν είναι στην απέραντη κενότητά του και στο αδιάφορο ψύχος του και στις αδιανόητες ακτινοβολίες και φωτιές του εχθρικό. Δεν υπάρχει τίποτα να επισκεφτείς και να σε καλωσορίσει. Σου λένε να εποικίσουμε έναν διπλανό κόσμο για όταν θα έχουμε καταστίψει αυτόν. Αλλά κι ο διπλανός κόσμος είναι απερινόητα μικρός κι ασήμαντος σαν τον δικό μας, που δεν είναι παρά μια κουκίδα θαλπωρής κι αναψυχής μέσα σε ένα αχανές τίποτα, μέσα στον χώρο που ορίζει νεκρή ύλη, ταξιδεύοντας στον χρόνο που έρχεται από το τίποτα και προοιωνίζει αφανισμό.

Είμαστε κολλημένοι πάνω σε έναν μικρό πλανήτη, πάνω σε κάποιους ανθρώπους, άλλους ανθρώπους σαν κι εμάς, που ισορροπούμε μεταξύ ενός αφιλόξενου κόσμου, αμελητέας κουκίδας, και του αφανισμού του. Αν δεν επιβιώσουμε, θα πεθάνουμε. Αν αλώσουμε τον κόσμο μας από σπατάλη και αφορσύνη, θα πεθάνουμε. Θα πεθάνουμε έτσι κι αλλιώς.

Στριμωγμένοι από θάνατο από τρεις μεριές, από την αφιλόξενη φύση για τους άοπλους μελαγχολικούς κι έμφρονες πιθήκους, από την καταστροφή της φύσης, από τον προσωπικό μας θάνατο, πίσω μας έχουμε τον ίλιγγο της γέννησης και τη λήθη των παιδικών μας χρόνων. Πιο πίσω από τη γέννησή μας, τίποτα.

Εδώ τρώμε, τσακωνόμαστε, αγχωνόμαστε, υποφέρουμε, μας σκοτώνουν και σκοτώνουμε. Γινόμαστε πρόσφυγες και γινόμαστε πτυχιούχοι, πενθούμε και γράφουμε βιβλία, τρώμε παγωτό ή πίνουμε μεσκάλ. Πηγαίνουμε σχολείο και βγαίνουμε από το νοσοκομείο. Παίρνουμε απόφαση εδώ ότι θα πεθάνουμε, αναρωτιόμαστε για το μέλλον και νοσταλγούμε το παρελθόν όταν το κλαίμε. Εδώ κάνουμε έρωτα και γαμιόμαστε, εδώ οργανωνόμαστε και απομονωνόμαστε, μαγειρεύουμε και πίνουμε και χτίζουμε και πονάμε. Προσκυνάμε, χαρτοπαίζουμε και ξερνάμε. Μπουχτίζουμε και μπαϊλντίζουμε και κρίνουμε και κορυβαντιούμε ή χαντακωνόμαστε. Εδώ πληρώνουμε κι αγοράζουμε και φοβόμαστε και ωρυόμαστε και γελάμε. Μετεωριζόμαστε στην καθαρή χαρά και μελαγχολούμε. Φοράμε αρώματα και τρώμε με την οικογένεια ή με τον εχθρό μας. Εδώ σε αυτόν τον πολύ μικρό κόκκο.

Τι θα πει δόξα; Δεν ξέρω. Διασημότητα θα πει; Θέλει ο Θεός να γίνει διάσημος; Γιατί λέει να τον δοξάζουμε; Να αναλάβει μόνος του την προώθηση του έργου Του και το καλό Του όνομα. Τι διάολο θα πει δόξα; Για εμάς τους ανθρώπους δόξα είναι να μας τιμούν, να μας περιφέρουνε συμβολικώς και συναισθηματικώς επί της ασπίδος, να μας λένε μπράβο κι εύγε. Αλλά αυτή η δόξα είναι κοντολήξιμη κι εύθρυπτη, το λένε και το ξαναλένε και όσοι την ήπιανε λαίμαργα και ξεδίψασαν και όσοι την ονειρεύτηκαν μάταια. Τι να την κάνεις τη δόξα, λένε. Ομόφωνα. Μάταιη είναι και πρόσκαιρη. Είπαμε: πάνω σε έναν μικρό εχθρικό κόσμο, εχθροί του κόσμου, περιχαρακωμένοι από θάνατο. Όλα στα νεκροταφεία τελειώνουν, ή πολύ χειρότερα.

Κι όμως το τέλος είναι για να απασχολεί τους νεκροθάφτες και τους κοσμολόγους. Εμείς εδώ είμαστε για τα υπόλοιπα, για τον λίγο χρόνο στον σμικρότατο πλανήτη του ασήμαντου άστρου σε ένα από τους αναρίθμητους γαλαξίες ενός υπερσμήνους από τα πολλά — και ούτω καθεξής.

Και σκοπός μας είναι να δοξάσει ο ένας τον άλλο. Με όποιον τρόπο γίνεται κι όπως ο καθένας μπορεί. Δεν είναι μόνον ο έρωτας, πώς καβαλάμε ο ένας αχόρταγα τον άλλο και για ώρα μετά ή για χρόνια μετά δεν θέλουμε να ξεκολλήσουμε παρά να κουρνιάσουμε μέχρι να ξαναρχίσουμε — αν και ομολογουμένως σε θέματα δόξας ο έρωτας είναι η βασιλική οδός. Δεν είναι μόνο η στενή και τιμημένη (κι όχι τεθλιμμένη) της αγάπης, που είναι σαν ζεστό ψωμί και κρύο νερό και κρασί που δεν μπορείς να γνωρίζεις ότι μπορεί να υπάρξει προτού το γευτείς. Δεν είναι καν κυρίως η δουλειά, η όποια ταπεινή δουλειά κάνουμε που μας δοξάζει αναπάντεχα μετά από τύρβη και μανούρα κι ανελέητους κόπους και μικροπροστριβές. Καλές και οι τέχνες και η ποίηση και οι επιστήμες και η γνώση και η κριτική και ο λόγος, αλλά ούτε εκεί περιορίζεται η δυνατότητα να δοξάσουμε τον άλλο.

Γινόμαστε ο ένας η δόξα του άλλου με τρόπους που δεν έχει κάτσει να μετρήσει κανείς και που ίσως δεν γνωρίζουμε προτού τους δούμε να υλοποιούνται και να αποθεώνουνε τον άλλο ή εμάς. Με τρόπους μικρούς κι ασήμαντους και, όπως λένε, με τρόπους μπανάλ: βλέμματα, δάχτυλα, λόγια, δώρα φτηνά κι ευτελή. Με τρόπους που δεν τους χωράει ανθρώπου νους. Με ό,τι ιλιγγιώδες υπάρχει ενδιάμεσα, έτσι όπως η ανθρώπινη εμπειρία διπλώνει ξανά και ξανά και συστρέφεται γύρω από τον εαυτό της σαν δύσκολη μα θαυμαστή γραφή, συστρέφεται και διπλώνει για να χωρέσει σε έναν κόκκο που περικλείεται από το τίποτε πριν τη γέννηση και από τρεις μεριές θάνατο, ελεύθερη εντός αν και πανταχόθεν περίκλειστη.

Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω; Ε, άντε ντε: ο ένας τον άλλο, πολλοί για έναν, ένας για πολλούς (γιατί ο τα πάντα τοις πάσι δεν υπάρχει, δεν γίνονται έτσι αυτά). Όχι για πολλούς, και για λίγους: το άρρωστο παιδί ή τον ανήμπορο γονιό ή τον εύθραυστο φίλο ή την άτολμη γκόμενα και τον παραζαλισμένο γκόμενο, για τον γέρο που παραλογίζεται ή για γενιές ανθρώπων — όταν οι λάμψεις είναι τέτοιες — που χρωστάνε σε έναν Βάλενμπεργκ ή έναν Σίντλερ ή σε κάποιον άγνωστο που ξεθάβει παιδιά ζωντανά μέσα από ερείπια ή έσωσε και τρεις παραλίγο πνιγμένους.

