Αριστεία και κακοποίηση

Ο γλωσσοκεντρισμός, είτε ως εμμονική «ονομάτων επίσκεψις» των Σχολαστικών του Μεσαίωνα, είτε ως τα λογοπαίγνια κι οι μεταφορές των αποδομιστών που παριστάνουν τις ερμηνείες, είναι παιδική ασθένεια της θεωρητικής σκέψης. Δεν πρέπει λοιπόν να δίνουμε πάρα πολλή σημασία στις λέξεις: οι έννοιες μετράνε.

Ωστόσο, δεν είναι ενδιαφέρον ότι δεν υπήρξε και δεν υπάρχει όρος για το bullying στα ελληνικά; Λέω ότι αυτό το κενό μπορεί να οφείλεται στο ότι το bullying, η βία από θέση ισχύος προς τον αδύναμο, είναι μέρος της κουλτούρας μας, δε χρειάζεται καν να ονομαστεί η έννοια, που υπάρχει και με το παραπάνω: να προγκήξεις το χαζό, την τσουλίτσα, τον γύφτο, τον μπατζάκα, το πουστράκι, το παρλιακό, τον τραυλό, την παρμένη, τον μαμάκια, τη θεούσα, το σπασικλάκι, τη μυξού, το υπερκινητικό, το φυτό, τον αυτάκα, το σακάτικο, το σπυριάρικο, τον μπουχέσα κτλ. Όχι απαραιτήτως βίαια, όπως στη βόρεια Ευρώπη — συνήθως το πολύ να ρίξεις καμμιά κατραπακιά. Αλλά ο άκαμπτος ετεροκαθορισμός και οι ανεξίτηλες ετικέτες (σαν τη σφραγίδα του Κάιν, τι ετικέτες) είναι μέρος του πώς διανέμονται οι ρόλοι στην πάντοτε αγροτοποιμενική και άτεγκτη κοινωνία μας. Και η βία, συμβολική, λεκτική ή σωματική, αγελαία συνήθως, είναι μέρος του πώς επιβάλλονται. Πομπέματα είναι αυτά κατά βάθος.

Από την άλλη η τελετουργικά διαρθρωμένη κουβέντα περί αριστείας. Τον όρο (να τες πάλι οι λέξεις) ‘αριστεία’ τον πρωτοάκουσα πριν 7-8 χρόνια, στη δουλειά, μέσα σε συμφραζόμενα όπως «ανταγωνιστικότητα», «προσέλκυση κονδυλίων’ κτλ. Και πάλι, η έννοια υπάρχει και παραϋπάρχει ήδη και προϋπάρχει της νεοφιλελεύθερης καραμέλας: παιδιά του ελληνικού σχολείου είμαστε, στο κάτω κάτω, που μοίραζε βραβεία και αριστεία, που γινόσουν επίτιμος δήμος σταρένιος της τάξης αν ησουν αριστούχος, ενώ αν αρίστευες ως «ο πρώτος των πρώτων» κράταγες και τη σημαία. Όλο το σχολείο είναι χτισμένο πάνω στις ανάγκες (;) των καλών μαθητών, εμείς οι άριστοι «που γαμάγαμε» τάχα (άρα δεν ήμασταν εντελώς φυτά, σπασικλάκια κτλ) ήμασταν ο ανθός, και καλά, της ελληνικής νεολαίας. Ο ανθός στην αμμουδιά. Οι άριστοι.

Χωρίς να μπορώ να προσφέρω ανάλυση σε βάθος και εγκυκλοπαιδικότητα, χωρίς να είμαι διαλεκτικός ή κριτικός, λέω απλώς ότι οι δύο ξενώνυμοι όροι, το bullying και η αριστεία (από το excellence) ήρθαν να ονομάσουν δύο βασικά στοιχεία της νεοελληνικής παράδοσης και της κοινωνικής μας πραγματικότητας: τη βία απέναντι στον αδύναμο Άλλο και την καλλιέργεια στον υπερθετικό του προτύπου που το μεγάλο Μικρό Χωριό Κακό Χωριό στανικώς επιβάλλει στον καθένα μας.

Και αυτά τα γράφω γιατί ξέρω ότι θα ξεχάσουμε το παιδί τον Γιακουμάκη, που ποιος ξέρει ποιες κομπλεξικές υπάρξεις το βασάνιζαν και για πόσο, το λέω γιατί ξέρω το εξής:

Θα ξεχάσετε τ__ ________ όπως ξεχάσατε τον Άλεξ, την Αμάρυνθο, το Πλατύ, τους εκατοντάδες κακοποιημένους και νεκρούς μετανάστες (οι πιο πολλοί Αλβανοί φονιάδες, ντάξει;), τους δεκάδες νεκρούς και κακοποιημένους της αστυνομικής βίας στις πόλεις μας, τους μπαζωμένους Ρομά. Και τι να κάνουμε, στο κάτω κάτω.

Τα γράφω γιατί νιώθω μεγάλη θλίψη και τρόμο. Ξορκίζω με κείμενο τον φόβο ότι το παιδί το φάγανε κι ότι θα μείνει για πάντα χαμένο, όπως ο Άλεξ, όπως τόσοι και τόσοι άλλοι μέσα στο Κωσταλέξι όπου ζούμε.

Καθαρά Δευτέρα

Βγήκα από το μετρό, με πλησίασε ένα παιδί γύρω στα είκοσι «Μπορείτε να μου πάρετε κάτι να φάω γιατί πεινάω;». Το αγνόησα γιατί βιαζόμουν, είχα αργήσει.

Φτάνοντας στην ψαροταβέρνα, είδα ότι οι γονείς μου δεν είχαν ακόμα καταφθάσει. Η ψαροταβέρνα δεν είχε ταμπέλα, είχα τον νου μου λοιπόν. Βλέπω μέσα από την τζαμαρία ότι σταματάει ένα ταξί, βγαίνουν οι δικοί μου από μέσα, αποπροσανατολισμένοι ως συνήθως. Σηκώνομαι από την καρέκλα και βγαίνω έξω να τους προϋπαντήσω.

Με το που τους ξαναβλέπω, συνειδητοποιώ ότι πηγαίνουν αντίθετα, προς τα Γκούντυς. Συνοδεύονται από έναν τύπο που δεν ξέρω.

