Sraosha: Αναλυτικά

Chapeau και πάλι στον Τάλω. Από εδώ:

Νομίζω ότι πρέπει να αρχίσουμε από την διάκριση μεταξύ κοινωνικής βίας (π.χ. LA Riots, τρελαμένοι πιτσιρικάδες με καδρόνια τον Δεκέμβρη) και πολιτικής βίας (π.χ. η βομβιστική επίθεση στην Μαδρίτη, η χειροβομβίδα στο στέκι, η επίθεση του Επαναστατικού Αγκώνα) – χωρίς να αναφέρουμε καν την κρατική (άρα εξονόματός μας) βία. Διότι όταν η ανάρτηση πανό και η συμβολική δίλεπτη κατάληψη κρατικού τηλεοπτικού σταθμού (πράξεις που ανάλογές τους συναντώνται σε όλες τις δημοκρατίες και μόνον σε αυτές) εξισώνονται με δολοφονική επίθεση με χειροβομβίδα ή καν με ξυλοδαρμό ακαδημαϊκών, ο Καρατζαφέρης έχει κερδίσει και ο διάλογος δεν είναι εφικτός.

Αντιστρέφω την κατηγορία λοιπόν: η δικιά σου άποψη (όχι μέσω εσού φυσικά, αλλά όντας κυρίαρχη στα ΜΜΕ) [ΣτS: ότι, δηλαδή, όλες οι μορφές βίας είναι το ίδιο] είναι που οπλίζει το παρακράτος με την άνεση (και την ασυλία) να βάζει στο στόχαστρο (κυριολεκτικά) έναν πολιτικό χώρο, όχι με πανό, αλλά με χειροβομβίδες. Διότι αν ήταν ακροδεξιά πανό και ειρηνικές καταλήψεις, θα διαδήλωνα υπέρ του δικαιώματος των ακροδεξιών να διαμαρτύρονται.

I’m Abendrot

Θέλω να σας μεταφέρω μια όμορφη στιγμή. Μόνο μια στιγμή.

(Ο σωστός τίτλος είναι βεβαίως Im Abendrot. Όμως όταν ήμουνα στο Γυμνάσιο νόμιζα ότι ο τίτλος είναι στα αγγλικά — εξού και το λάθος. Φανταζόμουν ότι Abendrot ήταν το κέλτικο όνομα κάποιας προραφαηλίτικης υπηρέτριας με κορμί σαν λευκό ψωμί και λαμπερά μάτια. Τη φανταζόμουνα να τραγουδάει αυτό και ακόμα πιο όμορφα τραγούδια.)

Sraosha dicit "Sic et Non"

αφιερωμένο εξαιρετικά στον βάζελο αδερφό old boy, και στην πρώτη τετραετία του

Ένας φίλος από το Λύκειο ήταν το μοναχοπαίδι δύο πανεπιστημιακών δασκάλων. Ήταν πολύ ενδιαφέρων τύπος και πολλαπλάσια πιο διαβασμένος απ’ όσο ήμουν τότε ή απ’ όσο θα γίνω ποτέ. Επίσης ήταν πολύ ψύχραιμος και ήπιος άνθρωπος: είχε ένα τσιτάτο ασφαλείας για κάθε μου έκρηξη, είχε ένα ξυραφάκι οκκαμικό έτοιμο για κάθε μου ξουρία, είχε τη σωστή αφαίρεση απέναντι σε κάθε μου καλπάζουσα γενίκευση. Όπως καταλαβαίνετε, ήτανε μεγάλη χαρά να συζητάω μαζί του, αν και ήταν και ολιγόλογος: μου έδινε σχεδόν πάντα την ευκαιρία να βλέπω το θέμα που συζητούσαμε κι από μια άλλη πλευρά, όπως λέγαμε τότε.

Οι γονείς μου, που ήταν αφοσιωμένοι στο να μεγαλώσουν έναν σωστό άνθρωπο (ρε τους καημένους κι αυτούς), δε νιάζονταν τόσο πολύ στην εφηβεία μου να με προφυλάξουν από τον μπαμπούλα εκείνης της εποχής: την άσπρη. Είχαν όμως εμμονή να μου διδάξουν οπωσδήποτε να μην αποπαίρνω κανέναν και συνέχεια τσαμπούναγαν ότι πρέπει να τους ακούω όλους. Αυτή ήταν μια πράγματι χρήσιμη συμβουλή προς έναν βλαστό δύο σογιών πεισματάρηδων: το πατρικό της προγιαγιάς μου ήταν Ξεροκέφαλου, ο βίος της ανάλογος.

