αφιερωμένες στον Σάκη Φώλιο.
Και οι δύο διαβάζονται σε πολλά επίπεδα. Ιδίως η δεύτερη.
Είμαι φαν των Massive Attack από τον καιρό του Protection. Τους είδα επιτέλους ζωντανούς στο Τηγάνι το καλοκαίρι του 2008 και μου άρεσαν πάρα πολύ. Καταπληκτικό σώου, πολύ δυνατό λάιβ.
Εδώ το εντυπωσιακό καινούργιο τους βίντεο, του ρευστού και ονειρικού Paradise Circus (στα φωνητικά συμμετέχει η μούσα μου της Τρίτης Λυκείου, η Hope Sandoval των Mazzy Star). Αν έχετε πρόβλημα με τις περιπτύξεις, τη γυμνότητα κτλ., κλικάρετε αλλού. Επίσης, δείχνει και κάτι φίδια.
Οι Portishead θα σκάσουνε μετά απ’ αυτό.
Εδώ. Κυρίως εγκλήματα, ολίγη επιστήμη και κανα-δυο αναπόφευκτες καταστροφές.

Σταματήστε να κατηγορείτε το εκπαιδευτικό σύστημα και την Παιδεία της Ελλάδας. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι απόλυτα πετυχημένο και λειτουργικότατο, αν αξιολογηθεί με βάση τους στόχους του — οι οποίοι διατυπώνονται με σαφήνεια και πολλές φορές ρητά στα αναλυτικά προγράμματα.
Σκοπός του εκπαιδευτικού συστήματός μας είναι να διαμορφώσει εθνικά υποκείμενα και να τους προσδώσει στοιχεία μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας.
Η παιδεία μας δεν έχει παρά πολύ περιορισμένους πρακτικούς στόχους, δεν ασχολείται ιδιαιτέρως με το να δώσει τεχνικά, κοινωνικά ή και θεωρητικά «εφόδια στους νέους για τη ζωή». Η παιδεία μας δεν ενδιαφέρεται να διδάξει πολιτική σκέψη και συμπεριφορά ή αρχές πραγματικής ηθικής (η ασυνάρτητη και «ελληνορθόδοξη» διαπαιδαγώγηση με στοιχεία ηθικής προσφέρεται φυσικά ως στοιχείο εθνικής ταυτότητας). Το σχολείο μας δεν είναι ούτε «δεξιό» για να διδάξει αρχές, ούτε «αριστερό» για να διδάξει κοινωνική ευαισθησία· παράλληλα, η επιστημονική, η τεχνική, η καλλιτεχνική και η τεχνολογική μας εκπαίδευση είναι κωμικές.
Οι εκπαιδευτικές μέθοδοι στοχεύουν στο να μπορεί κάθε Έλληνας να ξέρει γιατί είναι Έλληνας, πώς θα γίνει σωστός Έλληνας και γιατί πρέπει να είναι περήφανος που είναι Έλληνας. Εξού και η υπερτροφική έμφαση σε ατελέσφορη γλωσσική διδασκαλία, εξού και η μεθοδολογική αγκύλωση και αφέλεια στη διδασκαλία των φυσικών επιστημών, εξού και η κωμική μετάδοση κοινωνικών και ιστορικών επιστημών ως στοιχείων εθνικής χρηστομάθειας. Εξού και η γενικευμένη ηγεμονία της αυθεντίας: της αρχαίας γλώσσας, της Ιστορίας ως ελληνικού αφηγήματος, της Τέχνης και της Σκέψης ως εθνικών κειμηλίων που κληροδοτήθηκαν σε μια αχάριστη Ευρώπη, της γενικευμένης περιφρόνησης προς τον τεχνικό πολιτισμό, προς τη διδασκαλία των τεχνών, προς τη φυσική αγωγή και τα αθλήματα, προς την ανάπτυξη των προσωπικών δεξιοτήτων των μαθητών, κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. κτλ. …
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει λοιπόν επιτύχει κάτι που δύσκολα βρίσκει κανείς σε εθνικό κράτος, ακόμα και σε κράτη εθνικά με πιο βαρβάτο τρόπο από ό,τι το δικό μας: γλωσσική ομογενοποίηση, περιθωριοποίηση των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και τοπικισμών, μονοειδή και μονολιθική εθνική ταυτότητα, συμφυρματική ταύτιση «λαού», «έθνους», «κοινότητας», «κοινωνίας», «κοσμάκη», «πατρίδας» και «ελληνισμού».
Για να δείτε το προϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος, βλέπετε Λαζόπουλο. Μιλήστε με τον ευφυή νέο καταστηματάρχη ο οποίος υπέστη για χρόνια ακατανόητα αρχαία στο σχολείο (που τα πέρναγε μετά βίας), αλλά δεν έχει πρόβλημα αφού «Έλληνες είμαστε ρε αδερφέ».
