Ουτρέχτη

P1040480.JPG

Την Ουτρέχτη την αγάπησα πολύ. Την έχω επισκεφτεί πολλές φορές, πάντοτε για δουλειά και για χρόνια πίστευα ότι θα εγκατασταθώ εκεί πέρα τελικά, αφού μου άρεσε πολύ η διάθεση της πόλης. Βεβαίως τελικά κατάλαβα ότι δεν θα μετοικήσω ποτέ στην Ολλανδία γιατί οι Ολλανδοί έχουν πολλά από τα χούγια των Ελλήνων, αλλά δεν ξέρουνε να τρώνε ενώ τις αρετές τους δεν τις εκτιμώ — οπότε καλύτερα να πρέπει να υφίσταμαι τα εν λόγω χούγια σε μια γλώσσα που καταλαβαίνω. Η ίδια η Ουτρέχτη μού αποκαλύφθηκε πριν πέντε και κάτι χρόνια, όταν πήγα να μείνω εκει δυο βδομάδες και κατάλαβα ότι είναι μια κουκλίστική μα άκαρδη παλιά πόλη που περιζώνεται πολεοδομικά από ένα άχαρο υπνωτήριο.

Βεβαίως η Ουτρέχτη παραμένει τόπος αναμνήσεων ησυχίας, υπερβολικής ησυχίας ίσως. Μέσα από εκείνη την ησυχία, μέσα στην οποία έγραψα ένα από τα πιο εξομολoγητικά κείμενά μου, ξεκίνησε η τωρινή εποχή μου, όπως κι αν ονομάζεται. Για δύο εβδομάδες δούλεψα λίγο, ήπια λιγότερο, τρεφόμουν με τούρκικα κεμπάπ και κουβανέζικα (…) τάπας, δεν άγγιξα γυναίκα ούτε για «καλημέρα τι κάνεις», ενώ πέρναγαν μέρες που δεν μίλαγα καθόλου. Από τη σοφίτα μου έβλεπα στέγες και το καμπαναριό του καθεδρικού, ο καιρός ήταν όμορφα παγερός και οι άνθρωποι απόμακροι αλλά φιλόξενοι, κατά το έθος των Ολλανδών.

Όμως απόψε θυμήθηκα μια άλλη φορά στην Ουτρέχτη, το δεινό 2011. Ήταν Δεκέμβριος και ήμουν κανονικά δυστυχισμένος, με τον σαρωτικό τρόπο της ερωτικής δυστυχίας. Υπήρχαν διάφορες προοπτικές στον ορίζοντα και καμμία ελπίδα. Ένα βράδυ μετά τη δουλειά βρέθηκα μόνος λόγω κακού συντονισμού. Πήγα σε μια παμπ στο κανάλι και η αντίδραση των λιγοστών θαμώνων, μεσηλίκων της εργατικής τάξης με σπασμένα χαρακτηριστικά, όταν μπήκα στο μαγαζί ήταν αντίστοιχη εισβολής μαλακισμένων πρωτευουσιάνων σε καφενείο θολό και κρύο χωριού έξω από την Ελασσόνα. Ήπια στα γρήγορα μια Wieckse Witte κι έφυγα. Αγόρασα ένα πακέτο Gauloises μπλε (δεν καπνίζω) και περπάτησα λίγο ακόμα πάνω-κάτω στο κανάλι. Τελικά μπήκα σε ένα μπαρ που λεγόταν België.

Μπροστά στη βιτρίνα κάθονταν κάτι φρικτοί Έλληνες φοιτητές, μαλακισμένα βουπουδάκια όλο πόζα και προνόμια, που είχαν έρθει να σπουδάσουν τον Σεπτέμβριο. Συναγελάζονταν μαζί γκαρίζοντας και φωνασκώντας, όπως συνηθίζουν οι Έλληνες φοιτητές στην αλλοδαπή, και ο κόσμος δεν φτούραγε γι’ αυτούς γιατί στην Ελλάδα είμαστε όλοι τεμπέληδες (2011, τότε τα πίστευε αυτά ο κόσμος) ενώ στην Ολλανδία είναι όλοι μαλάκες. Χώθηκα πιο μέσα στο μπαρ, έπινα ανόρεχτα τη  Mort Subite ή Delirium Tremens — δεν θυμάμαι ποια παίνευαν μετά μανίας τότε οι Βέλγοι συνάδερφοι.

Το πρόσωπό μου είναι έτσι διαμορφωμένο που όταν είμαι σε ηρεμία το στόμα μου κυρτώνει προς τα κάτω κάπως σαν λυπημένο εμότζι. Αυτό με έχει γλυτώσει από πολλή παρενόχληση και από περισσότερες οικειότητες, όχι ότι αυτό το δεύτερο μου βγαίνει σε καλό — τουναντίον. Εκείνο το βράδυ πάντως ήμουν και κανονικά δυστυχισμένος, οπότε μάλλον έμοιαζα σαν εντελώς λυπημένο εμότζι. Κοίταζα προς τα έξω, προσπαθώντας να μην ακούω τους Έλληνες μέσα στον θόρυβο του België.

Η πόρτα άνοιξε και ένας τύπος φτυστός ο Άη Βασίλης μπήκε μέσα κοιτώντας προς το πίσω μέρος του μπαρ. Αφού σπρώχτηκε με τους θαμώνες για να προχωρήσει, προσήλωσε το βλέμμα του πάνω μου, έτσι που στεκόμουν σαν παρμένος και μόνος μέσα στον κόσμο, και ακούμπησε με τους αντίχειρές του τις άκρες του στόματός μου και τις έσπρωξε προς τα πάνω.