Έτσι λοιπόν, θαύμαζα πάρα πολύ τον φίλο. Είκαζα ότι η ψυχραιμία, η νηφαλιότητα και η ήρεμη κριτική ικανότητά του οφειλόντουσαν στους γονείς του και στη διαπαιδαγώγηση που του έδιναν. Μια μέρα του το είπα. Κι εκείνος έσπευσε να με γειώσει και πάλι: «Οι γονείς μου είναι διανοούμενοι, άρα, όπως όλοι οι διανοούμενοι, εκτός πραγματικότητας.

Ταράχτηκα και προβληματίστηκα. Για να το λέει ο φίλος, κάτι ξέρει. Μέσα στην απλοϊκή εφηβική μου αντίληψη και στη σχετική περιορισμένη κατανόηση του κόσμου προσπάθησα να βρω ένα αντίδοτο: «αν είναι να καταντήσω διανοούμενος», έλεγα, «τουλάχιστον να μη βρεθώ εκτός πραγματικότητας». Είπα λοιπόν ότι το αντίδοτο στον διανοουμενίστικο σολιψισμό δε θα μπορούσε να είναι άλλο από αυτό που διαφήμιζαν και πούσαραν οι δικοί μου γονείς: να τους ακούω όλους. Και έτσι κατέληξα να τους παίρνω όλους στα σοβαρά. Σίγουρα σε αυτό θα συντέλεσε και κάποια ζαβή γενετική προδιάθεση. Αλλά δε βαριέσαι: σημασία έχει ότι τους ακούω όλους.

Αυτά τα θυμήθηκα διαβάζοντας ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενο της Λαμπρινής Χ. Θωμά στον Σκάι. Κατά τη Θωμά, η βία όσων καίνε τρένα είναι σύμπτωμα της αυξανόμενης γκετοποίησης και του παραγκωνισμού μεγάλων ομάδων (κυρίως νέων) μέσα στο λεκανοπέδιο. Πρόκειται για ένα σενάριο που έχει ξαναγυριστεί στη Γαλλία της δεκαετίας του 80, στα banlieues που γνωρίσαμε στο La Haine και αργότερα διά ζώσης, στις μεγάλες ταραχές του 2005. Πριν από τη γνωστή κατάληξη, συνοδεύτηκε από την άνοδο του νεοφασισμού. Με άλλα λόγια, η Θωμά προβλέπει περαιτέρω φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης αντίστοιχης με αυτή που προέκυψε στα παρισινά banlieues και αλλού. Άρα, ναι μεν jusqu’ ici, tout va bien, αλλά βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση προς τις πλάκες του πεζοδρομίου.

Η ανάλυση της Θωμά μου φαίνεται εύλογη. Διάβασα το κείμενο το μεσημέρι και το σκεφτόμουνα. Συνειδητοποίησα ότι υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που συμμερίζονται την εκτίμηση πως οδεύουμε προς φαινόμενα κοινωνικής διάλυσης. Αμέσως, προσπάθησα να θυμηθώ τι άλλο έχω ακούσει όσον αφορά τις ερμηνείες για αυτό το ορατό ενδεχόμενο. Πάντα από φόβο μήπως εγώ και (ακόμα χειρότερα) η Θωμά βρισκόμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας. Άρχισα λοιπόν να εξετάζω εναλλακτικές ερμηνείες της παρούσας κατάστασης.

Κάποιοι λοιπόν, ας πούμε οι τον Λάκην σεβάζοντες αποδίδουν τις (υπαρκτές και μερικές φαντασιακές) ενδείξεις ότι βαδίζουμε προς κοινωνική διάλυση στους τρισκατάρατους πολιτικούς. Η έμφαση πάντα στους βουλευτές κι όχι στην κυβέρνηση ή στους τοπικούς άρχοντες. Αυτοί λοιπόν, οι πολιτικοί, τρώνε, τρώνε και διορίζουν ημέτερους στους οποίους δεν περιλαμβάνομαι εγώ κι ο γιος κι η κόρη μου κτλ. Ας παραμερίσουμε αυτή την ερμηνευτική γραμμή: υφίσταται στην Ελλάδα από τον Κωλέττη και ούτε έχει ερμηνεύσει τα πολιτικά πράγματα, ούτε τα έχει αλλάξει για να θυμηθούμε (εγώ την έχω μισοξεχασμένη) την «δεν-ξέρω-ποια Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» του Μαρξ.

