Η Τατιάνα Γκορίτσεβα έγραφε ότι αγάπη είναι η παραίτηση από τη δύναμη.
Εγώ δεν πιστεύω στην αγάπη ως καραμέλα, ενώ μου προκαλεί δυσφορία η πληθωριστική συνήθεια να αποκαλούμε αγάπη καθετί όμορφο και αληθινό.
Παράλληλα, τίποτε αληθινά όμορφο δεν μπορεί να γίνει αν δεν παραιτηθείς από τη δύναμη και από το προνόμιο· τίποτε ευφρόσυνο κι αληθινό δεν θα «δημιουργήσεις» ή θα «παράξεις» εάν δεν βουτήξεις σε αυτό που φτιάχνεις ώστε αναδυόμενος να το προσφέρεις στους άλλους, σε εκείνους που θέλεις να κάνεις λίγο πιο χαρούμενους ή λίγο σοφότερους (σπανίως και τα δύο).
Ειδικά αν προγυμνάζεις, εκπαιδεύεις, προπονείς ― ή δεν ξέρω τι άλλο ― πρέπει αφού βουτήξεις σε αυτό που κάνεις κατόπιν να νιώσεις την ανάγκη και τον κόπο εκείνων που σε εμπιστεύονται, των οποίων ο βιοπορισμός, τα όνειρα ή και η χαρά εξαρτώνται από εσένα.
Δεν πιστεύω βεβαίως ούτε στη στανική καλοσύνη, άλλωστε τίποτε όμορφο δεν γίνεται χωρίς ιδρώτα, ενώ ελάχιστα γίνονται χωρίς δάκρυα. Δεν υπάρχει όμως κανένας λόγος να είσαι εσύ αυτός που θα προκαλέσει τα δάκρυα, και μάλιστα χωρίς άμεσο παιδαγωγικό (ας πούμε) σκοπό.
Από αυτή την άποψη για τους κατά βάθος ευτυχισμένους ανθρώπους, όποιοι και όσοι αν είναι αυτοί, δεν υπάρχει θεός και δεν χρειάζεται να υπάρχει θεός. Υπάρχει ενδεχομένως ανέκφραστη ή μάλλον άρρητη και ανεκλάλητη, σχεδόν άπιαστη, αίσθηση ευγνωμοσύνης για τη ζωή. Μια αίσθηση που λίγες συμφορές μπορούν να σαρώσουν.
Ralph Soupault, δεκαετία του ’40: εβραιομασώνοι και γκωλικοί εμποδίζουν τη Γαλλία να μπει στη μεγάλη ευρωπαϊκή οικογένεια.
Η Μάργκαρετ Άτγουντ με σωφροσύνη δήλωσε το παραπάνω στην πρόσφατη ομιλία της στην Αθήνα. Εγώ που ούτε τα βιβλία της έχω γράψει ούτε τη σοφία της διαθέτω, θα αποπειραθώ να κάνω προβλέψεις για το τουριστικό προτεκτοράτο της Ελλάδας (να μια πρώτη πρόβλεψη).
Η αστυνομία θα πυροβολεί στον αέρα και μετά όχι στον αέρα αλλά οι τραυματισμοί και οι φόνοι από τα όπλα της νόμιμης βίας θα αποδίδονται στην ανάγκη της Αριστεράς για νεκρούς και θύματα, άλλωστε ως γνωστόν οι Αλβανοί σκοτώνουν, όχι η ΕΛΑΣ.
Θα κατοικούμε σε ημιυπόγεια και αποθήκες πληρώνοντας ενοίκια ισόποσα των μισθών μας αλλά δεν θα μας πειράζει γιατί επιτέλους θα βάλουμε πλάτη να αναδειχθεί το κέντρο της Αθήνας όπως του αξίζει και όπως το θέλουν οι ιδιοκτήτες του: κάτι κάσες με πόδια που κατοικούν στο Κολωνάκι ή κάτι κληρονόμοι και γόνοι που μετακόμισαν κάπου βόρεια και βεβαίως οι ποιοτικοί μας τουρίστες.
Θα εξαγοράζονται οι οικείοι των θυμάτων της μαζικής ιδιωτικοποίησης των δημόσιων αγαθών, ίδίως των Μέσων Μεταφοράς, της Υγείας, του νερού, της πυρόσβεσης (θα δούμε κι άλλα σε αυτόν τον τομέα), με χαρτιζιλίκια και διορισμούς. Όλα καλά: cost effective διαχείριση.
