in qua urbe vivimus?

Όπως ίσως θυμάστε κι από παλιότερα, έχω ένα θέμα με τον Πρώτο Λόγο Κατά Κατιλίνα. Βεβαίως ποτέ δεν έβγαλα άκρη εάν όντως ο Κατιλίνας ήταν ένας δημαγωγός συνωμότης ή απλώς πολιτικός αντίπαλος ενός προικισμένου ρήτορα. Θυμάμαι όμως πάντοτε τσιτάτα από τον περίφημο λόγο του Κικέρωνα. Έχει μάλιστα μια αποστροφή σε κάποιο σημείο, που πάντοτε μού έκανε εντύπωση με τον βαρύγδουπο τόνο του και τη σχεδόν προσποιητή αγανάκτησή του:

O di inmortales! ubinam gentium sumus? in qua urbe vivimus? quam rem publicam habemus?
(«Αθάνατοι θεοί! σε ποιο λοιπόν γένος ανήκουμε; σε ποια πόλη ζούμε; τι πολίτευμα έχουμε;» — η μετάφραση δική μου, διορθώσεις από φιλολόγους ευπρόσδεκτες)

Διαβάζοντας αυτές τις λέξεις, πάντοτε έκανα τις στερεοτυπικές σκέψεις που κάνουμε για τους Ρωμαίους: ποζεράδες, φαφλατάδες, κενοί ντενεκέδες ξεγάνωτοι, προσόψεις χωρίς ουσία, «γι’ αυτό και δεν κατάφεραν να βγάλουν έναν φιλόσοφο της προκοπής» κτλ. κτλ. Βεβαίως, τώρα που μεγάλωσα (υπερβολικά), ξέρω ότι οι Ρωμαίοι είναι φίλοι μας, ότι ο παρακμιακός και παρακμασμένος πολιτισμός τους που στερεοτυπικά σκιαγραφείται στις βιβλικές και παραβιβλικές ταινίες της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος είναι ο δικός μας πολιτισμός, κάτι που nos ancêtres οι Ρωμιοί (les byzantins, ντε) είχανε πάρα πολύ καλά χωνεμένο κι εμπεδωμένο, τουλάχιστον στο φαντασιακό επίπεδο. Τόσο καλά χωνεμένο κι εμπεδωμένο, όσο λ.χ. έχουμε εμείς οι Νέοι Έλληνες ότι μιλάμε τη γλώσσα που μας «δόθηκε» στις ακρογιαλιές του Ομήρου — ή πώς το λέει ο Βιομήχανος-Ποιητής

(Ναι, είμαι με το Κόμμα του Εμπειρίκου: σαφώς καταλληλότερος για πρωθυπουργός, θα έφερνε τον ελεύθερο έρως και θα μετέφερε την πρωτεύουσα στην Οκτάνα, αντί να μουτζώνει το μετρό και να ψάχνει από που θα περάσουν οι αυτοκινητόδρομοι και τα ταξί).

Οι Ρωμαίοι, που λέτε, έχουνε μια ιστορία γεμάτη αποτυχίες. Άφησαν πίσω τους όμως πανανθρώπινη κληρονομιά. Ήταν καλοί μαθητές. Βέβαια, ήταν καλοί μαθητές όχι με τον τρόπο που ο Αριστοτέλης ήταν μαθητής του Πλάτωνα ή ο Βιτγκενστάιν του Ράσελ. Ήταν καλοί μαθητές σαν τους Αμερικάνους κατά την τριαίωνη ιστορία τους: από ένα μάτσο χωριάτες του κερατά, η Εστία της επιστήμης, της φιλοσοφίας, πολλών τεχνών.

Η Ρωμαϊκή Δημοκρατία έπεσε όταν κατάντησε θεσμός που αυτοτροφοδοτούνταν, αυτοσυντηρούνταν και υπήρχε για χάρη των πελατών της. Ένα κοινό φετίχ (διεστραμμένα res publica) πέραν του ελέγχου των πολιτών, των οποίων τις ανάγκες υποτίθεται ότι εξυπηρετούσε. Ένα φετίχ τόσο δυνατό, ώστε ο Οκταβιανός δεν ανακηρύχθηκε βασιλιάς (rex) παρά ένα σωρό άλλα πράματα. Η Πολιτεία κατ’ όνομα συνέχισε να υπάρχει. Η Σύγκλητος διοικούσε κάποιες επαρχίες, ο (Στρατηγός) Αυτοκράτωρ (imperator) και Αρχιερεύς (Augustus και pontifex maximus) άλλες.