Κάποιοι πάλι — κι αυτοί είναι πολλοί — αισθάνονται ότι το πρόβλημα ξεκίνησε ακριβώς τη στιγμή που δεχτήκαμε μετανάστες. Η αντίληψη ότι για όλα φταίνε οι μετανάστες είναι πιο διαδεδομένη απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Κατ’ αυτούς το πρόβλημα δεν είναι οι μετανάστες που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους, το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει και ντόπιος φτωχός κόσμος ο οποίος πληθύνεται. Το πρόβλημα είναι οι ξένοι. Το πρόβλημα είναι οι μαύροι που μυρίζουν (θε μου ποιος λαός το λέει αυτό! ευτυχώς έμπαινα σε λεωφορεία τον καιρό που μοσχοβολούσαν μόνον ντόπιες ιδρωτίλες). Το πρόβλημα είναι οι αλβανοί που κλέβουν, σκοτώνουν, βιάζουν και οι ‘αλλοδαπούτες’, όπως τις λέει ο λαός μας χαριτωμένα, που μας κλέβουνε τους άντρες (όσους μας αφήνουν οι γκει, νέο φρούτο κι αυτό, ε κορίτσια;). Και τα λοιπά και τα λοιπά, και πάλι γνωστά πράματα. Γι’ αυτούς τα πλιάτσικα, η βία, οι ταραχές — όλα — εξηγούνται απλά: γεμίσαμε ξένους και δεν ακούς πια ελληνικά. Άσε που δώσαμε δικαιώματα στους γιεχωβάδες κτλ. κτλ.

Από τη μια λοιπόν διαβάζεις τη Θωμά που προσπαθεί να αναλύσει το γιατί οι μασκοφόροι καίνε τα βαγόνια. Μπορεί η ανάλυση να είναι ορθή, μπορεί όχι — δεν είναι εκεί το θέμα. Το θέμα είναι ότι προϋποθέτει μια αντίληψη της κοινωνίας όπως την καταλαβαίνουμε οι περισσότεροι γραμματιζούμενοι που γράφουμε και διαβάζουμε καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα: μιας κοινωνίας συναλληλίας, αλληλεγγύης και πολυμορφίας

Απέναντι όμως σε όλους εμάς τους λίγους, τους διανοούμενους, που κάναμε (ναι εμείς φταίμε, συλλογικά) την Ελλάδα κέντρο διερχομένων, υπάρχουν οι άλλοι: αυτοί που περιέγραψα πιο πάνω μέσα από τις απόψεις τους. Αναρωτιόμουνα σήμερα όλη μέρα στο γραφείο, στον δρόμο, στο γυμναστήριο: μήπως όσοι γράφουμε και διαβάζουμε καθ’ έξιν και κατ’ επάγγελμα είμαστε εκτός πραγματικής πραγματικότητας; μήπως η μόνη μορφή εφικτής κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα είναι όχι αυτή της συναλληλίας, της αλληλεγγύης και της πολυμορφίας παρά του πολιτικά στρατιωτικού-κατασταλτικού και ηθικά πουριτανικού-αγροτοποιμενικού μοντέλου που ανέθρεψε γενιές και γενιές από το 1912 μέχρι και το 1989; Σίγουρα πάντως πολλοί νοσταλγούν αυτό το μοντέλο. Περισσότεροι απ’ όσους θέλουμε να πιστεύουμε.

Χορευτικά: ένα τουρμποπροωθούμενο ποστάκι αφιερωμένο στους αλύτρωτους αδερφούς Γούφα VI και Thas :-p

Υποδεχόμαστε τη Σραοκοστή ανάποδα, ως συνήθως, με χορούς και πανηγύρια.

Το πρώτο βίντεο δε θα το ποστάρω, αφού αυτή η ανάγωγη, που τολμάει να μας φοράει τα γυαλιά, (κι ο αρχισυνωμότας θας) το ανακάλυψαν ήδη από το Μάη του ’68 του ’08.

Θα σας δώσω λοιπόν το κάτωθι:

Υπάρχει και σε μια ερασιτεχνική εκδοχή, εικονογραφημένο με την τρελιάρα κορεάτισσα καρτουνογκόμενα που δέρνει (κυρίως τον δύστυχο Garu): την Pucca.

