Ωστόσο, μέσα μου χαμογελάω

Νίκη (ναι, έστω: του αυτονόητου και της στοιχειώδους ανθρωπιάς).

Πάντως, δεν ξέρω για την εργατική τάξη, για να το πω ευγενικά κι εκτός αν ‘η εργατική τάξη’ είναι μια αφαίρεση όπως ‘το έθνος’, αλλά πιο περήφανοι πρέπει να είναι οι λιγοστοί «αλληλέγγυοι» κουλτουριάρηδες, μερικοί «ακτιβιστές του διαδικτυακού καναπέ’, εφτά σαμουράι-δημοσιογράφοι, και κυρίως όσοι άνθρωποι (υπο)στήριξαν αυτούς τους ανθρώπους.

Και για να μη χαλαρώνουμε, παίδες:

On repart à zéro

Και φυσικά η Επανάσταση ήρθε, ένα νέο 1989 των λαών (ή 1848; δεν ξέρω). Όχι όμως στην Ευρώπη, που μάλλον τον έχει πιει στο ουζοπότηρο πανταχόθεν, αλλά στο Τούνεζι, στη Μπαρμπαριά (μέσω Μισιριού), στο άγνωστο πετρελαιοφόρο κρατίδιο του Μπαχρέιν, στην άγρια Υεμένη. Εξού και κανείς μας δεν τη συμπαθεί πραγματικά: αντί για εράσμιες Ουκρανές και καπάτσες Ουγγροπολωνέζες, έχεις πισώβαρες Αράβισσες (κάποιοι φυσσικά δεν τις έβλεπαν καθόλου), αντί για τη Βατσλάβσκα Ναμέστι, τον σταθμό της Φρίντριχστράσε, τους μεσευρωπαϊκούς καθεδρικούς του Κούντερα και τις χαύνες και άτεγκτα ευθείες λεωφόρους του Βουκουρεστίου (που τόσο είχε θαυμάσει η Έλλη Αλεξίου στο ταξιδιωτικό της για τη Ρουμανία που διαβάζαμε μικροί), έχεις σκόνη, μεταλικούς ουρανούς και τον βορειοαφρικανικό μπρουταλισμό του μπετού. Αντί για λαούς με τσαλαπατημένη αξιοπρέπεια, την οποία εξ ορισμού έχουμε οι Ευρωπαίοι και η οποία τελειώνει εκεί που δένουν τα βαπόρια του Βοσπόρου, έχεις κάτι χαχόλους, λαούς-παιδιά, που δεν ψέλνουν πατριωτικά άσματα χαϋντνικά, να δακρύσεις κι εσύ, παρά κάτι γηπεδικά συνθήματα στην όλο πνίγες γλώσσα τους. Κι έχουνε και πετρέλαια.