«Μπαμπά!», φωνάζω. Καμμία απάντηση. «Μπαμπά!», ξαναφωνάζω. Οι τρεις τους, οι γονείς μου και ο άγνωστος τύπος, κατευθύνονται προς τα Γκούντυς. Δεν τρέχω να τους προφτάσω γιατί νομίζω ότι καταλαβαίνω τι γίνεται.

Τον φωνάζω με το επώνυμό του. Γυρίζει, με κοιτάζει και με χαιρετάει, μετά στρέφεται πάλι προς την άλλη και συνεχίζει προς Γκούντυς. Αμέσως μετά στέκεται και μου κάνει νόημα. Του δείχνω την ταβέρνα και αυτός ο πάντα δυσνόητος και συνήθως απρόβλεπτος άνθρωπος μου κάνει νόημα να πάω πίσω, «έρχομαι σε λίγο», προσθέτει.

Οι τρεις τους κατηφορίζουνε προς Γκούντυς, εγώ επιστρέφω στην καρέκλα μου.

Σε λίγο έρχονται και οι γονείς μου. Ξέρω τι έκαναν. Ο πατέρας μου, ήδη από τον καιρό που δούλευε στην Καθημερινή στη Σωκράτους, όταν τα πρεζάκια της Ομόνοιας ήτανε τα εξής δεκαπέντε μετρημένα, όποτε του ζητάνε χρήματα «για να φάω κάτι», πάει μαζί τους στο κοντινότερο Γκούντυς ή τυροπιτάδικο ή σαντουιτσερί, και απλώς πληρώνει την παραγγελία κι εξαφανίζεται (μη δώσει λάθος εντύπωση — όπως πάντα). Δε μιλάει ποτέ γι’ αυτά αλλά τον έχω δει 2-3 φορές. Κατάλαβα ότι πάλι αυτό έγινε.

Κάθησε δίπλα μου μάλλον αναστατωμένος, όσο αφήνει να φανεί. Από κάτι μισόλογα, σχεδόν παραμίλαγε, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε που ο τύπος ο οποίος πείναγε ήταν ένας «κανονικός» άνθρωπος, «ούτε περιθωριακός, ούτε άστεγος». Δεν είχε καν όρεξη να πολυφάει. Υπενθυμίζω ότι κατάγεται από σόι Πολιτών στο οποίο τρώμε τον αγλέουρα στην καθησιά μας, συνήθως βογκώντας ελαφρά κι επιφωνώντας, κομψά μεν ευδιάκριτα δε.

Τον ρώτησα τι τον «τσάντισε»: δεν αναστατώνεται, δεν θλίβεται, δεν μελαγχολεί, δεν πικραίνεται, δεν αποκαρδιώνεται, δεν στενοχωριέται, δεν φοβάται — μόνο τσαντίζεται. Του είπα ότι κι εμένα με πλησίασε ένα παιδί ζητώντας να του πάρω κάτι να φάει, όχι ο τύπος που πλησίασε εκείνον.

«Με τσάντισε ο κερατάς ο Σαμαράς, το καθήκι, που άφησε τόσο κόσμο να πεινάει.»

Μετά κοίταξε από την αλλη.

ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αυτη είναι η 1012η ανάρτησή μου. Στις 19 Φεβρουαρίου του 2005 ανέβασα την πρώτη μου ανάρτηση, μετά από συνεννόηση με τον Rakasha. Είχα ήδη ξεκινήσει το αγγλόφωνο μπλογκ μου. Στο ελληνικό θα έγραφα για θέματα ελληνικού ενδιαφέροντος, το άλλο θα παρέμενε προσωπικό.

Δέκα χρόνια μετά, το αγγλόφωνο μπλογκ, που προοριζόταν για εκτόνωση, γκρίνια, ενδοσκόπηση κι αυτοσχέδια ψυχοθεραπεία φυτοζωεί. Το εξίσου τουρλού αλλά «ελληνικού ενδιαφέροντος», αυτό εδώ, ζει και βασιλεύει. Αυτό μας λέει κάτι για το δοκιμασμένο πια μέσο του μπλογκ: η άτεχνη ενδοσκόπηση και το άγαρμπο λήρημα αφορούν μόνο το ημερολόγιό μας και τα φιλαράκια μας που πίνουμε καφέδες ή τζιν. Έτσι βρήκε τον ρόλο του και το τουίτερ, έτσι θα γίνει και με το facebook, στο οποίο προς το παρόν βάζουμε τεμενάδες για να μας κρατήσει στις τάξεις του.

Γεροί να είμαστε και τα καλύτερα έρχονται.

όπου ο Σατανάς κατοικεί

Αυτή η φράση ακουγόταν από τη στριγγιά, όταν τελικά την ύψωνε, φωνή ενός ηγούμενου, του «πατρός Αθανασίου» (κι όχι «πάτερ Θανάση») στο Στόμιο του Κισσάβου. Πανέμορφος ο Κίσσαβος, χορταίνεις δάσος, δάσος θα ξαναχόρταινα μεταξύ Ιωαννίνων και Τρικάλων το 2012. Και το μοναστήρι του βρισκόταν σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία του Κισσάβου. Όμως εγώ τη φράση θυμάμαι να την ακούω στον καύσωνα της Λάρισας, από ένα κασετόφωνο: η θεία μου είχε αναρίθμητες κασέτες με τη σειρά κηρυγμάτων του πατρός με θέμα την Αποκάλυψη. Το κήρυγμα πήγαινε αργά, σε φάση εδάφιο ανά κασέτα. Τις κασέτες τις άκουγε η θεια μου όπως εμείς ακούμε ραδιόφωνο, κάτι να παίζει στο βάθος. Κάτι ωφέλιμο.

