Το χαμένο κέντρο

Όχι, κυρία Καραχασάν μου, δε δικαιούσθε δια να εκπροσωπείτε τους «Χριστιανούς». Ακριβώς επειδή ανήκετε σε μειονότητα. Ακόμα και τον καιρό που το Χριστιανικό (ω, μπαρδόν: «Ελληνικό») έφτανε μέχρι την Ελασσόνα, είχατε δει ποτέ, λ.χ., καθολικούς αιρετούς άρχοντες να εκπροσωπούν μη καθολικούς; Όχι; Ε, ναι, αφού ήταν αιρετικοί, πόσο μάλλον εσείς που είστε και μωαμεθανίς… Έτσι πως καταντήσαμε, σε λίγο θα μας παραπονεθείτε που δε σας έβαλαν υποψήφια και σε εκλόγιμη θέση.

Ναι, κυρία Καραχασάν, το κέντρο (δηλαδή το σημάδι που αφήνει το κεντρί) εξέπεσε και χάθηκε, και το ερωτηματικό έγινε κόμμα (όχι κίνημα όμως). Τι να κάνουμε τώρα. Γίνονται αυτά. Ιδίως προεκλογικώς. Εσείς να προσέχετε άλλη φορά πώς συντάσσετε τις ξένες γλώσσες σας. Και στο κάτω-κάτω, τι δουλειά είχατε να βάλετε κοντά-κοντά τις λέξεις Ρομ, μειονότητα και Πόντιος, ε; Με άρθρα και συνδέσμους και σημεία στίξης θα παίζουμε; Ουστ ρε.

Συναισθηματισμοί, απογευματιάτικα

(στον Old Boy)

Μέσα μου η Βάσια Τριφύλλη είναι αλλόκοτα οικεία και αγαπητή σαν μορφή.

Την έχω μια για πάντα εντυπωθεί ως τη σύζυγο του Βέγγου, ζευγάρι κινηματογραφικό μαζί του σε (μια από) εκείνες τις πικρές ύστερες ταινίες του που είδα όταν ήμουν παιδί. Μια όψη με δυο μεγάλα μάτια που τη γδέρνει καθημερινά κι από λίγο η ζωή της νοικοκυράς, η φτώχεια, η στειρότητά της, η μάνα της που μισεί τον άντρα της τον σώγαμπρο. Μια ψυχούλα που υποφέρει σιωπηλά, όπως υπέφεραν και υποφέρουν εκατομμύρια γυναίκες από καταβολής πατριαρχίας και των συμπαρομαρτούντων της. Όμως υποφέρει πραγματικά αν και, παρ’ ελπίδα, αγαπάει. Αυτός ο ρόλος (ή είναι πολλοί ρόλοι; δε θυμάμαι, νομίζω είναι σκηνοθεσία Θόδωρου Μαραγκού) έχει οσμωθεί μέσα μου με το διακριτικό αλλά βαθιά υπαινικτικό παίξιμο της Τριφύλλη σε μια παρουσία όλο αδιέξοδο πόνο («άπρακτο ανία»), καρτερία αλλά και δόσιμο ταυτόχρονα.

Με έναν συναισθηματικό, ας πούμε τσαγκαρουσιάνικο, τρόπο, η ηθοποιός αυτή είναι μέσα μου δικαιωμένη. Το λέω αυτό εν πλήρει γνώσει του πόσο αφελές και κουφιοκέφαλο μπορεί να ακούγεται.

Για δημοτικά συμβούλια και τέτοια δεν ξέρω.

[φωνή αύρας λεπτής]

Ε, στον Κουκουζέλη, ρε παιδιά, και στον Rakasha.

«[…]

Κατέβηκα στη στάση, είχα χρόνια να έρθω στην πολυκατοικία που στεγάζει το µεγαλείο του πατέρα µου, όχι πως είχε αλλάξει τίποτε απ’ έξω – εκτός φυσικά από την ταµπέλα στο µπαλκόνι, που φρόντιζε πάντοτε να κρατάει ολοκαίνουργια. Στάθηκα στο πεζοδρόµιο περιµένοντας να περάσω απέναντι. Ο ιδρώτας έτρεχε ενοχλητικά στο µέτωπό µου. Ένα ανώνυµο και αθλιούτσικο σουξεδάκι που είχα πρωτοακούσει στη Σαλονίκη στον σταθµό βούιζε ενοχλητικά γύρω από το κεφάλι µου. Τα αυτοκίνητα πέρναγαν σφαίρα, κανένας κερατάς δεν µε άφηνε να περάσω. Με τους οδηγούς οδηγός, µε τους πεζούς πεζή.