Με άλλα λόγια: η δημοκρατία δεν καταλύεται μόνον όταν ένας μουρλός Μποκάσα αυτοανακηρύσσεται σε δεν-ξέρω-τι. Η σύγχρονη δημοκρατία μπορεί να γλιστρήσει προς την κοινοβουλευτική αυταρχία, στην οποία ελίτ πολιτικών και φίλων φροντίζουν ο ένας για τον αλλον και για τον εαυτό τους. Μια δημοκρατία (δημοκρατία ή και res publica) μόνο κατ’ όνομα.

Όσο για την πόλη; Τι να πω. Οι εξοχές έχουνε μια διαχρονικότητα, μια ακινησία, μια διάρκεια. Μοναρχίες, ομοσπονδίες, ομόσπονδες μοναρχίες, δημοκρατίες, λαοκρατίες, κλεπτοκρατίες, όλες περνούν από πάνω τους και στη χειρότερη περίπτωση απλώς τις αποψιλώνουν (όπως έκανε ο κομμουνισμός στην Αλβανία). Οι πόλεις όμως ζούνε και πεθαίνουν ανάλογα με το πολίτευμα. Αν υπάρχει μια (υποθετική) πόλη όπου ο θόρυβος είναι ανεξέλεγκτος, η βρωμιά πανταχού παρούσα και η φτώχεια ξεχειλίζει, δεν είναι ζήτημα φυλετικής ιδιοσυγκρασίας. Αν πολλοί ζούνε μεταξύ μωλ και προαστείου και περισσότεροι μεταξύ ταλαιπωρίας και καταπατημένου δημόσιου χώρου, δε φταίει ο καιρός. Τις πόλεις δεν τις φτιάχνει το κισμέτ, ούτε καν ο πλούτος, αφού, όταν η πολιτική τού το επιτρέπει, ο πλούτος μπορεί να συγκεντρώνεται είτε μακριά από τις πόλεις (Βρετανία του 19ου), είτε στα φιλέτα μέσα στις πόλεις (Παρισάκι του 19ου). Η διαφορά Βαρκελώνης και Θεσσαλονίκης ή Αθήνας και Μαδρίτης είναι και ιστορική αλλά — πλέον — και πολιτική.

Καλό Πάσχα: ό,τι αξίζει απο τη χριστιανική πίστη είναι η λαμπρή υπόσχεση της ανάστασης των σωμάτων. Το λέει κι ο Απόστολος Παύλος. Για τις πόλεις, η πίστη έχει άλλα σχέδια, υπερβολικά μακρόπνοα και πολεοδομικώς ύποπτα ίσως.

Υπερκόπωση

Σαφώς μαζοχιζόμενος, παρακολουθώ πολιτικές ειδήσεις συστηματικά εδώ και μια βδομάδα. Είναι σαν τη δίαιτα της τουλούμπας: τρώγε τουλούμπες για δέκα μέρες-δυο βδομάδες-ένα μήνα, μέχρι να τις μπουχτίσεις. Στο μεταξύ έχεις πάρει 15 κιλά και το ζάχαρό σου έχει φτάσει στη Ζαχάρω (με Ζήτα κεφαλαίο).

Αν βαριέστε να διαβάστε το υπόλοιπο, πηγαίνετε εδώ. Μια χαρά τα λέει.

Αν δε βαριέστε, συνεχίζω.

Ι.

Είναι τελικά πολύ προβλέψιμος ο τρόπος που η εξουσία διαχειρίζεται την εξέγερση του Δεκεμβρίου. Πρώτα χαϊδολογήματα («ναι μωρέ τα τσαμένα τα παιδιά, δίκιο έχουν») αλλά και προπαγάνδα («καίγεται η Εθνική Βιβλιοθήκη, φωτιά στη Βουλή, διάρρηξη οπλοπωλείου στην Ομόνοια, πυρηνικές κεφαλές στο Ντα Κάπο» κτλ.).