Δεν θα μαθαίνουμε τίποτε από όλα αυτά, ή τίποτε γενικώς, επειδή ο Τύπος και τα Μέσα Ενημέρωσης ήδη κάνουν τη Zëri i Popullit επί Χότζα να μοιάζει με τους New York Times. Κι όποιος διαφωνεί με τον εγχώριο Τύπο, που αναπαράγει ό,τι λέει η Αστυνομία ή τα ραβασάκια του Μεγάρου Μαξίμου, είναι πράχτορας κι ανθέλληνας και Τούρκος και Εβραίος ― αν και των τελευταίων τις ψήφους τις χρειαζόμαστε.
Από κάποιες εκλογές (το ’23; το ’26; το ’30; θα σας γελάσω) θα προκύψει μια σχεδόν αριστερή κυβέρνηση. Φυσικά, τον 21ο αιώνα «αριστερή» σημαίνει να μην απαρτίζεται αφενός από νεοφιλελεύθερα αρπακτικά και τη συνοδεία τους από εργολάβους και αντρεπρενούρ, αφετέρου από ρατσιστές εθνικιστές χριστοκάπηλους (πρωτο)φασίστες. Θα προσπαθήσει η κυβέρνηση αυτή να μαζέψει το trainwreck ― όπως λένε κι οι Άγγλοι όταν κάτι πάει τραίνο με την ελληνική έννοια. Θα αποτύχει οικτρά και θα τη διαδεχθεί ο Άδωνις / ο Βορίδης / ο Μπακογιάννης / κάποιος άλλος Μητσοτάκης.
Τον αντιφασίστα γιο της Φύσσα τον εκτέλεσε ναζιστική συμμορία, πρωτοδίκως εγκληματική οργάνωση, αλλά βεβαίως την καθυβρίζει και τη λοιδωρεί με κάθε αφορμή όλη η φασιστική μούργα και όλη η ακροκεντρώα λίγδα που έχει μαζέψει ο τόπος. Συνέπεια της δολοφονίας αυτής ήταν πάντως να οδηγηθούν κάποιοι ναζί στη φυλακή.
Την κόρη του Παπαθανασόπουλου την έκαψαν ζωντανή κουκουλοφόροι μάλλον ασφαλίτες μέσα στη Μαρφίν στις 5.5.2010. Πέρα από όσα λέγονται περί πυρασφάλειας κτλ., τη μολότοφ την πέταξε κάποιος που παραμένει ασύλληπτος ― λέτε να μην τον είχαν βρει και καταδικάσει αν δεν ήταν ασφαλίτης; Συνέπεια πάντως της δολοφονίας αυτής ήταν να σπιλωθεί ένα ολόκληρο κίνημα και να αποκτήσει και η Δεξιά καινούργιους μάρτυρες: εντελώς ακούσιους μάρτυρες μεν, μάρτυρες δε.
(Διότι, κύριε Άκη Γαβριηλίδη μου, η νεκροφιλία δεν είναι προνόμιο της ελληνικής Αριστεράς αλλά και κάθε αυθεντίας που επιθυμεί να νομιμοποιείται στα μάτια των αντιπάλων της διά της ιερότητας του πένθους, διά του οίκτου για τους πενθούντες και διά της αυθεντίας του θανάτου. Άλλωστε οι πεθαμένοι της Ρωμιοσύνης του Ρίτσου που κρατάνε της καμπάνας το σχοινί κτλ. τι άλλο είναι παρά λυρική απάντηση στην ελληνική Δεξιά που ανακήρυσσε μαζικά μάρτυρες των εαμοσλαύων και του κομμουνιστοσυμμοριτισμού ήδη από το 1946; )
Τι λέει λοιπόν ο ημιμαθής, καιροσκόπος και κατά τα άλλα «φαιδρός» και «τηλεβιβλιοπώλης» αντιπρόεδρος της ΝΔ και υπουργός; Ότι τον εκλιπόντα κύριο Παπαθανασόπουλο «δεν τον είδαμε σε κανένα κανάλι να ουρλιάζει και να οδύρεται, δεν τον είδαμε να ηγείται πορείας, δεν τον είδαμε να βρίζει και να ασχημονεί, δεν τον είδαμε να αντιδικεί» ― αντίθετα βεβαίως από τη Μάγδα Φύσσα.
