Μανιερισμοί στη Μακρόνησο

Στη Σχολή μάς έμαθαν ότι μετά την εξάντληση κάθε πρωτοπορίας στην Τέχνη ακολουθεί μανιερισμός: τα τεχνικά επιτεύγματα, οι εκφραστικές ιδιαιτερότητες, οι τρόποι και οι μέθοδοι, ακόμα και κάποια τερτίπια και κλεισίματα του ματιού, όλα επιβιώνουν μόνον ως ύφος ψιλό, κενολόγο στυλ και διακόσμηση: ως μανιέρα. Μας έλεγαν πως η μανιέρα εξασφαλίζει τη συνέχιση της μεγάλης τέχνης (εικαστικής, μουσικής, του λόγου ή άλλης) ως παράδοση ακόμα και όταν προ πολλού έχει χαθεί το περιεχόμενό της ή έστω η δυνατότητά της να μπαίνει σφήνα μεταξύ όσων ξέρουμε και του κόσμου γύρω μας, φανερώνοντας όσα μπορούν να γίνουν και να ξαναγίνουν.

Παρακολουθώντας από σχετική απόσταση τη συζήτηση για την επίσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ στη Μακρόνησο διακρίνει κανείς χαρακτηριστικά πολιτικού μανιερισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, πρώην κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που πλέον ασκεί τη συνεπέστερη κεντροδεξιά πολιτική που έχει δει ο τόπος από το 1944, κινείται από συλλογική ανάγκη να επικαλεστεί τη μνήμη με τον τρόπο που κάνουν τα γερασμένα και παραστρατημένα αριστερά κόμματα: ως μανιέρα, φωνάζοντας δυνατά στον εαυτό τους για να δείξουνε πως δεν πέθαναν και ως συνεχιστές μιας παράδοσης έστω και μόνον ως προς τους τύπους.

Δυστυχώς η Μακρόνησος είναι ιερή και αυτή η επίδειξη πολιτικών συμβόλων και αριστερών τερτιπιών και κλεισιμάτων του ματιού αποτελεί πράξη σχεδόν βέβηλη. Το «δυσκολο κυβερνητικό έργο του» ας το συνεχίσει ο ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να παριστάνει ότι συνεχίζει όσα σημαίνει η Μακρόνησος. Μπορεί να είναι αναγκαίο έργο, ίσως και ευεργετικό (…), αλλά με το Μακρονήσι έχει τόση σχέση όση ο Τζιανφράνκο Τσιμπαμπούτι με τον Μιχαήλ Άγγελο.

Από το The Greek Cloud.

Το χειρότερο

Τι είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί στο σεξ;

Η πρώτη μας σκέψη είναι «να μη σου σηκωθεί». Πράγματι, μία ματαιωμένη ή καταργημένη στύση μπορεί να έχει δυσανάλογα βαρύ ψυχολογικό αντίκτυπο στον ψυχισμό μας. Αναμφισβήτητα είναι αρκετά βαρύ να μην μπορείς να σου σηκωθεί: νιώθεις ότι ακυρώνεσαι ως άντρας ή και ως άνθρωπος, όπως π.χ. στην περίπτωση της καρικατούρας που πρωταγωνιστεί στο Shame του McQueen. Μάλιστα αρκεί να μην μπορείς να κάνεις την έπαρση πριν από κρίσιμη ή κομβική φάση για να σε συνοδεύει η οδύνη, το όνειδος και, ενίοτε, η παραφορά της κατά Τσέχωφ αξόδευτης ζωής για βδομάδες, μήνες ή και χρόνια — κι αυτό είναι κάτι τόσο τρομακτικό και άσχημο, που αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικό κάθε είδους συμπεριφοράς μέχρι και σε αίθουσες δικαστηρίου σε όλον τον κόσμο εδώ και αιώνες.

Υπάρχει όμως κάτι χειρότερο: να σε ψέξουν και να σε κοροϊδέψουνε κατά την ερωτοπραξία ή αμέσως μετά. Είναι μάλλον χειρότερο να σε χλευάσουν για το τι έκανες ή τι δεν έκανες ή πώς το έκανες από το να μην το κάνεις καθόλου. Άλλωστε, αν δεν σου σηκωθεί, έχεις πάντοτε το ελαφρυντικό του «ναι, αλλά αν μου είχε σηκωθεί…». Ενώ σε αυτή την περίπτωση, της επιτυχούς ολοκλήρωσης ή απλώς έναρξης της λαγνουργίας, τι δικαιολογίες μπορεί να προβάλει κανείς απέναντι στον ψόγο και στον χλεαυσμό; Καμμία. Υφίσταται την ταπεινωτική κοροϊδία. Και πάλι, καθόλου τυχαίο δεν είναι που η μετοργασμική χλεύη, πολλώ μάλλον ο διασυρμός, αναγνωρίζονται ως ελαφρυντικό κάθε είδους συμπεριφοράς μέχρι και σε αίθουσες δικαστηρίου σε όλον τον κόσμο εδώ και αιώνες.