«Smile. Better now», είπε με προβλέψιμα ολλανδική προφορά και συνέχισε προς τα πίσω.

Πήρα την μπύρα και βγήκα έξω να καπνίσω. Έριχνε καρεκλοπόδαρα και δίπλα μου ήτανε δύο δίμετροι εικοσάρηδες Ολλανδοί που κάπνιζαν επίσης. Έπιναν βότκα. Όπως συμβαίνει μεταξύ εξοστρακισμένων καπνιστών στα μπαρ του Βορρά, πιάσαμε την κουβέντα: τους εντυπωσίασαν τα Gauloises και τους κέρασα. Η συζήτηση πήγε στην Ελλάδα («fuck the banks, man»), και από εκεί στον κωλόκαιρο («when is it gonna get cold, so that we get rid of this fucking rain?»), μετά στη δουλειά μου («you look too cool for your job» είπε ο ένας, «aren’t you too young for that?» είπε ο άλλος), και κατέληξε στη βότκα βεβαίως και στα ζητήματα που δημιουργεί («sometimes I cannot come at all and my girlfriend gets angry», «yes but do you at least make her come?» — με κοίταξε σαν να του είπα καμμιά σοφία).

Μετά τη δεύτερη μπύρα και το τέταρτο τσιγάρο ήμουν έτοιμος για ύπνο και για τη δουλειά της επόμενης ημέρας. Χαιρετήθηκα με τα παιδιά (και την σιωπηλή κοπέλα του ενός) διά χειραψίας και γύρισα στο ξενοδοχείο.

 

Συμβουλές κι ευχολόγια

screen shot 2017-05-10 at 20.47.15
Από τον Codex Serafinianus

Ζαμπουνόπιτα. The usual disclaimers apply.

Η επιθυμία να μπινελικώσουμε σκαιά κάποιον προπετή ή κατά τα φαινόμενα ηλίθιο πρέπει να καταστέλλεται κάθε φορά: είναι προτιμότερο να τον προσβάλουμε με τρόπο που θα καταλάβουν οι άλλοι, αν όχι ο ίδιος.

*

Δεν είναι κακό να είμαστε μύωπες, οι περισσότεροι είμαστε μύωπες σχετικά με πολλά θέματα.

Δεν είναι καν κακό να μη θέλουμε να φοράμε γυαλιά: άλλωστε κοστίζουν, ζαλίζουν, αλλοιώνουν το ωραίο περίγραμμα του προσώπου μας.

Αλλά γινόμαστε πολυμαλάκες αν θέλουμε να πείθουμε τους γύρω μας πόσο εκ των πραγμάτων θολό είναι οτιδήποτε βρίσκεται πιο μακριά από τα δύο μέτρα.

*

Ποτέ δεν αποφαινόμαστε μπροστά σε μια γυναίκα αν είναι καλή μάνα: πρώτα να γίνουμε μάνες εμείς και μετά βλέπουμε.

Ποτέ δεν συγκρίνουμε γυναίκες σαν να είναι μοντέλα μοτοσυκλέτας, ιδίως μπροστά τους.

Ποτέ δεν σχολιάζουμε πόσους και ποιους έχει πάρει μια γυναίκα, ιδίως μπροστά της: στην καλύτερη περίπτωση μάς κάνει να φαινόμαστε ανασφαλείς, στη χειρότερη ανάγωγα σεξιστικά βόιδια.

*

Δεν μιλάμε για πράγματα που δεν ξέρουμε λες και γνωρίζουμε καλά το θέμα μας.

Επιπλέον, ξέρουμε λιγότερα από όσα νομίζουμε, ακόμα και όταν συζητούμε κάτι στο οποίο ειδικευόμαστε επί δεκατίες: για να το διαπιστώσει κανείς αρκεί μία ελαφρά μετατόπιση στην οπτική μας γωνία εξαιτίας κάποιου συνομιλητή.

*

Θε μου, φύλαγέ με από τον άνθρωπο που δεν παραδέχεται τα λάθη του, γιατί μόνον Εσύ μπορείς.

*

Και σε πολιτικό και σε προσωπικό επίπεδο είναι άτοπο να προσπαθείς να πετάξεις έξω τη δυστυχία σου ή την ταλαιπωρία σου και να τις συγκρίνεις με του άλλου. Μπορεί μάλιστα να γίνει προσβλητικό όταν ο άλλος ξεκινάει να μοιραστεί μαζί σου την ταλαιπωρία ή τη δυστυχία του, μήπως και την νιώσει κάπως λιγότερο αποπνικτική.

Παράλληλα, ισχύει η συμβουλή του Γρηγόριου του Θεολόγου: κάθε φορά που θες να την πεις σε κάποιον, δεν είναι κακό να του υπενθυμίσεις ότι κι εσύ ο ίδιος μετέχεις αυτού που στηλιτεύεις. Αυτό δεν είναι υποκρισία· ίσα ίσα, αν θες να κράξεις κάποιον επειδή λ.χ. πίνει ενώ εσύ δεν έχεις πιει ούτε σταγόνα λικεράκι στη ζωή, ενδεχομένως να μην καταλαβαίνεις καν γιατί θα μπορούσε πίνει.

