Για πρώτη φορά θα γράψω κάτι μόνο και μόνο για να απαθανατίσω μια στιγμή.
Έβγαινα από το μετρό. Δεν έχει σημασία ο σταθμός, τον ξέρουν όσοι με γνωρίζουν. Αφηρημένος και κουρασμένος ανέβαινα γρήγορα τη σκάλα. Μπροστά μου ανέβαινε τις σκάλες μία κοπέλα τρέχοντας, δρασκελίζοντας. Φόραγε κοντή φουστίτσα πλισέ που κυμάτιζε. Τα πόδια της ήταν στιλπνά κι υπέροχα, χυτά και αγαλματένια: ούτε πολύ μυώδη, ούτε πολύ στιβαρά. Υπέροχα πόδια· ανέβαιναν τις σκάλες και η φουστίτσα κυμάτιζε. Κοίταζα ακριβώς μπροστά μου και λίγο πάνω από εμένα τα πόδια της να αναπηδούν σκαλί στο σκαλί, μόλις που μπορούσα να δω το κωλαράκι της κάθε φορά που η φουστίτσα αναπηδούσε.
Και στο τελευταίο σκαλί, που αναπήδησε λίγο πιο έντονα, είδα και τι ωραίο και τραγανό που ήταν το κωλαράκι της. Και ότι τελικά δεν φορούσε στρινγκ.
Ο στόμφος και ο αφελής φροϋδισμός του Καραγάτση με ενοχλούσαν πάντοτε. Βεβαίως ο Τάρλοου μετέτρεψε και τη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν σε συναρπαστικές παραστάσεις, τη δεύτερη σε διασκευή Στρατή Πασχάλη. Στον Γιούγκερμαν λοιπόν ακούγεται μια ατάκα του συγγραφέα Καραθάνου, alter ego του ίδιου του Καραγάτση, που μου άρεσε πολύ:
Οι Έλληνες είμαστε εντελώς πεζοί και φαντασιόπληκτοι ταυτόχρονα: πεζοί στις φαντασιώσεις μας και φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας.
Εντάξει, ο αφορισμός δεν είναι παρά μια από αυτές τις συμμετρικές αντιστροφές που έκανε μόδα ο Όσκαρ Ουάιλντ. Επιπλέον, έχουμε χορτάσει από μεγαλόστομες γενικεύσεις για τους Έλληνες και τους Νεοέλληνες, πατερναλιστικού χαρακτήρα συνήθως. Τέλος, δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω ως προς τι είμαστε φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας: έχω γνωρίσει Έλληνες που δεν δουλεύουν, Έλληνες που δουλεύουν και Έλληνες που καμώνονται ότι δουλεύουν — μήπως αυτή την τρίτη κατηγορία είχε κατα νου ο Καραγάτσης; Δεν ξέρω.
Ο καραγάτσειος / καραθάνειος αφορισμός πετυχαίνει πάντως την πεζότητα των νεοελληνικών φαντασιώσεων.
Δεν μιλάω αποκλειστικά για σεξουαλικές φαντασιώσεις, άλλωστε εκεί έχει κάνει θαύματα η υπερέκθεση στην πορνογραφία τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια. Μιλάω για τη γενικότερη ατολμία μας να φανταστούμε και να ψαχτούμε και να χαρούμε, εξαντλώντας πλέον όλη τη ρητορική μας για τόλμη και ευρηματικότητα στο πεδίο της «επιχειρηματικότητας» και τέτοιων ψευδαισθήσεων δημιουργίας.
Το συλλογικό μάγκωμά μας είναι πολλαπλής αιτιολογίας. Μπορεί να ξεκινήσει κανείς από τις πραγματείες του Νικόδημου του Αγιορείτη κατά της φαντασίας, αλλά ποιους αφορούσαν αυτές πριν τη νεορθόδοξη παλινόρθωση; Περισσότερο βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και τη δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.
Όλα αυτά αποτυπώνονται και στην πεζή τέχνη μας. Η τέχνη μας (του λόγου και της εικόνας) περιστρέφεται διαρκώς γύρω από θέματα ταυτότητας με τρόπο σχηματικό κι επαρχιώτικο, μούσκεμα στη δουλική διακειμενικότητα ή στην παραδοσιοκρατία. Είναι δειλή.
Ρωσικό εικόνισμα που απεικονίζει ένθρονη τη Σοφία του Θεού.
«Γιατί πια οι ιστορίες μας είναι γεμάτες ζαβούς κι ανώμαλους;»
Η συνοπτική απάντηση: επειδή μόνον αυτές οι ιστορίες μάς ενδιαφέρουν ως είδος. Από τον Γιλγαμές μέχρι όποιον σύγχρονο χαρακτήρα θέλετε.
