Και καλά να μη θέλουν οι αδερφοί Κύπριοι να σεκλετίσουν τον Πούτιν, το καταλαβαίνω: προγεφύρωμα του ρωσικού κεφαλαίου στην ΕΕ είναι η χώρα τους, χαβιάρι ταΐζει ο Μεγαλορώσος τις ελίτ τους (έτσι μαθαίνω). Στην Ελλάδα γιατί τόση μέριμνα μη θίξουμε τον εισβολέα;
Γενικά, βλέπω κάτι υποχείρια της Πρεσβείας να κορυβαντιούν τώρα που επιτέλους ο εισβολέας δεν είναι το αφεντικό τους· βλέπω και κάτι ντεμέκ αντιμπεριαλιστές που έχουν πάθει άνοια και νομίζουν ότι βγήκε ο Ζούκοφ παγανιά και σαρώνει τα ναζίδια.
Άσε δε κάτι φασαίοι, που τον έπαιζαν με Κούρδισσες μαχήτριες και YPG / YPJ, που μας λένε τώρα ότι η ειρήνη είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση.
Θα αυτοκτονήσω με μακαρονάδες πριν μπει το αλεύρι στο δελτίο.
Το θεατρικό του Πίτερ Σέφερ Αμαντέους, που έγινε ταινία από τον Μίλος Φόρμαν, διέσυρε για πάντα τον καλό άνθρωπο και άξιο συνθέτη Σαλιέρι: ένας φίλος του Μότσαρτ μεταμορφώθηκε μυθοπλαστικά στον δήμιό του και μάλλον έτσι θα παραμείνει για τους πολλούς.
Η μανία με τον Μότσαρτ δεν ξεκινάει βεβαίως με το Αμαντέους. Η εκστατική λατρεία της μεγαλύτερης μουσικής ιδιοφυίας που δεν είχε την ατυχία να γεννηθεί μέσα στην πείνα ή να τη θερίσει ο πόλεμος ή να την αφανίσει κάποιο μεγάλο συλλογικό γενοκτόνικο όραμα χρονολογείται από τον καιρό που βρισκόταν εν ζωή.
Ωστόσο το Αμαντέους ως έργο είναι τέκνο της εποχής μας, μιας εποχής που εκστασιάζεται με τις «νησίδες αριστείας» και με τη λάμψη της επιτυχίας. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ αναδεικνύεται από τον Σέφερ σε έμβλημα της φυσικής ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων, και δη της μόνης αδιαμφισβήτητης: αυτής του ταλέντου. Το έμβλημα αυτό εμβαπτίζεται στον κοινό τόπο του 19ου αιώνα ότι η μεγαλοφυία συνοδεύεται από τρέλα, μισανθρωπία ή, όπως στην περίπτωση του ήρωα του Σέφερ, από επιπολαιότητα και από χυδαιότητα χαρακτήρα.
Ο Σαλιέρι δεν είναι λοιπόν παρά ο φθονερός μέτριος ο οποίος καίγεται από τη λάμψη της μεγαλοφυίας που προσεγγίζει, όπως πέφτουν τα κουνούπια στη φλόγα.
Το δίπολο Μότσαρτ-(πλαστός) Σαλιέρι είναι πια κοινός τόπος το ίδιο. Ένας Σαλιέρι θα πρέπει να ελπίζει να μην είναι τόσο άτυχος όσο το να βρεθεί σύγχρονος ενός Μότσαρτ. Αν όμως είναι τόσο άτυχος μπορεί να διαλέξει τον φθόνο για τον Αμαντέους ή (όπως είναι η χαρακτηριστική σκηνή στο έργο) να γίνει γραμματέας του καταγράφοντας το Confutatis.
Αυτά όσον αφορά την ιδεολογία της αριστείας που, λέει, είτε θα υπηρετούμε είτε θα φθονούμε ματαίως.
Μιλώντας όμως για το Requiem, που το υπεραγαπώ, ας μιλήσουμε για τον Franz Xaver Süssmayr. Μαθητής του Μότσαρτ, είναι ο συν-συνθέτης του έργου. Όπως και για τόσα άλλα πράγματα που έχουν να κάνουν με τον Μότσαρτ, έτσι κι εδώ υπάρχει πολλή φιλολογία, ιδίως στο σε ποιον βαθμό ακολούθησε οδηγίες του δασκάλου του και σε σε ποιον βαθμό αυτοσχεδίασε κι αυτενέργησε. Παλιότερα έλεγαν ότι μέχρι και η Lacrimosa είναι του Μότσαρτ ενώ τα υπόλοιπα σύνθεση του Συσμάγιερ, άλλοι έλεγαν ότι και για τα υπόλοιπα είχε αφήσει σημειώσεις ο Μότσαρτ κτλ.
Αν λοιπόν έγραφα κάτι μυθοπλαστικό για τον Μότσαρτ δεν θα τον έβαζα να φθονείται από κάποιον Σαλιέρι. Απεναντίας θα τον έβαζα να καθοδηγεί από το κρεβάτι του πόνου τον Συσμάγιερ για να γράψουν μαζί κάτι σαν κι αυτό το υπέροχο Domine Jesu Christe.
Εκεί όπου η εποχή θέλει να πακτώσει τον βράχο της μοναχικής αριστείας που τη χτυπάνε μάταια τα σαλιέρικα κύματα, εγώ θα έλεγα την ιστορία ενός πάρα πολύ τυχερού μαθητή που είχε το προνόμιο να συνθέσει κάτι μαζί με τον ανεπανάληπτο δάσκαλό του, να συνθέσει κάτι που πάει και λίγο παραπέρα από τις τυχόν ευκολίες τις οποίες παρείχαν στον Μότσαρτ το ταλέντο και η πείρα του.
Θα διάλεγα να μιλήσω για τη μοναδική ευτυχία και για το αδιανόητο προνόμιο να έχεις συνθέσει κάτι μαζί με μια μεγάλη μορφή, να έχεις υπάρξει συνεργάτης και μαθητής.
