Bull’s eye

Ήθελα να γράψω για το βιβλίο του Harry Frankfurt On Bullshit (Περί Παπαριάς θα μπορούσε να είναι ο ελληνικός τίτλος, προς επίδοξους μεταφραστές). Ο παπαρολόγος κατά τον Frankfurt είναι πιο επικίνδυνος από τον ψεύτη: ο ψεύτης γνωρίζει την αλήθεια και προσπαθεί να την κρύψει, ο παπαρολόγος αδιαφορεί πλήρως για την αλήθεια και μέσα από τον στόμφο, την αμετροέπεια, την καλολογία, την ευλογοφάνεια κτλ. προσπαθεί απλώς να αυτοπροβληθεί, να εντυπωσιάσει και να προωθήσει ό,τι έχει να πλασάρει πειθαναγκάζοντας το κοινό του.

Όμως δεν έχω πια πολλή όρεξη να μιλήσω για το θέμα — όσοι διαβάζετε αγγλικά κι ενδιαφέρεστε, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά εδώ. Φταίει ένα κείμενο του Ξυδάκη που διάβασα αφού τέλειωσα τη δουλειά για απόψε. Παρότι μπαίνω στο ίντερνετ πάνω από δεκαετία και μπλογκάρω πάνω από τέσσερα χρόνια, είναι η πρώτη φορά που διάβασα κάτι στο διαδίκτυο με το οποίο εν πολλοίς ταυτίστηκα και το οποίο με πόνεσε ταυτόχρονα. Παραθέτω τα επώδυνα αποσπάσματα, αυτά που πέτυχαν διάνα στο νεύρο, σαν τον αναγκαίο τροχό οδοντογιατρού χωρίς ξυλοκαΐνη.

(Εδώ είμαι, είχα πάει να βάλω ένα Jack — στην υγειά σου, Νίκο. Συνεχίζω.)

Οποιος βγαίνει «έξω», πανεπιστημιακός μετανάστης, αν πετύχει καλές σπουδές και ειδίκευση, θα βρει μια καλή δουλειά, ανάλογη των προσόντων του. Δεν γυρνάει. Αν γυρίσει, τραβιέται σε άσκοπα ίντερβιου, απογοητεύεται, ξαναφεύγει. Ή μισοβολεύεται, μένει, και σιχτιρίζει.

Κι αυτό:

Εως πρόσφατα, όσοι πήγαιναν «έξω» ονειρευόντουσαν το εδώ, την πατρίδα, τη σωματική σχέση με την εστία, τη φύση, την οικογένεια και τους φίλους. Επέστρεφαν. Και μαζί έφερναν το δυναμικό τους, τη γνώση του έξω, τον κοσμοπολιτισμό μαζί με έναν υγιή πατριωτισμό. Οχι πια. Οσοι πάνε έξω για κάτι παραπάνω από μονοετές μάστερ σε βρετανική φάμπρικα, είπαμε: Μένουν εκεί. Και νοσταλγούν την Ελλάδα ως τόπο διακοπών, ως γραφικότητα.

Και, τέλος, αυτό:

Εξάγουμε μυαλά, τα καλύτερα μυαλά, τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας. Ξαναγυρνάμε ειρωνικά και τραγικά, αντεστραμμένα, στο ‘50 και το ‘60, μείον την ελπίδα: στη γραφικότητα μιας χώρας γερόντων και δημογερόντων, χωρίς μυαλά, χωρίς νιότη. Η Ελλάδα του 2020 δείχνει από τώρα το πρόσωπό της: χωροφύλακες, θυρωροί, σεκιούριτι, ντελίβιρι, λιμενοφύλακες, τσιτσερόνε, γκαρσόνια, ημιαπασχολούμενοι, χασομεράνε σε απέραντα καφενεία μη καπνιστών.

