Μια υποσημείωση του Sraosha στον thas
Κατά τα άλλα, ο άνθρωπος, ο Thas o Μελίρρυτος, τα λέει ωραία και μαζεμένα. Ευτυχώς υπάρχει κι αυτός να γράφει κανα κείμενο στη χάση και στη φέξη (είναι πολύ της μόδας η χάση και η φέξη).
Ο thas λοιπόν παραπονιέται ότι «υπάρχει μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη πρακτική κατευνασμού δια της συμφωνίας». Κι αυτή η πρακτική είναι εισαγωγής: προέρχεται από την ιδεολογικο-μεθοδολογική τάση ή επιθυμία κοινωνικών επιστημόνων στην Αμερική (πάλι αυτοί, οι Ρωμαίοι του σύγχρονου κόσμου) να υποκατασταθεί η νόηση και (σε ένα άλλο επίπεδο) η κριτική και η ευθύνη από την επικοινωνία. Εξού, για παράδειγμα, και ατάκες όπως ‘δεν επικοινωνούμε’ όταν απλώς ‘διαφωνούμε’ ή μανατζεριάρικες παραινέσεις τύπου ‘συζητήστε το μεταξύ σας’ ως πανάκεια για κάθε λογής διαφωνία, νόσο και (βεβαίως βεβαίως) μαλακία.
Ωστόσο, σκασιλάρα μου που τα άθλια άθλια μέσα της Ελλάδας κι οι καθεστωτικοί κήνσορες βρίζουνε τον Συνασπισμό. Είναι μάλιστα αναμενόμενο να τον βρίζουνε: στον Ρακάσα που παραθέτει ο θασούλης υπάρχει ο υπαινιγμός ότι ο Συνασπισμός είναι στις μέρες μας μια καλή απτή ενσάρκωση «του Άλλου – του αντιπάλου που απειλεί τη διασάλευση της υφιστάμενης πολιτικής και κοινωνικής τάξης», όπως κάποτε η ΕΔΑ ενσάρκωνε το αδηφάγο και πανταχού παρόν φάσμα του Κομμουνισμού. Άλλαξαν οι καιροί, άλλαξε η ‘τάξις’, άλλαξαν και τα μορμολύκεια. Από την άλλη, η Ελλάδα, μια μικρομεσαίου μεγέθους ευρωπαϊκή χώρα, και τα αντανακλαστικά της δεν αλλάζουν, τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα, απότομα και ριζικά όσο όροι όπως «Μεταπολίτευση», «Ένταξη» κτλ. υπαινίσσονται. Στην Ελλάδα ο ανήρ πρέπει να είναι αρχιδάς και νοικοκύρης κι η γυνή καπάτσα και νοικοκυρά. Τα παιδιά στο σχολείο και μετά βουρ για εγγόνια. Τα υπόλοιπα είναι πουστιές, πουτανιές κι αλητείες. Και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά, και τα λοιπά — όπως λέμε και ξαναλέμε και ξαναμαναλέμε μέχρι πονοκεφάλου και λιποθυμίας εδώ και χρόνια (ενώ θα έπρεπε να διαβάζουμε, λ.χ. το Τρίτο Στεφάνι).
Για σας που από τσατ, ιμέιλ και τηλέφωνα με ρωτάτε για τον εκλιπόντα συνεπή ολετήρα της Μαρτυρικής, διαβάστε εδώ. Απόσπασμαν:
Θέλετε να πούμε ότι διαπραγματευόταν σαν αλεπού, σχεδίαζε σαν κουκουβάγια, τζαι επολεμούσε σαν λιοντάρι; Αφού εννα εν ψέματα. Η αλήθεια εν ότι σκέφτετουν σαν δεινόσαυρος, ελίσσετουν σαν φίδι, τζαι έκλαιε σαν κροκόδειλος. Αν δεν θέλετε να τα πούμε τούτα μείνετε στο ζεστό του χαμόγελο τζαι αφήστε τα πολιτικά.
Πάω το αμάξι για λάδια. Όχι όμως προτού σας στείλω στην Κέρκυρα.
Καιρός για Schnittke
Es geschah, κερασμένο στον Μπερεκέτη.
Ανταπόκριση του Sraosha
Ήταν όλα τα παιδιά στη διαμαρτυρία σήμερα: ίμο, μπάρμπι, γάλατα. Κοίταξα έναν μπάτσο και με κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. Μου είπε:
«Μπήκα στην Αστυνομία με 17, δεν ανέχομαι να με βρίζουν αυτά του 10.»
Spas miru
Ο Γκόρντον Μπράουν σώζει τον κόσμο. Χαρούμενα στιγμιότυπα από τη Μητέρα Όλων των Κοινοβουλίων.
Προειδοποίηση από τον Sraosha
(με πρόλαβες, Τιπούκειτε.)
