Σύνοψη

Άρα:

Όλα πήγαιναν πρίμα με τον σώφρονα Σαμαρά, τον σωφρονέστερο Βενιζέλο και με τον ολύμπιο Στουρνάρα (την Α’ Τριανδρία). Όμως δεν εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Σταύρος Δήμας, εξαιτίας ενός ανεύθυνου αριστερού, του Φώτη Κουβέλη.

Έπεσε η κυβέρνηση, οι ηλίθιοι εξέλεξαν τους φανατικούς-τσαρλατάνους. Αμέσως ανέλαβε ο υπερφίαλος και υπεροπτικός Βαρουφάκης και καταστραφήκαμε.

Στο λαϊκιστικό δημοψήφισμα που οι ηλίθιοι ψήφισαν Όχι απαξιώθηκε η Μνημονιοκρατία αλλά ευτυχώς η ΕΕ δεν μας εγκατέλειψε και μας χάρισε μια τρίτη ευκαιρία υπό μορφή Μνημονίου.

Μετά οι ηλίθιοι ψήφισαν ξανά τους τσαρλατάνους (οι φανατικοί κι ο Βαρουφάκης αποπέμφθηκαν). Αυτοί οι τσαρλατανοι οι τσιπραίοι φταίνε για όλα από το 1949 και μετά.

Θα μας σώσει όμως ο Μητσοτάκης, που τον ψήφισαν μετά από ωδίνες και σπρωξίματα σόφοι υπερήλικες, νέστορες και μενουμευρωπαίοι, λίγοι αλλά καλοί. Θα μας σώσει με περισσότερες θυσίες συνήθων υποζυγίων στον Βαάλ.

Καλή η θρησκεία, αλλά δεν γαμιέστε και λίγο να ξελαμπικάρετε; Ενδείκνυται.

(Όσοι συριζαίοι χαίρεστε, η κυβέρνηση του Σεπτεμβρίου είναι η χειρότερη εκλεγμένη μεταπολεμική κυβέρνηση: προσλαμβάνεις χειρουργό να σου σώσει τον άνθρωπό σου και σου προκύπτει βοηθός του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Τέλος, συγχαρητήρια στην υπόλοιπη Αριστερά που συνεχίζει να κάνει με συνέπεια αυτό που κάνει από το 1949: να μουτζοκλαίει.)

Η φωτογραφία είναι του Dimitri Daniloff.

Νυχτερινά μικρά

Αυτό που πάντοτε με βοηθούσε να ταυτιστώ με τους βρυκόλακες, εκτός από το ότι είναι νυκτόβιοι, είναι και ότι δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι σου αν δεν τους προσκαλέσεις, αν δεν τους πεις εσύ να περάσουνε μέσα. Βεβαίως άπαξ και το έκανες έβαλες τον βρυκόλακα στο σπίτι σου και, πιθανότατα, πάνω στον λαιμό σου.

*

Υπάρχουν ανθρωποι που τους χρωστάω ουσιώδη και ανυπολόγιστη ευγνωμοσύνη, τόση που δεν μεταφράζεται καν σε «χρέος» και τέτοιες ποσοτικοποιημένες μεταφορές.

*

Όλα θα περάσουνε βεβαίως, κι εμείς θα περάσουμε άλλωστε. Αυτά που περνάνε από δίπλα μας, έχουμε να τα λέμε. Όσα περνάνε από μέσα μας, ανασκολοπίζοντάς μας, ή και από πάνω μας αφήνοντας ίχνη, ε, αυτά είναι. Τι να λέμε.

*

Αυτό που λέμε «χαμένος χρόνος» και που μας βαραίνει (εμένα τουλάχιστον με βάραινε πολύ μέχρι πρόσφατα) είναι ο χρόνος κατά τον οποίο κάνουμε άλλα πράγματα χωρίς να τους πολυδίνουμε σημασια και — συνήθως — τα κάνουμε και καλά.

*

Ένας εικοσάρης μού είπε ότι το φαγητό είναι το σεξ της μέσης ηλικίας. Ο καημένος, νόμιζε ότι αυτό που κάνουμε οι άντρες μέχρι τα 30 είναι σεξ. Χαχά.

*

Μικρός ντρεπόμουν πολύ που δεν ήμουν όπως οι άλλοι και πάσχιζα να το κρύψω. Μετά πείστηκα ότι είμαι ακριβώς όπως όλοι οι άλλοι, όμως δεν μπορούσε να κρατήσει για πολύ η αυταπάτη. Κατόπιν νόμιζα ότι αυτά στα οποία διαφέρω είναι τα κουσούρια τα δικά μου. Αργότερα αποφάνθηκα ότι είμαι όπως όλοι οι άλλοι στα κουσούρια μου και ότι, απεναντίας, οι αρετές μου με κάνουν να διαφέρω. Δεν βλέπω να βγάζουμε άκρη πριν τα ογδοντακάτι, οπότε και δεν θα έχει σημασία, γιατί τα γηρατειά είναι μπλαζέ και φωτισμένα από την αυτοπεποίθηση της παραίτησης.

*

Δεν έχω δει πολλές σειρές και δεν είμαι των σειρών, αφού ένας κύκλος τους απαιτεί τον χρόνο που σου ζητούν 8 με 12 ταινίες. Ωστόσο, όποιος θέλει να μάθει για τη ζωή, να δει το Sex and the City, αγνοώντας όμως τις ιστορίες της Κάρι Μπράντσω, που πρέπει να είναι ο πιο μαλακισμένος χαρακτήρας από καταβολής τιβί σε μη κωμική σειρά.

*

Η ζωή αρχίζει στα σαράντα, όντως. Ή λίγο πιο πριν. Αφού τελειώσουν οι πρόβες, δηλαδή.

Περπατώντας

Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να πω. Απολύτως τίποτα. Απλώς πριν λίγο μπήκα σε ένα ταξί και είπα στον οδηγό να ανεβαίνει τη Θηβών μέχρι να γράψει τέσσερα ευρώ. Τόσα είχα. Την υπόλοιπη απόσταση θα την περπάταγα, σιγά, εδώ άλλοι πάνε γυμναστήρια για να κάψουν. Ο ταξιτζής κατάλαβε ότι ντρεπόμουν, ότι ήμουν τσαντισμένος μάλλον, άκουσε κάτι για το σύμφωνο στο ράδιο και μου γύρισε την κουβέντα στις πλούσιες αδερφές που περνάνε καλά και έχουνε κλίκα και κυριαρχούνε, κυριαρχούνε, νεαρέ μου, στα κανάλια και παντού, που έχουνε πιάσει όλες τους τις άκρες και κλαίγονται. Έγραψε 4 ευρώ, έδωσα τα δύο κέρματα που κράταγα στο χέρι, το ένα με τη γερμανική πουλάδα, το άλλο με ένα λουλούδι, σήκωσα το γιακά και το ‘κοψα για το σπίτι.

Εγώ είμαι αδερφή, όπως μας λέει ο ταρίφας, και δεν είμαι καθόλου πλούσια. Και δεν κυκλοφορώ στα κανάλια και πουθενά. Μια φορά ο Γιάνναρης, που εγώ θεωρώ μεγάλο σκηνοθέτη αλλά ο Παύλος μού λέει ότι είμαι μπανάλ, μου είπε να παίξω σε μια ταινία του, τον Όμηρο. Αλλά εγώ τι; Πώς θα κυκλοφόραγα μετά στη γειτονιά; Είμαι πια σαράντα χρονών γάιδαρος και μένω με τους δικούς μου. Εκεί όπου μεγάλωσα. Στο ίδιο δωμάτιο που άκουγα τον Σόμερβιλ να λέει turn away run away, στο ίδιο δωμάτιο που έκλαιγα γιατί στην ταινία του μακαρίτη του Μπίστικα πήγε ο άλλος στο Λονδίνο να ζήσει το όνειρο με τη γραβάτα κι εγώ δεν θα πήγαινα ποτέ πουθενά. Γιατί εγώ δεν είχα λεφτά ούτε μέχρι τη Σαλονίκη να πάω να δω τον Αντρέα δεν είχα και, πιστέψτε με, ο κόσμος είχε λεφτά τότε. Όχι οι άνθρωποι σαν εμάς, οι κανονικοί άνθρωποι: αυτοί είχανε λεφτά. Έτσι λοιπόν. Είμαι μια φτωχειά αδερφή. Δεν είμαι τσόλι, δεν είμαι λαϊκό τεκνό: είναι βαριοί οι τρόποι μου, αντρουά (που λέει κι ο Παύλος), άλλωστε προσέχω πού κυκλοφορώ. Αλλά με καυλώνουν άντρες, ερωτεύομαι άντρες, γουστάρω άντρες — άρα αδερφή.