Άρα, ακόμα και από το να μη σου σηκωθεί, το χειρότερο που μπορεί να σου συμβεί στο σεξ είναι να σε χλευάσουνε κατά τη διάρκειά του ή μετά.

Αυτά αν δεν είσαι γυναίκα. Τώρα, αν είσαι γυναίκα…

Από το The Greek Cloud.

Ορθοδοξίες κτλ.

Λοιπον αρκετά με την Ορθοδοξία μας και και την Ορθοδοξία σας. Αρκετά.

Η Ορθοδοξία χρηματοδοτείται από τον φορολογούμενο. Η Ορθοδοξία είναι αδρανές, άκαμπτο και κακοποιητικό δόγμα. Το μόνο που έχει πια να συνεισφέρει στη ζωή αυτού του τόπου είναι όμορφο και οργανωμένο φολκλόρ, καθώς και το παραμύθι της για το τι ωραία που ήτανε τότε που, και καλά, επιστήμη και τέχνη ήταν οι λήροι αντιγραφέων και οι φρεναπάτες ασκητάδων, τότε που κυβερνάγαν αιμοβόροι θεοστεπτοι βασιλείς ενώ όλοι καλλιεργούσαμε ρεβύθια και κριθάρι. Μόνο που ποτέ δεν καλλιεργούσαμε όλοι ρεβύθια και κριθάρι.

Η Ορθοδοξία ντύνει στο χρυσαφικό τον άγαμο κλήρο της και στα μάρμαρα και τα μαλάματα τους ναούς της για να αντανακλά τη δόξα της Βασιλείας λες και είμαστε τίποτε μαλάκες και δεν έχουμε πάρει πρέφα ότι η Βασιλεία εντός ημών εστί κτλ. Η Ορθοδοξία κουμαντάρει τις ζωές μας ήσυχα και ταπεινά, εκτός όταν δεν μπορεί και αναγκάζεται, η τάλαινα, να δείξει τους κυνόδοντές της και να σείσει τη βαρειά της ράβδο με τα φίδια.

Αρκετά λοιπόν με τη μέριμνα για «το καλό της Εκκλησίας» και για την απήχησή της ή τον ρόλο «που καλείται να παίξει» στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Ο ρόλος της Εκκλησίας επιτελείται επιτυχώς και στο ακέραιο, και τώρα και πάντοτε: αντίδραση, συντήρηση, ηθικός πανικός, φοβικότητα — είτε πρόκειται για το θέατρο, είτε για τους νερόμυλους, είτε για τις φυσικές επιστήμες, είτε για την προστασία αδύναμων μειονότητων. Μην προσπαθείτε να την αναμορφώσετε: ούτε το χρειάζεται, ούτε το μπορούμε.

Βεβαίως, το πρόβλημα πάει πολύ πιο μακριά από τη μοχθηρή μα ψευτοαφελή Ορθοδοξία, πέρα απότον δεσποτικό Καθολικισμό, πέρα από τους κουτοπόνηρους Αγγλικανούς και τους άτεγκτους λοιπούς Προτεστάντες. Πάει πέρα από το ασυνάρτητο και αντιδραστικό Ισλάμ και τον ψυχαναγκαστικό αρτηριοσκληρωμένο Ιουδαϊσμό. Όπως λέει ο Γκορ Βιντάλ, το πρόβλημά μας είναι ο ίδιος ο μονοθεϊσμός, αυτό το ανομολόγητο έγκλημα στην καρδιά του πολιτισμού μας. Η λύση λοιπόν είναι άλλη, και είναι δύσκολη:

