Χρονομηχανή: tua res agitur

Όσοι Καλαμαράδες άνω των 30 επισκέπτονται την Κύπρο, αποφαίνονται με εμβρίθεια και σοβαρότητα ότι ο τόπος είναι 20 με 40 χρόνια πίσω, ανάλογα και με το τι χρονιά νομίζουν ότι έχουμε. Η Κύπρος είναι όντως ένα νησί ασφυκτικά βικτωριανών ηθών (στην πιο χωριάτικη εκδοχή τους, κατά το «χωριάτικη σαλάτα») όπου όλοι ντύνονται το ίδιο και σκέφτονται παρόμοια: κατά την τάξη και το μιλιέτι τους. Για παράδειγμα, είναι πάρα μα πάρα πολύ σπάνιο να δεις ζευγάρια να φιλιούνται δημοσία, κάτι που έχω ξαναπροσέξει στη Λάρισα.

Όσοι Καλαμαράδες κάτω των 30 επισκέπτονται την Κύπρο, παραμυθιάζονται αλύπητα: ακριβά αμάξια! μεγάλα σπίτια! μηδέν έγκλημα! ωραία μαγαζιά! πολλά μαγαζιά! μάρκες! ωραία κυριλλέ κλαμπ! εξαιρετικά φαγάδικα! καλοί μισθοί! (κατά μέσο όρο πάνω από μιάμιση φορά των ελληνικών, ενώ, με εξαίρεση τη στέγη, το κόστος ζωής δεν είναι μιάμιση φορά ακριβότερο). Και είναι και πολύ «της οικογένειας» (ή μάλλον «όλοι μια οικογένεια»). Άσε που, όπως μου είπανε δύο ψυχές, «α, μα εδώ δεν έχει Αλβανούς, ωραία!» Έχει ωστόσο πολλούς Ασιάτες που χτίζουνε κομψές πολυκατοικίες, μαζεύουνε τα γεννήματα, φροντίζουνε τα ζα και μεγαλώνουν τα παιδιά — όμως δεν ψηλώνει ο νους τους να περνιούνται για τίποτε παραπάνω από ‘μαυρήδες’ και ‘μαυρούες’.

Νομίζω λοιπόν ότι η Κύπρος αποτελεί ένα ‘μέλλον’ της Ελλάδας όπως θα το ονειρεύονταν πολλοί Έλληνες κάτω των 30 : περίκλειστο, στατικό, οικογενειακό και με κάθε αφθονία. Σπίτια, αμάξια, παπούτσια, ρούχα, τσάντες, γυαλιά ηλίου, κομμωτήρια, γυμναστήρια, πλαστικές σακούλες γεμάτες ψώνια, κωλάδικα, τρία κουτσούβελα παρκαρισμένα στη γιαγιά ή στη σριλανκέζα. Ταξίδια για ψώνια. Λεφτά. Οικονομική σταθερότητα.

Νομίζω όμως ότι η Κύπρος αποτελεί ένα (πιθανό) μέλλον της Ελλάδας και με έναν άλλο τρόπο: μείναμε, που λέτε, και επισήμως από νερό. Μέχρι πέρσι δίναν άδειες για γήπεδα γκολφ. Παντού βλέπεις πισίνες, ακόμα και στα 10 μέτρα από τη θάλασσα. Βεβαίως έχουμε ανομβρία εδώ και τέσσερα χρόνια, αλλά η κυβέρνηση του Δακρυσμένου Εθνάρχου «περίμενε ότι θα βρέξει». Έτσι λένε, τουλάχιστον, δεν πρέπει να παίρνει κανείς τοις μετρητοίς ό,τι ακούει στη Μεγαλόνησο (ή από τα ΜΜΕ της Ελλάδας…). Πάντως δεν έκαναν τίποτα, κάτι εργοστάσια αφαλάτωσης τα άφησαν στα χαρτιά.

Τα σαΐνια της νέας κυβέρνησης, που παρέλαβαν χάος, σκέφτηκαν να φέρουνε νερό με τάνκερ από τον Λίβανο, μέχρι που κυκλοφόρησε ότι είναι πήχτρα στα τοξικά. Τώρα, λέει, θα φέρουν από την Ελλάδα. Μάλιστα σκέφτονται να φτιάξουν υποθαλάσσιο αγωγό (από την Ελλάδα). Η γεωργική παραγωγή ήδη έχει καταστραφεί εκτενώς, εκτός από την Πάφο (αυτοί έχουνε νερό,
κοιτάνε προς τη Δύση). Ο Βορράς έχει νερό, επίσης, όλες τις πηγούλες του Πενταδάχτυλου.

Οι υπόλοιποι υδροδοτούμαστε στάγδην για οχτώ ώρες μέρα παρά μέρα: αν και όλα τα σπίτια έχουνε δεξαμενές, η στάθμη δεν ανεβαίνει παντού αρκετά για να τις γεμίσει. Η φίλη μου η Μαρία πλένεται στο γυμναστήριο.

Σήμερα ανακοινώσαν ότι κι αυτές οι οχτώ ώρες δεν είναι ρεαλιστικές. Στεγνώσαμε.

