Cum grano salis

Δεν ξέρω εάν τα διαβάζετε τα ψιλά. Εκεί δηλαδή όπου εναποτίθενται οι χαμένες υποθέσεις και τα μακρινά επίκαιρα. Όταν ήμουνα δεκάξι (ή κάπου εκεί) διάβασα στα ψιλά για έναν Πολωνό μετανάστη, από τους πρώτους τότε, Σταβομίρ Ζιμάνσκυ τον έλεγαν, που είχε κρεμαστεί σε ένα ελληνικό κρατητήριο. Οι λεπτομέρειες, δεν είναι του παρόντος, αλλά με είχανε τόσο συγκλονίσει, που ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα. Αλλά αυτά είναι για άλλα τσακάλια, όχι για τον κακομοίρη τον Σραόσα. Αφήστε που μετά ακολούθησαν ορδές αντιθέων Αλβανών, μαύροι που βρίσκουνε σε νάρκες μέσα στη σιωπή του Έβρου και μαυριδεροί που πνίγονται και ξεπαγιάζουν έξω από τα νησιά του γαλανού Αιγαίου. Κύλησε νερό στο αυλάκι, δηλαδής (μετά το σουξέ του ‘άραγες’, λέω να τους γενικεύσω λιγάκι αυτούς τους διαλεκτικούς τύπους).

Μού έμεινε ωστόσο το κουσούρι των ψιλών. Διαβάζω λοιπόν στα ψιλά πως ο βαρύς μηχανισμός που κινεί το ρολόι ‘Κυπριακό’, στραβωμένος και σκουριασμένος ξαναμπαίνει σιγοτρίζοντας σε κίνηση. Χρίιιιτς, σκρουντς-σκρουντς-σκρουντς, γκζζζζζζνταπ. Επειδή θέλω να σάς κρατάω ενήμερους και ανήμερους, να σας πω δυο-τρία πραγματάκια που δε χωράνε στα ψιλά. Θα σας παρουσιάσω δύο σενάρια, με στοιχεία για το καθένα από πρώτο χέρι, αφήνοντάς σας να σχηματίσετε γνώμη μόνοι σας. (Άλλες πηγές: Δρουσιώτης, Γιώργος Στρατής, και το Cyprus Conflict, για μια πιο συστηματική θεώρηση)

Η ερώτηση που κανείς μα κανείς δεν θέλει να ρωτάει στην νότια / ‘ελεύθερη’ Κύπρο είναι και η πιο σημαντική: γιατί ψήφισαν οι Ελληνοκύπριοι ‘όχι’ στο δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου 2004; Αν και κανείς δεν θέλει να θέτει αυτή την ερώτηση, ακριβώς επειδή είναι σημαντική, συνήθως ωστόσο απαντάται χωρίς καν να τεθεί ως εξής: «Ναι στη λύση, όχι στο σχέδιο Ανάν.» Μια τέτοια θέση αποτελεί είτε, τουλάχιστον, οξυμωρο σχήμα είτε κρύβει κάτι. Οξύμωρο σχήμα, εφόσον το σχέδιο αποτελεί επιτομή των διαπραγματεύσεων από το ’74 και μετά, υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (του μόνου διαύλου μέσα από τον οποίο οι Ελληνοκύπριοι θεωρούν ότι μπορεί να περάσει η διευθέτηση) αλλά και της ΕΕ (πράγμα που κουκουλώθηκε τεχνηέντως στην Κύπρο). «Κρύβει κάτι», την αντίληψη πολλών (πάρα πολλών) Ελληνοκυπρίων πως λύση συνεπάγεται επιστροφή στην 19η Ιουλίου 1974 (οι Ελληνοκύπριοι στα σπίτια και τις μπίζνες τους και οι Τουρκοκύπριοι στα μαντριά / θύλακες) ή ένα κράτος όπου η κεντρική κυβέρνηση θα είναι αρκετά ισχυρή μόνον εάν ελέγχεται κατά πλειοψηφία από τους Ελληνοκύπριους ώστε να έχουνε τη δυνατότητα να επιβάλλουν πάντοτε τη θέλησή τους.