Κατεδαφίστε το στερέωμα του Ενός Λογιστή Θεού. Του Θεού που κλαδεύει το καυλί σου και μισεί το μουνί σου· που τσεκάρει αν φας τσιζμπέργκερ ή αν ανάψεις φωτιά το Σάββατο· που πικάρεται αν δεν δεσμεύεσαι να τον προσκυνάς εδαφιαίως πεντάκις κάθε μέρα· που αγκαλιάζει τη δυστυχία και τη στέρηση φτωχών με την επαγγελία μελλόντων αγαθών όπως αγκαλιάζει στοργικά τους μεγάλους δωρητές των υπαλλήλων Του· που τάζει κόλαση στους αδύναμους και αγιότητα ή πιλάφια σε όσους δολοφονούν στο Όνομά Του· που ευνουχίζει και εκβαρβαρώνει· που από παιδιά μάς ντρεσάρει στο ψέμα, στην αυταπάτη, στο να νιώθουμε εκλεκτοί και καλύτεροι γεμίζοντάς μας ταυτόχρονα ενοχές και νεύρωση· που μισεί την ομορφιά που δεν ελέγχει και στραγγαλίζει χαρά και τέχνη.

Α σιχτίρι Ορθοδοξία κι εσύ μονοθεϊσμέ. Ναι, είσαι μέρος του πολιτισμού μου αλλά μέρος του πολιτισμού μου είναι και οι βιασμοί κι οι πλεκτάνες ανύπαρκτων αρχαίων θεών και των μπάσταρδων  ηρώων τους. Α σιχτίρ λοιπόν.

Δεν αναμορφώνεστε, δεν εξανθρωπίζεστε, δεν εκσυγχρονίζεστε: μόνο παραγκωνίζεστε.

Η εικόνα είναι ο ‘Ίκαρος’ του Dan Hillier. 

Νομική αναγνώριση ταυτότητας φύλου

Δεν έχω τρανς φίλους ή φίλες. Δεν μπορώ με τίποτε να κατανοήσω πώς είναι ζεις ως διεμφυλικό άτομο στον υπέροχο κόσμο μας — δεν λέω «στην Ελλάδα» γιατί τα είδαμε και τα χαΐρια των Αμερικανών με τις τουαλέτες. Ό,τι γνωρίζω για το θέμα είναι από δεύτερο και τρίτο χέρι.

Επίσης αντιλαμβάνομαι ότι για πάρα μα πάρα πολύ κόσμο, κάθε ηλικίας, καταγωγής αλλά και μορφωτικού επιπέδου, δεν υπάρχουν γκέι, μπάι, ιντερσέξ, τρανς, ασεξουαλικοί κ.ο.κ. Δεν υπάρχουνε βεβαίως τρανς άντρες. Δεν υπάρχουν ούτε λεσβίες (κακάσχημες γεροντοκόρες, το δίχως άλλο). Υπάρχει μόνον ένας ενιαίος αξεχώριστος αντρικός πληθυσμός από αδερφές που τον παίρνουν από τον κώλο. Μέχρι εκεί πάει η αντίληψη και η διορατικότητα των πολλών, εκεί εξαντλείται η χρήση και το ενδιαφέρον τους για κάθε άντρα που δεν είναι ή δεν το παίζει στρέιτ.

Αυτός ο πολύς κόσμος, που σήμερα καταλαμβάνεται από αγανάκτηση και ηθικό πανικό, θα μάθει κάποια στιγμή και θα καταλάβει. Όπως έμαθε ότι κανείς δεν είναι φύσει δούλος ή ότι οι γυναίκες μπορούν να ψηφίζουν. Εμείς βεβαίως μάλλον θα έχουμε πάψει προ πολλού να χαιρόμαστε, όσο μας αφήνουν, αυτόν τον υπέροχο κόσμο.

Δίπλα στις λοιδωρίες, στις χυδαιότητες και στη στρεψοδικία πλέον υπάρχει και θα υπάρχει η διασφάλιση, με τον ατελή τρόπο των νόμων, μιας μικρής περιοχής ελευθερίας για μερικούς εφήβους και για κάποιους ενηλίκους, πολλοί από τους οποίους έφαγαν τη ζωή τους στη χλεύη, στον εξευτελισμό και στον καθαρό πόνο. Απέναντι από τη βοή της απροσμάχητης μοχθηρίας θα στέκονται αυτές οι εικόνες. Και κάποτε θα θυμούνται αυτούς τους ανθρώπους, μα και άλλους που δεν πρόφτασαν, όπως εμείς θυμόμαστε τις σουφραζέτες: χωρίς να κατανοούμε τι αντιπολέμησαν αλλά πάντως με δίκαιη συγκίνηση.

Από το The Greek Cloud

Η επικράτηση της λύπης

Ο Μπόρχες λέει (αν θυμάμαι καλά) ότι το θέμα αυτού που γράφεις δεν πρέπει να ονομάζεται ούτε στον τίτλο ούτε πουθενά μέσα στο κείμενό σου.