Για τον Γεωργιάδη και τη συνοδεία του δεν είναι αρκετή η κατασκύλευση της μνήμης των τριών νεκρών της ΜΑΡΦΙΝ επί 12 ολόκληρα χρόνια, στην οποία κατασκύλευση συνεργός είναι και η Πρόεδρος της Δημοκρατίας με τη χυδαία μαρμαρόπλακα νεκροταφείου που αποκάλυψε πάνω στο πεζοδρόμιο της Σταδίου και η οποία μας καλεί όλους κι όλες να γίνουμε πρόβατα εν ονόματι της εθνικής ομοψυχίας και να μη διχογνωμούμε. Έπρεπε λοιπόν να αναδειχθεί (και μάλιστα μετά θάνατον) ένας χαροκαμένος και ανείπωτα πικραμένος άνθρωπος, ο Χ. Παπαθανασόπουλος, ως μάρτυρας και αυτός της ομοψυχίας και της συμμόρφωσης στο όνομα της μόνης ιδεολογίας που προβλέπεται. Έπρεπε να γίνει κι αυτός καρικατούρα καρτερίας και σεβαστικότητας, ειδωμένος αυθαίρετα ως τάχα ο αντίποδας της Μάγδας Φύσσα. Αν δεν γίνεται αντιληπτό το βάθος της αγυρτείας και η έκταση της τυμβωρυχίας…
Αυτοί οι άνθρωποι κυβερνάνε τέσσερα χρόνια και χάρη στην αποπληκτικώς βαρειά αβελτηρία του νωθρού και αποπροσανατολισμένου ΣΥΡΙΖΑ (που θέλει να γίνει ΠΑΣΟΚ ’85, τρομάρα) θα κυβερνήσουν στάνταρ άλλα τέσσερα χρόνια. Εκεί λοιπόν στο 2027 θα συζητάμε αν επιτρέπεται να διαφωνούμε με την Εθνική Κυβέρνηση, αφού ήδη το 2023 εμπεδώσαμε ότι όταν μας σφάζουν το παιδί ναζί εγκληματίες πρέπει να καθόμαστε σιωπηλές κουκλίτσες, μην τυχόν μας κακολογήσουν τίποτε νοικοκυραίοι, μην τυχόν κατηγορηθούμε ότι είμαστε φορείς «του τυφλού μίσους που γεννά ο διχασμός».
Διάβασα σε μια καταγέλαστη απόπειρα κριτικής της ταινίας:
«Αλλά, αν βγάλεις το κωμικό name dropping από συμφωνίες μέχρι μουσικές σχολές, τι μένει;»
Σκέφτηκα τον Νονό 2:
«Αλλά, αν βγάλεις το κωμικό name dropping από πολιτικούς μέχρι μαφιόζικες οικογένειες, τι μένει;»
Και ούτω καθεξής.
Κουτά μου και λίγο παιδιά, δεν μπορεί η τέχνη να είναι αποκλειστικά δύσκολη ή κι ακαδημαϊκή, και δεν χρειάζεται κιόλας. Ωστόσο υπάρχει και ακαδημαϊκή τέχνη, και υπάρχει για κάποιον λόγο: πρέπει να έχουν κάτι με το οποίο θα αναμετρηθούν και θα παίξουν το νταντά, η πανκ και η τραπ του κόσμου τούτου.
II
«Tyranny is the deliberate removal of nuance.» Albert Maysles.
Με άλλα λόγια, η αποκλειστικώς ιδεολογική επεξεργασία κάθε πράγματος που βλέπουμε, ακούμε ή διαβάζουμε αποτελεί χούι ικανό κάποια στιγμή να μας οδηγήσει στη βαρβαρότητα.
Η φαντασίωση δεν είναι πραγματικότητα· τα έργα δεν είναι μανιφέστα, τσελέμεντέδες ή οδηγίες χρήσεως.
ΙΙΙ
«The narcissism of small differences leads to the most boring kind of conformity.» Lydia Tár
Από αρχαιοτάτων χρόνων, όσο και να ψάξει κανείς την ελληνική κι ελληνόφωνη κουλτούρα όπως τις εικαστικές δημιουργίες, τα κείμενα, ακόμα και τη μουσική, θα διαπιστώσει ότι απουσιάζουν βροντερά κι αμετάκλητα και η τρυφή και η απόλαυση αλλά και η τρυφερότητα που δεν απευθύνεται σε ταίρι ή στο αίμα σου.
Κάθε φευγαλέα και περιθωριακή αναπαράσταση ηδονικών και τρυφηλών καταστάσεων ή διαθέσεων, κάθε τι μυρωμένο ή ευφρόσυνα λαγνικό, κάθε γέλιο και απλή ένσαρκη χαρά επισκιάζονται από κάτι μεγάλο και βαρύ. Μέσα στα ελληνικά συμφραζόμενα, στη φιλία ως χαρά και στον έρωτα ως απόλαυση επιβάλλεται αργά ή γρήγορα η κατά Εμπειρίκο αγαλματώδης παρουσία του περασμένου έπους.