Θα υπαινισσόμουν το πώς η αλληλουχία μαθητών και δασκάλων οικοδομεί τη μεγάλη τέχνη και τη μεγάλη επιστήμη: σκεφτείτε τη διαλεκτική αλληλουχία Χάυντν, Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σούμπερτ· σκεφτείτε τη μεγάλη κοινότητα που ξαναθεμελίωσε εκ βάθρων τη Φυσική τις πρώτες τέσσερις δεκαετίες του εικοστού αιώνα· αναλογιστείτε πού θα βρισκόμασταν χωρίς τις κάθε λογής Σχολές, αν κάθε Αμαντέους του κόσμου τούτου στεκόταν μοναχικός κι ανυπέρβλητος μα τελικά στείρος κι ατελέσφορος πάνω στη νησίδα της ατομικής αριστείας του.
Θα ονόμαζα το έργο Franz Xaver Süssmayr ή ο Μαθητής.
Νεαρό κράτος ιδρύεται το έτος 0. Το νεαρό κράτος βρίσκεται πολύ κοντά σε Μεγάλη Δύναμη ενώ στα εδάφη του ζει μειονότητα της Μεγάλης Δύναμης. Η Μεγάλη Δύναμη εποφθαλμιά το νεαρό κράτος.
Το έτος 3 ένοπλες ομάδες με την ανοχή του νεαρού κράτους τρομοκρατούν, εκτοπίζουν και σφαγιάζουν μέλη της μειονότητας της Μεγάλης Δύναμης. Η Μεγάλη Δύναμη πάει να αντιδράσει αλλά τη μαζεύει το ΝΑΤΟ, στο οποίο πάντως το νεαρό κράτος δεν ανήκει.
Το έτος 4 τα μέλη της μειονότητας ιδρύουν αυτόνομες οντότητες και αποχωρούν από τα θεσμικά όργανα του νεαρού κράτους.
Κύκλοι προσκείμενοι στις ένοπλες ομάδες εξακολουθούν ωστόσο να σχεδιάζουν να ξεφορτωθούν ή να καθυποτάξουν τη μειονότητα: με υποστήριξη Μακρινής Δύναμης και με την ενθάρρυνση του ΝΑΤΟ στήνουν πραξικόπημα το έτος 14.
Με πρόσχημα το πραξικόπημα εισβάλλει αμέσως η Μεγάλη Δύναμη. Το ΝΑΤΟ (σχεδόν) καταδικάζει αλλά δεν στέργει να αναμιχθεί. Συμφωνείται ανακωχή αλλά οι ένοπλες ομάδες που λέγαμε σφαγιάζουν μέλη της μειονότητας.
Με πρόσχημα τις νέες σφαγές, η Μεγάλη Δύναμη ολοκληρώνει την εισβολή της και διχοτομεί το νεαρό κράτος. Η διχοτόμηση τελικά ανακηρύσσεται το έτος 23 και παγιώνεται το έτος 44.
Ποιος έδωσε αφορμή για να γίνει η εισβολή; Εύκολο.
Ποιος πλήρωσε την εισβολή; Ο μη-μειονοτικός αλλά και ο μειονοτικός λαός του νεαρού κράτους.
Κάτι που είναι γνωστό, σχεδόν κοινότοπο, σε όσους ασχολούνται με την Κοινωνική Θεωρία αλλά μάλλον όχι σε πολλά μέλη του ΛΟΑΤΚΙ κινήματος είναι και το εξής: αν είσαι άντρας, παραδοσιακά το στίγμα δεν είναι να πηγαίνεις με άντρες, αλλά να τον παίρνεις.
Ναι, το θέτω με όρους καφενείου και γυναικείων ψιθύρων στην κουζίνα, με όρους ενός αξιακού συστήματος που ονομάζω αγροτοποιμενικό και που κάθε άλλο έχει πεθάνει: ίσα ίσα το αξιακό αυτό σύστημα π.χ. δικαιολογεί και εξορθολογίζει τις γυναικοκτονίες του καιρού μας.
Θυμάμαι όταν ήμουν Γ’ Λυκείου το 1990 κάποιος στο φροντιστήριο είχε πει ότι ο Κεμάλ ήταν αδερφή. «Όχι, ίσα ίσα», τον διέκοψε ο συμπαθέστατος το πολύ τριαντάρης αλλά ήδη μπαρμπαριστερός καθηγητής, «ο Κεμάλ ήταν υπεράντρας». Επειδή σε αθηναϊκό φροντιστήριο τότε δεν έλεγες «πήδαγε», μας εξήγησε με τις κατάλληλες περιφράσεις ότι πήδαγε και γυναίκες και άντρες. Ο Κεμάλ σαφώς δεν τον έπαιρνε λοιπόν, όλα κι όλα.
Με είχε ξενίσει πολύ αυτό. Δηλαδή κάποιος με διαθέσεις όπως αυτή που τότε διαισθανόμουν ότι θα μπορούσε να είναι η δική μου ερωτική διάθεση όχι μόνο δεν είναι αδερφή, αλλά χαρακτηρίζεται ως υπεράντρας. Και μάλιστα άντρας σαν τον Κεμάλ, που ήταν και ομορφάντρας, αντίθετα με εμένα που ήμουν σαν ευχούλης με αφάνα.
Βεβαίως τότε είχαμε Πέτρο Κωστόπουλο στην Ελλάδα και ήταν γενικώς τρομερό κι απαράδεκτο να είσαι άντρας και να μη σε καυλώνουν οι γυναίκες, πρόβλημα που πάντως δεν είχα. Βεβαίως δεν μας πέρναγε τότε από το μυαλό ότι οι περισσότεροι μπάι άντρες δεν είναι κομπρεσέρ που απλώς στοκάρουν τρύπες (κάτι που ήταν οκέι όμως), ούτε ότι πολλοί στρέιτ άντρες θέλουν να τον παίρνουν από γυναίκες (κάτι που δεν ήταν οκέι).
Πολλά σημερινά δεκαφτάχρονα παιδιά θα ρίξουν άφθονο γέλιο με την απλοϊκότητα και τη μονολιθικότητα, την ανόθευτη καφρίλα, του πώς σκεφτόμασταν τότε και με την πλήρη αφάνεια και απαξίωση του μπάι προσανατολισμού. Όμως έτσι ήταν. Και εν πολλοίς ακόμη έτσι είναι: αν είσαι άντρας το πρόβλημα είναι να τον παίρνεις, τα υπόλοιπα είναι γούστα. Όπως λέει κι ο τραμπούκος στο Πρόστιμο του Μπόγρη: «Γυναίκες και πούστηδες, τα δυο χειρότερα είδη».