Με τον ίδιο τρόπο η επικράτηση της λύπης πλεόν ανιχνεύεται από το ότι έχει σχεδόν εκλείψει ως έννοια από το πώς συζητάμε και περιγράφουμε διάθεση και συναισθήματα.

Πρώτον, γινόμαστε παντού και συνεχώς μάρτυρες του ευτελισμού της κατάθλιψης. Αν πιστέψεις φίλους και γνωστούς, φωνές τηλεοπτικές ή σοσιαλμηντιακές, όλοι έχουνε κατά καιρούς κατάθλιψη, κατάθλα ή και καταθλιψάρα. Συνεπώς οι καταθλιπτικοί δεν είναι ασθενείς που, αν το κρίνει γιατρός, θα γλυτώσουνε με φάρμακα παρά μελαγχολικοί, κακομαθημένοι, αμύητοι στη θετική σκέψη, στερημένοι από βόλτες στην φύση κ.ο.κ. Όπως σε κάθε περίπτωση που ευτελίζεται κάτι σοβαρό, όποιος υποφέρει από αυτό αρνείται να παραδεχτεί ότι υποφέρει για να μη γίνει ρεζίλι ενώ η επίκλησή του από κάθε λογής άσχετους δίνει μια δραματική εσάνς στη δική τους κατάσταση και στους δικούς τους σκοπούς (λ.χ. «ρε μωρό, έχω πάθει κατάθλιψη από τότε που χωρίσαμε»). Πιο απλά: αν όλα τα λουλούδια είναι κόκκινα, τότε δεν μας νοιάζει το χρώμα των λουλουδιών.

Μα και η μελαγχολία δεν πάει πίσω. Υπάρχουν άνθρωποι από την φτιαξιά τους μελαγχολικοί, ενώ άλλοι ζούνε τη μελαγχολία ως πρόσκαιρη διάθεση για λόγους εξωγενείς ή και όχι. Οι μελαγχολικοί λοιπόν στην εποχή τη δική μας είτε θα διαγνωστούν από καλοθελητές ως καταθλιπτικοί είτε θα μπουν κι αυτοί στο κουτάκι «get a life / σκέψου θετικά / το γαμήσι σώζει».

Συνεπώς η λύπη είναι πλέον αόρατη και άρρητη. Κανείς δεν νιώθει λύπη, κανείς δεν είναι πια λυπημένος. Από κατάσταση και συναίσθημα, η θλίψη έχει καταστεί «θέμα», στρες ή και κατάθλιψη για την οποία θα πάρεις φάρμακα στα κουτουρού. Επαναλαμβάνω ότι η αναγωγή παντού και πάντοτε στην κατάθλιψη την ευτελίζει και δεν συντελεί στη διάγνωση και στην αντιμετώπισή της· αυτό είναι το ένα ζήτημα.

Το άλλο ζήτημα έγκειται στο ότι το δάγκωμα της λύπης, η «καρδιοσπαράχτρα» θλίψη, πρέπει να αναχθεί οπωσδήποτε σε κάτι άλλο. Η λύπη δεν είναι πια όπως η πείνα, όπως η καύλα, όπως η απογοήτευση, όπως η οργή κτλ. Δεν είναι πια συναίσθημα και σίγουρα δεν μπορεί να είναι προσωρινή. Η λύπη, ή ό,τι την αντικατέστησε, είναι πια είτε νόσος είτε αποτυχία δική σου· με άλλα λόγια, δεν είσαι λυπημένος, είσαι λούζερ· δεν είσαι μελαγχολικός, έχεις κατάθλιψη. Παραδόξως, ταυτόχρονα χιλιάδες καταθλιπτικοί παραμένουν αδιάγνωστοι ή πείθονται πως πρέπει να «το παλέψουνε» μόνοι και με τη δύναμη της θέλησης…

Κι έτσι ακριβώς, σε έναν κόσμο που μας ζορίζει να χαιρόμαστε και να είμαστε διαρκώς χαρούμενοι αλλά και ευτυχισμένοι, η βουβή κι ακατονόμαστη λύπη ξεφυτρώνει παντού.

Εικονογράφηση: ο Χαμένος Παράδεισος του Édouard Dubufe.