Ναι, θα έπρεπε να τους μουτζώσω όλους και να τα μουτζώσω όλα και να φύγω. Φυσικά. Θα ζούσα τη φτώχεια της αλητείας, μετά κάτι θα έβρισκα, κανα ημιυπόγειο, θα ζούσα κάπως. Εντάξει. Όμως έλα που δεν είμαι γενναίος, πούστης είμαι. Άσε που η φτώχεια της αλητείας δεν είναι τόσο ελκυστική όταν ζεις την κανονική φτώχεια κανονικότατα όσο χρονών είσαι. Και, εντάξει, το ψωνιστήρι δεν το αντέχω. Δεν είμαι κανας συναισθηματικός, ούτε από αυτούς τους μοντέρνους γκέι που θέλουνε μία σχέση μόνιμη και συζυγική και κάθονται πάνω της και την κλωσσάνε — αίμα τρέχει στις φλέβες μου. Αλλά δεν αντέχω. Δεν αντέχω να βάλω τιμοκατάλογο στο μόνο πράγμα που μου δίνει χαρά. Στο μόνο, όμως. Χαχά, ξέρω: φρίξατε τώρα. Τέτοιος μαλάκας είμαι, θα μπορούσα να έχω βρει καναν ευγενικό κύριο, μην πας μακριά, τον Παύλο λ.χ. Ίσως και όχι, όμως.

Έτσι λοιπόν, κάτω από το φωτιστικό της κουζίνας κουβέντες και μαθήματα για το σχολείο και μακαρόνια δυο φορές την εβδομάδα με τον μπαμπά και τη μαμά. Σουβλάκια την Κυριακή μπροστά στην τηλεόραση. Και μακαρόνια δυο φορές τη βδομάδα όχι από το ’13, ούτε από το ’10, αλλά από το ’93 και μετά. Ούτε εσώκλειστος με ωραία αγόρια στα κρύα σχολεία της Αγγλίας, ούτε ατελείωτες διακοπές στην Ανάφη, ούτε ιντερέιλ για το Βερολίνο στα είκοσί μου (τότε που πήγαιναν όλοι), ούτε κρασιά στο Μαραί — δύο συγκοινωνίες για τα λιμανάκια της Βουλιαγμένης και πολύ μου έπεφταν. Και το γαμημένο εξοχικό, η παράγκα, στο Δασκαλιό, το σπίτι της μαλακίας και των αναστεναγμών: ατέλειωτα καλοκαίρια εκεί.

Μελό ε; Κάργα μελό. Αλμοδόβαρ. Ταινίες. Όχι βιβλία, ποτέ βιβλία, μόνο ταινίες βλέπω. Αλλά βεβαια, οι γκέι είναι πλούσιοι και είναι κλίκα. Εγώ όμως, εκτός από φτωχός μέχρι γλίτσας, είμαι και γκαντέμης. Παλιά, αν και είμαι κανονικός και στρέιτ άκτινγκ, που λένε τώρα τους αρρενωπούς στο ίντερνετ και στα grinder, το κουτσομπολιό κουτσομπολιό: εμ δεν ήμουνα θεούσος κι απάρθενος εμ δεν εμφανιζότανε γκόμενα στον ορίζοντα ούτε για δείγμα — και που δεν βαφόμουνα και δεν έβαζα αϊλάινερ, και που ήμουν αυτό που ήμουνα, ψιλοαδερφή με ανέβαζαν, πουστράκι με κατέβαζαν. Μετά που πιάσαμε τα πράιντ και τα άουτ και γέμισε η σκηνή αβανγκάρντ νεοδημοκράτες, ντεκλαρέ πασόκους και εκσυγχρονιστές αριστερούς με διαμερισματάρες στο Γκάζι, ήμουν βαρετός και αχ τόσο μα τόσο κομφορμιστής. Αργότερα μού έμαθαν όλοι καλιαρντά και τότε έγινα ξενέρωτη και λιγάκι λαϊκιά. Έχουνε μια ωραία έκφραση στα αγγλικά, μου την είχε πει ένας αμερικάνος που παρθήκαμε στο Πεδίον του Άρεως, ήταν εντελώς φτιαγμένος και έτρωγε χάσιμο με τα φώτα της Αλεξάνδρας μετά: always falling through the cracks. Αυτός είμαι εγώ.

Κι οι γονείς μου δεν ξέρουνε τίποτα, και καλά: απλώς το παιδί είναι ήσυχο. Βασικά, δεν έχει σημασία αν ξέρουν. Από τη μια ο πατέρας μου έχει μετατραπεί εδώ και μια δεκαετία σε φάντασμα που σκαλίζει χαρτιά, το άθλημά του είναι να πληρώνει λογαριασμούς: κάθε φορά που θα πληρώσει λογαριασμό κάνει κι από ένα προσωπικό ρεκόρ. Η μάνα μου μετά τα τριακοστά τόσα γενέθλιά μου έκοψε το τροπάρι του γάμου. Δεν ξέρω τι κάνει όλη μέρα, όταν κουτσοδουλεύω (όταν έχω καμμιά δουλειά πουθενά), όταν περπατάω. Περπατάω πολύ. Σαν τους μετανάστες, που περπατάνε γιατί δεν έχουνε τι να κάνουν και γιατί δεν μπορούνε να πληρώσουν. Γιατί πια όπου και να καθήσεις πρέπει να πληρώσεις. Ξεκινάω λοιπόν και βάζω για στόχο το σπίτι του Παύλου. Μένει Μιχαήλ Βόδα, σε ένα αχανές διαμέρισμα στον τρίτο. Το πήρε μετά τους Ολυμπιακούς γιατί του είπαν ότι θα ανέβαινε η περιοχή. Έχει ελάχιστα έπιπλα, τις τέσσερις γάτες (Πείνα, Λοιμό, Πόλεμο, Θάνατο), κυκλοφορεί όλη μέρα με μεταξωτές ρομπ ντε σαμπρ, «για το performance» λέει, ενώ ακούει αυτή τη μάγισσα τη Ντιαμάντα Γκαλάς να δρακιάζει. Το βράδυ φέρνει σπίτι κάτι ασύλληπτα τεκνάκια και γαμιούνται. Αυτή είναι κατά τον Παύλο η συμφωνία μας, είμαι πολύ γέρος για τα γούστα του αλλά μια μέρα θα τον κληρονομήσω — εγώ δεν θέλω καν να το κουβεντιάζω γιατί δεν του περνάει από το μυαλό πόσο ταπεινωτικό και πόσο φρικτός εμπαιγμός είναι να το λέει αυτό για έναν άνθρωπο που περνάει με διακόσια ευρώ τον μήνα. Ο Παύλος λοιπόν, ναι, είναι πλούσιος γκέι. Κληρονόμος. Κι έτσι νομίζετε, αν μου επιτρέπετε να σας βάλω απέναντι, που εκεί είστε έτσι κι αλλιώς, ότι είμαστε όλοι. Διότι αν δεν είμαστε αστοί και πλούσιοι, κι είμαστε από τον Μπύθουλα, που λέτε, πάμε γραμμή και παντρευόμαστε και κάνουμε κουτσούβελα και πού και πού παιρνόμαστε κρυφά και με βιασύνη για λόγους ψυχικής υγείας. Επειδή είμαστε φτωχομπινέδες δεν μπορούμε να έχουμε τον τιμητικό τίτλο του queer. Ε, της μάνας σας.

Εγώ θα ήθελα να έχω τον τρόπο να ζω αξιοπρεπώς. Θα ήθελα να μπορώ να βγω να φάω με καναν τύπο, έστω, να πάρω μια μπύρα. Δεν σπούδασα, δεν υπήρχανε λεφτά γι’ αυτό. Λέγαμε μεταξύ μας, η μάνα μου σ’ εμένα, εγώ στον πατέρα μου κι ο πατέρας μου στη μάνα μου και στον εαυτό του, ότι δεν παίρνω τα γράμματα — παρηγοριόμασταν έτσι. Άλλωστε τότε ήταν το ’93, τη χρονιά που τον απέλυσαν. Άλλωστε τότε ήμουν ευτυχισμένος. Είχα γνωρίσει τον Χρήστο το καλοκαίρι προς Γ’ Λυκείου, οι γονείς του έλειπαν συνέχεια από το σπίτι και στο τέλος χώρισαν, πήγαινα και βλέπαμε ταινίες στο βίντεο, πίναμε τα κρασιά του πατέρα του και τα λικέρ της μάνας του και γαμιόμασταν. Έμενε ψηλά στην Πετρούπολη, τέρμα θεού, βγαίναμε μετά στο μπαλκόνι γυμνοί και χαζεύαμε την πόλη από πάνω. Ύστερα, φυσικά, ο Χρήστος έφυγε να σπουδάσει μηχανικός στην Ολλανδία: ήταν η πρώτη φορά που έμενα πίσω σύξυλος και όχι η τελευταία. Κάθε φορά γύριζα στο διαμέρισμα των δικών μου, που να είμαστε κι ευχαριστημένοι που το ξοφλήσαμε.