Η λιγότερο συνοπτική απάντηση: τα ομηρικά έπη ασχολούνται με ήρωες, σκιές μιας εποχής που είχε προ πολλού εκλείψει, ινδάλματα ενός κόσμου που υπήρχε μόνον ως θαμπή ανάμνηση. Η κλασική εποχή, όταν δεν φέρνει τη σκιά του Δαρείου από τον Άδη, διηγείται ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Ο χριστιανικός κόσμος επί χίλια χρόνια (σκεφτείτε το: χίλια χρόνια) διηγείται βίους αγίων και μέσα από την αγιολογία και τα συναξάρια προσπαθεί να φιλτράρει ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των βίων τι είναι όμως; Σίγουρα εξαιρέσεις, άνθρωποι που δεν θα συναντήσεις εύκολα ή που δεν θα ήθελες να συναντήσεις, όταν δεν είναι βεβαίως ζαβοί κι ανώμαλοι κατά κόσμον.
Στις αφηγήσεις της εποχής μας κυριαρχούν μάλλον εύποροι και σχετικά αργόσχολοι συνήθως άντρες που έχουν απωθημένα, κενά κι αναζητήσεις. Οι υπόλοιποι και οι υπόλοιπες συνήθως είναι δευτεραγωνιστές: αξεσουάρ και πάτροκλοι, μούσες και παλλακίδες, ραζουμίχιν και πυλάδης, θεραπαινίδες και μέγαιρες, μέρλιν και νέστορες, sidekick και δωρητές, εχθροί και μαυλίστρες. Επί περίπου διακόσια πενήντα χρόνια προσπαθούμε να σουρώσουμε όλη την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από το στραγγιστήρι του μάλλον εύπορου, ίσως νέου, σχεδόν αργόσχολου, ερωτικώς ενεργού άντρα· ναι, και της Έμμας Μποβαρύ (γι’ αυτό θα μείνει αθάνατος ο Φλωμπέρ).
Το νεοφιλελεύθερο ιερατείο θα προσπαθούσε να αντικαταστήσει τον ήρωα, τον άγιο, τον σχεδόν αστό με τον επιχειρηματία. Δεν φαίνεται να τα καταφέρνει. Ίσα ίσα, μέσα από το παραπόρτι της επιστημονικής φαντασίας και του fantasy, χάρη στο σινεμά και στην πορνογραφία, οι αφηγήσεις μας γέμισαν αληθινά ζαβές και ζαβούς καθώς και χαρακτήρες που η τρεχάμενη ηθική έχει για ανώμαλους κι ανώμαλες ενώ λάμπουν μέσα από τη μοναδικότητα της εμπειρίας τους ή του αγώνα της ψυχής τους εναντίον του κόσμου.
Κι έτσι στις ιστορίες μας μεταναστεύουν σιγά σιγά τρυφεροί μοιχοί, ευτυχισμένες μοιχαλίδες, ελεύθερες γυναίκες, ασκητικές ποιήτριες, γυναίκες που ηγούνται και που πολεμούν, κορίτσια που ξέρουν τι θέλουν και δεν περιμένουν τον κάθε πρίγκηπα της ψώλας, γυναίκες που άρχουν με αγάπη, κακιές μάνες, γαμιόλες και καριόλες που ευτυχούν κι ανθίζουν, αγιασμένες αλαφροΐσκιωτες, ευαίσθητοι γκέι, νταβραντισμένοι γκέι, γκέι δάσκαλοι, εξημερωμένοι γκέι, ευτυχισμένοι γκέι που δεν θα πεθάνουν στο τέλος, ιντερσέξ στη γειτονιά, ιντερσέξ εργαζομενοι (κι όχι μόνο τσιρκολάνοι και καλλιτέχνες), τρανς γυναίκες που την παλεύουν και προχωρούν, τρανς άντρες που δεν ασχολούνται με το παρελθόν τους νυχθημερόν, ευτυχισμένα πρεζόνια και στοχαστικοί αλκοόλες, πεισματάρικα ΑμεΑ, ΑμεΑ που έχουνε γραμμένες τις ανάγκες τους και κάνουν ό,τι έχουνε να κάνουν — και πάει λέγοντας. Δεν είναι πια ο Άλλος της αφήγησης μόνο κακός ή εξεγερμένος ή στο περιθώριο· ποτέ ξανά.
Μπορεί λοιπόν να κλείνουνε ξανά οι κοινωνίες γύρω μας αλλά οι ιστορίες μας έχουν ανοίξει αμετάκλητα, τώρα που τις κατοικεί ένα τόσο πολύχρωμο και πολύτροπο πλήθος.
Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι τα κείμενα κάποιων ανθρώπων είναι τα κείμενά τους και μόνο και τίποτε παραπέρα. Τα κείμενα αυτά δεν μιλούν για κάτι έξω από αυτά, δεν λένε τίποτα, δεν εξηγούν κάτι, δεν επιθυμούν να φωτίσουν ή να ερμηνεύσουν τίποτα· υπάρχουνε μόνο και μόνο για να υπάρξουν ως κείμενα. Περιέχουν τον σκοπό τους ή μάλλον αποτελούν τα ίδια τον σκοπό τους.
Υπάρχουνε λοιπόν με έναν τρόπο γνήσια αυτοαναφορικό: δεν μιλάνε για τον συντάκτη τους παρά στέκουν και δικαιολογούν την ύπαρξή τους μόνον ως κείμενα που υπάρχουν.
Σε σπάνιες περιπτώσεις, κείμενα που ανήκουν σε αυτό το κειμενικό είδος, για το οποίο δεν υπάρχει όνομα, θα ξεστρατίσουν και θα μπούνε στον πειρασμό να υπαινιχθούν με τον αναιμικότερο δυνατό τρόπο πόσο σημαντικά πρέπει να είναι για να τα έχουν συντάξει εκείνοι που τα έγραψαν. Είναι απαραίτητο η αυτοπροβολή αυτή να γίνει με τον διακριτικότερο δυνατό τρόπο, αφού πρόκειται για αυτοπροβολή όχι του γράφοντος (προς Θεού!) αλλά του ίδιου του κειμένου και όσων το χαρακτηρίζουν: της σοφίας, της λιτότητας, της αρμονίας, της τάξης και της άτεγκτης ορθότητάς του τελικά.
Με άλλα λόγια, αυτά τα κείμενα υπάρχουν όχι μόνον ως κείμενα που υπάρχουν αλλά και ως βαρυσήμαντα κείμενα (τα οποία βεβαίως υπάρχουν). Δεν υπάρχει καν λόγος να διαβαστούν, αφού αρκεί το ότι υπάρχουν, ότι έχουν γραφτεί.
Με δυο λόγια: μερικά κείμενα είναι απλώς τα κείμενα κάποιων ανθρώπων.
Δεν ξέρω αν όντως ο Μπένιαμιν έγραψε ότι πίσω από κάθε φασισμό κρύβεται μια αποτυχημένη επανάσταση (όπως λέει ο Ζίζεκ), αλλά γίνεται να μας εκπλήσσει η οικειοποίηση κινηματικών τακτικών και δράσεων από τους φασίστες; Αυτή η «καταστολή από τα κάτω» είναι μέρος του ορισμού του τι είναι φασισμός.
Μιλώντας για τακτικές και δράσεις, ας ξεκινήσουμε με τις καταλήψεις που οργανώνουν φασίστες με αφορμή για το Μακεδονικό. Οι καταλήψεις είναι μέσο, καθεαυτές δεν αποτελούν προνόμιο των κοινωνικών κινημάτων. Επίσης, για δεκαετίες γίνονται σοβαρές καταλήψεις, λιγότερο σοβαρές καταλήψεις, γίνονταν και καταλήψεις-βανδαλισμοί. Κανείς «προοδευτικός άνθρωπος» δεν ήτανε πρόθυμος να κριτικάρει τις καταλήψεις-βανδαλισμούς ούτε ήθελε να ζυγίσει και να αξιολογήσει τις καταλήψεις εν γένει με γνώμονα τα αιτήματά τους. Καταλήψεις είναι; Καλές είναι. Ε (και) αυτή η πλάνη μάς τελείωσε.
Η ταραχή κι η φρίκη που προκαλεί η εικόνα σχολείων κατειλημμένων από φασίστες ενισχύεται από το γεγονός ότι είμαστε παιδιά μεγαλωμένα με Ελευθεροτυπία. Αντιλαμβάνομαι ότι η Ελευθεροτυπία είναι αντικείμενο νοσταλγίας ή και στοργής για πολλούς, ενδεχομένως ως μετωνυμία της νιότης τους. Ταυτόχρονα πρέπει να αναγνωρίσουμε όμως ότι η Ελευθεροτυπία αφενός χρησιμοποιούσε το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς ως επιχείρημα κι υπενθυμίζω ότι αυτό λέγεται φαρισαϊσμός: «είμαι καλύτερος από εσένα άρα έχω δίκιο», αφετέρου καλλιέργησε μέχρι ναυτίας τη λατρεία της νιότης και τον φετιχισμό των «δεκαεξάρηδων» που έσωζαν την τιμή των κινημάτων με τον αγνό δυναμισμό τους και την ασθενική πολιτικοποίησή τους την εποχή τω μεγάλων σχολικών καταλήψεων. Γιατί αυτό ήθελε η καθ’ ημάς gauche caviar: πολιτικοποίηση αλλά όχι πολύ ταξική, δυναμική αισθητική πολιτικού μάρκετινγκ και ακτιβιστική λάμψη στα μάτια, προσηλυτισμό στη λατρεία της νιότης: «οι δεκαεξάρηδες δεν μπορούν να κάνουνε λάθος». Κι ας γρύλλιζε αποδοκιμαστικά μέσα στη στριφνή κι απάνθρωπη συλλογική σοφία του το γερονταριό του Περισσού.
