Η άχαρη γυμναστική του σεξ

Όταν ήμουν μικρός το γαλλικό μυθιστόρημα έχαιρε πολύ μεγαλύτερης εκτίμησης απ’ όσο σήμερα. Ιδίως κάτι μυθιστορήματα με ήρωες εύπορους αστούς που τους κατατρύχουν ασαφή υπαρξιακά αδιέξοδα — πολύ πριν τις εστέτ μισανθρωπίες του Ουελμπέκ δηλαδή.

Όταν ήμουν μαθητής είχε πέσει στα χέρια μου η Οικογένεια Εγκλετιέρ του Ανρί Τρουαγιά. Η υπόθεση ήταν απλή σε γενικές γραμμές αλλά θυμάμαι μόνο την ατάκα πατέρα προς γιο να μη σιχαίνεται το αίμα γιατί δεν υπάρχει τίποτε πιο καθαρό από το αίμα, μια θεία σε ρόλο μητρικής φυσιογνωμίας και μια πιστή καθολική φοιτήτρια που τα είχε με ένα πιστό καθολικό παλληκάρι και πήγαιναν μαζί σε περιπάτους κι εσπερινούς (κάτι που θα ζούσα αργότερα με μια λουθηρανή αλλά τεσπά). Το ζεύγος, στο πρότυπο των αγνών νιάτων, δεν είχε ερωτικές σχέσεις, μάλιστα τότε δεν έκαναν ζαβολιές με δακτυλισμούς και καταγλωττισμούς τα αγνά νιάτα. Βεβαίως η πιστή κοπέλα τελικά κερατώνει τον ευσεβή νέο με κάποιον εμιγκρέ καθηγητή της — ή κάτι τέτοιο. Μετά την πλησμονή και κένωση παραπονιέται για την «άχαρη» ή «κωμική» γυμναστική που είναι η ερωτοπραξία — και γενικώς μελαγχολεί μετά.

Έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους που αισθάνονται ότι η ίδια περίπτυξη, το old in-and-out, το γαμήσι τέλος πάντων, έχει κάτι το αντιαισθητικό καθεαυτό. Και για αυτούς η ερωτική πράξη μοιάζει σαν αντιαισθητική γυμναστική, την αντιλαμβάνονται σαν το σπασμωδικό κι επαναλαμβανόμενο μπρος-πίσω που κάνουν οι φιγούρες στο θέατρο σκιών ή, άλλοι, ως κάτι δεμένο πάνω στα κρουστά ρυθμικώς αφελούς μουσικής. Οι διατάσεις και οι επικύψεις, οι τανύσεις και οι εκτάσεις, οι γονυκλισίες και τα σπαγγάτα τούς θυμίζουν όντως άχαρη γυμναστική. Χώρια όλα τα άλλα βεβαίως: τα σάλια και τα λοιπά υγρά, οι λαβές και οι θηλασμοί και χώρια όσα λέγονται κι ακούγονται.

Δεν πρόκειται απαραιτήτως για ανθρώπους που φοβούνται ή σιχαίνονται τη λάγνευση και τις συνέπειές της. Πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για ανθρώπους με κάποιο «πρόβλήμα», όπως συνηθίζουμε να διαγινώσκουμε τους διαφωνούντες και αλλόνιωθους. Μάλλον όσοι βρίσκουνε το σεξ κωμικό κι άγαρμπο συνήθως προτιμούν όσα γίνονται αλλά δεν λέγονται ή και δεν αναπαρίστανται γενικότερα. Όπως δεν θα ήθελαν να ξέρουν πώς αντιδρούν ή τι γκριμάτσες κάνουν όταν παρακολουθούν κάτι που τους συναρπάζει, άλλο τόσο δεν θέλουνε να ξέρουνε πώς παράγονται μαζί τους ηδονές και οργασμοί. Ανθρώπινο κι αυτό, βεβαίως.

Αν και δεν ανήκω στους παραπάνω, αλλά και χωρίς να εξιδανικεύω το σεξ σαν Ιταλός σκηνοθέτης σοφτ πορνό, τους νιώθω τελικά: δεν είμαστε πολύ εξοικειωμένοι με την εικόνα ή την αλληλουχία του γαμησιού (ούτε καν με την ορολογία του), ενώ η σωματικότητα παραγκωνίζεται ακόμα και από τα εξόχως αισθητά, αφού η αναπαράσταση του έρωτα περιορίζεται συνήθως στο πριν, στην αλληγορία ή τη μετωνυμία και στο μετά. Επίσης σχεδόν κανείς μας δεν αισθάνεται απολύτως ικανοποιημένος με την εικόνα του σώματός του — εκτός βεβαίως από κάτι απάλευτα πληκτικούς νάρκισσους, αρσενικούς και θηλυκούς, που περιπτύσσονται σαν γκιφάκια ή σαν κουρδιστά κουνέλια καθώς μπανίζουν την κορμάρα τους σε καθρέφτες κι οθόνες.

Αποφθέγματα

Οι παγκόσμιοι νόμοι της έλξης

Πρώτος νόμος: Όλοι οι άνθρωποι είμαστε πολυγαμικοί μέχρι αποδείξεως του εναντίου κατά περίπτωση.

Δεύτερος νόμος: Μετά από χρόνο t όλες οι σχέσεις τείνουν ασυμπτωτικά προς το it’s complicated.
Τρίτος νόμος: Ούτε η αγάπη ούτε το σεξ είναι ικανές ή αναγκαίες συνθήκες για διαρκείς και ευτυχισμένες σχέσεις.

*

Οι δύο όροι της ευτυχίας

Α.
Κάθε εποχή ευτυχίας περιέχει ένα πικρό κουκούτσι τρυφερής μελαγχολίας. Ίσως η ευτυχία να δένει γύρω του όπως το μαργαριτάρι γύρω από έναν κόκκο άμμου.

Β.
Τελικά μαθαίνεις, ποτέ ικανοποιητικά, πώς να είσαι ευτυχισμένος, ασχέτως αν τα καταφέρνεις να είσαι ευτυχισμένος. Μετά ενηλικιώνεσαι και σε απασχολεί να κάνεις ευτυχισμένους τους άλλους, κάτι που είναι ευκολότερο.

Η αβάσταχτα κολωνακιώτικη ποίηση της Λίνας Νικολακοπούλου

Είναι κάπως αλλόκοτο που κάθε τόσο κράζουμε τον Σαββόπουλο, και δικαίως τον κράζουμε, αλλά ότι η Λίνα Νικολακοπούλου βρίσκεται στο απυρόβλητο. Η προαναγγελία αυτού εδώ του σημειώματος στο φέισμπουκ αντιμετωπίστηκε και με συγκατάβαση και με απορία για τη στριφνότητα ή και την αμάθειά μου.

Αλλά πάμε από την αρχή.

Ανοικείωση all over my body

Η Λίνα Νικολακοπούλου έχει γράψει τραγούδια που επάξια κέρδισαν τη θέση τους μέσα στον Κανόνα της ελληνικής στιχουργίας. Ποια είναι και πόσα είναι αυτά τα τραγούδια ούτε με νοιάζει ούτε με αφορά. Πολλά τραγούδια της, συνήθως τα λιγότερα γνωστά και όχι απαραιτήτως ερωτικής θεματολογίας, είναι λυρικά με τρόπο μετριασμένο και ψύχραιμο στα όρια του ρίγους.

Η Λίνα Νικολακοπούλου είναι επίσης επίγονος του Νίκου Γκάτσου, στη διαρκή προσπάθειά της να στοκάρει το κενό μεταξύ λαϊκού στίχου, ποπ στίχου, ελαφρού στίχου και μελοποιημένης ποίησης. Η μέθοδός της στο στοκάρισμα θυμίζει παλιό καλό Cole Porter και λέγεται ανοικείωση: σπάσιμο των συμφράσεων («παραδέχτηκα ζωή και θάνατο», το σχεδόν πια δόκιμο «θα πάθεις έρωτα»), διάψευση κειμενικών προσδοκιών («ηφαίστειο… εφτά γενιές σβηστό»), απρόσμενες παρηχήσεις και ρίμες («βύσματα / πείσματα», «λοιπόν / ντεπόν»).

Η μέθοδός της βασίζεται τόσο στέρεα στην ανοικείωση, που πριν χρόνια ο Μπαμπινιώτης επαίνεσε την ποίησή της ακριβώς για αυτόν τον λόγο. Σε αυτό ο δάσκαλος ακολούθησε τους Ρώσους φορμαλιστές που θεωρούσαν ότι η λογοτεχνική έκφραση ισούται με την ανοικείωση. Αν αυτό βεβαίως ίσχυε, αν λογοτεχνία ήταν η ανοικείωση, τότε η Κική Δημουλά, που ανοικειώνει κατά κόρο και κατ’ εξακολούθηση, θα ήταν η δύσθεώρητη κορυφή της ελληνικής ποίησης, γνώμη που δεν συμμερίζονται όλοι. Επειδή όμως ο τελευταίος που εκίνησε την πτέρναν κατά της Δημουλά βρέθηκε στες κάμαρες τες κρυφές (όχι της ηδονής δυστυχώς), ας το θέσω ως εξής: αν η ανοικείωση συνεπαγόταν λογοτεχνία, τότε αυτό θα ήταν ποίηση:

Μοιραία σού αποστέλλω μυθοποίηση
μα εσύ αναμηρυκάζεις απόξεση,
λαξεύω τις στιγμές τις βαρθολίνειες
με σύκα για να πήξω νέα ποίηση·
στον δρόμο κατευνάζονται δικαιοπραξίες πειθήνιες
που βρίσκουν τις ζωές μας με πρόστυχη τόξευση.