Μετά έφαγα ξύλο που ήμουνα πουστάρα. Μετά έβρισκα δουλειές: οικοδομές, συγκολλήσεις, σιδηροκατασκευές κτλ. Μετά με πλησίαζαν κάτι τελειωμένοι τύποι εξηνταφεύγα με το μάτι να αστραφτεί από τις κόκες να θέλουνε να πηδηχτούνε με τον εργάτη. Καύλωναν και μόνο στην ιδέα ότι «ζω με το κορμί μου» — τέτοιες κουβέντες. Μετά απολυόμουν και ήμουνα ξανά μεταξύ ΟΑΕΔ και περιπάτων. Ώσπου ξαναέβρισκα δουλειά. Συνήθως, για κάποιον λόγο, τότε έβρισκα και γκόμενο. Θυμάμαι τώρα τέσσερις-πέντε τύπους που ήτανε κιμπάρηδες, δεν θα ξεχαστούν ούτε οι τρόποι ούτε το σώμα τους (για δύο από αυτούς, ούτε το καυλί τους). Όμως είχε πλάκα, ένιωθα εντελώς φέικ, απατεώνας που μπαίνει σε έναν κόσμο στον οποίο δεν ανήκει, σε έναν κόσμο όπου ο κόσμος περνάει πάντα καλά. Με έναν Κυριάκο, ας μην πω περισσότερα γι’ αυτόν, γνώρισα κι εκείνον τον κόσμο που το επάγγελμά του είναι να είναι γκέι: είναι γκέι, κάνει τον γκέι, λέει πως είναι γκέι και ασχολείται με γκέι θέματα. Μόνο που εγώ ήθελα να είμαι αυτός που είμαι, όχι ο «Μάνος ο γκέι», ο «Μάνος η αδερφή», ο «Μάνος ο πούστης». Πάντως ο πιο ωραίος από τους τέσσερις-πέντε ήταν ένας ποιητής, πιο μεγάλος από μένα. Δεν ήθελε να παραδέχεται πόσο τρυφερός είναι. Αλλά ήταν και γαμώ σε όλα του. Όλα. Ας μην πω λεπτομέρειες. Καμμιά φορά πάω μέχρι το κέντρο στον Παπασωτηρίου και στην Πολιτεία και κοιτάω τα βιβλία του. Τα μόνα βιβλία που κοιτάω.

Έφτασα σχεδόν σπίτι. Η μάνα μου θα έφτιαχνε γίγαντες. Ευτυχώς γιατί δεν πήγαινε άλλο με τα πιλάφια και τις κοτόσουπες.

Το φίδι κι η περιστέρα

Εντάξει, όλα ξεκίνησαν εκείνη τη βραδιά τη στραβή. Δεν ήθελε να έρθει πάλι σπίτι μου. Ήθελε «σέξι κιτς», «κίνκυ καταστάσεις» και «τρελή ντεκαντάνς» ο άλλος. Εντάξει, τι να του πεις κι αυτουνού, εικοσιδύο χρονών παιδί, ήθελε να ζήσει αυτά που βλέπει στις τσόντες του και, αφού τα κρίσιμα τα ουσιώδη τα κάνουμε μια χαρά, ήθελε και τα συμπαρομαρτούντα: ντεκόρ με σατέν, πολυελαίους και μωβ κρέπια στους τοίχους, τζακούζια και κρυφούς φωτισμούς. «Όλοι έτσι είστε στην ηλικία σας;», του είχα πει, «με τουντού λιστ στο πήδημα;». Μου απάντησε κάτι του στυλ σιγά που δεν ξέρεις και με τσάντισε. Τεκνατζού με είπε. Αλλά δεν το έδειξα. Είμαι άλλης πάστας γυναίκα εγώ. Κρατάω τα κρατούμενα και κατεβάζω υπόλοιπα όταν έρθει η ώρα, όχι πριν. Αλλά με θύμωσε. Το μαλακισμένο. Κι ας του έχω πει ότι είναι η εξαίρεση, γιατί οι νεαροί είναι ανυπόφοροι, γνώμη τεκμηριωμένη που έχω σταθερά εδώ και τρεις δεκαετίες (να μην πω τέσσερις).

Πήγαμε με το μηχανάκι ώστε να βρει να παρκάρει, γιατί το ξενοδοχείο ήταν χωμένο κάπου στα άδυτα της Δάφνης, ή κάπου εκεί μέσα. Με είχε φυσικά να φοράω κάλτσες, κρύωναν τα κάτω μου γιατί τα φύσαγε το αγιάζι, ενώ οι ελαστικές καλτσοδέτες (σιλικόνη) ήτανε τόσο σφιχτές που μου έκοβαν την κυκλοφορία. Φτάνουμε σε ένα νεοκλασικό πάνω σε μια ανηφόρα, ανοίγουμε την πόρτα, ανεβαίνουμε κάτι σκάλες και βρισκόμαστε σε ένα πάμφωτο φουαγιέ, σαν από ξενοδοχείο στην Αιδηψό. Μόνο που ήτανε γεμάτο ζευγάρια. Μιλάμε για συνωστισμό στην προκυμαία της Σμύρνης, για να κάνω κι εγώ το χιουμοράκι μου. Το μάτι μου πήρε μπροστά μας, στη ρεσεψιόν, ένα ζευγάρι τρομερά ευδιάθετο και χαμογελαστό. Αυτό με χάλασε επίσης, μετά τους υπαινιγμούς του Νίκου ότι είμαι τεκνατζού. Μεγαλώσαμε με την ντροπή. Έπρεπε να αφήνουμε να εννοείται ότι το σεξ το κάναμε για το κέφι του άντρα ή για να ξεφουντώσουμε, πάντως δεν ήτανε κάτι να το παινεύεσαι. Δηλαδή το παινευόσουν, αλλά με τις φίλες για καφέ, όταν έλειπαν οι άντρες για δουλειά. Προϊστορικά ακούγονται αυτά αλλά έτσι μεγάλωσα εκεί όπου μεγάλωσα, το σπίτι ήταν αυστηρό και οι δικοί μου ποτέ δεν μου το συγχώρησαν που έκανα του κεφαλιού μου. Κι εν πάση περιπτώσει, εγώ τώρα κοτζάμ γυναίκα στα σαρανταφεύγα να τρέχει με τον εικοσπεντάρη, που θα μπορούσε να είναι γιος μου, αν είχα παιδιά, να πάει να το κάνει στα ξενοδοχεία και να τη βλέπει κάθε καρυδιάς καρύδι, λες κι είμαι πουτάνα, ε, δεν ήταν και το καλύτερό μου.

Κοίταξα εγκάρσια τους γύρω μου. Πίσω από κάτι ψεύτικους φίκους κινέζικους ήταν ένα ζευγάρι άντρες. Ταράχτηκα στην αρχή. Μετά είδα πώς κοίταζε ο μελαχρινός τον καστανό και συγκινήθηκα. Τριαντάρηδες, ωραία παλληκάρια. Και μακάρι να με είχε κοιτάξει άντρας κι εμένα όπως ο μελαχρινός τον καστανό, αλλά τέλος πάντων, εδώ μάλλον επίτηδες κάνω ότι ξεχνάω. Πιο δίπλα ένας τσαλακωμένος σαν πακέτο Καρέλια σκληρό, με κίτρινο σακάκι, κράταγε από τον κώλο ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά, αν και κάπως σαν σκυλού. Ο ρεσεψιονίστας μας είπε να περιμένουμε στο σαλόνι, εγώ πιο μέσα δεν ήθελα να μπω κι αγριοκοίταξα τον Νίκο, που είπε ότι θα στεκόμασταν εκεί, στον διάδρομο, δεν πειράζει. Πιο μέσα προς το παράθυρο ήταν ένα κουρασμένο ζευγάρι, ένας κουρασμένος άντρας και μια γυναίκα στάνταρ μια δεκαετία πιο μεγάλη από εμένα: χαχά, κέρατο, σκέφτηκα. Μετά είδα δίπλα μας το χαμογελαστό ζευγάρι, ψιθύριζαν μεταξύ τους κι είχανε ξεραθεί σε βουβά γέλια. Τους ζήλευα. Θα ήθελα να ήμουνα νέα. Κι ακομπλεξάριστη. Κι ελεύθερη. Και θα ήθελα να είχα τολμήσει να κοιμηθώ με την Ελένη στη σχολή, τη μόνη γυναίκα που πόθησα. Και άλλα πολλά θα ήθελα, που καθόλου δεν ήτανε της στιγμής.