Αν όχι η λαίλαπα του πάθους και η ματαίωση, αν όχι η μοίρα κι οι θεοί και το καθήκον, η γελοιότητα του βίου και η ματαιότητα του βίου ή το κυνήγι της εξουσίας, τότε η βεβαιότητα του χωρισμού ή του θανάτου θα έρθει επιτέλους να καταργήσει κάθε φλωριά και κάθε γούστο, να απαξιώσει κάθε λαγνική σύνδεση και την τρυφερή ελαφρότητα της εφήμερης σύζευξης, να ακυρώσει αναδρομικά την κατά Έλιοτ awful daring of a moment’s surrender, which an age of prudence can never retract. Η χαρά είναι μέθη, από την οποία μάλιστα οφείλουμε να ξενερώσουμε γρήγορα κι οριστικά.
Τίποτε παιγνιώδες αλλά και τίποτε μυρωμένο, κανένα βροντερό γέλιο αλλά και τίποτα που να καταφάσκει τη χαρά του σώματος χωρίς προεκτάσεις δεν θα βρείτε στην ελληνική δημιουργία, πέρα από κάτι λίγα στην Παλατινή Ανθολογία, πέρα από τον Ροΐδη ή το τρεμάμενο βλέμμα του Καβάφη. Τα υπόλοιπα είναι πάρα πολύ σοβαρά: Ιππόλυτος και Φαίδρα, καταδικασμένη καψούρα, Μήδεια και Ιάσονας, εξιδανικευμένη γυμνότητα, η Θεοτόκος Παρθένος, αγάπες που θα ξεκάνει η μοίρα, η Μοσχούλα κι ο βοσκός, κλέος και αγιότητα, Αλί Πασάς και Φροσύνη, κοσμική αγιογραφία, το κορίτσι με τα μαύρα κι ο Χορν ― και πάει λέγοντας. Οτιδήποτε παιγνιώδες, χαριτωμένο κι ιλαρό είναι ασόβαρο κι ανάξιο λόγου ή αναπαράστασης. Ακόμα και στις τσόντες που έβγαλε αυτός ο τόπος είτε η ερωτοπραξία εντάσσεται μέσα στη φαρσοκωμωδία είτε στο τέλος τις παίρνει όλες ο διάολος.
Για του λόγου το αληθές, φανταστείτε ότι θέλετε να φτιάξετε έναν χώρο που να αναδεικνύει και να εορτάζει την ηδονή, τη χαρά ή το γέλιο. Πού θα καταφύγετε εικονογραφικά; Στους Ινδούς, στα γιαπωνέζικα shunga, σε κάποιες περσικές μικρογραφίες, στην Μπελ Επόκ, στην κινέζικη ερότικα, στα σκίτσα Αϊζενστάιν και τα παρόμοια, στον Bécat και τους επιγόνους του τον 20ο αιώνα, στη Γερμανία της Βαϊμάρης… Ακόμα και στα ερυθρόμορφα αγγεία των αρχαίων οι ερωτικές αναπαραστάσεις είναι στο πλαίσιο της μέθης, που λέγαμε, συνήθως από νερωμένο κρασί των Μεσογείων.
Έπειτα αναρωτηθείτε: πώς μιλάνε τα ελληνικά τραγούδια για το σεξ με εξαίρεση την τραπ, ή για τη χαρά, με εξαίρεση κάποια ποπάκια; Τέλος πείτε μου αν υπάρχει «κανονική» λογοτεχνία από τον Όμηρο μέχρι τον Βακαλόπουλο που να είναι αστεία χωρίς να είναι σάτιρα, χωρίς να αποσκοπεί στο να στηλιτεύσει και να καταγγείλει.
Δεν είναι ίσως να απορεί κανείς με το περίσσευμα αγριότητας που προκύπτει από την αλληλεπίδραση μας με τον δημόσιο χώρο, πραγματικό και συμβολικό. Αυτοί είμαστε: ακριβοί στην εξέγερση και φτηνοί στους ψόφους, ιδίως αν απευθύνονται σε φτωχούς κι ανήμπορους.
Είμαι από αυτούς που για χρόνια τους στοίχειωνε η αίσθηση ότι επέρχεται το τέλος, η κατάλυση της προσωπικότητας, η κίνηση που θα έδινε μία και θα σκόρπιζε αμετάκλητα τη ζωή. Κάποτε μου είχαν πει ότι ήμουν σαν τον μικροσκοπικό ιππέα του Αρτεμισίου: ένα αποθηριωμένο άλογο του πάθους που το κυβερνάει ένας μικρός στο μάτι αλλά ικανός Λόγος.