Και τελικά τίποτε από αυτά δεν είναι αστείο: είτε είσαι γυναίκα κι απαξιώνεσαι ή ξεφτιλίζεσαι επειδή τον παίρνεις ενώ άμα λάχει σε σκοτώνουν επειδή τον παίρνεις όσο θες· είτε είσαι άντρας και ζεις στη χλεύη επειδή τον παίρνεις· είτε είσαι μη-δυαδικό άτομο οπότε, «δεν μπορεί θα τον παίρνεις».
Όσο κι αν γελάτε οι των ψυχαναλυτικών και συναφών προσεγγίσεων, σημασία έχει να απαλλαγούμε από τη φρεναπάτη ότι ο φαλλός είναι όπλο και η διείσδυση βία. Θέλω να πω, τι διάολο, κανείς και καμμιά από δαύτους δεν έχει χύσει έτσι στη ζωή του;
Σε έναν τόπο όπου αποξηραμένα λείψανα μουμιοποιημένων ανθρώπων εκτίθενται μέσα σε γυάλινες προθήκες σαν άφθαρτα σκηνώματα αγίων, το σεπτότερο λείψανο είναι το ΚΚΕ.
Μιλάμε για το Κόμμα, το οποίο από το 2010 και μετά έχει επιλέξει να μην κάνει τίποτε ακριβώς επειδή δεν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες. Στις κινηματικές κι εξεγερτικές τάσεις μεταξύ 2010 και 2015 απαντούσε με ένα «δεν θα γίνουμε σαν αριστεριστές, για τ’ όνομα του Λένιν!» και φρόντιζε να κάνει πέρα τους παλαβούς αναρχικούς κτλ. κρατώντας τα μπόσικα.
Το ’15 αρνήθηκε να συγκυβέρνησει με τον ΣΥΡΙΖΑ· και βεβαίως το 2022 έχει να μας λέει δικαιωμένο πως ορθώς έπραξε, αφού τελικά φάνηκε τι σούργελα και ρεφόρμες ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Αναρωτιέται βεβαίως κανείς πώς θα ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα σήμερα αν αντί από τον Πάνο Καμμένο ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αναγκαστεί να κυβερνήσει υποστηριζόμενος από το ΚΚΕ, ή έστω με την ανοχή του ΚΚΕ, όπως κάνουν κάτι σύντροφοι την Ιβηρική. Σίγουρα ο ΣΥΡΙΖΑ θα είχε το αριστερό Υπερεγώ κάθε κνίτη, το Κόμμα, να τον κατατρύχει διαρκώς, άσε που θα είχε ανάγκη τις έδρες του.
Ναι ίσως να μην πήγαινε καλά το εγχείρημα, ναι ίσως θα κατέρρεε μια τέτοια κυβέρνηση αλλά νομίζω ότι κάπως αλλιώς θα ήταν τα πράγματα τώρα, αν ενδεχομένως είχε περάσει από το Υπουργείο Εργασίας στέλεχος του Περισσού λ.χ.
Βεβαίως το ΚΚΕ δεν αποτόλμησε τέτοια αποκοτιά, άλλωστε την αποκοτιά την έκανε το 1989 για λόγους σαφώς λιγότερο σοβαρούς από αυτούς που συνέτρεχαν το 2015 και οι οποίοι μάς απασχολούν και σήμερα και για δεκαετίες ακόμα.
Βεβαίως το ΚΚΕ δεν είναι οπορτούνες, το ΚΚΕ έχει ιστορία· πλην όμως έχει ιστορία όπως η μάνα μας η ελληνίδα: το ΚΚΕ είναι άσπιλο, αμόλυντο, άμωμο. Δεν ήταν δυνατόν να έχει συμμετάσχει σε κυβέρνηση από την οποία θα αναγκαζόταν λόγου χάρη να αποχωρήσει, ακριβώς όπως η ελληνίδα η μάνα δεν μπορεί να είναι ερωτικό υποκείμενο εκτός μητρότητας. Πάνω κάτω τα έχει πει ο σφος Φαράκος αυτά.
Το ΚΚΕ είναι σεπτό: άσπιλο, αμόλυντο, άμωμο. Συνεπώς πρέπει να παραμείνει εκεί στο 5% άφθαρτο, άλιωτο, ανέγγιχτο και να περιμένει πότε θα ωριμάσουν οι συνθήκες, πότε θα εξαθλιωθεί κι άλλο ο κόσμος, πότε θα εξανδραποδιστούμε σε σημείο θραύσης, ακόμα περισσότερο πότε θα ξεφτιλιστούν ακόμα περισσότερο οι θεσμοί της αστικής δημοκρατίας που το ΚΚΕ περιφρουρεί. Τότε θα κάνει τη σοσιαλιστική επανάσταση, είτε τοπικά είτε παγκόσμια, εξαρτάται από το ποια τάση θα επικρατεί τότε στην Κεντρική Επιτροπή.
Το σημαντικό είναι να μην κακολογούμε του ΚΚΕ, το οποίο μαζί με την Εκκλησία, τον Στρατό και τη μάνα μας αποτελούν τοτέμ.
Καλύτερα από απλή μάνα, το Κόμμα, όπως η συνομήλική του βασίλισσα Ελισάβετ, έχει εμπεδώσει και έχει τελειοποιήσει την τέχνη του να μην κάνεις τίποτα ακόμα και όταν στην κοινωνία γίνεται κακός χαμός: το σημαντικό είναι να μην προδώσει το ΚΚΕ την ιστορία του, τουλάχιστον όχι περισσότερο από όσο την έχει προδώσει ― όμως ας μην τα λέμε τώρα τα γνωστά, για τα οποία άλλωστε έχει κάνει την αυτοκριτική του.
Το κεφαλαιώδες είναι να μην φθαρεί το ΚΚΕ, να μη σπιλωθεί, να μη μολευτεί το όνομα του κι η φήμη του, όπως η βασίλισσα της Αγγλίας ― εξίσου μουμιοποιημένο, εξίσου αδρανές και εξίσου σεπτό βεβαίως. Πρέπει να συνεχίσει να καρπώνεται τη δόξα κάθε Πελετίδη και κάθε πύρινου Παφίλη, ενώ η Κεντρική Επιτροπή περιμένει την Επανάσταση φορώντας τα γάντια της και χωρίς να λερώνει τα χέρια της με συγκυρίες που δεν είναι απεργιακού χαρακτήρα.