Το καλό της Εκκλησίας

Μετά τις δηλώσεις Ραγκούση ότι υπάρχουν ομοφυλόφιλοι μητροπολίτες, διαβάζουμε ότι η Ιερά Σύνοδος με εξώδικο κράζει τον κ. Ραγκούση απαιτώντας με μια απρόσμενα BDSM διατύπωση να καταθέσει εντός πενθημέρου στην Αρχιγραμματεία της Ιεράς Συνόδου τα σχετικά στοιχεία «άλλως θα υποστεί την ανάλογη δικαστική βάσανο». Είναι πολλαπλώς αστείο αυτό που αξιώνει η Σύνοδος, και μάλιστα με τρόπο τόσο προφανή, που δεν χωράει σχολιασμό ουσίας: υπάρχουν ομοφυλόφιλοι κληρικοί; μια κατάλληλα απάντηση είναι η σχετική ρητορική ερώτηση για τις λειτουργίες του πεπτικού των αρκούδων στο δάσος· κρύβονται; μόνον αν δεν είναι Αγγλικανοί· πρέπει να τους κράξει ο κ. Ραγκούσης; μάλλον άκομψο θα ήταν αυτό, αν όχι παράνομο.

Προσπερνάμε λοιπόν το άνωθι ανούσιο καλιάρντεμα εκ μέρους της Συνόδου. Προσπερνάμε και το θράσος των εσχάτως ξεθαρρεμένων δεσποτάδων που δηλώνουν ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να νομοθετεί μονομερώς, ζητώντας δημόσια διαβούλευση με δικούς τους όρους σε ζητήματα δικαιωμάτων και μέριμνας για τους μη-προνομιούχους ενώ ταυτόχρονα επωφελούνται από χίλιες-δυο κρυφές τροπολογίες που τους βολεύουν, κι αυτούς και τα μοναστήρια.

Μένουμε σε αυτή τη δήλωση Ραγκούση:

«Συγκεκριμένα για την εκκλησία, είμαι απ’ αυτούς που πιστεύουν ότι και αυτή πρέπει να βγει μπροστά σ΄ αυτόν τον αγώνα. Υποστηρικτικά. Γιατί αν θέλει να χτίσει μια σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία, πρέπει να σταματήσει να υποκρίνεται.»

Η δήλωση θα ήταν πατερναλιστική αν δεν ήταν εκπάγλως αφελής: η Εκκλησία δεν χρειάζεται να χτίσει καμμία σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Μετά το 1991 και τον Μακαριστό της η Εκκλησία έχει την κοινωνία και, εσχάτως, την πολιτική εξουσία, για γιουσουφάκια της. Η Εκκλησία, αν θέλει να ενισχύσει περαιτέρω τη σχέση εμπιστοσύνης της με την κοινωνία δεν έχει μάλιστα κανέναν λόγο να σταματήσει να υποκρίνεται, όπως αποφαίνεται ο κ. Ραγκούσης. Ίσα ίσα, αν έχει ανάγκη περισσότερη επιρροή, εξουσία και λεφτά (η ανθρώπινη απληστία των λειτουργών του θείου διαφαίνεται ιστορικώς απεριόριστη), η Εκκλησία θα έπρεπε να γίνει ακόμα πιο χαρντκόρ. Άλλωστε ακριβώς αυτός είναι ο ρόλος της εκκλησίας στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές: επικαλούμενη αδιασάλευτες αρχές να συνεχίσει να καλλιεργεί φοβικά και αντιδραστικά αντανακλαστικά χωρίς την ευτραπελία ταξικών καταγγελιών και κοινωνικών αναταραχών (πολλώ μάλλον πυρός, μαχαίρας και εμφυλίου πολέμου).

Η ελλαδική Εκκλησία δεν έχει καμμιά ανάγκη τη μέριμνα του κ. Ραγκούση, στελεχών του Κέντρου ή του ΣΥΡΙΖΑ για το πώς θα αγκαλιάσει την κοινωνία κτλ.: αγκαλιασμένη την έχει, και μάλιστα αρκούντως σφιχτά ώστε να ασφυκτιά μεν αλλά να μη στραγγαλίζεται.

Να το πω και αλλιώς, χρησιμοποιώντας την ποιμαντική ρητορική επί το νεορεαλιστικότερον: η ελλαδική Εκκλησία συμπεριφέρεται όντως σαν Μητέρα και Τροφός του Γένους, πλην όμως σαν βαριά διαταραγμένη μητέρα, η οποία ανέχεται τα τέκνα της να εξαθλιώνονται και να υποσιτίζονται αλλά φροντίζει επιμελώς μη τυχόν δείξουνε βυζί-μπούτι και μην τυχόν τα πουν αλήτες ή — τρισχειρότερα — πουτάνες ή πούστηδες.