Γιατί λοιπόν το ‘όχι’; Υπάρχουνε βασικά δύο σενάρια:

α. Η ελληνοκυπριακή κοινωνία είναι άρρωστη. Γνωρίζοντας πως μία «λύση» σαν αυτές που σκιαγράφησα πιο πάνω είναι ανέφικτη, προτιμάται η μη λύση και η διαιώνιση του ανώμαλου μεν, ποικιλότατα δε συμφέροντος (λ.χ.: η νόμιμη εκπροσώπηση της νήσου βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια των Ελληνοκυπρίων) και προσοδοφόρου (από πού να αρχίσει κανείς…) status quo. Κάτι τέτοιο έχει διαγραφεί καθαρά από κάποιες δημοσκοπήσεις, δυστυχώς κυρίως ανάμεσα στις νεώτερες ηλικίες. Πέραν των ρητορικών, βασικό επιχείρημα κατά του ‘Ναι’ στο δημοψήφισμα σε πηγαδάκια και καφενεία ήτανε πως θα κοστίσει λεφτά, θα προκαλέσει κοινωνική αναταραχή, θα οδηγήσει υπαλλήλους και αξιωματικούς στην ανεργία (αναληθής, όμως διαδεδομένη αντίληψη), θα είναι οι τουρίστες ελεύθεροι να πάν «από κει», που είναι και πιο ωραία κ.ο.κ. Αυτή η στάση εκφράστηκε περίφημα στο εξής ελάχιστα δημοσιοποιημένο (πλην όμως καταγεγραμμένο) περιστατικό: όταν αντιπροσωπεία προσφύγων παρακάλεσε τον Πάφου Χρυσόστομο να υποστηρίξει το ‘Ναι’, ο επίσκοπος τους επιτίμησε που χαλάνε τον κόσμο για μερικά «παλιοχώραφα» (και όχι, λ.χ., ‘βωμούς και εστίες’), τάζοντας να τους παραχωρήσει όσα θα έχαναν, εάν επικρατούσε το ‘όχι’, από τα περιουσιακά της Μητροπόλεώς του — το οποίο και δεν έπραξε. Εάν αυτά ισχύουν αυτούσια, το κυπριακό δεν θα λυθεί ποτέ, εν όσω οι Ελληνοκύπριοι θα καλούνται να αποφανθούν με δημοψήφισμα.

β. Η ανηλεής προπαγάνδα και η εκτενής (αλλά ανθρώπινης κλίμακας) τρομοκρατία στην οποία οι εθνικιστικές δυνάμεις και οι κυβερνώντες υπέβαλαν τους Ελληνοκυπρίους πανικόβαλαν, αποπροσανατόλισαν και παραπλάνησαν τους ψηφοφόρους. Αυτό διευκολύνθηκε πολύ από την επίτηδες μη διαπραγμάτευση (όσο και εάν φωνασκούν περί του αντιθέτου) εκ μέρους της κυπριακής κυβέρνησης στα τελικά στάδια, καθιστώντας το σχέδιο λιγότερο ‘ελκυστικό’. Πριν το δημοψήφισμα προηγήθηκαν στο νησί διάφορα, όπως:

η διαρκής υπογράμμιση του πόσα λεφτά θα κοστίσει η λύση και συγκεκριμένα η ανοικοδόμηση της κλειστής πόλης Αμμοχώστου (εσκεμμένα, διότι οι περί τους 80.000 Αμμοχωστιανοί, που θα επέστρεφαν πρώτοι στις 15 Αυγούστου 2004, θα αποτελούσαν την αιχμή του δόρατος του ‘Ναι’),

κυβερνητικές εγκύκλιοι όπου οι δημόσιοι υπάλληλοι καλούνταν να δηλώσουν εάν ενδιαφέρονται να υπαχθούν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση, όπου και επισημαινόταν (ψευδώς) πως δεν υπήρχαν εγγυήσεις ότι δε θα βρεθούνε στον δρόμο. Φανταστείτε τι σημαίνε αυτό στη χώρα με τον μεγαλύτερο δημόσιο τομέα στην ΕΕ!