Άλλωστε χωρίς Κεντρική Επιτροπή τι είμαστε παρά μέρος αυτής της Αριστεράς της πλάκας, που είτε σεχταρίζει είτε ψήφισε μνημόνια και που γενικά δεν ξέρει τι της γίνεται.
Μεγάλωσα σε έναν κόσμο στον οποίο, ναι, υπήρχαν σωματικές ατέλειες και στον οποίο ήταν σχεδόν αποδεκτό και πάντως ανθρώπινο να υπάρχουν ατέλειες.
Κάποιοι είχαν άσχημες μύτες και πεταχτά αυτιά (εγώ ακόμα έχω)· δεν ήταν όλα τα φρύδια βγαλμένα στην εντέλεια, ακόμα και αν κοσμούσαν πρόσωπα ηθοποιών ή μοντέλων σε εξώφυλλα· δεν ήταν αιτία αυτοχειρίας η κυτταρίτιδα· ακόμα και στην τηλεόραση ξέφευγαν δυο-τρεις τούφες ή τίποτα ρυτίδες· δεν ήταν κάθε μακιγιάζ διαρκώς τέλειο ― και ούτω καθεξής.
Η κομψότητα και η καθαριότητα ήταν αρετές και απαραίτητες αρετές αλλά (σχεδόν) κανείς δεν είχε απαίτηση από κανέναν να συμμορφώνεται σε ινσταγκραμικών προδιαγραφών πρότυπα τελειότητας για το τι είναι θηλυκό και για το τι είναι αρσενικό ή για το πώς πρέπει να φαίνεται κάποια ή κάποιος για να μπορεί να ξεμυτίσει στον κόσμο: πιο απλά, ήταν μάλλον ευκολότερο να ξεμυτίσεις στον κόσμο, ή έστω εκεί όπου θα σε έβλεπε ο κόσμος.
Με τίποτα δεν εξιδανικεύω έναν κόσμο που έτρωγαν όλοι κυρίως άμυλο, γιατί ήταν φτηνό, προτού πέσουν με τα μούτρα στο κρέας τη δεκαετία του ’80 ― φτιάχνοντας κατά συνέπεια αντίστοιχα σώματα. Δεν νοσταλγώ την πανταχού παρούσα τσιγαρίλα που διαπότιζε τα πάντα (τι σιχαμερό κι αναπόφευκτο μαρτύριο!), ούτε τα εντελώς αγύμναστα σώματα γυναικών που έλιωναν στην καρέκλα ή στην ορθοστασία και αντρών που ήταν βαθιά ικανοποιημένοι με την υπερφυσική μπάκα τους. Σχετικά με το τελευταίο θυμάμαι κουβέντες που φυσικά αναπαρήγαν την αρσενική ματιά για το πόσο χάλια και πισώβαρες ήταν οι Ελληνίδες «αντίθετα με τις ξένες», οι Ελληνίδες του νοικοκυριού και της σκληρής εργασίας που δεν έπρεπε να βγαίνουν από το σπίτι μόνες χωρίς λόγο.
Θυμάμαι όμως να μπορεί να κυκλοφορεί και κάποια γυναίκα που (όπως έλεγαν τότε) είναι «αντρογυναίκα» και κάποια που δεν ντυνόταν απαραιτήτως έτσι όπως θα έπρεπε π.χ. σήμερα με βάση τον σωματότυπο, την αύρα και την κατάσταση των τσάκρα της. Σχόλια θα γίνονταν και ο δρόμος ήταν αρένα διαρκούς σχολιασμού, συστηματικής παρενόχλησης, αδιανόητης για εμάς κακοποίησης και προς καθένα άσχημο ή ανάπηρο και προς τις γυναίκες και προς τους «θηλυπρεπείς» άντρες και προς τις τρανς γυναίκες (άλλες κατηγορίες δεν νομίζω να υπήρχαν τότε).
Επαναλαμβάνω όμως: δεν υπήρχε καμμία προϋπόθεση να είσαι τέλειος. Και η αφορμή που το λέω είναι ακριβώς οι τρανς γυναίκες και η αγωνία τους για το passing. Και με ενδιαφέρει αυτό το θέμα από τη σκοπιά μιας κοινωνίας η οποία θέλει να επιβάλει αυτό που χαλαρά περιέγραψα ως πρότυπα ινσταγκραμικής αυστηρότητας διαμορφώνοντας με αυτόν τον τρόπο τις προσδοκίες μας για το πώς πρέπει να δείχνει μια γυναίκα.
Τα πρότυπα αυτά στις μεν σις γυναίκες τα επιβάλλει η κοινωνία ως προϋπόθεση για να τις κάνει αποδεκτές ως εικόνες στον κόσμο και στα σοσιαλμήντια· στις δε τρανς γυναίκες τα επιβάλλει ως προϋπόθεση για να κάνουν passing άρα και για να υπάρχουν. Αυτό το τελευταίο, η απαίτηση απέναντι στο τρανς άτομο να κάνει passing ώστε να δικαιούται να υπάρχει είναι από τις βαναυσότερα καταπιεστικές συμπεριφορές στην ιστορία της ανθρωπότητας: ύπαρξη υπό προϋποθέσεις που επιβάλλονται εξωτερικά.
Μιλώντας για τα πρότυπα αυτά, ακόμα και μεταξύ σις ατόμων, τα κακεντρεχή σχόλια δεν γίνονται πια στον δρόμο, ενώ πλέον η ελεεινή αρένα διαρκούς σχολιασμού, συστηματικής παρενόχλησης και καμμιάς κακοποίησης έτσι για το γιόλο είναι τα σοσιαλμήντια. Επιπλέον, η εμμεσότητα των ψηφιακών αλληλεπιδράσεων αφήνει την κακεντρέχεια να εκδηλωθεί και εντονότερα και ευκολότερα απέναντι σε όποιους δεν είναι χοταρρενωποσφίχτες ή τουμπανομουνάρες κτλ. κτλ.
