Υποσημείωση για την αρπαχτή και την καιροσκοπία

Γράφει ο ad1951:

Οι (περισσότεροι) επιχειρηματίες στην Ελλάδα είναι καιροσκόποι και παρανομούντες για τους ίδιους λόγους που οι περισσότεροι δάσκαλοι στα Λύκεια δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους, οι περισσότεροι αστυνομικοί ανέχονται τις παρανομίες, κτλ: στο περιβάλλον όπου δραστηριοποιούνται είτε δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς, είτε δεν έχει νόημα.

Ο επιχειρηματίας που πληρώνει ΙΚΑ για τους εποχιακούς υπαλλήλους θα χάσει στον ανταγωνισμό από αυτόν που δεν πληρώνει. Αυτός που επενδύει με δεκαετή ορίζοντα θα δει τα σχέδια του να ανατρέπονται όταν αλλάξει τρεις φορές το θεσμικό πλαίσιο στο οποίο βασίστηκε. Αυτός που τηρεί σωστά λογιστικά βιβλία θα φάει πρόστιμο όπως και αυτός που δεν τηρεί – και τα λοιπά. Με άλλα λόγια, ο καιροσκοπισμός είναι η ορθολογική επιλογή.

Οσοι (λίγοι) θέλουν να κάνουν κάτι πιο μακροπρόθεσμο και μεγάλο, και δεν είναι προμηθευτές του δημοσίου, αναγκαστικά κάποια στιγμή ιδρύουν μονάδες στο εξωτερικό — ή εξ αρχής ασχολούνται με τη ναυτιλία. Δηλαδή με τον τρόπο τους […] “φεύγουν στο εξωτερικό γιατί δεν τους σηκώνει το κλίμα”.

Συνέχεια

Απόψε στα Δώδεκα Ευαγγέλια κι αύριο στον Επιτάφιο ίσως θα θαυμάσετε τη δραματικότητα των ακολουθιών: τη δραματοποίηση του Πάθους. Σταύρωση, Αποκαθήλωση (κι ένας κενός Σταυρός), Εξόδιος Ακολουθία. Θα την αποδώσετε, ίσως, στη βυζαντινή κατάνυξη και μεγαλοπρέπεια, στη συνέχεια του δραματικού στοιχείου μέσα από το βυζαντινό τυπικό. Ίσως πάλι να γνωρίζετε ότι αυτά είναι καινοτομίες μεταβυζαντινές που ίσως ξεκίνησαν από το Αιγαίο (υπό την επιρροή των Φράγκων) και — όπως λένε τα εγκόλπια — άργησε να ενσωματώσει στο τυπικό της η Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως.

Οι παραδοσιακές φορεσιές όπως τις ξέρουμε χρονολογούνται στον 19ο αιώνα· υπάρχουν βεβαίως απεικονίσεις εκδοχών του 18ου αλλά είναι πραγματικά αλλόκοτες. Παραδοσιακό έπιπλο πριν το 1774 ουσιαστικά δεν υφίσταται. Τα παραδοσιακά φαγητά μας, η παραδοσιακή κουζίνα, χρονολογούνται στον 19ο αιώνα, με κάποια πιάτα μόνο να εξαιρούνται. Η παραδοσιακή μουσική μας, εκκλησιαστική και μη, δεν είναι παλιότερη από τον 18ο αιώνα, όπως μας υπενθύμιζε ο Μπερεκέτης στα Βουστάσια κι όπως γράφει εδώ o opoudjis. Η δημοτική ποίηση είναι η διασκευασμένη, αποκαθαρμένη και μεταφρασμένη των λογίων του 19ου και του πρώιμου 20ου αιώνα. Ακόμα και το τυπικό των εκκλησιαστικών ακολουθιών και το «έθος» πολλών εκκλησιαστικών πρακτικών είναι πάρα πολύ πιο πρόσφατα απ’ ό,τι διαφημίζεται. Η γλώσσα οποιουδήποτε ελληνόφωνου μόλις του 18ου αιώνα (λογιότατου, παπά, χωρικού, ψαρά, αστού κτλ.) θα μας δυσκόλευε ανυπέρβλητα. Στην Κωνσταντινούπολη του 1410 θα τρώγαμε πραγματικά εξωτική κουζίνα. Παρόμοια πράγματα ισχύουν και για την αρχιτεκτονική, τα ήθη, τις αντιλήψεις μας.