Σ’ έναν κόσμο από μεγάλα όχι / λέω ένα ναι μικρό

Λοιπόν, ένας σχολιαστής του προηγούμενου ποστ πρόσφατα έγραψε ένα κείμενο για τον Χρήστο Βακαλόπουλο και τον ευχαριστώ πάρα πολύ.

Τα δοκίμια και τα κριτικά κείμενά του Χ.Β. δε μ’ ενδιέφεραν ιδιαίτερα, αν και το Από το Χάος στο χαρτί ήτανε τουλάχιστον ενδιάφερον. Τις ταινίες του δεν τις έχω δει.

Ωστόσο, ο Βακαλόπουλος ήταν ο αγαπημένος νεοέλληνας συγγραφέας της νεότητάς μου. Οι Πτυχιούχοι (στην παλιά έκδοση της Ερατώς) με συντρόφευαν όπου και να πήγαινα, ενώ οι Αθηναϊκές Ιστορίες και η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ακόμα μέσα στα αγαπημένα μου. Ειδικά η Γραμμή του Ορίζοντος είναι ένα εκπληκτικό βιβλίο. Πιάνει όλες αυτές τις ιδέες και τους μύθους από στην καρικατούρα των οποίων είμαστε πασαλειμμένοι πια (‘έχουμε μια ιδιοσυστασία’, ‘αντιστεκόμαστε ως άλλο μικρό γαλατικό χωριό’, ‘όλα ήταν καλά μέχρι που μας πήδηξαν οι Φράγκοι το 1204’ — ή λίγο πιο πριν, θεολογικώς, κατά το Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα του Γιανναρά, ‘ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου’, ‘σαμάνες, ζαπατίστες, αβορίγινες, δερβισάδες, φενταγίν — αδέρφια μας’ κτλ κτλ κτλ κτλ). Τις πιάνει λοιπόν και τις σβουρίζει στον αέρα, τις χώνει σ’ ένα καπέλο-δισκοπότηρο λίγο θεατρικό και λίγο μπαρόβιο και από μέσα βγάζει ιδέες σαν κι αυτές μετουσιωμένες σε δυνατά και οικουμενικά κείμενα, με έναν σφριγηλό κοσμοπολιτισμό και μια μπαγάσικη λοξή αλλά μεταφυσική ματιά που δεν ξέρεις από πού σου την έφεξαν.

Στη Γραμμή του Ορίζοντος συναντιούνται η ελπιδοφόρα (νεο-)Ορθοδοξία του ’80, η ανεμπόδιστη παγκοσμιοποίηση του σινεμά και ο ακίνδυνος ευρωαριστερισμός-παπανδρεϊσμός της εποχής: μαζί συντίθενται σε έναν θρίαμβο, σ’ ένα κείμενο σχεδόν βονεγκατικής επιστημονικής φαντασίας που διαδραματίζεται σε μια εξαϋλωμένη Πάτμο.

Είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω σε ένα πάρτυ, ο φίλος μου ο Π. μου είπε «έλα ρε μαλάκα, να του μιλήσεις». Ντράπηκα. Πάντα ντρέπομαι να απασχολώ με το άτομό μου τους άλλους, ιδίως άμα τους εκτιμώ, πολύ περισσότερο άμα τους θαυμάζω. Δεν πήγα. Λίγους μήνες μετά μου λέει ο Π. «Ρε μαλάκα, πέθανε ο Βακαλόπουλος».

Ο απολογισμός ενός χολερικού (του Sraosha)

Κλείνοντας τέσσερα χρόνια στην (ελληνική) μπλογκοκοινωνία, θυμάμαι μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο, όταν του έλεγα πόσο με ταράζουν και με αναστατώνουν κάποια πράγματα που (μου) γράφουν κάποιοι: «Το πρόβλημά σου είναι ότι δε σου φαίνεται ότι είσαι ο τύπος που τα παίρνει όλα κατάκαρδα», είπε.

Έτσι αυτή τη φορά δε θα σταθώ επετειακά, όπως άλλοτε, στο τι έμαθα και τι κέρδισα μπλογκάροντας. Μετά από τέσσερα χρόνια (και περισσότερα αν μετρήσει κανείς άλλα αλλού), μπορώ πια να πω συγκεκριμένα τι με εξοργίζει στις μπλογκοσυζητήσεις: η a priori υπεροπτική νοοτροπία με την οποία πολλοί προσέρχονται σε αυτό το μεϊντάνι που λέγεται μπλογκ. Είναι ένα θέμα που προσπάθησα πολλές φορές να προσεγγίσω κριτικά και να αναλύσω ψυχρά, στην προσπάθειά μου να το κατανοήσω. Τζίφος.