Κι αυτό που λέω τελικά είναι ότι αφήνοντας χώρο σε όσους δεν ανήκουμε σε αυτές τις πολύ στενές κατηγορίες, σε πρώτη φάση αφήνουμε χώρο και στα τρανς άτομα να αισθανθούν πιο άνετα όταν κυκλοφορούν ως όχι απαραιτήτως στερεοτυπικοί άντρες ή γυναίκες: δεν χρειάζεται σώνει και καλά να προσπαθούν να μοιάσουν με τέλειες γυναίκες ή να γίνουν τέλειες γυναίκες, όποια κι αν είναι τα πρότυπα τελειότητας και όσο αυστηρά κι αν πλασάρονται.
Υπάρχει χώρος για όλες και για όλους και για όλα τα άτομα γενικώς.
Τα κενοτάφια και τα κάθε λογής κενά μνημεία είναι σύμβολα πολύ πιο κραταιά από μαυσωλεία με κοκαλάκια εντός.
Ο Άγνωστος Στρατιώτης στο Σύνταγμα, η περικλεής αλλά και περίκλεια (λόγω του Επιταφίου) εκδοχή του γαλλικού στρατιωτικού κενοταφίου, συνοψίζει αυτό που θέλουμε να σκεφτόμαστε για την Ελλάδα: ότι είναι μια πατρίδα βγαλμένη από τα ιερά κι αφανή πια κόκαλα ανώνυμων στρατιωτών που πολέμησαν για την ελευθερία της (και στην Ουκρανία και στην Κορέα κι αλλού). Αρμόζει στην καθεστωτική Πλατεία Συντάγματος ένα μνημείο με τέτοιο ρόλο.
Ίσως λοιπόν στην επόμενη πολυδάπανη κι υπερφίαλη παρέμβαση στην Πλατεία Ομονοίας να πρέπει να στηθεί ένα εξίσου υπαινικτικό μνημείο, ένα κενό βάθρο. Αντίθετα με το κενό Τέταρτο Βάθρο της Πλατείας Τραφάλγκαρ όμως, δεν θα φιλοξενεί έργα τέχνης για λίγο, παρά θα είναι κενό στο διηνεκές.
Αρμόζει ένα τέτοιο μνημείο στην Πλατεία Ομονοίας, την καθόλου καθεστωτική, τη βρώμικη και πορνική, την ατίθαση και λαϊκή με τη σημασία του «λαϊκού» που απεχθάνεται κάθε φραγκοφορεμένος κοτζαμπάσης και λεβαντίνος αγύρτης από το 1832 και μετά.
Το κενό βάθρο θα είναι κενό γιατί πάνω του δεν θα ιδρυθεί ανδριάντας αλλά
θα στέκει κενό κάθε θύμα από τη σφαγή της Χίου ή από τη σφαγή της Τριπολιτσάς ή από τη σφαγή του Κιλκίς ή από τη σφαγή της Σρεμπρενίτσας, από κάθε σφαγή μας που μόνον ως θρίαμβο ή ως τραγωδία θέλουμε να αντιλαμβανόμαστε, όταν βεβαίως δεν αρνούμαστε την ύπαρξή της·
θα δεσπόζει διά της απουσίας κάθε πρόσφυγας και κάθε προσφύγισσα της Επανάστασης, των Βαλκανικών, της Μικρασίας, του Εμφυλίου, ίσως και οι μετανάστες του σκοτεινού κι όλο πέτρες ’50 και ’60 αλλά και του παρόντος αιώνος·
θα αντικρύζει ως αόρατο τα λαμπρά σιντριβάνια και τα ξενοδοχεία, άδεια και μη, κάθε έκθετο και εξαθλιωμένο και κακοποιημένο βρέφος και παιδί, κάθε ψυχοκόρη και κάθε εξανδραποδισμένη και παντρεμένη με το στανιό και ξυλοκοπημένη και σφαγμένη γυναίκα μιας κοινωνίας που ενατένιζε τα ωραία και τα μεγάλα και τα υψηλά, τα συλλογικά μάρμαρα και τις λαμπρότητες του παρελθόντος της και την αγιότητα του λαού της, παραγνωρίζοντας όσες γυάλιζαν τους στύλους της οικογενείας και όσες έλιωσαν μεριμνώντας, φροντίζοντας, υπηρετώντας ― όταν δεν τις άρπαζαν από το μαλλί να τις βάλουν στη θέση τους ή σε καναν τάφο·
θα τιμάται κάθε εργάτης που έπεσε από σκαλωσιά ή πλακώθηκε από μηχανήματα ή τον πήρε σβάρνα κάποια αμμοβολή, κάθε Αλβανός που μάζευε ελιές κι απελαυνόταν αντί πληρωμής ή που έχτισε τα μεγάλα έργα της ισχυρής Ελλάδας και άψογες ξερολιθιές στα ημιθανή χωριά της και στις επιχορηγούμενες κωμοπόλεις της, κάθε Ασιάτης στις φράουλες, και όλοι όσοι κι όλες όσες ξεχνάω τώρα ή έχουμε ξεχάσει, κάθε υποσιτισμένος των αναγκαίων μνημονίων και κάθε δηλητηριασμένος και καμένος από αυτοσχέδιες σόμπες·
θα καμαρώνουν οι Πόντιοι που ήρθαν με το Χρυσόμαλλο Δέρας και μετά για μια νέα ζωή και βρέθηκαν στην άκρη των πόλεων και σε κάθε λογής χωματερή·
θα βρουν ως κενές εικόνες μια θέση κενή αλλά τουλάχιστον περίοπτη οι φυλακισμένοι που πέθαναν από κακοφορμισμένο απόστημα στο δόντι ή από ξύλο, που αυτοκτόνησαν ή που τους αυτοκτόνησαν·
θα στέκουν αοράτως, ακομβίωτοι κι ημιανάπαυση όσοι τίναξαν τα μυαλά τους στον αέρα γιατί δεν το σήκωναν το φανταριλίκι, όλοι οι τραυματίες της θητείας κι οι ανάπηροι πολέμου εν καιρώ ειρήνης·
θα ποζάρουν επιβλητικά και αιώνια οι ξυλοδαρμένοι γκέι και κάτι σκοτωμένα αγόρια, οι τσουβαλιασμένες και χλευασμένες τρανς, όλες οι κακοποιημένες και ξυλοκοπημένες πόρνες, οι διαπομπευμένες οροθετικές του Λοβέρδου, ο Ζακ / Ζάκι και οι χιλιάδες Ζακ για τους οποίους δεν ξέρουμε τίποτα ― κάθε ψυχή που απείλησε την αρρενωπότητα του Έλληνα και την ιερότητα της τυραννικής ελληνικής οικογένειας·
θα απαθανατίζονται οι Εβραίοι που γύρισαν από το Άουσβιτς σε καταπατημένα σπίτια κι εκείνοι που δεν γύρισαν, οι νεκροί πρόσφυγες και μετανάστες του Έβρου και του Αιγαίου στον βωμό του Fortress Europe και του ύστερου νεοελληνικού ρατσισμού και όσοι εγκλείστηκαν και σάπισαν σε ανοιχτά και σε κλειστά στρατόπεδα συγκέντρωσης·
θα βρουν ίσως μια θέση οι Βλάχοι κι οι Σλαβομακεδόνες κι οι Αρβανίτες που απαρνήθηκαν τη γλώσσα τους αφού ήπιαν ρετσινόλαδο ή και όχι, οι Πομάκοι της Θράκης που μετά έγιναν Τούρκοι και μετά έγιναν Πομάκοι, αλλά στην πραγματικότητα Τουρκόγυφτοι ήταν και πάντως Μουσουλμάνοι κατά τη συνθήκη της Λωζάννης και ζούσαν είτε πίσω από μπάρες μέσα σε κλοιούς είτε στο γκέτο στο Γκάζι μέχρι που ξεσπιτώθηκαν για να χτιστεί μνημειακός σταθμός του μετρό.