Βεβαίως το παραπάνω μπορεί και να περάσει για ποίηση, αλλά κάνω μια στάση εδώ, παίρνω μιαν ανάσα και σας παραπέμπω στον miglior fabbro για τα περαιτέρω.

Η μανιέρα λοιπόν στη Νικολακοπούλου έχει τρεις λειτουργίες. Την πρώτη την υπαινίχθηκα: υποκαθιστά με γλωσσικά μέσα τα ποιητικώς λοξά κεντήματα της μελοποιημένης ποίησης: αντί για φέρτε μου ένα μαντολίνο και μετά θα γίνω κρίνο, για μύρισε το σκοτάδι κι όλη η Άβυσσο, για τα ματόκλαδά σου λάμπουν σαν τα λούλουδα του κάμπου ή και αντί για η οθόνη βουλιάζει έχουμε να ‘ταν η χαρά οικόπεδο, έχουμε εγώ το φως μετάλαβα κι εκεί σε πάει η καρδιά συνήθως, έχουμε μια πίστα από φώσφορο. Με άλλα λόγια: η ανοικείωση σε επίπεδο λεξιλογικό και συντακτικό υποκαθιστά, εν μέρει επιτυχώς, τη λοξή ματιά της ποίησης.

Η δεύτερη λειτουργία της ανοικειωτικής μανιέρας είναι να «ανοίγει» το τραγούδι ώστε ο καθένας να ακούσει και να βρει μέσα του αυτό που τον τρώει ή έστω αυτό που του ταιριάζει. Βεβαίως όσοι θέλουν να ανοίγουν πολύ όσα γράφουν και να εξακτινώνουν το νόημα των κειμένων τους πρέπει να προσέχουν μην τους ξεφύγει από την πολλή εξακτίνωση και το νόημα από πανανθρώπινο καταντήσει ασαφές ή από χρησμός καταντήσει ωροσκόπιο. Επίσης, στην περίπτωση της Νικολακοπούλου, ενίοτε δεν βγάζεις άκρη από την πολλή ανοικείωση:

Αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο
θα σου ‘φτιαχνα μια πίστα από φώσφορο
με δώδεκα διαδρόμους
δώδεκα τρόμους
με βύσματα κι εντάσεις φορητές
με πείσματα κι αεροπειρατές
Πίστα χορού, αεροδρομίου ή παιχνιδιού; τρόμους, βύσματα (η πίστα) και εντάσεις φορητές;
κοιμήσου εδώ προσωρινά
κι αν ρίξει χιόνι στα ορεινά
θα πούμε το πιστεύω.
 Ε; Γιατί;
Το φεγγάρι απ’ τη μια
και του κόσμου η ζημιά
βάλαν βέρες
Τι δηλοί εδώ το φεγγάρι;

Και πάει λέγοντας.

Η τρίτη λειτουργία της ανοικειωτικής μανιέρας και του παιχνιδιού με τη γλώσσα είναι να ξεσκίζει (με την κακή έννοια) ωραία κατά τα άλλα τραγούδια, για να γίνει το ρεφραίν πιο διανοητικά τσαχπίνικο. Παράδειγμα, το Υπερωκεάνειο, το οποίο ξεκινάει με ένα από τα πιο ιδιοφυή κουπλέ που έχουνε γραφτεί ποτέ στα ελληνικά:

Τόσο καπνό που πίνω μέσα μου
άμα τον είχα ταξιδέψει,
θα ‘χα γυρίσει όλη τη γη
από τη νύχτα ως την αυγή
παρά που λες πως μ’ αγαπάς
να ‘χα πιστέψει.
Και μετά…
Γιατί τώρα είναι σπάνιο
να ξοφλήσω το δάνειο
που ‘χα πάρει απ’ το χθες
για να ελπίζω

Ο σολοικισμός, προκειμένου να της βγει ο ακκισμός, είναι τρομακτικός. Τι διάολο σημαίνει «είναι σπάνιο να ξοφλήσω το δάνειο»; Πώς κατάφερε να συντάξει αυτόν τον αχταρμά με το μη-εξακολουθητικό ξοφλήσω να κάνει παρέα στο σπάνιο; Γιατί; Γιατί; Και μετά τι γυρεύουν στο τραγούδι οι Παναγιές του Νοτιά, εκτός από βλαστήμιες αγανακτισμένου ακροατή; Γιατί;

Άλλο ένα παράδειγμα μόνο, αφήνοντας στην άκρη περιπτώσεις όπως το είτε ευτελές είτε μυστηριώδες ρεφραίν «Το πάθος που διώκεται / δεν πάει να επιδιώκετε / εσείς θα βγειτε λάθος»: στο κατά τ’ άλλα οκέι ερωτικό τραγούδι «Καρδιά μου εγώ» υπάρχει πάλι ένα ρεφραίν ογκόλιθος:

Καρδιά μου εγώ, φωτιά μου εγώ
στεριά μου εγώ, νύχτες βουνά.
Φιλιά μου εγώ, σταλιά μου εγώ
παλιά μου εγώ, παντοτινά.

Οκέι, αν το πιάσει κανείς φιλολογικώς βγάζει άκρη με «τα παντοτινά παλιά εγώ», ως αντιλογία τον Λύκο της Στέππας του Έσσε, ξέρω γω. Το υπόλοιπο; σουρεάλ νηών κατάλογος: εγώ καρδιά και φωτιά (νταξ), στεριά (!), νύχτες βουνά (;;;). Φιλιά εγώ (οκέι πάλι), σταλιά (από τι;).

Ε και;

Η ανοικειωτική μέθοδος της Νικολακοπούλου, που πατάει κυρίως στη γλώσσα κι όχι στα νοήματα, στις εικόνες κτλ., είναι η μανιέρα που έχουνε ξεσηκώσει πολλοί από το έντεχνο καθώς και στρατιές ποιητιζόντων μπαλαντιστών και σοφτροκάδων (που δεν θα κατονομάσω, αλλά τους ξέρετε). Στο κενό, ή τη ρωγμή, μεταξύ λαϊκού στίχου, ποπ στίχου, ελαφρού στίχου και μελοποιημένης ποίησης που έκανε το στοκάρισμά της η Νικολακοπούλου ήρθανε και κάρφωσαν κορνίζες και (δυστυχώς) εικονίσματα ένα σωρό παιδιά που δεν έχουν τη μαστοριά της στο στοκάρισμα. Για αυτό δεν φταίει η ίδια, παρά η τεράστια επιτυχία της.

Πού οφείλεται όμως η επιτυχία της; Σίγουρα και στους υπόλοιπους συντελεστές των τραγουδιών της. Σίγουρα επειδή κάλυψε με στόκο το κενό μεταξύ των πρωτεϊκών μπουζουκονταγλάν, της αφρώδους ποπ σάχλας και του Άξιον Εστί. Αλλά και γιατί έπιασε μια άλφα διάθεση, το ιδεώδες μιας συγκεκριμένης εποχής.

Η διάθεση αυτή είναι αυτή της χωρισμένης μεσοαστικής ψυχής που κυκλοφορεί στη Σκουφά. Σκεφτείτε το Διθέσιο. Κάποιος ή κάποια αγοράζει ένα διθέσιο και του πειράζει κινητήρα και πλαίσιο (άρα γκαφρά) και μετά οδηγεί μάλλον αεροπλανικά και ίσως αλκοολικά μα πάντως επικίνδυνα. Γραμμένο το 1997, αυτό το τραγούδι μάς μεταφέρει στην καρδιά της Εποχής του Σημίτη. Παρόμοιους συνειρμούς δημιουργεί το Μακό του 1991: κάποια ή κάποιος κλείνεται σπίτι λόγω χωρισμού (άρα δουλεύει π.χ. στο γραφείο της μαμάς ή στο μαγαζί του μπαμπά, οπότε μπορεί να λουφάρει), πληγώνει το καινούργιο παρκέ (το έχω πάθει κι εγώ με τακούνια) και παίρνει κομμένο ντεπόν για να κοιμηθεί — εδώ μάλλον υπνωτικά, πονστάν ή μπουσκοπάν ήταν, εξού και οι δυο φωτιές στο ταβάνι όταν την ακούς, αλλά δεν έβγαινε η ρίμα με το «λοιπόν».

Αυτή η φωνή είναι απαράλλαχτη στη μεγάλη πλειοψηφία των τραγουδιών της Νικολακοπούλου: κολωνακιώτικοι καημοί ανθρώπων που συχνάζουν στα σεμινάρια της Μαριάννας Κορομηλά και πάνε να δούνε τον Τζούμα να πίνει καφέ στο Φίλιον (πρώην Ντόλτσε), ασχολούνται με γκομενικά, μετοχές κι εκσυγχρονισμό ενώ βρίσκονται σε μια διάθεση λίγο πέρα από το Νίτρο, το Κλικ και το Μαξ.

Δεν είναι τυχαίο ότι κάποια σπουδαία τραγούδια της Νικολακοπούλου (όπως η Ζελατίνα ή το Σίδερο με ατμό) μιλάνε για κάτι έξω από αυτή την άθραυστη φούσκα.