[…]

Αυτό ήτανε το συνάθροισµα των αποφάσεων, στη σειρά και µε τάξη, µια κανονικότατη συνθήκη ειρήνης. Αποφάσεις, ειρήνη. Πάτησα στο οδόστρωµα. Είναι αρκετά µακριά το φορτηγάκι; Έτρεξα µέχρι τη διαχωριστική. Θυµήθηκα τον χάρτη του Bloom. Η Ευρώπη όχι των συνθηκών και των αυτοκρατοριών, αλλά των περιοχών, των λαών – ‘της ελευθερίας’, σαν να λέµε. Του πότε είναι ο χάρτης; ∆εν θυµάµαι. Πάντως σχεδιάστηκε µια εποχή «όπου οι ισχυροί υπέγραφαν συνθήκες µεταξύ τους για να υποτάξουν τους µικρούς και τους αδύναµους ή επέβαλαν τις αποφάσεις τους στους µικρούς». Μετά µού είχε µιλήσει µε θέρµη για την Πολωνία-Λιθουανία και την κατρακύλα της κάτω από τις κλωτσιές των απολυταρχικών γειτόνων της, µια πρώιµη ∆ηµοκρατία που διαµελίστηκε, µπλα µπλα… Αποφάσεις. «Οι ωραίες αποφάσεις είναι οι δύσκολες αποφάσεις», µού είχε πει ο στρουµπουλός παπάς την τελευταία φορά που εξοµολογήθηκα, ήµουνα δεκαπέντε. Τότε κατάλαβα πως ήθελε να µείνω κρίνο µέχρι τον γάµο κι ότι, αφού αυτή είναι µια δύσκολη απόφαση, είναι η ωραία απόφαση. Εξοργίστηκα και δεν ξαναπήγα. Μπορεί να εννοούσε κάτι άλλο. Όπως οι προφητείες, άλλα λένε κι αλλού το πάνε, πέρα από το προφανές. Αγρίεψα µε τον εαυτό µου που, αγκιστρωµένη στη διαχωριστική, στη µέση του δρόµου, αντί να περάσει τον δρόµο ασχολείται µε ψυχοθεολογήµατα, σαν την ξεµωραµένη τη θεια µου. Πήρα φόρα και, µε την προστασία του φύλακα αγγέλου µου, βρέθηκα επιτέλους στο απέναντι πεζοδρόµιο, µε έναν παπάρα να βρίζει και να µουτζώνει µερικούς πόντους πίσω µου: ένιωσα δυνατό στην πλάτη το ρεύµα από το Fiat του.

Στάθηκα τροµαγµένη στο πεζοδρόµιο, ακίνητη δίπλα σε ένα ατροφικό δεντράκι πρόσφατης προεκλογικής δεντροφύτευσης. Κι άλλος ιδρώτας στο πρόσωπο και στα ρούχα, της τροµάρας, αυτόν που ονοµάζουνε ‘κρύο’, αλλά για µένα ήτανε πανοµοιότυπος µε τον άλλο ιδρώτα, της κουφόβρασης, εξίσου κολλώδης. Στάθηκα εκεί. Είµαι τριάνταπέντε χρονών και δεν ξέρω ακόµα πώς παίρνουµε τις αποφάσεις. Με παρόρµηση και τόλµη, για να µετανιώσεις µετά που είχες ελλιπείς πληροφορίες; Κατόπιν ωρίµου και µακράς σκέψεως, όταν όλοι και όλα θα σε έχουνε πιέσει παντοιοτρόπως µε το κοντό και το µακρύ και το άσχετο και το κακόβουλό τους; Με το µυαλό; Με την καρδιά; Με τις ωοθήκες; (χαχά! ή είµαι φεµινίστρια ή κουρεύω αυγά!) Αισθάνθηκα µια µαλακισµένη, µια αποτυχηµένη, µια εκ πεποιθήσεως άτολµη και άβουλη, άρα ένα εκ πεποιθήσεως θύµα, µια καθ’ έξιν γεροντοκόρη. Και πάλι στο κλίµα της ηµέρας παρακάλεσα για ένα θαυµατάκι, και καλά σαν το προηγούµενο µε τη διάσωσή µου από το Fiat Dodici (τουλάχιστον θα µε σκότωνε καλοσχεδιασµένο αµάξι). Να συµβεί κάτι συνταρακτικό, να δω τον Μάνο τώρα µπροστά µου τυχαία, να γίνει ένας σεισµός, να µού πει ο πατέρας µου στο γραφείο πως στο σπίτι µας περιµένει ένας Γερµανός κι έχει σπάσει τα τηλέφωνα – αν και ξέρει µόνον τη διεύθυνση του σπιτιού στη Βενιζέλου, έστω, να µού πει ο πατέρας µου στο γραφείο πως η Ίλντικο έχει σπάσει τα τηλέφωνα γιατί µε ψάχνει εκει ένας Γερµανός, ο,τιδήποτε. Στεκόµουν εκεί ιδρωµένη, µούσκεµα δηλαδή, ταλαιπωρηµένη, πηγαίνοντας να ανακοινώσω τις αποφάσεις µου άρθρο άρθρο στον πατέρα µου.