Τραγουδάκια

Λοιπόν, το αγαπημένο μου τραγούδι του Έλβις (με διαφορά), που μου έχει ξανακολλήσει εδώ και πάνω από βδομάδα. Όλα του σωστά και καλοβαλμένα αυτού του τραγουδιού. Και ο τίτλος, και η τρομπετούλα (τού-του-τουουουουου), κι όλα του.

Από κάτω ένα από τα αγαπημένα μου των Rolling Stones (ναι, αυτό με το οποίο υπογράφει ο δαιμόνιος Rakasha), σε ένα χαριτωμένο ρεμίξ. Δυστυχώς το βιντεοκλίπ είναι χοντρομαλακία. Αλλά you can’t always get what you want, που είπανε (και πάλι) οι Stones.

Ο Σαραντατέσσερα

Εντάξει. Ξέρω ότι θα μου στείλει κι άλλα ιμέιλ ο θαυματοπλάστης Κύριος Φώλιος για να μου ψάλει πόσο αφελής και πόσο παρθένα και Τέρης Χρυσός είμαι. Αλλά συνεχίζω. Αφού πρώτα γράψω 600 λέξεις για την εφημερίδα.

Τις έγραψα. Λοιπόν, δεν είδα την ορκωμοσία του Ομπάμα, γιατί έβλεπα το In Bruges, ας όψεται ο ο oldboy ο κακός ο άνθρωπος (εντάξει, συμπαθητική ταινιούλα). Ίσως ο τύπος (ο Ομπάμα, όχι ο oldboy) να τα έχει κάνει μούσκεμα μέσα σε έναν χρόνο, αν και θα δυσκολευτεί πάρα πολύ να συσσωρεύσει τόση διαφθορά, ανικανότητα, άγνοια, κυνισμό, φανατισμό και έφεση για καταστροφή όσες ο προκάτοχός του. Ίσως να έχουνε δίκιο όσοι λένε ότι θα κυβερνούν τα βαθέα κράτη, οι σοφοί της Σιών, οι βιομηχανίες, o Satanas, τα λόμπυ ή η παγερή Χίλαρυ κι ο μπαγασάκος Ραμ Εμμάνουελ. Αλλά, όπως έχει χιλιοειπωθεί, η αδυναμία να ζήσει την ιστορική στιγμή κανείς και να συγκινηθεί από αυτή είναι ισάξια της αναπηρίας που προειδοποιούσε τον κόσμο στις 23 Ιουλίου 1974 ότι επέρχεται η παλινόρθωση του αστικού κράτους, και καθόλου να μην αναθαρρούν.

Το 2008, που πολλοί αποχαιρετήσαμε στέλνοντας στον αγύριστο, στα τσακίδια και στο διάολο έφερε την εκλογική νίκη του Σαραντατέσσερα η οποία, πιστεύω, θα γίνει ιστορικό ορόσημο. Έστω και συμβολικό, στη χειρότερη περίπτωση. Ίσως κάτι σαν το (τότε φορομπηχτικό) διάταγμα του Καρακάλλα (212 μ.Χ.) που έπαιξε τεράστιο ρόλο στη μετέπειτα σύνθεση εννοιών όπως «Οικουμένη», «Χριστιανοσύνη», «Ευρώπη» — αιώνες μετά. Και τελικά: ο Ομπάμα δεν είναι ο Μπους, ολετήρας του κόσμου μέχρι την τελευταία μέρα της προεδρίας του.

Το δεύτερο που έφερε το 2008, αφορά την Ελλαδίτσα: τον Αρχιεπίσκοπο Τζερώνυμο, το γιατί θα το δώσω αφηγηματικά από κάτω.