Το θέμα όμως είναι πώς κατέληξα να ακούω το κήρυγμα από κασέτα μέσα στην κουζίνα. Η εξήγηση λέγεται Πυρηνική Φυσική (έτσι την έλεγαν τότε) και πάει λίγα χρόνια πιο πίσω. Ήμουν διακοπές στο χωριό, δέκα χρονών. Βαριόμουν πολύ. Ο ξάδερφός μου είχε αφήσει εκεί μια στοίβα με τα σχολικά βιβλία του από Λύκειο. Τα περισσότερα ήτανε βαρετά μέχρι κατατονίας: μικρός σιχαινόμουν τη λογοτεχνία και αγαπούσα την Ιστορία και, κυρίως, τη Γεωγραφία. Αλλά τίποτε από αυτά. Ψάχνοντας λοιπόν βρήκα ένα βιβλίο με πράσινο εξώφυλλο, Φυσική Γ’ Λυκείου. Είχε διάφορα βαρετά για ηλεκτρικά ρεύματα και τέτοια αλλά το τελευταίο μέρος, η Πυρηνική Φυσική, με ξετρέλανε. Το διάβασα δυο και τρεις φορές αυτό το μέρος του βιβλίου και μετά πέρασα τις υπόλοιπες διακοπές προσπαθώντας να χωνέψω όσα έλεγε εκεί μέσα. Τα άτομα δεν ήταν μικροσκοπικότατοι κόκκοι άμμου. Τροχιές, στιβάδες, σπιν («στροφορμή»). Ποζιτρόνια. Σχάση. Σύντηξη. Τι είναι ραδιενέργεια (που μέχρι τότε μόνον ως τρόμο την ήξερα). Η ταχύτητα του φωτός. Οπωσδήποτε θα γινόμουν φυσικός.

Το θέμα όμως που προέκυπτε ήταν: οι μόνοι που ασχολιόντουσαν με επιστημονικά θέματα ήταν οι ξάδερφοί μου από τη Λάρισα. Ο μεγάλος μάλιστα σίγουρα θα γινόταν χημικός, όπως διατράνωνε. Οι ξάδερφοί μου ήτανε γενικά πολύ κουλ: μιλάγαμε για εξωγήινους, για κορίτσια (πολύ λίγο αλλά καίρια), για ηλεκτρονικά κι ηλεκτρολογικά, για το πώς θα ζούμε στο μέλλον, για το διάστημα, τον Καρλ Σάγκαν και την αστρονομία. Μιλάγαμε και για όσα δεν καταλαβαινα από το πράσινο βιβλίο και χρειαζόντουσαν επεξήγηση κι ερμηνεία, π.χ. τι στο διάολο είναι η αδράνεια και, κυρίως, τι ρόλο βαράει η γνωστή και ακατανόητη εξίσωση, e=mc², αφού δεν μπορούσα με τίποτα να καταλάβω τι δουλειά έχει η ταχύτητα του φωτός με τη σχέση μάζας κι ενέργειας (την οποία ας πούμε ότι διαισθητικά την έπιανα): τι νόημα έχει μια ταχύτητα στο τετράγωνο; Το μόνο που μου έλεγαν για εξήγηση ήταν ότι αυτή η εξίσωση είναι προϊόν μαθηματικών και ότι εγγυάται πως ένας κόκκος σκόνης περικλείει τιτάνια ποσότητα ενέργειας.

Το θέμα ήταν οτι η θεία μου κι ο θειος μου, οι Λαρισαίοι, δεν άφηναν τους γιους τους να διανυκτερεύουν στο χωριό. Κι έτσι αναγκαζόμουν να πηγαίνω να μένω μέρες μαζί τους στη Λάρισα, για να μπορώ να συζητάω με τους ξαδέρφους μου. Άλλωστε η θεία μου έφτιαχνε κάτι καταπληκτικά φαγητά: μπριζόλες και μπιφτέκια και πατάτες τηγανητές σαν εστιατορίου, στη φριτέζα. Το σπίτι τους ήταν όλο φερμένο από τη Γερμανία, εκτός από τα ντουβάρια και τα τσιμέντα και τους σοβάδες: προϊόν μακροχρόνιου μόχθου δύο γκασταρμπάιτερ. Ήταν εντελώς διαφορετικό από τα δικά μας σπίτια. Και μέσα σε λίγα χρόνια, γέμισε εικονίσματα, συναξαριστές, κομποσχοίνια και πολλές πολλές κασέτες με κηρύγματα. Οι κουβέντες όμως με τους ξαδέρφους παρέμεναν οι ίδιες: κορίτσια (πολύ λίγο αλλά καίρια), φυσική, χημεία, αστρονομία κι εξωγήινοι. Μόνο που προστέθηκαν ο αερομοντελισμός, οι προπονήσεις (έκανε αθλητισμό ο μεγάλος) και τα κιτ: τυπωμένα κυκλώματα και υλικά όπως πυκνωτές και τρανζίστορ, για να συναρμολογείς δικές σου απλές ηλεκτρικές συσκευές. Εν καιρώ ήρθε και ενθρονίστηκε στο δωμάτιό τους η Amiga. Στο μεταξύ, στην κουζίνα του σπιτιού, κασέτα την κασέτα, προχωρούσε η Αποκάλυψις του Ιωάννου εδάφιο το εδάφιο. Σε ένα άλλο δωμάτιο, μέσα σε μια μικρή περιοχή οργανικού ιστού, προχωρούσε κι αυτός αργά ο τρόμος που εμείς οι απλοί άνθρωποι λέμε καρκίνος.

Πού κατοικεί ο σατανάς, στην Έφεσο, στα Θυάτειρα ή στις Σάρδεις, δε θυμάμαι. Είμαι πλέον βέβαιος ότι πάντως έχει ενοικιοστάσιο στην καρδιά κάθε φοβισμένου ανθρώπου.

Η ανθρώπινη φύση και οι κομμώτριες

Πολλοί  φρικάρουν με την επίκληση της ανθρώπινης φύσης. Βεβαίως, ό,τι κι αν λένε κάτι Γάλλοι ή οι ορθόδοξοι εμπειριστές, ανθρώπινη φύση υπάρχει: όπως από τον λαιμό και κάτω, έτσι και από τον λαιμό και πάνω. Οι άνθρωποι έχουμε δυο χέρια με πέντε δάχτυλα το καθένα και δεν έχουμε ουρά, επίσης έχουμε Θεωρία του Νου, γλώσσα, κοινωνική οργάνωση, ικανότητα για κουλτούρα κτλ.