Ο κόσμος είναι γεμάτος πεδία δόξης λαμπρά: κάθε άνθρωπος και πεδίο. Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω.

Η φωτογραφία είναι του Boris Dmitriev

2666

Την πομπώδη μαλακία με το φαλαινοθηρικό την εγκατέλειψα πρόπερσι πριν καν επιβιβαστεί ο τύπος στο Πέκουοντ για να σαλπάρουν. Προυστ άντεξα 50 σελίδες όταν ήμουν φοιτητής. Πύντσον 15 σελίδες το 2014. Τον Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες τον διαβάζω τόσο αργά, επί 15ετία, που είναι σαν να μην τον διαβάζω, βρίσκεται πάντως πάνω στο κομοδίνο. Τον Οδυσσέα τον διάβασα όπως περπατάς πόλη: αλλού αργά και προσεκτικά, αλλού βιαστικά, αλλού με πολλή απορία μη καταλαβαίνοντας τι ακριβώς βλέπω. Τα Εκατό χρόνια μοναξιά τα διάβασα μέσα σε 60 ώρες με συνολικά 8 ή 9 ώρες ύπνο, αλλά ήμουν και 18 χρονών. Και το Underworld του Ντε Λίλλο και την Τριλογία του Ώστερ και μόνο δύο Ντοστογιέφσκι. Και το Anathem του Νηλ Στήβενσον, αλλά ήτανε πασατέμπο. Μέχρι εκεί.

Το 2666 το προσέγγισα με το στανιό γιατί με απωθούσανε το χάιπ και οι διθύραμβοι. Είναι 1100-τόσες σελίδες στην ελληνική έκδοση και έχει καιρό που εξαντλήθηκε, μάλλον η Άγρα θέλει να διορθώσει τα κάμποσα λαθάκια που ξεφυτρώνουνε μετά τις πρώτες 500 σελίδες (π.χ. το Ιάσιο δεν είναι Τζάσσυ). Τελικά το πήρα απόφαση ότι δεν θα το έβρισκα, όμως μου έδωσε το αντίτυπό της μια φίλη μεταφράστρια.

Το 2666 είναι αχανές και είναι περίπλοκο. Απαρτίζεται από πέντε βιβλία. Ωστόσο είναι εύκολο μυθιστόρημα. Δεν είναι δύσβατο, είτε γιατί μπορείς να το διαβάσεις με κανονικό ρυθμό είτε γιατί σου επιβάλλει εκείνο τον ρυθμό του — δεν ξέρω ποιο από τα δύο ισχύει. Δεν θα βρείτε εδώ γλωσσικούς γρίφους που προστάζουν να τους λύσεις για να πας παραπέρα, μόνο γλωσσικά παιχνίδια που θα σε σπρώξουν εκείνα κάπου. Δεν θα βρείτε υπέρπυκνα αποσπάσματα και εμμονικές διακειμενικές βασάνους — κάθε διακειμενικό κλείσιμο του ματιού γίνεται κατάματα. Κατά συνέπεια, το 2666 διαβάζεται με απατηλή ευκολία: ενώ δεν σε αφήνει να βιαστείς, μάλιστα δεν σου επιτρέπει ποσώς να προσπεράσεις οτιδήποτε περιέχει, ρέει εκεί που πρέπει και σε βάζει να σταθείς και να ατενίσεις εκεί που χρειάζεται.

Το 2666 δεν είναι μοντερνιστικό μυθιστόρημα α λα π.χ. Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, να πιάνει μια ιστορία από τρεις οπτικές γωνίες (όπως στα βιβλία Justine, Balthazar, Mountolive του Κουαρτέτου). Επίσης, δεν στέκεται σε περιγραφές και σε χαρακτηρογραφίες, σε μακροσκελείς αποφάνσεις και καλολαξευμένες γνώμες, σε ατέλειωτα παστίς, ουλιπισμούς και ζωρζπερεκικές διακειμενιές. Το 2666 περιέχει πάμπολλες τεχνικές, περιπλανιέται σε πολλούς κόσμους, κατοικείται από αμέτρητους χαρακτήρες (και έναν πρωταγωνιστή) αλλά διαθέτει μία μεθοδο: την αφήγηση.

Το 2666 είναι μυθιστόρημα φτιαγμένο από ιστορίες. Πάει πέρα από τον εγκιβωτισμό ιστοριών μέσα σε άλλες ιστορίες: είναι φτιαγμένο επίσης και από ιστορίες που αλληλοεπικαλύπτονται, ίσως συνδέονται και ίσως όχι, τρέχουν φαινομενικά ανεξέλεγκτες, μπορεί κάπου να αγγίζονται μπορεί και όχι. Μην περιμένετε το κλασικό τέχνασμα όπου άσχετα αφηγηματικά νήματα θα συναντηθούν και θα πλεχτούνε μεταξύ τους αρμονικά σε μια ενιαία σφιχτοδεμένη πλεξίδα κάπου προς το τέλος. Το βιβλίο έχει ένα θέμα, τον κόσμο τον 20ο αιώνα, έναν πρωταγωνιστή και κατά τα άλλα it contains multitudes.

Ο Μπόρχες έγραφε διηγήματα και ψευδοδοκίμια. Κόμπαζε ότι δεν χρειάζεται να γράψει μυθιστορήματα 500 σελίδων αν μπορεί να γράψει μια κριτική αυτών των ανύπαρκτων μυθιστορημάτων συνοψίζοντας και αξιολογώντας τα σε 2-3 σελίδες. Ο Χιλιανός Μπολάνιο ξεκινάει λοιπόν και γράφει το οξύμωρο: ένα μπορχεσιανό μυθιστόρημα. Όντως, ένας επίμονος κριτικός απατεώνας θα μπορούσε να το κατακερματίσει σε καμμιά 800αριά κείμενα, να τα πλασάρει σαν χαμένα έργα του αργεντίνου Τειρεσία και όλοι θα το χαύαμε, ενώ πολλοί μάλιστα θα θαυμάζαμε πώς στα χαμένα αυτά έργα (σπαράγματα του 2666 στην πραγματικότητα) ο Μπόρχες απαλλάσσεται από τις μανιέρες του και βουτάει κατευθείαν στα θέματά του: τη μοίρα, τον χρόνο, τη φθορά, το άτομο απέναντι στην κοινωνία, τον ίδιο και τον άλλο εαυτό — και σε πολλά νεοφανή.

Αποθεώνεται η αφήγηση ξανά και ξανά στο 2666, με αδιανόητα πολλούς τρόπους. Ένα βιβλίο του είναι Bildungsroman αλλά κάνει τα Bildungsroman να φαίνονται προβλέψιμα βιογραφικά τύπου «σπούδασε φιλολογικά, έγινε ποιητής». Ένα βιβλίο του τσαντλερίζει και μιλάει για την Αμερική, τη Ρώμη του 20ου αιώνα, νηφάλια και καθαρά χωρίς λ.χ. τα επικά μέσα του Ντε Λίλλο ή τους αλλεπάλληλους υπαινιγμούς και τα δυσνόητα ρέμπους του Πύντσον· είπαμε: ιστορίες μόνο. Ένα βιβλίο είναι η αποθεωμένη και εκθετικά συναρπαστικότερη εκδοχή του Possession της A.S. Byatt (εκδοχή που τρολάρει τον Πύντσον αλλά τόσο όσο να μη χρειάζεται ποσώς να ασχοληθούμε με το ζήτημα αυτό). Ένα άλλο βιβλίο στέκεται σαν μια μουντή σχεδόν μπεκετική προσωπογραφία ενός ανθρώπου που μάλλον έχει χαθεί. Ένα άλλο περιέχει όλη την επικαιρότητα και όλη την πολιτική και όλον τον σπαραγμό του κόσμου μας, σπαραγμό στον οποίο μας μιθριδατίζει η τηλεόραση, δοσμένο απλά, επαναληπτικά, αβάσταχτα πικρά και — τελικά — τηλεοπτικά. Και όλα, μα όλα αυτά μόνο με ιστορίες. Ιστορίες μέσα σε ιστορίες, ιστορίες που αλληλοεπικαλύπτονται.