Για να μη μακρηγορώ, όπως ο Άγνωστος Στρατιώτης μνημονεύει όσους πέθαναν για την Ελλάδα, ένα κενό βάθρο στην Ομόνοια θα είναι το βουβό ηρώο για εκείνους κι εκείνες που τους πέθανε και τις πέθανε η Ελλάδα.
Η μόνη πραγματική φυλακή είναι η φυλακή. Ό,τι άλλο μάς μοιάζει φυλακή δεν είναι παρά συνέπεια μιας φυλακισμένης βούλησης, συνήθως μιας βούλησης που έχει καταφέρει να εγκλωβίσει τον εαυτό της.
Για μένα σκόνη, ζέστη κι υγρασία δεν μπορούν παρά να είναι τίποτε άλλο παρά το σκηνικό μιας ανοιχτής φυλακής, ενός δολερού λαβυρίνθου όπως είναι η έρημος κατά τον Μπόρχες. Δυσκολεύομαι να φανταστώ απεχθέστερο τοπίο από αποψιλωμένα σκονισμένα βουνά κάτω από τον ήλιο, από άδεντρους κατάξερους κάμπους.
Αυτή ήταν για μένα η φυλακή κι αυτό ήταν το δεσμωτήριο, ένας τόπος χωρίς ίσκιο, χωρίς νερό να τρέχει, χωρίς όμορφα πρόσωπα ― ναι, οι κατά Μωάμεθ προϋποθέσεις της ευτυχίας.
Βεβαίως όλα τα είχε πει ήδη ο Σαίξπηρ, ξέρετε, αυτά περί king of infinite space παρότι είσαι bound in a nutshell. Βεβαίως προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι να μην έχεις bad dreams, εκεί το λέει κι αυτό ο Σαίξπηρ. Γιατί αν δεν ονειρεύεσαι τίποτε όμορφο, τότε κάθε ξερότοπος, αχανής όσο η έρημος ή και όχι, δεν θα γίνει παρά η μεγάλη ανοιχτή φυλακή σου.
Δεν μιλάω βεβαίως για θετική σκέψη και τέτοιες παιδαριώδεις ευτέλειες, που τάχα θα σε ελευθερώσουν. Όταν η βούληση εγκλωβίσει τον εαυτό της και καταφέρει να ονειρεύεται την ομορφιά μόνον ως αγωνιώδη κι άπιαστο εφιάλτη, τότε η φυλακή της είναι στεγανή και ασφυκτική.
Δεν φταίει τόσο ότι σε περιορίζει κάποιος τοίχος ή κάποιο χαμηλό ταβάνι, παρά ότι σε αφήνει να στεγνώσεις και να ξεραθείς η αγωνιώδης περιπλάνηση σε μια γη άνυδρη, σε έναν τόπο χωρίς σκιά στον οποίο νομίζεις ότι βλέπεις μακριά και πέρα ενώ τα βήματά σου απλώς κάνουν κύκλους κι οχταράκια ή καταβάλλονται από παράλυση.
Πρέπει να ψάξεις να βρεις τα δικά σου δέντρα, το δικό σου τρεχούμενο νερό, τη δική σου σκιερή αναψυχή.
Σε μια εποχή που υπήρξε σύντομο διάλειμμα μεταξύ του αγροτοποιμενικού πουριτανισμού και κομματικής σεμνοτυφίας από τη μια και της ύστερης καπιταλιστικής ένδειας του σήμερα, η γενιά μου ονειρεύτηκε ατελώς και ραιβά ότι θα μπορούσε να κάνει μια ζωή όχι έξαλλη αλλά ελεύθερη, όχι χαοτική αλλά χωρίς τη δεσποτεία της οικογένειας, με ταξίδια και με χορό, με εκστάσεις αλλά χωρίς να πεθάνει από την πρέζα ή να χαντακωθεί από διαρκή χασικλώματα. Ονειρευτήκαμε να τρέχουμε με αμάξια που δεν μπορούσαμε (ακόμα) να αγοράσουμε σε δρόμους παραδόξως ανοιχτούς.
Αντιλαμβάνομαι πως όλα αυτά φαντάζουν τραγικά απολίτικα και τουλάχιστον αφελή στα μάτια γενεών που μεγάλωσαν από κρίση σε κρίση κι από εξανδραποδισμό σε πανδημία, χώρια το ότι μεγάλωσαν σε έναν κόσμο στον οποίο η καταστολή είναι εντελώς νομιμοποιημένη, είτε πρόκειται για τη φονική ετεροπατριαρχία, είτε για τη γεροντοκορίστικη λογοκρισία των ΜΚΔ που στέργουν να αντικαταστήσουν πάρκα, κλαμπ, μπαρ, πλατείες και καφέ, είτε για την ωμή βία και το ψέμα των μπάτσων εδώ και τουλάχιστον 13 χρόνια. Όπως κοροϊδεύαμε εμείς τους αγώνες και τα οράματα της δεκαετίας του ’70 (τόσο μάς έκοβε), έτσι έρχονται κι οι τωρινοί να κοροϊδέψουν τα αφελή, κι ας ήταν πανέμορφα, όνειρά μας.