Όσοι λοιπόν ονειρεύονται την κυπριακή ουτοπία, με δεδομένη την επιδεξιότητα και την αξιοπιστία των ηγεσιών μας στην Ελλάδα, να προσέξουνε μην τους προκύψει μόνον ως προς τη λειψυδρία.

Former Yugoslav Republic of Montenegro

(Ένα «μαντάρα ποστ«.)

Δεν έχω κόλλημα με το Μακεδονικό. Ο βαλκανικός ακάλυπτος της Ελλάδας (εκεί όπου τινάζουμε τις κουρελούδες κι όπου τρώνε πίτες, κρέατα, βουτύρατα και μπούκοβο) με συναρπάζει, τον αγαπώ σαν τοπίο, αλλά μου είναι τόσο ξένος ίσως όσο και η Κύπρος.

Το Μακεδονικό είναι τελικά πρόβλημα-οπερέττα, όπως τα Ευαγγελικά και τα Ορεστειακά. Πρόκειται μάλιστα (για την Ελλάδα) για ακόμα πιο οπερεττικό πρόβλημα, αφού (δόξα Σοι ο Θεός) δε σκοτώθηκε κανένας εξαιτίας αυτής της διένεξης. Όλος ο κόσμος ξέρει (στον βαθμό που ασχολείται) πού είναι η Μακεδονία, ποιοι είναι Μακεδόνες, ποιοι μιλάνε μακεδονικά — και ότι η Ελλάς έχει κάποιες αντιρρήσεις. Εμείς παίζουμε τη λατέρνα ωσάν τον Αυλωνίτη, που λένε τα Ημισκούμπρια. Άλλωστε, όταν μπορούσαμε να επιβάλουμε (ηγεμονικά, όπως είπε ένας διαδηλωτής στα Σκόπια χτες βράδυ, αλλά εύκολα) μια αξιοπρεπή ονομασία τύπου ‘Μακεδονία του Βαρδάρη’, εμείς διαλέξαμε το ‘FYROM’. Όταν ο πρεσβευτής (ω, μπαρδόν, ‘επιτετραμμένος’) της Ακατονομαστίας είπε

Ποτέ δεν αρνήθηκα πρόκληση με το προσωρινό όνομα, παρά την προσβλητική του φύση και δεν δέχτηκα ποτέ πρόσκληση με το ακρώνυμο FYROM, το οποίο είναι ακόμα πιο προσβλητικό και άνευ νοήματος…

το δελτίο ειδήσεων της ΝΕΤ (η τελευταία νησίδα σωφροσύνης στην ελληνική τηλεόραση μέχρι πρόσφατα) τον έλουσε πατόκορφα. Μα πράγματι, πρόκειται για προσβλητική ονομασία: ποια χώρα αποκαλείται με προσδιορισμό της πρότερης πολιτικής της κατάστασης; Ακόμα και το Κοσσυφοπέδιο (με την εξαμβλωματική του σημαία — θυμηθείτε τι είδους κράτη βάζουν χάρτες στη σημαία τους) λέγεται ‘Κόσοβο’, όχι ‘πρώην σερβική αυτόνομη επαρχία Κοσσυφοπεδίου και Μετοχίων’ (πάντως λεγότανε ‘ΚοσΜέτ’ επί Τίτο, ίσως για να ακούγεται όπως το ‘ΚολΧόζ’).

Έχω κουραστεί να ασχολούμαι με αυτό το ζήτημα λοιπόν. Όπως είπα, ζούμε στον κόσμο της Κουκουρούκου και τσακωνόμαστε χωρίς λόγο. Η χώρα κάνει διπλωματία άνευ αντικειμένου: αντί να κοιτάξει να ισχυροποιήσει τη θέση της (ή ό,τι κάνει η διπλωματία, τέλος πάντων) και να κερδήση τον κόσμον όλον (και ζημιωθή την ψυχήν αυτής), ασχολείται με το να μαζέψει τον αμάζευτο. Παράλληλα, οι οργανικοί διανοούμενοί μας κορυβαντιούν — και νομίζουν κι ότι είναι αντι-ιμπεριαλιστές κιόλας.

Ο λόγος που τελικά βαυκαλίζομαι είναι ότι — κατά βάθος — είμαι πατριώτης. Κατά βάθος ζηλεύω τους Ισπανούς, που στο τέλος θα γίνουν άνθρωποι, δηλαδή, έτσι πώς πάνε. Κατά βάθος θέλω να μην κάνει (πια) η Ελλάδα όσα διαπράττουν οι άλλοι ή όσα κακώς διέπραξε στο παρελθόν. Ονειρεύομαι, δηλαδή.

Καλός μαλάκας κι εγώ, δηλαδή.

Eu sou assim

στον Αρτέμη Κουκουζέλη

Τα μουσικά μου γούστα είναι μια μεγάλη και πονεμένη ιστορία. Δε σκαμπάζω καθόλου από θεωρία της μουσικής (αν και υπάρχουν απόφοιτοι ωδείων που… άσε, σκάω) και ακούω μουσική όπως τρώω: με δοκιμή και πλάνη. Όπως όμως και με το φαγητό, υπάρχουνε πράγματα που δε ζυγώνω (τουλάχιστον για τα τεριρέμ και τον πτωχοαλαζόνα τα έχουμε πει).