Ψωμί

Όταν χωρισε ένας συνάδερφος αποφάσισε να ξεφορτωθεί ό,τι του θύμιζε την πρώην γυναίκα του. Μου έδωσε τέσσερις βαλίτσες βαρειές γεμάτες με ρούχα της. Αυτές τις προώθησα χωρίς να τις ανοίξω και έγινα ρεζίλι των σκυλιών όταν ανοίχτηκαν τελικά: πολλά από τα ρούχα εκεί μέσα ήταν εντελώς άπλυτα. Εμένα μου ξέμεινε ένας αρτοπαρασκευαστής, μία από τις αγαπημένες μου οικιακές συσκευές έκτοτε.

Μεγάλωσα παρακολουθώντας τη γιαγιά μου να ζυμώνει ψωμί και να ανοίγει φύλλο κρούστας. Όταν τη ρώταγα μου έλεγε ότι οι αναλογίες στο ζύμωμα πάνε με το μάτι, αυτό το επίφοβο «όσο πάρει» των πατρογονικών συνταγών που χρόνια προσπαθούνε να ξορκίσουν οι εκπομπές μαγειρικής.

Απεναντίας, ο αρτοπαρασκευαστής απαιτεί ακριβείς αναλογίες και μάλιστα χρησιμοποιώντας τους δοσομετρητές που εσωκλείονται. Είναι ένα κλειστό σύστημα που ζυμώνει, περιθάλπει το ζυμάρι μέχρι να φουσκώσει και μετά το ψήνει. Στην αρχή το σπίτι αντιλαλεί από το ζόρι του ζυμωτήρα, μετά μυρίζει από τις διεργασίες της μαγιάς και το διοξείδιο του άνθρακα με το οποίο εμπλουτίζει το ζυμάρι και την ατμόσφαιρα του πλανήτη, στο τέλος μοσχοβολάει ψωμί φρασκοψημένο για ώρα.

Ψωμί ρε φίλε.

Όταν με ρωτάνε ποιο είναι το αγαπημένο μου φαγητό, ωραίες ερωτήσεις μιας άλλης ηλικίας, των λευκωμάτων ή των αμήχανων ραντεβού της πρώιμης νεότητας όταν ήμουνα κανένας, οι απαντήσεις που μου έρχονται είναι κι αυτές από άλλες εποχές: σπανακόπιτα, πατάτες τηγανητές, κοντοσούβλι, λουκάνικα, μπέργκερ, τυρογαριδάκια — τέτοια. Στην πραγματικότητα όμως είναι το ψωμί. Φρέσκο ψωμί και όχι ζυμωτό. Να το βουτάω σε σκέτο λάδι, να το αλείφω με βούτυρο, να το βουτάω στο λαδάκι του βάζου με τα αντιπάστι ή τις λιαστές ντομάτες. Και σκέτο, βεβαίως.

Τρελαίνομαι για ψωμί. Δεν μπορώ να συγχωρήσω στους μεσανατολικούς λαούς ότι το εφηύραν και μετά το αντάλλαξαν με πίτες άζυμες, ζυμάρια ψημένα στις πέτρες, πασλαμάδες και λοιπές αηδίες. Στη Γερμανία όταν πάω τρέφομαι με ψωμί, το αγαπούνε τόσο πολύ που καμμιά φορά το ασημώνουν με άχρηστα σπόρια και καρπούς — αλλά στο ψωμί είναι μάστορες. Οι Γάλλοι το κάνουν αφρό, σαν το ντισκούρ τους: εύγευστο και όλο αέρα. Οι Ισπανοί είναι ένα μικρό βήμα πριν την ανακάλυψη της βούτας και πρέπει να τους βοηθήσουμε. Οι καημένοι οι Άγγλοι έχουνε ξεχάσει πώς είναι να τρως ψωμί, όπως ξέχασαν το 1939-1953 (τον καιρό του δελτίου τροφίμων) πώς είναι τα άψογα τυριά τους, τα ψάρια και τα θαλασσινά τους, οι πίτες και τα ψητά τους: πέρασαν από τη στέρηση στο τζανκ χωρίς να διαμεσολαβήσει η ευμάρεια του καλού αμερικανοπρεπούς κυριακάτικου γεύματος. Το χωριάτικο ψωμί του ελληνικού φούρνου το έχω μέσα στην καρδιά μου γιατί είναι βαθιά ελληνικό, αφού παριστάνει ότι είναι παραδοσιακό και προαιώνιο, ενώ αποτελεί προϊόν συμβιβασμού και διατίμησης, υπενθύμιση ενός κράτους που πάσχιζε να μην ξαναπεινάσει ο λαός.

Και οκέι, πέρα από τα κουλέρ λοκάλ και τις αντανακλάσεις κοινωνικών συμφραζομένων και δεν ξέρω τι, το ψωμί είναι ψωμί και δεν χρειάζεται να το ετεροκαθορίσεις. Μόνο να το τρως.

Η φωτογραφία του Robert Doisneau, βεβαίως.

Εναντίον του έρωτα

Πολλά προβλήματα ξεκινούν όταν επιδιώκουμε να ρυθμίσουμε όψεις του ανθρώπινου βίου τζαμώνοντας ασφυκτικά πάνω τους ένα άκαμπτο σύστημα αρχών, σύστημα με απόλυτη εσωτερική συνέπεια.

Άλλα προβλήματα, διαφορετικά, προκύπτουν όταν αποθεώνουμε κι εξιδανικεύουμε όψεις και πτυχές του ανθρώπινου βίου, ανάγοντάς τες στο εν και το παν, ελεατικώ τω τρόπω ας πούμε. Για την αγάπη τα είπαμε. Για την πολιτική τα έχουνε πει κι άλλοι. Ας πιάσουμε τον έρωτα.

Είναι βαθιά προβληματική η αναγωγή του έρωτα στη μία αξία, στο ένα κινούν, στο παν. Είναι λίγο σαν να βγήκαμε από εκείνο το χαζούλι διηγηματάκι του Μπορίς Βιάν, τη Ροζ Ομίχλη, όπου όλοι παντού λαγνουργούν γιατί τους σκέπασε η αντάρα του τίτλου.

Δεν πρόκειται για ζήτημα προσωπικών κλίσεων και προτιμήσεων. Είμαι και παραμένω θιασώτης, ικέτης, ρέκτης, οικέτης του έρωτα — παίκτης του δεν έγινα και δεν σκοπεύω να γίνω — και μάλλον αυτό το καθεστώς θα παραμείνει μέχρι να γίνω κάποιου είδους κομψός πορνόγερος, ρεμβαστής ή σαρδανάπαλος.

Ποτέ όμως δεν χώνεψα τον ερωτοκεντρισμό. Ποτέ δεν μπόρεσα να τον νιώσω. Επαναλαμβάνω, όχι ότι δεν με απασχολεί ο έρωτας, όχι ότι δεν απορώ με ανθρώπους που προτιμούνε την μπάλα ή τα σπα από το σεξ. Απλώς ο ερωτοκεντρισμός ως ιδεολογία — και όχι ως διάθεση — μού φαίνεται κωμικός, μονομερής κι ανεδαφικός. Με ξενίζει η ιδέα ότι ο έρωτας σώζει, λόγου χάρη. Ας πούμε ότι η αγάπη σώζει, γι’ αυτό είναι πολύ πιο σπάνια απ’ όσο παραδεχόμαστε.

Και πάλι: δεν σκώπτω την ερωτική μανία για κάποιαν, κάποιον, κάποιες, κάποιους — πείτε την και πάθος, λύτρωση, καύλα, τεπετακλάζ, τύφλα ή φώτιση, έστω και καψούρα. Αυτά είναι πράματα ιερά κι ανεξήγητα, υποθέσεις πνευματικές και ο μόνος τρόπος να σειστούν και να τρίξουν πολλοί άνθρωποι, και δη όσοι δεν σκαμπάζουν από τέχνες και φύση ή λεπτότητες.