Όσοι δε ζούνε στο Αλλού-γι-Αλλού Φαν Παρκ της Εμπριμέ Νεορθοδοξίας, γνωρίζουν (ενδεχομένως ακούγοντας κηρύγματα σε εκκλησιασμούς, όπως εγώ) ότι για πολλές-πολλές δεκαετίες (8 ή 88 ή 188 — εξαρτάται από το πόσο θέλετε να το ανοίξετε το πράμα), η Ορθοδοξία μας ταύτιζε το Κακό με
α. Το σεξ
β. την ψυχαγωγία
γ. το σεξ
δ. την ομορφιά
ε. τον εγωισμό (σε ατομικό επίπεδο)
στ. το σεξ

Τα Χριστούγεννα πήγα λοιπόν στην εκκλησία. Άκουσα το κήρυγμα-χριστουγεννιάτικο μήνυμα του Τζερώνυμο. Αυτά τα κείμενα είναι ενδεικτικότατα των προθέσεων και αντιλήψεων των ανώτερων κληρικών, εφόσον απευθύνονται στους πιστούς τους, άρα δε χρειάζεται να περιέχουν εξωραϊσμούς, ευφημισμούς και αποσιωπήσεις. Τι μας διαμήνυσε λοιπόν ο Πάσης Ελλάδος Τζερώνυμο μέσω του αρχιμανδρίτη της ενορίας; Ότι πηγή του Κακού στον κόσμο είναι
α. Η απληστία
β. Η αδικία
γ. Η καταπίεση
δ. Η κατάχρηση εξουσίας
ε. Η βία των ισχυρών

Παρότι κοιμόμουν όρθιος, η συνήθης κατάστασή μου στην εκκλησία και, γενικότερα, πριν τις 11.30 π.μ., ξύπνησα απότομα. Πώς βρεθήκαμε από την υπαινικτική καταδίκη της πίπας και του πισωκολλητού και τον καυτηριασμό της αδιαφορίας για τον εσπερινό και το απόδειπνο ή τους θρήνους για το χριστοφόρο Έθνος που όλοι μισούνε σε αυτά τα πράματα;

Η αντίθεση έγινε ακόμα πιο έντονη όταν, τελειώνοντας το μήνυμα, ο αρχιμανδρίτης, τέκνο του εκλιπόντος, μάς είπε λίγα πράματα για την ηθική διαφθορά (βλέπε: ότι οι γυναίκες έχουν επιθυμία κι οργασμό), την απομάκρυνση από το Ευαγγέλιο (βλέπε: ότι δεν προσερχόμαστε αθρόα στην εκκλησία) και τις δύσκολες ώρες του έθνους (εννοώντας όχι την εξέγερση, τη Ζήμενς, το Βατοπέδι, τη γενικευμένη αθλιότητα, φαυλότητα, αγυρτεία και υποκρισία αλλά — μάλλον τους Τούρκους, στους Σκοπιανούς και τους γκέι νεόνυμφους).

Συνοψίζοντας, νομίζω ότι ίσως όχι τυχαία δύο θεσμοί τόσο διαφορετικοί και σε τόσο διαφορετικές χώρες καταλαμβάνονται από ανθρώπους που σπάνε μακραίωνες παραδόσεις. Μου θυμίζει λίγο την εκλογή ενός Πολωνού πολιτικοποιημένου και δυναμικού πάπα το 1978, μετά από αιώνες δειλών επιισκοπικών μανάτων ιταλικής καταγωγής, που κρύβονταν στο Βατικανό και προσπαθούσαν να προστατεύσουν τον κόσμο από τον εαυτό του επιλέγοντας να τον αγνοούν. Δε διορθώνονται όλα. Ο Πολωνός δεν έκανε την παποσύνη αναρχική κολλεχτίβα. Ο Ομπάμα δε θα κάνει τις ΗΠΑ στρατιωτικό σκέλος της Διεθνούς Αμνηστίας. Ο Τζερώνυμο δε θα οδηγήσει την Ελλάδα σε άλλο γαλαξία.

Εν ολίγοις, μπορεί να μην έχουμε αισθητική παιδεία στην Ελλάδα, Φώλιε. Και πού έχουν; Πού λείπουν τα ηλίθια σώου και οι πανηλίθιοι πολιτικοί και οι αγύρτες που πουλάνε Παράδεισο και κρέας πλουσίων στο τσιγκέλι; Όμως, όπως είπε κι ο Σαρδηνέζος: il pessimismo riguarda l’intelligenza; l’ottimismo, la volontà.