Ένα τέτοιο σύστημα δε χρειάζεται πανεπιστήμια τελικά.
Επίμετρο:
Περπατώντας στο σπίτι από τη δουλειά θυμήθηκα το σημείο στην εκπομπή που λινκάρω πιο πάνω στο οποίο ο Ξυδάκης λέει χοντρικά ότι θέλει να ακούσει τη γνώμη των νέων έξω από τις μανιέρες και τις ελληνικούρες των δημοσιογράφων και εν γένει των μεγάλων.
Είναι πράγματι υποπροϊόν του εκπαιδευτικού συστήματος ότι όταν οι νέοι θέλουνε να τους πάρουνε στα σοβαρά υιοθετούν την κούφια ρητορεία, τα πληκτικά σχήματα, τους χιλιοτριμμένους τόπους και τον εκθεσάδικο στόμφο που το σχολείο τούς διδάσκει ότι αποτελούν καλλιέπεια, σωστή έκφραση και ευφράδεια. Η πηγαία ρητορική των καφέ, το δηκτικό χιούμορ του δρόμου, τα σχολικά λογοπαίγνια, τα υπαινικτικά καυλαντίσματα των πάρτι, η καταιγιστική επιχειρηματολογία όταν μιλάνε για λ.χ. μπάλα, γκομενικά ή κατά των γονιών, οι χιπχόπ / γηπεδικές / φανταρικές / παρεΐστικες / μετατηλεοπτικές επιρροές τους εξαφανίζονται και δίνουνε τη θέση τους σε έναν δοτό μικρομέγαλο λόγο, σαν κι αυτό που διαφημίζουνε της γης οι λαζόπουλοι και η Στερεοτυπία ως λόγο των πάλαι ‘δεκαεξάρηδων’: λόγο ρηχό, κουτό και άκαμπτο που κανονικά θα έπρεπε να χαρακτηρίζει μόνο τελειωμένα νερντ και κνίτες.
Ο ίδιος λόγος, η ίδια ρητορική, η ίδια φλερύ ελληνικουρίαση παίζεται και στην εξαμβλωματική καρικατούρα θεσμού που λέγεται ‘Βουλή των Εφήβων’: «εξαμβλωματική» γιατί είναι άχρηστη, στημένη και υποκριτική· «καρικατούρα» γιατί λειτουργεί ως αυτό που κάτι γέροι νομίζουν ότι είναι η Βουλή: ένας καφενές για κουβέντες της βούρτσας ή γεροντοπηγαδάκι του Ζαππείου…
Με το που βγηκαμε στο μπαλκόνι, ο Ρακάσα με ρώτησε «Πού τον έχεις κρύψει τον πρόεδρο, ρε μαλάκα; λέγε».
Το σκηνικό της τυμβωρυχίας: βροχή, αστραπές, βοριάς και σκοτάδι. Έριχνε καρέκλες εκείνο το βράδυ. Κάποιοι μ’ έναν εκσκαφέα ανοίγουν τον τάφο. Φαντάζομαι Ρένφιλντ και Τρανσυλβανία αλλά αναρωτιέμαι ποιος και γιατί, αγνοώντας τα τσίρκα δηλώσεων γύρω από το θέμα.
Οπωσδήποτε έχουμε όλοι μας μια πολύ επιφανειακή εικόνα του κόσμου γύρω μας: Κύπρος είναι και κάποιοι που βεβηλώνουν με σχέδιο τον τάφο ενός πρώην προέδρου (όπως είναι και όσοι οικογενειάρχες, Έλληνες και Τούρκοι, σφάξαν ανέμελα και απερίσκεπτα γείτονες και γνωστούς το ’63-’64 και το ’74). Αυστρία είναι και οι κύριοι παιδεραστές και κατά συρροήν αιμομίκτες. Ιταλία είναι και ο ρατσισμός και η νοσταλγία του φασισμού. Σκανδιναβία είναι και οι σκίνχεντ. Βρετανία είναι και η έλλειψη οικογένειας τοξικά συνδυασμένη με τη βροντερή απουσία κοινωνικού κράτους (με αποτελέσματα όπως το υψηλότερο ποσοστό εφηβικών εγκυμοσυνών στον ανεπτυγμένο κόσμο). Ελλάδα είναι και οι ανελέητοι ξυλοδαρμοί συζύγων, ο ομαδικός βιασμός της Βουλγάρας μαθήτριας στη Μαλεσίνα (τι έγινε μ’ αυτό;), ο Άλεξ που εξαφανίστηκε ενώ όλη η τοπική κοινωνία κοιτούσε κάπου αλλού.