Δεν μπορώ να πω ότι πείστηκα ποτέ από αυτή την εικόνα, όσο εμβληματική και δυναμική κι αν φάνταζε. Κάπως ήξερα ότι δεν είμαι έτσι, κάπου ένιωθα ένα τραύμα άλλου είδους.
Ο στίχος των New Order από το ένα τους τραγούδι που σχεδόν ξέρω απ’ έξω θα μπορούσε να μου είχε δώσει την απάντηση εάν βεβαίως μπορούσα να αναγνωρίσω την απάντηση: δεν ήμουν παρά ένα άτακτο και ζωηρό (πολύ ζωηρό) παιδί φυλάκισμένο στη σιωπή ενός άδειου και βασανιστικά εύτακτου σπιτιού. Ένα παιδί γεμάτο φόβο για τον εαυτό του και για το στοιχειό που είναι.
Ευτυχώς όλα αυτά ψηλαφήθηκαν κι ανασκάφτηκαν προτού το γήρας κάνει τον φόβο απάλευτο.
When we feel the storm
Πολύ με εντυπωσιάζουν όσες κι όσοι έχουν την όρεξη ή την ικανότητα να μιλούν για τον έρωτα με λεπτομέρεια, με ευφράδεια κι ωραίες εικόνες. Εγώ πάλι είμαι από αυτούς τους πολλούς που απλώς χαίρονται να χαίρονται όσα άλλοι περιγράφουν και εικονογραφούν ή απεικονίζουν: όλες αυτές τις μεταφορές και τις περιγραφές και τους λεπτούς υπαινιγμούς που εγώ απλώς νιώθω να με χτυπάνε σαν θείο ισχαιμικό σε ανύποπτες στιγμές μέσα στη μέρα ή όταν ξυπνάω το πρωί και προσπαθώ να συγκροτήσω από την αρχή ποιος είμαι και πού βρίσκομαι.
Κι έτσι τα ξαναζώ: βουβά κι ολοζώντανα όπως έρχονται και με βρίσκουν απρόοπτα.
Αυτά τα πράγματα είναι άλλωστε θύελλα ποτιστική και καταιγίδα ηλεκτρική, δεν είναι κατάλογος πλοίων να κάτσεις να τον καταγράψεις.
Wir sind die Zukunft und wir sind die Tat
Όλα όσα πρέπει να ξέρουμε για την πολιτική δράση και ποιοι πρέπει να την αναλάβουν βρίσκονται συμπυκνωμένα σε αυτόν τον στίχο. Όσοι ταυτίζονται μαζί του είναι έτοιμοι να κάνουν κάτι και να σπρώξουν τον κόσμο λίγο πιο μπροστά· τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουτσομπολιά και θεολογίες.
Όσοι νιώθουν ότι είναι το μέλλον κι όσοι γνωρίζουν πως είναι η πράξη και η δράση θα αναλάβουν να τα πραγματώσουν. Γιατί μια χαρά είναι τα όνειρα και οι επιδιώξεις, πλάκα έχουν τα παιχνίδια που παίζουμε με λέξεις και ήχους και εικόνες, αλλά καλύτερη είναι η πραγματικότητα ― ξέρετε, αυτή του σώματος.
Πολλοί από όσους γουστάρουν βασιλιάδες και θρόνους και τέτοια δεν επιθυμούν απαραίτητα κληρονομικό αρχηγό κράτους παρά νοσταλγούν τον ετεροκαθορισμό που επιβάλλει ο σχολάρχης κι ο παπάς, την πειθαρχία που επιβάλλει ο χωροφύλακας κι ο καραβανάς, την ομερτά που επιβάλλει η γιαγιά και ο θείος· χωρίς ακτήμονες κι ανειδίκευτους που φωνάζουν, χωρίς πούστηδες και ζωντοχήρες, χωρίς Εβραίους και Γύφτους.
Πολλοί πτυχιούχοι στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών αισθάνονται ότι είναι σε θέση να ερμηνεύουν την κοινωνία ή και τον κόσμο με βάση κάποιες απλές αρχές τις οποίες μάλιστα θεωρούν αυταπόδεικτες.
Μία από αυτές τις αρχές είναι ότι ο σοσιαλισμός είναι καλός και άγιος όταν υπάρχουν λεφτά αλλά σε περιόδους κρίσης είναι απαραίτητη η νεοφιλελεύθερη οικονομική διαχείριση ― ώστε να διασφαλίζεται η κανονικότητα. Βεβαίως ως κανονικότητα γίνεται αντιληπτή η απρόσκοπτη άνεση κι ευημερία των ελίτ με το τίμημα της στενότητας λόγω των όποιων κρίσεων (αναπόφευκτων ή τεχνητών) να το φορτώνονται τα συνήθη υποζύγια.