Ένιωσα τότε ένα πολύ ψιλό, σχεδόν µουσικό αεράκι, έναν λεπτό αιθέρα να κόβει µέσα από τις µάζες του κορεσµένου υγρού και αδρανούς αέρα. Η ιδέα µου; όχι. Ήτανε τόσο ψιλό και δροσερό, τόσο ευκίνητο και λαµπερό καθώς γλιστρούσε µέσα από την παχειά κολλώδη σαπίλα που αναγκαζόταν να αναπνέει όλη η πόλη κι όλος ο κάµπος, ώστε σχεδόν είχε όψη και χροιά, µια κρυστάλλινη αλλά διαυγή, τι διαυγή, στιλπνή και καθαρή χροιά σαν αντιφέγγισµα καθρέφτη. Θα µπορούσα να πω πως ήταν ένα πάρα πάρα πολύ απαλό βιολετί. Με χτύπαγε στην πλάτη σαν ένα νήµα από σπίθες, ανατρίχιασα. Στράφηκα λιγάκι προς το µέρος του, απέναντί του, προς τα εκεί από όπου φυσούσε. Πιο καθαρό από νερό, πιο ψιθυριστό αλλά και πιο µουσικό από βοριαδάκι, ένα καθαρό αλλά αθόρυβο ‘ιιι’, σαν απόκοσµη φωνή, µια ουσία που διέσχισε τον δρόµο για να δροσίσει εµένα και µόνον εµένα. Ένα αεράκι, µε χρώµα, µελωδικό, δικό µου.

Μπήκα στην πολυκατοικία και ανέβηκα στον τρίτο.
[…]»

Κλείνοντας παρενθέσεις

… και εν όψει ΣΚ. Για τον lazopolis.

Δε μου πολυαρέσει τελικά να μιλάω για τη γλώσσα. Ο βασικός λόγος είναι ότι «στην Ελλάδα […] όλος ο κόσμος έχει γνώμη για τη γλώσσα«. Άρα ένας πάνω, ένας κάτω, δε χάλασε ο κόσμος. Στο κάτω-κάτω, η συζήτηση για τη γλώσσα στην Ελλάδα με όρους Σολωμονικής, μυθολογίας και κινέζικης Αστρολογίας γίνεται. Όταν περάσουμε από το μυθικό στάδιο στο ψευδεπιστημονικό (λ.χ. στο γλωσσικό Φενγκ-Σούι), ε, μπορεί να μπω κι εγώ στον χορό ίσως.

Ωστόσο, σε μια συζήτηση σε άλλο μπλογκ, παρατήρησε ο lazopolis το εξής:

το φαινόμενο (της «συρρίκνωσης του λεξιλογίου») (οτι οι μαθητές […] δυσκολεύονται να σχηματίσουν και τις απλούστερες των προτάσεων) είναι τόσο έντονο που δε χρειάζεται να είσαι ειδικός για να το ανιχνεύσεις

Η αιώνια συζήτηση για τη ‘λεξιπενία’, σκέφτηκα, και παρέπεμψα τους αναγνώστες στο Language Log, στο και στο βιβλίο 10 Μύθοι για τη Γλώσσα — και μάλιστα σε αυτό του το κεφάλαιο. Άλλωστε, όποιος έχει προβλήματα λεξιλογίου απλώς αντικαθιστά λ.χ. τα περισσότερα ουσιαστικά με κενά παραγεμισμάτα όπως ‘αυτό’, ‘τέτοιο’ κ.ο.κ., όπως πολλοί από όσους πάσχουν από κάποιες μορφές αφασίας, και δε ‘δυσκολεύεται να σχηματίσει και τις απλούστερες των προτάσεων’.

Δεν πιστεύω πως «οι μαθητές […] δυσκολεύονται να σχηματίσουν και τις απλούστερες των προτάσεων«, δόξα Σοι ο Θεός, ροδάνι πάει η γλώσσα τους, έξω από το σχολείο. Ούτε λεξιπενία και αφασία και αλαλία και αγλωσσία υπάρχει. Άρα όλα καλά; Όχι. Ο lazopolis έχει μια βάση σε αυτό που ισχυρίζεται.

Πρώτα-πρώτα, όντως οι μαθητές πάνε από το κακό στο χειρότερο στα Νέα Ελληνικά. Το δείχνουνε και τα αποτελέσματα των εξετάσεων. Αυτό εν μέρει οφείλεται στο ότι, όπως επισημαίνει ο J95, το ελληνικό σχολείο

Βάζ[ει] τα παιδιά να σχηματίσουν προτάσεις σε μια ξύλινη γλώσσα για ξύλινα θέματα σε περιβάλλον που τους προκαλεί από μηδενικό έως αρνητικό ενδιαφέρον και εκπλήσσονται [οι απ’ έξω] που [τα παιδιά] δεν τα καταφέρνουν.

Το παραπάνω σφάλμα ενδημεί σε πολλά εκπαιδευτικά συστήματα. Στο ελληνικό σύστημα φαίνεται να συναρτάται ιστορικά με τη διγλωσσία: χοντρικά, από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι το 1977, οι ελληνόφωνοι άλλα ελληνικά διαβάζανε κι άλλα μιλούσαν. Λίγο μετά το τέλος της καθαρεύουσας, κάποιοι λόγιοι ένιωσαν αμήχανοι με την ξαφνική απώλεια αυτής της υψηλής (στις αξιώσεις) μορφής της γλώσσας η οποία, συν τοις άλλοις, θεωρούνταν πως θα φρέναρε τη γλωσσική αλλαγή (την οποία ο Έλλην μισεί από τους αλεξανδρινούς χρόνους).