η κυκλοφορία φημών πως οι Ελληνοκύπριοι θα έπρεπε να καταργήσουν τις θρησκευτικές αργίες τους…

το ξυλοκόπημα μαθητών των οποίων οι γονείς έγραφαν υπέρ του ‘Ναι’ στις εφημερίδες,

η συστηματική διαστρέβλωση των προνοιών του σχεδίου για τις περιουσίες,

η μη κυκλοφορία του σχεδίου ευρέως (με το ψευδές πρόσχημα πως ήταν 9000 σελίδες, ενώ είναι γύρω στις 200),

η απροκάλυπτη φίμωση του ‘Ναι’ και ο αποκλεισμός των υποστηρικτών του ‘Ναι’ από τα κανάλια: τα δύο κρατικά, το Σίγμα (συμφερόντων ελληνοκυπρίων πολιτικών), του Μέγκα (συμφερόντων Εκκλησίας) και του Αντέννα (τρέχα γύρευε),

ο υστερικός τονισμός του δικαιώματος της Τουρκίας να επέμβει (με 600-τόσους στρατιώτες στην τελική φάση έναντι 900-τόσων Ελλήνων, χωρίς βαρύ οπλισμό, εάν φυσικά οι Ελληνοκύπριοι είχανε σκοπό να ξανασφάξουν),

το δόγμα πως μόνο μία παρελκυστική πολιτική (βλέπε τακτική Ντενκτάς) θα τελεσφορούσε, και μάλιστα στη μετά την ένταξη εποχή. Ο Παπαδόπουλος είχε δηλώσει πως πολλές ευκαιρίες για λύση θα εμφανίζονταν, και πριν τις 17 Δεκεμβρίου 2004. Όταν του το υπενθύμισαν (μετά τις 17 Δεκεμβρίου 2004), αρνήθηκε πως είχε ποτέ δηλώσει κάτι τέτοιο. Εάν αντέχετε, δείτε και το δακρύβρεχτο διάγγελμά του εν προκειμένω και σχηματίστε εσείς γνώμη,

και άλλα πολλά.

Εάν αυτό το σενάριο ισχύει, το κυπριακό δεν θα λυθεί ποτέ, εν όσω οι ίδιες δυνάμεις διαφεντεύουν στην ελληνοκυπριακή πλευρά.

(Αυτή τη φορά δεν θα επιτρέψω σχόλια εδώ, όμως καλοδεχουμενες όποιες σκέψεις σας στο ιμέιλ μου. Ελπίζω πως αυτό το μέτρο θα αποθαρρύνει μερικές λιγότερο σοβαρές αντιδράσεις.)

Να σας κάνω μια ερώτηση;

(προσοχή: η παρούσα καταχώριση αποτελεί ανεπίσημη δημοσκόπηση)

1. Εκτός από γραφιάδες (με την ευρεία έννοια), εκπαιδευτικούς (πάσης φύσεως) και αρχιτέκτονες, γράφει κανείς άλλος μπλογκ στα ελληνικά; Είναι κανένας συμπλογκιστής μας λ.χ. έμπορος; δακτυλογράφος; νοικοκυρά; γιατρός; Αυτό τι να σημαίνει, άραγες; Aπαντήσεις στα σχόλια.

2. Εμείς κι εμείς διαβάζουμε όσα γράφουμε, nicht wahr?

Αυτά τα ρωτάω από ανασφάλεια, προτού μ’ αρχίσετε στα σοπάκια. Δικό μου είναι το πρόβλημα.

Άντε, τα λέμε (να μην απευθυνθώ στον καθένα σας ονομαστικώς, και ταραχτείτε).

Το παράπονο του βλάχου (;)

Συγγνώμη που επανέρχομαι στο καπάκι (it never rains but it pours), αλλά έχω παράπονα από τη Σώτη Τριανταφύλλου. Κι επειδή είμαι πιστός αναγνώστης της, ελπίζω να μην παρεξηγηθώ: δεν ενυπάρχει εμπάθεια σε όσα θα πω, μόνον απορία και διαφωνία.

Λοιπόν, η Τριανταφύλλου σιχαίνεται την Αθήνα. Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Όμως στο Athens Voice προ-ολυμπιακώς μάς αιτιολόγησε την αντιπάθειά της παραλληλίζοντας την πόλη (αδίκως, φρονώ) με την Τεχεράνη, μιλώντας για δημόσια έργα κολλημένα με ούχου (οψόμεθα) και εν γένει τριτοκοσμικά χάλια (όπως το μετρό της Ρώμης και τα παρισινά banlieu / ‘λέγε με Κάιρο’, λόγου χάρη;).