Επίσης δε μου πολυαρέσουν τα (πολύ) ελαφρά, τα (πολύ) μονότονα και τα προβλέψιμα πράματα, όταν μπορώ δηλαδή να συμπληρώσω τη μουσική φράση ή να προβλέψω με επιτυχία το στιχάκι. (Μια εξαίρεση κάνω για την τρανς, αυτό όμως είναι άλλο ποστάκι.) Γι’ αυτό λοιπόν αποφεύγω τις λαουντζιές και τα αεριούχα δροσιστικά.

Όταν ο Μαίανδρος (παλιός μπλογκάς — αυτός το ‘κλεισε κι ησύχασε όμως) μάς έφερε κάτι μποσανόβες ψιλοξίνισα. Πλην όμως, είχα πρόσφατα δει ένα ντοκυμαντέρ για τον Vinicius de Moraes, οπότε είπα, δεν κάθομαι να ακούσω το σιντί; Η νεοαποκτημένη ανοχή μου απέναντι σε πιο θερινά-πλαζάτα ακούσματα εικάζεται πάντως ότι οφείλεται και στην έκθεσή μου στην ψυχοτρόπο ουσία θασκασαλίνη — ωστόσο ποτές δεν πρέπει να μπερδεύουμε τα μετάλλια με τις ντόπες.

Ακούω το σιντί και κολλάω με το Meu Mundo e Hoje (το οποίο είναι κλασσικό άσμα, απ’ ό,τι μου λένε κάτι βραζιλοθρεμμένοι, κάτι σαν το ‘τα ματόκλαδά σου λάμπουν’ της Βραζιλίας), εδώ με την Eliete Negreiros. Σας το προσφέρω.

Οι στίχοι τώρα. Τα πορτογαλικά μου είναι, ε… ναι. Οπότε, θα σας κάνω μια μερική ελεύθερη μετάφραση από όσα πιάνω, σαν να πρόκειται για σπάραγμα από σκωροφαγωμένο χειρόγραφο ή για κάτι γραμμένο στη Γραμμική Βήτα. Έτσι βγάζανε παλιά στίχους από εγγλέζικα τραγούδια. Άμα μπορείτε, βοηθάτε

Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.
Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.
Meu mundo é hoje não existe amanhã pra mim
Eu sou assim, assim morrerei um dia.
Não levarei arrependimentos nem o peso da hipocrisia.
Tenho pena daqueles que se agaixam até o chão
Enganando a si mesmo por dinheiro ou posição
Nunca tomei parte desse enorme batalhão,
Pois sei que além de flores, nada mais vai no caixão.
Eu sou assim, quem quiser gostar de mim eu sou assim.

Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ
Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ
Για το σήμερα ζω και για μένα αύριο δεν υπάρχει
Έτσι είμαι εγώ κι έτσι μια μέρα θα πεθάνω.
Δε σηκώνω μεταμέλειες ούτε το βάρος της υποκρισίας.
[…]
Να πουλιέμαι για τα λεφτά ή τις τιμές τους
Ποτέ δεν πρόκειται να μπω σ’ αυτό το πανηγύρι
[…]
Έτσι ειμαι εγώ, για όποιον θε να μάθει, έτσι είμαι εγώ

Ζυγιστική λεπτομέρεια

Για κάποιους, η πληθυσμιακή σύνθεση της ελληνικής Μακεδονίας πριν 80 χρόνια είναι αδιάφορη, μετράει μόνο το ότι σήμερα δεν έχει μείνει Εβραίος, Βούλγαρος ή Σλαβομακεδόνας («μια χούφτα ντόπιοι που μιλάνε ντόπικα / pu nashe»).

Πολλοί από τους παραπάνω, όμως, κόπτονται και οιμώζουν για την πληθυσμιακή αλλοίωση του Κοσσυφοπεδίου τα τελευταία 80 χρόνια.

Μικρή νεκρολογία για ένα οδόφραγμα

Αύριο 3 Απριλίου στις 9 το πρωί θα ανοίξει το οδόφραγμα της Οδού Λήδρας στη Λευκωσία.

Το οδόφραγμα, το οποίο έστησαν οι δικοί μας το 1963, ήτανε για χρόνια το μόνο αξιοθέατο της Λευκωσίας (τώρα δεν έχει μείνει κανένα, εκτός ίσως από το άγαλμα του Μπάτμαν): έφερναν με τα πούλμαν τους τουρίστες από την Αγιάναπα, τη Λεμεσό και την Πάφο για να δούνε τον δρόμο που κοβότανε στη μέση, το δράμα της διαιρεμένης πρωτεύουσας, μετά τους τάιζαν κυπριακό σουβλάκι και τους ξαπέστελναν από κει που ‘ρθαν.

Πραγματικά ήτανε φρικτό θέαμα (για όποιον τουλάχιστον δεν έχει δει την κλειστή πόλη της Αμμοχώστου, το Βαρώσι — ακόμα και στο γεωπολιτικό γκραν-γκινιόλ υπάρχουν διαβαθμίσεις), τα δύο πρώτα χρόνια μου εδώ με ενοχλούσε και με πονούσε.