Το βασικό επιχείρημα κατά της ανθρώπινης φύσης, είτε ρητά είτε υπόρρητα, είναι βεβαίως βαθιά πολιτικό και ηθικό: από τον καιρό των αρχαίων Ελλήνων, η επίκληση στο φύσει υπήρξε η αιτολόγηση κάθε λογής status quo ή ετεροκαθορισμών: κάποιοι (άλλοι) είναι φύσει δούλοι, ο άνθρωπος φύσει θρησκεύει, οι άνθρωποι συναθροισμένοι τείνουν να συμπεριφέρονται ως αγέλη (σκύλων), οι γυναίκες είναι φύσει κουτσομπόλες κτλ.

Κάθε κοινωνικός ρόλος και στερεότυπο που επικαλείται την ανθρώπινη φύση διαψεύδεται εύκολα με την ελάχιστη αναδίφηση της ιστορίας και της ανθρωπολογίας. Δίπλα στους φύσει πολεμοχαρείς αγρίους υπάρχουν φύσει συνεργατικοί φιλήσυχοι «ευγενείς άγριοι». Δίπλα στην φυσική αποστολή της γυναίκας ως μάνας υπάρχουν οι ταμένες παρθένες των θρησκειών και οι αντρογυναίκες της Αλβανίας και οι ελεύθερες κι άτεκνες γυναίκες της (μετα)νεωτερικότητας. Αθεΐα και θρησκοληψία και όλα τα ενδιάμεσα συνυπάρχουν από καταβολής ανθρώπων. Τροφοσυλλέκτες και νεοϋορκέζοι, εργάτες του Μάντσεστερ και φεουδάρχες, κλαν και πυρηνικές-μονογονεϊκές οικογένειες, από δυο έως πέντε γένη, μητριαρχία και πατριαρχία…

Όλα τα παραπάνω, και πολύ περισσότερα, εμπίπτουν μέσα στην ανθρώπινη φύση. Όπως και αυτό που λέμε ελεύθερη βούληση, βεβαίως.

Εννοείται ότι η πλάνη πως οι κανόνες ετεροκαθορισμού μιας κοινωνίας ανάγονται άμεσα και αδιαμεσολάβητα στην ανθρώπινη φύση ζει και βασιλεύει. Οι νεοφιλελεύθεροι, οι φασίστες, οι evolutionary psychologists, οι ορθόδοξοι μαρξιστές θεωρούν ότι οι ανθρώπινη φύση καθορίζει μονοσήμαντα αυτή ή την άλλη συμπεριφορά. Αναρωτιέμαι τι θα σκέφτονταν οι τροφοσυλλέκτες για την ανθρώπινη φύση, που στο κάτω κάτω ακολουθούν ένα μοντέλο κοινωνικής οργάνωσης που υπήρξε χωρίς εναλλακτικές για εννιά-δέκα φορές περισσότερο από όσο διαρκεί το σετ «Γεωργική Επανάσταση συν Κράτος».

Κι εδώ βρίσκεται το δράμα όσων μελετούν την ανθρώπινη φύση. Ξέρουμε π.χ. κάποια βασικά χαρακτηριστικά της ανθρώπινης νόησης, όπως η προτεραιότητα που δίνουμε στα αντικείμενα (E. Spelke) ή πώς μετράμε (S. Dehaene), ενώ ενδιαφέροντα πράγματα ανακαλύπτονται για το πώς λειτουργούν οι ηθικοί συλλογισμοί μας (T. Fitch). Και πρόκειται για πολύτιμα ευρήματα και παράθυρα που ανοίγονται στην ανθρώπινη φύση. Παράλληλα, έχεις από δίπλα όλες αυτές τις κουβέντες του καφενέ, μεταμφιεσμένες σε επιστήμη, για τις τεράστιες (λέει) διαφορές των φύλων σε ζητήματα νόησης και γλώσσας ή για την αναγωγή της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των λευκών των ΗΠΑ επί Αϊζενχάουερ στο πώς ζούσαν οι πρόγονοί μας στην αφρικανική σαβάνα. Τα just so stories επανέρχονται, τα φύσει βαφτίζονται «DNA» και οι διαφορές γονότυπου και φαινότυπου πάνε για βρούβες.

Η αντίληψη πως η ανθρώπινη φύση καθορίζει συμπεριφορές καταλεπτώς και ντετερμινιστικά είναι λοιπόν απλοϊκή αλλά και πολιτικά επωφελέστατη για τις ελίτ. Η παρανόηση της ανθρώπινης φύσης, όχι ως πεδίου επιλογών αλλά ως σημείων πάκτωσης διαποτίζει και το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Ίσως και λόγω της μεροληψίας υπέρ της λογιοσύνης και της μάθησης (σοφοί δεν ήταν οι αρχαίοι ημών;), το σχολείο λειτουργεί με τη σιωπηρή παραδοχή ότι εκ φύσεως ο άνθρωπος προτιμάει την πνευματική εργασία ή, έστω, μια εκδοχή πνευματικής εργασίας. Κι έτσι, το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσανατολισμένο προς αυτού του τύπου της δουλειές όσον αφορά την επαγγελματική αποκατάσταση του μαθητή. Χαρακτηριστικά: όταν ήμουν υποψήφιος, οι περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές έβγαζαν καθηγητές Μέσης, τελικά. Ακόμα χαρακτηριστικότερα: «αφού δεν τα παίρνει τα γράμματα, στειλ’ τον / την να μάθει μια τέχνη».

Εγώ πάντως γνώρισα ηλεκτρολόγους που λατρεύουν τη δουλειά τους (είχα τον νου μου γιατί κι εμένα μου αρέσει να μπλέκομαι με τα ηλεκτρολογικά), κομμώτριες που ξέρουν ότι κάνουν τέχνη και ότι έχουνε τη σπάνια τύχη να δουν αμέσως τα αποτελέσματα των προσπαθειών τους, εργάτες δήμων που μαζεύουνε σκουπίδια 3 και 4 μαζί και γουστάρουν που γυρίζουνε νυχτιάτικα στους άδειους δρόμους με το φωτισμένο σκουπιδιάρικο, λογιστές που παθιάζονται με αυτό που κάνουν, ευτυχισμένες πόρνες, κορνιζάδες που ξέρουν ότι στο κατάλληλο κάδρο ακόμα και το παιδάκι με το κερί  θα δείξει (και θα σου το φτιάξουν). Θα μου πείτε, είναι αυτές δουλειές για να τις κάνεις καιρό; Η αντερώτησή μου είναι αν έχετε δουλέψει σε γραφείο για πάνω από δέκα χρόνια σερί.

Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η σκέψη και η νόηση δε θα ελεγχθούν ποτέ α λα 1984. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, άμα δώσεις στον Ιησουίτη ή στον Λένιν ή στο ελληνικό σχολείο ένα παιδί από τα γεννοφάσκιά του, δε θα καταφέρει οπωσδήποτε να το κάνει γκάγκα. Χάρη στην ανθρώπινη φύση, η φυλακή της μαζικής κουλτούρας και της προπαγάνδας είναι όλο τρύπες, ανοίγματα και τουνελάκια διαφυγής.

Αν πρέπει να μιλάμε για Σοβιετία

Η διαφορά είναι στη διαφήμιση ίσως

Απολογητής της ΕΣΣΔ δε θα γίνω ποτέ. Κανονικά δεν θα έπρεπε να εξηγεί κανείς γιατί. Εν πάση περιπτώσει, διαβάστε την Κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, του αείμνηστου Κώστα Κάππου.

Τι θα μπορούσε να προσάψει λοιπόν ένας απλός άνθρωπος στον σοβιετικό τρόπο ζωής; Τουλάχιστον τρία:

Πρώτον, την απουσία έστω και προσχηματικά της ελευθερίας του λόγου, τη φίμωση των πάντων, την κυριαρχία της μαρξιστικής-λενινιστικής ορθοδοξίας στα πάντα: από τη μουσική μέχρι τις κάλτσες. Την ανελέητη μηχανή της προπαγάνδας.

Επίσης, την άθλια δημόσια αισθητική του ολοκληρωτισμού, που μόνον ως κιτς φολκλόρ αντέχεται, πολύχρωμη και ντιρλαντά σε ό,τι αφορούσε το μονολιθικό Κράτος και το Κόμμα, σε αντιδιαστολή με την γκρίζα και σκυθρωπή καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τέλος, το πανταχού παρόν κράτος της ολοκληρωτικής καταστολής, που επιτηρούσε ασφυκτικά τις ζωές των άλλων και έλεγχε κάθε συνάθροιση επιβάλλοντας παντού την τάξη φυλακής.

Και πάμε τώρα σε μια αστική δημοκρατία των αρχών του 21ου αιώνα. Τι θα μπορούσε να προσάψει λοιπόν ένας απλός άνθρωπος στον τρόπο ζωής σε μια τέτοια δημοκρατία; Τουλάχιστον τρία:

Πρώτον, την προσχηματική ελευθερία του λόγου, τη φίμωση «ακραίων» απόψεων στο όνομα της ασφάλειας και της κοινωνικής ειρήνης (δε σεβόμαστε το Ισλάμ, τους γκέι ή τους Ασιάτες: να μην εξεγείρονται θέλουμε, να μη φωνάζουν καν), την κυριαρχία της νεοσυντηρητικής-νεοφιλελεύθερης ορθοδοξίας και των μονολιθικών πολυεθνικών στα πάντα: από τη μουσική μέχρι τις κάλτσες. Την ανελέητη μηχανή της προπαγάνδας.

Επίσης, την άθλια δημόσια αισθητική του καταναλωτισμού, που μόνον ως κιτς φολκλόρ αντέχεται, πολύχρωμη και ντιρλαντά σε ό,τι αφορά την κατανάλωση, σε αντιδιαστολή με την γκρίζα και σκυθρωπή καθημερινότητα εκατομμυρίων ανθρώπων.

Τέλος, το πανταχού παρόν κράτος της ολοκληρωτικής καταστολής, που επιτηρεί ασφυκτικά τις ζωές των άλλων και ελέγχει κάθε συνάθροιση προσπαθώντας να επιβάλει παντού την τάξη φυλακής.

Πείνα

Στο κρεβάτι τις προάλλες σκεφτόμουν ότι πέρα από την ταξική στράτευση, υπάρχει ακόμα ένα πρόβλημα στο να κατανοήσουν όσοι έχουν το προνόμιο και την πολυτέλεια να γράφουν τι πραγματικά σημαίνει φτώχεια: όσο ζωηρή και αν είναι η ενσυναίσθησή σου, την πείνα λ.χ. πρέπει να την έχεις ζήσει.

Πείνα εγώ έχω ζήσει για πάρα πολύ λίγο, περίπου 10 μέρες εκεί το Πάσχα του ’97. Μόλις είχε υποτιμηθεί η δραχμή, το ΙΚΥ δεν είχε τις πιστώσεις για να μας στείλει στην ώρα τους τις 580 λίρες τον μήνα. Τους πήρε βδομάδες να βρουν τα χρήματα. Κατά την Κυριακή των Βαΐων ξέμεινα εντελώς από μετρητά, πιστωτική κάρτα δεν είχα. Κυκλοφορούσα με δύο δεκάλιρα για ώρα ανάγκης. Κι έτσι, για περίπου δέκα μέρες απλώς δεν είχα λεφτά, έτρωγα μόνο το βραδυνό στην εστία, μια φορά τη μέρα. Άρα δεν ήταν κανονική πείνα, ενώ θυσίασα ένα πεντόλιρο κι έφαγα μια μερίδα κοτόπουλο την ημέρα του Πάσχα.

Θυμάμαι ότι ζαλιζόμουν και ότι δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Κοιμόμουν πολύ και ξύπναγα πεινώντας, κοίταζα το Σίτυ από το παράθυρό μου και δεν έκανα καμμία υψηλή σκέψη, απλώς αναρωτιόμουν αν το τσάι θα μου έκοβε την πείνα. Τσάι υπήρχε άφθονο. Θυμάμαι να περπατάω σε μια πόλη σαν τον Λονδίνο και να μην έχω πού να πάω, αφού ήδη από τότε ήταν αδύνατο να υπάρχεις εκεί μέσα χωρίς να καταναλώνεις. Πήγαινα μεγάλους περιπάτους: στο ποτάμι, στη National Gallery, στο British Museum, σε πάρκα — σε ό,τι ήταν ανοιχτό τζάμπα. Όμως δεν μπορούσα καθόλου να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτε να αισθητικοποιήσεις από την κατάσταση, δεν αισθητικοποιείται εύκολα η πείνα — άλλωστε ακόμα και η Πείνα του Χαμσούν κατά βάθος τη σεξουαλική στέρηση πραγματεύεται, νομίζω.