Βλέπαμε λοιπόν σε περιοδικά τους καινούργιους υπολογιστές και χαζεύαμε τα ονόματά τους: Goupil και Amiga και Olivetti Prodest PC1. Δεν μας αφορούσαν ακριβώς τα τεχνικά χαρακτηριστικά ή και οι δυνατότητές τους, δεν ξέραμε και ακριβώς πώς μεταφράζονταν. Άλλωστε πριν τη δικτύωση τους, οι υπολογιστές θα μας βοηθούσαν απλώς να βάλουμε τα όποια αρχεία μας και συλλογές μας σε δισκέτες (πολλή δακτυλογράφηση, κι εμείς δεν ξέραμε τέτοια), να γράψουμε σε μια γραφομηχανή στην οποία μπορείς να σβήνεις και να ξαναγράφεις, ή να παίζουμε παιχνίδια…
Για μας σημασία όμως είχε να ονειρευόμαστε μια ζωή χωρίς οικογένεια αλλά με φίλους, με δικό μας σπιτάκι μικρό αλλά και ταξίδια, μια ζωή στην πόλη με λίγη εξοχή όταν θα μπουχτίζαμε· ονειρευόμασταν ελευθερία χωρίς να το ξέραμε και έρωτα και κάτι από τις άγνωστες μυρωδιές και το αλλόκοτο φως που φέρνει το ταξίδι. Μας έφτιαχνε η μουσική και μας φτιάχνει ακόμα, τότε γιατί για ντραγκς λεφτά δεν είχαμε.
Ήταν η εποχή που αγοράζαμε πέννες και ωραία σημειωματάρια, αφού για υπολογιστές δεν μας έφταναν τα χρήματα, φρονώντας ότι έτσι θα γράψουμε όμορφα βιβλία ― ενώ τελικά σε υπολογιστή τα γράψαμε και μετά από πολλά χρόνια και όσον αφορά εμένα δεν ξέρω καν αν είναι όμορφα, με εξαίρεση το Κυρίως το σεξ. Προσπαθούσαμε τότε να αναδείξουμε το χθαμαλό φωτογραφικό μας ταλέντο με τη Ζενίτ που αγοράζαμε με 20.000 δραχμές γιατί στο κάτω κάτω κι ο Καρτιέ-Μπρεσόν με φακό τριανταπεντάρη τράβαγε και μόνο. Είχαμε τα εργαλεία, μπορούσαμε να φτιάξουμε μαγεία κι ομορφιά. Κι η Ευρώπη, λέει, ενωνόταν και τα τείχη, λέει, έπεφταν.
Λίγο χαζά, λίγο ονειροπόλα, λίγο απολίτικα, ύστερα μας έπλασε ο καιρός και η ιστορία ― γιατί σωστά λέει στον Προμηθέα ότι ἐκδιδάσκει πάνθ᾽ ὁ γηράσκων χρόνος.
Πάρα πολύ ωραία, και τι μένει από αυτά;
Αν είσαι γερασμένος και γεροντόπιστος, τίποτα. Αν όμως είσαι ο σοφός γάτος που θρυλούμαι ότι πάντοτε υπήρξα, γνωρίζεις ειδικά τώρα πάνω στην κόψη της μέσης ηλικίας σου ότι τίποτα δεν χάνεται πραγματικά ότι even darkness must pass, που λέει και στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ότι οι σκοτεινοί αιώνες 600-900 στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά σκοτεινοί ήταν αλλού, ότι οι αγώνες και τα οράματα της δεκαετίας του ’70 δεν άνθισαν ματαίως κι ότι τα όνειρα τα δικά μας που εικονογραφούσε λοξά ο Στάβερης δεν πέθαναν, ότι ακόμα και η δεκαετία του ’60 υπάρχει και ζει εντός μας (ιδίως όσο υπάρχουν η μουσική και τα βιβλία κι οι ταινίες της) κι ότι καλό είναι να είμαστε ξινοί και να θυμόμαστε να απιστούμε κι ότι όντως il pessimismo riguarda l’intelligenza· πλην όμως οι πιτσιρικαρία σήμερα το έχει ενώ εμείς είχαμε μόνον όνειρα άσε που εν πάση περιπτώσει κι εμείς τα έρμα είχαμε πιάσει τo νόημα, πως έρχονται τεσπά οι μέρες του φωτός.
Δηλαδή, να: Olivetti Prodest PC1 δεν αποκτήσαμε, και καλά κάναμε γιατί μια μεγάλη κούτα ήταν. Ωστόσο με πολύ καλύτερα μηχανήματα ερχόμαστε κοντά ο ένας στον άλλο. Πρώτα στο ίντερνετ και μετά irl, δηλαδή εκεί όπου ανθούν οι υάκινθοι και μυρίζει ο κρύος αέρας του χειμώνα που μας ξυπνά και μας ζωοποιεί.
Ως αντίδραση στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη και στα οράματα αλληλεγγύης της Αριστεράς, πολλοί νεορθόδοξοι νέοι της δεκαετίας του ’80 θα σας υπενθύμιζαν εμβριθώς τη θλιμμένη κι ελαφρώς πανικόβλητη ομολογία της Κάτια Ιβάνοβνα στους Αδερφούς Καραμάζοφ: «Όσο περισσότερο αγαπώ την ανθρωπότητα, τόσο περισσότερο δυσκολεύομαι να αγαπήσω συγκεκριμένους ανθρώπους.» Βεβαίως η Κατερίνα Ιβάνοβνα, όπως και οι περισσότεροι ντοστογιεφσκικοί ήρωες, είχε μεγάλο δίκιο, παρά τις μεγάλες ρωσικές επικλήσεις περί αγάπης κτλ. Αλλά άντε να εξηγείς τώρα στα παιδιά των λιβανιών (και των λουλουδιών εν γένει) ότι άλλο επανάσταση, άλλο των Ελλήνων οι κοινότητες και άλλο η αγάπη.