*

Όσοι από εμάς είμαστε συνηθισμένοι να μας κολακεύουν οι άνθρωποι γύρω μας με τις εκμυστηρεύσεις τους και, γενικότερα, με την εμπιστοσύνή τους, καλό είναι να θυμόμαστε δύο λεπτομέρειες:

  1. Δεν ρωτάμε κάτι που δεν μας λέει ο άλλος, έστω κι αν 5 λεπτά πριν μας έχει αποκαλύψει μύχιες και απόκρυφες λεπτομέρειες των περιστάσεων του βίου του.
  2. Τάφος σημάινει τάφος. Τάφος. Ναι, ούτε στην γκόμενα ή στον γκόμενο. Σε κανέναν. Τάφος.

Το αντίθετο της στράτευσης;

Πήγα στην υπέροχη έκθεση του Μόραλη στο Μουσείο Μπενάκη και την καταχάρηκα. Δεν είμαι κριτικός τέχνης αλλά η έκθεση είναι εξαιρετική για δύο λόγους: πρώτον γιατί συγκεντρώνει πάρα πολλά έργα του ζωγράφου που βρίσκονται διασκορπισμένα σε ιδιωτικές συλλογές και που είναι χαρά να τα κοιτάζεις από κοντά, δεύτερον γιατί μπορείς να διακρίνεις και την πάλη του Μόραλη με τον Βελάσκεθ και τον Τσαρούχη στην αρχή της καριέρας του, καθώς και την ωραία σύνθεση Ματίς και Πικάσο στην ώριμη «γεωμετρική» περίοδό του.

Βλέπει κανείς πόσα πορτραίτα έχει κάνει ο Μόραλης, κάτι που προσωπικά μου διέφευγε: τραπεζίτες, διάφοροι άλλοι μεγαλόσχημοι, το ζεύγος Γερουλάνου (που εικονίζεται επάνω), ο βασιλιάς Παύλος. Κι εκεί άρχισα να σκέφτομαι το θέμα της στράτευσης στην τέχνη. Θυμήθηκα τις ατέλειωτες αίθουσες στη National Gallery στο Λονδίνο με πορτραίτα δουκών, κόμηδων και βαρώνων. Αναρωτιόμουν γιατί οι πλούσιοι και ισχυροί πελάτες αποτελούν τάχα ουδέτερο θέμα ενώ αν απεικονίσεις την εκτέλεση Κορεατισσών από Αμερικανούς κάνεις εκπτώσεις στην τέχνη σου και ξεπουλιέσαι στη συνθηματολογία.

Δεν κάνω κριτική στον Μόραλη, σιγά που θα ήμουν άξιος. Άλλωστε νομίζω ότι ο Μόραλης καταφέρνει να πάρει την υπόλοιπη τέχνη του, δείγματα της οποίας φωτογράφισα άτσαλα, και να την πάει πάρα πολύ μακριά. Ειδικά αυτό το γεωμετρικό γυμνό που τανυέται προς τα πίσω είναι μεγαλούργημα. Με δυο λόγια, η τέχνη του βρίσκεται πέρα από τα πορτραίτα διάφορων κυρίων και κυριών.

Είναι όμως υποκρισία να παριστάνουμε ότι η τέχνη, εικαστική ή άλλη, που απαθανατίζει και απομνημειώνει εμπόρους, βαρώνες, υπουργούς, πλουσιοκόρες κτλ. δεν είναι στρατευμένη και ότι η στράτευση αρχίζει με γυμνόστηθες σημαιοφόρους που πατούν επί πτωμάτων ή με μνημειακές συνθέσεις με τον Λένιν. Τα Πάθη του Μπαχ είναι στρατευμένα όσο και τα θεατρικά του Μπρεχτ — κι εξίσου κεφαλαιώδη για τον Δυτικό Κόσμο. Η «στρατευμένη» Γκερνίκα είναι εξίσου κρουστική με τις Δεσποινίδες της Αβινιόν, και οι δυο μπρεχτιανά σφυριά που σφυρηλάτησαν τον κόσμο μας.

Αν θέλουμε να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τον όρο «στρατευμένη τέχνη», μοιραία θα τον χρησιμοποιούμε απαξιωτικά. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να παραδεχτούμε δύο πράγματα: αφενός ότι η αυλική και η θρησκευτική και η κολακευτική της μπουρζουαζίας τέχνη είναι τόσο στρατευμένη όσο ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός ή οι Ναπολέοντες του Νταβίντ· αφετέρου ότι την τέχνη δεν την καθιστά «στρατευμένη» η θεματολογία της και οι στόχοι της, παρά η αδυναμία ή η απροθυμία της να πάει πέρα από αυτούς.

Στις σκάλες του μετρό

steps

Για πρώτη φορά θα γράψω κάτι μόνο και μόνο για να απαθανατίσω μια στιγμή.

Έβγαινα από το μετρό. Δεν έχει σημασία ο σταθμός, τον ξέρουν όσοι με γνωρίζουν. Αφηρημένος και κουρασμένος ανέβαινα γρήγορα τη σκάλα. Μπροστά μου ανέβαινε τις σκάλες μία κοπέλα τρέχοντας, δρασκελίζοντας. Φόραγε κοντή φουστίτσα πλισέ που κυμάτιζε. Τα πόδια της ήταν στιλπνά κι υπέροχα, χυτά και αγαλματένια: ούτε πολύ μυώδη, ούτε πολύ στιβαρά. Υπέροχα πόδια· ανέβαιναν τις σκάλες και η φουστίτσα κυμάτιζε. Κοίταζα ακριβώς μπροστά μου και λίγο πάνω από εμένα τα πόδια της να αναπηδούν σκαλί στο σκαλί, μόλις που μπορούσα να δω το κωλαράκι της κάθε φορά που η φουστίτσα αναπηδούσε.