Quis custodiet ipsos custodes? (σοβαρά όμως)
Δεν τρέφω καμμία συμπάθεια για τους ειδικούς φρουρούς. Φρουροί ποιανού; Από ποιον; Αναρωτιέμαι τι εκπαίδευση δέχονται τα φτωχά και ολιγογράμματα παιδιά (κι ενίοτε τσογλανάκια) που στελεχώνουν το Σώμα, πέρα από τη γνωστή νεοφασιστική κατήχηση που διενεργείται ημιανεπίσημα (ή μήπως ημιεπίσημα;) στις τάξεις του. Υπενθυμίζω ωστόσο ότι η Αστυνομία σκότωνε και πριν από την ίδρυση του σώματος των Ειδικών Φρουρών, ενώ εδώ και δεκαετίες έχει μάλλον εγκαταλείψει την προσπάθεια (έστω και προσχηματική) να προστατέψει από το έγκλημα τον ανά την επικράτεια ηλικιωμένο, τον κάτοικο των νέων γκέτο μεταξύ Πατησίων και Λιοσίων, τον κάτοικο της επαρχίας που ληστεύεται, ξαναληστεύεται και κάποτε μαχαιρώνεται κιόλας για 100 ευρώ.
Δεν πιστεύω ότι τη βία της εξουσίας την αντιμετωπίζουμε με βία — την οποία μάλιστα μετακυλίουμε εναντίον του κάθε κακομοίρη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου και εμπορικού καταστήματος (αν και, εντελώς προσωπικά, με ευχαρίστηση θα γκασμάδιαζα τα SUV και τις Cayenne του κάθε αρχιπαπάρα καταπατητή πεζοδρομίων). Πιστεύω όμως στην οργή απέναντι στην εξουσία που ασκείται πάνω μου προκειμένου να μου δώσει κάποιο αντάλλαγμα (ασφάλεια; προστασία;) και η οποία καταλήγει να με εξευτελίζει, να βιαιοπραγεί πάνω μου, να με σκοτώνει.
sraosha: Όπως είπε και ο Robert Burns
Oh wad some power the giftie gie us,
To see oursels as others see us!
Οι ειδήσεις
Η εκπομπή λόγου / σόου
Η σαπουνόπερα
sraosha: Η ΓΡΑΦΗ, ΤΑ ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ, Η ΚΕΝΩΝΙΑ
Λέγαμε λοιπόν τις προάλλες ότι η Κύπρος φαίνεται να έχει δυσανάλογα πολλούς εικαστικούς καλλιτέχνες. Σε ίσο πια χρονικό διάστημα, εδώ έχω πάει σε πολλαπλάσια εγκαίνια εκθέσεων και σε εκθέσεις από όσα και όσες όταν ζούσα στα πέριξ του Λονδίνου. Βεβαίως στα εικαστικά δεν μπορώ να πω ότι έχω βάσεις. Όπως στην περίπτωση της μουσικής και του φαγητού, απλώς είχα την ευκαιρία και την τύχη (παρά τα πολύ περιορισμένα μέσα μου) να έρθω σε επαφή με πολλά έργα — και να έχω υπάρξει φοιτητής της Ρηγοπούλου. Απ’ ό,τι λοιπόν μπορώ να καταλάβω, έχω την αίσθηση ότι η εικαστική παραγωγή / δημιουργία στο νησί κατατρύχεται από μια ξεκάθαρη συνθηματολογική διάθεση, που θέλει να μιλήσει για τη μεταποικιακή και τη μεταμοντέρνα κατάσταση με τρόπο όσο το δυνατόν πιο σαφή και απροκάλυπτο.
Προτού σπεύσει κανείς να συνδέσει πλεχανοφικά ή ενγκελσιανά αυτό το ζέψιμο στο προφανές με το σετ εισβολή-κατοχή ή με ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικοκοινωνικές συγκυρίες, επισημαίνω ότι το θέατρο, λόγου χάρη, στην ελληνόφωνη Κύπρο είναι πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, αλλά και πάρα πολύ υψηλής ποιότητας, ακομα και με αθηναϊκά δεδομένα. (Εδώ ανοίγω μια παρένθεση: αν βάλουμε στην άκρη τη γλώσσα, που δεν το αφήνει να το απολαύσουν οι μη-ελληνόφωνοι, το θέατρο στην Αθήνα είναι, κατά τη γνώμη μου, εφάμιλλο με ό,τι έχω δει στο Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, ενίοτε καλύτερο).