Κατά της μεθόδου

Παλιότερα οι συμβουλές για τα αισθηματικά, για τις σχέσεις και για το σεξ ήταν εξατομικευμένες και προσωπικές. Στα ραδιόφωνα και στα νεανικά περιοδικά ούτε τα προβλήματα προς επίλυση ήταν πάντοτε πραγματικά ούτε οι γνωμοδότες απαραιτήτως προσεκτικοί ή καταρτισμένοι. Όμως απαντούσαν προσωπικά και σε συγκεκριμένα ψευδώνυμα ερωτήματα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αυτό άλλαξε: περιοδικά όπως το Κλικ, το Κοσμοπόλιταν, το Μαξ και άλλα εγκαινίασαν στήλες με τη ρουμπρίκα «Σεξ» και «Σχέσεις». Αυτές περιείχαν χρήσιμες πληροφορίες κυρίως για το σεξ ανεξαρτήτως τίτλου, π.χ. πώς να κάνετε στοματικό ή πού βρίσκεται η κλειτορίδα ή τι άλλες στάσεις υπάρχουν εκτός από εκείνες που μάθαιναν οι άντρες στα μπουρδέλα (μιλάμε για τη δεκαετία του ’80). Οι διάφορες μεθοδολογίες του σεξ άφηναν πίσω τα πορνοπεριοδικά και τα βιβλία των Εκδόσεων Δίδυμοι και προβιβάζονταν σε κανονικά περιοδικά που διάβαζε όλος ο κουλ κόσμος σε κομμωτήρια και σε στρατόπεδα, σε ΚΤΕΛ και τρένα αλλά και στις παραλίες.

Σιγά σιγά ο θεσμός της agony aunt, αυτού που σε όλα απαντά, της σεμνής Κικής Σεγδίτσα και της μητρικής Ρίκας Βαγιάνη, έχασε το κύρος του. Γιατί να ρωτήσεις τι ενοχλεί την κοπέλα σου όταν μπορείς να περιμένεις το επόμενο αφιέρωμα του Κλικ για το σεξ; Γιατί να αναρωτιέσαι πώς να φιλήσεις ή γιατί δεν σε θέλουν οι άντρες όταν μπορείς να περιμένεις το επόμενο Κοσμοπόλιταν να σε ξεστραβώσει στη σελίδα 79; Γενικότερα, δεν χρειαζόταν πια να παραθέσεις έστω και ανώνυμα το πρόβλημά σου: το πρόβλημά σου καλύπτεται από γενικεύσεις όπως «νέες στάσεις», «γλείφτε καλά πρώτα», «κάντε τρέλες πριν», «γίνετε σέξυ», «μάθετε νέες στάσεις εικονογραφημένες με χελμουτνευτώνεια αισθητική».

Το τελευταίο χτύπημα στον θεσμό του η θεία Τάδε απαντά το έδωσε μάλλον άθελά της η πάντα απολαυστική Μυρτώ Κοντοβά στην Αβού τη δεκαετία του ’90: για κάθε πρόβλημα αισθηματικό ή σεξουαλικό η απάντηση που έδινε ήταν πάνω κάτω «είσαι χαζό», «είσαι βλίτο», «είσαι λίγο τσόλι», «γκετελάιφ» ή συνδυασμός των παραπάνω.

Από εκεί και στο εξής, δεν χρειάζονταν προσωπικές απαντήσεις σε ζητήματα σχέσεων, αισθημάτων ή σεξ: κάπου θα υπήρχε ένας τσελεμεντές με τις κατάλληλες μαγειρικές μεθόδους, είτε του στυλ «γίνε κίνκυ» είτε του στυλ «γλείψε και άσε να σε γλείψουν». Οι τσελεμεντέδες αυτοί, μάθαμε μετά, βρίσκονταν στο ίντερνετ, κυρίως σε κάτι πορνοσάιτ με ρεαλιστικούς στοχους και υπεραισιόδοξες προβολές,

Είκοσι χρόνια μετά ξέρουμε όμως πως δεν γίνονται όλα με όλους. Δεν θέλουν π.χ. όλοι κι όλες να γλείψουν και δεν θέλουν όλες κι όλοι να τους γλείψεις. Δεν είναι όλοι κι όλες για κίνκυ, δεν είναι όλες (ω της κοσμοπολιτανικής φρίκης) οπαδοί των αισθησιακών προκαταρκτικών. Στη δεκαετία του ’10 ξαναμαθαίνουμε αυτό που ήξερε ο Βατσιαγιάνα, ο συντάκτης του Κάμα Σούτρα: δεν υπάρχει συνταγή και μέθοδος που να δουλεύει με όλες και με όλους, υπάρχουνε μόνο διάφορα υλικά, αναρίθμητοι τρόποι να τα συνδυάσεις και περί ορέξεως κολοκυθόπιτα.

Και ξέρουμε πια ότι μανιέρα που δουλεύει με κάθε γυναίκα ή άντρα δεν υπάρχει. Μέθοδοι που πάντοτε δουλεύουν και παντού δεν υπάρχουν. Ο σταθερός ρυθμός του ενός ζευγαριού είναι η ανία κάποιου άλλου, η ρυθμική πολυμορφία κάποιου ζευγαριού είναι τα άνοστα καραγκιοζιλίκια άλλου.

Και το άλλο που ξέρουμε πλέον (ευτυχώς) είναι ότι το σεξ είναι βασικός παράγοντας στη βιωσιμότητα μιας σχέσης: τα γούστα των ανθρώπων σε αυτόν τον τομέα δύσκολα αλλάζουν, αν ποτέ αλλάζουν, και μια σχέση δυο ανθρώπων που δεν συνεννοούνται ιμερικώς δεν τη σώζει καμμία μέθοδος και καμμία λίστα με «δέκα σίγουρους τρόπους» για οτιδήποτε.

Για την (ελληνική) οικογένεια

Μέσα σε ένα ασθενοφόρο που τρέχοντας ανέβαινε τη Συγγρού, στις 21:38 της 1ης Ιουλίου κράταγα το χέρι της μητέρας μου, που προσπαθούσε να καταλάβει πού βρίσκεται και τι της συμβαίνει. Εκείνη τη ώρα αναρωτήθηκα:

Είναι η οικογένεια ο προνομιακός χώρος της αγάπης;

Η απάντηση είναι βεβαίως ναι. Η οικογένεια είναι προνομιακός χώρος της αγάπης. Όμως αυτή η παραδοχή ισχύει με τον τρόπο που η τροπική ζούγκλα είναι προνομιακό οικοσύστημα για πεταλούδες: όχι πάντοτε, όχι ολόκληρη και όχι για όλα τα είδη πεταλούδας.

Μπορεί κανείς να σταματήσει να διαβάζει εδώ.

Συνεχίζω εγώ.

Θέλω να μιλήσω για την οικογένεια κατά μέρος τις εξιδανικεύσεις για τη συζυγία, που τάχα εκπορεύεται από την αγάπη, την οποία τάχα γεννά ο έρωτας, ο οποίος είναι ή θα έπρεπε να είναι απαύγασμα ερωτικού πάθους. Μιλώντας για «οικογένεια» θέλω να ασχοληθώ με αυτό που πονάει, αυτό που δεν θέλουμε να αγγίξουμε — πολλώ μάλλον να αποδομήσουμε: τη σχέση γονέων και παιδιών.

Η γονική αγάπη

Η γονική αγάπη, όπως η ερωτική αγάπη, θεμελιώνεται σε σωματικότατα και βιολογικότατα θεμέλια. Από αυτή την άποψη είναι πολύ γερά θεμελιωμένη.

Ωστόσο, δεν πρέπει συμπεραίνουμε αυτομάτως ότι όπου υπάρχει γέννα και σεξ, το δυνάμει θεμέλιο, υπάρχει και οικοδομή, δηλαδή η γονική και η ερωτική αγάπη αντιστοίχως. Αυτή η διάκριση είναι πια λίγο-πολύ κατανοητή όσον αφορά την ερωτική αγάπη, είναι όμως συνήθως αδιανόητη όταν σκεφτόμαστε τη γονική αγάπη. Θεωρούμε δεδομένη τη γονική αγάπη δεδομένη, μια σταθερά που αναγκαία θα μεσολαβεί σε κάθε σχέση μάνας και παιδιού (και, λιγότερο, πατέρα και παιδιού). Όταν η σταθερά αυτή εμφανώς απουσιάζει θα επικαλεστούμε ανωμαλία, διαστροφή, ψυχασθένεια ή και ψυχοπάθεια. Αυτή η σταθερά, η αυτόματη αγάπη καθιστά τη σχέση γονέα-παιδιού a priori προνομιακή, αν όχι και ιερή.

Γνωρίζουμε στην πράξη πολύ καλά ότι τα πράγματα δεν είναι έτσι: οι μανάδες δεν είναι η Παναγία. Δεν αγαπούν όλες οι μάνες τα παιδιά τους. Υπάρχει στοργή, υπάρχει αφοσίωση, υπάρχει προσκόλληση, υπάρχει μέριμνα και φροντίδα, υπάρχει ανταγωνισμός, υπάρχει αποστασιοποίηση — υπάρχει ολόκληρη η πολυδιάστατη γκάμμα της ανθρώπινης σχεσιακής κατάστασης. Δεν υπάρχει σώνει και καλά αγάπη στη σχέση γονέα και παιδιού.