Κι εγώ αισθάνομαι πολύ κουρασμένος. Η κατάσταση στην Ελλάδα δε μου δημιουργεί πια φρίκη, μου μοιάζει πια εφιαλτική. Μου έρχεται να παρακαλέσω όποιον με παίρνει τηλέφωνο να μου λέει μόνο κουτσομπολιά, γκομενικά κουτσομπολιά. Άντε, να μου πούνε για ταινίες και βιβλία. Και τίποτε άλλο. Δεν έχει κάποιο βαθύ νόημα αυτό που λέω, είναι το ζωώδες μουγκρητό κάποιου που βασανίζουν και θέλει να πει «σταματήστε, δεν αντέχω», αλλά δεν μπορεί πια να μιλήσει γιατί είναι πρησμένος μέσα κι έξω. Εδώ κανονικά θα απαριθμούσα, με τον προσφιλή μου τρόπο της λίστας σε ασύνδετο σχήμα, τα στοιχεία του εφιάλτη: αυτό, αυτό, αυτό και άλλα πολλά. Αλλά κι αυτό είναι ακκισμός πια. Τι κουβέντες να πεις πια. Το πολιτικό πρόβλημα υπήρχε και παραμένει (μία λέξη, συμβολική: Πάγκαλος), το επιδεινώνει ότι στα πράγματα είναι όχι πια οι απλώς πανηλίθιοι και κυνικοί, παρά λαμπροί ιδεολόγοι, πλην όμως «πραγματιστές» και άρα ανενδοίαστοι· το κοινωνικό-πνευματικό-ηθικό πρόβλημά μας διογκώθηκε εκθετικά, αφού λ.χ. πια η δημόσια επίδειξη αναλγησίας και απροκάλυπτης απανθρωπιάς απέναντι σε κολασμένους απεργούς πείνας, για τους ομοίους των οποίων φυσικά κάποτε δακρύζαμε τζάμπα, αποτελεί μέτρο πολιτικής υπευθυνότητας — εκτός φυσικά και αν ανήκεις στους πεφωτισμένους που φρονούν ότι πρέπει να θεριστούν οι μπάτσοι (λες και ωρίμασαν ποτέ). Όλα όσα έκαναν την κοινωνία μας, «πρωτοπόρα και προοδευτική«, ωραία σαν Έλληνα, ήταν απλώς καιροσκοπικά φτιασίδια ή περασμένα μεγαλεία στην καλύτερη περίπτωση. On repart à zéro.

Έτσι, τι να γράψει και τι να διαγνώσει κανείς και τι να σαρκάσει κανείς πια. Πόσα λόγια πια. Μένει μόνο η κούραση και η αρχή της απελπισίας.

Να ευχηθώ «Καλή Σαρακοστή» θα ήταν μάλλον ανεπίτρεπτος σαρκασμός.

Παρενθέσεις από μια κηδεία

Προσπαθώ να γράψω αυτό το σημείωμα από χτες. Αν αποτύχω, θα είναι γιατί απέτυχα, όχι γιατί δε μ’ ένιαξε.

Χτες κηδέψαμε έναν γλυκό και χαρούμενο άνθρωπο, μια συνάδερφο εξαιρετική στη δουλειά της. Νέα από τις περισσότερες απόψεις. Ας πούμε ότι πέθανε από μαράζι. Εντάξει, δεν είναι ιατρικώς ορθή η αιτιολογία, αλλά ας πούμε ότι το βλέπω έτσι. Ο Σραόσα είμαι, ό,τι θέλω γράφω.

Στην κηδεία τη σκεφτόμουν, σκεφτόμουν τους δικούς της. Όταν ήμουνα μικρός, φοβόμουν μην πεθάνουν όσοι μ’ αγαπάνε, μετά έτρεμα μην πεθάνω εγώ, τώρα διώχνω με φρίκη τη σκέψη ότι θα πεθάνουν όσοι αγαπώ. Από την πένθιμη διάθεση για την εκλιπούσα (θα πω «αδικοχαμένη», αν και δε θεωρείται δόκιμος ο όρος όταν ο φυσικός αυτουργός είναι ο καρκίνος που όλοι φοβόμαστε ή τα καρδιακά, από τα οποία έχουμε ακόμα περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουμε) με έβγαζε πότε ο θλιβερός ψάλτης με τη σοβαρή διαταραχή ομιλίας (τι διασυρμός των νεκρών αυτοί οι ψαλτάδες στις κηδείες, πάντα οι τελευταίοι), πότε το εκνευριστικά ιουδαΐζον-στωικίστικο κείμενο της νεκρώσιμης ακολουθίας (Ανάσταση; ποια Ανάσταση;). Μετά ξανακαταλάγιαζα στην ενατένιση δύο φαρμακωμένων ανθρώπων στα στασίδια φάτσα στο φέρετρο ή των θλιμμένων προσώπων μας. Κάποιου τα δάκρυα στα δεξιά μου έσταζαν στο πάτωμα σα λασκαρισμένη βρύση, χωρίς να κυλήσουν καθόλου στο πρόσωπό του. Η μέρα έξω είχε λοξό και άτρωτο φως, βαρύ ουρανό και υπέρλαμπρα ανοιξιάτικα λιβάδια, κίτρινα και πράσινα, αλλά κυρίως κίτρινα.