Μας ξαναμίλησε για την αντιπάθειά της πιο προσωπικά (άρα χωρίς να χωράν εδώ σχόλιά μου) σε μία εξαιρετική συνέντευξη στην ΕΡΤ.

Δυστυχώς (για μένα) επανήλθε σήμερα, πάλι στο Athens Voice (δεν το ανέβασαν ακόμα το κομμάτι στο Δίκτυο), λέγοντας πως η Αθήνα είναι χωριό κι όχι μεγαλούπολη, εν ολίγοις γιατί τη Μεγάλη Εβδομάδα όλοι (μπα;) συμμετέχουν στο οργανωμένο πένθος, ένα πένθος το οποίο και για μένα είναι εξίσου ορεκτικό με το κρύο αρνί τρεις μέρες μετά το Πάσχα… Επίσης, κατά την Τριανταφύλλου, οι γιορτές του Πάσχα θυμίζουν σχολείο-κατασκήνωση-στρατό, όπου όλοι τρώνε και εύχονται πανομοιότυπα, όπως ορίζει η βλαχοσύνη τους.

Διαβάζοντάς αυτό το τελευταίο θυμήθηκα το Λονδίνο: Χριστούγεννα και τα πάντα κλειστά, νεκρά κι ακίνητα. Γιατί; τρέξαν όλοι σούμπιτοι στο μαιευτήριο Bethlehem τρέμοντας με δέος ενώπιον της γέννησης του Θεανθρώπου; Και γιατί και οι ινδουιστές και οι Σιχ και οι μουσουλμάνοι κλειδαμπαρώνουν; Και γιατί κόβονται οι συγκοινωνίες; Και γιατί σχεδόν η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται στο πλέον πλήρως ακατανόητο Boxing Day (26 Δεκεμβρίου); Και γιατί εύχονται «Merry Christmas»; Ποια χαρά, ποιος Χριστός, ποια λειτουργία; Πλάκα κάνουμε; (Χώρια που τα Χριστούγεννα αποτελούνε μείζονα μηχανισμό ψυχοκαταπίεσης του μέσου Εγγλέζου). Για να μη μιλήσω για την κατάσταση που επικρατούσε στο Λονδίνο, όπως και σε ολόκληρη τη νήσο Βρετανία, μέχρι πολύ πρόσφατα με την ιερότατη Κυριακή αργία, όταν οι παμπ δεν άνοιγαν και τα τραίνα (όταν κυκλοφορούσαν) έφευγαν ανά ώρα…

Πασχαλιάτικα

Η Κατ. μάς επικαλέστηκε, οπότε κι εγώ (τουλάχιστον) εμφανίζομαι.

Ήθελα να γράψω κάτι αναστάσιμα, κυρίως για να τη σπάσω σ’ αυτούς που νομίζουν πως η Ορθοδοξία είναι η μόνη, γνήσια και «πανυπερτέλεια» (ωραία λέξη, ε; την ανέσυρα από γραπτά του Τρεμπέλα, που για χρόνια — πριν την εμφάνιση των παπαδιαμαντικών ζησιμομακρυγιάννηδων, των ποπ υπαρξιστών και των άρτι νικοδημικών υπεργεροντάδων — αποτελούσε την κατ’ εξοχήν φωνή της Ορθοδοξίας) εκδοχή της χριστιανικής πίστης. Αλλά μπα, ας αφήσω πασχαλιάτικα τις πολεμικές.

Άσε που από ό,τι βλέπω, οκέι, εντάξει, τις παραγράψαμε τις αθλιότητες του ανώτερου κλήρου, ορατές και αόρατες. Οπότε, τι να ασχολούμαι κι εγώ με αυτά, ε;

Κοιτώντας πίσω από την εθιμοτυπία των ημερών και την ουσία των ημερών («ινατί με εγκατέλιπες;» — πότε θα πάψει να με ανατριχιάζει;), μελετούσα το υπόβαθρο της καθημερινότητάς μας. «Και τι κατάλαβες;», θα μού πείτε. Τα εξής, τα οποία θα θέσω συνοπτικά (νυστάζω γαρ) και με παραδείγματα:

α. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει σοβαρότητα. Ενδεχομένως γιατί η μνήμη μας είναι κομματάκι μυωπική. Σοβαρός μπορείς να είσαι μόνον άμα θυμάσαι, κυρίως τα ρεζίλια σου. Παράδειγμα: χαιρέτησα κάποτε μία φίλη αισθητικό μπαίνοντας στο μαγαζί της και γκαρίζοντας: «Τι κάνεις; μαδάς καμμιά ταλαίπωρη;» Χοντράδα κι έλλειψη σοβαρότητας. Ελληναριό που πάντοτε στηλίτευα (υποκριτικώς, κατά τα φαινόμενα). Όντως, όμως, εκείνη την ώρα μάδαγε μια ταλαίπωρη. Χαντακώθηκα, το βούλωσα (κατάπια τη γλώσσα μου, πιο συγκεκριμένα), το θυμάμαι και εν τέλει σοβαρεύτηκα. Όπερ εστί μεθερμηνευόμενον…

β. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αιδώς, ντροπή, τσίπα. Μπορεί κάποιος να βγει στην τηλεόραση και να βρίζει τους Εβραίους χυδαία αλλά κανείς δεν θα του αφαιρέσει το μικρόφωνο, να του ρίξει πέντε φάσκελα και να τον στείλει πίσω στον Τάρταρο με τον θείο του τον Αδόλφο. Μπορεί κάποιος να ψεύδεται δημοσία…, αλλά κανείς… Μπορεί… αλλά… Μπορεί… Μπορεί…

γ. Στην Ελλάδα όλες οι γνώμες είναι ισοβαρείς. Η άποψη του ειδικού είναι εξίσου έγκυρη με τη δική μου, άρα αλληλοεξουδετερώνονται εάν τα διανύσματά τους είναι αντίθετα, η θέση του σεισμολόγου αντισταθμίζεται αυτοδικαίως από αυτήν του χ-ψ-ω. Ο Ζάχος Χατζηφωτίου και η Σουζάνα Αντωνακάκη είναι αυθεντίες επί της πλατείας Κολωνακίου εξίσου. Φυσικώ δικαίω. Δεν λέω πως δεν μπορεί ο μη ειδικός να έχει γνώμη, αλίμονο. Ναι, μπορεί ο μη ειδικός όντως να φρονεί πως η ελληνική γλώσσα ήρθε πάνω στον δίσκο της Φαιστού από τον Σείριο, τα Κράβαρα ή το Τσουμποτσάμπο. Αλλά ο γλωσσολόγος και η γνώμη του (και δη όταν θεμελιώνεται στη σχετική έρευνα κι όχι στις ιδιωτικές πεποιθήσεις του για τους εξωγήινους και τον Αγαθάγγελο) θα έπρεπε να έχουνε περισσότερο βάρος στη συνείδηση των πολλών. Αλλά μπάαα…

Αυτά, πείτε μου τι σκέφτεστε.

[Το παιχνίδι με τα στρωσίδια]

Στην helion και στη mor, για τη θεσπέσια αχλύ και την αναψυχή που μας χαρίζουν.

» […]
Έξω από το παράθυρο µια συννεφιά σαν ξέπλυµα λερωµένο µε άσπρη τέµπερα απλωνόταν και λέρωνε τον λουλακί ουρανό. Δε φαινόταν ούτε ένας ίσκιος έξω από το παράθυρο, µόνον απαλά χρώµατα Vermeer.