Όσο και αν βομβαρδιζόμαστε ανελέητα με ρητορικές ότι η μητρότητα ολοκληρώνει τη γυναίκα, ότι την πάει τρεις (ή και τέσσερις) υπαρκτικούς αναβαθμούς ψηλότερα, ότι μεταμορφώνει και εξαϋλώνει τη γυναίκα καθιστώντας την Αγάπη και Φως κτλ., οι ρητορικές αυτές διατυπώνουν ενδεχόμενα, υπέροχα και θεοτικά ενδεχόμενα ίσως, αλλά ενδεχόμενα και μόνο: η γκάμμα και εδώ είναι πολυδιάστατη, όχι δίπολο, και ευρύτατη.
Αυτά τα ενδεχόμενα όμως («κάνε παιδί να γίνεις γυναίκα») πλασάρονται ως ιδανικά κι ιδεώδη ή — χειρότερα — ως αυτονόητες καταστάσεις που μαγικώς κι ατρέπτως επιφέρει ο τοκετός. Σε αυτό οι ρητορικές περί ολοκλήρωσης της γυναίκας με τη μητρότητα θυμίζουν το ατελείωτο μπούρου-μπούρου για την ερωτοπραξία που θα μετουσιωθεί σε έρωτα, αφού η ηδονή και ο οργασμός δεν μπορούν παρά να αποτελούν σκιές ή προοικονομίες πνευματικών και οπωσδήποτε ισοβίων προσκολλήσεων.

Οι ρητορικές αυτές, όταν δεν είναι κανονιστικές και τυραννικές, πηγή ενοχών και αισθημάτων ανεπάρκειας και μειονεξίας, επαναλαμβάνω ότι περιγράφουν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, κάποια ενδεχόμενα· και πάλι όμως με τρόπο στρεβλό: αν πρέπει να καταγράψω τη γνώμη μου, κάποιες ολοκληρωμένες κι αυτοπραγματωμένες γυναίκες μπορεί να γίνουν υπέροχες μητέρες, άλλες γυναίκες μπορεί να ωριμάσουν μέσω της μητρότητας — ή και όχι. Και πάει λέγοντας.

Για την ίδια τη γονική αγάπη τελικά δεν έχω να πω τίποτα εκτός από το ότι δεν είναι δεδομένη και ότι δεν πρέπει να θεωρείται σταθερά στη συζήτηση περί οικογένειας.

Η οικογένεια ως φυτώριο, ως πρότυπο και ως καβάτζα σχέσεων.

Ακόμα και όταν δεν θεωρούμε την οικογένεια χτισμένη πάνω στη σταθερά ή στην επιδίωξη της γονικής αγάπης, αντανάκλασης της αγάπης του θεού-πατέρα ή της μητέρας-θεάς κτλ., υπάρχουνε λόγοι που εντός μας ανακηρύσσουμε ιερή την οικογένεια:

Η δεμένη οικογένεια παρέχει εγγυημένη υποστήριξη στα μέλη της και, κυρίως, εγγυημένους συναισθηματικούς δεσμούς. Αυτοί ακριβώς οι συναισθηματικοί δεσμοί μεταφράζονται συνήθως εκ του προχείρου σε «αγάπη»: αν κάτι αποτελεί «αγάπη», τότε είναι κάτι που μοιάζει με τους συναισθηματικούς δεσμούς που αναπτύσσονται μέσα στην οικογένεια. Έτσι μαθαίνουμε να θεωρούμε την οικογένεια και φυτώριο της αγάπης αλλά και θησαυροφυλάκιο όπου φυλάσσονται τα χρυσά μέτρα και τα επακριβώς ζυγισμένα σταθμά της αγάπης: τα κριτήρια και οι ιδανικές εκδοχές της αγάπης.

Οι εγγυημένοι συναισθηματικοί δεσμοί είναι παροχή της «δεμένης οικογένειας» που εξυπακούεται σε κάποιους πολιτισμούς πιο έντονα απ’ ό,τι σε άλλους: στον μεσογειακό κόσμο λόγου χάρη. Σου λεν ότι ξεκινάς με μπόνους μερικούς ανθρώπους να αγαπάς και να σε αγαπάνε: γονείς, αδέρφια, παιδιά· εφοδιάζεσαι με σόι να αγαπάς και να σε αγαπάει, σόι έκτασης και σύνθεσης που ποικίλλει ανά κουλτούρα και κοινωνία. Η οικογένεια δεν είναι λοιπόν μόνο το εκκολαπτήριο της αγάπης και το μέτρο της: είναι και μια καλή καβάτζα αγάπης. Η συνέπεια του να έχεις αυτό το εφόδιο είναι και η νοοτροπία κατά την οποία δεν χρειάζεται να κάνεις φίλους, δεν χρειάζεται να αφοσιωθείς σε εραστές κι ερωμένες, δεν χρειάζεται πολλή εμβάθυνση και δόσιμο με ξένους: έχεις τους δικούς σου ανθρώπους προεγκατεστημένους.

Βεβαίως, η καβάτζα συναισθηματικών δεσμών παραχωρείται με ανταλλάγματα, π.χ. «οι Ινδές μάνες είναι σαν Μεσογειακές μάνες που, ως γνωστόν, είναι σαν Εβραίες μάνες. Ίδιες όμως, ντιπ για ντιπ: μίρλα, οικοδόμηση ενοχής με διπλές παγιδεύσεις, passive aggression. Μέχρι και στο πότε θα παντρευτείς παιδάκι μου;«.

Η δεμένη οικογένεια ισχυρίζεται επίμονα πως έχει να σου προσφέρει σχέσεις υψηλής ποιότητας, εγγυημένες, που δεν εξαρτώνται από τόπους διαμονής και γειτονίες, συναδέρφους, σεξουαλικές σχέσεις και φιλίες που πιάνονται και μετά αλησμονιούνται κτλ. Η δεμένη οικογένεια, αν έχεις την ταπεινότητα να είσαι λίγο λιγότερο ο εαυτός σου και να υπακούς, πρόθυμα θα σου χαρίσει σχέσεις υψηλής ποιότητας και ισόβιας διάρκειας.

Και πού είναι το κακό;

Με δυο λόγια, όταν αντιμετωπίζουμε την οικογένεια με τον παραπάνω τρόπο, εξοικειωνόμαστε με ψυχαναγκαστικές, ανταλλακτικές, κυριαρχικές, εκβιαστικές ή και κακοποιητικές σχέσεις μόνο και μόνο γιατί αναπτύσσονται και λειτουργούνε μέσα στην οικογένεια. Αν καταπιέζουμε ή καταπιεζόμαστε, αν υλοποιούμε σε διαπροσωπικό επίπεδο κοινωνικές συμβάσεις και ετεροκαθορισμούς, κανένα πρόβλημα και μια χαρά αφού βρισκόμαστε μέσα στην οικογένεια.

Στη χειρότερη περίπτωση εκπαιδευόμαστε στο να αναγνωριζούμε κάθε λογής μανιπουλάρισμα, καταπίεση κι υστεροβουλίες ως σχέσεις αγάπης. Στην καλύτερη περίπτωση εξοικειωνόμαστε με την ιεραρχική καταπίεση (που πολλές φορές οδηγεί τη συμπεριφορά των γονέων) ή με τον εκβιασμό και τον μη οριοθετημένο ετσιθελισμό (όπως πολλές φορές συμπεριφέρονται τα παιδιά) και καταντούμε να τις θεωρούμε αποδεκτές, ενίοτε γνήσια αγαπητικές, συμπεριφορές.

Συνεπώς η οικογένεια νομιμοποιείται ως φυτώριο, μέτρο και καβάτζα (ή παρακαταθήκη αν προτιμάτε) αγαπης και παράλληλα οικειοποιείται τη μητρική αγάπη, την πατρική στοργή και την αφοσίωση των τέκνων — ακόμα και όταν αυτά απουσιάζουν εκ των πραγμάτων. Έτσι λοιπόν θεμελιώνει η οικογένεια την αυθεντία της: στην επίκληση της αγάπης, και μάλιστα της αγάπης στην ευγενέστερη μορφή της, στην αγάπη που αφορμάται (αλλά με καμμία παναγία δεν περιορίζεται σε αυτή) από τη βιολογική ανάγκη να φροντίσεις τον άλλο: το παιδί ή τον γονιό.

Η φροντίδα είναι κομβική έννοια: η φορτική φροντίδα μέσα στην οικογένεια καθίσταται διαπίστευση αγάπης. Και η φροντίδα είναι αμφίδρομη, πάει και από τους γονείς προς τα τέκνα αλλά και από τα τέκνα προς τους γονείς. Βεβαίως η φροντίδα καθεαυτή δεν είναι πρόβλημα: τουναντίον, λίγες ανθρώπινες εκδήλώσεις είναι τόσο απαράμιλλα ευγενείς όσο η φροντίδα και η μέριμνα για τα γονικά σου ή για τα παιδιά σου. Όμως, όπως κάθε ευγενές μέταλλο, στο τέλος η φροντίδα αποκτά ανταλλακτική αξία: η απαίτησή της εξαργυρώνει «αγάπη», η προσφορά της εξαγοράζει φροντίδα προς την αντίθετη κατεύθυνση — και ούτω καθεξής, με συνέπειες που πολλοί από εμάς ζούμε.