Μετά, καθώς έβγαζα το κουστούμι, τα παπούτσια (πασπαλισμένα με χώμα), τη μαύρη γραβάτα που είχα αγοράσει για μια άλλη κηδεία πάρα πολύ μακριά αλλά ποτέ δεν είχα φορέσει, ένιωσα περίεργα. Πένθος αλλά όχι μελαγχολία, οργή αλλά όχι θυμό, πίκρα αλλά όχι θλίψη. Σκεφτόμουν ότι ένας άνθρωπος γεμάτος αγάπη και κέφι και μπρίο για τη δουλειά (ακόμα κι όταν την είδα διασωληνωμένη για τελευταία φορά στο νοσοκομείο), πέθανε με πίκρα και με την αίσθηση ότι αδικήθηκε. Αυτό με βάρυνε περισσότερο απ’ όλα. Πολύ. Η αγάπη που δίνουμε δεν μπορεί να μας σώσει, σκέφτηκα. Αφοριστικά και μελοδραματικά ίσως, αλλά το σκέφτηκα. Και όταν λέμε να μας σώσει, δε μιλάμε για τον Θεό και τον Γιο Του, μιλάμε να μπορέσεις να φύγεις ήσυχα χωρίς να πονάς για τις αδικίες που υπέστης. Η αγάπη δεν μπορεί να μας λυτρώσει, δεν μπορεί καν να μας γιάνει.

Αργότερα, μιλώντας με έναν φίλο για να ξεπλύνω από τη σκέψη μου τη στιφάδα και τη γλυφή διάθεση, του το είπα: η αγάπη δε θα σε σώσει, αλλά θα σώσει τους γύρω σου που θα την δεχτούν από σένα.

Ο φίλος μας ο Καντάφι


(αφιερωμένο σε όσους την έχουνε μικρή τη μνήμη)

Μουαμάρ Καντάφι:

Ο φίλος του Μεγάλου Ανδρέα, χάρη στον οποίο τα βρήκε με τον άλλο φίλο Μιτεράν στην Ελούντα, σε μια κίνηση μυστικής διπλωματίας, η οποία απαγορεύεται από το ελληνικό Σύνταγμα και στην οποία ειδικευόμαστε, όπως μάθαμε τη μία φορά που τα κάναμε μούσκεμα, χάρη στους φιλόκουρδους παύλους μελάδες (χαρχ) και την υπόθεση Οτσαλάν. Στο μεταξύ αγοράστηκαν κάτι Μιράζ 2000.

Ο άνθρωπος που θαύμαζαν οι πασοκάνθρωποι του ’81-’89, που θα έφτιαχνε τεχνητό ποτάμι για να αρδεύσει τη Σαχάρα, που τράβαγε γραμμές θανάτου, γραμμές Αουζού στο Τσαντ και μετά μαζευόταν καρπαζωμένος από τους αδίστακτους (αυτό χωρίς ίχνος ειρωνείας) ιμπεριαλιστές.

Ο άνθρωπος που διέταξε να ανατιναχτεί επιβατικό αεροπλάνο για παραδειγματισμό, στη λαμπρή παράδοση της κατάρριψης του κορεατικού τζάμπο.

Ο άνθρωπος που ελέω πετρελαίου έγινε εσχάτως φίλος και της Ιταλίας και της Βρετανίας αλλά και της Ελλάδας, πατρονάροντας τον πρωθυπουργό χώρας της ΕΕ σαν να ήταν ιταλίδα γκομενίτσα που της χάρισε τζάμπα Κοράνι.

Ο καραγκιόζης μπερλουσκονικών προδιαγραφών, ο κομπλέ περιφερόμενος θίασος: με τέντα και ένοπλες μοντέλες.