Όχι ότι δεν ήμουν ελεύθερη. Όσο μπορούσα, ήμουν. Μέχρι τα 32, που το πήραν οι γονείς μου απόφαση ότι δεν θα παντρευτώ και με άφησαν να πάω να μείνω μόνη μου ακριβώς από κάτω τους (κι ήταν σαν να πήγα στο Αμέρικα), έλεγε για μένα ο θείος φρόνιμη ως ο όφις. Ερχόταν κάθε Κυριακή και έπινε καφέ μετά την εκκλησία. Κάποια στιγμή μεταξύ καφέ και κέικ με κοίταγε καλά καλά και διερευνητικά, ετάζων νεφρούς και καρδίας, και έλεγε αυτό το πράγμα. Κι απαντούσε ο αδερφός του, ο πατέρας ο φιλεύσπλαγχνος, «ναι, αδερφέ, αλλά να είναι και ακέραια ως η περιστερά«. Κάθε φορά το ίδιο. Εγώ τότε πίστευα, με τον δικό μου ενοριακό (έτσι τον λέγαμε τότε) κι ατίθασο τρόπο και θύμωνα: κοίτα να δεις που χρησιμοποιούν το ευαγγέλιο για να μιλήσουν για το σώμα μου, έλεγα. Που φυσικά, τότε έλεγα «σώμα» εννοώντας «μουνί». Τότε πίστευα ότι ο Χριστός ελευθερώνει, η αλήθεια ελευθερώσει υμάς, έτσι είπε. Τώρα δεν ξέρω αν είμαι ελεύθερη, δεν είμαι καθόλου μα καθόλου σίγουρη. Πράγμα που μάλλον με κάνει να νιώθω πιο ελεύθερη: δεν έχω αυταπάτες, που λένε.

Στεκόμουνα λοιπόν εκεί με τον αγαπητικό μου, έτσι τον αποκαλεί η Αγγέλα, να κοιτάζω πούστηδες, μοιχούς και βιζιτούδες. Κι αυτά τα μαλακισμένα ξεδιάντροπα δίπλα μου, που χασκογέλαγαν στην προοπτική να γαμηθούνε στα σεντόνια των πολλών, που λέει κι η Βιτάλη η θεά. Πήρα μια βαθειά ανάσα, «ώπα», είπα, «ώπα, μιλάει ο μπαμπάς σου πάλι, ώπα ρε συ, είσαι μεγάλη γυναίκα, άλλες έχουν εγγόνια στην ηλικία σου, δεν είσαι για ψυχαναλύσεις μωρή». Αυτό με τα εγγόνια με ξεκαύλωσε κάπως (το «καυλώνω» έμαθα να το λέω με τον καινούργιο αιώνα, «είμαι υγρή» έλεγα πριν, σαν βλάβη σωληνώσεων), αναρωτήθηκα τι κάνω με τα θάι-χάι (μα δεν ξέρουν τίποτε να το λένε στα ελληνικά αυτοί οι 30 και κάτω;) και την κυλότα τη μικροσκοπική κολλημένη στη ρεσεψιόν συνοικιακού γαμιστρώνα. Κοίταξα τον Νίκο, έπαιζε με το κινητό του, αμήχανα. Ή έχει κι άλλη. Στάνταρ έχει. Οι προικισμένοι άντρες (αυτό θα μάθω να το λέω κυριολεκτικά τον επόμενο αιώνα, καλά να είμαστε) πάντα είναι πολυγαμικοί. Όπως π.χ. οι ψηλοί καταλήγουν μπασκετμπολίστες.

Πέρασε από μπροστά μας μια συνομήλική μου, καθαρίστρια. Κατάκοπη, φόραγε ακόμα τα γάντια της. Ωραία, τώρα ήμασταν κανονικά τα Κόκκινα Φανάρια, μόνον η σκάλα η μεταλλική στη μέση έλειπε. Είχα πλέον ξεκαυλώσει εντελώς, ήθελα να φύγω, να πάμε πίσω στο σπίτι μου, να το κάνουμε στο μπάνιο και να τον διώξω, άντε με τα φρουφρού, τα μπλακ λάιτ, τις μαλακίες και τα στρογγυλά κρεβάτια. Το βλαμμένο. Άμα θέλει ιστορία και ντεκορασιόν, να πάει να μείνει μόνος του. Αλλά πού να πάει ο άνεργος; Πάλι καλά που δεν έχω παιδιά.

Για να ηρεμήσω έπιασα να κοιτάζω τον πολυέλαιο. Απομίμηση πολυελαίου με κεριά, τύπου γαλλικό ρουστίκ πανδοχείο, φτιαγμένη καλουπωτά από κάτι σαν τσίγκο βαμμένο επίχρυσο. Με φτηνές λάμπες οικονομίας αντί για πυρακτώσεως. Και τα ντουί να προεξέχουν πλαστικά (φτηνιάρικα) τουλάχιστον δυο δάχτυλα μέσα από τους κλώνους τους τσίγκινους. Χάλι. Ας κοιτάξω κάτι να μην έχει να κάνει με τη δουλειά μου, σκέφτηκα, και παρατηρούσα το χαλί. Φθαρμένο, τύπου Μοιραράκη. Μοιραράκη, τίποτα δεν θα σημαίνει αυτό σε δέκα χρόνια. Ήθελα πολύ τόσην ώρα να ισιώσω την αριστερή καλτσοδέτα την ελαστική που είχε τυλιχτεί ρολό και μ’ ενοχλούσε αλλά ντρεπόμουν. «Η μπουτού, η χοντροπουτάνα, ήθελε και καλτσοδέτα», θα σκεφτόντουσαν. Το ζευγάρι των αντρών είχε φύγει στο μεταξύ, μάλλον τους είχαν ετοιμάσει δωμάτιο. Ο τσαλακωμούρης είχε κάτσει στον καναπέ με το κορίτσι και κοίταγαν κι οι δυο ευθεία μπροστά τώρα. Το κουρασμένο ζευγάρι στεκότανε πια πίσω από το ψεύτικο φυτό, φίκος μάλλον. Το γελαστό ζευγάρι είχε χυθεί στον άλλο καναπέ και χαμουρευόταν, αν έχεις τον θεό σου. Ο Νίκος κοίταζε το ταβάνι.

Δεν έχω να απολογηθώ για τη ζωή μου. Υπήρξα ο εαυτός μου και υπήρξα ο πιο ανελέητος κριτής του εαυτού μου, μάλιστα πιο αυστηρή απέναντί μου από ό,τι στους άλλους. Δεν το διάλεξα να μην παντρευτώ αλλά ευτυχώς δεν τα έριξα στον εαυτό μου: οι άντρες είναι κακομαθημένα και δεν το ξέρουν. Πίσω δεν έκανα ποτέ, ούτε και κώλωσα. Rien de rien, je ne regrette rien. Αν ήμουν άντρας δεν θα υπήρχε καμμιά ανάγκη να πω τίποτε από αυτά: οι άντρες είναι άνθρωποι, εμείς το δώρο του Θεού (ή η κατάρα Του) στους ανθρώπους. Δηλαδή στους άντρες.

Κι εκείνη την ώρα ανοίγει η πόρτα η ξύλινη του νεοκλασσικού και βλέπω μπροστά μου στον πάτο της σκάλας τον γαμπρό μου μαζί με μία αλόγα που του έριχνε ενάμισυ κεφάλι και φόραγε στολή εργασίας και κράταγε και βαλιτσάκι. Η σκηνή ήταν ακριβώς όπως όταν με τράκαρε ο μεθυσμένος στη Θηβών: εκτυλισσόταν πάρα πολύ αργά αλλά είχα κοκαλώσει σαν σε όνειρο. Ο μαλάκας ο γαμπρός μου ακαριαία έπιασε τη βίζιτα από το μπράτσο, τεντώθηκε, της είπε κάτι στο αυτί, έκαναν μεταβολή και έφυγαν. Περίμενα ένα ατελείωτο τρίλεπτο και μετά είπα στον Νίκο να φύγουμε. Με πήγε σπίτι, τον έδιωξα. Ήπια ένα νεροπότηρο γεμάτο σίβας, ανοιγμένο την Πρωτοχρονιά του 2011, έκανα κεφάλι επιτόπου, όπως ήλπιζα, μπήκα στα σκεπάσματα και κοιμήθηκα.