Η φρίκη και η αγριότητα υπάρχουν παντού. Όχι μόνο στη Μέση Ανατολή και στην υποσαχάρια Αφρική. Βρίσκεται και κάτω από τις αφίσσες που διαφημίζουν παραδόσεις, πολιτισμούς, κληρονομιές, χαρούμενες οικογένειες. Απλώς καμμιά φορά δυσκολεύεσαι να καταλάβεις.
Πήγα σήμερα σε μια παρουσίαση βιβλίου. Πέρασα ωραία, αν και τα αποφεύγω αυτά, γιατί η συγγραφέας είναι συγκροτημένος κι ευχάριστος άνθρωπος, με χιούμορ κι ευαισθησία. Τέλος πάντων, σπάνιος άνθρωπος. Καλά κάνει και γράφει, κι ας μη μ’ αρέσουν όλα της. Τι να γίνει, ο καθείς και τα γούστα του.
Είπε λοιπόν κάποια στιγμή ότι ποτέ δεν τη βοήθησε κανένας, ό,τι έκανε και ό,τι έγινε ήταν από μόνη της. Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό αληθεύει κι ούτε με αφορά. Είναι ωστόσο κάτι που ισχύει στην περίπτωσή μου: τέσσερις άνθρωποι (όλοι συνάδερφοι) προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν στη ζωή μου μέχρι τώρα, και οι τέσσερις απέτυχαν (όχι λόγω έλλειψης ζήλου). Κι αυτό ήταν όλο.
Δεν εξάσκησα ούτε την υψηλή τέχνη της ολικής αλείψεως με σάλιο («σλουρπ!»), ούτε της προληπτικής κολακίας («κολάκευε τώρα και αύριο θα σου βγει σε καλό»), ούτε της επένδυσης σε σιωπή («βγάλε τον σκασμό τώρα και πες αργότερα ότι σιωπηρά συμφωνούσες»), ούτε της συστηματικής συνταύτισης («μωρέ εμείς που συνέχεια συμφωνούμε, δεν πρέπει κιόλας να συνεργαστούμε;»). Βεβαίως δεν έχω να επιδείξω επιτεύγματα, ούτε πραγματικά ούτε επινοημένα και πλασματικά. Άσε που απέτυχα να εισπράξω μίζες όταν μπορούσα και γενικά, εντάξει, δεν έχω υψηλές αποδόσεις. Ούτε καλό είναι αυτό, ούτε κακό: ο καθείς και οι επιλογές του. Ή, όπως έλεγε και μια θεια, «καθείς κι ο κώλος του».
Τα γράφω αυτά εν είδει ενός σημειώματος προς τον εαυτό μου: όπως είχε πει ο Κωστόπουλος (ο Πέτρος, αυτός του Κλικ), όσο πιο πολύ κόσμο γνωρίζεις, τόσο σε λιγότερους μπορείς να λες ανοιχτά τη γνώμη σου — ιδίως άμα είναι τίποτε διαταραγμένοι ή διανοητικά ηλικιωμένοι, θα πρόσθετα εγώ. Αλλά από εκεί ο δρόμος μέχρι την ανοχή της αγυρτίας, της αβελτηρίας και των παραφουσκωμένων εγώ και μέχρι τη σιωπηλή συνενοχή είναι σύντομος και φαρδύς.
Αυτά εν είδει σημειωσης προς τον μελλοντικό εαυτό μου, επειδή την τελευταία δεκαετία έχω γνωρίσει πάρα πολύ κόσμο, τελικά.
Έτσι γίνονται οι επαναστάσεις, έτσι μένει άναυδη η αστυνομία, έτσι ανατρέπονται οι σάπιες κυβερνήσεις:
Κουνώντας χιλιάδες μπρελόκ στα αέρα, διαδηλώνοντας απανωτά αλλά ειρηνικά, ανάβοντας εκατοντάδες κεριά στο οδόστρωμα, φτιάχνοντας ανθρώπινες αλυσίδες και ζώνοντας τις πόλεις μ’ αυτές, μεταφέροντας διακριτικά τη διαμαρτυρία αλλά παντού: στους συναυλιακούς χώρους, στις εκκλησίες, στα αμφιθέατρα, στα μαγαζιά, στις υπαίθριες αγορές.
Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, μπερεκέτια για τους λουκετάδες-κλειδαράδες, δακρυγόνα και ξυλοδαρμοί.