Από το The Greek Cloud

Διαφωτισμένοι

vlcsnap-2017-02-04-13h58m58s724

Η φρεναπάτη ότι είμαστε μοναδικοί, είτε στη δόξα μας είτε στην αθλιότητά μας, είναι σύμπτωμα πολύ μπανάλ επαρχιωτισμού. Θα ήταν ο επαρχιωτισμός αυτός συμπαθής γραφικότητα αν δεν καλλιεργούνταν εκ του πονηρού, ή τουλάχιστον αν δεν διαμόρφωνε συνειδήσεις, οι οποίες διαμορφώνουν εκλογικά αποτελέσματα, τα οποία διαμορφώνουν κοινωνικές δυναμικές και πολιτικές αποφάσεις.

Ωστόσο, η σαχλαμάρα του “δεν έχουμε περάσει Διαφωτισμό” είναι και εξώφθαλμα ψευδής εκτός από ιδεοληπτική γραφικότητα. Αναφέρω μόνο τις απαρχές της Επανάστασης του ’21, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1828 (“το πιο φιλελεύθερο της εποχής”), το οικογενειακό δίκαιο του 1982, τον ρόλο που δεν έπαιζε η Εκκλησία στα κοινά μέχρι το 1991 κ.ο.κ.

Οι παθογένειες της ελληνικής δημόσιας ζωής και του ελληνικού κράτους δεν πηγάζουν από “έλλειμμα Διαφωτισμού”, όσο και αν οιμώζουν οι ελίτ από το 1850 ότι δεν είμαστε λαός ή ότι δεν είμαστε Ευρώπη, παρά από την εν πολλοίς δικαιολογημένη καχυποψία του λαού απέναντι στο συγκεντρωτικό και εθνοκεντρικό ελληνικό κράτος — χωρίς καν να κοιτάξει κανείς πώς φέρθηκε στον λαό του το κράτος αυτό την περίοδο 1946-1974. Τέλος, αξίζει να ξαναδιαβάσει κανείς προσεκτικά τι λέει ο Μαζάουερ για τη θέση της σύγχρονης Ελλάδας στον κόσμο και για τις παθολογίες της.

Τρομοκρατία και πουριτανισμός στο Ισλάμ και στον Χριστιανισμό

Όταν μιλάμε για την ισλαμική τρομοκρατία, ή ακόμα και για τον ισλαμικό μισογυνικό πουριτανισμό, θεωρούμε αυτονόητη τη διασύνδεση και των δύο με τις παθολογίες του σύγχρονου Ισλάμ, όπως είναι εύλογο. Ωστόσο πάμε ένα βήμα πιο πέρα και συνδέουμε την «ισλαμική βαρβαρότητα» και με τις αρχές, τις αξίες και τη θεολογία του Ισλάμ. Δεν διαφωνώ οπωσδήποτε με αυτή την αντίληψη, αν και είναι ανοιχτή σε συζήτηση γιατί, όπως πάντοτε, υπάρχουν κι άλλοι παράγοντες και πολλοί από αυτούς είναι μόνο κατ’ επίφαση θρησκευτικοί.

Επιπλέον, οποιαδήποτε τρομοκρατική πράξη ή πράξη πατριαρχικής βίας από μουσουλμάνο (π.χ. «εγκλήματα τιμής») εμπίπτουν αυτομάτως στην κατηγορία της «ισλαμικής τρομοκρατίας» ή «βαρβαρότητας». Αυτή η ταύτιση, όταν δεν είναι εκ του πονηρού, είναι συνήθως προϊόν ασύγγνωστης ευκολίας.

Όταν πάλι δεν μιλάμε για χριστιανική τρομοκρατία, από τις σταυροφορίες της Παλαιστίνης και της Βαλτικής, μέσω αποικιοκρατίας, μέχρι τους θεόληπτους σφαγείς στις ΗΠΑ, και όταν πολύ περισσότερο δεν μιλάμε για τον θηριώδη και στεγανό χριστιανικό πουριτανισμό, μισογυνικό ή μη, παραγνωρίζουμε τη σύνδεσή και των δύο με τις παθολογίες του σύγχρονου Χριστιανισμού. Πολλώ μάλλον αρνούμαστε να κάνουμε οποιαδήποτε διασύνδεση με τις αρχές, τις αξίες και τη θεολογία του Χριστιανισμού, όπως την εσχατολογία («έρχεται συντέλεια, θα σας πάρει ο διάολος»), τη θεοδικία («θα πάτε στην Κόλαση»), την αντίληψη της ανθρώπινης ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης ως προϊόντων μιας Πτώσεως («we are born sick») κτλ. Επιμένουμε να εξετάζουμε αποκλειστικά άλλους παράγοντες και παραδεχόμαστε ότι πολλοί από αυτούς είναι μόνο κατ’ επίφαση θρησκευτικοί.