Οι βόμβες αυτές είναι βραδυφλεγείς. Βεβαίως, εγώ είχα πιάσει τον Αργύρη να κερατώνει την αδερφή μου με βίζιτα, άρα είχα στρατηγικό πλεονέκτημα, ενώ αυτός απλώς είχε δει τη γεροντοκόρη (έτσι με λέει το ζώον) κουνιάδα του με ένα τεκνό σε γαμιστρώνα. Αλλά δεν παν έτσι αυτά. Η αντρική υπόληψη είναι πουκάμισο, πλένεται και σιδερώνεται τακτικά και, αν είσαι προσεκτικός, μοιάζει κάθε φορά σαν καινούργια. Η γυναικεία υπόληψη είναι καυστήρας πολυκατοικίας: λίγο οι καλά κρυμμένες τέφρες, κάτι η σκουριά, οπωσδήποτε η χρήση, έστω κι ελαφρά (γιατί δεν είμαστε άνθρωποι, σκεύη είμαστε, σκεύη που ραγίζουνε με το ξεσφράγισμα και ξεχειλώνουν με τη χρήση) σταδιακά σπιλώνεται και φθείρεται, όση συντήρηση κι αν της κάνεις.

Άρα κανένα στρατηγικό πλεονέκτημα. Επίσης, ποιος ξέρει τι πήγε και της είπε της μικρής ο Αργύρης της, ως προληπτικό χτύπημα, ώστε να μη μετρήσει ό,τι κι αν της πω εγώ (τίποτε δεν θα έλεγα, η μάνα μου μου έμαθε να μισώ τους καταδότες). Από εκείνη τη βραδιά δεν πολυτηλεφωνεί, όλο βιάζεται, δεν έχει χρόνο ούτε από το μαγαζί να περάσει — τέτοια. Πάνε τώρα εφτά μήνες. Επιπλέον δεν ξέρω τι διαδίδει η αδερφή μου στο σόι, γιατί με έχουνε τρελάνει στη σπόντα. Με νοιάζει; Με νοιάζει, ιδίως η θεια μου, που δηλώνει και πάλι να βρω έναν μόνιμο κύριο να έχω έναν «σύντροφο ζωής» στα γηρατειά μου.

Αλλά πόσο πια να ασχοληθεί κανείς με την υπόληψη και το καλό το όνομα; Όποια κι αν είμαι, το σόι θα με κρίνει, ό,τι και να καταφέρω πια, θα είμαι πάντοτε ο καημός με τον οποίο πέθανε ο σχωρεμένος ο πατέρας μου που δεν με αποκατέστησε, άγιος άνθρωπος, ο Θεός να αναπαύσει την ψυχούλα του  κτλ. κτλ. κτλ. Η ζωή όμως είναι μικρή, εδώ παιδάκια κανονικών ανθρώπων κάθε μέρα σκυλοπνίγονται μπας και γλυτώσουνε πολέμους και τέτοια. Εγώ λοιπόν που έφτασα τα 52 δεν δικαιούμαι να σπαταλάω την τόση ζωή που μου δόθηκε: όλες οι ζωές μικρές είναι, είτε ενός μήνα, είτε ενός αιώνα. Δεν μπορώ ν’ αφήσω χέρσα τη δική μου.

Όσο για τον Νίκο, μπήκε στο ίντερνετ και βρήκε ένα άλλο ξενοδοχείο, στο Νέο Φάληρο. «Εκεί πάνε σελέμπριτι», μου είπε, «άρα δεν κινδυνεύουμε». Και πήγαμε. Κι είχε δίκιο. Διακριτικότατα ήταν εκεί. Κι ομολογώ ότι τα σατέν σεντόνια κι οι καθρέφτες ήτανε καύλα.

Ο πίνακας είναι του Malcolm Liepke.

Εξακουστωδιανός

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ της πόλης με υποδέχθηκε μια αποφορά σαπίλας. Όχι από ψοφίμι, αλλά σαν να κακοφόρμιζε κάτουρο, κάπως έτσι. Σαν ξινισμένες κοπριές. Για χρόνια νόμιζα ότι ήταν η ιδέα μου, ότι σωματοποίησα ήδη από τα πρώτα λεπτά όλη την αποστροφή μου για τον τόπο που θα πέρναγα τον επόμενο χρόνο και στον οποίο κατέληξα να γεράσω, αυτή την ασυνάρτητη παραφουσκωμένη κωμόπολη στη μέση ενός ελεεινού γούπατου. Μετά μού εξομολογήθηκαν κι άλλοι ξενομερίτες ότι όντως έτσι μυρίζει ο σταθμός του ΚΤΕΛ. Άλλοι λένε πώς φταιν οι αιωνίως σάπιες τούρκικες τουαλέτες του, άλλοι τα ρίχνουνε στο αποξηραμένο έλος που δεν πέθανε, παρά ενταφιάστηκε, όπως το ρέμα της Πανδρόσου, ο Ιλισσός, η Καλλιρρόη, ο Ποδονίφτης. Όμως, τα θαμμένα ρέματα και τα ενταφιασμένα ποτάμια σε ξεπαγιάζουν, τα τενάγη και οι βάλτοι συνεχίζουν να σαπίζουν: όπως πάντα, ο καθένας κάνει αυτό που ξέρει.

Όταν πρωτοκατέβηκα στον σταθμό του ΚΤΕΛ, που ήτανε κολλώδης παντού κι όχι σκονισμένος, παρά τον καύσωνα, στράφηκα κατευθείαν στην κοιλιά του λεωφορείου που με έφερε. Πήρα τη βαλίτσα, ένα θηρίο μεγαλύτερο από μένα, πάνω από 35 κιλά βάρος γεμάτη, τη σήκωσα και πήγα προς τα ταξί. Δεν είχε ουρά. Οι ταξιτζήδες με κοίταξαν όπως κάθε φορά που θα με κοίταζαν ενώ τους πλησίαζα στο ΚΤΕΛ, ακόμα και όταν το εκσυγχρόνισαν το υπόστεγο μαζί με την υπόλοιπη χώρα, ακόμα κι όταν εγκατέστησαν στην πιάτσα μπάτσο-φόβητρο: με κοίταξαν σαν κατσίκι στο τσιγκέλι. Κι εκείνη τη στιγμή, την πρώτη φορά στο ΚΤΕΛ, ακούστηκε ένας θόρυβος από την άκρη του χεριού μου: κόπηκε το χερούλι της βαλίτσας από τη μια μεριά του και έτσι όπως το βάρος της κρεμόταν πια από τη μια πλευρά του μόνο, ξεκόλλησε και σκίστηκε όλο το πάνω μέρος της βαλίτσας. Από μέσα χύθηκαν σαν σπλάχνα από σφαχτάρι εσώρουχα, πουκάμισα, κάλτσες, παντελόνια, όλα πάνω στη χιλιοπατημένη γλίτσα του σταθμού, βλεννώδη σαν το μέσα εντέρου κι όχι υγρή ή λασπερή. Θυμάμαι μια φανέλα μου να ξεδιπλώνεται, παρότι όλα μέσα στη βαλίτσα ήτανε σιδερωμένα και μετά τα είχα διπλωμένα, τυλιγμένα ή πατικωμένα, και να πέφτει κινηματογραφικά σαν μεγάλη μικροαστική σαλούφα, ώσπου χύθηκε κατάλευκη πάνω στη γλίτσα και στα λάδια μηχανής. Δεν αηδίασα, καθόλου. Ίσα ίσα, ζήτησα σακούλες σούπερ μάρκετ, μάζεψα τα ξεχειλισμένα ρούχα μου όπως τα σάπια λαχανόφυλλα από νεροχύτη και τα στούμπωσα μέσα σε τρεις σακούλες. Μετά, με τη βοήθεια ενός ταξιτζή που με κοίταζε περίπου όπως οι παπάδες τους αρρώστους στους οποίους πάνε να συμπαρασταθούν κατά τις άγιες μέρες, κουβάλησα τη βαλίτσα σαν κασόνι, για να μη χυθούν και τα υπόλοιπα πράγματα από μέσα της, μέχρι το πορμπαγκάζ ενός όπελ.