Όμως ο έρωτας ως το παν και το εν και ως ιδεολογία; Ποιος έρωτας; Το ρομαντικό κατασκεύασμα; Μπορεί να χορτάσει αυτό το πράμα την ψυχούλα του ανθρώπου; — γιατί το πνεύμα του δεν το θρέφει με τίποτα. Είναι δυνατόν να αφιονίζουμε έναν ολόκληρο κόσμο να κυνηγάει τον ρομαντικό-ιδανικό έρωτα, αυτή τη ζαχαρόπηκτη μαλακία για δύο, και να τον ρίχνουμε στη δυστυχία ξανά και ξανά και ξανά καθώς δίνει ευκαιρίες σε ακόμα έναν μαλάκα, σε ακόμα μία μαλάκω; Δεν γίνεται να προωθούμε τη λατρεία του ρομαντικού έρωτα με τις συμπληρωματικές προσκυνήσεις της χιμαιρικής αιώνιας νεότητας, της ανιαρής ακύμαντης συντροφικότητας, της μονομανούς αφοσίωσης. Αυτό θέλουμε να είναι όλα; Αυτό θέλουμε να είναι το κέντρο του κόσμου μας και το παλλάδιο της ζωής μας; Ένα happily ever after για δύο σε σπίτι στα προάστεια;

Μπορεί να είστε πιο ροκενρόλ, πιο οξειδωμένοι στη νοτιά των ανθρώπων και να εννοείτε τον έρωτα των άκρως αισθητών. Άλλωστε κανείς ποτέ δεν γαμήθηκε με αγάπη — η αγάπη θα έρθει μετά, αν θα έρθει, που συνήθως δεν έρχεται, και πολύ καλά κάνει. Και πάλι, είμαι από τους τελευταίους ανθρώπους που θα στηλιτεύσουν τη μετά λόγου γνώσεως πολυγαμία (δηλαδή όχι στην πλάτη αθώων), τις αρπαχτές και τις τύφλες ή το φακμπαντιλίκι. Άλλωστε, το υπαινίχθηκα από πάνω, οι δύσκολοι έρωτες είναι δύσκολοι και οι εύκολοι καμμιά φορά δυσκολότεροι.

Δεν μπορεί λοιπόν αυτός ο έρωτας, των σωμάτων χωρίς τούρτες και σορόπια, να γίνει το παν και το εν και, που λένε, να είναι φιλοσοφία ζωής κι η μόνη σωτηρία; Σίγουρα το σεξουαλικό πάθος είναι ο «πυρήνας της βούλησης για ζωή«. Αλλά αν αντί για τη ζωή ασχολείσαι μόνο με τον πυρήνα της, το κουκούτσι της, και τον εξιδανικεύεις, μήπως έχεις πετάξει όλη τη σάρκα της ζωής στο μεταξύ; Δεν είσαι λιγάκι σαν τους ασκητάδες που πετούνε στα σκουπίδια αυτή τη ζωή σε αναμονή μιας άλλης καλύτερης αλλού;

Επαναλαμβάνω, «ο έρωτας όπως και η τέχνη, και η υψηλή, που μετακινεί, και η χθαμαλή, που παρηγορεί, αποτελούν παραμυθία, παραμυθία υγιέστερη από τον τρόμο και την έκσταση που τροφοδοτούν τις θρησκείες». Όμως «η εξιδανίκευση αλλά και το glamorisation του σεξ είναι μάλλον εξίσου πλανεμένα και στρεβλά με την απαξίωση και την περιφρόνησή του. Είναι χαρακτηριστικό πώς οι εξιδανικευτές και ωραιοποιητές του σεξ το παρουσιάζουν σαν μια δραστηριότητα όπου ο ιδρώτας γυαλίζει σαν μπέιμπι όιλ, το σάλιο απουσιάζει, όλα τα υπόλοιπα υγρά απλώς εξυπακούονται, ενώ τα σώματα είναι κουρδισμένα και σε λειτουργία σαν μηχανισμός ρολογιού, με τα γεννητικά όργανα να παραμένουν χρήσιμοι κι ακριβείς κομπάρσοι. Το σεξ εικονογραφείται σαν υπέροχος χορός, σαν κάτι εικαστικά πανέμορφο και ανεξαιρέτως, ίσως κι ατρέπτως, πνευματικό.

Παιδαγωγικά, κάτι τέτοιο είναι εξίσου βλαβερό με την απαξίωση και τη δαιμονοποίηση του σεξ. Αισθητικά αποτελεί παραμόρφωση κι ευτελισμό του, αφού το εξισώνει με γυμνικό περίπατο τροχάδην υπό ψιλή βροχή.»

Το πρόβλημα με την εξιδανικευση του έρωτα των σωμάτων δεν βρίσκεται όμως μόνο στο επίπεδο της αναπαράστασής του, αλλά και στο ότι τελικά τον μετατρέπει σε κάτι που βρίσκεται απέναντί μας, σε ιδανικό αλλά και σε πράγμα έξω από εμάς. Καταλήγουμε να  αντιλαμβανόμαστε τον έρωτα ως κάτι που ναι μέν αφορά ψωλές και μουνιά και τα υπόλοιπα κορμιά μας αλλά στην εξιδανικευμένη και φαντασιακή εκδοχή τους, ως ζήτημα επίδοσης που συνοδεύεται από το αιτημα διαρκούς ανάπτυξης ή νέων ρεκόρ: την επόμενη φορά περισσότεροι και δυνατότεροι οργασμοί, αεροπλανικότερες κινήσεις, νέες στάσεις, μεγαλυτερες διάρκειες, καινούργια αξεσουάρ ― ντε και καλά.

Η εξιδανίκευση του σεξ συνδέεται στενά με την αναγωγή της πορνογραφίας από εκτόνωση, βοήθημα, ψυχαγωγία κι ανταρσία (που είναι και θα είναι) σε λεπτομερείς οδηγίες χρήσεως, σε σαβουάρ βιβρ (ή σαβουάρ μπαιζέ), σε οδηγό και κριτήριο. Κάθε θρησκεία ψάχνει τις γραφές της και τις κωδικοποιεί εκ των υστέρων πάντα, και οι γραφές είναι πάντοτε ρυθμιστικές και κομματάκι απάνθρωπες.

Νομίζω λοιπόν ότι αντί να αποθεώνει κανείς τον Έρωτα, καλύτερο είναι να κάνει έρωτα, ή να ζει τον έρωτα, όπως δύναται κι επιθυμεί. Κι αν θέλει μετά, ας μιλήσει γι’ αυτόν. Αλλά ακόμα μια θρησκεία, η ερωτολατρία, είναι το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε.

Νόστος

Η δουλειά που κάνει είναι πραγματική δουλειά. Πραγματική δουλειά είναι να πρέπει να είσαι εκεί στο ωράριό σου, να χτυπάς και κάρτα σαν καλό σκλαβάκι, και να δουλεύεις και με το μυαλό και με το σώμα σου. Το να σπας πέτρες π.χ. σαν τους Ντάλτον στα κάτεργα δεν είναι δουλειά. Το να πηγαίνεις γραφειάκι και να περνάς 3 ώρες το οκτάωρο στο φέισμπουκ και χαζεύοντας βιντεάκια δεν είναι δουλειά. Να γράφεις και να μεταφράζεις όποτε θες, ενώ κοιμάσαι όποτε θες και ξυπνάς όταν μπορείς, δεν είναι δουλειά. Δουλειά είναι να είσαι δεμένος στο πόστο σου, σαν τους Ντάλτον, να δουλεύουνε τα χέρια, ή να σε τρώει η ορθοστασία, να πρέπει να δουλεύει και το μυαλό. Αν πρέπει να ξυπνάς και πρωί ή αν έχεις και σπαστό ωράριο, αυτή κι αν είναι δουλειά δουλειά. Αν πρέπει να πας και καμμιά ωρίτσα με τη συγκοινωνία μέχρι τη δουλειά, αυτη είναι δουλειά δουλειά κι ασ’ τα να πάνε.