Θυμάμαι κυρίως ότι περίμενα να περάσουν οι ώρες να πάω να φάω τις αηδίες φριτέζας που μας προσέφερε το International Hall για βραδινό. Δεν είναι πάντως αλήθεια ότι σκέφτεσαι διαρκώς το φαΐ ή ότι ονειρεύεσαι ψητά και μακαρονάδες και σάντουιτς και τέτοια, αυτά που λεν ότι παθαίνεις με τις δίατες και τις νηστείες δηλαδή. Όμως όταν τελικά πήρα 400 λίρες στα χέρια μου, έκτακτη παρακινδυνευμένη βοήθεια μέσα σ’ έναν φάκελο από έναν πανικόβλητο πατέρα που κατάλαβε τι συνέβαινε, δεν πίστευα στα μάτια μου: μου φαινόταν το πάκο με τα εικοσάλιρα στο χέρι μου σαν κλεμμένο. Κοίταγα τη βασίλισσα στο πάνω-πάνω εικοσάλιρο, μωβ, να με κοιτάζει και νόμιζα ότι βλέπω εικόνισμα.

Εντάξει, και από το 2000 με 2002 έζησα στη φτώχεια: είναι χαρακτηριστικό ότι έκανα απόπειρα να βγάλω πιστωτική, μπας και αποκτήσω λίγο ρευστό, και όταν άκουσε το τετραψήφιο ετήσιο εισόδημά μου ο τύπος στο τηλέφωνο βουβάθηκε και μετά κατάφερε να μου πει με βεβιασμένα ουδέτερο τόνο πως μάλλον δεν θα εγκριθεί η αίτησή μου — και μιλάμε για μια εποχή που έδιναν πιστωτική με το στανιό.

Αλλά πείνα μόνον εκείνες τις δέκα μέρες.

Σε μια ταβέρνα της Βιέννης

Τα μάτια του είναι κόκκινα. Πραγματικά άσχημος, πραγματικά. Δεν ξέρω, ίσως φταίει το κρασί: όσο τον κοιτάζω τόσο μαγνητίζομαι από το πόσο άσχημος είναι. Είναι βεβαίως κι αυτός πίτα, μεθυσμένος. Δεν ακούει καλά καλά τι λέω, έχει και φασαρία εδώ μέσα, είναι και οι βυζάρες της κόρης του κάπελα που ασταμάτητα παρακολουθώ τόσην ώρα.

«Zum Wohl!» αλαλάζει και καταπίνει μια γουλιά σαν να ήταν λαύδανο, τα μάτια του πετάγονται έξω κι είναι κατακόκκινος εδώ και ώρα. «Οι βασιλιάδες και οι αυτοκράτορες», σχεδόν φώναξε, «σπέρνουνε δυναστείες με τα αρχίδια τους. Γκαστρώνουν γυναίκες και παλλακίδες και ελπίζουν ότι τα παιδιά τους θα γίνουν κι εκείνα αυτοκράτορες και βασιλιάδες — αλλά οι ίδιοι θα έχουνε πεθάνει: τον δεύτερο Λεοπόλδο θα τον ξεχάσουν όταν έρθει ο τρίτος. Και τον Φραγκίσκο. Και όλους. Σπέρνουν δυναστείες και μετά τα παιδιά και τα εγγόνια τους καταργούν τους ίδιους παίρνοντας το όνομά τους. Σε κάθε δυναστεία υπάρχει μόνον ο βασιλιάς και ο διάδοχος — όλοι οι προηγούμενοι στη δυναστική γραμμή είναι απλώς ονόματα κι ανάμνηση.»

Κούνησα το κεφάλι σχεδόν απότομα, συμφωνώντας στανικώς: είχα αρχίσει πια να ζαλίζομαι από το κρασί και ήδη το περπάτημα μέχρι το σπίτι μου φαινόταν τόσο επώδυνο όσο πρόβα με τον μαέστρο. Εκείνος συνέχισε: «Ο Κύριός μας φύτεψε Εκκλησία και δεν άφησε διαδόχους παρά μόνον τους μαθητές Του κι εκείνοι τους χειροθετούν τους διαδόχους τους, αφού δεν έχουν αρχίδια.» Γέλασε τόσο δυνατά που, αν δεν γινότανε χαμός, θα πίστευα ότι πράγματι γύρισε και μας κοίταξε η μισή ταβέρνα. «Αλλά η Εκκλησία Του Τον λατρεύει και Τον μνημονεύει εις τους αιώνες. Του παίζουμε λειτουργίες και Του γράφουμε ύμνους.»

Το κεφάλι μου γύριζε. Θε μου, τι λέει ο μαστρο-Λουί; Τι λέει;

«Εγώ όμως θα φτιάξω δυναστεία με τη μουσική. Χωρίς διαδόχους και χωρίς παιδιά. Εγώ θα είμαι το ζωντανό όνομα, εγώ θα είμαι και ο γενάρχης. Θα είμαι παρών. Θα υπάρχω εγώ και όταν θα γράφεται μουσική, θα είμαι εκεί: όπως ο Κύριος σε κάθε συνάθροιση πιστών Του. Και όποιος θα παίζει μουσική, όποιος θα παιδεύεται να βγάλει ό,τι δεν ήθελε να παίξει η κοντέσσα Τζουκάρντι, η γλυκειά καριόλα, θα είναι παιδί μου και διάδοχός μου και πιστός μου. Αλλά το όνομά μου δεν θα σβήσει ποτέ. Ούτε η μουσική μου. Όσο υπάρχει πιανοφόρτε, ή ό,τι άλλο φτιάξουν. Εγώ θα είμαι παρών. Και κανείς δεν θα θέλει να παρεξηγήσει τον γενάρχη της μουσικής! Η δική μου δυναστεία ποτέ δεν θα σβήσει.»

«Μαέστρο, είναι αργά», απάντησα. «Πάμε.»