Βεβαίως η εν λόγω κανονικότητα δεν περιλαμβάνει απαραιτήτως τη διασφάλιση της λειτουργίας του κράτους δικαίου, ίσα ίσα. Επιπλέον, η λεγόμενη νεοφιλελεύθερη διαχείριση δεν είναι καθολου νεοφιλελεύθερη γιατί το κράτος (αυτός ο δαίμονας, ο αλάστωρ αυτός της ελευθερίας των προνομιούχων ατομικοτήτων) οφείλει να ξελασπώνει τις ελίτ και να τις χαρτζιλικώνει όταν τρώνε σφαλιάρα από το χέρι της αγοράς.
Ξεκινάμε λοιπόν από την παράδοχη ότι όσοι κι όσες σχηματικά περιέγραψα ως πτυχιούχους στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών (αδικώντας τη μεγάλη πλειοψηφία της συμπαθούς κοινότητας των πτυχιούχων στη διοίκηση επιχειρήσεων με κανα μάστερ σε κλάδο των Οικονομικών) είναι βαθιά αναξιόπιστοι κι αναξιόπιστες όταν ερμηνεύουν την κοινωνία ή και τον κόσμο με βάση κάποιες απλές αρχές τις οποίες θεωρούν αυταπόδεικτες, όση επιφάνεια ή και προβολή κι αν έχουν οι γνώμες τους στον δημόσιο λόγο.
Δεν θα έπρεπε λοιπόν να μας εκπλήσσει η ταύτιση των άνωθι με τους κύκλους που φαντασιώνονται στέμματα και θυρεούς· κι όλα αυτά βεβαίως με αφορμή τον θάνατο του έκπτωτου κληρονομικού αρχηγού του ελληνικού κράτους.
Οι κύκλοι αυτοί απαρτίζονται εν πολλοίς από νοσταλγούς της προνεωτερικότητας, της Εδέμ αυτής από την οποία εκδίωξε τη Ρωμιοσύνη ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, μετατρέποντάς την σε Ελληνισμό ώστε μαζί με τις αγροτοποιμενικές της διαστροφές να αναλάβει και την ετεροκαθοριστική πολεμοκαπηλία αλλά και τη θηριώδη αλαζονία και βία του νεωτερικού εθνικού κράτους.
Στην πραγματικότητα, η θανή του Κωνσταντίνου Ντεγκρέτσια λειτουργεί ως δείκτης, ως βάμμα ηλιοτροπίου. Το πένθος για την απώλεια ενός έκπτωτου αλαζονικού, άρπαγα, αδέξια ραδιούργου κι οριακά προδοτικού αρχηγού του κράτους συσπειρώνει τους εχθρούς του νεωτερικού κράτους ― κι όχι βεβαίως από το ελευθεριακό μετερίζι, όχι γιατί το ελληνικό κράτος καταπιέζει και συντρίβει και αφήνει τους προνομιούχους να αδικούν και να ασχημονούν αλλά επειδή δεν το πράττει α λα ρουαγιάλ: με χωροφυλακές και χρυσάφια, με ξερονήσια και αλόγατα, με χειροφιλήματα και στραταρχικές φαλλικές ράβδους.
Ναι. Είτε πρόκειται για παλιοημερολογίτες, είτε για φίλους και μέλη των περίφημων θρησκευτικών (ή «παρεκκλησιαστικών») οργανώσεων, είτε για Μακεδονομάχους και μεγαλοϊδεάτες αλυτρωτιστές της φακής, είτε για όψιμους αυλόδουλους που συγχέουν την αστική αβρότητα με τη δουλοπρέπεια και τους οποίους η Γαλλική Επανάσταση πέρασε και δεν ακούμπησε, είτε για σοφτ βασιλόφρονες που όλο αυτό το αυλικό με τα λιλιά τούς βγάζει λίγο καύλα, είτε για παραδοσιακούς μη-ναζί φασίστες.