The saints are coming
Νομίζω ότι στο μέλλον αυτό το βίντεο κλιπ θα αποκτήσει διαστάσεις εμβληματικές. Δε νομίζω ότι κανένας από τη γενιά μας θα ξεχάσει ποτέ αυτό που έπαθε στο 1:39, όπου — ενώ νόμιζε ότι έβλεπε ακόμα ένα στάνταρ βίντεο του Ιρλανδού Νταλάρα και της παρέας του — αντικρύζει τον αμερικανικό στρατό να σώζει τους πλημμυροπαθείς, έστω και ως οπτικό εφέ. Ναι, λαϊκίστικο, ναι κλισεδιάρικο όσο δε σηκώνει: το αντίστοιχο της χίπισσας του ’60 που χώνει το λέλουδο στην κάννη του πάνοπλου εθνοφρουρού. Αντίστοιχα δυνατό και συνοπτικό λοιπόν: το συγκεκριμένο βίντεο συμπύκνωσε όλα όσα ξέραμε και νιώθαμε για τον κόσμο του 21ου αιώνα, πιστεύω δε ότι έστειλε πολλά αμερικανάκια (που προσκυνάνε τους Green Day) να πάνε να ψηφίσουν Ομπάμα.
Αλλά ας στραφούμε στο ίδιο το τραγούδι. Το άκουγα μέσα από τα ακουστικά μου προχτές και σκεφτόμουν για άλλη μια φορά τους αφανείς ήρωες της ποπ μουσικής: τους παραγωγούς. Από τον Spector μέχρι τον Tony Visconti και τον Brian Eno που πήρανε τα ρετάλια του Bowie κι έφτιαξαν το μνημειώδες Low, από τον πολυμήχανο Quincy Jones που με το Thriller μετέτρεψε τον Michael Jackson από Shirley Temple σε υπερστάρ, μέχρι τον τύπο που έκανε την παραγωγή στο ντεμπούτο των φάλτσων κι άτσαλων Stone Roses και το κατέστησε μνημείο της ίντυ μουσικής, μέχρι τον τύπο που πήρε ένα τραγουδάκι μαθητικής μπάντας της σειράς (το The saints are coming) και, συν τοις άλλοις, παίζοντας με τις ρυθμικές κιθάρες και φέρνοντάς τις μπροστά στο κατάλληλο σημείο, το έκανε φυτίλι του θυμικού και anthem, που λένε.
Είναι εύκολο να περιφρονήσεις τους παραγωγούς. Αλλά η αξία τους φαίνεται σε κάθε λάιβ.
Τα λάιβ και τα στούντιο
Μάζεψα κάποια κείμενα για τον περσινό Δεκέμβρη εδώ. Σήμερα θα προσέθετα το κείμενο του old boy και του Διόδωρου. Δεν έχω να προσθέσω πολλά, μόνον ότι πολλοί νοσταλγούμε την αυθόρμητη πανελλαδική έκρηξη της νεολαίας, την εξέγερση. Αλλά αυτή είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας αναπολώντας αυτή τη μία στιγμή όταν μας έκατσε κάτι, εν προκειμένω μια αγνή και συλλογική διαμαρτυρία σε κωμοπόλεις τύπου Χανιά και Καλαμπάκα αλλά και στις Αθήνα-Θεσσαλονίκη.
Αλλά ας σοβαρευτώ. Όπως οι σταλινικοί καπέλωσαν τους αγωνιστές και τελικά ξεπούλησαν τον αγώνα της ελεύθερης Βαρκελώνης το 1938 στον Ισπανικό Εμφύλιο, έτσι και οι καθ’ έξιν βιαιοπραγούντες καπέλωσαν τον Δεκέμβρη και τελικά ξεπούλησαν τον όποιο αγώνα του.
Τα υπόλοιπα είναι κουβέντες, κουβέντες, κουβέντες. Αλλά έτσι είναι η μοίρα μας ως Ελλήνων: μας κάθεται κάτι μία φορά και μετά δαπανούμε τη ζωή μας ή την ιστορία μας συζητώντας το, κουβεντιάζοντάς το, επανερμηνεύοντάς το, τραβώντας λεπτές τομές μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ αγώνα και χαβαλέ, μεταξύ σύνεσης και προδοσίας, μεταξύ λ.χ. έρωτα και καύλας. Κατά βάθος παραμένουμε βαθιά συντηρητικός λαός, κυρίες, κύριοι και αγαπημένα μου παιδιά.
Περιμένοντας να γράψει κάτι ο Rakasha (στο μεταξύ δείτε αυτό), προτού αναλάβουν τα μέσα ενημέρωσης να τα κάνουν όλα κιμά δίνοντας σε γεγονότα και συμβάντα τη μοναδική προοπτική τους, αυτή ενός μεταλλαγμένου χρυσόψαρου που σέρνεται στην ιλύ κάποιου λάκκου στον δρόμο, διασταυρώστε τα βλέμματά σας με τρεις ξεχωριστές ματιές: του Ξυδάκη, του Μιχάλη Π. και του Radical Desire.
(Η φωτογραφία του Zach Gold).