Χορός και επανάσταση

Νέες μορφές διαμαρτυρίες χρειάζονται. Πάρτυ στους δρόμους; Ίσως. Ποδηλατοπορίες; Ίσως. Χάπενινγκ με χαβαλέ; Μάλλον. Γκραφίτι σαν του Pete; Οπωσδήποτε. Αλλά νισάφι πια με την ασχήμια των συνθημάτων. Στο κάτω-κάτω, άμα θέλετε να πείτε εξυπνάδες, αφήστε τα σπρέυ κι ανοίξτε μπλογκ.

Εδώ ένα προσπέκτους μετά μουσικής.

Θέλουνε και τα λεφτά μας τώρα

Τελικά οι Κύπριοι είναι πολύ μπροστά. Όταν ξεσκέπαζαν συνωμοσίες κατά του ευρώ, στην Ελλάδα κοιμόμασταν. Μόλις σημερα το πρωί έσκουζαν κάτι δημοσιογράφοι στον Alpha (ή κάτι τέτοιο) για το βραζιλιάνικο ρεάλ και την τούρκικη λίρα (κακό χρόνο να ‘χουν οι τριτοκοσμικοί όλοι τους!), που μοιάζουνε με το ευρώ αλλά δεν είναι. Πιθανόν να διάβασαν αυτό.

sraosha dice "menos mal que nos queda Portugal"

Στην Αθήνα αποφεύγω να παίρνω ταξί, τώρα μάλιστα που υπάρχει καλή συγκοινωνία. Όταν δεν περπατάω. Άλλη φορά θα μιλήσουμε για την απόλαυση να περπατάς στην Αθήνα.

Όταν παίρνω ταξί, άμα λ.χ. βαριέμαι, νυστάζω, κρυώνω, έχω πιει κάμποσα, φροντίζω να κάθομαι πίσω. Αράζω και κοιτάω τον δρόμο έξω τη νύχτα. Κι αυτό είναι μια απόλαυση.

Πρόσφατα αναγκάστηκα να καθήσω μπροστά σε ταξί, είχα κάτι μεσήλικα μωρά στο πίσω κάθισμα (μέχρι τα 70 είσαι μεσήλικας). Πήγα να βάλω τη ζώνη, αλλά δε θηλύκωνε η πόρπη. «Α, μια στιγμή, κύριε«, είπε ο οδηγός (‘κύριε’;), «να βγάλω την ασφάλεια». Έβγαλε από την υποδοχή ένα κούμπωμα μόνο του, σκέτο, κι έτσι κούμπωσα τη ζώνη κι εγώ.

Μια βδομάδα μετά, έβγαλα πάλι βόλτα τα μωρά. Πάλι κάθησα μπροστά. Πάλι το ίδιο σύστημα: ένας ταξιτζής που με προσφώνησε ‘κύριο’, αφαίρεσε ένα σκέτο κούμπωμα από την υποδοχή της ζώνης για να μπορέσω να προσδεθώ. Πάνω που πήγα να ρωτήσω τι είναι αυτό το πράμα τέλος πάντων, μου εξήγησε ο οδηγός:

Επειδή τα σύγχρονα αμάξια σκούζουν άμα δεν είναι δεμένος ο συνεπιβάτης, κουμπώνουν οι οδηγοί ένα σκέτο παπαράκι, ώστε να ξεγελιέται το όχημα και να μη διαμαρτύρεται όπως τα αθάνατα άλογα του Αχιλλέα.