Η Ελευθεροτυπία όμως είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Η προφανής γενίκευση είναι ότι όποιος σπέρνει εθνικισμούς θερίζει φασισμούς. Τελεία. Ο εθνικισμός έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο το 1933, άντε το 1945. Έκτοτε είναι τοξικό απόβλητο, το οποίο τα κράτη που χτίστηκαν με αυτόν πλασάρουνε για λίπασμα. Ταυτόχρονα η πατριωτική Αριστερά, κάτι ανρχορθόδοξοι, κάτι μπααθιστές παλαιοπασόκοι αλλά και το ίδιο το τιμημένο ΚΚΕ, αυταπατώνται ότι ο εθνικισμός μπορεί να ξαναγίνει εργαλείο αποσυναρμολόγησης της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης — σαν να λέμε ότι θέλουν με ένα ψόφιο μουλάρι στις ράγες να σταματήσουν το τραίνο που έρχεται κατά πάνω τους. Ακόμα και αν δεν έχουν τέτοιες ψευδαισθήσεις, οι πατριωτικώς αριστεροί επιμένουν ότι δεν πρέπει «να αφήσουμε τον πατριωτισμό στους δεξιούς». Σωστά, όπως δεν τους αφήσαμε την Ορθοδοξία με τα νεορθόδοξα ανανεωτικά καμώματα της δεκαετίας του ’80, και τώρα δεν ξέρουμε πού να ανακόψουμε την επέλαση των δεσποτάδων. Με δυο λόγια: δεν μπορούμε να περιχωρήσουμε οτιδήποτε και κάποια πράγματα καλό είναι να τα αφήνουμε σε αυτούς που τους εξυπηρετούν και οι οποίοι παλαιοθεν τα χρησιμοποιούν για να κηδεμονεύουν τον κόσμο.
Κι έτσι έχουμε πια και πορείες και καταλήψεις και μοίρασμα φέιγ βολάν από φασίστες και ναζί (όταν δεν δέρνουνε και δεν σκοτώνουν κόσμο). Γιατί, είπαμε, το αντικίνημα και η «καταστολή από τα κάτω» βρίσκονται στην καρδιά του φασισμού.
Παράλληλα έχουμε τους συνήθεις νηφάλιους και ισαποστασάκηδες που αντί να αναδείξουν τον ρολο σε όλα αυτά του εθνικισμού που μας ταΐζουν τα σχολεία και τα κανάλια, τα βάζουν με την πολιτικοποίηση των νέων. Αυτοί οι εγχώριοι centrists, οι πτωχοί ακροκεντρώοι, ζούνε κι αναπνέουν με το όραμα μιας ιδανικής κοινοβουλευτικής νηνεμίας στην οποία κανείς δεν απεργεί, κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν συναθροίζεται δημοσία παρά μόνο για να γιορτάσει την πολύχρωμη αγάπη (ανώδυνα, σεμνά και απολίτικα) ή για να τρέξει τον Αυθεντικό Μαραθώνιο. Άπαξ και αναθέσαμε την εξουσία και την ελπίδα και τη ζωή μας σε ένα ατελές αντιπροσωπευτικό σύστημα πρέπει κατ’ αυτούς να αποσυρθούμε από τα κοινά και να συζητάμε πολιτικά πολιτιζμένα με καλούς φίλους τρώγοντας μακαρονάδες και τηγανητές πατάτες, πίνοντας εκλεκτά κρασιά ή γκομενίζοντας όλο έπαρση. Μέχρι εκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας νηφάλιος αφυψηλάτορας δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει υλική επισφάλεια στον βίο του.
Οι καταλήψεις από εκκολαπτόμενους εχθρούς της Δημοκρατίας και τους υποκινητές τους είναι εδώ. Η κανονικοποίηση του φασισμού προχωρεί: όχι μόνο έχει σηκώσει κεφάλι αυτό το 20% που μας λερώνει, αλλά είναι το σκοτεινό αντικείμενο του εκλογικού πόθου εκ μέρους μιας βαθιά ανεύθυνης ΝΔ υπό την ηγεσία ενός ολίγιστου κι ασυνάρτητου γόνου που θαρρεί πως το πολιτικό μάρκετινγκ φτιάχνει ηγέτες. Είναι πλεόν σοβαρό το ενδεχόμενο να μας σβερκωθεί και στην Ελλάδα ο νεός φασισμός, που θα δουλεύει μέσω μιας προσχηματικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: δεν χρειάζεσαι τανκς αν στέλνεις τους φασίστες στη Βουλή να νομοθετήσουν.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Ο γερμανικός λαός, αφήστε κατά μέρος την ηγεσία του, μας δείχνει τον δρόμο γιατί και αντιφασιστική κουλτούρα κι εμπειρία διαθέτει και (αντίθετα με εμάς και το απερινόητο μεγαλείο μας) διάθεση αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού: μαζικές αντισυγκεντρώσεις παντού όπου τους βρούμε (και λίγο μπερντάχι πού και πού)· wir sind mehr!