Έτσι, έπεισαν χωρίς στοιχεία και με τη δύναμη του θυμικού που σεβάζεται τους σεπτούς προγόνους πως ‘μαθαίνοντας Αρχαία το παιδί θα μάθει Νέα’. Με έναν τρόπο που παραγνώριζε τις τεράστιες διαφορές του γραμματικού συστήματος της Αρχαίας από το γραμματικό σύστημα της Νέας Ελληνικής, είδαν τα Αρχαία ως ένα ανεκμετάλλευτο, ανεξάντλητο και εκμεταλλεύσιμο χρυσωρυχείο λέξεων. Άλλωστε, η συζήτηση περί γλώσσας στην Ελλάδα, με ό,τι όρους και να γίνεται, από τη λέξη αρχίζει και στη λέξη τελειώνει.

Έκαναν λάθος. Αποτέλεσμα: τα Νέα έχουνε καταστεί ο φτωχός συγγενής, διδάσκονται λίγο, λανθασμένα και ελλιπέστατα. Απεναντίας, τα παιδιά κάνουν 89 ώρες την εβδομάδα ακατανόητα πράματα από βιβλία που απευθύνονται Κύριος οίδε τινί: είδα, λ.χ., το βιβλίο της Α’ Γυμνασίου. Στην ενότητα 12 (νομίζω), για το Θεό τους, το κείμενο αρχίζει Εγώ δε δη… Φαντάζομαι:

«δε; δη; τι είν’ αυτά ρε μαλάκα;»
«Ξέρω γω; μαλακίες».

Κοντά στα παραπάνω, τα αρχαία διδάσκονται όχι ως ξένη γλώσσα (μια ποικιλία με ένα πολύ διαφορετικό γραμματικό σύστημα κι ένα λεξιλόγιο που μόνον μερικώς αλληλεπικαλύπτεται με το δικό μας), αυτό άλλωστε θα ήτανε βλασφημία, αν και μάλλον τελέσφορο και παραγωγικό. Ως βλασφημία, ωστόσο, παραμερίστηκε. Τι μέθοδο έχουμε στη θέση του; Έλα ντε.

Κατά συνέπεια κυκλοφορεί τελικά και ο ίσως καθόλου αβάσιμος ισχυρισμός ότι τα παιδιά αδυνατούν να ανταπεξέλθουν σε προφορικά και γραπτά γλωσσικά τεστ, ότι δε δύνανται να συνθέσουν μία στοιχειωδώς συνεκτική παράγραφο, ότι αγνοούν πλήρως τη διαφορά μεταξύ κειμενικών ειδών. Το αποτέλεσμα φαίνεται να είναι το εξής: ό,τι και να γράψουν, είτε πρόκειται για έκθεση πάνω στα «κακά του καταναλωτισμού», είτε για επιστολή διαμαρτυρίας, είτε προορίζεται για αίτηση για έκδοση ταυτότητας, έχει ψευδοτυχαία ή συνειρμική δομή και κοσμείται με ρητορικές φιοριτούρες Έκθεσης Ιδεών, αυτές τις στομφώδεις και πομπώδεις συναισθηματικούρες κι ελληνικούρες που απηχούν προκάτ στρεβλές ιδέες — ό,τι αντικατέστησε τις παραδοσιακές καθαρευουσιάνικες ελληνικούρες, δηλαδή…

Στο κεφάλι των παιδιών και των έρμων, κακοπληρωμένων κι ακατάρτιστων καθηγητών πάντα, αντικαθιστώντας τα Νέα με πιο πολλά Αρχαία χτίζεται μια κοινωνία περιορισμένου γραμματισμού. Τουλάχιστον θα πρόκειται για μια κοινωνία περήφανη και αγέρωχη, που ίσως θα θυμάται το δείνα εξωτικό απαρέμφατο στην ιστορία του Δάμωνα και του Φιντία καθώς και πώς χρεμέτιζε ο Έλλην Βουκεφάλας / Βουκέφαλος στα αρχαία…

Θα μου πείτε, ε, με τόσα αρχαία θα πλούτισε τουλάχιστον το λεξιλόγιο των παιδιών. Όχι. Το λεξιλόγιο δεν είναι εξαρτήματα και ανταλλακτικά κινητού, να τα επιλέγεις και να τα κοτσάρεις όπως θες και καθάρισες. Θυμάστε τα δύο ομηρικά μου ποστάκια (αυτό κι αυτό); Αυτό ακριβώς είχανε σκοπό να παραδειγματίσουν, πως τις λέξεις δεν μπορείς, άιντε, έτσι να τις ενσωματώνεις στον γραπτό ή στον προφορικό σου λόγο γιατί σου αρέσουν, γιατί είναι όμορφες ή ακριβείς…

Συναισθηματισμοί, βραδιάτικα

Εύγε. Από αυτό το ποστ με ταρακούνησε και το παρακάτω απόσπασμα:

Είναι αλήθεια πως εμείς εδώ στα trendy blogs δεν ασχολούμαστε με ζητήματα λαϊκής καθημερινότητας, απορροφημένοι καθώς είμαστε να ομφαλοσκοπούμε μετ’ ευτελείας και να μεριμνούμε περί διεθνών προβλημάτων που είναι και πιο γκλομπάλ.