Thr

Κατάφερα να σηκωθώ για να βάλω λίγη µουσική, θεόρατη µητέρα στους ουρανούς που κυβερνά / ήλιους και φεγγάρια ηλεκτρικά και ξαναχύθηκα στο κρεβάτι. Άκουγα προσεκτικά, µην έχοντας µε τι άλλο να ασχοληθώ και σιγά-σιγά αναδύονταν µέσα από τη µουσική σούπα τα διάφορα όργανα, σαν καρότα, πατάτες, κρεµµύδια και µανιτάρια ψιλοκοµµένα, η κιθάρα παίζοντας τα δικά της παράλληλα µε το µπουζούκι και κάτι που πρέπει να είναι το πάντοτε άπιαστο µπάσσο. Άπλωσα το χέρι στο γραφείο και πήρα ακόµα ένα µανταρίνι, τα καλά των µικρών δωµατίων. Ωραίο είναι αυτό. Αποκαρωµένη στη γλυκειά νωθρότητα µόνο που δεν αποκοιµήθηκα πάνω στο ωραίο στρωσίδι µου, που το αισθανόµουνα δροσερό εκεί που άγγιζε το δέρµα µου και, όταν ζεσταινόταν, απλώς µετακινούσα λίγο το χέρι ή το πόδι ή τη µέση µου για να απλωθώ προς δροσερές ακόµα επιφάνειές του. Αυτό το παιχνίδι µε τα δροσερά στρωσίδια το παίζω από µικρή, όταν µε άφηναν µόνη µου στα σκιερά δωµάτια τα καλοκαιρινά µεσηµέρια ελπίζοντας πως θα κοιµηθώ για να ησυχάσουνε κι αυτοί. Θυµάµαι το ντιβάνι στο καµαράκι και το πράσινο κάλυµµά του µε σιέλ λαχούρια. Εγώ ξάπλωνα εκεί, βαριεστηµένη περιεργαζόµουνα µε πολλή προσοχή τα λαχούρια ελπίζοντας πως έτσι θα περάσει η ώρα και θα σηκωθούνε οι µεγάλοι για καφέ ή ότι στο µεταξύ θα µε πάρει ο ύπνος. Άπλωνα ταυτόχρονα προσεκτικά τα χέρια και τα πόδια µου ώστε το δέρµα µου να αγγίζει µέρη του στρωσιδιού ανέγγιχτα κι άρα δροσερά µέσα στο πνιγηρό καλοκαίρι. […]»

φωτογραφία: Γ. Παπακώστας

Αιρετοί άρχοντες

Αντιγράφω (από μνήμης) την προσφώνηση του Νομάρχου Θεσσαλονίκης προς μέλη διεθνούς συνεδρίου τα οποία δεξιώθηκε στους ωραιότατους κήπους της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης την περασμένη βδομάδα:

I am obliged to welcome you to Thessaloniki. I hope you are enjoying the Pontian [sic] hospitality.

[Παύση 5»]

If you don’t know what ‘Pontian’ means, look at your history books. Thessaloniki is the most romantic city in the world. If you go down to Tsimiski Street, you will see the most beautiful women. Thank you very much and good work with your conference. [Exit]

Όλοι κοιτούσαν αποπληκτικά, μερικοί προσπαθούσαν όμως να χαζογελάσουνε ταυτόχρονα. Πάντως, για να μη φανώ τελείως διανοούμενο σκουλήκι, ε, ναι: οι Σαλονικιές έχουν ωραία πόδια και ωραιότερο αέρα. Τώρα, όσον αφορά την ορολογία (βλέπε και το τελευταίο ρακασικό σχόλιο αυτής της καταχώρισης), ας μην είμαστε και πλεονέκτες, να ‘μαστε και λογικοί…

Θέλω να δω τον Πάπα

Αν και δεν είμαι φαν του (και ποιανού είμαι, τέλος πάντων), συνιστώ το κάτωθι άρθρο του Πρετεντέρη από το σημερινό Βήμα (συνυπάρχει με μια μίνι συνέντευξη του Ψωμιάδη στο περιοδικό τους, αλλά μην αρχίσω πάλι την γκρίνια): σαφής, ισορροπημένη και κριτική δημοσιογραφία, με προεκτάσεις κιόλας.

Ατελής έπαινος Δημήτρη Παπαϊωάννου

Πέρασε ο καιρός, ασχολούμαστε με όλα όσα ασχολούμαστε (και τα οποία πια δεν θέλω να ξαναπαριθμήσω, ας είναι καλά η τηλεόραση και όσοι μπλογκιστές την αναπαράγουν άνοστα και πειθήνια). Ξαναμίκρυναν όλα, ξαναευτελίστηκαν, μέχρι κι εγώ επαναλαμβάνομαι. Οι συμπαθείς (;) φιγούρες του θεάτρου σκιών (το οποίο κάποιοι επιμένουνε να αναγορεύουν σε εθνικό αρχέτυπο και τοτέμ) πιάνουν όλον τον χώρο που τους δίνεται, όπως τα αέρια.

Απόψε έτρωγα ψαράκι βλέποντας τα ‘Αρίων’. Κακώς, μου έχει τώρα στραβοκάτσει. Βλέποντας κάτι παιδιά να αναδύονται από λεκάνες (με περμαγγανάτο; ποιος ξέρει) θυμήθηκα τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, του οποίου το έργο αυτά τα καμωματάκια μάταια απηχούν.