Περιττεύει να επισημάνω πόσο πληγώνει και τραυματίζει και αλλοιώνει το να κατανοείς κάθε λογής σχέσεις και συναλλαγές ως αγάπη. Γι’ αυτό και από την τριάδα της τυραννίας η οικογένεια είναι ο ισχυρότερος εξουσιαστικός μηχανισμός, ο πιο βαθύς — γιατί τη σημαία του (που τη λεν αγάπη) την κρατάει μια μάνα στο όνομα του πατρός. Μάνα έχουν και οι άθρησκοι και οι απάτριδες. Κι έτσι, την πατρίδα την πολεμάς, την απομυθοποιείς, τη χλευάζεις, την αποκηρύσσεις, την ξεφορτώνεσαι (τάχα) με εξορία ή (τέλος πάντων) πολεμάς να την αλλάξεις — κάτι. Τη θρησκεία, πάλι, τη διαγράφεις, την αποσυναρμολογείς, τη μεταμορφώνεις ή την υποτάσσεις. Αλλά την οικογένεια μπορεί να σου την ξεριζώσει μόνο με τανάλια κανας ψυχαναλυτής. Και μάλιστα, παίρνει καιρό το ξερίζωμα, και χρειάζεται αντοχή στον πόνο, καθώς η τανάλια κουνιέται πέρα δωθε με βία.

Άρα;

Άρα είναι αναγκαίο να απομαγευτεί η οικογένεια ως θεσμός, ως χώρος de facto αγάπης και μάλιστα ιδανικής αγάπης.

Ενόσω αγωνιζόμαστε για ισότητα στον γάμο, παράλληλα ερχόμαστε σταδιακά σε επίγνωση — όσο μας το επιτρέπει η ατροφία των ανθρωπιστικών σπουδών — ότι δεν πρόκειται για ιερό και ισόβιο δεσμό με υπερβατικά χαρακτηριστικά. Αντίστοιχα, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί, έστω και ως προς το θεμελιώδες βιολογικό και γενετικό σκέλος τους, είναι ακατάλυτοι, ωστόσο ούτε αυτοί είναι ιεροί ή a priori αγαπητικοί, ούτε αυτοί είναι υπερβατικά δοσμένοι και αναλλοίωτοι. Άλλωστε τίποτε στα ανθρώπινα πράγματα δεν είναι υπερβατικό και αναλλοίωτο πολλώ μάλλον όταν γίνεται εκκολαπτήριο και χώρος εξουσιαστικών σχέσεων, πολλώ μάλλον όταν το πώς λειτουργεί τραυματίζει ανθρώπους διά βίου — όπως πολλές φορές συμβαίνει μέσα στην οικογένεια. Και από εκεί ακριβώς θα ξεκινήσουμε να συζητάμε τα προβλήματά της.

Η εικονογράφηση από πόστερ ανώνυμου καλλιτέχνη στην Καλλιρρόης.

Afsluitdijk

Ούτε τη θάλασσα αγαπώ, ούτε το καλοκαίρι. Ονειρεύομαι πότε παγωμένες πόλεις, πότε πορείες υπό βροχή σε πόλεις που δεν σε έχω πάει, ενώ κοιτάζεις κάτω στα λιθόστρωτα και χαμογελάς.

Κι όταν έρχεται γαλήνη εντός μου θυμάμαι τις άχαρες παραλίες της Βόρειας Θάλασσας. Αμμουδιές αχανείς που στη Μεσόγειο θα έλαμπαν ολόλαγνες και περιλάλητες, αλλά εκεί απλώς αποτελούν ερημιές και συνεκδοχή χερσότοπων. Μια θάλασσα άγρια κι ανυπότακτη και πολλές φορές πασαλειμμένη λάσπες που της χύνουνε ποτάμια μεγάλα, θάλασσα αφιλόξενη κι ανακατεμένη στο χρώμα βρώμικου νερού από ακουαρέλες την οποία διασχίζουν τιτάνια κύματα που από αέρος μοιάζουνε με στόλος αποβατικός. Από πάνω τους μια θάλασσα από σύννεφα, όλο αδιανόητους κυματισμούς αλλά σχεδόν πάντοτε παπλωματώδης, συνήθως πιο ευπροσήγορη από την αλμυρή έκταση που σκεπάζει. Εδώ η παλέττα θα γίνει γαλάζια μόνο κατά παραχώρηση, σαν χατήρι. Και τότε όλα γίνονται γιορτή για λίγο.

Σκέφτομαι εσένα εκεί. Εσένα. Δεν κοιτάζεις τον ορίζοντα: ο ορίζοντας είναι όριο, ο ορίζοντας είναι ο θάνατος: πέρα από το δικό μας τέλος, η ουτοπία των άλλων που έρχεται μετά τη δική μας ζωή, παρά τον δικό μας πόνο, χάρη και στις δικές μας πράξεις· στον ορίζοντα βρίσκονται όσοι μας θυμούνται μα δεν μας πολυκαταλαβαίνουν. Εγώ λοιπόν σκέφτομαι εσένα, όχι το μέλλον. Στέκεσαι στην άμμο κοντά στη θάλασσα, αυτή τη Βόρεια άχαρη Θάλασσα που σταδιακά αρχίζει εκεί όπου απολήγει η πολύ βρεγμένη άμμος, οι θίνες που δεν επιτρέπουν να πλημμυρίσει ο επίπεδος κόσμος πίσω τους. Στέκεσαι εκεί εσύ, όχι στον ορίζοντα, όχι πάνω στα αποβατικά κύματα αλλά εκεί στην ακροθαλασσιά. Ίσως είσαι ξυπόλητη, δεν έχει πολλη σημασία μια τέτοια νότα λυρισμού όταν εσύ στέκεσαι κάτω από τη θάλασσα των νεφών και απέναντι από τη θάλασσα του Βορρά.

Σκέφτομαι ότι με κοιτάζεις γιατί τόσα χρόνια τι άλλο θέλω και τι άλλο φοβάμαι, παρά ότι με κοιτάζεις. Με απασχολεί να υπάρχω στον ίδιο κόσμο μ’ εσένα. Με απασχολεί να στέκομαι απέναντι από αυτή τη θάλασσα που δεν είναι ούτε ήμερη ούτε καν μεσογειακή μετωνυμία της ελευθερίας ή του έρωτα, παρά απρόβλεπτη κι αφιλόξενη, μια αχανής υδάτινη στέππα για γοργόνες και για μουγκά ψάρια που τη διασχίζουν αδιάφορα αλλά και ήμερα. Σκέφτομαι ότι μπορεί να μην κοιτάζεις εμένα παρά τη θάλασσα, αυτό που στην πραγματικότητα δεσπόζει: κανείς δεν είναι τόσο μεγάλος όσο του λεν ότι είναι, κανείς δεν είναι πιο μεγάλος από τη θάλασσα.

Και καμμιά θάλασσα δεν είναι ανίκητη. Όχι παντού, τουλάχιστον. Κρατάει κλειστές αβύσσους και υποθαλάσσια βουνά, λεκάνες και ρήγματα αλλά να, εδώ πιο πέρα, ένα μεγάλο φράγμα ξέκοψε μια μεγάλη εσωτερική θάλασσα και σιγά σιγά τα ποτάμια την γλύκαναν ώσπου τη μετέτρεψαν σε λίμνη. Ijsselmeer. Αντί για ορίζοντα έχει ένα φράγμα, αυτό είναι το όριό της, αυτό τη χωρίζει από τη θάλασσα· κι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα είναι λίμνη.

Σε βλέπω να στέκεσαι κάτω από τα σύννεφα, σε ένα όνειρο που είδα δεκαεννιά χρονών, σε βλέπω εσένα που τότε σε είπα Ντίνα χωρίς να σε ξέρω, χωρίς να ξέρω ότι θα σε γνωρίσω. Ξέρω ότι δεν είσαι εκεί και ξέρω οτι ο ορίζοντας είναι μακριά. Ξέρω πια όμως ότι δεν χρειάζεται να τρέχει κανείς μέχρι τον ορίζοντα. Και ξέρω ότι η θάλασσα μπορεί να γίνει λίμνη, ότι τα σύννεφα του Βορρά μάς σκέπουν αν το θέλουμε. Και ξέρω ότι δεν είσαι μακριά.

Ο πίνακας είναι του Alex Colville.

Η δική μου Δεξιά

12570851_1697513323797329_163562641_nΑν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της.

Εδώ και περίπου εφτά χρόνια διαβάζουμε κάθε τόσο κείμενα καλλιτεχνών και ανθρώπων του ευρύτερου πνευματικού χώρου που επαναπροσδιορίζουν τι είναι Αριστερά ή που ορίζουν ποια είναι η δική τους Αριστερά. Αυτές οι δοκιμές στην πολιτική ορολογία είναι καλοδεχούμενες (μόνον οι μολυσματικές ασθένειες και οι φασίστες δεν είναι) αλλά και ενδιαφέρουσες, ιδίως για τους φίλους και θιασώτες του έργου ή της περσόνας που τις διατυπώνει. Αφηνουν όμως ένα χαίνον κενό, ένα χάσμα: δοκιμές επαναπροσδιορισμού της Δεξιάς.