Ξέρω ότι σας πιάνω εξαπίνης με ένα θέμα επίτηδες ξεχασμένο, αλλά 300-τόσες μέρες μετά υπάρχει πια καμιά αμφιβολία ότι η Ρωσία χρησιμοποίησε ως πρόσχημα τις νατοϊκές προσδοκίες της Ουκρανίας για να εισβάλει και να κατακτήσει μέρος της χώρας συντρίβοντας το υπόλοιπο μέρος;
Όοοολη αυτή η κουβέντα περί γελοίου Ζελένσκι ή περί του πώς διάφορα ρυπαρά φασιστόμουτρα συνεισφέρουν στην άμυνα της Ουκρανίας είναι είτε άνευ περιεχομένου είτε δόλια. Αν μεθαύριο εισβάλει η Τουρκία επειδή ταλαιπωρούμε τους μετανάστες, στρατικοποιήσαμε τη Ρόδο και τάχα διώκουμε το Ισλάμ, με τον Κυριάκο θα είμαστε ― ναι, με αυτόν τον διεφθαρμένο αυταρχικό καραγκιόζη· όσο για το τι έχουν να πουν και να κάνουν σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι εγχώριοι φασίστες, ας μην το πιάσουμε.
Είναι αλγεινό που τα προσχηματικά ψεύδη των Ρώσων, σαν αυτά που επικαλούνται οι ΗΠΑ για να υποτάσσουν λαούς και να καρπώνονται τον πλούτο τους («όπλα μαζικής καταστροφής!» «δικτάτορας!»), γίνονται αντικείμενο περισπούδαστης συζήτησης κι ανάλυσης από σοβαρούς ανθρώπους όταν τα ξεστομίζει ο Πούτιν.
Κατά καιρούς προσπαθώ να περιγράψω τα ελληνικά ήθη χαρακτηρίζοντάς τα αγροτοποιμενικά.
Πολύς κόσμος, που εν έτει 2022 ακόμα ταυτίζει την επαρχία με γεωργούς και βοσκούς, προσβάλλεται. Βεβαίως κακώς προσβάλλεται. Τα αγροτοποιμενικά μας ήθη ορίζουν συμπεριφορές και στις πόλεις και στη λεγόμενη ύπαιθρο. Όπως το έθεσε η Δώρα Πεφάνη, «Χωριό: γνωστοί μαλάκες. Αθήνα: άγνωστοι μαλάκες». Ναι, λυπάμαι: από αυτή την άποψη μόνον η Αθήνα μετράει για πόλη.
Πολλοί ξενίζονται ακόμα και από την αντίληψη ότι είναι κάτι μεμπτό τα αγροτοποιμενικά ήθη: αν μη τι άλλο η εξιδανίκευση του προ-αστικού παρελθόντος μας είναι συστατικό της εθνικής μας ιδεολογίας.
Τι είναι όμως τα αγροτοποιμενικά ήθη;
Πρώτον είναι η κατ’ αρχάς απόρριψη κάθε διάθεσης του υποκειμένου για αυτοπροσδιορισμό και αυτενέργεια: για τον καθένα και την καθεμιά υπάρχουν συγκεκριμένοι ρόλοι που πρέπει να παίζει, συγκεκριμένες έγνοιες που πρέπει να την απασχολούν. Τις νεαρές κοπέλες πρέπει να τις απασχολεί η παρθενιά κι ο γάμος, τους νέους άντρες η (όποια) λεβεντιά κι ο γάμος· ακολουθούν η τεκνογονία (αλλά όχι απαραιτήτως η γονεϊκότητα), η διαφύλαξη του καλού ονόματος κτλ.
Οι κάθε λογής ετεροπροσδιορισμοί δεν αποτελούν σύμπτωμα αλλά βασικό συστατικό των αγροτοποιμενικών ηθών. Ακόμα κι όσοι είναι παραβατικοί ή παραστρατούν, οφείλουν να το πράττουν μέσα σε πλαίσιο που έχει τεθεί από πριν. Πιο απλά: εξάρσεις όπως «ανήκω σ’ εμένα και τα ονειρά μου» ή «I did it my way» βρίσκονται στον αντίποδα των αγροτοποιμενικών ηθών.