Πάντως δεν αηδίασα. Ή αηδίασα τόσο όσο να μην το πάρω χαμπάρι. Πάντως μάζεψα μεθοδικά τα εντόσθια της βαλίτσας μου, τα πρώην άμωμα και πεντακάθαρα και σιδερωμένα, όπως τα έφερα από έναν άλλο κόσμο στη γλίτσα του καύσωνα, με εμπιστοσύνη στα πλυντήρια. Είπα τότε, όπως λέω και διαρκώς έκτοτε: μη σιχαίνεσαι τώρα, πλύνε και σιδέρωσε αργότερα.

Ο ταξιτζής δεν ήξερε τη διεύθυνση αλλά τη βρήκε τελικά την πολυκατοικία, ρωτώντας στο σιμπί. Το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο με μπαταρισμένα έπιπλα σουηδικά από μάλλον φοιτητικές καταχρήσεις, αλλά χωρίς πλυντήριο και χωρίς κλιματισμό. Πέταξα την ξεκοιλιασμένη βαλίτσα στο πάτωμα και δίπλα της τις σακούλες με τα ασπρόρουχα που είχανε σφουγγαρίσει τις πλάκες και την άσφαλτο του ΚΤΕΛ. Η υγρασία ήταν αποπνικτική, σαν να ‘μουνα στον πάτο χλιαρής πισίνας, και το γούπατο παρείχε άφθονη σκόνη για να αναμιχθεί μαζί της: ανέπνεα λάσπη. Έκτοτε λάσπη αναπνέω. Γδύθηκα τελείως, ίδρωνα, ίδρωνα σαν τρελός. Άνοιξα τη βρύση της μπανιέρας. Από απέναντι πήρε το μάτι μου μια κυρία πενηντάρα να με μπανίζει γουρλωμένη κι ακίνητη, υπό άλλες συνθήκες θα της έκανα πλακίτσα, θα της τον κούναγα ξέρω γω. Αλλά πνιγόμουν. Μπήκα στην μπανιέρα, το νερό το ένιωθα κρύο. Με πήρε ο ύπνος εκεί μέσα.

Ξύπνησα δυο δεκαετίες μετά, πριν μια βδομάδα. Σε ένα άλλο διαμέρισμα, καλύτερο, το τρίτο μου εδώ: αυτό εδώ έχει συσκευές που αγόρασα εγώ και κλιματιστικά ινβέρτερ που είχε εγκαταστήσει ο ιδιοκτήτης και ξύλινα πατώματα στα δυο υπνοδωμάτια (το ένα το έκανα γραφείο), βρίσκεται φάτσα σε ένα μαδημένο αλλά επαρκές πάρκο, περνάει και λεωφορείο απ’ έξω. Εδώ και δυο μέρες πακετάρω όμως. Μετακομίζω, φεύγω από το γούπατο. Όταν με ρωτούν οι λιγοστοί φίλοι εδώ πώς πέρασαν κιόλας είκοσι χρόνια εγώ λέω ότι θα τους γελάσω, αφού απλώς κοιμόμουν τόσον καιρό. Έβλεπα κάτι όνειρα μόνο, μερικές φορές τον χρόνο, που άρχιζαν στον σταθμό του ΚΤΕΛ και τελείωναν στον ίδιο σταθμό, πότε μέσα στην ψύχρα και βρεγμένο από τις βροχές, πότε γλιτσερό με το γλάσο της σκόνης, γλάσο καμμιά φορά πηχτό σαν κι εκείνο που αφήνει το χοιρινό αίμα πάνω στο πριονίδι συνοικιακών κρεοπωλείων.

Η παλινωδία του μενουμευρωπαϊσμού

Στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μένουμε Ευρώπη και όλων των προηγούμενων ενσαρκώσεων αυτού του ιδιότυπα ελληνικού κεμαλισμού βρίσκεται μια αντίφαση.

Ο μενουμευρωπαϊσμός εμφορείται από την επιθυμία να γίνουμε περισσότερο «Ευρωπαίοι» και η Ελλάδα να γίνει περισσότερο «Ευρώπη». Παράλληλα, επισημαίνει την απόσταση, αβυσσαλέα συνήθως, που χωρίζει την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους από την Ελλάδα και τους Έλληνες.

Ο μενουμευρωπαϊσμός λοιπόν είναι ένα κίνημα που προσπαθεί να κρατήσει πολιτικά στην Ευρώπη μια χώρα και έναν λαό που δεν ανήκουν στην Ευρώπη, τουλάχιστον όχι ακόμα.

Η αντίφαση είναι εξαρχής ολοφανέρη, ακόμα και αν παραβλέψει κανείς τον αφελή επαρχιωτισμό του αιτήματος να παραμείνει μια ενότητα (η Ελλάδα) μέσα σε ένα όλον (την Ευρώπη) στο οποίο δεν ανήκει.

*

Πάμε λίγο πιο μέσα, όμως:

Τα στοιχεία που κατά τους μενουμευρωπαϊστές χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τους Ευρωπαίους είναι στην πραγματικότητα

  • ανιστορικές γενικεύσεις («χρηστή διοίκηση»),
  • προβολές της αποικιοκρατίας («πολιτισμός»),
  • ταξικά χαρακτηριστικα («σεβασμός στον δημόσιο χώρο») ή
  • γεωγραφικές ιδιαιτερότητες.

Η Ευρώπη των μενουμευρωπαϊστών ταυτίζεται με την Mitteleuropa των αυτοκρατοριών, την αστική τάξη, κάποια τοπία πέριξ των Άλπεων και τις σκανδιναβικές δημοκρατίες.

Ειδικά το ανιστορικό στοιχείο είναι έντονο στο πώς βλέπουν την Ευρώπη τους οι μενουμευρωπαϊστές. Για να τελειώνουμε μαζί του θα αρκούσε π.χ. ακόμα και η δειλή και ανισοβαρής ανάλυση της έννοιας της Ευρώπης από τον Norman Davies στο πολωνοκεντρικό Europe: a history. Η σύγχρονη Ελλάδα, αλλά ακόμα και η οθωμανική κληρονομιά, είναι οργανικό μέρος του ευρωπαϊκού συστήματος περισσότερο και πιο ουσιωδώς από ό,τι η Ισλανδία, ο σύγχρονος αγγλικός εξεψιοναλισμός, ο Καύκασος, η αμερικάνικη κουλτούρα στρωμάτων της ολλανδικής ή της ιταλικής νεολαίας ή η γλωσσα της Μάλτας.

Δεύτερον, ο πρόχειρος και σαρωτικός τρόπος που γίνεται αντιληπτή η Ελλάδα ως θύμα της Ορθοδοξίας, ως λείψανο της Ευρωπαϊκής Τουρκίας, ως ηλιόπληκτο μεσογειακό θέρετρο ή ως απόστημα στην άκρη της βαλκανικής προϋποθέτει πλειάδα οριενταλιστικών, νεοαποικιοκρατικών και — το χειρότερο — ανιστορικών προκειμένων. Το ίδιο ισχυει και για την όποια νεοαποικιακή αβελτηρία για «μετασχηματισμό» της Ελλάδας σε «συγχρονο ευρωπαϊκό κράτος». Αναρωτιέμαι ποιο είναι το πρότυπο «σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους» των μενουμευρωπαϊστών όταν ληφθεί υπόψη το μέγεθος και ο πλούτος της Ελλάδας. Η Δανία των εκατοντάδων τοπικισμών; Εάν ναι, η ανιστορικότητα τέτοιων ιδεών σοκάρει: θα απέβλεπε η πτωχή πλην με περασμένα μεγαλεία Πορτογαλία στο να γίνει η Αυστρία του Ατλαντικού;

Η διπλή ζωή

Ταυτίζουμε ανθρώπους γύρω μας με έναν ρόλο τους, μία όψη της ζωής τους. Βεβαίως αυτή είναι μια ταύτιση που πολλοί από εμάς εσωτερικεύουμε: είμαστε μάνα, πωλητής, παππούς, κλειδαράς, ναξιώτης, συνταξιούχος, προϊσταμένη, πασόκος, αεκτζού, ταξιτζής — και ούτω καθεξής.
 
Ορίζουμε τους άλλους και αυτοπροσδιοριζόμαστε μονοσήμαντα.
 