Κάποιοι αναγνώστες ήδη κουμπώνονται (χωρίς να υπονοώ ότι πριν ήταν ακομβίωτοι): μα η Δεξιά; Αυτή που ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει; Αυτή που μας χάρισε Εμφύλιο, Χούντα, Άδωνι; Αν όχι αδιανόητο σίγουρα ελαφρώς μπανάλ: πώς να μιλήσει κανείς για τη δική του Δεξιά και για το τι σημαίνει γι’ αυτόν η Δεξιά; Κακό πράμα η Δεξιά.

Κι όμως. Αν απορρίψουμε την προκατάληψη και γίνουμε πιο διαισθητικοί, πιο ενσυναισθητικοί, πιο ανοιχτοί, τότε θα νιώσουμε τη Δεξιά και την ομορφιά της. Θα μπορέσουμε να ταυτιστούμε με το τι σημαίνει να είσαι ωραίος Δεξιός και σοβαρός. Όπως δεν πρέπει να θεωρούμε σώνει και καλά τους αριστερούς αιθεροβάμονες και υπεραισιόδοξους ουτοπιστές (άλλωστε υπήρχε και ο Λεωνίδας ο Κύρκος, που έκρυβε την αγάπη του για την Έσεζδ) έτσι δεν είναι ανάγκη να ταυτίζουμε τον δεξιό τον άνθρωπο με σκληρότητα, αναλγησία και κυνισμό. Οι γερμανομαθείς δεν πρέπει να σκεφτόμαστε το δυσφημιστικό Rechts όταν ακούμε «Δεξιά», μπορούμε να το πάμε α λα γαλλικά με το Droite, που φέρει κάτι από χρηστή κομψότητα (και εδώ δυστυχώς η αγγλική γλώσσα είναι για πέταμα, με τη συνθηματολογική της ευθυτητα).

Τολμώ κι εγώ λοιπόν να μιλήσω για τη Δεξιά που θέλω. Μπορεί να μην είμαι καλλιτέχνης αλλά ως εγγράμματος και μπλογκάς ανήκω στον ευρύτερο πνευματικό χώρο: ως εγγράμματος είμαι μέλος ενός πληθυσμού που συρρικνώνεται, ως μπλογκάς σε έναν χώρο που μας έχει δώσει από φω δημοσιογράφους μέχρι στελέχη μουρούτικων, τσουρούτικων και άλλων επικοινωνιακών επιτελείων.

Η Δεξιά που θέλω, λοιπόν.

Θέλω μια Δεξιά που να εμπιστεύεται τους θεσμούς. Θέλω να τους τιμά και να τους σέβεται και να καταφεύγει σε αυτούς και μόνο σε αυτούς ει δυνατόν. Θέλω η Δεξιά να μη λησμονεί ότι οι θεσμοί είναι φτιαγμένοι από την ίδια, με την ίδια και για την ίδια, άρα ότι της επιτρέπουν είτε να κυβερνά είτε να μην υφίσταται συνέπειες όταν σφάλλει ή, ο μη γένοιτο, λαθροχειρεί. Αντίθετα με τους οψιμαθείς πασόκους, η Δεξιά οφείλει να γνωρίζει ότι οι θεσμοί δεν την περιορίζουν και συνεπώς δεν έχει καμμιά ανάγκη να τους καταστρατηγεί: οι θεσμοί αποτελούν έκφραση της βούλησής της — αν και οφείλει πάντοτε να τους παρουσιάζει ως προϊόν εχέφρονος συμβιβασμού ή και συναίνεσης. Μπορεί η Δεξιά αν θέλει να επικαλείται την κρισιμότητα των στιγμών ή την ανάγκη για εθνική ενότητα (αναλόγως), αρκεί να μη λησμονεί ότι εκείνη τίποτε δεν πρέπει να πράττει εξωθεσμικώς γιατί δεν υπάρχει λόγος να κινηθεί εξωθεσμικώς: οι θεσμοί είναι το σπίτι της Δεξιάς, όποιοι κι αν κατά καιρούς τους κατοικούνε με νοίκι.

Θέλω επίσης μια Δεξιά ατρόμητη. Κάθε φορά που η Δεξιά φοβάται ή, χειρότερα, πανικοβάλλεται έχουμε ταγματασφαλίτες, δεκεμβριανά, εμφυλίους, αποστασίες, χούντες, πλευρίτιδες και βόμβες σε σινεμά. Όταν φοβάται η Δεξιά έχουμε ατασθαλίες, με άλλα λόγια. Θα μου πείτε ότι αυτά είναι παλιά, ότι τα σάρωσε ο Εθνάρχης μας ο Σερραίος κι ότι η υπενθύμιση τους όζει νεκρόφιλη παρελθοντολαγνία αριστερών διαθέσεων. Κι όμως δείτε, ας πούμε, τι συνέβη σήμερα: ο αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης και ελπίδα της μεγάλης δεξιάς παράταξης (τόσο μεγάλης ώστε να τους χωράει όλους, αρκεί να μην είναι του Δημοσίου), οριακά αθώωσε τους ναζί ως περίπου γραφικούς φοβούμενος μη χάσει τους ψηφοφόρους της συμμορίας τους. Δεν είναι σωστά πράγματα αυτά: τους ακραίους της η Δεξιά οφείλει να τους χρησιμοποιεί αλλά δεν επιτρέπεται να τους φοβάται. Τα ντόπερμαν δεν τα βάζουμε μέσα στο σπίτι των θεσμών, τα σταυλίζουμε εκτός σπιτιού, αν και κοντά του.

Θέλω μια Δεξιά που να τιμά την κληρονομιά της. Αν μπορεί η Δεξιά να σφυρηλατεί και να εμπιστεύεται τους θεσμούς, το μπορεί γιατί εδώ και κοντά τρεις γενιές σύσσωμη η μεγάλη παράταξή της εργάζεται νυχθημερόν γι’ αυτό. Αν η Δεξιά δεν θα πέσει εκλογικά ποτέ κάτω από το 20%, ακόμα και υπό την ηγεσία σαμαράδων, το οφείλει στο σιωπηλό αλλά συστηματικό έργο της και στην ιστορία της. Πολλοί θα μιλήσουν για πελατειακές σχέσεις, για δοσιλογισμό και τρομοκρατία, για καπήλευση ιδανικών και για εμποτισμό του σχολείου από εθνικισμούς και αντικομμουνιστικές προκαταλήψεις αλλά ποιοι είναι αυτοί; Αν ο μετριοπαθής φιλόσοφος Παναγιώτης Κανελόπουλος είχε μια και δυο καλές κουβέντες να πει για (όσο να ‘ναι) άκομψες καταστάσεις όπως το Μακρονήσι, ποιοι είναι οι νεήλυδες της ΔΑΠ Νομικής που θα αμφισβητήσουνε και θα επικρίνουν την κληρονομιά της παράταξης;

Θέλω μια Δεξιά σοβαρή, χωρίς τσιρίδες βιβλιοπωλών σε οίστρο και χωρίς βαρυμαγκιές πελεκυφόρων. Δεν χρειάζονται αυτά όταν έχεις τους θεσμούς και μοιράζεσαι το κράτος με τους επιγόνους του ΠΑΣΟΚ. Όπως είπα, δεν χρειάζεται φόβος, άρα κάθε είδους ακρότητες περισσεύουν όταν δεν βλάπτουν. Είστε για παράδειγμα ευσεβής λαϊκός δεξιός, τέκνο γέροντος μητροπολίτη ή οργανώσεων; Δεν χρειάζονται εδαφιαίες μετάνοιες και μεγάλοι σταυροί σαν να ήσασταν συριζαίος νεοκόπος της πίστεως: αρκεί να σεμνύνεσθε διακριτικώς και πνευματοφόρως — οι ψηφοφόροι θα καταλάβουν. Αν είσθε πάλι αστίζων αντικληρικαλιστής δεξιός (της Droite, που λέγαμε) απλώς παραστείτε στις δοξολογίες σας τυπικά και ευθυτενώς, ενώ θα φαντασιώνεσθε τα όποια αστικής εσάνς βίτσια σας· σε καμμία περίπτωση να μην καταφύγετε σε ακρότητες χριστιανομάχου τροτσκιστή ή τρελιάρας αδερφής.

Θέλω, τέλος, μια Δεξιά ψύχραιμη. Όποιος έχει τους θεσμούς δικούς του δεν χρειάζεται να φοβάται αλλά ούτε να πείθει. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανοίγετε διάλογο με τους άλλους· αρκεί να διασπείρετε τις σωστές φήμες στις σωστές πηγές — και ας τρέχουνε μετά οι άλλοι να τις μαζεύουν και να τις αναιρούν προτού πλακωθούν στα σκαμπίλια μεταξύ τους για το ποιος τις αναιρεί καλύτερα. Πολλώ μάλλον δεν είναι σωστό να ανοίγει η Δεξιά συζητήσεις με επιχειρήματα: η μόρφωση είναι στα χέρια των άλλων, αφού αποτελεί το καταφύγιο κάθε μειονότητας και μη προνομιούχου που δεν έρχεται στη μεγάλη δεξιά παράταξη — τουλάχιστον μέχρι να επιτευχθεί η πλήρης ιδιωτικοποίησή της. Το πιο σημαντικό: ποτέ δεν πρέπει η Δεξιά να υπενθυμίζει ποιων τα συμφέροντα εξυπηρετεί και ποια μικρή πλην εκλεκτή κοινωνική μερίδα (σαν από πιάτο-ζωγραφιά τριάστερου Μισελέν) εξυπηρετεί και υπηρετεί. Η ψύχραιμη Δεξιά, αν πρέπει σώνει και καλά να απαντήσει, θα το πράξει με τη θυμοσοφία κακότροπου βασιλόφρονος εγκυκλοπαιδικής μορφώσεως ή με τη μοχθηρή ειρωνεία ξινής θείας.