Η δουλειά που κάνει αυτός είναι πραγματική δουλειά. Γυρίζει σπίτι διαλυμένος, με την κούραση της δουλειάς, δηλαδή κούραση που δεν σε αφήνει καν να σκεφτείς. Ανοίγει τηλεόραση, βλέπει παιδιά θαμμένα κάτω από μπάζα. Δεν είναι σεισμός, πάει στον διάολο άμα είναι σεισμός, ο σεισμός είναι μεταξύ του Θεού και του καριόλη του εργολάβου. Και στον σεισμό τα κτίρια πέφτουν, και πέφτουν με πολλούς τρόπους, και κάποιοι είναι καλύτεροι από άλλους. Εδώ τα παιδιά κι οι μανάδες τους κι όσοι δεν δείχνουν οι κάμερες, γιατί οι κάμερες πάνε όπου τους πεις κι οι κάμερες μπουχτίζουνε κάποτε κι αυτές, τα παιδάκια με τα μικροσκοπικά μέλη κι οι μανάδες είναι θαμμένα μέσα σε χώμα και σκόνη και μεγάλες κοτρώνες: γιατί πέφτει η βόμβα και το τρίβει το κτίριο και το διαλύει και το κάνει κουρνιαχτό και κροκάλες και σε θάβει ζωντανό, δεν σε πλακώνει απλώς. Και βλέπει αυτά και νιώθει άσχημο χαλασμό μέσα του και κλείνει την τηλεόραση. Βγάζει τα ρούχα κι ανάβει θερμοσίφωνα να ξεπλύνει από πάνω του τη μέρα.

Τηγανίζει τρεις αυγόφετες, σιχαίνεται να παραγγέλνει απ’ έξω αν δεν είναι από τον Πετράκη, εδώ στη γειτονιά με τα σουβλάκια, μέχρι κι ο γύρος του ο ντονέρ σκίζει. Αλλά κάθε μέρα κρέας, ρε φίλε; Σούρνονται καρκίνοι. Είχε μπει πια στην ηλικία που πας σε περισσότερες κηδείες παρά σε στριπτιζάδικα. Μπορεί να φταίει η εποχή και που ξέπεσαν τα στριπτιζάδικα, στο κάτω κάτω πάντα πολύ κακό και πολλά λεφτά για το τίποτα ήταν η υπόθεση σώου-ποτά-χοροί. Μπορεί να φταίει ότι πατάς τα σαράντα και σιγά σιγά πεθαίνει περισσότερος κόσμος που ξέρεις εσύ. Από κηδείες άλλο τίποτα. Και πας εκεί και ακούς τους παπάδες να λένε γρήγορα γρήγορα και μασημένα τα δικά τους και από όσα πιάνεις λες «καλά, τα πιστεύουν αυτά;» και μετά σκέφτεσαι, «γαμώτο, δεν θα ξαναειδωθούμε», όχι ότι είχες σκοπό να ξαναδείς σώνει και καλά τον μακαρίτη ή τη συχωρεμένη («μακαρίτισσες» είναι μόνο κάτι γριές ενενηνταφεύγα), αλλά θες να έχεις και αυτή την επιλογή, ε, στην κηδεία μαθαίνεις μια και καλή ότι πια δεν την έχεις. Και σκέφτεσαι στημένος εκεί μέσα στη ζέστη, καλοκαίρι παν και πεθαίνουνε συνήθως, ότι δουλεύεις σαν το σκυλί ότι σου κόβουνε τον μισθό, ότι ουδείς αναντικατάστατος — κι αυτό το ξέρεις από το αφεντικό, δεν σου έρχεται λόγω κηδείας. Και λες «μ’ αρέσει η δουλειά μου και της έχω δώσει τη ζωή μου;». Και απαντάς «έτσι κι έτσι». Ούτε ναι, ούτε όχι. Έτσι απαντάει αυτός.

Τρώει τις αυγόφετες, του αρέσει πώς γρατζανίζει η άκρη που δεν έχει πάει ούτε αυγό ούτε τυρί. Ανοίγει τον υπολογιστή, είναι παλιός και κάνει ώρα να ξεκινήσει, οπότε χαζεύει τα ράφια απέναντι. Μπάνιο μετά. Χαζεύει λίγο στο φέισμπουκ. Διαβάζει τα νέα, συγκρατημένη αισιοδοξία και αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ο κόσμος είναι ηλίθιος, μαλάκες οι ψηφοφόροι και ζώα — δεν το λέει έτσι, έτσι το λένε οι ταρίφες: οι διανοούμενοι το λένε πιο μάλλινα-ευπαθή. Ανοίγει κι ένα στενόχωρο μέιλ από την αδερφή του — αυτή δεν μπαίνει στο φέις γιατί θα της κλέψει τα δεδομένα ο Εβραίος και θα τα πουλήσει στο σκοτεινό ίντερνετ. Κοιτάζει τα ράφια απέναντι. Ωραία ράφια, του τα έφτιαξε ο Πάνος. Αλλά άδεια. Ράφια χωρίς βιβλία. Όταν μετακόμισε εδώ ήρθε κι η μάνα του βεβαίως και αράδιασε μπιμπελό και μαλακίες, φωτογραφίες, παλιά του παιχνίδια, μέχρι και μπουμπουνιέρες από βαφτίσια. Γάμησέ τα: ράφια χωρίς βιβλία, ψυγείο χωρίς φαΐ. Βέβαια δεν του πολυαρέσει το διάβασμα. Όμως ούτε και πολύ του φαγητού είναι, δεν σημαίνει αυτό ότι θα άφηνε το ψυγείο άδειο να βροντάει.

Πάει στο ψυγείο και βγάζει μια μπύρα. Την ξαναβάζει μέσα. Δεν βαριέσαι, ο καιρός σιγά σιγά πάει προς ουίσκυ. Ένα πριν το μπάνιο και τον ύπνο. Βεβαίως ουίσκυ δεν πίνει γενικά, μόνο για ένα που του έμαθε ο Μάκης που σπούδασε εκεί και ξέρει, στη Σκωτία, κάνει εξαίρεση, το Καλ Ίλα. Έλα όμως που είναι πανάκριβο το μπαγάσικο και το πίνει με τη δαχτυλήθρα. Βάζει λοιπόν μια δαχτυλήθρα Καλ Ίλα, βάζει και μουσική. Μεταξύ Τερζή και Μάιλς Ντέιβις, νικάει ο μαύρος μάγος. Κάθεται απέναντι από την οθόνη του υπολογιστή, έχει αρχίσει να νυστάζει. Οκτώ ώρες εργασία, οκτώ ώρες ύπνο, οκτώ ώρες ψυχαγωγία. Μαλακίες. Ποιον ύπνο και ποια ανάπαυση, ό,τι αφήνει η συγκοινωνία και οι υπερωρίες και το «έλα ρε κολλητέ, παιδιά σκυλιά δεν έχεις, τι ζόρι τραβάς;». Όσο για ψυχαγωγία, ναι, φουλ, αμέ: άμα δεν έχεις λεφτά κάθε βράδυ έξω είσαι, από πίστα σε μπαρ κι από ταβέρνα σε γήπεδο — χώρια οι εκδρομάρες που δεν κάνεις. Σηκώνει το ποτήρι στην οθόνη, παίζει στο βουβό ένα βίντεο που λέγεται cats and cars. Γιατί οι γάτες είναι βλαμμένες.