Λίγο τα έχασα: οι ταξιτζήδες δε μασάνε να σου επιβάλουν διπλές και τριπλές κούρσες (ιδίως άμα είσαι γυναίκα κι όχι ‘κύριος’), να ζέχνουν απλυσιά βδομάδας και βάλε, να καπνίζουνε με τα τζάμια ανεβασμένα, να σου λένε πως όλες οι γυναίκες είναι πουτάνες, να σου πιάνουνε το μπούτι και να σου λένε διάφορα (ιδίως άμα είσαι γυναίκα, ή και ‘κύριος’ — εδώ παίζουν τα γούστα), να υποκρίνονται ότι δεν ξέρουνε από πού στρίβουμε για Καλλιρρόης (κι έτσι, ωπ, ξαφνικά βρισκόμαστε Βουλιαγμένης), να μινυρίζουνε που θες να τους πας στου διαόλου τη μάνα (λες και θα είχα την ανάγκη τους άμα ήθελα να πάω εδώ πιο κάτω). Ωστόσο, τουλάχιστον δύο ταξιτζήδες χρησιμοποιούν αυτή την ξεγελαστική του συστήματος πατέντα προκειμένου να μην επιβάλουν στον επιβάτη που κάθεται μπροστά να δέσει τη ζώνη ασφαλείας. Ζμπαρεκουάκ, δηλαδή.

Κατά τ’ άλλα, όπως λέει κι ο τίτλος (που μου τον έμαθε η xilaren), ευτυχώς υπάρχει και το μπορντέλλο που λέγεται Ιταλία: καμαρώστε πολιτικούς, καμαρώστε τηλεόραση, καμαρώστε συγκοινωνίες και ταξί. Μάλιστα, το πιο σημαντικό θέμα αυτή τη στιγμή στην πατρίδα του Πετράρχη, του Ραφαήλ, των τορτελινιών και του Γκράμσι είναι πόσο μεγάλα βυζιά πρέπει να έχουν οι γυναίκες, με αφορμή τη νικήτρια του τοπικού Big Brother. Πήρε μάλιστα θέση στο θέμα και η Αλεσσάντρα Μουσολίνι, η οποία χαρακτήρισε το κοριτσάκι Θωρηκτό Ποτέμκιν (σπεύσε τώρα στην Ιταλία, ναι, σ’ εσένανε μιλάω — ξέρεις ποιος είσαι).

Μια χαρά είναι η Πορτογαλία σε σχέση με δαύτους.

Άντε ρε, καλό Σου-Κού.

Ακτιβιστές κωμικοί

Όταν ήμουνα στην Αγγλία παρακολουθούσα στην τηλεόραση το σόου του Mark Thomas. Ο τύπος έκανε παρλάτες (στάνταπ κόμεντυ δηλαδή) αλλά πολιτικού περιεχόμένου. Έκανε πάντα συστηματική έρευνα πρώτα: στα βίντεο μπορείτε να δείτε αυτά που βρήκε για την Ινδονησία, για τον ‘μυστικό χάρτη της Βρετανίας’ και για άλλα πολλά. Επίσης, δε δίσταζε να την πέσει σε υπουργούς, βουλευτές, λόρδους και ανώτερους δημόσιους υπαλλήλους: τους την έστηνε έξω από το Κοινοβούλιο, τα υπουργεία του Γουάιτχωλ, τις διάφορες υπηρεσίες, και τους ρωτούσε δυσάρεστα πράγματα. Αντίθετα όμως με τον Michael Moore, που είναι καραγκιόζης και σε κάνει να νομίζεις ότι απευθύνεται σε κουτορνίθια, ο τρόπος που την έπεφτε ο Thomas ήτανε και απολαυστικός αλλά και καίριος.

Θυμήθηκα τον Thomas γιατί σήμερα ένας φίλος μού έστειλε μια σειρά από πέντε βίντεο του Volker Pispers. Ο άνθρωπος φαίνεται πολύ διαβασμένος (αν και μάλλον έχει διαβάσει κυρίως τα πολιτικά του Τσόμσκυ — ο οποίος στο μεταξύ έχει κάτσει κι έχει διαβάσει ό,τι υπάρχει), σε κάποια σημεία είναι σχεδόν απολαυστικός αλλά δεν παύει να είναι βαθύτατα μη-αστείος. Δεν έχει πλάκα, ρε παιδί μου. Η εύκολη ερμηνεία για την έλλειψη πλάκας είναι Κράουτ. Γερμαναράς. Δεν είναι κι οι πιο γελαστεροί άνθρωποι του κόσμου.