Ελάχιστα έχουμε κατανοήσει το μεγαλείο και ακόμα λιγότερο αισθανθήκαμε την ομορφιά της Τελετής Έναρξης, ή το λοξό χαμόγελο (που λέει κι ο Μπακιρτζής) της Τελετής Λήξης (και τη γενναία, αν και επίσης λοξή, ανάδυση των Ρομά / Τσιγγάνων στη δημόσια συνείδησή μας εξ αιτίας της). Ακόμα λιγότερο μας άγγιξαν. Εγώ πρώτος (από τους πρώτους, τέλος πάντων) είμαι αυτός που αποστρέφεται το μύθευμα της συνέχειας του Ελληνισμού, και δη ως αλυσίδας αδιάσπαστης και όχι ως διαρκούς επανεφεύρεσης. Αλλά μακάρι όσοι το πρεσβεύουν κιόλας αυτό το μύθευμα να μπορούσανε να πλάσουν κάτι από τη ζώσα και μαγευτική ομορφιά που είδανε τα μάτια μας τη 13η Αυγούστου 2004.

Όσες φορές κι αν ξαναδώ την Τελετή Έναρξης, δεν μπορώ να μη μαγευτώ, να μην ταραχτώ, να μην παραλύσει το σαγόνι μου με δέος. Ήταν ένα γεγονός αρθρωμένο από προσωπικές επιλογές, καλλιτεχνικό γεγονός δηλαδή, σε καμμία περίπτωση γενικό κι αόριστο σόου φιεστικών προδιαγραφών: εξ ου και οι ρεμπέτες, ο Έρωτας, οι τυμπανιστές, η έγκυος, το DNA κι άλλα πολλά… Κι ας χλεύαζαν κάποιοι τσιμεντοκέφαλοι πως μας πλάνταξε στα τσαρουχικά γούστα του και τους γκέι εκλεπτυσμούς. Κι ας μην τα πιάσαμε όλοι όλα. Κι ας μην ανέβηκε το ικρίωμα της Μπιορκ.

(Δεν υπάρχει τρόπος να πω με λόγια τι έγινε εκείνη τη βραδιά: Ναι, τζάμπα έκατσα να γράψω απόψε.)

Όπως κατάλαβαν πολλοί, το περιεχόμενο της τελετής ήταν σύνθετο και βαθύ (πόσες φορές έχει συμβεί αυτό σε παρόμοια συμφραζόμενα;). Έστω και αν αυτό το περιεχόμενο ενίοτε με αφήνει αδιάφορο (Κάλλας) ή με βρίσκει εχθρικό (ιστορική συνέχεια). Το ίδιο αδιάφορο ή και εχθρικό βρίσκει κάποιους η ιερά ιστορία του Μπαχ ή οι ποταμοί κόκας των ροκάδων. Το ίδιο αδιάφορο ή και εχθρικό με βρίσκει εμένα το περιεχόμενο του παρακάτω, αντίστοιχης δύναμης και ομορφιάς, αποσπάσματος από τον Κρητικό του Σολωμού. Δεν μπορώ όμως παρά να ταραχτώ και να δακρύσω όποτε το διαβάσω, όπως όταν τύχει να δω λίγη από την Τελετή Έναρξης:

[…]
κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι
κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα
κι εφώναζα «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα»
κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι
καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.

Είναι ο Παπαϊωάννου ένας Σολωμός του ελληνικού χορού; Γενάρχης αλλά και τελειωτής ταυτόχρονα; Σίγουρα πάντως δύσκολα θα δημιουργηθεί σχολή άξιά του, όπως και στην περίπτωση του κόντε.

Ευχαριστούμε.

Παθητική Σονάτα

Δεν μπορώ να μην αναδημοσιεύσω αυτό:

(Από το Περιγλώσσιο, φυσικά.)

Κοιτάξτε με πόση λιτότητα (με περισσή λιτότητα, θα έλεγα) συγκεφαλαιώνει τον καημό της Ρωμιοσύνης, τα βαθιά και ακατάλυτα συμπλέγματά της, την ανάγκη της να σπρώξει λίγο παραπέρα το οικουμενικό μήνυμά της, τη σχεδόν ορθόδοξη εμμονή της στην ιστορική αλήθεια: όθεν, ae στο ‘Graecus’ — φυσικά.