Μετά ατέρμονη ανάλυση και κοζερί, μπούρου-μπούρου και αμπελοφιλοσοφίες, από αριστερότερους των εξεγερθέντων, ορθότερους των εξεγερθέντων, αδεσμευτότερους των εξεγερθέντων, ανενταχτότερους των εξεγερθέντων, αναρχικότερους του Βασιλέως. Κι από — συγγνώμη για τη λέξη — κοινούς ρουφιάνους. Είπαμε, να πουληθούμε. Ντάξει. Αλλά έχει κι η ρουφιανιά τα όριά της.

Ακολουθεί ο κατήφορος: αντεξουσιαστές, αναρχικοί (ΜΠΟΥ!) –> ταραχές, ταραξίες –> κουκουλοφόροι, κουκουλοφορία –> έγκλημα, εγκληματικότητα, εγκληματίες. Όλα στη μπετονιέρα. Καλλιέργεια φόβου και τρόμου. Σήμερα οι Δίδυμοι Πύργοι, αύριο το σπίτι σου στο Westchester. Μια στιγμή, όμως: για κάτι τέτοια δεν κοροϊδεύαμε τα αμερικανάκια το 2001; Τουλάχιστον εκείνοι είχαν έναν εχθρό (που τον σπονσοράριζαν, άλλοι κι εκείνοι). Εμείς τον κατασκευάζουμε και τον μετασκευάζουμε. Κάθε φορά και πιο αποκρουστικό, με βάση κλεφτές ματιές στο απείκασμα του εαυτού μας στον καθρέφτη (όπως πάει και το στερεότυπο «εικόνα σου είμαι κενωνία και σου μοιάζω»).

ΙΙ.

Εδώ και πέντε χρόνια ήθελα να το πω, αλλά ήθελα να κρατήσω το επίπεδο στο παλιό μπλογκ. Εδώ που είμαστε κοινόβιο, δε με νιάζει:

Πείτε στον ατάλαντο καραγκιοζοπαίχτη να πάψει να κουνάει τα χέρια του. Δε μας βγάζει συμπάθεια. Δε φαίνεται πιο λεβένταρος από όσο είναι. Ότι κι αν του είπαν οι μάγοι, τζουτζέδες και τσαρλατάνοι του που αυτοαποκαλούνται επικοινωνιολόγοι, δεν τον κάνει λαϊκότερο. Ούτε εκφραστικότερο. Κι αυτό να το ξέρει κι ο αδαής παιζοκουβαδάκιας που θα τον διαδεχτεί. Να το κάνω λιανό, πιο σλόγκαν:

Μην κουνάτε τα χέρια σας με αποφασιστικότητα και ευθύνη.
Χαμογελάστε ηλίθια σαν τον Μπλαιρ. Πείτε καμμιά άθλια μαλακία σαν τον Μπερλουσκόνι. Κοιτάξτε αλεπουδίσια το μέλλον σαν τον Πούτιν. Αλλά

Μην κουνάτε τα χέρια σας σε ορθές γωνίες με κοφτές, ρωμαλέες και αντρίκιες κινήσεις.

ΙΙΙ.

Καταλαβαίνω ότι ο έλληνας κυρίως για την πόζα ενδιαφέρεται. Είναι αυτό που οι ανθρωπολόγοι λένε face και που εξυψώνεται σε ‘κούτελο’ και ‘φιλότιμο’ και, υπό ευτυχείς συγκυρίες, σε ‘τιμή’. Μεσογειακή αρρώστια ή και ιδιοσυστασία, άμα προτιμάτε.

Καταλαβαίνω ότι τα κλαμένα μήντια, τα σπαραχτικά δελτία ειδήσεων, η καλλιέργεια πανικού για το έγκλημα και τους αλλοδαπούς δρούνε σαν λιπαντικό ώστε να έχουμε πιο ομαλή επιβολή αντιλαϊκών μέτρων που δε θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της κρίσης (αλλά θα βοηθήσουν κάποιους να συνεχίσουνε να κερδοφορούν σε καιρούς λίμας και αψιλίας). Άλλωστε, είναι γνωστό: οι φτωχοί φταίνε για όλα. Οι φτωχοί πάνε κι εγκληματούν χωρίς να έχουν εξασφαλίσει λεφτά για ‘ποινικολόγο’ πρώτα. Οι άσχετοι.