Αυτό επίσης με άγγιξε:

Υπέρ της αξιοπρέπειας αυτού του λαού.

Λίγοι καταλαβαίνουν τελικά ότι φωνάζουμε και σκούζουμε και (όταν δεν μας πιάνει απελπισία) καταφέρνουμε να υψώνουμε νηφάλιες φωνές απέναντι σε φωνασκίες και ανορθολογικά μουγκανίσματα, ότι αντιτείνουμε επιχειρήματα απέναντι σε θεωρίες συνωμοσίας και ποικίλες μωροβεβαιότητες όχι γιατί είμαστε μπλαζέ σνομπ εστέτ απάτριδες αλλά γιατί τον αγαπάμε αυτόν τον βρωμότοπο, αυτή την κωλοπατρίδα. Την αγαπάμε και την πονάμε όχι αφηρημένα κι αφ’ υψηλού: την αγαπάμε και την πονάμε και δε θέλουμε να είναι Πρυτανείο του ψέματος, αδυσώπητη τοπική υπερδύναμη και τυραννικός μηχανισμός που διαιωνίζει τη φτώχεια, την αδικία, την εκμετάλλευση.

Αγαπάμε και πονάμε και το λαό της και τους μουσαφιραίους της. Όχι γιατί είμαστε ‘Έλληνες’ κι’ Ορθόδοξοι’ και ‘Ρωμιοί Βυζαντινοί’, αλλά γιατί είμαστε άνθρωποι, και οι άνθρωποι αγαπούνε την ομάδα, το κλαν, τη φυλή, την πατρίδα τους. Οι δε Άνθρωποι αν όχι ‘αγαπούν’, τουλάχιστον πονάνε τους άλλους ανθρώπους.

Όπως είπε και ο Κονδύλης, τα ανθρώπινα δικαιώματα αφορούν τους ανθρώπους, όχι τους ‘Έλληνες’, τους ‘Ευρωπαίους’ ή τους ‘προοδευτικά και ελευθέρια ζώντες’.

Συγγνώμη για την εντελή έλλειψη ειρμού. Μια παρένθεση είναι. Αλλά μιλάω πολύ με παρενθέσεις…

Αληθολογίες

Αφορμή για αυτό που θα διαβάσετε στάθηκε ένα ποστ του J95 που σχολιάζει ένα τρίτο ποστ. Αυτό το τρίτο ποστ, αναδημοσίευση από το περιοδικό Λουκούμι, δίνει 42 εναλλακτικές ετυμολογίες ελληνικών λέξεων, παραθέτοντας σε κάθε περίπτωση την ετυμολογία προς αναίρεση που δίνει το λεξικό Μπαμπινιώτη.

Κατ’ αρχήν να επισημάνω πως δεν θα μπω στην ουσία, δηλαδή ποιες ετυμολογήσεις του Μπαμπινιώτη είναι ορθές και ποιες είναι εσφαλμένες. Ενδεχομένως κάποιες από τις 42 σταχυολογημένες ετυμολογήσεις να είναι λάθος και κάποιες από εκείνες που προτείνει ο Ε. Κριτσίνης να είναι ορθές. Προτού προχωρήσω όμως να επισημάνω πως οι πηγές που συμβουλεύτηκε ο κύριος Κριτσίνης (λ.χ. Λεξικό – Εγκ. Ήλιος του Ι.Πασσά, Λεξικό Σταματάκου, Εγκ. Μπριτάνικα, κτλ.) δε μου εμπνέουν εμπιστοσύνη. Αυτό γιατί κάποιες από αυτές είναι ξεκάθαρα αναξιόπιστες, λ.χ. ο Ήλιος του Πασσά (μα πού το θυμήθηκαν;) και απλώς αναπαράγουν παρετυμολογήσεις των αρχαίων και των βυζαντινών λογίων, ενώ οι άλλες πηγές είναι δευτερογενούς χαρακτήρα. Αυτό είναι κακό; Όχι βεβαίως, συνήθως. Εδώ όμως καταβάλλεται προσπάθεια να αναιρεθούν κάποιες από τις ετυμολογήσεις ενός καταξιωμένου μελετητή της ετυμολογίας. Φρονώ λοιπόν ότι αυτή η προσπάθεια απαιτεί τουλάχιστον κάποιου είδους πρωτότυπη έρευνα επί του θέματος κι όχι ξεπατίκωμα (όπως διαπιστώνω πως έχει γίνει αρκετές από τις 42 φορές) των αθεμελίωτων εικασιών του Σούδα / Σουίδα λόγου χάρη.