Και στο τελευταίο σκαλί, που αναπήδησε λίγο πιο έντονα, είδα και τι ωραίο και τραγανό που ήταν το κωλαράκι της. Και ότι τελικά δεν φορούσε στρινγκ.

Έλλειμμα φαντασίας

reading 2

Ο στόμφος και ο αφελής φροϋδισμός του Καραγάτση με ενοχλούσαν πάντοτε. Βεβαίως ο Τάρλοου μετέτρεψε και τη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν σε συναρπαστικές παραστάσεις, τη δεύτερη σε διασκευή Στρατή Πασχάλη. Στον Γιούγκερμαν λοιπόν ακούγεται μια ατάκα του συγγραφέα Καραθάνου, alter ego του ίδιου του Καραγάτση, που μου άρεσε πολύ:

Οι Έλληνες είμαστε εντελώς πεζοί και φαντασιόπληκτοι ταυτόχρονα: πεζοί στις φαντασιώσεις μας και φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας.

Εντάξει, ο αφορισμός δεν είναι παρά μια από αυτές τις συμμετρικές αντιστροφές που έκανε μόδα ο Όσκαρ Ουάιλντ. Επιπλέον, έχουμε χορτάσει από μεγαλόστομες γενικεύσεις για τους Έλληνες και τους Νεοέλληνες, πατερναλιστικού χαρακτήρα συνήθως. Τέλος, δεν μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω ως προς τι είμαστε φαντασιόπληκτοι στις δουλειές μας: έχω γνωρίσει Έλληνες που δεν δουλεύουν, Έλληνες που δουλεύουν και Έλληνες που καμώνονται ότι δουλεύουν — μήπως αυτή την τρίτη κατηγορία είχε κατα νου ο Καραγάτσης; Δεν ξέρω.

Ο καραγάτσειος / καραθάνειος αφορισμός πετυχαίνει πάντως την πεζότητα των νεοελληνικών φαντασιώσεων.

Δεν μιλάω αποκλειστικά για σεξουαλικές φαντασιώσεις, άλλωστε εκεί έχει κάνει θαύματα η υπερέκθεση στην πορνογραφία τα τελευταία είκοσι-τριάντα χρόνια. Μιλάω για τη γενικότερη ατολμία μας να φανταστούμε και να ψαχτούμε και να χαρούμε, εξαντλώντας πλέον όλη τη ρητορική μας για τόλμη και ευρηματικότητα στο πεδίο της «επιχειρηματικότητας» και τέτοιων ψευδαισθήσεων δημιουργίας.

Το συλλογικό μάγκωμά μας είναι πολλαπλής αιτιολογίας. Μπορεί να ξεκινήσει κανείς από τις πραγματείες του Νικόδημου του Αγιορείτη κατά της φαντασίας, αλλά ποιους αφορούσαν αυτές πριν τη νεορθόδοξη παλινόρθωση; Περισσότερο βαραίνουν πάνω μας η αγροτοποιμενική βαρβατίλα και βαρβαρότητα, που βεβαίως έχει επιμολύνει και τη δυσκοίλια κομμουνιστική Αριστερά μας (υπάρχει σχετικά ένα ωραίο κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη, που δεν μπορώ να βρω). Φαντασία δεν υπάρχει χωρίς ελευθερία και ελευθερία στην Ελλάδα υπήρχε και υπάρχει μόνο στις μεγαλύτερες ή στις παλιότερες πόλεις, γι’ αυτό και λοιδωρούνται τόσο πολύ. Με δυο λόγια: μας απασχολεί υπερβολικά μη μας κακολογήσουν. Αυτό είναι πρόβλημα σε μια κλειστή κοινωνία, όπου το ταλέντο γίνεται ορατό επειδή χλευάζεται.

Όλα αυτά αποτυπώνονται και στην πεζή τέχνη μας. Η τέχνη μας (του λόγου και της εικόνας) περιστρέφεται διαρκώς γύρω από θέματα ταυτότητας με τρόπο σχηματικό κι επαρχιώτικο, μούσκεμα στη δουλική διακειμενικότητα ή στην παραδοσιοκρατία. Είναι δειλή.

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία κτλ.

Η μεγάλη μετανάστευση της αφήγησης

0908icon-holy-wisdom
Ρωσικό εικόνισμα που απεικονίζει ένθρονη τη Σοφία του Θεού.

«Γιατί πια οι ιστορίες μας είναι γεμάτες ζαβούς κι ανώμαλους;»

Η συνοπτική απάντηση: επειδή μόνον αυτές οι ιστορίες μάς ενδιαφέρουν ως είδος. Από τον Γιλγαμές μέχρι όποιον σύγχρονο χαρακτήρα θέλετε.

Η λιγότερο συνοπτική απάντηση: τα ομηρικά έπη ασχολούνται με ήρωες, σκιές μιας εποχής που είχε προ πολλού εκλείψει, ινδάλματα ενός κόσμου που υπήρχε μόνον ως θαμπή ανάμνηση. Η κλασική εποχή, όταν δεν φέρνει τη σκιά του Δαρείου από τον Άδη, διηγείται ξανά και ξανά τις ίδιες ιστορίες. Ο χριστιανικός κόσμος επί χίλια χρόνια (σκεφτείτε το: χίλια χρόνια) διηγείται βίους αγίων και μέσα από την αγιολογία και τα συναξάρια προσπαθεί να φιλτράρει ολόκληρη την ανθρώπινη εμπειρία. Οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές των βίων τι είναι όμως; Σίγουρα εξαιρέσεις, άνθρωποι που δεν θα συναντήσεις εύκολα ή που δεν θα ήθελες να συναντήσεις, όταν δεν είναι βεβαίως ζαβοί κι ανώμαλοι κατά κόσμον.