Στην τιμή και στη συνείδησή μου

Είμαι πολιτικά ανερμάτιστος. Δεν έχω διαβάσει τα βασικά και δεν έχω βγει στους δρόμους ούτε όσο θα έπρεπε ούτε όσο θα ηθελα. Οπότε μπορείτε να διαβάσετε ό,τι ακολουθεί με συγκατάβαση και μεγαλοψυχία — όπως λ.χ. ότι μόνο Συνασπισμό και ΣΥΡΙΖΑ έχω ψηφίσει στη ζωή μου, εκτός από το κοψοχέρικο 2004, που το έριξα ΠΑΣΟΚ για να μην έρθει ο «βλάκας». Ή να υπομειδιάσετε με το οτι από περίπου το 1998 έχω ενστερνιστεί ένα αναρχικό ιδεώδες: κριτική κάθε θεσμού, αποδόμηση ιεραρχικών δομών, κοινωνική αυτοοργάνωση, σοσιαλισμό κι ελευθερία μαζί.
Είμαι όμως άνθρωπος στριφνός, κερδίζομαι πολύ δύσκολα. Δακρύζω δύσκολα αλλά δακρύζω πολύ, ενώ παραμένω αλεπού (η μάνα μου με λέει έτσι, κάτι θα ξέρει). Υπερβολικά τρυφερός, ενθουσιώδης, κυκλοθυμικός. Νωθρός σαν γάτος αλλά σκυλί ανήμερο αν χρειαστεί.
Ανέλαβε λοιπόν η κυβέρνηση. Πάρα πολλοί δείχνουν να ξέχασαν ήδη ποιοι μας κυβερνούσαν μέχρι λίγες ώρες πριν. Γιατί αν θυμόντουσαν, θα έβλεπαν πελώριες διαφορές, σε πάρα πολλά. Δε θα απαριθμήσω τις εξαγγελίες και τις αποφάσεις που ακούμε εδώ και τρεις μέρες — είναι πολυάριθμες, συγκλονιστικές και επί της ουσίας.
Βεβαίως, ακούμε ότι οι κινήσεις αυτές είναι συμβολικές. Διαβάζουμε και πάλι για τη γνωστή «στάχτη στα μάτια», ότι λ.χ. η επίσκεψη στην Καισαριανή ήταν επικοινωνιακό αντίβαρο στη συμμετοχή των Καμμένων ως κυβερνητικών εταίρων. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός αποτελεί μάλλον κνίτικο αντανακλαστικό: οι κνίτες, που ξεκινούν κάθε πολιτική συζήτηση με απαξίωση και μηδενιστικό οίστρο, μου θυμίζουν ζηλωτές χριστιανούς που στα πάντα βλέπουν τη ματαιότητα «του κόσμου», το φάσμα της αμαρτίας και του θανάτου. Ιδίως αν πρόκειται για κάτι όμορφο κι ανθρώπινο. Από την άλλη, ένας σοβαρός άνθρωπος του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου έγραφε σήμερα για την κατάθλιψη της συμβολικής χαράς σε σχέση με το ξήλωμα της μάντρας μπροστά από τη Βουλή. Και οι καθαρίστριες που δικαιώνονται (κάνοντας εμένα, τον αφελή, να κλάψω); Και το πάγωμα του γενικευμένου ξεπουλήματος; Και η επαναφορά του κατώτατου μισθού; Η αποκατάσταση της Κυριακής αργίας; Συμβολικά όλα;

Για άλλη μια φορά, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου αδυνατεί να χαρεί· όπως έγραφα πριν οχτώ χρόνια: «έβλεπε σινεμά στις μάντρες του ’60 και στηλίτευε την απουσία κοινωνικής κριτικής και επαναστατικών μηνυμάτων, ερωτευόταν τη δεκαετία του ’70 (αφάνα τα εφηβαία, φούντα οι μασχάλες) και τη χάλαγε η μπουρζουάδικη ροπή των περισσότερων σεξουαλικών πρακτικών, εξεγειρόταν το Πολυτεχνείο και τη φαγούριζε η απουσία ξεκάθαρης πολιτικής γραμμής, έπεσε η Χούντα και θρηνολογούσε την παλινόρθωση του αστικού κράτους, πήγαινε στις ντίσκο και τις έβρισκε απολιτικές». Έτσι: γι’ αυτούς η χαρά πρέπει να δικαιωθεί εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος. Όμως η χαρά είναι σαν την επανάσταση, που λέει κάπου ο Μπένιαμιν: γίνεται με αφορμή το παρελθόν, και τον πόνο του, και όχι γιατί υπόσχεται ένα μέλλον και την τρυφή του.

Και έτσι, τώρα που έχουμε μια κυβέρνηση που δείχνει αποφασισμένη, μέρος της κομμουνιστικής αριστεράς και του αναρχικού-αντεξουσιαστικού χώρου μυκτηρίζει τη σύνθεσή της, παρότι θα μπορούσε να είναι τρισχειρότερη αν συμπεριλάμβανε το μουλωχτό πολιτικό Τίποτα των εργολάβων, ενώ θα μπορούσε να είναι δυνατότερη ίσως αν την υποστήριζε το ψυχοπλακωτικό κι αυτιστικό σανατόριο που λέγεται ΚΚΕ. Και δεν μπορεί να χαρεί αυτό το μέρος γιατί η κυβέρνηση αυτή δεν είναι γνησίως αριστερή. Γιατί δεν θα πουλήσει το σκοινί στον καπιταλισμό για να πάει να κρεμαστεί οικειοθελώς κι αυτοβούλως.
Κι ας έχει εξαγγείλει μέσα σε 2-3 μέρες η κυβέρνηση αυτή όσα προσδοκούμε εδώ και τέσσερα χρόνια. Κι ας δείχνει ότι θα πράξει όσα καμμιά κυβέρνηση από το 1974 και μετά προς την κατεύθυνση της κοινωνικής δικαιοσύνης, της προστασίας των αδυνάτων, της ελευθερίας και της ισότητας. Κι όλα αυτά απέναντι στις εγχώριες λυσσασμένες πολιτικές μαϊμούδες, στις άρπυιες των μεγαλοεργολάβων, στις σαύρες των τραπεζών, στους ύπουλους ποταμίσιους φρύνους, στις ύαινες του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού.