Η προστασία και η επιβολή των ετεροπροσδιορισμών αυτών επιτυγχάνεται με το τι θα πει ο κόσμος. Είναι πάντως πολύ ενδιαφέρον που ο «κόσμος» δεν μιλάει για όλους και δεν μιλάει για τα πάντα. Ο κόσμος έχει π.χ. να πει αυτά που έχει να πει για γυναίκες (ιδίως νέες) ή για φτωχούς (ιδίως νέους), αλλά λ.χ. τηρεί θαυμαστή ομερτά και αλληλεγγύη με πιο εύπορους και πιο γηραιούς άντρες
Δεύτερον, κάθε παρέκκλιση ή συνειδητή απόρριψη των παραδεδομένων ρόλων είναι αντικείμενο συναισθηματικής αντίδρασης. Κάθε παραστράτημα εγείρει πάθη όπως οργή, αηδία, απέχθεια, τα οποία σωματοποιούνται συμβολικά (τι ωραία αντίφαση!) στο σώμα της παραστρατημένης ή του παραβάτη ως τελετουργική ακαθαρσία. Όποιος και όποια δεν συμμορφώνεται είναι λέρα, σιχαμένος, βρωμιάρα, ένα λέσι…
Ο τρόπος να απαλλαγεί κανείς από την ακαθαρσία αυτή, από το μίασμα (σκεφτείτε λίγο τη διαδρομή και τη γενεαλογία αυτής της έννοιας στη σύγχρονη Ελλάδα, μη γίνεστε φιλόλογος και κολλάτε στον Οιδίποδα Τύραννο), δεν είναι ούτε η πολυδιαφημισμένη στην εποχή μας χριστιανική μετάνοια, ούτε καν κάποιος συμβιβασμός: ο τρόπος να ξαναγίνεις σχεδόν καθαρή ή σχεδόν καθαρός είναι να υποταγείς στον ετεροπροσδιορισμό, δηλαδή να πάψεις να είσαι ο εαυτός σου. Εάν κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό, μπορείς απλούστατα είτε να συντριβείς είτε (αν προλάβεις) να πας στον διάολο: «μακριά από τον κώλο μας κι όπου θέλει ας πάει».
Τρίτον, στα αγροτοποιμενικά ήθη δεσπόζει η δυνατότητα (ή και η ανάγκη) να είναι εφικτή η φραγή της ενσυναίσθησης. Ο αγροτοποιμενικός τρόπος δεν είναι βεβαίως η γενικευμένη βαρβατίλα ή σκατοψυχιά, πολύ λιγότερο η γενικευμένη βαρβαρότητα. Η σκατοψυχιά, η χολή, η μισανθρωπία, η ανείπωτη σκληρότητα είναι επιτρεπτές αν όχι επιβεβλημένες συμπεριφορές για όσες και όσους βρίσκονται πέρα από το αυστηρά καθορισμένο όριο της ενσυναίσθησης: για τους Τσιγγάνους, τους Εβραίους, τους φτωχούς ξένους, τις αδέσποτες γυναίκες, τα κάπως ζαβά ανήλικα, τους τρελούς του χωριού, τα νόθα βρέφη κτλ. Γνωστά αυτά:
τα τραχιά αγροτοποιμενικά ήθη υπαγόρευαν αλληλεγγύη, μπρατιμιές, καλοσύνες και τις όποιες αβροφροσύνες με όλους εκτός από τους σαπέρα, τους ξενομερίτες, τους ζαβούς, τους ξενομπάτες, τους κουρλούς και ζουρλούς και κάθε λογής τρελούς, τις πουτάνες και ζωντοχήρες, τους Οβριούς, τους Γύφτους κτλ. κτλ. κτλ.
Με άλλα λόγια: ναι, αλληλεγγύη· ναι, προστασία διά της σιωπής υπό όρους («όλοι ξέρουν κανείς δεν μιλάει»)· ναι, συλλογικό και κοινοτικό πνεύμα ― όμως μέχρι εκεί και μόνον για όσους και (δευτερευόντως) όσες είναι από αυτή τη μεριά του νοητού φράχτη. Πέρα από αυτόν δεν υπάρχουν άνθρωποι, υπάρχουν γύφτοι, μπάσταρδα, ξενομερίτες, πουτάνες κτλ., δηλαδή όντα για τα οποία ισχύει όχι μόνο φραγή ενσυναίσθησης αλλά και της στοιχειώδους συμπόνοιας.
Από αυτόν τον κόσμο προέρχεται η συνήθως δεξιά ροπή προς τη νουθεσία ως μέσο καταστρατήγησης της αυτενέργειας και του αυτοπροσδριορισμού: «για το καλό σου» και γιατί ξέρεις ήδη «τι θα πει ο κόσμος». Δεν πρόκειται για διαπραγμάτευση, ούτε καν για διάλογο, παρά για πρόσκληση να συμμορφωθείς με τον ρόλο που σου αντιστοιχεί και τέλος.
Συνεπώς δεν είναι απρόσμενο το γεγονός ότι η αγροτοποιμενική κοινωνία μας και όσοι αναλαμβάνουν να επιβάλουν τα ήθη της, θεσμικώς ή εξωθεσμικώς ή παραθεσμικώς, απεχθάνονται την αντιλογία. Θυμηθείτε: το να είσαι «πνεύμα αντιλογίας» είναι μομφή, το να θες να κάνεις το δικό σου είναι εκ των προτέρων επιλήψιμο.
Κλείνω έτσι
Βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και τη δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.