Αφήνω κατά μέρος τις αναλύσεις και τις βιωματικές παλάβρες. Ελπίζω στο νέο άνοιγμα της πράσινης γραμμής, στο κέντρο της πόλης, να αρχίσει να ξαναζεί η πόλη αυτή (της οποίας το χιλιομετρικό σημείο μηδέν είναι πάντα «από κει», στην Πλατεία Σαραγιού / Ατατούρκ). Ελπίζω ο κοινός χώρος που θα δημιουργηθεί (όπως πάρα πολύ εύστοχα επισήμανε ο Γρηγόρης Ιωάννου) να γίνει χώρος (επανα)σύνδεσης κι όχι απλώς (επανα)προσέγγισης: άλλωστε, μετά την αγυρτεία του 2004, τα περιθώρια είναι πια στενά: είτε οι δύο κοινότητες θα συνυπάρξουν, είτε θα αποκτήσουμε κι άλλα κρατίδγια δίπλα στο Μαυροβούνιο, το Κοσσυφοπέδιο, την Αμπχαζία και την Οσσετία…

Θαρρώ πεινώ, μα εγώ διψώ, μα δε διψώ: νυστάζω

Τι θαυμάσιος μήνας! Παρότι δεν έπεσε στάλα βροχή εδώ κάτω, ερωτικά υπήρξε πολύ ανοιξιάτικος («αυτή η άνοιξη μπορεί να κρατήσει για πάντα», που έλεγαν και οι έρμοι οι Τσέχοι το 1968, για άλλους λόγους βεβαίως). Παρότι δούλεψα σα σκυλί, δεν αποπεράτωσα ούτε κλάσμα όσων με κοιτάνε κατάματα από τη λίστα με τα κρίματα, αντίγραφα της οποίας έχω παντού (πώς είναι στο ‘Εργαστήριο του δόκτορος Μαμπούζε Καλγκάρι’, όπου ο Μαμπούζε έχει γεμίσει το κελί του τρελάδικου σημειώσεις; κάπως έτσι). Όμως εδώ γράψαμε μπόλικα (τρία ποστ ο Ρακάσα, παρακαλώ): τι σινεμά, τι αγιογραφίες, τι πόρνοι, τι θέατρο, τι αυτοσαρκασμός, τι μακεδονομαχίες, τι επέτειοι, τι meme… Ας αφήσουμε λοιπόν τον Μάρτιο με ένα γλυκό τραγουδάκι, το οποίο μού έχει κολλήσει αντικαθιστώντας το προηγούμενο.

Σας δίνω λοιπόν το πανέμορφο ‘Σαν την αγάπη την κρυφή‘, μελοποιημένα δημοτικά δίστιχα από τον Δημ. Παπαδημητρίου με την Ελ. Αρβανιτάκη. Μου έχει σφηνωθεί αρμονικά αυτή η πρώτη γεφυρούλα όπου παίζουνε μαζί κιθάρα, πιάνο και άρπα (κολπάκι που δίδαξε ο Φιλ Σπέκτορ). Δυστυχώς στη δεύτερη και στην τρίτη βάζει ο ανοικονόμητος στην ενορχήστρωση και κάτι πίφερα / σουραύλια / φλαμπούτσες και μας τα χαλάει.

*

Μπόνους: Παρότι σιχαίνομαι τον Καζαντζίδη (τα είπαμε αυτά), σας προσφέρω αυτό το τραγούδι του. Όχι όμως για καλό. Έτσι, προσοχή, μην το ανοίξετε αν

α) είσθε με τον σ. Χριστόφια (κανείς δεν παραδέχεται ότι τον ψήφισε, μα αυτό το 53% από πού βγήκε;)
β) είσθε ευαίσθητος νοσταλγός του ‘αξίου της πατρίδος’ (μια στιγμή να φτύσω) Γρίβα
γ) δεν ξέρετε ποιοι είναι οι παραπάνω κύριοι αλλά έχετε ευερέθιστα νεύρα
δ) δεν καταλαβαίνετε από ειρωνεία

Το αφιερώνω σε τρία αστέρια του κυπριακού μπλογκαρίσματος: Aceras Anthropophorum, Γιώργο Στρατή (που κωλοβαράει εσχάτως) και τον σατανικό Noullis.

Κόκκινα φανάρια

Είναι από τις λίγες φορές που δεν ξέρω από πού να αρχίσω. Είπα να ασχοληθώ αργότερα με το θέμα, πρώτον για να μη γράψω εν θερμώ, δεύτερον γιατί υποθέτω ότι (δικαιολογημένα) όσοι διαβάσουν αυτό το ποστ θα με ψέξουν ότι κάπως καθυστερημένα ανακάλυψα κι εγώ το μπικ. Αλλά δεν μπορώ.

Ας αρχίσω με ‘αγανάχτηση’. Πάντα πιάνει στον τόπο μας η αγανάχτηση.

Αισθάνομαι λοιπόν αγανάχτηση σαν Έλληνας και σινεφίλ που έπρεπε να φτάσω 35 χρονών για να δω ίσως την καλύτερη ελληνική ταινία που έχει γίνει ποτέ. Διευκρινίζω: η συγκλονιστική αποκάλυψη της ηλικίας μου (η οποία, είμαι βέβαιος, προκαλεί ρίγη και λιποθυμικά επεισόδια), μπορεί να είναι πραγματική μπορεί και να μην είναι. Άλλωστε ποιος είμαι εγώ; Ένας ψευδώνυμος χαβαλές χωρίς το θάρρος που συνοδεύει την παρρησία.