Αντιλαμβάνομαι ότι αιώνες στέρησης, καταπίεσης και υποκρισίας έχουν καλλιεργήσει ένα ήθος που επιτρέπει στον καθένα μας να εκτονώνεται συμβολικά ή και δι’ αντιπροσώπου: είτε με το καρναβάλι, είτε με την πάλαι ποτέ τσόντα, είτε με το σκυλάδικο, είτε με τον Λαζόπουλο.

Αλλά από τίποτε από τα παραπάνω, ακόμα κι αν τα συναθροίσουμε, δεν προκύπτει ότι μπορείτε να μας κοροϊδεύετε όλους συνέχεια. Είπαμε: ή όλους για λίγο, ή μερικούς συνέχεια. Απλή λογική.

Άσχετο υστερόγραφο: Ξύπνησαν κι αυτοί.

Μοναστισμοί

Διαβάζω το Anathem και είναι ατελείωτο. Επίσης, είναι ενδιαφέρον και το πρώτο βιβλίο με τρέιλερ.

Λέω να φτιάξω ένα τρέιλερ για μένα, ένα βιντεάκι-επισκεπτήριο. Δυστυχώς πέθανε ο Don LaFontaine.

Πάντως, το τρέιλερ του Anathem μού θύμισε αυτό.

O Sraosha στην Πόλη των Καταχανάδων

Είχα να πατήσω στη Σαλονίκη χρόνια. Στο αεροπλάνο καθόμουν πίσω από μια οικογένεια ορθόδοξων Εβραίων. Ο μπαμπάς ήταν Ασκενάζης κοκκινοτρίχης. Η μαμά Σεφαραδίτισσα, μικρότερή μου αλλά αργασμένη. Η αγγελόμορφη αδερφή της Σεφαραδίτισσας πρόσεχε δύο από τα πέντε ανήψια της. Αναρωτιόμουνα γιατί ξεκίνησαν αυτοί οι άνθρωποι την εκστρατεία τους από το Τελ Αβίβ για τη Σαλονίκο. Τι περίμεναν να βρουν, τι θα έβρισκαν, πού θα πήγαιναν.

Είχα χρόνια να πατήσω στη Σαλονίκη. Η διαφορά ήτανε πολύ μεγάλη. Την τελευταία φορά που είχα πάει, η πόλη διατηρούσε κάτι από τη γοητεία και τη διακριτική βαρκελωνιά που τη χαρακτήριζε στα τέλη της τελευταίας δεκαετίας του προηγούμενου αιώνα. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν αλλιώς: ακόμα περισσότερος θόρυβος, μούτρα πεσμένα αθηναίικα πλέον, αδιανόητη κίνηση (ακινησία, δηλαδή) που — συνδυασμένη με την περίφημη νωθρότητα του σαλονικιού οδηγού — μετατρέπει την πόλη σε ένα στενόμακρου σχήματος μίγμα Λος Άντζελες και Καΐρου. Η πόλη είναι πια πέρα από φρακαρισμένη. Πέρα από πήχτρα. Είναι πέρα από το έμφραγμα. Μάλλον κατά κάποιον τρόπο πεθαίνει. Κι ίσως είναι αργά και για μετρό πια. Το χειρότερο από όλα είναι πια τα τριπλοπαρκαρίσματα παντού. Παντού. Παντού γεμάτο Μαλακομομπίλ του κάθε Μαλάκαμαν. Παντού.