Ένας λαός που ακκίζεται ανυπόφορα κι ακαταπαύστως στον ιδεασμό της παράδοσης και της συνέχειας είναι — τελικά — τόσο ‘καινούργιος’ όσο οι Αμερικάνοι ή οι Μεξικάνοι. Η νεοπαγής «μακεδονικότητα» που καγχάζουμε στους γείτονές μας, μας χαρακτηρίζει κι εμάς (αλλά συν 100τόσα χρόνια): οι Έλληνες είμαστε παιδιά του 19ου και του 20ου. Βεβαίως, οι καταβολές μας πάνε πολύ πιο πίσω, αλλά και ποιου δεν πάνε; Ιδίως όσες είναι είτε καρτερικά συντηρημένες (από θεσμούς όπως λ.χ. η Εκκλησία), νεκραναστημένες (π.χ. το «ελληνικό αθλητικό ιδεώδες» ή το θέατρο) ή και επινοημένες (…). Έτσι κι ο μεξικάνος πάει πιο πίσω από την κατάκτηση του Νέου Κόσμου από τους Ισπανούς. Έτσι κι ο μεξικανισμός είναι προϊόν μοναδικής σύνθεσης, αλληλοενσωμάτωσης και δυναμικής αλληλοπεριχώρησης των «tres culturas»: της προκολομβιανής, της ισπανικής και της «σύγχρονης». Σημειωτέον ότι εδώ οι Μεξικάνοι μάς ξεπερνούν: μακάρι να αναγνωρίζαμε κι εμείς τον ρόλο της γενιάς του ’30 στο ποιοι είμαστε ως εξίσου καθοριστικό με αυτόν της Ορθοδοξίας, της λαϊκής παράδοσης, της οθωμανικής διοίκησης, της Μεσευρώπης κτλ., κτλ.

Ακόμα και το Βυζάντιό «μας» είναι μακρινό, τόσο μακρινό όσο η σλάβα των Σέρβων, τα καφενεία της Βιέννης και οι εκκλησίες των Πρεσβυτεριανών στο Ινβερνές. Η μόνη πραγματική συνέχεια που υπάρχει στον (ευρύτερα) ελλαδικό χώρο είναι η γεωγραφία του, και μάλιστα η γεωγραφία του ελέω αρχαιολογίας, αρχαιογνωσίας και κατεδάφισης τζαμιών, φραγκοκάστελων καθώς και αναβαπτισμού οθωμανικών οχυρώσεων σε «βυζαντινές». Παραφράζοντας τον Πορτοκάλογλου, «κάποιος μας έριξε εδώ» και μας είπε «κατοικήστε αυτόν τον τόπο, είστε Έλληνες». Μας σύναξε σε τουρκοπόλεις όπως η Σαλονίκη, τα Γιάννενα κι η Λάρισα, σε αρβανίτικα κρασοχώρια όπως η «Αθήνα», σε λεβαντίνικα κάστρα όπως το «Ναύπλιο» και το «Ηράκλειο» (η Κάντια, το Κάστρο, ο Χάντακας), σε νέες νεοκλασσικές πόλεις όπως ο Βόλος, η Πάτρα, η Ερμούπολη, η Σπάρτη. Στους προγόνους μας (κατά το ένα τρίτο ξενόφωνους και ντιπ για ντιπ χαμένους) δίδαξαν κι επέβαλαν μια μεικτή αλλά νόμιμη (λέει) λαλιά: μοραΐτικα-επτανησιακά-κρητικά στο μίξερ με μπόλικο αρχαίο από πάνω και τους είπαν «μάθετε ελληνικά-μιλάτε ελληνικά». Είμαστε μια ντεκαφεϊνέ (αλλά πολύ δημοφιλέστερη, αρκετά παλιότερη και πολύ πιο χωνεμένη) εκδοχή των Ισραηλινών.