Έπρεπε λοιπόν να φτάσω στην ηλικία αυτή για να δω τα Κόκκινα Φανάρια. Η ταινία είναι συγκλονιστική. Γιατί κανείς δε μου το είχε πει; Γιατί στον κανόνα του ελληνικού σινεμά έχουμε άλλα κι άλλα; (ευτυχώς έχουμε τη Στέλλα)

Τα Κόκκινα Φανάρια λοιπόν.

Πρώτα-πρώτα, η ταινία είναι πανάκριβη και της φαίνεται: σωστά σκηνικά, άψογη (για ελληνική ταινία) ηχοληψία, κινηματογραφία και φωτογραφία προσεγμένες, απίστευτη προσοχή στη λεπτομέρεια (ακόμα και στις σκηνές κομπάρσων), αμερικανοί χαρακτήρες που μιλάν αμερικάνικα και γερμανοί που μιλάνε γερμανικά, σε μια κινηματογραφική βιομηχανία όπου ο Μούτσιος, ο Κομνηνός, ο Φυσσούν, ο Κατρανίδης και ο Ντίνος Καρύδης ήταν οι ξένοι για όλες τις δουλειές.

Δεύτερον, περιέχει συσσώρευση υποκριτικού ταλέντου σε βαθμό ασφυξίας. Δηλαδή εκεί μέσα ο Φούντας και ο Κατράκης είναι οι πιο αδύναμοι στο παίξιμο (για να καταλάβετε). Δεν ήξερα τίποτα για την ταινία, και καθώς εμφανίζονταν οι ηθοποιοί με πιάνανε ρίγη που μεταφράζονταν σε νευρικά γέλια. Μέχρι και ο Παπαμιχαήλ και η Ανουσάκη δίνουνε ρεσιτάλ. Επίσης, ο σκηνοθέτης, ο Βασίλης Γεωργιάδης, καταφέρνει να βάλει όλους αυτούς τους ηθοποιούς να παίξουνε μαζί κι όχι παράλληλα.

Τρίτον, η κάμερα έχει διδαχθεί πολλά από το καδράρισμα και από την κίνηση και στον Πολίτη Κέιν (λόγου χάρη) αλλά και στο νουβέλ βαγκ. Η ταινία λειτουργεί κινηματογραφικά. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που πήγε καλά εκτός Ελλάδος: κλείστε τον ήχο στον πολύχρυσο Ελ Γκρέκο και τι βλέπετε; Ωραία κάδρα. Κλείστε τον ήχο στα Κόκκινα Φανάρια και τι βλέπετε; Την ανθρώπινη κατάσταση.

Τέταρτον, η ταινία είναι οργανωμένη χωροταξικά: δεν αποτελεί απλώς μια ιστορία που ξετυλίγεται κάπου, παρά αρθρώνεται πάνω σε και γύρω από χώρους: σκάλες — ιδίως τη σκάλα του Μπαρ Φρύνη, το πάτωμα, το ταξί, τον δρόμο, το λούνα παρκ. Ποιος ανεβαίνει τη σκάλα, πώς την ανεβαίνει (ή την κατεβαίνει), ποιος κρύβεται πίσω από το μπαρ: εκεί βρίσκονται οι σπόνδυλοι του έργου.

Πέμπτον, οι διάλογοι. Εντάξει, είναι βασισμένο σε θεατρικό. Εντάξει, υπάρχει ο ποιητισμός της εποχής (για να το παίξω πετεφρής, ένας θεός ξέρει τι θα προσάπτουνε στο ύφος μας το 2048). Αλλά, φίλοι μου, οι διάλογοι συνέχονται από αληθοφάνεια και ρεαλιστική φυσικότητα (το πιο περίτεχνο και στριφνό τέχνασμα). Ειδικά για ελληνικό κινηματογράφο, ο οποίος παράγει κατά συρροήν ταινίες όπου οι στημένοι, ψευδοποιητίζοντες, πομπώδεις ή μπαγιάτικα ψευτομοντέρνοι διάλογοι σε κάνουν να θες να σηκωθείς όρθιος και να φασκελώνεις αλύπητα. Αλύπητα όμως.

Έκτον, η ταινία έχει χαρακτήρες. Όχι τύπους. Όχι καρικατούρες. Με στοίχειωσε η Ηρώ Κυριακάκη, η υπηρέτρια (ακόμα ανατριχιάζω — δεν μπορώ καν να γράψω γι’ αυτήν), με κατέπληξε στο τέλος ο χαρακτήρας του Φούντα, του νταβά. Όσο για τη Μαντάμ Παρί της Διαμαντίδου, ε, είπαμε, δεν είχα δει την ταινία: δε ζω και πίσω από τον ήλιο.