Αράζει με το ποτήρι στο χέρι, απέναντι τα ράφια. «Πρέπει να πιάσω να καθαρίσω τη σαβούρα», αλλά κάθε φορά που θέλει να βάλει λίγη τάξη εδώ μέσα τον πιάνει σπαρίλα ατελείωτη. Κοιτάζει τα λιγοστά βιβλία. Ένα χοντρό, τόμος ολόκληρος, του το χάρισε η Σοφία. Ρε τη Σοφία. Τι να πει για τη Σοφία. Θαυμάζει αυτούς τους ανθρώπους που πιάνουνε και κλείνουν ολόκληρες ιστορίες σε τραγούδια ή σε δυο κουβέντες. Ιστορίες, πες τες όπως θες: καψούρες, καύλα, έρωτες, στόρυ, σχέσεις, αγάπες. «Νταραβέρια» τις έλεγε ο παππούς αλλά το νταλαβέρι είναι άλλο πράμα. Τέλος πάντων, δεν ξέρει πώς μπορούνε μερικοί να μιλάνε για γκόμενες, για να μην πω για τους παντρεμένους-χωρισμένους, επιγραμματικά και συνοπτικά και σε φάση 1-2-3. Δεν ξέρει. Για κάθε περίπτωση αυτός θα καθότανε να μιλάει για μέρες και ώρες. Εντάξει, βέβαια, και στο σχολείο τού το έλεγαν ότι δεν ξέρει να ξεχωρίζει τα βασικά σημεία, τα κύρια θέματα, τις βασικές ιδέες. Αλλά κάτσε, υπάρχει κεντρική ιδέα όταν έχεις μπλέξει τα σάλια σου και τις ματιές σου και τις κουβέντες σου με μια γυναίκα; Ακόμα και πουτάνα με το ρολόι να είναι. Πού να έχετε περάσει και ώρες, μέρες, μήνες μαζί. Πού να έχετε κάνει και συζητήσεις, πού να έχετε περπατήσει μαζί. Βιβλία ολόκληρα γράφεις. Από αυτά τα μεγάλα.

Πίνει μια γουλιά. Πάλι εκεί, πάλι με τη Σοφία. Γι’ αυτό βγαίνει ο κόσμος, για να μην κάθεται σπίτι με ουίσκι και Μάιλς Ντέιβις, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί από την κούραση, με τα πόδια κομμένα και τις πλάτες να πονάνε, και να να σκέφτεται εκείνες που πήγαν παρακάτω. Έπρεπε να είχε πάει κι αυτός μέχρι εδώ δίπλα να πιει το ποτό του, αντί να πίνει από το Καλ Ίλα, μισό μπουκάλι απέμεινε πια, είναι και πανάκριβο. Σκέφτεται τώρα πως ο μόνος τρόπος να καταφέρεις να τυλίξεις μια γυναίκα μέσα σε δυο τραγούδια ή, χειρότερα, μέσα σε δυο λέξεις είναι να νομίζεις πως είσαι ανώτερος, πως είσαι τίμιος κι αληθινός, ότι μετράς ρε παιδί μου κι ότι η άλλη είναι σκάρτη — φάση Βασίλης δηλαδή: «δεν έμαθε ποτέ της ν’ αγαπά». Αλλά εσύ είσαι αλλιώς. Τάχα ότι ποτέ δεν είχες αμφιβολίες ή δεν έκανες κουτοπονηριές, τάχα ότι της δόθηκες στα ίσα κι εντελώς, ότι την είχες σαν μικρό παιδί κι αυτή χραπ, σου φόρεσε το χασαπομάχαιρο στη σπλήνα. Κι έτσι αποφασίζεις ότι αυτή η γκόμενα μετράει όσο δύο, πέντε ή πεντακόσιες λέξεις και τέλος. Τη λες και πουτάνα στο τέλος και καθαρίζεις.

Όμως έλα που δεν είναι έτσι. Έλα που η ζωή δεν είναι τραγούδια του Πασχάλη, του Βασίλη — ακόμα και του Στράτου. Έλα που κανείς μας δεν έρχεται κύριος (σαν μεθυσμένα σκυλιά και σαν περιστέρια σε παραζάλη ερχόμαστε) και πάντως κανείς κύριος δεν φεύγει, φεύγουμε σαν κλέφτες στην καλύτερη περίπτωση με το κεφάλι κάτω και τα χνώτα να βρωμάν ουίσκι. Ενδιάμεσα όμως υπάρχει ολόκληρη ζωή, είτε σε δυο λεπτά (που έλεγε κι η Λίτσα Διαμάντη, ποιος τη θυμάται πια), είτε σε δυο χρόνια. Δεν βαριέσαι όμως, κάπως πρέπει να ξεγελάς τον πόνο. Άντρας είσαι, ούτε θα κλαις, ούτε θα βγαίνεις για καφέ να μουτζοκλαίγεσαι. Κλείνει τον θερμοσίφωνα, έγινε το νερό.

Πάει στο ράφι και παίρνει το βιβλίο που του χάρισε η Σοφία. Δεν το άνοιξε ποτέ. Χίλιες διακόσιες σελίδες. Ω ρε φίλε. Ας το αρχίσει απόψε, κι όσο πάει. Μέχρι να τον πάρει ο ύπνος. Το παίρνει παραμάσχαλα μαζί με το ποτήρι, πάει στο κρεβάτι. Βάζει στο κινητό το ξυπνητήρι για τις πεντέμιση και ξαπλώνει. Κενές σελίδες. Τίτλοι κτλ. Σελίδα 17. Αρχίζουμε.

Η ιδεολογία ως έρμα

Στον σοβαρό τύπο και στους τυφλοσούρτες της έκθεσης ιδεών ανακυκλώνεται ένα ψέμα που έχει κατάφερει να διαδοθεί τόσο εκτενώς ώστε να θεωρείται αυτονόητη αλήθεια: η «ιδεολογία» είναι έρμα που βαραίνει μόνο τη λεγόμενη αριστερή οπτική.

Αυτό το ψέμα αποδείχθηκε πολιτικώς πολύ χρήσιμο μεταπολιτευτικά, δηλαδή τον καιρό που η ελληνική Δεξιά επικαλούνταν την «αμεροληψία» και τη «μετριοπάθειά» της προκειμένου να ασκεί πολιτική διαχείρισης. Αυτό το ψέμα συνοδεύεται από εξορκισμούς του διχασμού, ο οποίος παρουσιάζεται ως συνέπεια εξεγερτικής ή και απλώς αγωνιστικής κινητικότητας. Τελικά ο διχασμός έγινε συνώνυμο της συμφοράς που ακολουθεί την ιδεολογία και τους θιασώτες της, συμφορά που επιπίπτει σε δικαίους και αδίκους αδιακρίτως.

Η αντιπαράθεση λοιπόν ήταν μεταξύ ιδεολογίας και πραγματικότητας, ουτοπικών επιδιώξεων και σύνεσης ή σωφροσύνης, διχασμού κι ενότητας.

Βεβαίως ελάχιστα κουβεντιαζόταν ότι η «ιδεολογία», παρότι επιδίωκε τάχα ανεδαφικούς κι ανέφικτους πολιτικούς στόχους, έπρεπε να πολεμηθεί τόσο συστηματικά και σε τόσο ευρεία έκταση ακριβώς ώστε να μην έχει δυνατότητες υλοποίησης. Επίσης παραγνωριζόταν επιμελώς η οπτική ότι διχασμοί προέκυπταν από τον πόλεμο κατά της «ιδεολογίας».

Κατά τη Μνημονιοκρατία το σχήμα αυτό, ότι συγκρούεται το αυτονόητο με την ανεδαφικότητα, ο Δήμος με τη Νεφελοκοκκυγία, έγινε το εργαλείο των νεοφιλελεύθερων φανατικών ώστε να απαξιωθεί κάθε αντίσταση στη νόθευση της (όποιας) αντιβίωσης με άφθονο ποντικοφάρμακο αλλά και κάθε αντίλογος στη θεολογία τους. Από τη μια διχαστικοί κι ανεύθυνοι ιδεολόγοι, από την άλλη η φρόνηση και ο πραγματισμός.