Για παράδειγμα, άμα θέλω να προτείνω μια νέα θεραπεία για την υπέρταση, με σκοπό να επικρίνω τη σήμερα κρατούσα φαρμακευτική μέθοδο, δεν πρόκειται να παραθέσω από το σάιτ ενός αρχαιοδίφη που αποθησαυρίζει τις αφαιμακτικές μεθόδους του Ιπποκράτη και του Γαληνού.

Συνεχίζω. Ας πούμε πως ο κύριος Κριτσίνης επιθυμεί να προτείνει πως οι 42 ετυμολογίες του (από όπου και αν προέρχονται) είναι οι ορθές. Ενδεχομένως να έχει να συμβάλει και το εξής στην ελληνική ετυμολογία: ότι οι ευφάνταστες παρετυμολογήσεις είναι πολλάκις / ενίοτε εγκυρότερες των επιστημονικότερα βασανισμένων. Τι έπρεπε να πράξει; Να υποβάλει τη λίστα-μελέτη του στο συριανό περιοδικό Λουκούμι; Αν και το Λουκούμι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πολιτιστικό περιοδικό, μιλάω εκ πείρας, η ενδεδειγμένη οδός θα ήταν να υποβάλει τη λίστα-μελέτη του σε ένα εξειδικευμένο περιοδικό με συντακτική επιτροπή αποτελούμενη από φιλολόγους (και ιστορικούς γλωσσολόγους). Όχι μόνο θα λάμβανε εμπεριστατωμένα και έγκυρα σχόλια από αρμόδιους (αυτή είναι η διαδικασία του «peer reviewing» — για τους αμερικανοτραφείς κομπιουτερόπαιδες), αλλά θα προσέδιδε και κύρος στην εργασία του, αφού θα κρινόταν και θα διαβαζόταν από επαΐοντες. Μην ξεχνάτε πως οι κριτές σε εξειδικευμένα ‘επιστημονικά’ έντυπα υποχρεούνται να δώσουνε το «οκέι» όχι εάν συμφωνούνε παρά, απλώς, εάν το υποβληθέν άρθρο πληροί συγκεκριμένες προδιαγραφές τεκμηρίωσης, ύφους, ευπρέπειας κ.ο.κ.

Γιατί λοιπόν στο Λουκούμι και όχι στο Journal of Greek Linguistics ή στην Επετηρίδα κάποιας Φιλοσοφικής Σχολής ή στο Transactions of the Philological Society; Για μένα η απάντηση είναι απλή όσο και οδυνηρή: όπως κανένας από τους βιβλικούς (ή μήπως «γραφικούς») ‘δημιουργιστές’ δε θα έδινε άρθρο του όπου ισχυρίζεται πως ο κόσμος είναι 6000 ετών με βάση τα απολιθώματα προς δημοσίευση στο Nature, έτσι κι ο κάθε ιδεόληπτος ερασιτέχνης δεν πρόκειται να αφήσει «ινδοευρωπαϊστές» να κρίνουν αυτόν και το ελληνοκεντρικό έργο του. Συχνά, εξισώνουν ανερυθρίαστα τους «συναδέρφους» τους με φραξιονιστές που καταπνίγουν όλες τις αντάρτικες φωνές, όπως τη δική τους, φωνές που θέλουν να κομίσουν την ασυνάρτητη γλαύκα της Γενέσεως και του Etymologicum Magnum στην Αθήνα των βιολογικών και γλωσσικών σπουδών…

Στις παρυφές της επιστήμης και της σοβαρότητας κινούνται και οι δημιουργιστές και οι ελληνεπέλληνες (σχηματίστηκε κατά το ‘λεπτεπίλεπτος’ και το ‘φαυλεπίφαυλος’) που καταφεύγουν σε αναρμόδια έντυπα ή σε μπροσούρες μαζικού σκοτισμού. Ταυτόχρονα διεκδικούν να εκπροσωπούν αυτοί, χωρίς αιδώ («δεν έχω καμία πρόθεση να κρίνω οποιονδήποτε έχει αντίθετη θέση»), χωρίς στοιχεία (η λέξη θηρίον από το «επί θηρίου βαίνω»; όπως η Πόρνη της Βαβυλώνος;), χωρίς επιχειρήματα (γιατί αήρ από το άημι κι όχι από το αείρω;), χωρίς κατάρτιση («δεν πιστοποιούν την ύπαρξη Ινδοευρωπαϊκής φυλής και κατ’ επέκτασιν Ινδοευρωπαϊκού πολιτισμού»· υπάρχει αμερικανική φυλή; υπάρχει αμερικανικός πολιτισμός; υπάρχει αμερικανική γλώσσα;) τους κλάδους της (αν)εξελικτικής βιολογίας και της ετυμολογίας, δυσφημώντας τες.