Έβδομον: περιεχόμενο. Η ταινία, που βγήκε το 1963, αντιμετωπίζει την πορνεία και τις πόρνες με τρόπο που δε βγάζει τον πατερναλισμό, τον οίκτο ή τη μυθοποίηση προς τα οποία τείνουνε συνήθως τα έργα που καταπιάνονται με αυτή τη θεματολογία. Έχοντας δει εκατοντάδες ελληνικές ταινίες, περίμενα στη γωνία το κήρυγμα, την τσιρίδα, τον φτηνό διδακτισμό. Πουθενά. Μπορεί και να μην πρόσεξα. Αν κάνουμε ένα άλμα στον 21ο αιώνα, βρίσκουμε λ.χ. το παιδαριώδες Hardcore (δυο μικρές βγαίνουνε στο κλαρί, η μία γίνεται σταρ γιατί είναι ξέκωλο, η άλλη τζάνκι κι ερείπιο της ζωής). Τα Κόκκινα Φανάρια, βεβαίως, έχουν την πολιτική τους (πατριαρχία, καταπίεση της γυναίκας, υποκρισία κτλ.) και διαθέτουν ξεκάθαρο ιστορικό πλαίσιο: δεν είναι απολίτικο μελό (αν είναι μελό) ούτε ανιστορικό λαβ στόρυ. Επίσης, για να δούμε πόσο πίσω έχουμε πάει. Σε μια ταινία του 1963 που έκοψε 500.000 εισιτήρια έχουμε (με ορολογία της εποχής):

α. αράπη αμερικάνο να ερωτοτροπεί με ελληνοπούλα (κατάλευκη, σαφώς). Κανένας από τους δύο δε μαθαίνουμε να κόλλησε σκουλαμέντο ή να τον τριχοτόμησε αλυσοπρίονο.

β. σκηνή όπου η Μαντάμ Παρί είναι στο τσακ να κάνει το πλακομούνι με την καινούργια, αλλά τους διακόπτει ο σωματέμπορας Φούντας. Βλέπουμε γυμνή τη μικρή Ανουσάκη και μετά ο νταβάς κλειδώνει την πόρτα και σβήνει το φως. Επειδή δεν ξέρω πώς λεγόταν το τρίο το 1963, να πω ότι αντιλαμβάνεστε την τόλμη και τη δύναμη μιας τέτοιας σκηνής τότε (ή τώρα). Για να συγκρίνουμε τη σκηνή με άλλη σκηνή στρωσίματος καινούργιας στο ελληνικό σινεμά, στο Hardcore βλέπουμε τον χοντρομαστρωπό να αλείφει έναν μαύρο όλισβο (το ντίλντο, ντε) με βαζελίνη. Τι να σου πω, ανατριχιάσαμε.

γ. ιερόδουλες να ξεκατινιάζονται (πώς θα το έλεγαν αυτό τότε;) και να βρίζονται με τσιρίδες μεταξύ τους, κάτι που οπωσδήποτε προκαλούσε τις ευαισθησίες των νοικοκυραίων (της εποχής εκείνης).

δ. οι πελάτες είναι σεξιστικά γουρούνια (λ.χ. παντρεμένοι που τους βρωμάει η κυρά τους ‘κουζινίλα’) ή λιάρδα ναυτόπουλα — όταν δεν είναι νταβατζήδες οι ίδιοι — αλλά ποτέ καρικατούρες. Έτσι, έχουμε κι έναν Γεωργίτση παθιασμένο αλλά αφελή και δειλό. Έχουμε και τον κλασικό μοναχικό πελάτη (καπετάνιο Κατράκη) που ψάχνει αυτό που πια λέμε girlfriend experience ή gfe.

Σε πιο υποκειμενικό επίπεδο, η ταινία με κατέσφαξε γιατί διαθέτει έναν τρόπο ευαισθησίας και λυρισμού που απηχεί μέσα μου, αντηχεί και με συντονίζει. Στο πρώτο τραγούδι της Καρέζη, το ρουμάνικο της βροχής, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Στο δεύτερο (με την κιθάρα), έλιωσα. Κανονικά.

Τέλος, η ταινία επεξεργάζεται την πρόκληση, τη σαγήνη, τον ερεθισμό και την επιθυμία όπως την καταλαβαίνω και όπως τη νιώθω εγώ. Έχει, συν τις άλλοις, τα φετίχ μου. Προς τις κυρίες που ενδεχομένως θα προσπαθήσουν: σημειώστε το φόρεμα με το σκίσιμο στο πλάι (και τις κάλτσες) της Καρέζη καθώς κατεβαίνει τη σκάλα, πριν τη δει ο Παπαμιχαήλ. Δηλαδή θα ήμουν οπωσδήποτε πελάτης του εν λόγω μαγαζιού φάτσα στο White Horse. Ιδίως άμα έπαιζε πότε-πότε κι ο Ζαμπέτας.

(Ερώτηση: γιατί έκτοτε τον ελληνικό κινηματογράφο τον έχει πάρει ο διάολος; Φταίει ο ηθικισμός και ο πουριτανισμός που έφεραν η χούντα και η Αριστερά του ταγαριού; Δεν ξέρω. Δε θα το συζητήσω. Απλώς απελπίζομαι που η επόμενη ταινία που λέει κάτι πραγματικά δύσκολο και δυσάρεστο είναι το Από την Άκρη της Πόλης του Γιάνναρη αν και, συγκριτικά με τα Κόκκινα Φανάρια, πάρα πολύ δειλά. Ας μην το συζητήσουμε όμως αυτό…)