Στις αφηγήσεις της εποχής μας κυριαρχούν μάλλον εύποροι και σχετικά αργόσχολοι συνήθως άντρες που έχουν απωθημένα, κενά κι αναζητήσεις. Οι υπόλοιποι και οι υπόλοιπες συνήθως είναι δευτεραγωνιστές: αξεσουάρ και πάτροκλοι, μούσες και παλλακίδες, ραζουμίχιν και πυλάδης, θεραπαινίδες και μέγαιρες, μέρλιν και νέστορες, sidekick και δωρητές, εχθροί και μαυλίστρες. Επί περίπου διακόσια πενήντα χρόνια προσπαθούμε να σουρώσουμε όλη την ανθρώπινη εμπειρία μέσα από το στραγγιστήρι του μάλλον εύπορου, ίσως νέου, σχεδόν αργόσχολου, ερωτικώς ενεργού άντρα· ναι, και της Έμμας Μποβαρύ (γι’ αυτό θα μείνει αθάνατος ο Φλωμπέρ).

Το νεοφιλελεύθερο ιερατείο θα προσπαθούσε να αντικαταστήσει τον ήρωα, τον άγιο, τον σχεδόν αστό με τον επιχειρηματία. Δεν φαίνεται να τα καταφέρνει. Ίσα ίσα, μέσα από το παραπόρτι της επιστημονικής φαντασίας και του fantasy, χάρη στο σινεμά και στην πορνογραφία, οι αφηγήσεις μας γέμισαν αληθινά ζαβές και ζαβούς καθώς και χαρακτήρες που η τρεχάμενη ηθική έχει για ανώμαλους κι ανώμαλες ενώ λάμπουν μέσα από τη μοναδικότητα της εμπειρίας τους ή του αγώνα της ψυχής τους εναντίον του κόσμου.

Κι έτσι στις ιστορίες μας μεταναστεύουν σιγά σιγά τρυφεροί μοιχοί, ευτυχισμένες μοιχαλίδες, ελεύθερες γυναίκες, ασκητικές ποιήτριες, γυναίκες που ηγούνται και που πολεμούν, κορίτσια που ξέρουν τι θέλουν και δεν περιμένουν τον κάθε πρίγκηπα της ψώλας, γυναίκες που άρχουν με αγάπη, κακιές μάνες, γαμιόλες και καριόλες που ευτυχούν κι ανθίζουν, αγιασμένες αλαφροΐσκιωτες, ευαίσθητοι γκέι, νταβραντισμένοι γκέι, γκέι δάσκαλοι, εξημερωμένοι γκέι, ευτυχισμένοι γκέι που δεν θα πεθάνουν στο τέλος, ιντερσέξ στη γειτονιά, ιντερσέξ εργαζομενοι (κι όχι μόνο τσιρκολάνοι και καλλιτέχνες), τρανς γυναίκες που την παλεύουν και προχωρούν, τρανς άντρες που δεν ασχολούνται με το παρελθόν τους νυχθημερόν, ευτυχισμένα πρεζόνια και στοχαστικοί αλκοόλες, πεισματάρικα ΑμεΑ, ΑμεΑ που έχουνε γραμμένες τις ανάγκες τους και κάνουν ό,τι έχουνε να κάνουν — και πάει λέγοντας. Δεν είναι πια ο Άλλος της αφήγησης μόνο κακός ή εξεγερμένος ή στο περιθώριο· ποτέ ξανά.

Μπορεί λοιπόν να κλείνουνε ξανά οι κοινωνίες γύρω μας αλλά οι ιστορίες μας έχουν ανοίξει αμετάκλητα, τώρα που τις κατοικεί ένα τόσο πολύχρωμο και πολύτροπο πλήθος.

Ein Ding an sich, my ding-a-ling

Screen Shot 2018-12-07 at 11.03.44 PM
Uroboros and Sisyphus του pakowacz

Πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι τα κείμενα κάποιων ανθρώπων είναι τα κείμενά τους και μόνο και τίποτε παραπέρα. Τα κείμενα αυτά δεν μιλούν για κάτι έξω από αυτά, δεν λένε τίποτα, δεν εξηγούν κάτι, δεν επιθυμούν να φωτίσουν ή να ερμηνεύσουν τίποτα· υπάρχουνε μόνο και μόνο για να υπάρξουν ως κείμενα. Περιέχουν τον σκοπό τους ή μάλλον αποτελούν τα ίδια τον σκοπό τους.

Υπάρχουνε λοιπόν με έναν τρόπο γνήσια αυτοαναφορικό: δεν μιλάνε για τον συντάκτη τους παρά στέκουν και δικαιολογούν την ύπαρξή τους μόνον ως κείμενα που υπάρχουν.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, κείμενα που ανήκουν σε αυτό το κειμενικό είδος, για το οποίο δεν υπάρχει όνομα, θα ξεστρατίσουν και θα μπούνε στον πειρασμό να υπαινιχθούν με τον αναιμικότερο δυνατό τρόπο πόσο σημαντικά πρέπει να είναι για να τα έχουν συντάξει εκείνοι που τα έγραψαν. Είναι απαραίτητο η αυτοπροβολή αυτή να γίνει με τον διακριτικότερο δυνατό τρόπο, αφού πρόκειται για αυτοπροβολή όχι του γράφοντος (προς Θεού!) αλλά του ίδιου του κειμένου και όσων το χαρακτηρίζουν: της σοφίας, της λιτότητας, της αρμονίας, της τάξης και της άτεγκτης ορθότητάς του τελικά.