Παιδιά, παιδιά! Παιδιά συνήθως αρσενικά, ιδίως άνω των 40 και κάτω των 25, που είμαστε κι επιρρεπή σε αυτά: ούτε οι διαψεύσεις μας, ούτε οι ματαιώσεις μας, ούτε οι απογοητεύσεις μας μας κάνουνε σοφότερους, ούτε καν πιο κωλοπετσωμένους. Αν ήταν έτσι, θα ήμασταν όλοι οι άνθρωποι πάρα μα πάρα πολύ σοφοί.
Όμως, σόρυ: καρπαζιά, χυλόπιτα, καζούρα, κακές συναναστροφές και grandes illusions έχουμε φάει όλοι και όσοι τάχα λένε πως δεν έχουνε φάει δεν το διαβάζουν αυτό γιατί με μαλάκες δεν μιλάω.
Οι διαψεύσεις, οι ματαιώσεις, οι απογοητεύσεις στην καλύτερη περίπτωση μας κάνουνε να εκτιμάμε την ιαματική απάτη του αλκοόλ (o altra cosa), στη χειρότερη μας κάνουν ξινούλη υπεράνογλου. Σοφούς μας κάνει ο πόνος που διαπραγματευτήκαμε μαζί του και τον απαλύναμε και ο διαρκής φωτισμός της λίγης ευτυχίας που μας αναλογεί.
Μου φαίνεται όλο και περισσότερο ότι ο μαχητικός αθεϊσμός είναι τζάμπα μαγκιά, ένας τρόπος να δείχνεις πως «αντιστέκεσαι» χωρίς η τάχα αντίστασή σου να έχει κανενός είδους ανατρεπτικό χαρακτήρα, πολύ περισσότερο χωρίς να αφορά την ελευθερία, την αξιοπρέπεια ή τις υλικές συνθήκες του βίου κανενός.
Αντίθετα με όλες τις άλλες μορφές καταπίεσης και συλλογικής ανοησίας, τη θρησκεία μπορείς να την πολεμήσεις περιφρονώντας την, συνήθως απλώς αγνοώντας την. Στα κοσμικά κράτη όπως η Ελλάδα, μπορεί να επιλέξεις να μην ασχολείσαι μαζί της όπως μπορείς να επιλέξεις να μην ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, τα ριάλιτυ ή την πορνογραφία.
Ενδεχομένως να χρειαστεί να συμμετάσχεις σε κάποιες τελετουργίες της θρησκείας όσο ζεις, κυρίως για λόγους κοινωνικής συμμόρφωσης. Ωστόσο σε αυτό οι θρησκευτικές τελετουργίες δεν διαφέρουν από κάθε λογής δημόσιες εκδηλώσεις και τελετές που μας κάνουν να πλήττουμε ή που προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας και το πορτοφόλι μας. Σε κοινωνίες όπως η δική μας η θρησκεία καθαυτή είναι απλώς ενοχλητική, ένα ψέμα που ελάχιστοι πιστεύουν και πολλοί επικαλούνται ώστε να ποδηγετούν τους αφελείς και τους πονεμένους.
Ναι λοιπόν, βεβαίως και επηρεάζει αρνητικά η θρησκεία το πώς αντιδρά και συμπεριφέρεται μέρος της κοινωνίας, όμως σε αυτό δεν διαφέρει από κάθε λογής προκατάληψη και ιδεολογία, από κάθε ψευδή αναπαράσταση του κόσμου ή από ανεξέταστα αντανακλαστικά. Να το πω κι αλλιώς: από τον σεξισμό, τον καπιταλισμό, την ετεροκανονικότητα, την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τον αντιδιανοουμενισμό κτλ. και δεν ξεφεύγεις και κάθε ένα από αυτά ενδέχεται να σου καταστρέψει τη ζωή. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει για τη θρησκεία αν δεν ζεις λ.χ. στο ανεμοδαρμένο κωλοχώρι του Breaking the Waves ή κάπου παρόμοια.