Για σένα κάθε μου τραγούδι

Τώρα πια το ρεπερτόρια του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς ανθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε» και με μαϊμουδίσματα γκάνγκστα φαντασιώσεων.
Πρέπει όλοι οι μουσικόφιλοι αναγνώστες να μελετήσουμε τη μικρή ανθολογία που μας χάρισε σήμερα το πρωί ο Γιάννης Βαρβάκης. Έχει κάνει πολύ καλή δουλειά, σε βαθμό που σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να συνεργαστώ μαζί του ενδεχομένως.
Η ανθολογία χωρίζεται στα από πάνω (πιο ψαγμένου επιλογές) και στα από κάτω (πιο λαϊκοπόπ). Βεβαίως οι λαϊκοπόπ επιλογές υπερτερούνε ως προς τα βίντεο και γενικά ως προς το εικαστικό-οπτικό σκέλος, συνήθως τουλάχιστον. Επίσης, συνήθως, έχουν πρόβλημα με τον στίχο. Αυτό το πρόβλημα αφορά και ευρύτερα το ελληνικό τραγούδι. Πριν περίπου δέκα χρόνια το διατύπωσα ως εξής:
«[Α]ν απογυμνώσετε από τη μουσική του το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι [γενικά] θα βρεθείτε μπροστά σε μια θαυμαστή ομοιογένεια διάθεσης: αυτή του κλαψοκλάματος, του κλαψονταλκά και της κλαψοκλάψας. Πολλή κλάψα. Πολύ κλάμα. Δυστυχία. Χωρισμός. Πόνος. Ανείπωτος.
[…]
Αν το ψάξετε λίγο θα δείτε ότι γενικά υπάρχει ένα ‘συμβολικό’ έλλειμμα χαράς (ή, αν θέλετε, ποπ διάθεσης) στην ελληνική κοινωνία. Αυτό στο τραγούδι εκφράζεται κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, με την αλγολαγνική εμμονή σε θέματα πόνου, θλίψης, χωρισμού. […] Δεύτερον, […] με τα βικτωριανά μας ήθη. Άσκηση: πιάστε ένα οποιοδήποτε τραγούδι, […] μεταφράστε [το] στα αγγλικά. Βάλτε θαυμαστικό στο τέλος κάθε στίχου. Σαν τι μοιάζει; Σαν ελάσσονα βικτωριανά ποιηματάκια. Νοσταλγίες και πόνοι, θλίψεις και χωρισμοί, πάθη σεμνά χωρίς κορμιά, υγρά και τσαχπινιές.»
Τώρα πια, στα 2017, το ρεπερτόριο του σετ πόνος-θλίψη-χωρισμός και του στεγνού νταλκά και της άκαυλης επιθυμίας έχει εμπλουτιστεί με τα περί κέρατου-απιστίας, με αλκοολικούς άνθεμ-αμανέδες, με αυτοαναφορικά χορευτικά άσματα τύπου «χορεύω-χορεύεις-χορεύουμε-χορεύτε ρε» και με μαϊμουδίσματα χιπχόπ φαντασιώσεων.
Σχεδόν δεν βλέπουμε ότι πελώριο τμήμα της ανθρώπινης εμπειρίας που αλλού στιχουργείται εκτενώς και όχι πολύ παλιότερα στιχουργούνταν και στα μέρη μας παραμένει ανομολόγητο στην πιο ποπ τραγουδοποιΐα. Δεν υπάρχουνε πια τραγούδια για το ταξίδι, τη φυγή, τη δουλειά· ελάχιστα τραγουδιέται οτιδήποτε συλλογικό, η φτώχεια, η πολιτική (και δεν μιλάω για ρετρό προσκολλήσεις σε Θεοδωράκη κι αντάρτικα). Ελάχιστα τραγούδια πια μιλάνε για το ίδιο το σεξ χωρίς σεμνοτυφίες, για προσωπικές ιστορίες με τρόπο μπαλαντέ ή μη, για καθημερινές καταστάσεις και slices of life. Μια ευρεία παλέτα διαθέσεων και τρόπων, όπως η σάτιρα, ο τρόμος, η διακειμενικότητα (πέρα από το προφανές), η ανατροπή, το αλλόκοτο και το παράλογο, το κωμικό, η αναδιήγηση ιστοριών κ.ο.κ. βρίσκονται εκτός ποπ-λαϊκών στιχουργικών επιλογών και, αν αγγιχτούν, ακολουθούν την κουρασμένη μανιέρα της λεγόμενης έντεχνης στιχουργίας (η απήχηση του έντεχνου τελικά το καθιστά ένα είδος ποπ).
Όπως φαίνεται στην ανθολογία του Βαρβάκη, ελληνόφωνος στίχος που ξεφεύγει κάπως υπάγεται αυτομάτως σε κάποιο ευδιάκριτα περιγεγραμμένο υποείδος, που δεν προορίζεται συνήθως για ευρεία κατανάλωση.
Σαν χτες κυκλοφόρησε το Space Oddity, που μιλάει για κάποιον που χάθηκε στο διάστημα. Οι Midnight Oil έβαζαν τους εφήβους ανά τον κόσμο να χτυπιούνται μαζί τους για τον ξεριζωμό και την εξολόθρευση των Αβοριγίνων. To 2017 το χιτάκι της Jax Jones ακροβατεί θεματικά μεταξύ του «κακομαθημένου material girl» και του «ρίχνω χι στον βλαμμένο πέφτουλα». Δεν χορεύονται μόνο τα «πονώ-σε θέλω-χορεύω», με άλλα λόγια.

Ντου από παντού

Μπρύγκελ

Η μούργα κι η βρωμιά που είναι η Ελλάδα του 2017 δεν χρειάζεται άλλη παρουσίαση και περιγραφή: εξαθλίωση, εγκατάλειψη, ξεπούλημα, ναζί και κρυπτοφασίστες, υποταγή, χρηστοήθειες, φτώχεια παντού, εφησυχασμός, παπαδοκρατία, απελπισία, εθνικισμός, εξαπάτηση, πατριαρχία, συνωμοσιολογίες, εργολαβοκρατία, πουριτανισμός, καταφυγή στο ευτελές…

Το ζήτημα είναι πώς θα σπάσει αυτή η δυσώδης κρούστα που καλύπτει το (θέλουμε να πιστεύουμε) ωραίο σώμα μας.

Χρειάζεται ντου από παντού.

Οκέι, κατ’ αρχήν χρειάζεται ταξικό κοινωνικό κίνημα από κάτω, οριζόντια διαμορφωμένο και αυτοοργανωμένο. Αυτοί που πλήττονται αυτοί πρέπει να δράσουν. Άλλωστε την είδαμε την ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ: υποκατέστησε την κοινωνική ατζέντα με χάδια στον καβάλο του ανώτερου κλήρου και με συγκυλισμούς με εθνικιστές και στρατόκαυλους — αφου αυτά θέλει ο «λαός» της απόγνωσης και του φαντασιακού τους. Το βλέπουμε το ΚΚΕ εδώ και δεκαετίες, μας βλέπει κι αυτό από τις κορφές της Γκιώνας που αστράφτουν από θύμησες και μεσσιανικές εξαγγελίες. Δεν μιλάω πια για Αριστερά, που παίζει με τον Αλτουσέρ, περιμένει να βγει ο Κούλης για να αντιπολιτεύεται χωρίς ενοχή και πλάθει σύνθετες λέξεις για να περιγράψει αυτά που αφορούνε λίγους και τους ίδιους. Και μιλάω για ταξικό κίνημα γιατί είδαμε πώς οι αταξικές αγανακτήσεις, οι «προς Θεού όχι διχόνοιες», οι πάνω πλατείες και τα φάσκελα, «τα κόμματα διχάζουν» και οι εθνικές ενότητες μάς έριξαν σε σωρραίους, σε λιτανείες με λείψανα, σε κομψές παραιτηθειάδες και σε κυριακάτικα κηρύγματα Ράμφου-Αρίστου-Χωμενίδη και δεν συμμαζεύεται.