Με παραλύει το να καταλαβαίνω ότι ο άλλος έρχεται να συζητήσει μαζί σου θεωρώντας a priori ότι είναι ευφυέστερος ή ηθικότερος ή πιο διαβασμένος ή πιο κουλ από σένα. Με απονεκρώνει σχεδόν όταν ο άλλος χρησιμοποιεί το πείραγμα («πεπαιδευμένην ύβριν» κατά τον Αριστοτέλη), την ειρωνεία, τον ψόγο όχι για να προτείνει μια άλλη οπτική — ή έστω για την πλάκα — παρά ακριβώς για να σε πειθαναγκάσει ότι, ναι, είσαι ανόητος, αγράμματος, αφελής, μειωμένων ηθικών αντιστάσεων και στρεβλών ηθικών κριτηρίων, μπουνταλάς, ή ξέρω-γω-τι. Κάτι παθαίνω. Κακώς μεν, αλλά έτσι είναι.

Θυμάμαι την επίπλαστη ασθενική ευγένεια μερικών, κρούστα αυτής της υπεροψίας και περιφρόνησης. Θυμάμαι την εριστικότητα και την αφυψηλούτητα άλλων, που τις πυροδοτούσε ποιος ξέρει ποια ασθένεια και τις έτρεφε η ιδεολογική βεβαιότητα. Βράζω. Δε θέλω ούτε επίσκεψη να τους χαρίσω.

Σε όσους νομίζουν ότι μέσα στα μπλόγκια θα αναδειχθούν και θα λάμψουν γιατί αυτά κατοικούνται από ανόητους, αγράμματους και φανατικούς, προτείνω να αρχίσουνε να τα διαβάζουν κιόλας.

Αποσπασματισμός

Ο τόπος είχε κιόλας αρχίσει να ξεραίνεται. Δεν είχε βρέξει για δύο μήνες – εδώ κάτω τουλάχιστον. Περίμενοντας το φανάρι κοίταξα αφηρημένα μέσα από το αυτοκίνητο τον δίποδο πύργο της Universal Life. Κοίταξα την ώρα στο καντράν. Όταν ξανακοίταξα έξω, είχε κιόλας σουρουπώσει, απότομα.

Τα πρεζόνια που περιμένουν στο μηχάνημα της Λέστερ Σκουέρ να γυρίσει η μέρα τα μεσάνυχτα, για να πάρουνε δυο φορές το ημερήσιο όριο αναλήψεων: μία στις 23:59 και μία στις 00:01.

Σιωπή στο στάδιο. Μια ολόκληρη πόλη βρίσκεται εδώ. Κάτω από τον αποσκελετωμένο θώρακα της στέγης.

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα
Ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη που ’χει

Κάτσε, κάτσε, φίλε μου. Πες μου σε παρακαλώ, τι νιώθει την ανάγκη να τραγουδήσει ο ελληνικός κυπριακός λαός την ώρα του εθνικού θριάμβου; Εμβατήρια. Ποια εμβατήρια; Το Είμαι εγώ ο ναύτης του Αιγαίου με ρεφραίν Ελλάς-Ελλήνων-Χριστιανών. Ε. Ε.

Σκοτεινοί δρόμοι. Είτε έχει ζέστη είτε κάνει κρύο είναι αδύνατο να το δεις, όπως φαίνεται η ζέστη και το κρύο σε άλλες πόλεις. Δεν μπορείς να δεις τη νύχτα ούτε το κρύο ούτε τη ζέστη, αφού δεν υπάρχουν πεζοί στους δρόμους της παλιάς πόλης, για να δεις τον ιδρώτα και το δέρμα να γυαλίζει στην υγρασία, ή παλτά και κασκόλ. Μόνον τα ελάχιστα φώτα σκονίζουν τις επιφάνειες των γέρικων κτηρίων με λίγο μουντό πορτοκαλί, ενώ πού και πού κάποιο αυτοκίνητο ανοίγει δρόμο στραβώνοντάς σε με τα φώτα του.

Για λίγους μήνες μετά τον Απρίλιο του ’03 ζήσαμε με βερολινέζικα οράματα, με παραισθήσεις μεγαλείου και ανοιχτωσιάς.