Ο αναγκαίος δικτάτορας που χρειάζονται οι χαχόλοι. Αντίθετα από τον αμερικανόδουλο Μουμπάρακ, αυτός πιο αναγκαίος, γιατί θα άνοιγε τον δρόμο στον σοσιαλισμό. Ο πολιτικός άνδρας που θαύμαζε 0 Μανώλης Γλέζος γιατί κατάργησε τα κόμματα κι εφάρμοσε την άμεση δημοκρατία.

Ο αιμοσταγής τύραννος, που διέπραξε ό,τι μόνον οι Βρετανοί (βετεράνοι αυτοί) τόλμησαν να κάνουν το ’72 στην Bloody Sunday: να ρίξουνε στρατό πάνω σε αμάχους. Και οι ευθύνες της μικρής αδύναμης και πάντα ριγμένης Ελλάδας. Της πάντα γελαστής και γελασμένης, που θέλουμε να λέμε.

Fire in Cairo

Γύριζα από την τράπεζα σήμερα, όπου μόλις είχα μάθει ότι ο κυπριακός Τειρεσίας λέγεται Άρτεμις (γιατί; επειδή είναι παρθένα; ή επειδή είναι κυνηγός;) κι άκουσα το παρακάτω πετακαταπληκτικό άσμα:

Κάιρο
Στίχοι: Πήγασος
Μουσική: Πήγασος
Πρώτη εκτέλεση: Σάκης Ρουβάς

Θες να το ξεχάσω
και να το προσπεράσω
δεν ήταν, λες, λάθος σοβαρό.
Αν θες να γυρίσεις
πρέπει ν’ ακολουθήσεις
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας
για να μετανοήσεις
στης πυραμίδας τα σκαλιά
συγνώμη να ζητήσεις.
Θέλω χιλιόμετρα εκατό
γυμνή να περπατήσεις
μες στην καυτή την έρημο
και τότε ας γυρίσεις.

Για να σε κρατήσω
και να σε συγχωρήσω
άκου αυτό τώρα που θα πω.
Για την απιστία
υπάρχει θεραπεία
εξαγνισμού τελετουργικό.

Θέλω στο Κάιρο να πας…

Κι αν δε κάνεις όλα αυτά
με ένοχη καρδιά
δε θέλω πίσω πια να γυρίσεις.
Με τις τύψεις σου να ζεις
που πια δε θα μπορείς
τα μάτια μου ξανά ν’ αντικρίσεις.

Θέλω στο Κάιρο να πας…

Εγώ δεν έχω να πω τίποτα. Τα λέει όλα η ποίηση, πάντοτε πολυδιάστατη και, σε αυτή την περίπτωση, επίκαιρη.

Σύγχρονες μορφές μαντείας

Το γκάλοπ έκλεισε. Τα αποτελέσματα τα βλέπετε δίπλα: στο πνεύμα της εποχής, νικήτρια είναι η αποχή και ανάμεσα στους ψηφίσαντες η ψήφος διαμαρτυρίας (δε μας χε, ρε σρα) με 55%.

Αυτό μου θύμισε ένα σημείωμα που ήθελα να γράψω για σύγχρονες μορφές μαντείας. Διότι, βεβαίως, ο τεχνικός πολιτισμός προχωρεί και μας παρέχει περισσότερους διαύλους μέσα από τους οποίους θα πείσουμε τους εαυτούς μας ότι κυλάει στάγδην το μεταφυσικό για να ποτίσει τις καθημερινότητές μας. Παράλληλα, ο πνευματικός πολιτισμός βρίσκεται κάπου εκεί στον 19ο, ή και πιο πίσω, οπότε η ανάγκη να βρούμε μαντικούς διαύλους παραμένει.

Προτείνω λοιπόν τα εξής δοκιμασμένα:

PINομαντεία: σου στέλνει η τράπεζα PIN. Εφαρμόζεις όλες τις αριθμομαντικές και λεξαριθμικές μεθόδους που ξέρεις. Επειδή ο PIN είναι (ψευδο)τυχαίος, σίγουρα κάποια «ανώτερη δύναμη» θα μιλάει μέσα από αυτόν. Εγγυημένα πράματα.