Ειδικά στην περίπτωση του χριστιανικού πουριτανισμού, η εθελοτυφλία μας αυτή σχετικά με τη σχέση του με τη χριστιανική θεολογία είναι ασύγγνωστη: ο χριστιανικός πουριτανισμός έχει στέρεες θεολογικές αρχές που ζέχνουν ασκητισμό, νεοπλατωνισμό και στωικισμό, αρχές οι οποίες συμπλέχθηκαν ατρέπτως και με αγροτοποιμενικές αιδημοσύνες και με την αντίληψη περί οικογενείας στο ρωμαϊκό δίκαιο. Απεναντίας, ο ισλαμικός πουριτανισμός είναι πιο κοντά στο «τι θα πει ο κόσμος» και στα πατριαρχικά αντανακλαστικά αγροτοποιμένων: είναι λιγότερο επί της θεολογικής αρχής και πιο κοινωνικός.

Αυτή η εφαρμογή δύο μέτρων και σταθμών, και αυτή μάλλον, λέγεται Οριενταλισμός.

Από το The Greek Cloud

Ταυτότητες ξανά: από την ταυτότητα φύλου μέχρι την Καταλωνία

Υπάρχουνε τουλάχιστον δύο εκδοχές της ταυτότητας στον κόσμο μας, πείτε τον μετανεωτερικό κόσμο ή ό,τι άλλο θέλετε. Ακριβέστερα, υπάρχουνε δύο τρόποι προσδιορισμού της ταυτότητας.

Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή, την ταυτότητά μας τη φτιάχνουμε μόνοι μας: είτε πρόκειται για μια επινόηση δική μας είτε για κάτι που εμείς οι ίδιοι χτίζουμε. Από αυτήν την άποψη, η ταυτότητα είναι προϊόν επιλογών, επινοήσεων ή και συνειδητών αποφάσεων πολλές φορές. Συνεπώς, κατά την εκδοχή αυτή, η ταυτότητα είναι σύνθετη κατασκευή: και σύνθετη και κατασκευή.

Υπάρχει και μια δεύτερη εκδοχή της ταυτότητας, κατά την οποία η ταυτότητα είναι προϊόν των εξωτερικών συνθηκών: γενετικών, βιολογικών, κλιματολογικών, πολιτισμικών, κοινωνικών κτλ. Η ταυτότητά μας είναι κάτι που μας παραδίδεται, που προέρχεται από «κάπου» έξω από τη βούλησή μας. Σύμφωνα με αυτή τη δεύτερη εκδοχή, η ταυτότητά μας είναι ιστορικό, βιολογικό και περιβαλλοντικό προϊόν.

Από τη μια λοιπόν η ταυτότητα ως οι επιλογές μας, από την άλλη ως το πώς είμαστε καμωμένοι.

Συνήθως επικαλούμαστε την ταυτότητα ως επιλογές, ως αυτοπροσδιορισμό του κατά Θουκυδίδη αυτοκράτορος ανθρώπου που αυτενεργεί, όταν συζητάμε την ταυτότητα σε προσωπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, όταν διαπραγματευόμαστε ζητήματα τρόπου ζωής, κάθε είδους προσανατολισμού, την ταυτότητα φύλου κ.ο.κ.

Παράλληλα, η ταυτότητα γίνεται κατανοητή ως καθορισμός έξωθεν, έξω από τη βούλησή μας δηλαδή, όταν προσπαθούμε να την ορίσουμε σε συλλογικό επίπεδο. Εκεί δεν μας αρκεί ο αυτοπροσδιορισμός των υποκειμένων, να πούνε δηλαδή «είμαι Πατησιώτης, Λαρισαίος, Κρητικός, Έλληνας, Ευρωπαίος κ.ο.κ.», και αναζητούμε εξωτερικά αντικειμενικά κριτήρια: καταγωγή, γλώσσα, παρεπιδημία, θρήσκευμα κτλ.