Με άλλα λόγια, αυτά τα κείμενα υπάρχουν όχι μόνον ως κείμενα που υπάρχουν αλλά και ως βαρυσήμαντα κείμενα (τα οποία βεβαίως υπάρχουν). Δεν υπάρχει καν λόγος να διαβαστούν, αφού αρκεί το ότι υπάρχουν, ότι έχουν γραφτεί.

Με δυο λόγια: μερικά κείμενα είναι απλώς τα κείμενα κάποιων ανθρώπων.

(Προ)καταλήψεις

antifa

Δεν ξέρω αν όντως ο Μπένιαμιν έγραψε ότι πίσω από κάθε φασισμό κρύβεται μια αποτυχημένη επανάσταση (όπως λέει ο Ζίζεκ), αλλά γίνεται να μας εκπλήσσει η οικειοποίηση κινηματικών τακτικών και δράσεων από τους φασίστες; Αυτή η «καταστολή από τα κάτω» είναι μέρος του ορισμού του τι είναι φασισμός.

Μιλώντας για τακτικές και δράσεις, ας ξεκινήσουμε με τις καταλήψεις που οργανώνουν φασίστες με αφορμή για το Μακεδονικό. Οι καταλήψεις είναι μέσο, καθεαυτές δεν αποτελούν προνόμιο των κοινωνικών κινημάτων. Επίσης, για δεκαετίες γίνονται σοβαρές καταλήψεις, λιγότερο σοβαρές καταλήψεις, γίνονταν και καταλήψεις-βανδαλισμοί. Κανείς «προοδευτικός άνθρωπος» δεν ήτανε πρόθυμος να κριτικάρει τις καταλήψεις-βανδαλισμούς ούτε ήθελε να ζυγίσει και να αξιολογήσει τις καταλήψεις εν γένει με γνώμονα τα αιτήματά τους. Καταλήψεις είναι; Καλές είναι. Ε (και) αυτή η πλάνη μάς τελείωσε.

Η ταραχή κι η φρίκη που προκαλεί η εικόνα σχολείων κατειλημμένων από φασίστες ενισχύεται από το γεγονός ότι είμαστε παιδιά μεγαλωμένα με Ελευθεροτυπία. Αντιλαμβάνομαι ότι η Ελευθεροτυπία είναι αντικείμενο νοσταλγίας ή και στοργής για πολλούς, ενδεχομένως ως μετωνυμία της νιότης τους. Ταυτόχρονα πρέπει να αναγνωρίσουμε όμως ότι η Ελευθεροτυπία αφενός χρησιμοποιούσε το ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς ως επιχείρημα κι υπενθυμίζω ότι αυτό λέγεται φαρισαϊσμός: «είμαι καλύτερος από εσένα άρα έχω δίκιο», αφετέρου καλλιέργησε μέχρι ναυτίας τη λατρεία της νιότης και τον φετιχισμό των «δεκαεξάρηδων» που έσωζαν την τιμή των κινημάτων με τον αγνό δυναμισμό τους και την ασθενική πολιτικοποίησή τους την εποχή τω μεγάλων σχολικών καταλήψεων. Γιατί αυτό ήθελε η καθ’ ημάς gauche caviar: πολιτικοποίηση αλλά όχι πολύ ταξική, δυναμική αισθητική πολιτικού μάρκετινγκ και ακτιβιστική λάμψη στα μάτια, προσηλυτισμό στη λατρεία της νιότης: «οι δεκαεξάρηδες δεν μπορούν να κάνουνε λάθος». Κι ας γρύλλιζε αποδοκιμαστικά μέσα στη στριφνή κι απάνθρωπη συλλογική σοφία του το γερονταριό του Περισσού.

Η Ελευθεροτυπία όμως είναι το μικρότερο από τα προβλήματά μας. Η προφανής γενίκευση είναι ότι όποιος σπέρνει εθνικισμούς θερίζει φασισμούς. Τελεία. Ο εθνικισμός έπαψε να λειτουργεί ως εργαλείο το 1933, άντε το 1945. Έκτοτε είναι τοξικό απόβλητο, το οποίο τα κράτη που χτίστηκαν με αυτόν πλασάρουνε για λίπασμα. Ταυτόχρονα η πατριωτική Αριστερά, κάτι ανρχορθόδοξοι, κάτι μπααθιστές παλαιοπασόκοι αλλά και το ίδιο το τιμημένο ΚΚΕ, αυταπατώνται ότι ο εθνικισμός μπορεί να ξαναγίνει εργαλείο αποσυναρμολόγησης της ιμπεριαλιστικής παγκοσμιοποίησης — σαν να λέμε ότι θέλουν με ένα ψόφιο μουλάρι στις ράγες να σταματήσουν το τραίνο που έρχεται κατά πάνω τους. Ακόμα και αν δεν έχουν τέτοιες ψευδαισθήσεις, οι πατριωτικώς αριστεροί επιμένουν ότι δεν πρέπει «να αφήσουμε τον πατριωτισμό στους δεξιούς». Σωστά, όπως δεν τους αφήσαμε την Ορθοδοξία με τα νεορθόδοξα ανανεωτικά καμώματα της δεκαετίας του ’80, και τώρα δεν ξέρουμε πού να ανακόψουμε την επέλαση των δεσποτάδων. Με δυο λόγια: δεν μπορούμε να περιχωρήσουμε οτιδήποτε και κάποια πράγματα καλό είναι να τα αφήνουμε σε αυτούς που τους εξυπηρετούν και οι οποίοι παλαιοθεν τα χρησιμοποιούν για να κηδεμονεύουν τον κόσμο.