Όσοι είναι άθεοι και δεν έχουν το μικρόβιο του πατερναλισμού και του πουριτανισμού, μικρόβια που προσβάλλουν λ.χ. πολλούς βίγκαν και αρκετούς καθαρούς αριστερούς («καθαρούς» κατά το γνωστό purus asinus) θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι στον κόσμο μας (όσο κρατήσει) αρκεί να είσαι άθεος ηρέμα και να πολεμάς τις συνέπειες κάθε φανατισμού.
Με άλλα λόγια, έχοντας επίγνωση ότι όσο θα υπάρχει πόνος και θάνατος θα υπάρχει θρησκεία, είτε οργανωμένη είτε δοξασίες και μαγιλίκια, θα πολεμήσει κανείς τη ρητορική μίσους κάθε Αμβρόσιου αλλά δεν έχει νόημα να προσπαθεί να αναιρέσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου ή το τριαδικό δόγμα ή την υπερβατικότητα του Θεού ενώπιον των πιστών. Δεν υπάρχει λόγος και δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα: ο πιστός θα πιστέψει επειδή θέλει να πιστέψει και θα αγνοήσει τα δεδομένα επίσης επειδή το θέλει.
Δυστυχώς η θρησκεία δεν είναι το πρόβλημά μας. Λόγου χάρη, η κλιματική αλλαγή προκαλείται όχι από φανατικούς θρησκειών, ούτε καν από ανθρώπους που αρνούνται ή σνομπάρουν την επιστήμη επί της αρχής, παρά από ελίτ που προτιμούν να δανειστούν ασυλλόγιστα από τις αμέσως επόμενες γενεές (και να την κάνουνε για Άρη ή για τα ντελούξ λαγούμια τους).
Ακόμα χειρότερα, φανατισμός που δεν αποσκοπεί σε υλικό συμφέρον αλλά ούτε διαθέτει θρησκευτικό υπόβαθρο αφήνει χιλιάδες παιδιά ανεμβολίαστα κι αναζωπυρώνει ξεχασμένες επιδημίες. Ειδικά το θέμα του εμβολιασμού θυμίζει το πώς νομοθετήθηκε η ζώνη στην οδήγηση: αφού είδαν κι απόειδαν τα κράτη προσπαθώντας να μας εκπαιδεύσουν και να μας ενημερώσουν — περίπου όπως οι άθεοι σταυροφόροι κραδαίνουν την τσαγέρα του Ράσελ — τελικά αποφάσισαν να σώσουν ζωές θεσπίζοντας πρόστιμα.
Έβλεπα χτες τη «Συνοικία το όνειρο» (1961) του Αλεξανδράκη.
Πάρα πολύ τολμηρή ταινία, κυρίως επειδή διαδραματίζεται στην άθλια παραγκούπολη του Ασυρμάτου κάτω από του Φιλοπάππου. Ακόμα και αν αγνοούσε κανείς την υπόλοιπη ταινία, με αυτόν τον τρόπο επιτίθεται προγραμματικά στη χωροταξία «παστρικές αυλές-πολυκατοικίες-Ψυχικό-λαμπερή Αθήνα τη νύχτα» που όριζαν το σύμπαν του παλιού ελληνικού κινηματογράφου και που ακόμα και σήμερα αναπαριστούν τον τόπο της Αθήνας του ’60 στο συλλογικό φαντασιακό μας.
Η ταινία, που υπέστη από τραμπουκισμούς μέχρι διωγμό, πάει ένα βήμα πιο πέρα και διεμβολίζει και την εικόνα της ανέμελης και αστικής Αθήνας που συστηματικά διαμόρφωνε το σινεμά της εποχής. Υπάρχουν σκηνές που υπαινίσσονται μεγάλες επιτυχίες τη εποχής: το «νιάου βρε γατούλα» ακούγεται στη «Συνοικία το όνειρο» ως σαρκαστική επωδός, ενώ υπάρχει σκηνή μοναχικού γλεντιού που αποτυπώνει την αντίστοιχη της Στέλλας αλλά χωρίς την εξιδανίκευση του λαϊκού· επιπλέον, η φτωχή και άμυαλη Στεφανία δεν ούτε ευτυχισμένη και ούτε καν πόρνη, αντίθετα με την Πειραιώτισσα Μελίνα του Ντασέν. Η εικονογραφία της αισθητικοποιήμενης Αθήνας διαβάλλεται ακόμα περισσότερο με μια σκηνή κηδείας με φόντο την Ακρόπολη, όπου νομίζει κανείς ότι ένα τσούρμο μαυροφόρες εισέβαλε σε κάποια καρποστάλ. Πράγματι δυσφήμιζε την ωραιοποιημένη εικόνα της Ελλάδας ως τοπίου τουριστικής αφίσας.