Για να μη φανεί ότι παριστάνω τον συγκοινωνιολόγο, εντάξει, υπάρχουν πράγματα που δεν αλλάζουν στον Βορρά (έτσι αποκαλούσε ο πατέρας μου την πόλη και κάποιους κατοίκους της): καλό φαΐ, χορταστικές γυναίκες (αμάν, σαν Πανίκας ακούγομαι τώρα), ωραία χαμόγελα (αν και σπανιότερα, όπως είπα), ωραία συνοδευτικά με τα ποτά, η Μυροβόλος Σμύρνη (στη Μόδιανο), που ανακάλυψε ο πατέρας μου το 1961 και στην οποία πάμε από οικογενειακή παράδοση. Ωραία είναι να σηκώνεις το βλέμμα και να βλέπεις τον Χορτιάτη και τα Κάστρα και την Άνω Πόλη (ο Θερμαϊκός ποτέ δε μου άρεσε). Όμορφα είναι όλα αυτά κι άλλα πολλά. Όμως οι πόλεις δεν είναι μόνο για να (τις) χαλβαδιάζουμε και να (τις) διασκεδάζουμε. Είναι και για να ζούμε και να δουλεύουμε.

Μια και ανέφερα το όνομα του λαοφιλούς και λαοπρόβλητου παλληκαριού από τον Πόντο (και του σκιώδους αδερφού του που κινεί τα νήματα κατά τους ταξιτζήδες), νομίζω ότι αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση πολιτικού που όντως έχει βλάψει έναν τόπο και δεν έχει απλώς αφήσει τα πράματα να πάνε μόνα τους. Βεβαίως, λόγω εντροπίας και άλλων δεινών, όταν τα πράματα πάνε μόνα τους, πάνε κατά διαόλου, οπότε ίσως να έχω κι άδικο.

Πάντως αυτή τη φορά δεν ένιωσα τη χαρά που ένιωθα παλιά όταν περπατούσα τους δρόμους της πόλης.

(Όνειρε, έπεσε δουλειά, γι’ αυτό δεν ξανατηλεφώνησα.)

Υ.Γ. Είδα αυτό και προβληματίστηκα πολύ.

Από μαθητικό γραπτό (και καλά)

Ιδιοφυές, ωστόσο:

Τα Χερουβίμ και τα Σεραβίμ ήταν μικρά αγγελάκια που πετούσαν δεξιά-αριστερά στο πλάι των μεγάλων αγγέλων. Τα Χερουβίμ χερούβιζαν (δεξί πέταγμα) και τα Σεραβίμ σερούβιζαν (πέταγμα αριστερό). Στην ανάγκη υπήρχαν και τα Πτερουβίμ, για πέταγμα κατευθείαν στη μέση.

παίω δι’ οργής τον τροχηλάτην

Η εφηβεία μου είναι ευτυχώς πολύ μακριά πια. Από όποια απόσταση και να τη δω, μία και μόνο λέξη μου έρχεται στο μυαλό, κι αυτή όχι ελληνική: disaster, και μάλιστα με ελληνική προφορά· ντιζάστερ, όπως το λατινικό aster και των ινδαλμάτων μας η Stratocaster. Η ανακούφιση για το τέλος της εφηβείας με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δεκαετίες μετά.

Η εφηβεία έληξε με την είσοδο στο πανεπιστήμιο, ας πούμε. Η αδεξιότητα, η ανασφάλεια, ο πανικός, η πλήρης σύγχυση (για όλα) τερματίστηκαν τελετουργικά τη μέρα που μπήκα στη σχολή δέκατος από το τέλος. Στην πραγματικότητα, οι συνέπειες της εφηβείας θα συνεχίζονταν μέχρι τα τριάντα. Αλλά την ανεξαρτησία τη γιορτάζεις, ρε αδερφέ, επετειακά και σαν μια στιγμή. Έτσι είναι. Einigkeit und Recht und Freiheit, που αντηχούσε στην εφηβεία μου.

Τα προεόρτια της λήξης της εφηβείας ξεκίνησαν στο φροντιστήριο, αυτό το καθαρτήριο για την ενηλικίωση από το οποίο τόσα και τόσα ελληνόπουλα περνάν και βγαίνουν αποκαθαρμένα και βαμμένα σαν ατσάλι ή (απλώς) καμένα. Εκεί ερωτεύτηκα μιαν Έλενα, που μοσχομύριζε σαπούνι κι ησυχία — μέχρι και ο φροντιστηριάρχης-εκθεσάς με δούλευε που καθόμουν δίπλα της χαζός και σοβαρός σαν γάτος. Εκεί έμαθα ιστορία. Εκεί παραλίγο να τα φτιάξω με την πρώτη από τις τρελές τρελιάρες γυναίκες της ζωής μου, την ανεπανάληπτη Λ. Κ. Education sentimentale και βάλε.