Είναι μαξιμαλιστές όσοι δε θέλουν να χαρούν, όσοι γκρινιάζουν: θέλουν ρήξη κι επανάσταση τώρα. Είναι μέσα στη μίρλα γιατί τα θέλουν όλα. Και καλά κάνουν. Μαξιμαλιστές είναι. Μα δεν ξέρουν ότι μαξιμαλισμός νοείται μόνον στον έρωτα: εκεί εκπληρώνονται οι επιθυμίες στο έπακρο, εκεί σου χαρίζεται κάποτε κι ένας κόσμος πέρα από τις επιθυμίες σου. Αλλά και στον έρωτα μια φορά στις δεν ξέρω πόσες.

Κάτι λεσβίες εκεί πέρα… (γάμος για όλους)

Όταν το 2006 έγραφα για αόρατες λεσβίες, δεν είχα την παραμικρή ιδέα για τι πράγμα μίλαγα, τελικά. Ναι, ξέρω ότι θέλετε να διαβάσετε κάτι για τις εκλογές, αλλά εγώ δεν έχω διάθεση: κατ’ εμέ αυτές οι εκλογές έρχονται πολύ αργά και όχι όπως θα άρμοζε στην αθλιότητα των τελευταίων πέντε ετών, δηλαδή μετά από αναταραχή.
 
Λοιπόν, δεν είχα ιδέα. Μίλαγα με μία παλιά μου φίλη, είναι τώρα εκεί γύρω στα τριάντα, για το πώς την αντιμετωπίζει η οικογένειά της. Δε θέλω να δώσω λεπτομέρειες, αλλά να το θέσω έτσι: η οικογένειά της της χρωστάει και της χρωστάει πολλά. Η Γ είναι η κλασσική ελληνίδα θυγατέρα, που έχει σηκώσει στις πλάτες της τη συμπαράσταση προς τους γονείς, τη συνδρομή προς τους παππούδες και άλλα πολλά. Χάρη στην κρίση, και τις επιλογές της οικογένειας (που ποτέ δεν κάνει λάθος), έφτασαν να ξανασυγκατοικούν όλοι μαζί μετά από χρόνια. Πρόσφατα έγινε λοιπόν η μοιραία συζήτηση με τον πατέρα — γιατί η συζήτηση αυτή θα γίνει, όσο και αν τα γκέι παιδιά παίζουνε τις κουμπάρες, έστω κι αν θα γίνει βουβά και με δυο βλέμματα σαν γοργές βελονιές βοηθού μικροβιολόγου. Η αντίδραση του πατέρα στο «είναι η γκόμενά μου κι είμαι λεσβία» ήταν αντίστοιχη με αυτήν απέναντι στο «η αλήθεια είναι στους Σεξ Πίστολς, γκέγκε;». Θυμηδία κι απαξίωση, κουρασμένη γκριμάτσα πατέρα που ζητάει από τη μικρή να κόψει τις μαλακίες γιατί έχουμε και δουλειές. Αναρωτήθηκα μπροστά στη Γ, αν είχε γιο και του έλεγε «είναι ο γκομενός μου και είμαι __________» (δεν ξέρω ποιον όρο χρησιμοποιεί ο γκέι άντρας για να κάνει το πιο οδυνηρό κάμινγκ άουτ), θα αντιδρούσε έτσι ο πατέρας;
 
Η απάντηση μού δόθηκε, τυχαία, από μια άλλη παλιά φίλη, την Π. Όταν τις έπιασε πριν πολλά χρόνια ο πατέρας της γυμνές στο κρεβάτι εκείνη και την τότε κοπέλα της, με την κοπέλα της μάλιστα μονοσήμαντα τοποθετημένη ανάμεσα στα πόδια της και την ίδια στο χείλος του οργασμού, δεν έπαιξε καν το βλέφαρο του. «Κορίτσια, ακόμα δεν ντυθήκατε; Άντε.» ήταν η αντίδρασή του. Η πόρτα έκλεισε πίσω του και δεκαετίες μετά ο πατέρας ακόμα δεν προβληματίζεται, τουλάχιστον όχι μπροστά της, γιατί η κόρη του η Π δεν παντρεύτηκε. Ούτε καν γιατί δεν την έχει δει ποτέ με γκόμενο, παρά μόνο με φίλες.
 
Δε λέω ότι δεν υπάρχει εξήγηση για αυτές τις συμπεριφορές. Δεν πέφτω από τα σύννεφα. Επίσης, κάποιοι γκέι άντρες φίλοι μου στάνταρ θα μου πουν ότι καλύτερο είναι να σε αγνοούν, να μην υπάρχεις και να καμώνονται ότι «απλώς» γεροντοκοριάζεις εκκεντρικά, παρά να σε δέρνουν, να σε κυνηγάνε, να σε χλευάζουν και να σε περιθωριοποιούν. Ειλικρινά, δεν ξέρω.
 
Αυτό που ξέρω είναι ότι η Γ δεν μπορεί να παντρευτεί στη φάση του «γιατί όχι», όπως παντρεύτηκα εγώ. Ξέρω ότι δε θα υπάρχει ένα ταίρι με τον νόμο δίπλα της για να της χορηγεί αντίδοτο στις τοξίνες που μας ποτίζει η ελληνική οικογένεια, η οικογένεια που ποτέ δεν κάνει λάθος, γιατί ό,τι κάνει το κάνει για το καλό μας.
 
Αυτό κατάλαβα τον Ιανουάριο του 2015: ο γάμος για όλους δεν είναι μόνο ζήτημα στοιχειώδους ανθρώπινου δικαιώματος. Δε διασφαλίζει μόνον ότι δε θα σβήσεις σ’ ενα κωλονοσοκομείο μόνος με τον άνθρωπό σου να περιμένει στον διάδρομο την ελεημοσύνη κάποιας νοσηλεύτριας. Δεν τακτοποιεί πρακτικά θέματα και μόνο. Στην Ελλάδα, ο γάμος σε θωρακίζει επιπλέον απέναντι σε μια εξόχως ιμπεριαλιστική οικογένεια, η οποία ακόμα κι αν είσαι στρέιτ έγγαμος σαραντάρης, θα ορμήσει να σου πει για τη ζωή σου και να σου τραβήξει και το αυτί. Πολλώ μάλλον αν είσαι από αυτές που δεν είχανε καλή τύχη και τώρα τελευταία καμώνονται ότι είναι λεσβίες…
 
 Δημοσιεύτηκε στο Greek Cloud.