Βεβαίως η Αριστερά φέρει τεράστια ευθύνη για τη σχεδόν εθελούσια παγίδευσή της σε αυτό το φλιπεράκι. Όμως το εξώφθαλμο ψέμα ότι ιδεολογία έχουνε μόνον οι αιθεροβάμονες κι ανεύθυνοι αριστεροί επεκτείνεται και παραπέρα.

Για παράδειγμα, ο Α βωμολοχεί με στόχο τον Β. Με τι έχουμε να κάνουμε; Με καυστική σάτιρα πνευματώδους αστού ή με χονδροειδή κνίτικη χυδαιότητα; Άλλο παράδειγμα: ηθοποιός κατακεραυνώνει τους εκάστοτε κυβερνώντες. Παρρησία ενός καλλιτέχνη που αγωνιά για την πατρίδα του ή τζάμπα λαϊκισμός αριστερού θρασιμιού; Τρίτο παράδειγμα, κάποιος σκιτσογραφεί τον Χ ως φονιά ή μαστροπό ή την Ψ ως πόρνη ή ως ανόητη κορασίδα. Ευτελές γούστο στα όρια της εχθροπάθειας ή ρηξικέλευθη ελευθεριότητα που αρμόζει σε ταλαντούχο πολιτικοποιημένο ον; Και στα τρία παραδείγματα, θα ήταν ενδιαφέρον να γινόταν να στήσουμε μια τυφλή δοκιμή: να μην ξέρουν όσοι συμμετέχουνε σε αυτή ποιος είναι ο πομπός της κριτικής ή της σάτιρας και ποιος ο αποδέκτης. Θα αρκούσε το όποιο αισθητικό κριτήριο να καθοδηγήσει τις κρίσεις τους;

Ο Μεγάλος Απόλογος

Ο ήλιος του θανάτου

Από μικρό παιδί απεχθάνομαι τη ζέστη και την αντηλιά. Πέρασα την εφηβεία μου χαμένος σε όνειρα με μουντό χαμηλό ουρανό και χιονόπτωση. Έλπιζα να καταλήξω κάπου όπου το καλοκαίρι θα είναι λαμπρό και δροσερό, όπως το καλοκαίρι του ’97 στο Λονδίνο, οι βροχές συχνές και η βλάστηση ακατανίκητη και πανταχού παρούσα. Ονειρευόμουν αναζωογονητικό κρύο και μυρωμένη άνοιξη.

Είπα άλλωστε:

Είμαι εν μέρει φτιαγμένος από κρύο, εν μέρει φτιαγμένος για το κρύο. Στο κρύο περπατάω πιο ανάλαφρα, σκέφτομαι πιο μακριά, μεριμνώ ελαφρύτερα, ξέρω περισσότερα, βλέπω πιο μακριά, μιλάω λιγότερο και λέω πιο πολλά, αντέχω και λαγνεύομαι υπόκωφα, χωρίς εξάρσεις. Δώσε μου φως και κρύο. Όχι ήλιο. Όχι αυτό το κυκλοδίωκτο στοιχειό που καίει τα χρώματα και που κάνει τα χώματα τα σώματα να ιδρώνουν, που καίει μυαλά και μάτια. Που στεγνώνει κάθε ζωή. Δεν έχω ανάγκη τον πούστη τον ήλιο, τον ψεύτη τον ήλιο, καίω από μόνος μου όταν πρέπει. Καίω. Μπορώ να ζεστάνω εγώ. Τοπική θέρμη, όπως τοπικό χρώμα. Ιδιωτικό. Αποκλειστικό. Για λίγο ή για πάντα. Δεν τον θέλω τον ήλιο σας. Αφήστε μου λοξό φως. Αφήστε μου τοπικό χρώμα: αυτό που κάνει το θέναρ σάρκα και το ρόδο άνθος, αυτό που διακρίνει βλέμμα από βλέμμα και ίσκιο από σκιά. Αφήστε μου το φως που γνωρίζω από τις κουρτίνες που το κρύβουν και τα σύννεφα που το σκορπίζουν απλόχερα. Μπορώ κι εγώ να φωτίσω, αχνά και για λίγο, αλλά μπορώ. Κι ας είναι ωχροπράσινο το δέρμα μου το χειμώνα, κι ας είναι, λεν, η όψη μου φτιαγμένη για τα καλοκαίρια που ανάξιοι και περιδεείς προσκυνάτε, σαν τρεμάμενοι θρησκόληπτοι, κυνηγώντας τα για δυο βδομάδες και πέντε μέρες στις ξέρες και στη σκόνη. Μακριά η σκόνη, θα έχω όση σκόνη θέλω μέσα στο στόμα, μέσα στο κρανίο, ανάμεσα στα δυνατά μου πόδια όταν πεθάνω. Τώρα δώσε μου κρύο. Θα καίει το κορμί μου, δεν πειράζει, όσο είναι ζωντανό. Θα πυρώνει η σκέψη και η επιθυμία και η βούληση και η συμπόνοια, όσο ζει και νήπτει ο νους. Όσο ζω θα καίω.

Κρύψτε τον ήλιο. Είναι ωραία η νύχτα. Η νύχτα δεν είναι μαύρη, είναι βαθιά γαλάζια. Η νύχτα μας αγκαλιάζει και μας σκεπάζει, μας κοιτάζει ακροπατώντας ή ανεπαίσθητα γυρνώντας πλευρό. Μας μυρίζει.

Και είπα επίσης:

Νοσταλγώ εκείνους τους τόπους όπου κάνει αρκετό κρύο για αρκετό καιρό. Κρύο όμως. Κρύο ξηρό, ει δυνατόν. Με το κρύο μένω σε εγρήγορση και δουλεύει η σκέψη, με το κρύο νιώθω θαρραλέος κι έτοιμος να μετακινηθώ από αυτόν που νομίζω ότι είμαι, ταυτόχρονα να σταθώ εκεί όπου είμαι και να πάω παραπέρα, με το κρύο μπορώ να κρύβομαι κάτω από σκεπάσματα το πρωί περιμένοντας να ξυπνήσω αργά ενώ επανασυνδέομαι με την προηγούμενη μέρα και την προηγούμενη ζωή.

Εδώ που ζω τόσα χρόνια βλαστημάω τον ήλιο. Λέω «ψόφα, τέρας» και δεν είναι ούτε σχήμα λόγου, ούτε θεατρική επίκληση: βρίζω και ξεχέζω τον ήλιο κάθε φορά που μπαίνει μέσα στα μάτια μου, κάθε φορά που με κάνει να ασφυκτιώ από τη ζέστη ή που σηκώνει κουφόβραση. Κάθε φορά που έχω αυτή τη μαυρίλα πάνω στο μάτι μου να καίει τα πάντα και να τα μετατρέπει σε σκόνη. Μισώ τη ζέστη, μισώ τη σκόνη, μισώ τον εγκλεισμό μέσα στα κλιματισμένα πρίσματα στον οποίο με εξαναγκάζει. Απεχθάνομαι και βδελύσσομαι το επουράνιο τέρας που στεγνώνει τον κόσμο μου και με ζαλίζει αφού με τυφλώσει, τον απόλυτο δίσκο που προσκυνάτε περιδεείς και τη βασιλεία του οποίου καρτερείτε κάθε χρόνο. Κι εδώ που είμαι δεν υπάρχει τίποτε άλλο, μόνον ήλιος, σκόνη, ξηρασία και ξεραΐλα και κάτι δέντρα θνησιγενή και σαστισμένα, φυτεμένα εύτακτα μα αλλοπρόσαλλα που τολμούν να τα ονομάζουνε δάσος.

Δεν είναι ζήτημα καιρικών συνθηκών και κλίματος, πρόκειται για ολόκληρη τη ζωή που διψάει και στεγνώνει και θρύπτεται εδώ πάνω, ένας ξερός τόπος κάτω από την ακτινοβολία και φάτσα στην αντηλιά. Είναι η σκέψη μέσα στη χλιαρή νύχτα ότι θα πυρώσει ο ήδη στεγνός και κατάξερος τόπος κι όλα όσα έχουνε στηθεί πάνω του με τον ερχομό της ημέρας.