Το έτος είναι 2007. Οι Έλληνες ακόμα ψάχνουν τους Έλληνες, σκλάβοι πάντοτε των ονομάτων, λέξεων. Όμως πάλι, οι λέξεις τους έφτιαξαν, οι λέξεις θα τους ξεκάνουν.

Ο σχετικισμός στην υπηρεσία του κυνισμού.

Nóż w wodzie

Οι ερωτικές (προ)διαθέσεις μου ηταν πάντοτε κλειστών χώρων (έστω κι αν πρόκειται για αυτοκίνητα) και ασπρόμαυρες. Αυτό ταιριάζει στη διάθεσή μου, που πάντοτε αποζητά τον χειμώνα, την ησυχία, τους κλειστούς χώρους, τη νέφωση. Τέλος πάντων, χτες η μέρα ήταν ιδεώδης. Σκεφτόμουνα τη συζήτηση που είχα με τον Θας στην καφετέρια απέναντι από το σπίτι μου. Μου μίλαγε για τον ζωικό ακαδημαϊσμό μου («ζωικό»; άρα ιδανικά στεγασμένο στα Βουστάσια) και για αυτό που ο ίδιος εκλαμβάνει ως αντίθεση μεταξύ του Αισθητικού και του Πολιτικού. Πιστεύει ότι οι Έλληνες ιστολογούντες πέρασαν απότομα από την αναζήτηση του Αισθητικού (και τη συζήτηση γύρω από αυτό) στον διάλογο περί του Πολιτικού λόγω της εξέγερσης του Δεκεμβρίου.

Δε συμφωνώ. Βλέπω τα δύο εξαρχής να συνυπάρχουν. Αν μάλιστα επικεντρωθεί κανείς στα μπλογκ της προκοπής — όποια θεωρεί ο καθένας τέλος πάντων μπλογκ της προκοπής, θα διαπιστώσει ότι τα δύο εναλλάσσονται με συνέπεια, όταν δεν συνυπάρχουν και δε συνυφαίνονται. Βεβαίως, η περσινή κάθοδος δημοσιογράφων από τη μια και επίδοξων δημοσιογράφων-χρονογράφων από την άλλη και η μοιραία συνάντησή τους στη μπλογκοκοινωνία έριξε το στατιστικό βάρος στο Πολιτικό, όπως το νιώθει ο καθένας, πολύ πριν την έκρηξη του Δεκεμβρίου και πάντως μετά την υπόθεση Αμαλίας Καλυβινού. Βεβαίως, η ελληνική κοινωνία ανακάλυψε τα μπλογκ την εποχή που κατέβηκαν σ’ αυτά δημοσιογράφοι και δημοσιογραφούντες, όχι τυχαία, και τα αντιμετωπίζει σαν ενημερωτικά-κουτσομπολικά φόρα. Αλλά τι να κάνουμε. Είναι η ίδια κοινωνία που σοκάρεται με τις σεξουαλικές πρακτικές, συνήθειες, τάσεις και στάσεις των «παιδιών» από 16 έως 20.

Για μένα το Αισθητικό και το Πολιτικό συναντιούνται αναπόφευκτα και συνυπάρχουν αδιαιρέτως. Άλλωστε, οι Μεγάλες Ιδέες και οι Φιλοσοφικές Συζητήσεις και τα Θεωρητικά Ζητήματα (όλα όσα τείνουμε να θεωρούμε φινετσάτες αργολογίες και κουλτουριάρικες αδολεσχίες) διηθούνται μέσα από την τρέχουσα κουλτούρα και τη διαποτίζουν αναλόγως: το σχολείο μας είναι το σχολείο του εμπειρισμού, όπου όλοι μπορούν να τα μάθουν όλα με τον ίδιο τροπο (ενδεχομένως γιατί είναι tabulae rasae), τα συμβουλευτικά αντανακλαστικά μας απέναντι στον φίλο που ζορίζεται τείνουν να είναι φροϋδίστικα, ένας ποπ μεταμοντερνισμός παρέχει την κατακλείδα των συζητήσεών μας, ενώ η ματιά μας απέναντι στο παρελθόν φοράει τα γυαλιά του ιστορικισμού — ακόμα και απέναντι στο δικό μας, το ιδιωτικό μας παρελθόν. Έτσι και το Πολιτικό ποτίζει την πράξη ακόμα και του πιο ελιτιστή και ερμητικού ‘εστέτ’ από εμάς. For better or worse.