Ραδιομαντεία / Κλιπομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. «θα απολυθώ;» Ανοίγεις κανάλι μόνο με βίντεο κλιπ ή το ράδιο. Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Προσοχή στην επιλογή καναλιού ή σταθμού, αν έχει το πλέιλιστ του μπαρμπα-Γιάννη Σπόνσορα, τα αποτελέσματα δεν είναι εγγυημένα. Πάντως, αν πέσει το «πάγωσε η τζιμινιέρα» (δεδομένων και των ασυμπτωτικά μηδενικών πιθανοτήτων να πέσει το «πάγωσε η τζιμινιέρα»), τυπώστε βιογραφικά και αναζητήστε σουπερμάρκετ στο οποίο θα επενδύσετε την (υποθετική) αποζημίωση.

iPodομαντεία: Διαλογίζεσαι πάνω στο ερώτημά σου, λ.χ. «Είναι προβληματικός/-ή ή φέρεται έτσι επίτηδες;». Προχωράς στο iPod ένα τραγούδι μπροστά (έχοντας πρώτα επιλέξει shuffle). Το επόμενο τραγούδι, προφητικώ και αλληγορικώ τω τρόπω, περιέχει την απάντηση. Η iPodομαντεία έχει το πλεονέκτημα ότι τα τραγούδια μέσα από τα οποία θα επιλεγεί μαντικώς η απάντηση έχουν πρώτα επιλεγεί από εσένα, άρα λένε κάτι για τη ζωή σου και μάλιστα με τρόπο που τον καταλαβαίνεις. Για παράδειγμα,: αν είσαι της κλασικής, άμα σου πέσει η Σονάτα του Κρώυτσερ, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: «είσαι υπογαμημένος, ασχολήσου με τα φιλοτήσια έργα και πιες ένα κρασί»· άμα σου πέσει το κοντσέρτο του Μέντελσον για βιολί, η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι: «όχι μόνο το κάνει επίτηδες, αλλά σε έξι μήνες θα είσαι αλκοόλας» — αν είσαι των ελληνικών, του ροκ, των κλαρίνων, της ελεχτρόνικα, της μπαλάντας, αντιστοίχως. Προσοχή όμως: άμα η λίστα αναπαραγωγής περιέχει λιγότερα από 150 τραγούδια, η αξιοπιστία της μεθόδου είναι περιορισμένη: καλύτερα λοιπόν απευθυνθείτε σε κάποιον με κληρονομικό χάρισμα. Επίσης: αν πέσει Πλιάτσικας η απάντηση είναι «πόνα» ή «ψόφα» (ανεξαιρέτως ερώτησης). Για τους Tool, τους Tindersticks, τον Τερλέγκα και την Τσανακλίδου οι απαντήσεις περιέχονται στο σχετικό συνδρομητικό σάιτ που θα φτιάξω σύντομα.

Επιλογές από τον ημερήσιο τύπο

Κερατέα, όπως Ραμάλλα — αφήστε τη Γάζα ήσυχη, ούτε που τη διανοούμαστε τη Γάζα. (Για να το βρίσκω στο μέλλον.)

Η προέλευση της Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη: το όριο της φωτιάς.

Πόθος και αφοσίωση. Ή ο πόθος ως φάρμακο της μοναξιάς, αλλά μάλλον, τελικά, η άρνηση της μοναξιάς ως πόθος.

Και πάνω που πήγα να πατήσω το ‘δημοσίευση’, σκέφτηκα: «να οι εμμονές σου». Εκτός από τη μουσική και τα βιβλία.