Μικρό χωριό

Όσοι εδώ δεν είναι ήδη συγγενείς μεταξύ τους, προσπαθούνε να γίνουν κουμπαριάζοντας. Η κοινωνία είναι μικρή και σφιχτοδεμένη με δεσμούς κουμπαριάς κι αλληλοϋποχρεώσεων, δικτυωμένη με γνωριμίες σε τραπέζια και ταβέρνες. Όσοι δεν εντάσσονται απλώς μένουν απ’ έξω.

Όπως σε κάθε επαρχία βεβαίως υπάρχει χώρος για τους απ’ έξω: μπαρ αντεξουσιαστών, γυμναστήρια λεσβιακής διαπίστευσης, μαγαζί με τηλεσκόπια, λέσχη μηχανόβιων πατριωτών, γκέι σκηνή, μία τρανς γυναίκα (ίσως δύο), αγγλόφωνοι κύκλοι ποίησης, φίλοι της γιόγκα, θεατρόκοσμος πολυπληθής που κάνει τον γύρο όλων των παραστάσεων κάθε σαιζόν, ένα κλαν για τις γκαλερί και τα εγκαίνια, ένας μικρός κύκλος βίγκαν που μαγειρεύει σε φεστιβάλ, κλαμπ για διαζευγμένες σαραντάρες, αιμοδότες, ποδηλατικές λέσχες, φίλοι της παλαιορόκ με 2-3 σκηνές δικές τους για τα λατρευτικά τους καθήκοντα, ένας κύκλος ποιητών και συγγραφέων ελληνόφωνων. Και πάει έτσι. Κάθε κλαμπ κλειστό με διαθέσεις και προδιαγραφές συντεχνίας.

Η ζωή εκτός αυτών ή όποιων άλλων κλαμπ είναι συμμαζεμένη και καθορισμένη. Σχέση νωρίς, γάμος νωρίς, παιδιά δύο μέχρι τρία. Τις Κυριακές απαρεκκλίτως στη γιαγιά για φαγητό. Παρασκευή ή Σάββατο ταβέρνα ή εστιατόριο ή ίσως κάποιο μπαρ εκεί μέχρι γύρω στα μεσάνυχτα. Στρατός 26 μήνες για τους άντρες με τάπερ της μαμάς και άφθονη φούντα — πολλοί πάνε για κυνήγι τις Τετάρτες. Ελληνισμός κάργα και Ορθοδοξία ως μπίζνα και ως «ταυτότητα». Ελληνικότητα που διαλαλείται μέχρι παρεξηγήσεως. Μεταποικιακές διαθέσεις και νοοτροπίες. Κουτσή αγγλοφωνία, στοιχείο περηφάνιας. Εορτές και Πάσχα ψήνουμε «σούβλα» (κοντοσούβλι δίχως αξιοσημείωτα καρυκεύματα), καθημερινές σουβλάκια ή φαγητό έτοιμο από τον φούρνο. Πολιτιστικές εκδηλώσεις, με κίνητρο να αγοράσεις κάτι. Νοσοκομεία ανύπαρκτα και του θανάτου: αποστολή ασθενών σε Ισραήλ κι Ελλάδα. Αμάξια πολλά και μεγάλα, μερσεντές ει δυνατόν, άλλωστε οι συγκοινωνίες είναι δυσεύρετες και σπάνιες ενώ τα ταξί κοστίζουνε. Σπίτια μεγάλα σε μεγάλα σκονισμένα οικόπεδα και με πολλά δωμάτια· κατά προτίμηση με κίονες στην πρόσοψη και με δύο κουζίνες: μία επιδείξεως και μία για την παραδουλεύτρα και τις ανάγκες του σπιτιού. Έγκλημα μηδέν, εκτός από κάτι διαρρήξεις. Παιδιά παρκαρισμένα σε κλειστούς παιδότοπους και σε παππούδες, αλλά το κέντρο του κόσμου: όλα για τα παιδιά. Το όνειρο της σαμπέρμπιας, κάτι σαν τα περίχωρα του Φοίνιξ, μεταφερμένο στην άκρη της γεωγραφικής Ασίας και της πολιτισμικής Ευρώπης.

Τα άλλοτε ανθηρά καμπαρέ και τα κωλόμπαρα μαράζωσαν πια: τα τσάκισε η νομοθεσία κατά της δουλεμπορίας και η απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους. Η πορνεία και ο τζόγος παραμένουν παράνομοι και αμφιβάλλω αν ασχολούνται με κάτι άλλο τα αρσενικά μεταξύ 35 και 85. Παραλίες αλωμένες με ξενοδοχεία Κόστα ντελ Σολ, στο έλεος του τρωκτικού που λέγεται βρετανός τουρίστας και του παχύδερμου γνωστού ως βρετανός εξωχώριος συνταξιούχος.

Ασχήμια οριακά αδιανόητη στο αστικό τοπίο. Ασχήμια επίτηδες, θα νόμιζε κανείς. Στις πόλεις δεν έχει πλατείες: μόνο ράουντ αμπάουτ, σημεία όπου ανοίγει κάπως ο δρόμος, ή πολύ φαρδιές διασταυρώσεις. Ούτε και τα χωριά έχουν πλατείες, άλλωστε: εδώ δεν είναι ούτε Βαλκάνια ούτε ευρωπαϊκός Νότος. Όταν περπατάς στους δρόμους των περισσότερων πόλεων του κόσμου, ιδίως στους μεγάλους δρόμους και αν είσαι και λίγο μύωπας, περιβάλλεσαι από επιφάνειες που δημιουργούν οι λίγο-πολύ ενιαίες όψεις των κτιρίων. Εδώ περιβάλλεσαι από διεσπαρμένα πρίσματα, πολυκατοικίες και μέγαρα που στέκονται πανταχόθεν ελεύθερα και αναδεικνύουν σχεδόν κυβιστικά τουλάχιστον δύο όψεις τους ταυτόχρονα με φόντο τον ενιαίο κι αδιάσπαστο, ανέφελο συνήθως, ουρανό. Εκτός από εσένα περπατούν μόνο μετανάστες, σαν εσένα δηλαδή, πού και πού καμμιά βιετναμέζα ή κανας νοτιοασιατης με ποδήλατο. Οι πόλεις εδώ ποτέ δεν σου δημιουργούν ψευδαισθήσεις απεραντοσύνης, κι ας είναι πραγματικά απλωμένες: είναι πόλεις φτιαγμένες για αμάξια και για μεγάλα σπίτια, πόλεις ταϊσμένες με προσφυγιά και εργολαβίες, χτισμένες γρήγορα και με φτενά υλικά.

Ειδήσεις για το εθνικό θέμα και για τις πενήντα οικογένειες που κυβερνούν. Ένα εθνικό θέμα που όλοι θεωρούν διευθετημένο αλλά κανείς δεν κοτάει να το παραδεχτεί. Σήριαλ. Αμηχανία μεταφρασμένη σε χωριάτικο τσαμπουκά κι ακίνδυνη ελευθεροστομία. Επίδοξοι τραγουδιστές κι ελπιδοφόρες τραγουδίστριες. Ξέρουμε ποιος είσαι και ξέρουμε τι κάνεις — ή τουλάχιστον το φανταζόμαστε και το ίδιο μας κάνει. Η Ιστορία είναι αυτή που θέλουμε να είναι κι ας αποτελεί το μοναδικό σοβαρό εξαγώγιμο προϊόν μας, κι ας ζουν ακόμη άνθρωποι που ξέρουνε καλά πως λέμε ψέματα. Καλαμαράδες ψωνισμένοι που είτε θαρρούν πως τους ανήκει ο τόπος, νεοαποικιοκράτες της πλάκας, είτε συμφωνούν πως εδώ εν παράεισος, πως βρήκαν την ποιότητα ζωής που έψαχναν.