Στην εποχή μας δεν υπάρχουν πια νεορθόδοξοι ή τέλος πάντων ταυτίζονται με πολλούς εκτός (και εντός) ΚΚΕ αριστερούς καθώς και με όλους τους δεξιούς. Ωστόσο θα άξιζε να επισημάνει κανείς το εξής: όσο ισχύει το ότι αγαπώντας ένα σύνολο όπως η ανθρωπότητα δεν συνεπάγεται ότι αγαπάς και κάθε μέλος του, άλλο τόσο ισχύει ότι αν μισείς την ανθρωπότητα, μισείς και κάθε μέλος της. Αυτό λέγεται μισανθρωπία.
Μια κυρίαρχη πτυχή του χριστιανικού βιώματος στην Ελλάδα από το ’30 και μετά ήταν αυτό που πλέον αποκαλείται περιφρονητικά ευσεβισμός. Μιλάμε για το τι πρέσβευαν εκτενή και ακόμα κραταιά κοινωνικά δίκτυα διαρθρωμένα γύρω από τις σκιώδεις (παρ)εκκλησιαστικές αδερφότητες. Το κήρυγμά τους ήταν σαφώς πιο συνεκτικό από των νεορθοδόξων, που το διέκρινε λαγγεμένος εκλεκτικισμός στα όρια της αίρεσης, αλλά σαφώς αηδέστερο: κατάμαυρος δεξιός πατριωτισμός (αντί για τις σαββοπουλικές χαρές περί Γένους και ατόφιας Ρωμιοσύνης) ενώ από έρωτα ούτε κατά διάνοια εκτός των απολύτως απαραίτητων προς τεκνοποίηση.
Ο ευσεβισμός κήρυττε μια γενικευμένη Άρνηση κνίτικης σφοδρότητας. Η ΚΝΕ καλούσε τα μέλη της να απορρίψουν τα προϊόντα και τις αυταπάτες του Καπιταλισμού, ταυτίζοντας με τον καπιταλισμό και τα τερτίπια του ό,τι βρισκόταν εκτός κομματικής γραμμής και δεν ήταν αριστερισμός-φραξιονισμός. Οι ευσεβιστές καλούσαν τα μέλη τους να απορρίψουν τα προϊόντα και τις αυταπάτες του κόσμου τούτου, ταυτίζοντας με αυτόν ό,τι βρισκόταν εκτός δογματικής γραμμής τους και δεν ήταν χαζοκαλογεράκια και αγαθές γριούλες με φυλαχτά και σκαμπό.
Η ιδεολογία και η καθημερινή πράξη του ευσεβισμού, παιδιά του οποίου είναι η μισή ΝΔ (για να συνεννοούμαστε, αφού η άλλη μισή είναι αμοράλ δαπίτες), ήταν τελικά ένας μηδενισμός: «πάντα σκύβαλα ηγούμαι ίνα Χριστόν κερδίσω», άρα όλα αμαρτία, σκουπίδια και μπάζα ― εκτός από αυτά που συντελούν στο να κάνουμε τις ιεραποστολικές δράσεις μας και να πηγαίνουμε εκκλησία περιμένοντας να πάρει τον υπόλοιπο κόσμο ο διάολος.
Ναι, τρόπος ζωής μειοψηφίας, αλλά σίγουρα δυναμική μειοψηφία οι θεούσες κι οι θεούσοι και οι λαϊκοί ακόλουθοί τους. Μιλάμε για μια μειοψηφία που ως αντίπαλο δέος πρώτα των Λαμπράκηδων και μετά της ΚΝΕ διαμόρφωσε διά του τρόμου ή διά της πειθώς εκατοντάδες χιλιάδες άντρες και γυναίκες.
Ο μηδενισμός αυτός όμως, η γενικευμένη αυτή άρνηση κάθε χαράς κι ομορφιάς αλλά κι ατέλειας, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκε ανοιχτά με διαλεκτικά μέσα, αφού επρόκειτο για την ιδεολογία και την πράξη μπανάλ ημιμαθών δεξιών και όχι των γκλαμ εχθρών με τους οποίους κνίτες ή και ρηγάδες κι ανένταχτοι θα επέλεγαν να ανοίξουν διάλογο. Πράγματι, η αισθητική αυτού του μηδενισμού, εγκλωβισμένη στο αυτάρεσκο κιτς της ήταν πιο καταγέλαστη και από μητροπολίτη του 2022. Τι συνέβη λοιπόν; Αυτό που θα περίμενε κανείς: ο χωρίς αντίλογο αυτός μηδενισμός πέρασε απαρατήρητος και τελικά ως αντανακλαστικό διαπότισε τον τρόπο που σκεφτόμαστε 30-40 χρόνια μετά…
Σήμερα λοιπόν είναι πάρα πολύ έτζυ (με τον εντελώς ανούσιο τρόπο που είναι κανείς έτζυ στα σοσιαλμήντια) να καταριέσαι ζητώντας «μετεωρίτες» και τον αφανισμό της ανθρωπότητας, να εύχεσαι να αφανιστεί από προσώπου γης ο «γιδότοπος» που λέγεται Ελλάδα, να έρθει τσουνάμι να μας πνίξει κτλ. Αυτό ισχύει κυρίως για πάρα πολύ ψαγμένα και προοδευτικά προφίλ, που οδύρονται την κακία και κατάπτωση του κόσμου και υποφέρουν από αυτή.
Διότι κάθε τι που βρίσκεται εκτός μιας θολής κι αδρανούς γραμμής που υπαγορεύουν οι αόριστες αλλά φιλοπρόοδες αρχές μας, αόριστες όπως η «αφηρημένη αγάπη» της Κάτια Ιβάνοβνα, μπορεί κάλλιστα να αφανιστεί. Αν πρόκειται για ολόκληρη την ανθρωπότητα, τόσο το χειρότερο για αυτήν: με μένος άξιο του Τετραγράμματου Θεού της Πεντατεύχου αξίζει να αφανιστεί ό,τι δεν (μας) αξίζει. Αρκεί να μη χρειαστεί να κάνουμε κάτι για να αλλάξει, έτσι;