Μεταξύ δύο αιώνων

Το 1997, τον καιρό του IRC, ενώ άλλοι έκαναν τσατ για σάιμπερ και για να βρούνε γκόμενους και γκόμενες, εγώ έψαχνα κόσμο να μιλήσω. Το 2005, όταν ξεκίνησα το μπλογκ, ομοίως. Αυτά δεν τα λέω με τον παραμικρότερο υπαινιγμό ότι, π.χ., είμαι αγνός διαδικτυακός πατριώτης ανάμεσα στους υστερόβουλους ή τέτοιες ανοησίες. Με τίποτα, άλλωστε είμαι από τους τελευταίους (;) ονειροπόλους υπερασπιστές της λίμπιντο, και της δημόσιας έκφρασής της. Θέλω απλώς να πω ότι… αλλά ας το πω καλύτερα.

Το 1997 γνώρισα στο IRC έναν αμερικανό φοιτητή του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Ώστιν (UT Austin). Επειδή έμπαινε στο ίντερνετ μαύρη νύχτα δική του, βόλευαν οι ώρες για να μιλάμε. Αφού τότε δεν είχαμε καλά καλά σαρωτές και κάμερες (άσε δε ψηφιακές φωτογραφίες), δεν ξέρω τίποτε γι’ αυτόν πέρα από όσα μου έλεγε. Η φάση με το τσατ ήτανε για μένα σαν εκτροχιασμένη αναβίωση της εποχής των πένπαλ κι εκείνης της φιλανδικής εταιρείας που σου τους έβρισκε με αμοιβή δύο διεθνή ταχυδρομικά κουπόνια (κάτι που στο Γυμνάσιο μάς φαινόταν σχεδόν ανυπέρβλητα δυσεύρετο).

Ο Τόμας ήτανε σίγουρα νερντ, ευφυής νότιος βαπτιστής. Έφτιαχνε τεχνητές γλώσσες (κάτι που φρονώ ότι θα έπρεπε να εκλείψει με τον θάνατο του Τόλκιν) και σπούδαζε πέντε πράματα μαζί. Τον κορόιδευα τότε, του έλεγα για τα αμερικάνικα πανεπιστήμια σούπερ μάρκετ, βάλε κι απ’ αυτό να έχουμε. Αλλά, φυσικά, ό,τι κοροϊδεύεις θα το λουστείς κάποια στιγμή. Το major του πάντως ήτανε Σύγχρονες Γλώσσες. Νομίζω.

Ο Τόμας μού είχε πει μια σοφή κουβέντα, που την κατάλαβα πέρσι (έγραψα για το θέμα αλλά δε βάζω λινκ γιατί προσβάλλω τις ευαισθησίες αναγνωστών που δικαιολογημένα ζοχαδιάζονται με τόση αυτοαναφορικότητα). Είπε λοιπόν ότι η Αμερική φαντάζει τόσο μπανάλ και πανηλίθια στους Ευρωπαίους αλλά και στους ανθρώπους των «πόλεων» (όρα Βοστώνη-Νέα Υόρκη-Λος Άντζελες-Σαν Φρανσίσκο) επειδή είναι πολιτισμικά πλουραλιστική χώρα, «a cultural democracy», έτσι το έθεσε. Ακολούθησαν εβδομάδες συζητήσεων: αυτά έχουνε τα νιάτα και η επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο μέσω πληκτρολογίου.

Τι εννοούσε, εν ολίγοις: κάτι που πια μας είναι σχεδόν ξεκάθαρο. Όταν η παραγωγή πολιτιστικού προϊόντος (τραγουδιού, χορού, αθλημάτων, διαγωνισμών, ζωγραφικής, θρησκείας, κειμένων, αρχιτεκτονικής κτλ.) φεύγει από τα χέρια των μορφωμένων (και επιδοτούμενων ή φραγκωμένων) ελίτ, τότε βρίσκει χώρο έκφρασης και το κιτς. Μου έφερνε για παράδειγμα τους αγώνες monster truck.