Δεύτερον χρειάζεται μαζική επίθεση καμπ, κραγμενότητας και ξετσιπωσιάς: πρέπει να βγούμε όλοι με σαγιονάρες, με φτερά, με σπήντο, με γκλίτερ και μποντυπέιντ, ξεκάλτσωτες, με γυαλιά Έλτον Τζων και Χάρυ Κλυν, ξώβυζες, με νεροπίστολα, με φανελάκια Ατθίς και σορτσάκια λαϊκής και ό,τι άλλο να χορεύουμε και να κουνιόμαστε και να χοροπηδάμε και να τραγουδάμε φάλτσα στους δρόμους· χρειάζεται ένα Καρναβάλι δυο φορές τον μήνα, ένα πράιντ κάθε δυο μήνες, τακτικά πάρτυ στους δρόμους από τρανς άτομα (και «ειλικρινή» και «μέτα») και λεσβίες κομμάντο και απαίσιους θηλυπρεπείς βαμμένους που κάνουνε τον γκέι τον σωστό, τον βαρβάτο να φρίττει και να ντρέπεται (για να μην πω για τον νοικοκύρη, που ωστόσο δεν μασάει να εξηγεί στο παιδί του γιατί υπάρχουνε ζητιάνοι). Πρέπει να σπάσει αυτή η αηδία. Πρέπει επιτέλους να βγουνε στους δρόμους βλάσφημοι ερμοκοπίδες, τα ΑμεΑ, ζαβοί ποιητές, μπουτς κορίτσια που θέλουνε φαμ στοργή και τανάπαλιν, οι τρελοί του χωριού, ο Χριστοπιστίας. Πρέπει να σπάσουμε τη βιτρίνα μιας κοινωνίας που πέρασε από την αγροτοποιμενική βαρβαρότητα που κοίταζε προς Φανάρι μεριά σε μια φω αστική υπερκαθωσπρέπεια κι ευπρέπεια που κοιτάζει προς Σηκουάνα μεριά. Πρέπει να μπούμε στο μάτι όσων κλειδαμπαρώνουν τις ζωές των άλλων και ρυθμίζουν αυθαίρετα τι «θέλουμε να βλέπουμε» στους δρόμους μας, στον δημόσιο βίο και στις ζωές μας. Ναι, και πάλι από κάτω και αυτό το ντου.

Τρίτον, η εποχή απαιτεί σοβαρότητα ακριβώς επειδή οι ελίτ της εποχής είναι θρασείες κι η ίδια η εποχή εντελώς απορρυθμισμένη κι ό,τι να’ ναι, επειδή μας κοροϊδεύουν οι προνομιούχοι μέσα στα μούτρα μας σαν τον πρόεδρο Τραμπ και σαν τον Γκίκα Χαρδούβελη, που δεν ήξερε ότι πρέπει να υποβάλει πόθεν έσχες. Ακριβώς λοιπόν επειδή η εποχή είναι απορρυθμισμένη και οι ελίτ έχουνε ξεμπουρνταλιαστεί, η σοβαρότητα πρέπει να διακρίνει πια τις πράξεις, το έργο μας καθώς και τη δριμύτητα του χαβαλέ και της σάτιράς μας: όσο πιο οξύστομος ο αθέρας τους, τόσο πιο σοβαρός ο χαβαλές, τόσο πιο σοβαρή η σάτιρα. Πρέπει να πάρουμε αυτό που κάνουμε και αυτό που θέλουμε στα σοβαρά ώστε να κλωτσήσουμε ανελέητα τη σοβαροφάνεια και κάθε πρόσχημα που υποκαθιστά τη σοβαρότητα. Τα προσχήματα που κρατούν εύτακτη και τακτοποιημένη τη βιτρίνα λειτουργούσαν ίσως τις εποχές της ανοχής και τις εποχές της σχετικής ασφάλειας και της σχετικής αφθονίας, αλλά αυτά τέλος πια: χαβαλέ και υπονόμευση παντού, σε κάθε βεβαιότητα κι ευπρέπεια μιας εκτραχηλισμένης κοινωνίας. Κανένα σεβασμό σε κανέναν που έχει προνόμια και θέλει να τα προασπιστεί και να τα επεκτείνει επικαλούμενος την μπάσταρδη «σοβαρότητα» των σοβαροφανών.

Τέταρτον, πρέπει να κάνουν εμφανή την παρουσία τους οι μειονότητες. Ένας Γιάννης Αντετοκούμπο δεν φέρνει την άνοιξη. Ρομά, Νέοι Κυψελιώτες και Πατησιώτες, Αλβανοί γεννημένοι στην Ελλάδα, όλοι όσοι δεν έχουν ή δεν θα είχαν ιθαγένεια αν της πέρναγε τότε της ΝΔ πρέπει να βγούνε και να ρίξουνε κάμποσα σβέλτα σκαμπιλάκια στην πλαγγόνα του ΕΟΤ εντός μας που λέγεται Ελλάδα-Έλληνες-Ορθοδοξία-Εθνική Ενότητα. Χιπ χοπ, γκράφιτι, ποιητικά τζαμαρίσματα — δεν ξέρω τι: όλα τώρα χρειάζονται. Μπας και βγει από το μυαλό του Έλληνα που μεγάλωσε σε σχολεία όπου ο χάρτης της Ελλάδας έπλεε μεταξύ μπλε θάλασσας και μπεζ νομανσλανδιών ότι είναι μοναδικός, επιούσιος, ξεχωριστός, θεοσκέπαστος. Ένας υπέροχα μπάσταρδος λαός είναι, όπως όλοι οι ας πούμε υπέροχοι λαοί, επιστάτης και τοποτηρητής αρχαιοτήτων. Αν Βαλκάνιοι και Τουρκόσποροι ήτανε κατάλληλοι για αυτόν τον ρόλο, γιατί όχι και όλοι όσοι αγαπούν και μεγαλώνουν σε αυτόν τον τόπο; Χρειαζόμαστε όλοι τη φωνή τους.

Τέλος, και το πιο δύσκολο, χρειαζόμαστε πια κριτικούς που δεν πίστεψαν ποτέ ότι μαθαίνεις να σκέφτεσαι γράφοντας εκθέσεις και μαθαίνοντας Αρχαία. Χρειαζόμαστε κριτικούς και γραφιάδες που δεν χρωστάνε χατήρια σε κανέναν κερατά και σε κανέναν πονηρό μαικηνίσκο, που ξέρουνε και πέντε γράμματα. Αυτούς τους χρειαζόμαστε πολύ, επίσης. Αλλά επειδή πια πέρασα στο σχεδόν ανέφικτο, σταματάω.

Τι θα μείνει από όλα αυτά κι αν έρθουν; Ίσως λίγα. Ίσως μια ανάμνηση ότι δεν είναι τα πάντα κανονικότητα κι αποκλεισμός και ΤΙΝΑ. Ίσως και η γνώση, που μια άλλη γενιά θα αξιοποιήσει, ότι μπορεί νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε.

Εναντιοδρομία στη μνήμη

Όσοι χρησιμοποιούσαν τα μπλογκ για ημερολόγια σύντομα βρέθηκαν αντιμέτωποι με ένα παράδοξο.

Ας πούμε ότι κρατάτε ημερολόγιο γράφοντας σε ένα τετράδιο λιγότερο ή περισσότερο φανταιζί: από μπλε Διεθνές και Σούπερ μέχρι Moleskin. Ας πούμε ότι μετά από έξι μήνες ή έξι χρόνια το γεμίζετε. Τέλος, ας πούμε ότι μετά από καιρό το ξεφυλλίζετε: η διάταξη των εγγραφών ακολουθεί τη ροή του χρόνου κατά την περίοδο που κρατάγατε ημερολόγιο από το απώτερο παρελθόν προς το πιο πρόσφατο. Αν λ.χ. ξεκινήσατε το ημερολόγιό σας την άνοιξη του 2010 και το συμπληρώσατε τα Χριστούγεννα του 2016, η αλληλουχία των εγγραφών θα ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου.

Αυτή είναι και η διεύθυνση της μνήμης συνήθως, όταν δεν χοροπηδάει μπρος-πίσω σε προλήψεις (flash forward) κι αναλήψεις (flashback): πάει όπως φυσάει ο χρόνος, ακολουθεί το πέρασμα του χρόνου. Διαβάζεις στην αρχή για την πρόσληψή σου και πολλές σελίδες μετά για την απόλυσή σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το ημερολόγιό σου έχεις τη (μάλλον απατηλή) αίσθηση ότι ξαναζείς ένα τμήμα της ζωής σου.

Ας πούμε όμως τώρα ότι κρατάγατε ημερολόγιο σε μπλογκ, δίνοντας τοιουτοτρόπως την ευκαιρία και σε άλλους να σας λένε για τη ζωή σας ή, συχνότερα, να εκτιμήσουν τα αφηγηματικά σας χαρίσματα και την καλολογία σας. Τότε θα βρισκόσασταν αντιμέτωποι με το εξής: έχοντας ξεκινήσει το μπλογκ σας το 2004 και έχοντάς το κλείσει πανηγυρικά την άνοιξη του 2010 θα είχατε τις εγγραφές σας σε αντίστροφη χρονολογική σειρά. Πάνω πάνω θα διαβάζατε τα πιο πρόσφατα συμβάντα, συναισθήματα, ιδεοκοπήματα, βάσανα και μικρά θαύματα και σκρολάροντας προς τα κάτω ή γυρνώντας ηλεκτρονικές σελίδες θα προχωρούσατε προς τα πίσω, εναντιοδρομώντας, πηγαίνοντας progressively backwards.

Η μνήμη ωστόσο σπανίως καταφέρνει να ρέει αντίστροφα, δυσκολεύεται να πάει κόντρα στο ρεύμα του χρόνου. Εκεί όπου αρχίζει το μπλογκ διαβάζεις για την απόλυσή σου, πολλές σελίδες, πολλά ποστάκια-εγγραφές πιο κάτω βρίσκεται η είδηση της πρόσληψής σου. Συνεπώς, διαβάζοντας το βιωματικό μπλογκ σου έχεις την (εντελώς απατηλή) αίσθηση ότι ατενίζεις το αβέβαιο και ίσως αφελές παρελθόν σου με τη στερνή γνώση, το hindsight ενός σχετικού μέλλοντος.