Η μεγάλη χαρά όμως ήτανε το «γνωστό», το διδαγμένο, κείμενο, το οποίο έπρεπε να ξέρουμε μέσα-έξω. Ήμουν τυχερός: ήταν ο Οιδίπους Τύραννος. Το κείμενο το έφαγα και το κατάπια σαν μπέργκερ καλό: με μεγάλες δαγκωματιές και σε μπουκιές αμάσητες. Ήμουν πανευτυχής που ήξερα ότι θα ξαναγυρίζαμε σε κάθε στίχο, κάθε στιχομυθία, κάθε μονωδία, κάθε οτιδήποτε ξανά και ξανά. Ο Οιδίπους Τύραννος κατέληξε να ζυμώνεται και να χωνεύεται στο στομάχι μου, επώδυνα, αργά, λίγο πιο πολύ μετά από κάθε ανάγνωση, μετά από κάθε πέρασμα. Το κείμενο — όπου η πλοκή πλάθει τους χαρακτήρες και το ήθος των χαρακτήρων σπρώχνει την πλοκή — με οδήγησε στον Σαίκσπηρ και στο περί Ποιητικής. Ό,τι πρέπει να ξέρω για την εξουσία το έμαθα από τη στιχομυθία με τον δύστροπο σχεδόν πορνόγερο ξεκούτη Τειρεσία. Η Ιοκάστη μου άφησε ένα δέος για την στρατηγική δεινότητα και την τακτική ευελιξία των μεγαλύτερων γυναικών, των οποίων το ερωτικό κέλυφος τόσο δύσκολα θραύεται (ενώ είναι τόσο κωμικά εύκολο να βγάλεις το νήπιο μέσα από έναν άντρα), και το οποίο ευελπιστώ να έχω κατανοήσει πλήρως αφού η ανθρωπότητα θα έχει εντοπίσει το μποζόνιο του Χιγκς και προτού ο προστάτης μου γίνει σαν ακτινίδιο.

Τα πάντα μού φαίνονταν ανατριχιαστικά ισορροπημένα στον Οιδίποδα. Η πελώρια παγίδα των θεών, ο πλεκτός ιστός, η πλεκτάνη τους (κάτι που ακόμα μάς γοητεύει τελικά, από το Μάτριξ και τον Γκέιμαν μέχρι το πώς μιλάμε για τους Κέννεντυ και τους Ωνάσηδες). Η εμμονή για την αλήθεια και οι συνέπειές της. Η αφορμή των πάντων: ούτε μοιραία ζευγαρώματα, ούτε επικές μάχες, ούτε καταραμένα δαχτυλίδια, ούτε αρχέγονες κατάρες. Τον μηχανισμό τον βάζει σε κίνηση ένας καβγάς για την οδική προτεραιότητα. Αυτό που λέμε road rage. Ενός στρεσαρισμένου νεαρού που του θίξανε τη μάνα (τη Μερόπη) και παίρνει τους δρόμους. Οι θεοί άφαντοι αλλά παρόντες.

Η ώρα του Οιδίποδα ήταν η ώρα που έβγαζα το κεφάλι έξω από τη φωτιά της μπίχλας, από την κόπωση και το άγχος που περνούσαμε στο καθαρτήριο. Αντί να κυνηγάμε χαμένα κατηγορούμενα στον παγκοσμίως άγνωστο Μενέξενο του Πλάτωνα (που λένε ότι μπορεί και να ‘ναι και παρωδία), αντί να απομνημονεύουμε τη θλιβερή πρόζα της μπλε ιστορίας (για όσους ανακάλυψαν την ξύλινη γλώσσα των ιστορικών βιβλίων με τα πλήθη που συνωστίζονταν στην προκυμαία της Σμύρνης — ποιο Lycée βγάλατε;), αντί για τα κατάκουλα κείμενα των λατινικών (γραμμένα από τα ‘παιδιά μπιφτέκια’, όπως τους έλεγε ο φροντιστηριάρχης), διαβάζαμε τέχνη, ρε παιδί μου. Και χωρίς ενοχές: μέρος της προετοιμασίας ήταν κι αυτό, στο μενού του καθαρτηρίου.