Το κενό κι ο φράχτης


Όταν ήμουν μικρός χάζευα τους σχολικούς χάρτες. Οι γεωφυσικοί με μπερδεύανε γιατί δεν μπορούσα να διακρίνω τα σύνορα. Σα γνήσιο ελληνόπουλο ήθελα να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα για το πού τελειώνει η πατρίδα μου. Οι πολιτικοί όμως χάρτες με παραμύθιαζαν: τοπωνύμια αλλόκοτα (τότε δεν ήξερα ότι τα περισσότερα ήταν πρόσφατα επινοημένα από εντεταλμένες επιτροπές), τα περίεργα σχήματα των νομών και τα χρώματά τους, η Κύπρος ένθετη κάτω δεξιά με τις πέντε επαρχίες της. Πιο πολύ από όλα με εντυπωσίαζε το μπεζ κενό που περιέβαλλε την Ελλάδα. Η θάλασσα ήτανε γαλάζια κι ομοιόμορφη, αυτό το καταλάβαινα, κι εμένα έτσι μού φαινόταν άλλωστε (ποτέ δεν την αγάπησα). Οι άλλες χώρες όμως γύρω από την Ελλάδα ήταν όλες μπεζ και απελπιστικά άδειες, με μια χούφτα πόλεις και κάποια ποτάμια (όπως ο Εργίνης στην ‘Ευρωπαϊκή Τουρκία’). Μια έρημος.

Θα μπορούσε αυτή η εικόνα των σχολικών χαρτών να είναι μια μεταφορά για την αίσθηση του να είσαι Έλληνας, τουλάχιστον της γενιάς μου: εγκάτοικος μιας όασης πολυχρωμίας, ζωής, σημασίας, χαρακτηριστικών και χαρακτήρων μεταξύ της στείρας (κατά τον Όμηρο) θάλασσας και του πιο στείρου ‘εξωτερικού’.

Το ‘εξωτερικό’. Όταν ήμουν πιτσιρικάς δεν ταξίδευε πολύς κόσμος. Ήμουνα περίεργος πώς να είναι το αχανές εξωτερικό, η μπεζ έρημος των χαρτών. Όλες οι ιστορίες όσων έρχονταν από το εξωτερικό (ο γκασταρμπάιτερ, ο παππούς μετά τη Βουλγαρία και την Πόλη, ο πολιτικός πρόσφυγας από την Τασκένδη με το φθαρμένο γκρι κουστούμι, η Σκωτσέζα δασκάλα αγγλικών, η ξαδέρφη από τη Βοστώνη, η ιρλανδή σύζυγος του κυρίου Μπάμπη) σκιαγραφούσαν ή υπαινισσόντουσαν έναν τόπο κρύο, άνοστο, αφιλόξενο, στενόχωρο, βίαιο, χαοτικό και — σίγουρα — άσχημο: την μπεζ ομοιομορφία. Την ξενιτειά, με άλλα λόγια. Μια φορά, από το τρένο, είδα ένα τοπίο αλλόκοτο, βιομηχανικό. Ρώτησα ερεθισμένος τη μάνα μου αν αυτό που βλέπω εκεί μακριά είναι το εξωτερικό. «Όχι, μόλις περάσαμε τη Μαλακάσα.» Κάποια χρόνια μετά, ήμουνα δέκα, πήγαμε στη Σάμο. Από το Ποσειδώνιο (Μουλλά-Μπραήμ) βλέπαμε την Τουρκία απέναντι. Μου έκανε εντύπωση: ήταν ακριβώς σαν τη Σάμο. Αλλά, βεβαίως, αυτά ήταν κάποτε δικά μας: του σογιού της μάνας μου, πιο συγκεκριμένα…

Η αίσθηση αυτή του να είσαι Έλληνας συντροφεύει ακόμα πολλούς. Είμαστε μια εύκρατη όαση στην άκρη της βαλκανικής των βαρβάρων και του κομμουνισμού (τότε). Ξέρουμε να ζούμε, ενώ στη Δύση πίνουν, αυτοκτονούν και πηδιούνται αδιακρίτως όλοι με όλες και όλους, για πλάκα, σαν τα ζώα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Γι’ αυτό και ο φράχτης που μάς περιβάλλει, τα σύνορα της χώρας, ήταν πάντα μια παχειά γραμμή στους χάρτες, ακόμα και στους γεωφυσικούς. Και στο μυαλό μας.

Τι εννοώ: ένας Αλβανός του νότου, γνωστός, μού έλεγε ότι επί Χότζα τούς έδειχναν τα δασωμένα βουνά πέρα από τα σύνορα της Ελλάδας και τους έλεγαν για τους καημένους τους Έλληνες που πεινάνε, αφού τόση πολύτιμη γη την αφήνουνε χέρσα κι ακαλλιέργητη οι μοναρχοφασίστες που τους τυραννούν.

Έτσι είμαστε κι εμείς: ψυχολογικά μαντρωμένοι μέσα στην φράχτη, βλέπουμε μόνο το κομμάτι του έξω κόσμου που μπορούμε. Αλλά κι εκείνο το κομμάτι που βλέπουμε το παρερμηνεύουμε. Επιπλέον, ακόμα κι όταν ξεμυτάμε πέρα από τον φράχτη (ταξιδεύουμε πολύ περισσότερο πια), βλέπουμε το κενό, τη βρώμα, το έγκλημα, τον παλιόκαιρο…

Αυτά τα σκεφτόμουνα με αφορμή τις ειδήσεις από την Ελλάδα (της αξενίας, της διαφθοράς, της σκληρότητας, της φτώχειας, του στόμφου — κουτουλού, κουτουλού, κουτουλού), που παρακολουθώ εδώ και τρία χρόνια.