Βεβαίως, τότε, τον περασμένο αιώνα, παιδί καθώς ήμουν της κουρλής (που λέμε στην Κεφαλονιά) παιδείας μας, μόνον τα monster trucks, τη ρώσικη ποπ — η οποία εκπαραθύρωσε τη γενικευμένη καταβύθιση στην κλασσική μουσική που επικρατούσε στη Σοβιετική Ένωση — και τέτοια έβλεπα. Τώρα ξέρω ότι η γενίκευση της δυνατότητας για πολιτιστική παραγωγή, είτε λόγω του ότι έχει περισσότερα λεφτά η πλέμπα, είτε λόγω του ότι δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, μας έδωσε και τα μπλουζ, και την προσφυγική λαϊκή αρχιτεκτονική (που μελέτησε ο Άρης Κωνσταντινίδης), την πόβερα κουζίνα και τους λαϊκούς θρησκευτικούς ύμνος της Νότιας Ιταλίας και τόσα άλλα. Και τα μπλογκ. Κι όλα.

Another journey by train

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα, που δεν πρόκειται να εκδοθεί. Το τελείωσα το 2003, διαδραματίζεται το 2012. Υπέθετα τότε ότι η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων στην Ελλάδα ήταν εφικτή και μάλλον αναμενόμενη. Τα υπόλοιπα, δικά σας

Εδώ. Εκεί. Αυτό δεν είναι το τραίνο της Γλασκώβης, που ευτυχώς δεν πήρα, είναι η αμαξοστοιχία 626 για Παλαιοφάρσαλο-Πλατύ-Θεσσαλονίκη-Αλεξανδρούπολη-Πύθιο(-Κωνσταντινούπολη). Τώρα που δεν έχει πια, εδώ και χρόνια, μουτζούρηδες (τις αμαξοστοιχίες υπ’ αριθ. δεκαπέντε-κάτι) και ‘απλά’ (υπ’ αριθ. πεντακόσια-κάτι), αυτή είναι η τελευταία ταχεία: το πιο αργό τραίνο δηλαδή, που θα μού δώσει καιρό να νιώσω την αλλαγή τοπίου, κατάστασης, κόσμου, ζωής – αντίθετα με τις λαχανιασμένες τέσσερις ώρες του αεροπλάνου. Είναι και το πιο φτηνό μέσο για Κομοτηνή – αντίθετα με την αλυσιτελή πολυτέλεια των Ιντερσίτυ. Επιπλέον, η 626, και όχι κάποιο διαστημικό Ιντερσίτυ made in Germany, συνδέει απευθείας Αθήνα και Πόλη, αποτελώντας διακριτικό δείγμα υπεροψίας μας και σχετικής υποβάθμισης της φιλίας και υποστήριξής μας προς την ακίνδυνη πλέον Τουρκία. Και ας μη θέλει ακόμα κανείς να το παραδεχτεί αυτό το τελευταίο. Άλλωστε η Πόλη είναι δική μας κατά βάθος. Όπως το Λονδινο είναι των Νορμανδών, κατά το ίδιο βάθος των πεντακοσίων τόσων ετών, δεν ξέρω από χρονολογίες. Αυτά για την αμαξοστοιχία 626 και τα αντεθνικά μου σχολιάκια. Γύρισα μια κυνική γενιτσαρίνα από την Εσπερία.

Είμαι κάπου στη Βοιωτία κι αυτό αριστερά μάλλον είναι ο Παρνασσός. Η Μεγάλη Χαμουτζία.

Αλλά το να μιλάς για μυθιστορήματα που δεν μπορεί να διαβάσει ο άλλος είναι βαρετό. Όπως είπε και ο σοφός Κουκουζέλης κάποτε: «το πιο βαρετό σεξ είναι αυτό που δεν κάνεις». Έτσι, το πιο βαρετό μυθιστόρημα είναι αυτό που δε διαβάζεις.

Από όλα τα μέσα συγκοινωνίας μου αρέσουν όσα έχουν σιδηροτροχιές: τραμ, μετρό, τρένα. Ακόμα και το τελεφερίκ του Λυκαβηττού ή τα φινικυλαίρ που ανεβαίνουν τις ανηφόρες της Λισσαβόνας. Κόβετε τα τρένα, μου κόβετε τη χαρά, μου κόβετε το ταξίδι. Και πολλά άλλα, πολύ σημαντικότερα.