Γι’ αυτόν τον λόγο άλλωστε η ταινία χλευάστηκε και κυνηγήθηκε· χωρίς να αποτελεί μεγάλη ταινία, κατάφερε ωστόσο να σχηματισει ένα υπερβολικά πιστό καθρέφτισμα της μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενώ αποτελεί μία από τις σπάνιες ταινίες που έδωσαν φωνή και όνομα στους άλαλους (μια άλλη είναι τα «Κόκκινα Φανάρια»), χωρίς να τους παριστάνει ως γραφικές συμπαθείς λαϊκές φιγούρες ή ως μονοδιάστατους φτωχοδιάβολους μικροεγκληματίες.
Η «Συνοικία το όνειρο» έστω και ατελώς έδειξε κάτι που δεν θέλει να βλέπει ο ελληνικός κινηματογράφος: τους πραγματικά φτωχούς. Σε αυτό θυμίζει την ταινία «Ένας άλλος κόσμος» (2015) του Παπακαλιάτη, τη μόνη ταινία που μιλάει για τον φασισμό στην Ελλάδα και μία από τις λίγες που έστω και ατελώς μας δείχνει τη Μνημονιοκρατία. Μια ταινία που επίσης χλευάστηκε, επίσης αδίκως.
Κάθε σκέψη και κάθε φαντασία λαγνική είναι κίνηση είτε προς ένα μέλλον επιθυμητό, είτε νοσταλγικά προς το παρελθόν. Ως γνωστόν στο γαμήσι, την ώρα εκείνη, δεν σκέφτεσαι ποσώς αλλά υπάρχεις μόνο και, αν σκέφτεσαι, σκέφτεσαι με τον τρόπο της μέθης και στον ρυθμό της περίπτυξης: είτε σε αντιχρονισμό με τον ρυθμό της περίπτυξης είτε με τρόπο σόλο τζαζ ή άριας αν δεν έχει έρθει ακόμα ή ώρα της περίπτυξης. Αλλά το ουσιώδες στο γαμήσι δεν μπορεί να είναι η όποια σκέψη, είναι ότι υπάρχεις. Καθαρή ύπαρξη, που λέμε.
Κι ενώ η φαντασίωση είναι προσδοκία, όσο απίθανη κι αν είναι, ακόμα και αν δεν σου την επιφυλάσσει το μέλλον του κόσμου τούτου, ακόμα κι αν διαδραματίζεται σε έναν πιθανό κόσμο στον οποίο δεν θα ζήσεις ποτέ, η νοσταλγία είναι το ακριβό φαρμάκι.
Φαρμάκι σε μικρές αλλά δραστικές δόσεις, φαρμάκι που σπανίως χορηγείται σαν ταινία ή σαν αφήγηση, παρά ως αναλαμπές και στιγμές και αισθήσεις και κάποια οσμή ευωδίας σωματικής που σε πλήρωσε ή ως φως αποπληκτικό ή ως αίσθηση κενωτική όλο πλησμονή ή απλώς και μόνο ως το ρίγος της τριβής ολίσθησης ή και ως ρίγος μόνο του, σκέτο.
Αλλά βεβαίως δεν είναι μόνον αυτό η νοσταλγία κι η προσμονή. Είναι το ωραίο ψέμα του καυλωμένου βλέμματος που περιέχει όλη την προσήλωση του κόσμου και κάμποσα αδιανόητα τραγούδια επίσης, είναι η προσμονή και η ανακούφιση, είναι η κατάφαση του σώματος — όλες αυτές οι αφηρημένες έννοιες που είναι αποστάγματα της πιο επιτακτικής πραγματικότητας, του πιο διαυγούς τρόπου να υπάρχουμε: στο παρόν, γυμνοί, ολόκληροι κι άχρονα.
Κι έτσι κάποτε η προσμονή και η ανάμνηση μπορούν να ταυτιστούν. Και σίγουρα ταυτίζονται την ώρα της ερωτοπραξίας: είναι ό,τι πρόσμενες και αυτό που θα αναπολείς. Είναι σώματα και αχρονία, είναι η τρελή αμοιβαία έλξη. Είναι η κατάργηση του έξω και η απόταξη των καθεκάστων και η αποθέωση των άκρως αισθητών.
Κι έτσι κάθε φορά που ακούτε για τη μανία κάποιου εκδικητικού θεού σκεφτείτε ότι όλες αυτές οι ενέργειες και οι κεραυνοβόλες πράξεις οργής είναι αναμνήσεις ορμής και βαθειά νοσταλγία της, ή και θρηνος για την ερωτική απουσία: κάποιος κάπου ένιωσε τον χρόνο να καταργείται πριν και μετά τη φιδίσια τριβή ή τον ακανόνιστο καλπασμό του γαμησιού και ίσως ένιωσε λίγο την παρουσία ενός θεού· ή μπορεί να τα αποζητάει έχοντάς τα χάσει ή μη έχοντάς τα γευτει ποτέ και να νιώθει έναν θεό οὗ τὸ βλέμμα ξηραίνει αβύσσους καὶ ἡ ἀπειλὴ τήκει ὄρη. Και τότε, στην παραφορά της αξόδευτης ζωής, στην απουσία της μόνης έκστασης που δεν είναι μοναχική ανεβαίνουν μέσα στον περιδεή ένθεο απειλές για τον τόπο τον πνευματικώς καλούμενο Σόδομα και Βέλγιο.