Συνέπεια αυτής της μίας και βασικής ταυτότητας είναι και ότι καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τον βίο μας, τον δικό μας και των άλλων, ως κάτι απλοειδές και ως κάτι με εσωτερική συνέπεια: η ζωή μας πρέπει να διακρίνεται από εσωτερική συνοχή μονιστικού χαρακτήρα. Βλέπουμε δηλαδή τη ζωή μας και τον χαρακτήρα μας σαν απλοϊκά θεωρήματα. Αυτός είναι και ο λόγος που η διπλή ζωή (της Βερόνικας ή κάποιου άλλου) ή οι δισχιδείς ή πολυσχιδείς άνθρωποι (π.χ. το πρωί ηλεκτροσυγκολλητής το βράδυ ντιτζέι) μας φαίνονται αξιοπερίεργες περιπτώσεις, ασυνάρτητες σπατάλες ή και αφορμή για καλαμπούρι.
 
Το παραμύθι του απλοειδούς βίου, ότι λ.χ. κάποιος είναι μάγειρας ή νηπιαγωγός ή πότης και αυτό τον ορίζει με επάρκεια, είναι από αυτά που δεν χορταίνουμε να λέμε στον εαυτό μας και στους άλλους. Και πρόκειται φυσικά για παραμύθι, γιατί κανείς μας δεν είναι απλοειδής και μονοσήμαντος, ακόμα και ο πιο ασκητικός αθλητής, ο πιο αφοσιωμένος στην επιστήμη του σπασίκλας, ο πιο συστηματικός πέφτουλας ή ο πιο στριφνός φιλόλογος. Ακόμα και αν οι χαρακτήρες και οι ζωές μας — εξαιτίας μάλλον κάποιου θαύματος — δεν περιέχουν «αντιφάσεις», οπωσδήποτε αποτελούνται από ζωντανά κι δυναμικά στοιχεία που δεν δένουν απαραίτητα μεταξύ τους.
 
Το παραμύθι καθίσταται επικίνδυνο όταν καλούμαστε να επιλέξουμε τι θέλουμε να είμαστε: ζευγάρι ή γονείς; μάνα ή επαγγελματίας; καλλιτέχνης ή πολίτης; Και καταλαβαίνει κανείς ότι δεν πρόκειται απλώς για ζήτημα κατανομής χρόνου, που είναι σοβαρό ζήτημα αλλά πολλές φορές άσχετο, όταν δει λιγάκι πώς αντιμετώπιζονται από την κοινωνία όσοι αποφασίσουν «δυσί κυρίους δουλεύειν»: όχι ως άνθρωποι που θα συναντήσουν πρακτικά προβλήματα (π.χ. χρόνου) αλλά ως άνθρωποι χωρίς αφοσίωση και σίγουρα χωρίς στοχοπροσήλωση. Ο στόχος πρέπει να είναι ένας, ο ρόλος πρέπει να είναι ένας — έστω κι αν έχεις χρόνο ή δυνάμεις για παραπάνω. Το να μοιράζεσαι, κάτι που τελικά είναι αναπόφευκτο, θεωρείται ένδειξη επιπολαιότητας και προχειρότητας.
 
Κατά βάθος έχουμε λίγο-πολύ ενστερνιστεί ένα υπερθετικά μοναχικό ιδεώδες, ένα σύστημα κατά το οποίο «ενός εστί χρεία» και σύμφωνα με το οποίο απλώς καλούμαστε να επιλέξουμε σε τι θέλουμε να αφοσιωθούμε κατ’ αποκλειστικότητα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο αυστηρά και μονολιθικά όταν μέσα στο θεώρημα εισαχθεί ο παράγοντας «αγάπη», αυτό το πασπαρτού: «να αποφασίσεις τι αγαπάς και να αφιερωθείς ολοκληρωτικά σ’ εκείνο».
 
Στο τέλος, όσοι δίνουνε την εντύπωση της ολοκληρωτικής αφοσίωσης γίνονται ινδάλματα και πρότυπα, με ό,τι κόστος και συνέπειες συνεπάγεται αυτό, αφού η «ολοκληρωτική αφοσίωση» σε κάτι ή σε κάποιον είναι είτε φενάκη, είτε ψυχαναγκασμός. Όμως η ιδέα της ολοκληρωτικής αφοσίωσης είναι το ίνδαλμα που προβάλλεται, το πρότυπο, ως τρόπος να ολοκληρώνεσαι και ως προσωπικότητα.

Charlatans

Ω, μα υπάρχουνε δεκάδες πράγματα για τα οποία δεν μιλάω. Εκατοντάδες.

Εδώ και λίγους μήνες ξανακούω Charlatans. Αυτή τη φορά τους ακούω εντατικά. Απολαμβάνω τα σύνθια που σκάβουν (πόσοι μουσικοί μπορούν να καμαρώσουν ότι τα σύνθια τους σκάβουν;) και τις μαυλιστικές μπασογραμμές που ανεμίζουν, νίβομαι λίγο με τη χαρά της ζωής που βγάζουν και που δεν είναι εξώφθαλμα δεμένη στα ναρκωτικά, όπως με τους Happy Mondays. Γενικά ακούω, και όταν ακούω δεν πολυαναλύω, κι αυτό είναι πολύ καλό.

Σήμερα πάντως, κολλημένος στον δρόμο πίσω από μία μερσεντές υπερβολικά μεγάλη και βαρειά για τις οδηγικές δεξιότητες του οδηγού της, άκουγα πάλι το Then, που έμοιαζε υπερβολικά με μοιρολόι για να καταφέρει να κάνει σουξέ, και μετά το Weirdo, του οποίου το σινγκλάκι το είχε ψαρέψει περιχαρής και περήφανος ο κολλητός μου από το Happening και έβαλε να το ακούσουμε σχεδόν επιτόπου. Τότε δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το τραγούδι, τώρα το θεωρώ το καλύτερό τους και δεν το χορταίνω. Θυμήθηκα λοιπόν ότι τότε το συγκρότημα το λέγαμε ‘Τσάρλατανς’ με τον κολλητό και ότι ένας Άγγλος σε οικογενειακό θέρετρο το καλοκαίρι του ’91 μου είπε ότι προφέρονται ‘Σάρλατανς’ με παχύ σ.

Εκείνη τη στιγμή έπεσε το σόλο μπάσο του Weirdo, άναψε κόκκινο και συνειδητοποίησα ότι έχουνε περάσει 25 χρόνια σχεδόν από τότε. Φρέναρα μαλακά. Ο αριθμός μού προκάλεσε δέος. Είναι πολλά τα 25 χρόνια, πολλά είναι: μέσα τους χωράει π.χ. το κατακλυσμιαίο 1949-1974, η εποχή κατά την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος που βαλθήκαμε να ξεκάνουμε, μια εποχή τρόμου κι εγρήγορσης, ελευθεριότητας και αμηχανίας.

Μετά άναψε πράσινο και θυμήθηκα τον Άγγλο. Δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν, ήτανε μπουρδούκος και αντιαισθητικά κάτασπρος. Μόλις λίγο μεγαλύτερός μου, κυκλοφορούσε με μια πάρα πολύ σέξι Αμερικάνα στα σαράντα, αδιανόητη ηλικία για μένα τότε, και με την εξάχρονη κόρη της. Η Αμερικάνα είχε όνομα αντρικό τύπου Ντύλαν ή Τσάρλυ και είχε διατελέσει πι-έι (άγνωστη λέξη) του Ρόμπιν Γουίλιαμς. Όλη η παραλία στο οικογενειακό θέρετρο κουτσομπόλευε το αταίριαστο ζευγάρι με το χαριτωμένο παιδάκι, μα εγώ μίλαγα και αγγλικά οπότε μπορούσα να συνεννοούμαι μαζί τους.

Ο Τζέιμς ή Ντέιβ ή πώς τον έλεγαν ήταν από το Σάσσεξ ή από το Σάρρεϋ, κάπου εντελώς Home Counties φάση δηλαδή. Μου εκμυστηρεύτηκε πολύ κομψά ότι δεν είχε σχέσεις με τη σέξι σαραντάρα, η οποία μου άγγιζε το χέρι πάνω στην άμμο και όταν το τράβαγα μού έλεγε να μην σκιάζομαι, αφού απλώς το χέρι μου έπιασε. Στην πραγματικότητα, ο Άγγλος που ήτανε σαν βιομηχανοποιημένο ψωμί σακούλας εγγλέζικο, ήταν ο μπέιμπι σίτερ της μικρής, της κορούλας της Αμερικάνας. Ήταν επίσης decoy (κι άλλη άγνωστη λέξη): παρίστανε δηλαδή και τον γκόμενο-συνοδό της Ντύλαν ή Μπομπ, ή πώς την έλεγαν, για να καλύπτει τη σχέση που είχε εκείνη με έναν ντόπιο, γέννημα-θρέμμα του θερέτρου. Γιατί χρειάζεται decoy, είναι παντρεμένος ο ντόπιος; (Βαγγέλη ή Τάσο ή Κώστα τον έλεγαν; δεν θυμάμαι). Όχι, but his mum does not approve of the American tart, as she calls her. Ο Άγγλος έβαλε το tart στο στόμα της ντόπιας μανούλας του καμακιού. Πώς όμως; Μέσω της αμερικάνας; Αυτή ήτανε του γυμναστηρίου, έκανε κάμψεις στην παραλία α λα καλιφορνέζ, είχε μαλλί κοντό Billy Idol αργασμένο από πυρηνικές βαφές,. Συνεπώς bitch ή slut θα έλεγε πώς αποκαλούν τον εαυτό της, έστω και σε μετάφραση από τα ελληνικά. Μπερδεμένα πράγματα.

