στους Φίλους
Είμαι άνθρωπος των παθών. Εννοώ κυρίως τα δύο αριστοτελικά πάθη, δηλαδή τον έλεο και τον φόβο. Όταν πρωτοάκουσα τον ορισμό της τραγωδίας, σε αυτό το σημείο κόλλησα: ότι, από όλα τα πάθη, ο Αριστοτέλης θεωρεί την τραγωδία καθαρτική ακριβώς αυτών των δύο παθών.
Είμαι άνθρωπος των παθών, ναι, και των άλλων, των προφανών· εκτός από τον τζόγο. Η μεγάλη πλειονότητα όσων ακούω, βλέπω, νιώθω, ζω εγείρουνε πάθη μέσα μου. Με άλλα λόγια, τρώω πολλά φλας και μάλιστα σε ανύποπτο χρόνο. Μάλιστα, επειδή το εξωτερικό μου περίβλημα είναι συνήθως απαθές, νεφοσκεπές κι ακύμαντο, δε φαίνεται εύκολα ότι με κλυδωνίζουν πάθη κι έτσι η συμπεριφορά μου καμμιά φορά γίνεται απρόβλεπτη, για να το πω κάπως ευγενικά. Συνήθως ως δυσάρεστη έκπληξη, σπανίως ευχάριστη.
Το παραπάνω είναι προϊόν ενδοσκόπησης. Η ενδοσκόπηση είναι από τις προσφιλείς ενασχολήσεις του δυτικού ανθρώπου, ίσως και του ανθρώπου εν γένει. Αυτό το «ένδον σκάπτε», που λέμε, η για πολλούς διαρκής απόπειρα να πετύχουμε το χιμαιρικό «γνώθι σαυτόν». Χρησιμοποιούμε την ενδοσκόπηση με σκοπό να αποκαλύψουμε αλήθειες για το σημαντικότερο και πιεστικότερο ζήτημα καθενός από εμάς: τον εαυτό μας. Με περιορισμένη, βεβαίως, αποτελεσματικότητα. Άλλωστε, όπως η ψυχολογία και η ψυχανάλυση έδειξαν, η ενδοσκόπηση είναι το αντίστοιχο π.χ. της αυτοψηλάφησης: όσο συστηματική, έντονη και λεπτομερής κι αν είναι, δεν υποκαθιστά τα διαγνωστικά μέσα του ειδικού.
Εγώ από αυτά δεν πολυξέρω. Έχω καταλάβει κάτι άλλο όμως. Όποιος κοιτάζει μέσα του, κανονικά πρέπει να βλέπει μια άβυσσο: την αντανάκλαση ή τις θαμπές φωτεινές σκιές των φώτων της καθώς και τα πηχτά σκοτάδια του ασυνειδήτου (που τίποτε δε θα φανερώσουν αβίαστα). Πρέπει να βλέπει τα βάθη της αβύσσου, τα οποία σβήνουν κι εξαφανίζονται πριν οριστεί κάποια γραμμή φυγής για να δείχνει προς τον βυθό της. Κοιτώντας μέσα σου ίσως βλέπεις ένα τοπίο, ίσως βλέπεις έναν ουρανό να σε τραβάει προς τα πάνω ή ένα πέλαγος να σε καλεί προς τα έξω (αλλά το «έξω» της θάλασσας είναι το «μέσα» και «βαθιά»). Όποιος κοιτάζει μέσα του βλέπει την άβυσσο που διαρκώς βαθαίνει όσο προχωράει κανείς μέσα της — όπως το φεγγάρι που πάντα μας ακολουθεί. Δεν είναι βεβαίως άπειρη, απλώς εμείς έχουμε βραχείες ζωές και λίγο χρόνο για να την εξερευνήσουμε.
Κάνοντας την ενδοσκόπησή μας πολλες φορές είμαστε παγιδευμένοι στη σαμσάρα, στον κύκλο της νεύρωσης: στην αλάνθαστη αίσθηση ότι κάτι σπουδαίο μόλις ανακαλύψαμε κι ας είναι κάτι που έχουμε ανακαλύψει ξανά και ξανά, στην εντύπωση ότι κάτι σημαντικό μόλις διαπιστώσαμε — και ίσως εμπεδώσαμε — ενώ αυτόν τον ουδό τον έχουμε διαβεί ξανά και ξανά σαν διστακτικοί βρυκόλακες που πρέπει να τους μπάσεις μέσα στο σπίτι σου για να διαβούνε το κατώφλι του. Γυρίζουμε γύρω από την ίδια στροφή του λαβυρίνθου, κάνουμε ξανά την ίδια λάθος επιλογή μέσα στη μέθη μας που μας δόθηκε ξανά η δυνατότητα επιλογής. Της επιλογής να ξαναγυρίσουμε στα ίδια.
Όσοι είμαστε στον κύκλο του ‘ξανά εδώ’ και του ‘πάλι τα ίδια’ εστιάζουμε στην τάχα καινούργια λεπτομέρεια που όλα θα τ’ αλλάξει και η οποία μας κοίταζε κατάματα για χρόνια. Αντί για τις γραμμές φυγής της αβύσσου που σκιάζουν τα σκοτάδια της, βλέπεις την επίφαση του απείρου, έναν καθρέφτη να καθρεφτίζει όσα εσύ είσαι έτοιμος να καθρεφτίσεις, ετερόφωτος: έχεις εγκλωβιστεί μέσα σε μια περίπτωση του φαινομένου Ντρόστε, είσαι εγκιβωτισμένος επ’ άπειρον μέσα στον εαυτό σου που εγκιβωτίζει τον εαυτό σου. Μπορεί να το λένε mise en abyme, αλλά είσαι πολύ μα πολύ μακριά από την άβυσσο και την ελευθερία της πτώσης μέσα της, είσαι στριμωγμένος μέσα σ’ ένα καρυδότσουφλο και λογίζεις τον εαυτούλη σου βασιλιά του άπειρου σύμπαντος: I could be bounded in a nutshell, and count myself a king of infinite space, were it not that I have bad dreams — ειρωνικά και ιοβόλα δεν το έβαλε αυτό ο Ποιητής στο στόμα του Άμλετ;
Ο παπα-Γαβριήλ μού είπε όταν ήμουν δεκαοχτώ: «οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις». Τρολάριζε Θουκυδίδη με το θρυλικό (και χιλιοκαπηλευμένο) «…τὸ εὔδαιμον τὸ ἐλεύθερον, τὸ δ’ ἐλεύθερον τὸ εὔψυχον»; Με έβαζε να ψυλλιαστώ όσα θα διάβαζα στον Σαρτρ για τη μοναξιά και τη δυσκολία της ελευθερίας και την πλατεῖαν καὶ εὐρύχωρον ὁδὸν της mauvaise foi; Δεν ξέρω. Ξέρω ότι αυτή η μικρή κι ίσως ανέμελη συμβουλή με συντροφεύει. Ξέρω ότι κάθε φορά που τα πάθη μεταμορφώθηκαν σε ζώσα ποίηση, κάθε φορά που έσπασε ο κύκλος του ελέου για τον εαυτό μου, της αυτολύπησης, και του φόβου, ανοίχτηκαν μπροστά μου αδιανόητα τοπία. Τελικά αυτό και μόνο έχω να μοιραστώ απόψε.