Νομίζουμε ότι με την αυθεντικότητά μας πείσαμε τους δυτικοευρωπαίους για την ελληνικότητα και τον ελληνισμό μάς αλλά και για το πώς και η ρωμιοσύνη μας και ο 20ος μας αιώνας είναι, κατ’ ουσία, ελληνικότητα κι ελληνισμός ελληνικότερα του ελληνισμού τους. Πλανιόμαστε: αυτοί μας έφτιαξαν Έλληνες, αυτοί ξέρουν. Είμαστε παιδιά ενός πρότζεκτ της Ευρώπης, πολύ πετυχημένου αλλά με τα προβλήματά του (τα οποία έφαγε η γενιά του 1922 και η δικιά μας): της αναβίωσης του Ελληνισμού και της Ελλάδας.

Γι’ αυτό, τελικά, είμαστε οι πιο Ευρωπαίοι Ευρωπαίοι. Σχεδόν όσο και οι Βέλγοι ή οι (πάλαι) Τσεχοσλοβάκοι: σ’ εκείνους έφτιαξαν κράτη, στην περίπτωσή μας έφτιαξαν κι εμάς. Κάπως όπως στο τέλος της «Επαφής» του Καρλ Σέιγκαν, τα δημιουργήματα αναγνωρίζουν την υπογραφή του δημιουργού τους σε κάτι που νόμιζαν φυσικό και άλογο: στα τελευταία ψηφία του πι.

Καλό Πάσχα, Καλή Ανάσταση: δυο μυστήρια άξια λόγου έχει η Χριστιανοσύνη, την Ευχαριστία-Αναίμακτη Θυσία και, πάνω απ’ όλα, την υπόσχεση της Ανάστασης των σωμάτων. Χαρείτε τα κι αφήστε τις μεταφυσικές βεβαιότητες για τους φανατικούς.

26132462

Ετοίμαζα ένα ποστ με αφορμή το κείμενο της Σχινά για το σεξ στην αμερικανική λογοτεχνία.

Επίσης είχα στον νου μου να γράψω για τον Ian McEwan, με αφορμή ένα κείμενο για το τελευταίο του μυθιστόρημα Solar.

Έχει όμως πέσει αρκετή δουλειά και δεν ασχολήθηκα. Κάποια στιγμή κάθησα να φάω μεσημεριανό. Αρχίζει μια διαφήμιση στην ΕΡΤ sat. «A! Ήθελα να σου πω γι’ αυτό.», είπε η συμβία.

Ήτανε μια διαφήμιση (που δε βρίσκεται με τίποτε στο youtube) στην οποία το ελληνικό δημόσιο ισχυρίζεται ότι «η Ελλάδα δεν είναι εγκλωβισμένη» και μας καλεί, εμάς της διασποράς, της ομογένειας κτλ., να καταθέσουμε στον λογαριασμό αλληλεγγύης για την απόσβεση του δημοσίου χρέους στην Τράπεζα της Ελλάδος.

Τέλειωσα το φαγητό, έφαγα ένα κομμάτι πάστα φλώρα που έφτιαξε χτες η συμβία και κάθησα να γράψω αυτό το ποστάκι.

Όχι ποστ

αλλά σημείωμα.

Παραπονιόμουν εδώ ότι ο καθένας λέει το κοντό και το μακρύ του κι ότι δεν έχει και καμμιά αντίληψη του ότι λέει παπαριές. Κι αναρωτιόμουν ο κακομοίρης πώς και γιατί.