Πιο μπερδεμένα ήταν ωστόσο τα υπόλοιπα: η Τσάρλυ ή Ντύλαν έφυγε από την Αμερική με την κόρη της για το γνωστό αμερικάνικο προσκύνημα στην Ευρώπη μετά από διαζύγιο με έναν malakas. Πρώτος σταθμός Αγγλία, όπου γνώρισε τον Ντέιβ ή Ίαν (τον Άγγλο λουκουμά) και τον πλήρωσε να έρθει μαζί της. Στη σάνυ Γκρης γνώρισε, στο οικογενειακό θέρετρο, τον Μπάμπη ή Τάσο — κι εκεί κλήθηκε ο Άγγλος να κάνει και τον decoy. Ήδη ταξίδευαν μήνες. «Α, προσελήφθην ως μπέιμπι σίττερ αρχικά», διευκρίνισε ο Άγγλος. Άλλες ερωτήσεις δεν έκανα. Δεν χρειαζόταν και δεν το συνηθίζω. Εγώ τότε ημουν ξετρελαμένος με μια Χριστίνα, την οποία είχα δει μόλις μια φορά και μου είχε δώσει το τηλέφωνό της και όποτε την έπαιρνα το σήκωνε ο μπαμπάς της, και η οποία με τάισε συνοπτική χυλόπιτα τελικώς, την τελευταία που έφαγα ποτέ. Αυτά το 1991, τη χρονιά που ξαναγεννήθηκε η Αγία Ρωσία.

Πάντως ο Τζων ή Ντέιβ, ο Άγγλος, άκουγε κι αυτός Σάρλατανς. Και ο Σπύρος ή Κώστας, της Αμερικάνας, ήρθε στην παραλία μια μέρα με κάτι κολλητούς και δεν χάρηκε που με γνώρισε. Και με τον Τζών ή Ντέιβ συζητάγαμε για ίντι γκρουπάκια (μπάντες ήτανε μόνο του δήμου και του στρατού τότε), δυστυχώς του άρεσαν οι Inspiral Carpets.

Τράβηξα χειρόφρενο και έβγαλα το κλειδί.

Λάσπη ή σκόνη;

Το δίλημμα είναι «λάσπη ή σκόνη;» Γιατί καθαρή δεν τη βγαζεις, όποιος κι αν είσαι, όπου και να ζεις. Μπορεί να έχεις λίγη λάσπη ή λίγη σκόνη. Μπορεί και να έχεις και τα δύο αναλόγως με την εποχή, αν είσαι άτυχος. Αλλά από τη σκόνη και τη λάσπη δεν γλυτώνεις.

Με άλλα λόγια, πρέπει να διαλέξεις τι προτιμάς: να μουλιάζεις και να τα πατάς τα σκατά και να λερώνεις τα ωραία σου παπούτσια; ή να τα εισπνέεις τα σκατά και να μπουχτίζεις τα ωραία σου πνευμόνια;

Μούχλα και μετέωρο ψιλόβροχο ή ξεραΐλα κι απροσμάχητο λιοπύρι;

Μισώ βαθιά τη σκόνη. Εγώ είμαι με τη λάσπη, με τη βροχή, έστω και με τη μούχλα. Καλύτερα να μουλιάζω παρά να αποξηραίνομαι.

Η εικονογράφηση από έργο της Apollonia Saintclair.

Γυναίκες

Με ξετρελαίνει, μ’ αρέσει πώς μας ποθούν οι γυναίκες: ήσυχα, έξυπνα, μονολεκτικά. Με λεπτότητα και ακρίβεια: μας βουτάνε από τον σβέρκο, ή από αλλού, την καίρια στιγμή και μόνο. Χωρίς σάχλες, χωρίς παπάντζες, δίχως κουβέντες μεγάλες, δίχως προκαταβολικές αγάπες και παντοτινότητες. Οι γυναίκες κρατούν το ουσιώδες, είτε βογκητό είτε ιμερικά λόγια, για την ώρα του οργασμού τους. Και μετά πράττουν αναλόγως. Οι γυναίκες πράττουν· εμάς η τρυφηλή εξουσία και τα αόρατα προνόμια 5 χιλιετιών πατριαρχίας μάς έχουνε κάνει καραγκιοζάκια της εξαγγελίας, της αυτοπροβολής και των μεγάλων λόγων. Μπλαμπλαμπλά και πούτσα.

Ποτέ δεν πρέπει να κάνεις μια γυναίκα να χάνει τον χρόνο της. Για κανέναν λόγο. Ο χρόνος των γυναικών είναι πολύτιμος και μετρημένος. Αντιλαμβάνομαι ότι οι σεξιστές αμέσως θα χαμογελάσουν σαρκαστικά, θα πέσουν και αστειάκια με τα «σε 5 λεπτά είμαι έτοιμη». Όμως όσοι άντρες στερεοτυπικά χασομεράμε με τσόντες και μπάλα είμαστε οι τελευταίοι που θα έπρεπε να τολμάμε να αμφισβητούμε τη σπουδαιότητα του χρόνου των γυναικών. Οι γυναίκες ξέρουν και το πότε, ξέρουνε και το για πόσο — ενώ εμείς πάλι καθόμαστε και βαυκαλιζόμαστε: πάμε, ερχόμαστε, διστάζουμε, τσαμπουκαλευόμαστε, χασομεράμε, επιστρέφουμε και τελικά χανόμαστε. Γιατί είναι τόσο ικανές με τον χρόνο; Δεν ξέρω. Οι γυναίκες ξέρουν γιατί ξέρουν· κάτι εικασίες που συνδέουν την αίσθηση του χρόνου που έχουν με τον μηνιαίο κύκλο τους και με το ελαστικό όριο της εμμηνόπαυσης είναι μάλλον το πώς τα εξηγούνε σ’ εμάς, μπας και καταλάβουμε: με όρους κυνηγιού και ματς.

Οι γυναίκες ξέρουν αλλά κάνουνε πως δεν καταλαβαίνουν. Οι άντρες θα σπεύσουμε συνήθως να δείξουμε πόσα καταλαβαίνουμε για τον κόσμο. Όσοι από εμάς είναι αισθαντικάριοι θα επιμείνουν και στο πόσο βαθιά και πλήρως τις καταλαβαίνουμε τις ίδιες τις γυναίκες, έστω κι όταν απλώς ιχνηλατούμε τη σκιά του εαυτού μας που προβάλλεται πάνω τους. Μετά από πέντε χιλιετίες υπό, οι γυναίκες έχουνε μάθει να κρύβουν όσα πρέπει σε λαγούμια και αβύσσους — σύμβολα και τα δύο του αρσενικού άγχους για τον κόλπο, που είναι η μόνη πραγματική μας Ωγυγία και Αιαία. Επίσης έχουνε μάθει να κρύβουνε  σε δημόσια θέα όσα τις κάνουν ευάλωτες, ποντάροντας στην παροιμιώδη αντρική στραβομάρα. Το μυστικό είναι να τις ακούς, που είναι και το πιο δύσκολο.

Οι άντρες προστατεύουμε τον δικό μας χώρο με σύνορα, πακτώνουμε ψυχολογικά και χρονικά ορόσημα, κάτι nec plus ultra όλο φιγούρα και φαλλό. Είμαστε προνομιούχοι: μεγαλωμένοι φεουδάρχες, ορίζουμε τον κλήρο μας και τον διαφεντεύουμε. Οι γυναίκες προστατεύουν τον δικό τους χώρο κουβαλώντας τον εντός τους και αποτυπώνοντάς τον πάνω τους, γι’ αυτό και είναι αναπαλλοτρίωτος, εάν βεβαίως δεν τις σπάσεις και δεν τις υποτάξεις και δεν τους μάθεις να μισούν τη φύση τους. Το οποίο και συχνά συμβαίνει.

Η φωτογραφία είναι του Bernard Boujot.