Ό,τι αξίζει πιο πολύ στη δυτική μουσική τεχνοτροπία είναι πιθανόν η επινόηση της φούγκας. Σε μια τέχνη όπως η μουσική όλο υπαινιγμό και χωρίς δικό της νόημα, σε μια τέχνη στην οποία το νόημα πρέπει να το δώσει τραγουδώντας η γλώσσα, η φούγκα με τις φωνές που κυνηγιούνται και δεν πιάνονται κι επανέρχονται τι άλλο είναι παρά πλήρης νοήματος; Η ζωή που λανθάνει, οι έρωτες που ξεφεύγουν (fugit amor, δεν λένε;), η ζωή που φεύγει, οι στόχοι που ξεγλυστράνε, η μία ματαίωση που κυνηγάει κάποιαν άλλη προσπαθώντας να τη διορθώσει, η μορφή μας που θα γεράσει μόλις προλάβει να παγιωθεί — κι ούτε καν θα προλάβει, όσα με κόπο μαθαίνει η συλλογική μας περιέργεια κι εύκολα λησμονεί η πολιτική μας απάθεια — όλα αυτά και άλλα πολλά είναι φούγκα. Η φόρμα της φούγκας είναι πλήρης νοήματος, νοήματος που δεν μπορεί να διατυπώσει η γλώσσα με λογικές προτάσεις. Το νόημα της φούγκας είναι ο χρόνος και ο χρόνος ούτε με τη λογική ούτε με τη ζωή μας ούτε με ό,τι θελουμε να είμαστε τα πάει καλά.
Οι ευρωπαϊκοί λαοί με ανακούφιση και κακεντρέχεια αντιλαμβάνονται πλέον πως όλοι τους μοιράζονται τις ίδιες οπισθοδρομικές και κοντόφθαλμες αξίες, αξίες διόλου «ευρωπαϊκές». Κι έτσι πρόθυμα ψηφίζουν ακροδεξιούς.
Υπάρχει ένας τόπος καταδίκης για όλους μας. Μπορεί να είναι μικρός και ανοιχτός, μπορεί η καταδίκη που μας επιφέρει να είναι πεπερασμένη και ανεκτή. Όμως οι άνθρωποι κάνουμε την τρίχα τριχιά, τον ποντικό γενίτσαρο και τα τρία δύο· επίσης έναν αποτεφρωμένο σκουπιδόλακκο τον κάναμε Κόλαση και τον συλλάβαμε και για αιώνιο. Και παρηγοριόμαστε πως έχουμε συλλάβει και επεξεργαστεί τον απόλυτο πόνο, και καμωνόμαστε πως η ενατένιση του αφηρημένου πόνου θα μας μεταρσιώσει και θα μας εξαγνίσει — μέχρι να μας χτυπήσουν η αρρώστεια, τα γηρατειά ή ο πρόωρος θάνατος.
Τα κενά βλέμματα των ανθρώπων της πόλης που πασχίζουν κουρασμένοι να φτάσουνε στο σπίτι τους. Η άπρακτη ανία και παραίτηση στα βλέμματα των ανθρώπων της επαρχίας που δεν μπορούν ούτε σπίτ τους να κλειστούν ούτε να φύγουν προς τα κάπου.
Διαλέγει ο καθένας την Κόλαση που μπορεί. Την αποκαλεί Κόλαση όπως αποκαλεί ένα οικοδομημένο κέλυφος σπίτι του. Συνήθως όμως δεν είναι Κόλαση παρά ένας τόπος περιχαρακωμένος και περίκλειστος, σαν αυτούς που οι αρχαίοι έλεγαν παράδεισο ή paridayda παλιότερα· σημασία όμως δεν έχει τι περικλείεται στον τόπο αυτό αλλά ακριβώς ότι είναι περιχαρακωμένος, ότι δεν σε αφήνει να ξεφύγεις και ότι σου κόβει τον ορίζοντα μαχαίρι. Αν τώρα είναι και άσχημος, ακόμα χειρότερα.
Όμως η φυγή είναι ματαιόπονη, είναι μια κίνηση όπως της φούγκας. Στην κίνησή της να ξεφύγει για να προλάβει ό,τι προηγήθηκε το χάνει και χάνεται.