Κι έτσι έχουμε πια και πορείες και καταλήψεις και μοίρασμα φέιγ βολάν από φασίστες και ναζί (όταν δεν δέρνουνε και δεν σκοτώνουν κόσμο). Γιατί, είπαμε, το αντικίνημα και η «καταστολή από τα κάτω» βρίσκονται στην καρδιά του φασισμού.

Παράλληλα έχουμε τους συνήθεις νηφάλιους και ισαποστασάκηδες που αντί να αναδείξουν τον ρολο σε όλα αυτά του εθνικισμού που μας ταΐζουν τα σχολεία και τα κανάλια, τα βάζουν με την πολιτικοποίηση των νέων. Αυτοί οι εγχώριοι centrists, οι πτωχοί ακροκεντρώοι, ζούνε κι αναπνέουν με το όραμα μιας ιδανικής κοινοβουλευτικής νηνεμίας στην οποία κανείς δεν απεργεί, κανείς δεν διαμαρτύρεται, κανείς δεν συναθροίζεται δημοσία παρά μόνο για να γιορτάσει την πολύχρωμη αγάπη (ανώδυνα, σεμνά και απολίτικα) ή για να τρέξει τον Αυθεντικό Μαραθώνιο. Άπαξ και αναθέσαμε την εξουσία και την ελπίδα και τη ζωή μας σε ένα ατελές αντιπροσωπευτικό σύστημα πρέπει κατ’ αυτούς να αποσυρθούμε από τα κοινά και να συζητάμε πολιτικά πολιτιζμένα με καλούς φίλους τρώγοντας μακαρονάδες και τηγανητές  πατάτες, πίνοντας εκλεκτά κρασιά ή γκομενίζοντας όλο έπαρση. Μέχρι εκεί. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας νηφάλιος αφυψηλάτορας δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει υλική επισφάλεια στον βίο του.

Οι καταλήψεις από εκκολαπτόμενους εχθρούς της Δημοκρατίας και τους υποκινητές τους είναι εδώ. Η κανονικοποίηση του φασισμού προχωρεί: όχι μόνο έχει σηκώσει κεφάλι αυτό το 20% που μας λερώνει, αλλά είναι το σκοτεινό αντικείμενο του εκλογικού πόθου εκ μέρους μιας βαθιά ανεύθυνης ΝΔ υπό την ηγεσία ενός ολίγιστου κι ασυνάρτητου γόνου που θαρρεί πως το πολιτικό μάρκετινγκ φτιάχνει ηγέτες. Είναι πλεόν σοβαρό το ενδεχόμενο να μας σβερκωθεί και στην Ελλάδα ο νεός φασισμός, που θα δουλεύει μέσω μιας προσχηματικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: δεν χρειάζεσαι τανκς αν στέλνεις τους φασίστες στη Βουλή να νομοθετήσουν.

Τι μπορούμε να κάνουμε; Ο γερμανικός λαός, αφήστε κατά μέρος την ηγεσία του, μας δείχνει τον δρόμο γιατί και αντιφασιστική κουλτούρα κι εμπειρία διαθέτει και (αντίθετα με εμάς και το απερινόητο μεγαλείο μας) διάθεση αυτοκριτικής και αυτοσαρκασμού: μαζικές αντισυγκεντρώσεις παντού όπου τους βρούμε (και λίγο μπερντάχι πού και πού)· wir sind mehr!

Ώπα λίγο

Die Nacht, Ferdinand Hodler, 1890
Die Nacht — Ferdinand Hodler (1890)

Παιδιά, παιδιά! Παιδιά συνήθως αρσενικά, ιδίως άνω των 40 και κάτω των 25, που είμαστε κι επιρρεπή σε αυτά: ούτε οι διαψεύσεις μας, ούτε οι ματαιώσεις μας, ούτε οι απογοητεύσεις μας μας κάνουνε σοφότερους, ούτε καν πιο κωλοπετσωμένους. Αν ήταν έτσι, θα ήμασταν όλοι οι άνθρωποι πάρα μα πάρα πολύ σοφοί.

Όμως, σόρυ: καρπαζιά, χυλόπιτα, καζούρα, κακές συναναστροφές και grandes illusions έχουμε φάει όλοι και όσοι τάχα λένε πως δεν έχουνε φάει δεν το διαβάζουν αυτό γιατί με μαλάκες δεν μιλάω.

Οι διαψεύσεις, οι ματαιώσεις, οι απογοητεύσεις στην καλύτερη περίπτωση μας κάνουνε να εκτιμάμε την ιαματική απάτη του αλκοόλ (o altra cosa), στη χειρότερη μας κάνουν ξινούλη υπεράνογλου. Σοφούς μας κάνει ο πόνος που διαπραγματευτήκαμε μαζί του και τον απαλύναμε και ο διαρκής φωτισμός της λίγης ευτυχίας που μας αναλογεί.