Κάθε λαός και ο σκοταδισμός του, τελικά: οι αμερικανοί με τον δημιουργισμό τους, εμείς με τους ελληνεπέλληνες. Ή μήπως ελληνεφέλληνες;

Ρίχνω τώρα το μπαλάκι στους ομότιμους, ερίτιμους και εν γένει ακαδημαϊκούς στο περιγλώσσιο να κάνουν τη νεκροτομή και αυτοψία. Τουλάχιστον των ετυμολογιών των μεζέ, φρόνησις, θρησκεία, Ιεροσόλυμα, θρίαμβος, ωκεανός, κανακάρης…

Εύστοχα κι αυτονόητα…

…όσα διαπιστώνει η sikia αφού ξαναβαφτίστηκε στα νάματα της ελληνικής τηλεόρασης, εκεί στα μαύρα ξένα (μια χαρά είναι τα μαύρα ξένα, πού να δείτε τα φωτερά πάτρια χώματα).

Μάλιστα, όχι να το παινευτώ, αλλά με είχε βάλει σε αντίστοιχες σκέψεις ένα ρεπορτάζ που είχα δει τον Αύγουστο: οι περίοικοι διαμαρτύρονταν, λέει, πως τα δέντρα που είχανε φυτευτεί για τους Ολυμπιακούς κατά μήκος της Λεωφόρου Μαραθώνος μαραίνονταν απότιστα. Αναρωτήθηκα τότε τι εμπόδιζε ένα, λόγου χάρη, φιλότιμο 5% ανάμεσα σε αυτούς τους περιοίκους να αναλάβουν οι ίδιοι (οργανωμένα ή μη) να ποτίζουνε τα δέντρα που τόσο πονάνε, με μάνικες, ποτιστήρια και — όπου αναγκαίο — και κανα βυτιοφόρο.

Αλλά ξέρετε, δίπλα στο κλισεδάκι «πού είναι το κράτος», έχουμε πρόχειρο πάντα το «δεν είμαστε λαός». Και γλείφουμε πότε το ένα και πότε το άλλο, σαν τη βλαμμένη τη γάτα που γλείφει λίμες, κατά το αισώπειο.

Σπουδή στο πορφυρό

Ο πολύ ενδιαφέρων (και πολλές φορές απολαυστικός) Κύπριος μπλογκάς Φιρφιρής — ο οποίος, σημειωτέον, σερβίρει και πατσά — αναρωτιέται σε δύο ποστ του τι έχει πάθει ο κόσμος και δε θέλει σχέσεις καθώς και τι έγινε και εξαφανίστηκε ο έρωτας (και η ποίηση) από τις σχέσεις. Δεν ξέρω εάν συμφωνώ με αυτά του τα συμπεράσματα — μάλλον διαφωνώ — αν και είμαι πολύ χαρούμενος που έγιναν αφορμή να δούμε φωτογραφίες του Μαγιακόφσκι και να διαβάσουμε ένα απόσπασμα από το “στων σπονδύλων το φλάουτο” του ποιητή.

Δεν ξέρω εάν συμφωνώ πως χάθηκαν οι σχέσεις και ότι χάθηκε κι ο έρωτας — άρα και η ποίησή (του). Όμως αυτά τα δύο ποστάκια με έβαλαν σε σκέψεις. Γιατί υπάρχει, βεβαίως, βάση για αυτά που συμπεραίνει ο Φιρφιρής. Τι γίνεται, άραγε;

Νομίζω πως τίποτα δε χάθηκε. Λέω «νομίζω», δεν είμαστε εδώ για να καταθέτουμε βεβαιότητες και αδιαμφισβήτητες ‘πραγματικότητες’. Νομίζω πως τίποτε δε χάθηκε, λοιπόν. Απλώς πως επήλθε ο (για αιώνες πολυπόθητος για πολλούς ) διαχωρισμός έρωτα, σεξ και σχέσης / γάμου. Κοινώς, μπορούμε πια να έχουμε μόνον ένα ή δύο από τα παραπάνω· νοείται λ.χ. έρωτας χωρίς σχέση / γάμο (αλλά έτσι δεν ήτανε πολλές φορές ήδη και από τον καιρό των τροβαδούρων;), νοείται λ.χ. σεξ χωρίς έρωτα και σεξ χωρίς σχέση / γάμο (ευτυχώς, αρκετή αποξένωση υπάρχει στον κόσμο), νοείται και έρωτας χωρίς σεξ (μα κι αυτό είναι παλιό, δεν το ποθούσαν διακαώς ‘nos ancêtres les byzantins’;), νοείται και σχέση χωρίς έρωτα και χωρίς (σπουδαίο) σεξ. Τέλος, ένα από τα δώρα του 20ου αιώνα στην ανθρωπότητα, νοείται έρωτας και σεξ χωρίς σχέση / γάμο. Εν ολίγοις, όλοι οι συνδυασμοί παίζουν πια.