Και σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο δεν πρέπει ωστόσο να μας διαφεύγει ο ρόλος που ασκεί η εξουσία και ο καταναγκασμός που επιβάλλει — άμεσα ή έμμεσα — κάθε ιεραρχική δομή, ξεκινώντας από την οικογένεια, περνώντας από την επιτήρηση των μικρών κοινωνιών στο κράτος και ανεβαίνοντας μέχρι τον μεγάλης κλίμακας πειθαναγκασμό ή ψυχαναγκασμό των θρησκειών.

Υποτουρίστας, τουρίστας, περιηγητής ή ταξιδιώτης;

Από τότε που ήμουν παιδί γινόταν διαχωρισμός αυστηρός μεταξύ τουρίστα και ταξιδιώτη (ή και ταξιδευτή). Ο τουρίστας ήταν άβουλο πρόβατο που φωτογραφίζει αλλά δεν βλέπει, που περιεργάζεται και ξεναγείται χωρίς να κατανοεί, που επικονιάζει προορισμούς αλλά αγνοεί τις διαδρομές. Απεναντίας, ο ταξιδιώτης προσπαθεί, λέει, να ζήσει έναν τόπο, να μπει μέσα του, να τον κατανοήσει και να βρει τις — ας πούμε — ειδοποιούς διαφορές του.

Με την έλευση των φτηνών αεροπορικών εισιτηρίων στο γύρισμα του αιώνα δημιουργήθηκε μια κατηγορία τουρίστα, ας τον πούμε υποτουρίστα, που δεν ενδιαφέρεται ποσώς πού πάει αλλά μόνο ποια είναι η χρήση του προορισμού του: ήλιος και θάλασσα, όμορφες διαδρομές για ποδηλασία ή οδήγηση, φτηνό αλκοόλ, καλό φαγητό, φτηνό ή επισφαλές σεξ. Αυτό δεν είναι όμως ιδιαιτέρως ενδιαφέρον· ενδεχομένως οι περισσότεροι τουρίστες αλλά και πολλοί τουπίκλην ταξιδιώτες κατά βάθος αντιμετώπιζαν χρηστικά τους προορισμούς ανέκαθεν. Στην εποχή του χιψτερισμού πάντως όλο και περισσότεροι θέλουν να καμώνονται πως είναι ταξιδιώτες.

Ενδιαφέρον είναι ότι πλέον αντιλαμβανόμαστε πως υπάρχουνε τελικά και δύο είδη ταξιδιωτών: ο ταξιδιώτης και ο περιηγητής.

Ο ταξιδιώτης, στην ιδανική ενσάρκωσή του, θέλει να μάθει και να ζήσει έναν τόπο, να φάει τα φαγητά του και να πιει τα ποτά του, να περπατήσει τις γειτονιές του και τις εξοχές του — γιατί Ταξίδι χωρίς να περπατήσεις δεν υφίσταται. Ο ταξιδιώτης είναι καλόπιστος και δεκτικός, προσπαθεί να δει πέρα από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά, προσπαθεί να χαρεί τον τόπο που επισκέπτεται και να τον κατανοήσει. Πρώτα ρωτάει και παρακολουθεί και μετά κρίνει. Αυτός εδώ ο τύπος είναι χαρακτηριστικός, νομίζω.

Ο περιηγητής, στη μεγάλη παράδοση των περιηγητών από τον Εβλιά Τσελεπή και τους Εγγλέζους της Grand Tour, μέχρι τη Μάγδα Τσόκλη και τους συμμετέχοντες στις εκδρομές της Μαριάννας Κορομηλά, είναι συνήθως πολύ πιο διαβασμένος. Ξέρει εκ των προτέρων πού πάει και τι θα δει, επιλέγει προορισμούς εκτός πεπατημένης και κάνει έφοδο στα αξιοθέατα με τρόπους εναλλακτικούς: όχι με ξεναγό αλλά συνοδεία κάποιου ντόπιου αιρετικού π.χ. Το πιο σημαντικό, οι περιηγητές κουβαλούν μαζί τους τα στερεότυπα και τις βεβαιότητές τους και επικεντρώνουν ακριβώς στους τόπους, στους ανθρώπους, στις ιστορίες και στις συνήθειες που θα επιβεβαιώσουν τα στερεότυπά τους και θα επικυρώσουν τις βεβαιότητές τους. Ο περιηγητής ήδη κατανοεί και απλώς τσεκάρει ότι όσα «ξέρει» ισχύουν. Ο περιηγητής ρωτάει μόνον όταν ξέρει ότι θα πάρει την κατάλληλη απάντηση.

Από το The Greek Cloud