Σταυροφόροι του αθεϊσμού

22095970_1661235557253913_3868499515632250661_o

 

Μου φαίνεται όλο και περισσότερο ότι ο μαχητικός αθεϊσμός είναι τζάμπα μαγκιά, ένας τρόπος να δείχνεις πως «αντιστέκεσαι» χωρίς η τάχα αντίστασή σου να έχει κανενός είδους ανατρεπτικό χαρακτήρα, πολύ περισσότερο χωρίς να αφορά την ελευθερία, την αξιοπρέπεια ή τις υλικές συνθήκες του βίου κανενός.
 
Αντίθετα με όλες τις άλλες μορφές καταπίεσης και συλλογικής ανοησίας, τη θρησκεία μπορείς να την πολεμήσεις περιφρονώντας την, συνήθως απλώς αγνοώντας την. Στα κοσμικά κράτη όπως η Ελλάδα, μπορεί να επιλέξεις να μην ασχολείσαι μαζί της όπως μπορείς να επιλέξεις να μην ασχολείσαι με το ποδόσφαιρο, τα ριάλιτυ ή την πορνογραφία.
 
Ενδεχομένως να χρειαστεί να συμμετάσχεις σε κάποιες τελετουργίες της θρησκείας όσο ζεις, κυρίως για λόγους κοινωνικής συμμόρφωσης. Ωστόσο σε αυτό οι θρησκευτικές τελετουργίες δεν διαφέρουν από κάθε λογής δημόσιες εκδηλώσεις και τελετές που μας κάνουν να πλήττουμε ή που προσβάλλουν τη νοημοσύνη μας και το πορτοφόλι μας. Σε κοινωνίες όπως η δική μας η θρησκεία καθαυτή είναι απλώς ενοχλητική, ένα ψέμα που ελάχιστοι πιστεύουν και πολλοί επικαλούνται ώστε να ποδηγετούν τους αφελείς και τους πονεμένους.
 
Ναι λοιπόν, βεβαίως και επηρεάζει αρνητικά η θρησκεία το πώς αντιδρά και συμπεριφέρεται μέρος της κοινωνίας, όμως σε αυτό δεν διαφέρει από κάθε λογής προκατάληψη και ιδεολογία, από κάθε ψευδή αναπαράσταση του κόσμου ή από ανεξέταστα αντανακλαστικά. Να το πω κι αλλιώς: από τον σεξισμό, τον καπιταλισμό, την ετεροκανονικότητα, την ξενοφοβία, τον εθνικισμό, τον αντιδιανοουμενισμό κτλ. και δεν ξεφεύγεις και κάθε ένα από αυτά ενδέχεται να σου καταστρέψει τη ζωή. Κάτι τέτοιο όμως δεν ισχύει για τη θρησκεία αν δεν ζεις λ.χ. στο ανεμοδαρμένο κωλοχώρι του Breaking the Waves ή κάπου παρόμοια.
 
Όσοι είναι άθεοι και δεν έχουν το μικρόβιο του πατερναλισμού και του πουριτανισμού, μικρόβια που προσβάλλουν λ.χ. πολλούς βίγκαν και αρκετούς καθαρούς αριστερούς («καθαρούς» κατά το γνωστό purus asinus) θα πρέπει να αναγνωρίσουν ότι στον κόσμο μας (όσο κρατήσει) αρκεί να είσαι άθεος ηρέμα και να πολεμάς τις συνέπειες κάθε φανατισμού.
 
Με άλλα λόγια, έχοντας επίγνωση ότι όσο θα υπάρχει πόνος και θάνατος θα υπάρχει θρησκεία, είτε οργανωμένη είτε δοξασίες και μαγιλίκια, θα πολεμήσει κανείς τη ρητορική μίσους κάθε Αμβρόσιου αλλά δεν έχει νόημα να προσπαθεί να αναιρέσει την αειπαρθενία της Θεοτόκου ή το τριαδικό δόγμα ή την υπερβατικότητα του Θεού ενώπιον των πιστών. Δεν υπάρχει λόγος και δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα: ο πιστός θα πιστέψει επειδή θέλει να πιστέψει και θα αγνοήσει τα δεδομένα επίσης επειδή το θέλει.
 
Δυστυχώς η θρησκεία δεν είναι το πρόβλημά μας. Λόγου χάρη, η κλιματική αλλαγή προκαλείται όχι από φανατικούς θρησκειών, ούτε καν από ανθρώπους που αρνούνται ή σνομπάρουν την επιστήμη επί της αρχής, παρά από ελίτ που προτιμούν να δανειστούν ασυλλόγιστα από τις αμέσως επόμενες γενεές (και να την κάνουνε για Άρη ή για τα ντελούξ λαγούμια τους).
 
Ακόμα χειρότερα, φανατισμός που δεν αποσκοπεί σε υλικό συμφέρον αλλά ούτε διαθέτει θρησκευτικό υπόβαθρο αφήνει χιλιάδες παιδιά ανεμβολίαστα κι αναζωπυρώνει ξεχασμένες επιδημίες. Ειδικά το θέμα του εμβολιασμού θυμίζει το πώς νομοθετήθηκε η ζώνη στην οδήγηση: αφού είδαν κι απόειδαν τα κράτη προσπαθώντας να μας εκπαιδεύσουν και να μας ενημερώσουν — περίπου όπως οι άθεοι σταυροφόροι κραδαίνουν την τσαγέρα του Ράσελ — τελικά αποφάσισαν να σώσουν ζωές θεσπίζοντας πρόστιμα.