Γούστα μουσικά

(με αφορμή αυτό το σχόλιο του Μπερεκέτη)

Ο θείος Τάκης ήταν διευθυντής ορχήστρας. Λαϊκής ορχήστρας. Τη δεκαετία του 60 περιόδευε κιόλας: Κωνσταντινούπολη-Λεμεσός-Βυρητός-Τελ Αβίβ-Κάιρο. «Παγκόσμιες περιοδείες» τις έλεγαν και ευθύνονται εν μέρει για τη λόλα των Ισραηλινών για Νταλάρα και Γλυκερία.

Ο θείος πάντα ισχυρίζεται ότι τη Μοσχολιού την είχε σαν κόρη του.

Ο θείος (εντάξει, θείος της μητέρας μου είναι) ήτανε δεξιοτέχνης του ακορντεόν, ενός οργάνου που γνώρισε τρελές δόξες αλλά αφανίστηκε από τα φορητά κασετόφωνα και τα συνθεσάιζερ. Ο θείος έφτασε μέχρι και στα χάμοντ. Συνθεσάιζερ δεν τον άφησε η γυναίκα του να αγοράσει, αφού θα ξαναγύριζε στη νύχτα, όπου «όλες είναι πουτάνες, τις ξέρω καλά» κτλ. Αποτέλεσμα, ο θείος τις δεκαετίες του 80 και του 90 βρέθηκε σε δεύτερα μαγαζιά — από τη νύχτα δεν ξέφυγε, δηλαδή. Φίλους είχε πολλούς αλλά «τι να με κάνουνε χωρίς συνθεσάιζερ».

Μια φορά πριν κάτι χρόνια πήγα να τον βρω σε ένα μαγαζάκι που είχε (ας πούμε ότι ήταν ψιλικά, αν και…). Με ρώτησε τι μουσική ακούει η νεολαία και του απάντησα «πολλά και διάφορα, όπως στην εποχή σου». Μετά ξιφούλκησε κατά των τσιφτετελοπόπ, γιατί είναι πέμπτης κατηγορίας αιγυπτιακή μουσική, δεν είναι τούρκικη, κι οι Τούρκοι από τους Αιγύπτιους την έμαθαν. Αυτό μας το επιβεβαίωσε ο Φατίχ Ακίν στο ντοκυμαντέρ του ‘Γέφυρες πάνω από τον Βόσπορο’ — ή κάπως έτσι (άμα θέτε τεκμηρίωση, στον κρητικό γίγαντα Κουκουζέλη ή στον χάλκινο κρητικό γίγαντα Τάλω). Μετά μου έλεγε πάλι για τον καημό του με το συνθεσάιζερ.

«Θείε, τι μουσική σου αρέσει εσένα;»

Αφού μου επιβεβαίωσε ότι ο θεός είναι ένας και λέγεται Μπετόβεν («Δε θα υπάρξει ποτέ κανείς σαν τον Μπετόβεν. Κανείς. Μ’ ακούς. Κι ο Μότσαρτ καλός είναι.»), μου είπε ότι από σύγχρονους καλοί είναι ο Έλλινγκτον κι ο Μπέρνσταϊν. Μπα! λέω, σωστός ο θείος, δεν είναι Γαβαλάς-Μωράκης-Παπαϊωάννου-Κουγιουμτζής. Από τους μοντέρνους, λέει, αξεπέραστος ο Μάιλς Ντέιβις.
«Τον ξέρεις [Sraosha];»
«Ναι, θείε, πέθανε πρόσφατα.»
Ταράχτηκε.

«Κι από Έλληνες;»
«Χιώτης. Ούτε Χατζιδάκις, ούτε Θεοδωράκης. Χιώτης. Κι ο Ξαρχάκος μ’ αρέσει. Αλλά ο Χιώτης αξεπέραστος. Κάτι εισαγωγές…»