Τρία χρόνια μετά μου έφεξε κι εμένανε. Γιατί «η γνώμη του ειδικού δεν είναι απλώς ‘ισοβαρής’ με του οποιουδήποτε, είναι υποδεέστερη«; Πώς «μπορεί κανείς να επικαλεστεί την Αυθεντία με τους πιο αδόκιμους (και αδόκητους) τρόπους»;

Είναι πολύ απλό: οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις στην Ελλάδα ενορχηστρώνονται ώστε να διεξάγονται μεταξύ άσχετων και, πάρα πολλές φορές, μεταξύ γενικώς αγράμματων.

Και, φυσικά, οι περισσότερες δημόσιες συζητήσεις απευθύνονται σε ηθικολόγους αγράμματους με παραισθήσεις μεγαλείου ή και σύμπλεγμα καταδίωξης. Ας όψεται το εκπαιδευτικό μας σύστημα που μας μαθαίνει αρχαία (;) κι αποστήθιση, να γράφουμε εκθεσούλες, να περνάμε (;) εξετάσεις και να συλλέγουμε πτυχία.

Να μας πάρει ο διάολος, να τελειώνουμε με το μεγάλο χιμαιρικό πρότζεκτ του δυτικού πολιτισμού που λέγεται «νέος ελληνισμός». Αρκούν 250 χρόνια φούμαρα: ό,τι χτίστηκε, χτίστηκε. Να γίνουμε κι εμείς η μικρομεσαία χώρα που είμαστε, με τις παραδόσεις μας, με τις ευαισθησίες μας, με τις μαλακίες μας, με τα δικά μας.

Ντοκυμαντέρ με σαύρες

Εντάξει, θα βγει πάλι ο καλός μου φίλος να μου πει ότι σιγά-σιγά μετατρέπομαι σε Σεφέρη (μακριά από πάνω μας! φτου φτου κακό!), αλλά εάν μου έλεγε κάποιος πριν πέντε ή δέκα χρόνια ότι όλα θα μου πηγαίνουν καλά (δόξα Σοι ο Θεός) και ότι θα νιώθω δυστυχισμένος από το τι γίνεται στην Ελλάδα, θα κακάριζα στα γέλια. Εάν επίσης μου έλεγε ότι θα μίλαγα με την τηλεόραση σαν τη γιαγιά μου που μπινελίκωνε την κακιά στρίγγλα όταν έβλεπε Εσμεράλδα και Σκλάβα Ιζάουρα, ε, θα τον μούτζωνα.

Ό,τι κοροϊδεύεις το λούζεσαι.

Ο παππούς (συζυγος της γιαγιάς που λέγαμε) είχε ένα μόττο: «ου με πείσεις καν με πείσης», που τάραζε και αναστάτωνε την παιδική ψυχούλα μου (που λέμε). Το χρησιμοποιούσε συχνά όταν τον στρίμωχνες. Υπενθυμίζω ότι ο παππούς ήταν του γένους «Ξεροκέφαλου», Θεός σχωρέσ’ την προγιαγιά μου. Τέλος πάντων, θυμάμαι που τον ρωτούσα πώς γίνεται να μην πειστεί κάποιος ακόμα κι αν πειστεί, δεν το καταλάβαινα αυτό το πράμα. Απαντούσε ότι άμα είσαι σίγουρος για κάτι, δεν αλλάζεις γνώμη ακόμα κι αν σε πείσουνε με επιχειρήματα. Έτσι: Έλληνας: οι πεποιθήσεις πάνω από τα επιχειρήματα. Και τώρα, δεκαετίες μετά καταλαβαίνω, έτσι πιο βιωματικά, τουλάχιστον πώς συμπεριφέρεται κάποιος που δε θα πειστεί ακόμα κι αν πειστεί. Αφού η αμετανοησία και η σολιψιστική αυτοδικαίωση είναι η εθνική μας ιδεολογία. Ξεχάστε τις ορθοδοξίες και τις παραδόσεις, τέλειωσαν αυτά. Αρκεί να φταίνε πάντα οι άλλοι.