Κύπρος: Μνήμη και αγάπη – Με τον φακό του Sraosha IV

Προηγούμενες δόσεις:
Ι, ΙΙ, επίμετρο της ΙΙ, ΙΙΙ.

Πάμε λοιπόν.

1.
Το πρώτο χωρίς σχόλιο:

2.
Από εκεί κοντά επίσης, προσέξτε την απόδοση του ελληνικού ονόματος ‘Φρειδερίκος Γκαρσία Λόρκα’ με λατινικούς χαρακτήρες (‘Freiderikou Gkarsia Lorka’). Όπως και στην Αθήνα.

3.
Πιο κάτω βλέπετε μια φωτογραφία του κατάλληλου μερους για να αποκτήσετε κι εσείς αυτό το λουκ ‘τζίζους’ που πάντα ονειρευόσασταν.
(Για να πούμε του στραβού το δίκιο, η ορθογράφηση του ‘Χρήστος’ με ήτα είναι ορθογραφικό ταμπού, για να μη φαίνεται το ίδιο με το ‘Χριστός’. Στην Κύπρο δεν το έχουν το ταμπού αυτό.)

4.
Εδώ βλέπετε την πινακίδα του κυριλλέ εστιατορίου στην ταράτσα του κτηρίου της Τράπεζας Κύπρου στην Παλιά Λευκωσία (η Τράπεζα έχει κι ένα μαυσωλείο που δεσπόζει ενός λόφου πιο έξω). Έχει τηρηθεί η ιστοριοπρεπής ορθογράφηση με ‘ph’ αλλά, στο μεθύσι τους απάνω, αναδιπλασίασαν το ‘ne’. Ουστ, νενέκοι, ε νενέκοι.

5.
Το επόμενο χρειάζεται λίγη προσοχή. Εδώ βλέπετε την πρόσοψη ψιλικατζίδικου σε κεντρικότατο δρόμο της Λευκωσίας. Λέει ‘περίπτερο’ γιατί έτσι λέγονται τα ψιλικά εδώ. Κάτω από τη λέξη ‘περιοδικά’ έχει το εξώφυλλο ενός περιοδικού. Ποιου περιοδικού; Πλησίασα μια φορά να δω και πάνω το εξώφυλλο έγραφε κάτι προστυχιές, τις οποίες όμως δεν μπορώ να αναπαραγάγω, αφού μας διαβάζει και η μαθητιώσα νεολαία. Ωστόσο συγκράτησα το όνομα του περιοδικού: ‘mPink Woman’.

Με μια απλή αναζήτηση στα δίχτυα του Διαδικτύου, βρήκα το εξώφυλλο-παρωδία, όπως άλλωστε είχε κάνει και ο γραφίστας που έφτιαξε την πρόσοψη του έρμου του ψιλικατζή:

Ούτε ο γραφίστας πρόσεξε την παρωδία, ούτε ο πελάτης του, μάλλον. Πάντως, δε φαίνεται να διαμαρτυρήθηκε κανείς στον ψιλικατζή, αφού, μήνες μετά, η πρόσοψη είναι ακόμα εκεί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι στη Λευκωσία περπατούν μόνο:
α) αλλοδαποί
β) εγώ
γ) ο γνωστός Cypriot celebrity Δημήτρης Τ.

6.
Το τελευταίο θέμα είναι λίγο κουλτουριάρικο: αυτό το σπίτι στη Λευκωσία συνοψίζει για μένα ολόκληρη την κυπριακή εμπειρία: συγκρότημα κατοικιών ντιζαϊνάτο, σχεδόν αυτό που λέμε ‘αρχιτεκτονιά’. Όμως, ατσούμπαλο, αφού με τον μονοκόμματο πάνω όροφο (μάλλον του ιδιοκτήτη) μοιάζει με το Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα. Επίσης: δίπλα στο κάλλος και στη δημιουργική χάρη του συγκροτήματος βρίσκεται η όλο σκόνη αλάνα όπου οι περίοικοι παρκάρουν τα αμάξια τους (και η οποία σύντομα θα χτιστεί). Επίσης: τα παράθυρα δεν έχουνε πατζούρια ενώ ένα μόνο μπαλκόνι έχει τέντες, σε μια χώρα όπου ο ήλιος βαράει αλύπητα. Μου εξήγησαν ότι τα πατζούρια είναι ντεμοντέ (κι ας κρατάνε τη ζέστη έξω από το τζάμι, αντίθετα λ.χ. με τις κουρτίνες). Τέλος: το αλουμίνιο, το κούφωμα φετίχ της ελληνικής επαρχίας και της Κύπρου, δεσπόζει φυσικά, με το πρόσχημα ενός, ας πούμε, μεταμοντερνιστικού κλεισίματος ματιού (θε μου σχώρα με).

7 (μπόνους).
Αυτή μου την καλλιτεχνική φωτογραφία την ονομάζω:

«Εσωθήκεμε, κουμπάρε!»

Καλή βδομάδα.