Ωστόσο, το πρόβλημα του Pispers φαίνεται να είναι άλλο: τον φρικάρει τόσο πολύ το υλικό του, που δεν μπορεί να το αποδώσει πραγματικά αστεία, να βγάλει από μέσα του την υποκρισία, την ασυνέπεια, τον κυνισμό και να τα μετατρέψει σε γέλιο. Λόγου χάρη, στο τέταρτο ή στο πέμπτο βίντεο μιλάει για τη Ρουάντα και την 11η Σεπτεμβρίου, το AIDS στη Ν. Αφρική, τις πατέντες της Bayer και τις επιθέσεις άνθρακα. Ε, το βλέπεις εκεί ξεκάθαρα ότι ο άνθρωπος τρελαίνεται, δεν μπορεί να σηκώσει αυτά που λέει. Σιγά μην κάνει και πλάκα από πάνω. Δεν μπορεί. Ζορίζεται. Θλίβεται. Ψυχοπλακώνεται.

Το πλησιέστερο που έχουμε σε τέτοιους ‘ακτιβιστές κωμικούς’ είναι ο Λαζόπουλος (σας παρακαλώ, μην ξερνάτε, μην ξερνάτε, αφήστε με πρώτα να ολοκληρώσω. Να ολοκληρώσω, σας παρακαλώ. Να ολοκληρώσω!). Οι διαφορές του Λαζόπουλου από τους ακτιβιστές κωμικούς ίσως είναι ξεκάθαρες για κάποιους αλλά δεινά δυσδιάκριτες για άλλους. Βεβαίως, μεγάλο μέρος του σώου του Thomas, του Pispers κι όλων αυτών όντως αφιερώνεται και στον αντιαμερικανισμό. Αντίθετα όμως με τους Λαζόπουλους του κόσμου τούτου, ο ‘αντιαμερικανισμός’ τους δεν εξαντλείται στον επιφανειακό αντιαμερικανισμό (που λέει κι ο Pispers) δηλαδή ‘σας μισούμε γιατί είστε τόσο πολύ καλύτεροι από εμάς’, αλλά προχωράει στην κριτική των πολιτικών των ΗΠΑ. Μία σημαντική διαφορά που μπορώ λοιπόν εγώ να δω από τον Λαζόπουλο είναι η εξης: οι ακτιβιστές κωμικοί φροντίζουν να τα σούρουν κανονικά και στην εξωτερική πολιτική των δικών τους χωρών. Και καλά, ο Γερμαναράς μπορεί να αφορμάται ενοχικά από συλλογικό μαζοχικό-εξιλαστικό αυτομαστίγωμα (που μου είπε και κάποιο βόιδι), ο Αγγλούρας όμως; Που ζει μέσα στη χώρα της benevolent Empire; Στο έθνος των πρωταθλητών της φιλανθρωπίας; Στη χώρα που γκρέμισε τον χύδην ευρωπαϊσμό κι έβαλε τόσες περήφανες νέες δημοκρατίες-τοποτηρητές των ΗΠΑ στην ΕΕ; Στη χώρα που δε θα έχει ποτέ χιλιόμετρα και κιλά και τέτοιες πουστλέ μονάδες;

Η αλήθεια είναι, όπως έχει πει κι ο Ρακάσας κάπου, ότι οι Έλληνες εμφορούμαστε από το ‘my country, right or wrong’ πολύ περισσότερο από όσο παραδεχόμαστε. Αν ρωτήσεις τον μέσο Λαζόπουλο, ή και τον μέσο Έλληνα, ποια είναι τα λάθη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, πιθανόν να αναφέρει τα εξής:

α. Που «άνοιξε τα σύνορα το ’91 το κωλόπαιδο ο Σαμαράς και γέμισε ο τόπος Αλβανούς». Ο πιο ηρέμα ρατσίστας θα προσθέσει «φτωχούς και πεινασμένους, χωρίς να έχουμε καμμιά υποδομή, ενώ εμάς στη Γερμανία…»

β. Που «δώσαμε τον Οτζαλάν». Αλλά γι’ αυτό ευθύνεται «ο αμερικανόδουλος ο Τάπερμαν, κακό χρόνο να ‘χει».

γ. Που δε δεχτήκαμε τη σύνθετη ονομασία από την αρχή. Εδώ βέβαια μιλάμε για πολύ αβανγκάρντ άτομα (πώς λέμε «μητσοτακικούς»;), που εκφέρουν μία εμβριθή γνώμη για ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Αμέ.

Πάνω σε ψυχαναλυτικά κρεβάτια ίσως ακουστούν και γογγυσμοί όπως ‘γιατί πουλήσαμε την Κύπρο;’, ‘γιατί φτάσαμε ως τον Σαγγάριο;’, ‘γιατί υπογράψαμε τη Βάρκιζα;’, ‘γιατί κάναμε τον ανένδοτο;’ — αλλά αυτά βρίσκονται ξεκάθαρα στη σφαίρα της ψυχανάλυσης, και δη της τσαρλατανικής ψυχανάλυσης (λέγε με Λακάν).

Κοινώς: ποτέ η Ελλάδα δε φταίει σε τίποτα. Ποτέ. Είμαστε πάντα θύματα. Πάντα. Σαν τους Παλαιστίνιους. Σαν το Ισραήλ. Οι άλλοι έχουνε πέσει να μας φάνε. Όλοι οι άλλοι. Όλοι τους. Οι πάντες. Και, λυπάμαι που θα το πω κι έτσι: Ο Έλληνας Pispers ξέρετε τι μούτζα κι αϊσιχτίρια θα έτρωγε από ένα κοινό σαν και του Γερμανού οριγκινάλ; Φανταστείτε λ.χ. κάποιος να μίλαγε με γεγονότα και ντοκουμέντα για τη δουλική μας σύμπλευση με την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, από την οποία δε νιώθουμε και να επωφεληθούμε — όπως έγραψε κι η Τριανταφύλλου πριν κάτι μήνες στην Αβού. Για τη μεσοβέζικη στάση μας στο μεσανατολικό. Για την προθυμία μας να γίνουμε γιουσουφάκια της τσετσενοκτόνου Ρωσίας. Για την υποστήριξή μας στον Μιλόσεβιτς και στα καθήκια στη Βοσνία. Για την αποικιακή μας πολιτική στην Παλαιστίνη σε σχέση με το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων. Και για άλλα πολλά.

Ποιος να βγει να τα πει. Και μάλιστα με χιούμορ; Θα τονε μαντρώσουνε για βλασφημία. Η Αριστερά εδώ και δεκαετίες πλάθει κουλουράκια για αυτά τα θέματα (και δεν εννοώ το ΚΚΕ, αυτό δεν είναι Αριστερά, είναι ο Νοσφεράτου αυτοπροσώπως): όπως όλα τα κόμματα, αρκείται στα ευχολόγια και στις εκθέσεις ιδεών.

Σε μια χώρα εκθέσεων ιδεών δεν μπορείς να ειρωνεύεσαι, κύριε, τα όσια και τα ιερά μας. Και αν το διαπράξεις, θα σε μαντρώσουνε και μετά θα έρχεται να σου φέρνει εικονισματάκια και μπισκότα Μιράντα στη φυλακή ο Τζερώνυμο τα Χριστούγεννα και το Πάσχα, αφού ο άλλος, ο λεβέντης, μας σχωρέθηκε. Δυστυχώς.