Τα υπόλοιπα, ευκόλως εννοούμενα που λέμε, παραλείπονται.

Κατανοώ βεβαίως ότι δεν πιάνω τον σφυγμό του απλού ανθρώπου, τον καημό της Ρωμιοσύνης και τον παλμό του κοσμάκη αλλά δεν είμαι ντιπ για ντιπ. Όχι. Γι’ αυτό κι αισθάνομαι κάπως άσχημα που δεν το είχα πάρει πρέφα καθόλου. Δεν εννοώ τον υποκριτικό βικτωριανισμό του Έλληνα, αυτά τα έχουμε ξαναπεί. Εννοώ την ανήκεστη πείνα του Έλληνα και της Ελληνίδας. Αν κρίνω από την απίστευτη απήχηση του ντιβιντί. Δεν μπορεί όλο αυτό το τρελό το μπρουχαχά και το πανηγύρι να οφείλεται στο ότι όλος αυτός ο κόσμος (συμπεριλαμβανομένης λ.χ. της θείας της Πίτσας) ήθελε να δει ντε και καλά το γνωστό ξανθό κομοδινάκι να βατεύεται. Μάλλον άντρες και γυναίκες, Ελληνίδες κι Έλληνες, ήθελαν πώς και πώς να δούνε κάποια να το κάνει, οποιαδήποτε. Όποια να ‘ναι. Όχι γιατί δεν το κάνουν οι ίδιοι και οι ίδιες. Παρά γιατί μάλλον δεν πολυκαλοπερνάνε. Έτσι φαίνεται.

Ανάθεμα στις τηλεοράσεις στις κρεβατοκάμαρες, δηλαδή.

Είπαμε: εμείς πάντως δε φταίμε.

Λεπτομέρειες

Ο kukuzelis με έχει κατά καιρούς ενθαρρύνει να αφοσιώνομαι περισσότερο στις στιγμές, στις λεπτομέρειες. Απόψε θα ασχοληθώ λοιπόν μόνο με λεπτομέρειες.

1.
Αυτό το κείμενο. Μιλάει για μια σημαντική λεπτομέρεια. Τελικά, η Αριστερά πρέπει να αποφασίσει για ποιους θα αγωνίζεται: τους μανδαρίνους; τους συμβασιούχους; τους απολυμένους εργάτες; Επίσης, με ποιον σκοπό; Να περνάν άνετα; Να μη χάσουν κεκτημένα; (υπάρχουν μανδαρίνοι λ.χ. διοικητικοί στη ΔΕΗ που θα έπρεπε να χάσουν πολλα κεκτημένα). Δεν μπορεί να είναι η Αριστερά τα πάντα τοις πάσι.

2.
Η αηδία που θα στείλουμε στη Γιουροβίζιον. Αηδία. Ζυγίζουμε τι περιμένουν οι άλλοι από εμάς, πώς θα ανταποκριθούμε στις προσδοκίες τους. Κι αποφασίζουμε. Σα νευρωσικά παιδιά φορτικών γονιών. Έχουμε κολοσσιαίο σύμπλεγμα κατωτερότητας σα λαός, αναμετριόμαστε συνέχεια με το «παρελθόν μας» και βγαίνουμε λειψοί. Αντίστοιχο σύμπλεγμα, απ’ ό,τι ξέρω, έχουνε κι οι κακομοίρηδες οι Τούρκοι που μισεί, αντιπαθεί ή περιφρονεί σύσσωμη η υφήλιος (εκτός, ξέρω γω, από τους Αζέρους)· εκείνοι πάλι αναμετριούνται επανειλημμένα με την εξιδανικευμένη Δύση (η πρόσφατη, σχεδόν κωμική, συνέντευξη του Παμούκ στο περιοδικό της κυριακάτικης Καθημερινής είναι χαρακτηριστική).