Τα τραίνα (δεν έχω αποφασίσει πώς γράφεται) δεν είναι για να τα βλέπεις να περνούν. Ποτέ δεν κατάλαβα το trainspotting και πάντα λυπόμουν τον καημένο αλλά ηρωικό σταθμαρχούλη, τον άνθρωπο που έβλεπε τα τρένα να περνούν (ακούστε ωραία μετάφραση τίτλου: ακούγεται σαν τρένο που περνάει, μπλουζάρει μετρικά). Τα τρένα είναι να τα παίρνεις και να σε πηγαίνουν, έστω κι αν χρειάζονται 8μιση ώρες για Σαλονίκη, όπως ο ματρακάς που έμεινε δις εκείνο το μοιραίο φθινόπωρο του ’97.

Βεβαίως αυτά δεν τα γράφει κάποιος ρεαλιστής που αντιλαμβάνεται την αναπόδραστη ιστορική πραγματικότητα που υπαγορεύει η ελέυθερη κι απαραβίαστη αγορά: να ξηλωθούν οι σιδηροδρομικές γραμμές και να γεμίσουμε από δρόμους με διόδια, δρόμους λαμπρούς όπως το τμήμα Κόρινθος-Ρίο της ΠΑΘΕτικ. Όλα αυτά τα γράφει ένας στον κόσμο του, κάποιος που μικρός αντιπαθούσε τη Λιλιπούπολη με τις τσιριχτές φωνές, τα αχώνευτα τραγούδια, τις αλλόκοτες ιστορίες και τα παράξενα ονόματα. Κουτός και ταπεινός όπως ήταν, μόλις άκουγε τη σάλπιγγα της Λιλιπούπολης, αμέσως γύριζε τη βελόνα του ραδιοφώνου ΙΤΤ στον Τσουφτσούφη και το Τραινάκι. Δεύτερο Πρόγραμμα, νομίζω.

Μια και μιιλάμε για τρένα. Εδώ και βδομάδες με ενοχλεί αυτή η ανόητη διαφήμιση.

Θα μου πεις, διαφήμιση είναι, τι περιμένεις; Ε, ναι, γι’αυτό λέω «ενοχλεί», όπως μας ενοχλεί μια μύγα το καλοκαίρι ή μια χαραμάδα που μπάζει τον χειμώνα.

Ξεκινάει λοιπόν με χαζά κλισέ για τη γενιά αγγλακίων που θα πληρώνουν τη μάνα και τον πατέρα τους σε δίδακτρα: αφήνουμε την πρώτη γκόμενα, πάμε ταξίδι στη ζούγκλα για να δεθούμε με τους φίλους, αφήνουμε τη μανατζεροθέση που θα μας έκανε πλούσιους και γινόμαστε σκηνοθέτες, ενώ βρίσκουμε και μια αδελφή ψυχή με την οποία κάνουμε ένα κουτσούβελο, ή περισσότερα. Και μετά η δυσβάσταχτη κοινοτοπία:

«Πιστεύω ότι κάθε τρένο που παίρνω είναι το σωστό.»

Αυτή η στάση στα αγγλικά λέγεται smugness, συνταίριασμα υπερβολικής αυτοπεποίθησης, υπεροψίας και ψυχαναγκαστικά κουλ διάθεσης. Στα ελληνικά λέγεται «είμαι παρτσακλός και δεν το ξέρω (αφού πιστεύω ότι κάθε επιλογή που κάνω είναι και η σωστή)».

Ας εξηγήσει κάποιος στον ουισκάτο γκόμενο με την ολοστρόγγυλη εκφορά που παριστάνει τον Κρίστοφερ Νόλαν (μεγάλη η χάρη του σχεδόν συμφοιτητή) μασουλώντας το καταπίστευμα των γονιών του ότι το τρένο που παίρνεις είναι συνήθως το τρένο που θα περάσει — αν περάσει στην ώρα του, δηλαδή.