Έχω λοιπόν την εντύπωση ότι τα εικαστικά στη Μεγαλόνησο είναι γενικά ζεμένα στο άρμα του προφανούς και του συνθηματολογικού, με τις εξαιρέσεις να διασώζονται και από την ενασχόλησή τους με το ιδιωτικό και το προσωπικό και από την έμφαση στο σώμα. Πολλές φορές νόμισα ότι το ζέψιμο αυτό οφειλόταν στο ότι οι εικαστικοί καλλιτέχνες κάνουν εκθέσεις κυρίως για να διεκδικήσουν και να παγιώσουν τη θέση τους στην κοινωνία: η ντόπια κοινωνία είναι αυστηρά ιεραρχημένη και ο καθένας (πρέπει να) γνωρίζει τη θέση του, με έναν τρόπο πολύ πιο έντονο απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στα πολιτιστικά των εφημερίδων είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς αρνητικές κριτικές για εκθέσεις, αφού η αρνητική κριτική εδώ, δημόσια και ιδιωτική, εν γένει μαρτυρεί προθέσεις είτε επιβολής της ιεραρχίας είτε (σπάνια) απόπειρα κοινωνικής εξόντωσης. Και πάλι όμως δε γίνεται να τα ρίξουμε όλα στα ‘κύκλωμα’ και στην άτιμη κενωνία: είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στα πολιτιστικά των εφημερίδων είναι σχεδόν αδύνατο να βρει κανείς αρνητικές κριτικές για το θέατρο. Το θέατρο όμως ανθεί και βρίσκεται θεαματικά μπροστά.
Έχω καταλήξει στο διστακτικό συμπέρασμα ότι το προφανές (και, ενίοτε, ο στόμφος) των κυπριακών εικαστικών ξεκινάει από μια παθολογία ομόλογη με αυτή της συγγραφικής παραγωγής / δημιουργίας στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, όπως μου έλεγε ο Μισέλ Φάις, οι συγγραφείς — νέοι και παλιοί — είναι αλλεργικοί στο να περνάνε τα κείμενά τους ουσιαστική επιμέλεια. Θεωρούν ότι ο επιμελητής (πρέπει να) είναι απλώς διορθωτής και ότι δε δικαιούται να ζητάει αλλαγές που θα ‘νοθεύσουν’ το ύφος. Θα έπρεπε να είναι περιττό να πει κανείς πόσο στρεβλή είναι αυτή η αντίληψη και στάση. Τέλος πάντων, ο Φάις αστειεύτηκε ότι όλοι στην Ελλάδα συμπεριφέρονται σαν «παρεξηγημένες μεγαλοφυίες» (εννοούσε μόνο τους συγγραφείς; θα σας γελάσω).
Προσωπικά αντιλαμβάνομαι ότι τα παραπάνω μαρτυρούνε μια αντίληψη του πεζογραφήματος ως ενός οχήματος το οποίο (περι)φέρει το ‘ταλέντο’, τη ‘φιλοσοφία’ και το ‘πνεύμα’ του καλλιτέχνη-συγγραφέα, με ζητήματα τεχνικής, επεξεργασίας και ξαναδουλέματος να υποβιβαζονται σε ευτέλειες που αφορούνε χειρώνακτες της γραφής, όπως λ.χ. τους τρισκατάρατους δημοσιογράφους. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή η αντίληψη μου φαίνεται πως κινείται παράλληλα με την αντίληψη του εικαστικού έργου / προϊόντος στην Κύπρο: ως μιας αντανάκλασης του μηνύματος και της ευρηματικής κριτικής του καλλιτέχνη-εικαστικού. Όπως ο Έλληνας πεζογράφος απεχθάνεται την επιμέλεια (άρα και τον αναγνώστη;), έτσι ο Κύπριος εικαστικός αποφευγει την ασάφεια, που συσκοτίζει το μήνυμα και θαμπώνει τη στιλπνότητα του καθρέφτη. Όπως ο Κύπριος εικαστικός, έτσι κι ο Έλληνας συγγραφέας πολλές φορές θεωρεί τα ζητήματα τεχνικής ‘τεχνικά ζητήματα’.
Πάντως και στις δύο περιπτώσεις η εξοικείωση αυτών των συγγραφέων και εικαστικών με έργα άλλων ομοτέχνων τους είναι συνήθως περιορισμένη και — κάποτε — δευτερογενής. Όμως καμμιά περίληψη της Ιλιάδας ή του Μαγικού Βουνού δεν υποκαθιστά τα ίδια τα κείμενα και καμμιά αναπαραγωγή του Μαζάτσιο ή του Πόλλοκ δεν μπορεί να μορφώσει εικαστικά. Ενδεχομένως, αν οι Έλληνες συγγραφείς ήτανε πιο διαβασμένοι και οι Κύπριοι εικαστικοί πιο μουσειασμένοι και γκαλερισμένοι, να μπορούσαν να αντιληφθούν ότι ελάχιστους αφορά η τέχνη χωρίς τεχνική βάσανο και το έργο που εξαντλείται στο μήνυμά του.