3.
Θεατρικά κείμενα. Σας παρακαλώ. Έχουμε ίσως το καλύτερο θέατρο στην Ευρώπη. Μην ανεβάζετε θλιβερά κείμενα κουτών Ισπανών, Εγγλέζων, Πετσενέγων και Τολτέκων. Δεν περπατάνε. Κρίμα τους σκηνοθέτες, κρίμα τους ηθοποιούς.

4.
Ξινά μούτρα. Δεν ξέρω εάν, όπως ισχυρίζεται ο Τσαγκαρουσιάνος, οι Αθηναίοι έχουν τα πιο ξινισμένα μούτρα της Ευρώπης. Οι Μοσχοβίτες, λ.χ., δεν πάνε πολύ πίσω. Ξέρω ότι στην πατρίδα μου η ευγένεια υποκρύπτει υστεροβουλία και το αυθόρμητο χαμόγελο και η καλή διάθεση μαρτυρούν ιδιωτεία. Δεν είναι μάλλον τυχαίο που μισούμε τους χαμογελαστούς κοσμοκράτορες.

5.
Ο κύριος Σαμαράς μίλησε για αυτοκριτική και αυτοκάθαρση του Κόμματός του. Προτείνω μια εναλλακτική ερμηνεία: το Κόμμα έκανε και κάνει ό,τι κάνει όταν το κάνει και όπως το κάνει γιατί δε γίνεται να κάνει αλλιώς. Μετά κάνει αυτοκριτική. Τζάμπα είναι. Στην πραγματικότητα, «ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε». Αυτά ισχύουν ακόμη περισσότερο για το Κόμμα που επί πενταετία κυβερνούσε με γνώμονα το πολιτικό κόστος και πλοηγό τις δημοσκοπήσεις.

6.
Όπου κουβαλούν το σχολείο τους μαζί τους οι Έλληνες, κουβαλάνε μοιραία και τις εμμονές τους αλλά, κυρίως, τον απομονωτισμό τους, την οργάνωσή τους σε μικρά γκέτο: είτε στα χωριά των γκασταρμπάιτερ, είτε στα εγγλέζικα κάμπους, είτε στη Μελβούρνη. Θέλουνε πάντα να νιώθουν ταμπουρωμένοι στο δικό τους τοπικό χάνι της Γραβιάς. Κι ας μην ξέρουνε που πέφτει η Γραβιά. Ούτε εγώ ξέρω.

7.
Οι ηλικιωμένοι, οι δικοί μας ηλικιωμένοι, καταδικασμένοι σε απραξία και τηλεόραση. Σε μια κοινωνία και μετά από ένα σχολείο που αποθαρρύνει οτιδήποτε δημιουργικό, ιδίως άμα είναι ευχάριστα δημιουργικό: βιβλίο, μουσική, σκίτσο — κάτι. Τουλάχιστον οι μεγαλύτερες ηλικιωμένες γυναίκες ξέρουν εργόχειρο.

Ιδιοφυές

Παίρνεις ένα στάνταρ τραγουδάκι των Morcheeba, το ρίχνεις πάνω στο Street Spirit και βγάζεις κάτι υποβλητικό και κάπως ψυχοβγαλτικό:

Ίσως το αγαπημένο μου mashup από τότε που το άκουσα σε ένα ταξί που έπαιζε Red FM, κούρσα νυχτερινή από τον Πειραιά.

Κάτι παραπάνω από 1800 νύχτες

Διάβασα το επετειακό του old boy και συνειδητοποίησα ότι συμπλήρωσα πενταετία στην ελληνική μπλογκοκοινωνία. Διαβασα το πρώτο πραγματικό μου ποστ. Μετά, το δεύτερο. Πόσο λίγα πράγματα έχουν αλλάξει τα τελευταία πέντε χρόνια.

Αντίθετα με τον old boy δεν ξέρω να σας πω για τη γραφή. Γράφω ό,τι μου κατέβει, όταν μου κατέβει, νύχτα συνήθως.