Άρα τι; Όλα ρόδινα; Όχι φυσικά. Υπάρχουν δύο ακόμα παράγοντες: πρώτον, η σχέση / γάμος δεν αποτελεί πια αυτοσκοπό, ένα θέσμιο που πρέπει να διαφυλαχτεί με κάθε μέσο — ιδίως αν η εναλλακτική λύση (έρωτας και) καλύτερο σεξ την παραφυλάει στη γωνία. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως οι άνθρωποι έχουνε γίνει πολύ πιο ειλικρινείς σχετικά με το τι θέλουν και το τι έχουν μπουχτίσει — παραμένουν ωστόσο πάντοτε άνθρωποι: πληγώνονται, τραυματίζονται και γδέρνεται η καρδούλα τους εξίσου εύκολα με τον καιρό των τροφοσυλλεκτών προγόνων μας και έκτοτε…

Ο δεύτερος παράγοντας; Ως άνθρωποι είμαστε μαξιμαλιστές: θέλουμε το καλό σεξ να προοιωνίζει, να εξυπακούει ή να συγκεφαλαιώνει έρωτα Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ. Θέλουμε ο έρωτας να εξασφαλίζει μια άρτια συντροφική και μακροχρόνια σχέση. Θέλουμε μια μακροχρόνια και σταθερή, και τρυφερή κιόλας — ίσως, σχέση να είναι κεντημένη από σεξ που ανέρχεται από δυνάμεως εις δύναμιν, από το καλό στο καλύτερο. Τα θέλουμε όλα. Γιατί παραμένουμε πάντοτε άνθρωποι. Εάν μάλιστα είμαστε και (μετά Καλβίνον) χριστιανοί, έχουμε και την εξής επιπλέον απαίτηση: θέλουμε το σεξ να συγκεφαλαιώνει και να αντανακλά τη ζέση του έρωτα, που θα τροφοδοτεί έναν άρτιο και συντροφικό γάμο, ο οποίος θα μας πάει στον Παράδεισο εντέλει.

Είμαστε δεν είμαστε χριστιανοί, τα θέλουμε όλα μαζί, θέλουμε το Απόλυτο· δε θέλουμε να είμαστε πρακτικοί (άρα ‘μίζεροι’): «από δω η γυναίκα μου κι από δω το αίσθημά μου». Γι’ αυτό και αγωνιούμε, απογοητευόμαστε και αποκαρδιωνόμαστε: γιατί το σεξ ξεφτίζει, ο έρωτας μεταλλάσσεται ή σβήνει, τη σχέση την κόβει ο πάντα απρόβλεπτος βίος και ο πάντα ενοχλητικός θάνατος. Συν του ότι ο έρωτας Νερούδα-Μαγιακόφσκι-Πρεβέρ-Ελυάρ είναι λαχείο και όχι αυτόματο πολιτικό δικαίωμα, όπως η ψήφος. Χώρια και το ότι το σεξ (ας λένε ό,τι θέλουν όσοι δεν ξέρουν) είναι ταλέντο είναι και μαθητεία είναι και λαχείο — όπως, ας πούμε, το τραγούδι: καλό και άγιο το ταλέντο, αλλά απαραίτητη και η μαθητεία, άσε που είναι και λαχείο τι θα σε βάλουν να τραγουδήσεις, με ποιον και πού…

Όπως, ας πούμε, η ποίηση. Και μια και λέγαμε για ποίηση, κάποτε ερωτεύτηκα έτσι:

῝Εν μὲν ἔαρ ἐν ὥραις, εἷς δ’ ἥλιος ἐν ἀστράσιν, εἷς δὲ
περιέχων ἅπαντα οὐρανός, μία δὲ φωνὴ κατὰ πάντων ἡ σή

(Γρηγόριος Θεολόγος)

Και κάποτε έτσι:

Le tendre et dangereux
visage de l’amour
m’est apparu un soir
après un trop long jour
C’était peut-être un archer
avec son arc
ou bien un musicien
avec sa harpe
Je ne sais plus
Je ne sais rien
Tout ce que je sais
c’est qu’il m’a blessée
peut-être avec une flèche
peut-être avec une chanson
Tout ce que je sais
c’est qu’il m’a blessée
blessée au coeur
et pour toujours
Brûlante trop brûlante
blessure de l’amour.

(Jacques Prévert)

Η μνήμη και η διαχείρισή της

Σας παραπέμπω σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Θεσσαλονίκης, δυστυχώς στα αγγλικά. Το ίδιο το θέμα είναι ελλιπώς ερευνημένο αλλά εξαιρετικά μεγάλης σημασίας, ενώ οι συγγραφείς το μελετούν χωρίς φωνασκίες αλλά, μου φαίνεται, πολύ διεισδυτικά, διακριτικά και ακριβοδίκαια. Να συμπληρώσω εν παρόδω πως είναι γνωστή η ιδιαίτερη έφεση του ελληνικού λαού στο άθλημα της επιλεκτικής μνήμης και της επιβολής της, πάντως.

Το άρθρο από εδώ.

Επίμετρο, 11 Σεπτεμβρίου
Δε φαίνεται δυστυχώς να ξανανεβαίνει το πλήρες κείμενο του άρθρου για την καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της Σαλονίκης στο συγκεκριμένο μπλογκ. Ζητώ συγγνώμη από τους αναγνώστες για την ταλαιπωρία.

Επίμετρο ΙΙ, 12 Ιανουαρίου 2007
Τελικά το άρθρο ξανανεβαίνει σε δόσεις εδώ.